Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Για τους άθεους φίλους μου


Χριστίνα (Ανδρομέδα) Πεταλωτή 
 
Έχω κάτι φίλους άθεους που με κάνουν παρέα και με αγαπούν ακόμα κι αν επιμένω να πιστεύω στο Θεό που εκείνοι δεν συμπαθούν ιδιαιτέρως. Τα καλά νέα είναι ότι κι εγώ τους αγαπώ πολύ, πολύ περισσότερο από όσο φαντάζονται. Τα κακά νέα είναι πως αυτοί οι φίλοι μου οι άθεοι είναι τόσο βαθιά χριστιανοί που οι ίδιοι οι αυτοχαρακτηριζόμενοι χριστιανοί δεν θα ήθελαν να φαντάζονται.
Αυτοί οι φίλοι μου οι άθεοι που λέτε, που ακούν τη λέξη εκκλησία και βγάζουν αναφυλαξία, έχουν μια ανθρωπιά και μια συμπόνια για τον διπλανό τους που θα τη ζήλευαν ίσως και οι πιο μεγάλοι ασκητές. Για αυτούς ο συνάνθρωπος ανεξαρτήτου φύλου, καταγωγής, κοινωνικής τάξης και σεξουαλικής ταυτότητας είναι κυριολεκτικά αδερφός.
Κι όχι, δεν θα απλώσουν το χέρι να δώσουν αφ’ υψηλού μία ελεημοσύνη κι ούτε θα τους πετάξουν ένα ξεροκόμματο με τα κανάλια να απαθανατίζουν την γενναιοδωρία τους. Αντίθετα θα κάτσουν μαζί τους να φάνε όλοι από το ίδιο φτωχικό μεν αλλά πλούσιο σε αγάπη φαγητό και θα κάνουν τα προβλήματα των άλλων δικά τους. Αυτό που με εκκλησιαστικούς όρους θα έλεγε κάποιος «θα κοινωνήσουν τον άλλον».
Αυτοί λοιπόν οι φίλοι μου οι άθεοι γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα όριά τους θα προσφέρουν έκαστος αυτό που τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους και μέσα από μία οργανωμένη συλλογική προσπάθεια θα μοιράσουν τις αρμοδιότητες τους. Το ότι δεν είναι όλοι για όλα δεν είναι τυχαίο και δεν πρέπει ποτέ να παραβιάζεται. Αυτοί οι φίλοι δεν γουστάρουν καθόλου να παριστάνουν τους σωτήρες γιατί εξάλλου και οι ίδιοι είναι άνθρωποι δυσκολεμένοι. Συνειδητοποιούν πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ατιμωτικό για έναν άνθρωπο να βρίσκεται στην απόλυτη ανάγκη του άλλου και για τούτο έχουν προσανατολίσει όλη τη ζωή τους σε έναν σκοπό: Να γίνει αυτός ο κόσμος λίγο καλύτερος για να μπορούν όλοι να ζουν πάνω σε αυτόν με αξιοπρέπεια.
Για αυτούς τους φίλους η οικογένεια είναι κάτι ευρύτερο που δεν περιορίζεται στα όρια του μικροαστικού τους νοικοκυριού. Παιδιά τους είναι όλα τα παιδιά του κόσμου και όχι μόνο τα δικά τους. Μητέρες είναι όλες οι μητέρες του κόσμου κι όχι μόνο δικές τους. Στο πρόσωπο του κάθε αγνώστου βλέπουν ένα εν δυνάμει δικό τους πρόσωπο. Ανοίγουν την καρδιά τους με μεγάλη προθυμία, χωρίς άμυνες και σχολαστικότητες.
Είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν όλες τις απογοητεύσεις τις ζωής χωρίς να κάνουν σαν κακομαθημένα παιδιά που ο καλός Θεούλης δεν τους έκανε όλα τα χατίρια. Ό,τι μπορούν να καταφέρουν μόνοι τους θα το κάνουν  κι για ό,τι δεν μπορούν θα ζητήσουν τη βοήθεια του διπλανού τους. Εξάλλου αν έχεις καλούς φίλους δίπλα σου γιατί να σε τρομάζει κάτι;
Όσο για το μετά; Για αυτό το μετά θάνατον που πολλούς καλούς χριστιανούς απασχολεί, για τους φίλους που σας λέω δεν αποτελεί καθόλου άγχος. Γιατί κάποιος άραγε να ονειρεύεται αλλόκοσμους παραδείσους αφού υπάρχει εδώ μια ζωή που πρέπει να την κάνουν καλύτερη; Ας κάνουμε το εδώ και το τώρα μας ομορφότερο και το μετά μπορεί να περιμένει.
Κοντά σ’ αυτούς τους φίλους σας λέω πως αναπαύομαι, κοντά σ' αυτούς  που δεν καταλαβαίνουν Χριστό για Χριστούς και Παναγίες αλλά ξέρουν να ζουν ανέμελα τη ζωή τους χωρίς να μετράνε ψυχαναγκαστικά λάθη και αμαρτίες στους άλλους, χωρίς να κατακρίνουν και χωρίς να υποκρίνονται.

Υ.Γ. Αφιερωμένο σε αυτούς τους άθεους φίλους που ξέρουν ποιοι είναι. Το παραπάνω κείμενο δεν γενικολογεί κι ούτε φοράει τεμπέλες, προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Ταξικέ

Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις άλλες.

 
Του Χρήστου Λάσκου
 
«Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πως, μέχρι στιγμής, έχει αποκομίσει κέρδη ύψους 7.8 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα ομόλογα του ελληνικού Δημόσιου Χρέους που κατέχει, φανερώνει τη φύση των αποκαλούμενων διασώσεων (bailouts) της Ελλάδας, που οργάνωσαν οι ηγέτες της ΕΕ, σε συνδυασμό με μέτρα μαζικής λιτότητας από το 2012 κι έπειτα». 
Το παράθεμα αυτό είναι η πρώτη παράγραφος από ένα πολύ πρόσφατο κείμενο (Beware the ECB bearing gifts for Greeks) του Μάικλ Ρόμπερτς, ενός από τους κορυφαίους σήμερα μαρξιστές οικονομολόγους στον κόσμο.  Στο άρθρο του, λοιπόν, ο Ρόμπερτς μας θυμίζει αυτά που προσπαθούμε να ξεχάσουμε, αυτά, δηλαδή, που ξέραμε επί καιρό και τώρα επιχειρεί το –ενιαίο κι αδιαίρετο- πολιτικό σύστημα να αποκρύψει. 
Το βασικό, ωστόσο, δεν είναι αυτό. Αν θέλουμε να θυμόμαστε δεν χρειάζεται να προσφύγουμε σε ριζοσπάστες αναλυτές. Φτάνει να διαβάζουμε τις εκθέσεις του ΔΝΤ. Το οποίο ορθά επισημαίνει, διαρκώς και μονότονα, πως η ασκούμενη πολιτική χωρίς μεγάλη ελάφρυνση του Χρέους δημιουργεί «φαινόμενο χιονοστιβάδας», το οποίο, υπό εύλογες προβλέψεις για τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, οδηγεί το Δημόσιο Χρέος στα επίπεδα του 300% (από 180% σήμερα). Το γεγονός πως η κυβέρνηση έχει επιλέξει να «δείχνει» το ΔΝΤ ως εχθρό του λαού σε αντίθεση με τους πιο καλόβολους και υποστηρικτικούς Ευρωπαίους (!) είναι άλλο ένα παιχνίδι διαχείρισης και τίποτε περισσότερο. Το ΔΝΤ δεν υπάρχει αμφιβολία πως αποτελεί εσμό καθαρμάτων.
Όπως, όμως, ακριβώς και η τεχνογραφειοκρατία της ΕΕ. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Το ΔΝΤ έχει και άλλες επιδιώξεις, οι οποίες συνδέονται με την μεγάλη επιρροή των ΗΠΑ στην σύνθεσή του. Πράγματι. Αυτό, ωστόσο, σε τίποτε δεν το κάνει χειρότερο από τους Μοσκοβισίδες. Και, ειδικά σε ό,τι αφορά το θέμα του Χρέους, εκτιμώντας προφανώς πως «αυτό το πράγμα δεν βγαίνει με τίποτε» επισημαίνει κάποια προφανή για όποιον έχει μάτια να δει. 
Ξαναλέω, όμως, δεν είναι αυτό το βασικό στην παρέμβαση του Ρόμπερτς. Το βασικό είναι ό,τι σήμερα, 5 χρόνια μετά το περίφημο PSI και σχεδόν 3 χρόνια με «αριστερή κυβέρνηση», τα όσα συμβαίνουν εξακολουθούν, από πολλές απόψεις, να φαίνονται πρωτοφανή κι ακραία ακόμη και για τους πιο υποψιασμένους διεθνείς αναλυτές.
Πραγματικά, είναι εξωφρενικό –ακόμη και με ιμπεριαλιστικούς όρους- η Κεντρική σου Τράπεζα, που δουλειά της είναι να σε στηρίζει με την πολιτική της, να αποκομίζει κέρδη σε βάρος σου. Κέρδη μεγάλα και απολύτως αδικαιολόγητα από θεσμική άποψη. Μέχρι το 2022, η ΕΚΤ θα έχει κονομήσει από τόκους του ελληνικού Δημόσιου Χρέους σχεδόν 22 δισεκατομμύρια! Αυτό το ποσό, αν δεν διέρρεε από την ελληνική οικονομία, θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια μικρότερη «δημοσιονομική προσαρμογή», θα μπορούσε, δηλαδή, να σώσει πραγματικά εκατοντάδες χιλιάδες μικροσυνταξιούχους και το ΕΚΑΣ τους. 
Όμως, όχι. Η ΕΚΤ συνεχίζει να βγάζει κέρδη σε βάρος των φτωχών στη χώρα μας.
Σαδισμός; Ακριβώς!
Γιατί η στόχευση αυτής της πολιτικής, από την πρώτη αρχή της, ήταν να μετατρέψει την Ελλάδα –με την συναίνεση, αν όχι την πρωτοβουλία της ελληνικής ελίτ- σε παγκόσμιο πειραματόζωο, όπου θα δοκιμαστούν τα πάντα. Ένα πανηγύρι κοινωνικής μηχανικής, εργαστήριο παρανοϊκού νεοφιλελευθερισμού, χωρίς προηγούμενο. 
Όλοι ξέρουν πως χωρίς «μεγάλη διαγραφή χρέους» δεν πρόκειται να υπάρξει λύση το ελληνικό δράμα. Μόνο για την ελληνική κυβέρνηση δεν είμαι σίγουρος. Όλοι οι άλλοι, πάντως, το ξέρουν.
Η Ελλάδα πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη «δημοσιονομική προσαρμογή» στην παγκόσμια ιστορία. Διπλάσια από την προηγούμενη μεγαλύτερη! Κανείς δεν θα το φαντάζονταν πριν από το 2010 πως υπήρχε ενδεχόμενο εφαρμογής τέτοιας πολιτικής οπουδήποτε στον κόσμο. Πόσο μάλλον σε μια χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.
Κι όμως συνέβη. Και δεν τους «ξέφυγε». Πειραματίστηκαν και συνεχίζουν να πειραματίζονται, εφόσον, μάλιστα, βρίσκουν όλες τις ποικιλίες των προθύμων, για να συνδράμουν.
Είναι γι’ αυτό που ο Τσίπρας είχε δίκιο-βουνό, όταν έλεγε, επί χρόνια, πως η συνέχιση αυτής της πολιτικής είναι εγκληματική ενέργεια και –με τον στόμφο που τον διακρίνει- οι εφαρμοστές της είναι «ένοχοι εσχάτης προδοσίας απέναντι στη χώρα». 
Πράγματι, η συνέχιση αυτής της πολιτικής είναι εγκληματική ενέργεια. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση στοιχειώδους «κανονικοποίησης». Το πράγμα θα επιζητά διαρκώς «διόρθωση», στο μέτρο που θα λείπουν οι στοιχειώδεις μακροοικονομικές συνθήκες εξισορρόπησης. Μοιραία, λοιπόν, αργά ή γρήγορα θα σκάσει, ακόμη κι αν δεν υπάρξει νέα όξυνση της παγκόσμιας κρίσης –που όλοι, μαζί και το ΔΝΤ, ωστόσο, προβλέπουν πως είναι το πιθανότερο. 
Κι όμως, η «κυβερνώσα αριστερά» επιχειρεί να πείσει πως τα πράγματα βαίνουν σχεδόν καλώς και πως οι «καταστροφολογούντες» παίζουν το παιχνίδι της… αντίδρασης. Κάνοντας έτσι, η «κυβερνώσα αριστερά», το καλύτερο για την ελληνική άρχουσα τάξη και για την παράταση του πρωτοφανούς πειράματος. Διότι το βασικό είναι πως «το πρόγραμμα καθαυτό αποδίδει». Οι διαφορές ως προς την διαχείριση μεταξύ των κομμάτων είναι ένας καλός τρόπος, για να φαίνονται διαφορετικά και να έχει ένα, ελάχιστο έστω, ενδιαφέρον το κεντρικό πολιτικό παιχνίδι. «Το πρόγραμμα αποδίδει. Η ανάπτυξη, δια της αιμοβόρας λιτότητας, έρχεται. Αν υπάρχει ελπίδα, εδώ και μόνο εδώ βρίσκεται». Αυτό είναι το μήνυμα και το περνούν μια χαρά, χέρι χέρι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση. 
Κι ας μην θυμώνουν διάφοροι συριζαίοι υπηρεσίας, όταν επισημαίνονται αυτά τα πράγματα. Γιατί, εκτός του ό,τι «εμείς» έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να θυμώνουμε, είναι υποχρεωμένοι «αυτοί», πριν κακιώσουν, να μας πουν: Ήταν ή όχι εγκληματικές οι πολιτικές που ασκήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2010; Ή ήταν μια ακόμη, συγγνωστή ρε παιδί μου, υπερβολή του αρχηγού;
Ακόμη και σήμερα, ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι παρατηρητές της ελληνικής τραγωδίας εξακολουθούν να φρικάρουν. Έχουν δίκιο. 
Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις άλλες χώρες. Με δεδομένη την πορεία της μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση αποτελεί εμβληματική περίπτωση ως προς την ακρότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών – των επιλεγμένων, δηλαδή, βασανιστηρίων. 
Και η φρίκη που επιδεικνύουν όσοι την παρακολουθούν δείχνει πόσο δίκιο είχαν όσοι επέμεναν πως χωρίς ρήξη –και το ρίσκο της- τα πράγματα δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Ούτε καν να μείνουν ίδια –μην ξεχνάμε πως τα δύο επόμενα χρόνια, μέσω «παρεμβάσεων» σε συντάξεις και αφορολόγητο, έχουμε κι άλλη «προσαρμογή». Και μετά κι άλλη. Κι άλλη. 
Αυτό δεν τελειώνει ποτέ.
Η μόνη πιθανότητα παραμένει η σύγκρουση και η ριζοσπαστική αντιμετώπιση.
Το σύστημα, βέβαια, έχει καταφέρει να την κάνει πολύ πιο δύσκολη –πολιτικά και οικονομικά- από ό,τι πριν τρία ή πέντε χρόνια.
Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει την αλήθεια της διαπίστωσης.
Η μόνη λύση είναι η ρήξη, η σύγκρουση, η ριζική αλλαγή πορείας. Ακόμη και αν κατάφεραν, θεοί και δαίμονες, να την κάνουν σχεδόν αδύνατη επιλογή δεν παύει να είναι η μόνη λύση.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Tα... αιτήματα του Τραμπ και οι επιθυμίες του Τσίπρα

Tα... αιτήματα του Τραμπ και οι επιθυμίες του Τσίπρα - Media
 
Τα ανταλλάγματα του πλανητάρχη και η φωτογραφία στο Οβάλ Γραφείο
 
 
Επιχειρώντας κάποιος να έχει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για την πράγματι σημαντική επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην αμερικανική πρωτεύουσα την ερχόμενη εβδομάδα θα πρέπει να ανιχνεύσει τις απαντήσεις σε τρία ερωτήματα:
 Σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο (γεωπολιτικών) εξελίξεων γίνεται η συνάντηση;
Τι θέλουν οι Αμερικανοί;
Τι θέλει η ελληνική πλευρά;
Οι κυβερνητικοί επιτελείς που προετοιμάζουν τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πλανητάρχη υιοθετούν μια αισιόδοξη, αλλά «λειψή» διατύπωση για να περιγράψουν την επικείμενη συνάντησή του με τον πλανητάρχη Ντόναλντ Τραμπ: «Η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες». Περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα, ωστόσο, η εν λόγω διατύπωση θα μπορούσε να είναι ότι «η κρίση δημιουργεί (για κάποιους) ευκαιρίες εις βάρος των κατεστραμμένων ή αυτών που πρόκειται να καταστραφούν». 
Πράγματι η πρόσκληση του Λευκού Οίκου στον πρωθυπουργό συμπίπτει με την κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης και αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που υποχρεώνει την υπερδύναμη να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και να αναδιατυπώσει τους σχεδιασμούς της.
Ταυτόχρονα, από ελληνικής σκοπιάς, η επίσκεψη Τσίπρα στην Ουάσιγκτον συμπίπτει με την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να διατυπώσει μια νέα πολιτική ρητορική που θα ισχυρίζεται ότι περιγράφει την έξοδο της χώρας από την κρίση, το τέλος των μνημονίων, της ξένης εποπτείας και θα υπόσχεται θετικές προοπτικές για την Ελλάδα, αλλά και για το κυβερνών κόμμα. 
Προφανώς αυτοί που έχουν την πρωτοβουλία της συνάντησης είναι οι Αμερικανοί. Ο Τραμπ – και ο εκάστοτε πλανητάρχης – δεν σπαταλά ούτε προσφέρει τον χρόνο του για να φωτογραφηθεί μαζί με τους «υποτελείς» του. Και όταν ο πλανητάρχης προσφέρει μια φωτογραφία στο πολιτικό προσωπικό των «επαρχιών», το κάνει αφού εξασφαλίσει τα ανταλλάγματα. 
Από την πλευρά των «επαρχιωτών» που σπεύδουν στην Ουάσιγκτον, τις περισσότερες φορές μια φωτογραφία στο Οβάλ Γραφείο είναι ικανοποιητικό – ή και το μόνο – αντάλλαγμα με το οποίο επιστρέφουν για να επιδείξουν στους ψηφοφόρους τους την υποτιθέμενη στενή σχέση και προστασία που έχουν εξασφαλίσει με την υπερδύναμη. Τα όσα έχουν αφήσει ως προσφορά στην Ουάσιγκτον κατά κανόνα κρύβονται από το επικοινωνιακό κάδρο. 
Ας κάνουμε, λοιπόν, την προσπάθεια να δούμε την επίσκεψη του πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο με τη δέουσα προσοχή – καθώς, όπως είπαμε, ο πλανητάρχης δεν φωτογραφίζεται «τζάμπα» – τοποθετώντας την στο κάδρο των ευρύτερων (γεωπολιτικών) εξελίξεων στην περιοχή. 
 
Η Τουρκία «φεύγει»
Στην Ουάσιγκτον εδώ και χρόνια προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν την αποσύνδεση της Τουρκίας από το δυτικό (αμερικανικό) άρμα. Άλλωστε, κοιτάζοντας την πορεία της Τουρκίας μέσα στον χρόνο, διαπιστώνει κανείς ότι μόλις για έναν αιώνα (τον εικοστό) προσπάθησε να κινηθεί προς – και να διασυνδεθεί με – τη Δύση. Επί αιώνες η Τουρκία στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε χώρα - πυρήνας (ηγέτιδα δύναμη) του Ισλάμ. Οι προσπάθειες εκδυτικισμού της που έκανε ο Κεμάλ Ατατούρκ άλλαξαν για έναν αιώνα τη φυσιογνωμία της Τουρκίας, ωστόσο ουδέποτε τη μετέτρεψαν σε μια χώρα της Δύσης. 
Τελικά, όπως παρατήρησε από το 1996 ο καθηγητής (και ταυτόχρονα ένας από τους επιτελείς για τη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής) Σάμουελ Χάντινγκτον στο σπουδαίο βιβλίο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών», το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Ατατούρκ για τον δυτικό εκσυγχρονισμό της μετέτρεψε την Τουρκία σε μια διχασμένη χώρα. Γράφει ο Χάντινγκτον: 
«Εδώ και πολλά χρόνια η Τουρκία ικανοποιεί δύο από τις τρεις προϋποθέσεις που χρειάζεται μια διχασμένη χώρα για να αλλάξει την πολιτισμική της ταυτότητα (να γίνει δηλαδή δυτική). Οι ελίτ της Τουρκίας υποστηρίζουν (τη δεκαετία που έγραφε ο Χάντινγκτον) συντριπτικά αυτήν την αλλαγή και ο λαός συναινεί. Ωστόσο οι ελίτ του αποδέκτη πολιτισμού, δηλαδή του δυτικού, δεν είναι συγκαταβατικές. Όσο το ζήτημα εκκρεμεί, η αναβίωση του Ισλάμ στην Τουρκία γεννά αντιδυτικά αισθήματα στον λαό και αρχίζει να υπονομεύει την κοσμική φιλοδυτική ελίτ. 
Τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην πορεία του εξευρωπαϊσμού της, η περιορισμένη δυνατότητά της να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις τουρκικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, καθώς και η εμφάνιση του ισλαμισμού, που διαβρώνει την κληρονομιά του Ατατούρκ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία θα παραμείνει μια διχασμένη χώρα».
Αυτό, πάντως, που σήμερα αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ σε σχέση με τις επιλογές της Τουρκίας δεν είναι το ότι παραμένει μια διχασμένη χώρα. Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον προέκυψε από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η Τουρκία αποφάσισε να κλείσει την παρένθεση του ενός αιώνα προσπαθειών να εκδυτικιστεί και να επιστρέψει σε αυτό που υπήρξε επί αιώνες. 
Ο Χάντινγκτον στη «Σύγκρουση των πολιτισμών» είχε διατυπώσει ένα σχετικό ερώτημα που μοιάζει μάλλον με σενάριο προσομοίωσης πάνω στο οποίο δούλεψαν και προετοιμάστηκαν οι αμερικανικές διπλωματικές (και άλλες) υπηρεσίες:
«Τι θα συνέβαινε όμως (γράφει το 1996 ο Χάντινγκτον) αν η Τουρκία αποφάσιζε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της; Κάποια στιγμή η Τουρκία θα μπορέσει να εγκαταλείψει τον κουραστικό και εξευτελιστικό ρόλο του ζητιάνου, που ικετεύει να γίνει μέλος της Δύσης, και να συνεχίσει τον εντυπωσιακό και σοβαρό ιστορικό της ρόλο ως του σημαντικότερου ισλαμικού συνομιλητή και ανταγωνιστή της Δύσης. (...) 
Όμως, για να το πετύχει (έγραφε ο Χάντινγκτον το 1996), θα πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ. Επιπλέον θα χρειαστεί ένας ηγέτης της εμβέλειας του Ατατούρκ που θα συνδύαζε την πολιτική με τη θρησκευτική νομιμοποίηση για να μετατρέψει την Τουρκία από διχασμένη χώρα σε κράτος πυρήνα» του Ισλάμ...
Μέσα από αυτό το αμερικανικό αναλυτικό πρίσμα η Τουρκία εμφανίζεται ως ασταθής κρίκος του διπλωματικού και (κατά κύριο λόγο) στρατιωτικού οικοδομήματος που είχε διαμορφωθεί για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και ταυτόχρονα τη διαιώνιση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.
Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα εξηγούνται τόσο οι συνεχιζόμενες με πολλαπλασιαζόμενη ένταση τουρκο-δυτικές (αμερικανικές) κόντρες. Εξηγείται επίσης η επιμονή των Αμερικανών να δημιουργήσουν κουρδικό κράτος - προτεκτοράτο (τους) στα νότια της Τουρκίας. 
Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, τέλος, εξηγείται το πραξικόπημα που στόχο είχε την ανατροπή - θάνατο του Ερντογάν ως η τελευταία προσπάθεια ανάσχεσης της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τη Δύση. 
Πάνω απ’ όλα, αυτή η οπτική μάς βοηθά να κατανοήσουμε τον «έρωτα» των Αμερικανών για την Ελλάδα και να αντιληφθούμε τι ακριβώς ζητούν προσκαλώντας τον Έλληνα πρωθυπουργό στον Λευκό Οίκο.
 
Τι θέλουν οι Αμερικανοί
Ως «αυτοκράτορες» οι Αμερικανοί προφανώς θέλουν τα πάντα από τα κράτη - υπηκόους που είναι προσδεδεμένα στο άρμα τους. Μάλιστα, όσο πιο ανίσχυρη είναι μια χώρα, τόσο περισσότερο η αμερικανική επιθυμία ακούγεται ως διαταγή. 
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η Ελλάδα, αν και κατεστραμμένη οικονομικά από την κρίση, η οποία βαδίζει τώρα στον όγδοο χρόνο, ουδέποτε αμφισβήτησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της (που συνεπάγονται οικονομικό κόστος) προς το «αμερικανικό ταμείο της Δήλου», δηλαδή τη ΝΑΤΟϊκή στρατιωτική συμμαχία. Εκεί οι ελληνικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής αριστερής), που κόβουν μισθούς, συντάξεις και ξεχειλώνουν το δίχτυ κοινωνικής προστασίας και ασφάλειας, καταβάλλουν αδιαμαρτύρητα το 2% του ΑΕΠ, όπως ορίζει το καταστατικό του ΝΑΤΟ.
Δεδομένης και αποδεδειγμένης της «υποταγής» της ελληνικής κυβέρνησης στις δεσμεύσεις και στις συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας απέναντι στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία, η Ουάσιγκτον έχει ήδη ετοιμάσει τον κατάλογο των νέων αιτημάτων της γνωρίζοντας ότι αυτά, λίγο - πολύ, ακούγονται από τους Έλληνες κυβερνώντες ως εντολές. 
Στην προκειμένη περίπτωση οι εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και κυρίως η εκτίμηση της Ουάσιγκτον ότι τελικά η Τουρκία οδεύει προς απαγκίστρωση από τη Δύση υποχρεώνουν τις ΗΠΑ να αναδιοργανώσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Ζητούν λοιπόν:
  • Εξοπλιστικά προγράμματα προς χάριν των θέσεων εργασίας των αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών.
  • Νέα πενταετή συμφωνία χρήσης της βάσης της Σούδας.
  • Νέες ναυτικές διευκολύνσεις (λιμάνια) για απαραίτητους ελλιμενισμούς των πολεμικών πλοίων τους.
  • Νεώριο Σύρου προσαρμοσμένο για τις επισκευαστικές ανάγκες του αμερικανικού στόλου.
  • Δυνατότητα χρήσης από αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις κάποιων στρατιωτικών αεροδρομίων της χώρας.
  • Απόλυτη προσαρμογή στους αμερικανικούς ενεργειακούς σχεδιασμούς που αποκλείουν τους Ρώσους από το παιχνίδι των νότιων δρόμων μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
 
Τι θέλει η ελληνική κυβέρνηση 
Για την ελληνική κυβέρνηση η ιεράρχηση των ανταλλαγμάτων που θα μπορούσε να ζητήσει από την Ουάσιγκτον φαίνεται ότι γίνεται με γνώμονα τις τρέχουσες πολιτικές της ανάγκες. Η επικοινωνιακή αξιοποίηση του ραντεβού του πρωθυπουργού με τον πλανητάρχη αποτελεί το πρώτιστο μέλημα.
Υπ’ αυτήν την έννοια οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι οι θετικές δηλώσεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, οι υποσχέσεις υποστήριξης για την απομείωση του χρέους και οι διακηρύξεις για την πατροπαράδοτη ελληνοαμερικανική φιλία θα ικανοποιήσουν με μηδαμινό γι’ αυτούς κόστος την ελληνική κυβέρνηση. 
Αυτά είναι τα μόνα δεδομένα κέρδη – σημαντικά σε επικοινωνιακό επίπεδο – που θα εισπράξει – αφού έχει ικανοποιήσει τα αμερικανικά αιτήματα – ο πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον. Από εκεί και πέρα τα πράγματα, δηλαδή για ελληνικά αιτήματα που συνεπάγονται κόστος για την Ουάσιγκτον, δυσκολεύουν. Η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε:
  • Απτή παρέμβαση των ΗΠΑ στο ΔΝΤ με τρόπο που να διευκολύνει το ελληνικό σχέδιο τερματισμού του μνημονίου.
  • Σκληρή - αποτελεσματική παρέμβαση στους Ευρωπαίους για ευνοϊκή αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.
  • Επίμονη οδηγία σε αμερικανικά κεφάλαια να κατευθυνθούν στην Ελλάδα.
  • Δωρεάν στρατιωτική βοήθεια απαραίτητη για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών (κυρίως σε Ναυτικό και Αεροπορία).
  • Σαφή αμερικανική δέσμευση για την αποτροπή τουρκικών στρατιωτικών κινήσεων εις βάρος του ελληνικού χώρου.
  • Ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα στροφή από την αμερικανική διπλωματία σχετικά με το δικαίωμα της Ελλάδας να ανακηρύξει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της.
Κάποια από τα πιο πάνω ελληνικά αιτήματα (το θέμα της ΑΟΖ για παράδειγμα) έχουν ήδη απαγορευτεί (ως μη ώριμα να μπουν στην τρέχουσα ατζέντα σε αυτήν τη φάση) από τους Αμερικανούς. Κάποια άλλα είναι απλώς εκτός αμερικανικών δυνατοτήτων, όπως για παράδειγμα η αμερικανική πίεση προς τους Ευρωπαίους (Γερμανούς) να απομειώσουν το ελληνικό χρέος. 
Όσο για τα αμερικανικά κεφάλαια, αυτά κινούνται ακόμα και παρά τις οδηγίες των Αμερικανών προέδρων όπου υπάρχει ευκαιρία να πολλαπλασιαστούν. 
Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, όπως παρατηρούν έμπειροι διπλωμάτες στην Αθήνα, ο κίνδυνος που προκύπτει είναι τα κέρδη που προσδοκά η ελληνική πλευρά να περιοριστούν μόνο στα ωραία λόγια, τα οποία οι Αμερικανοί εύκολα μπορούν να προσφέρουν αφού δεν τους κοστίζουν τίποτε. 
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τα αμερικανικά αιτήματα που καλείται να ικανοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση είναι κάτι παραπάνω από χειροπιαστά...

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Δικαιωματισμός, η γεροντική αρρώστια των κοινωνικών κινημάτων

Δικαιωματισμός, η γεροντική αρρώστια των κοινωνικών κινημάτων 
 
του Φώτη Τερζάκη
 
Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για την αποτυχία και καταβύθιση της Αριστεράς, και η βαθιά συνειδητοποίηση του γεγονότος μοιάζει να συντρίβει πολλές συνειδήσεις. Στην πραγματικότητα, για ένα εγρήγορο κομμάτι τού κινηματικού κόσμου η συνειδητοποίηση αυτή είχε γίνει πολύ νωρίτερα, ήδη στη δεκαετία του ’60. Το τραγικό γεγονός τού οποίου γινόμαστε μάρτυρες σήμερα είναι μάλλον η αποτυχία εκείνου που τότε, στη δεκαετία του’60 και του ’70, φάνηκε για μία στιγμή ότι έπαιρνε τη σκυτάλη της κοινωνικής αμφισβήτησης και του οραματισμού μιας αληθινά νέας κοινωνίας από τα χέρια μιας ήδη συνθηκολογημένης Αριστεράς: των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων (γυναικείο, ομοφυλόφιλο, αντιψυχιατρικό, αντιρατσιστικό, οικολογικό, κ.ά.) που βρέθηκαν προς στιγμήν στην πρώτη γραμμή των αντικαπιταλιστικών αγώνων στον μητροπολιτικό κόσμο.
Η καινοτομία αυτών των κινημάτων, σε σύγκριση με το παλαιότερο εργατικό, ήταν ότι γέννησαν μια πολύ πιο καθολική ιδέα της κοινωνικής αλλαγής συνδέοντας για πρώτη φορά τις μείζονες όψεις τής πολιτικής (ζητήματα πολιτειακής διαχείρισης και γεωπολιτικών επιλογών) με τις ελάσσονες (ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων και άτυπων μορφών εξουσίας σε μικρές συλλογικότητες). Στα τέλη τής δεκαετίας του ’70, καθώς το μοντέλο του καπιταλισμού άλλαζε άρδην οδηγώντας στην άβυσσο όλες τις επαναστατικές επιδιώξεις τής προηγούμενης δεκαετίας (και όχι μόνο στις μητροπόλεις αλλά επίσης στον υπόλοιπο, μόλις αποαποικιοποιημένο κόσμο), τα κινήματα αυτά ήταν σε ραγδαία υποχώρηση· στα τέλη τής δεκαετίας του ’80 ήταν αληθινά κουφάρια και μόνο ένα είδος φιλολογίας έμενε πίσω τους, αφομοιούμενη όλο και περισσότερο από τα πανεπιστημιακά γκέτο. Εκτός της ακαδημίας, η γλώσσα αυτή κατακάθιζε σε ένα είδος αντεστραμμένου πουριτανισμού τον οποίον αποκαλούμε, σχεδόν ευφημιστικά, πολιτική ορθότητα· και η έμπρακτη πολιτική του μετάφραση ήταν ένα είδος δικαιωματισμού που είχε ως βασικό μέλημα να εξασφαλίσει αναγνώριση και να κατοχυρώσει δικαιώματα εντός τής υπάρχουσας κοινωνίας, λίγο-πολύ στη μορφή μιας διευρυμένης επιτρεπτικότητας.
Πράγματι, από τη δεκαετία του ’70 και μετά οι κοινωνίες μας έγιναν πολύ πιο επιτρεπτικές, πολύ πιο ανεκτικές στη λεγόμενη διαφορά, υπό τον όρον όχι απλώς να μη θίγεται η θεμελιώδης εμπορευματική τους δομή, αλλά και όλες οι διεκδικήσεις (και οι συνακόλουθες «αναγνωρίσεις») να αρθρώνονται αποκλειστικά με τους δικούς της όρους: τα «κοινωνικά κινήματα» γίνονταν αντιληπτά κατ’ αναλογίαν των ανταγωνιστικών δρώντων μέσα στην εμπορευματική αγορά, και τα «δικαιώματα» που εξασφάλιζαν ήταν επιβραβεύσεις για την –ούτως ή άλλως κλονισμένη για δομικούς λόγους, οφειλόμενους σε εξελίξεις τις οποίες τα ίδια αυτά «κινήματα» είχαν πλέον αφήσει έξω από το πεδίο τού ενδιαφέροντός τους– καταναλωτική συμμετοχή.
Δεν χρειάζεται να πω ότι η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παίρνοντας όλο και πιο παραληρηματικές διαστάσεις (και δεν έχω εδώ τον χώρο να μιλήσω με παραδείγματα, αλλά όλοι καταλαβαίνουν νομίζω τί πράγμα εννοώ). Η διάσταση ανάμεσα στη ρητορική και τις έμπρακτες πραγματικότητες έχει προσλάβει στις κοινωνίες μας όντως ψυχωτικές διαστάσεις, πράγμα που με τη σειρά του λειτουργεί ως το πιο αποτελεσματικό παραλυτικό μιας μεστής νοήματος πολιτικής δράσης. Αν εν πάση περιπτώσει κάποιοι νιώθουν πως αυτό που βιώνουμε σήμερα εκπληρώνει ό,τι ήταν αντικειμενικά εκπληρώσιμο από τα αιτήματα του ’60, θα ήταν καλό να συνειδητοποιήσουν ότι βαδίζουμε ακόμα τυφλά, χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο, στους πιο σκοτεινούς, δαιδαλώδεις και ατέρμονους αντίποδες του ’60.
Κρίνοντας αναδρομικά όλη αυτή την οπισθοβατική πορεία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, αν αυτά τα κινήματα στο ξεκίνημά τους έφεραν στο εσωτερικό τής επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής μια εικονοκλαστική σύνδεση του πολιτικού με το προσωπικό (ή της μείζονος πολιτικής με το μικρο-πολιτικό), η αποτυχία τους έγκειται στο ότι καθ’ οδόν έχασαν τη σύνδεση με –και το ενδιαφέρον για– τη μείζονα πολιτική, τις εξελίξεις στην οικονομική, την κρατικοδιαχειριστική και τη γεωπολιτική σφαίρα, επικεντρούμενα όλο και πιο περιορισμένα, ομφαλοσκοπικά και ασφυκτικά στις λεγόμενες ιδιαιτερότητες, όπου το «προσωπικό» γίνεται έμβλημα της κατακερματισμένης ατομικότητας και η επιμέρους διεκδίκηση άλλοθι του κοινωνικού συμβιβασμού. Εν ολίγοις, απέτυχαν κατά τρόπο αντίθετο –και συμμετρικό– μ’ εκείνον του παλαιότερου εργατικού κινήματος, το οποίο στην πορεία ανάπτυξης και πολιτικής του οργάνωσης έχασε την επαφή με τη μικρο-πολιτική σφαίρα: αγνόησε επικίνδυνα –ή και είδε ευθέως εχθρικά– τα ζητήματα μικρο-εξουσίας στις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις οικογενειακές σχέσεις, τις ίδιες τις επαναστατικές συλλογικότητες, με αποτέλεσμα να αναπαράγει διαρκώς στο εσωτερικό του, και αναπότρεπτα στους ίδιους τούς οργανωτικούς του σχηματισμούς, δομές κυριαρχίας χαρακτηριστικές τού κόσμου τον οποίον αντιμαχόταν…
Υπάρχει ωστόσο ένα κοινό χαρακτηριστικό στην πορεία ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων: το ότι και το μεν και τα δε συγκροτήθηκαν στην πρώτη τους φάση ως κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων. Μπορεί εδώ να σκεφτεί κάποιος το κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία του 1830, ως αντιπροσωπευτικότερο μιας ολόκληρης σειράς προσπαθειών για συνδικαλιστική οργάνωση και πολιτική συμμετοχή εκ μέρους τής συγκροτούμενης εργατικής τάξης στην Ευρώπη· το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών που ξεκίνησε ήδη στις τελευταίες δεκαετίες τού δέκατου ένατου αιώνα και για μια μεγάλη περίοδο πήρε τη μορφή τού αγώνα συμμετοχής στην καθολική ψηφοφορία· το κίνημα για τα δικαιώματα των Μαύρων στις μεταπολεμικές ΗΠΑ, που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικούσε ισότιμη νομική μεταχείριση με τον λευκό πληθυσμό, κ.ο.κ. Το εργατικό κίνημα όμως έγινε κίνημα με την πλήρη σημασία τού όρου μετά τις επαναστατικές δονήσεις τού 1848, όταν, υπερβαίνοντας το φιλελεύθερο πλαίσιο των πολιτικών δικαιωμάτων, κυοφόρησε στα σπλάχνα του την ιδέα μιας καθολικής αλλαγής τής κοινωνίας, με άρση των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας και με τη δημιουργία νέων, εξισωτικών και αλληλέγγυων μορφών παραγωγής και συλλογικής οργάνωσης… Αντίστοιχα, τα κοινωνικά κινήματα που συζητάμε συναντήθηκαν μεταξύ τους στη δεκαετία του ’60 μέσα σε ένα κοινό φαντασιακό όραμα, πέρ’ από τις επιμέρους ανάγκες και διεκδικήσεις που τα γέννησαν, επίκεντρο του οποίου ήταν η αξίωση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη στέρηση, την κυριαρχία και κάθε μορφής ξένωση (αλλοτρίωση), ενός κόσμου ισότητας και υλικής (μη καταναλωτικής) αφθονίας, υπαρξιακής πλήρωσης και εκφραστικής ελευθερίας για όλους – που ήταν μια νέα, διευρυμένη και οραματική επεξεργασία τού σοσιαλιστικού πόθου…
Ήταν, εν ολίγοις, η υπέρβαση της φιλελεύθερης γλώσσας των δικαιωμάτων εκείνη που γέννησε και εμψύχωσε τα μεγάλα κινήματα του παρελθόντος, και είναι ακριβώς η οπισθοχώρησή τους σε αυτήν που σηματοδοτεί τη συνθηκολόγησή τους με μια καταθλιπτική κοινωνική πραγματικότητα. Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούμε εκ νέου αυτή την έννοια, στις ιστορικές της μεταμορφώσεις και στις διφορούμενες σημασίες της.

Ερμαφροδιτισμός: Μια κοινωνική και πολιτική προέκταση

 
Με αφορμή το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου
Για το θέμα του νομοσχεδίου που αφορά την ταυτότητα φύλου, έχουν γραφεί και ειπωθεί πάρα πολλά το τελευταίο διάστημα. Δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τον ερμαφροδιτισμό, σαν ένα συνολικότερο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, το οποίο δεν το θεωρούμε φυσικό, τυχαίο και αθώο.
Σήμερα βλέπουμε ειδικά τη νέα γενιά, να μπερδεύει στην ομιλία της όχι απλώς ξένες λέξεις όταν μιλάει ελληνικά, αλλά να χρησιμοποιεί τη... συντακτική και μορφολογική δομή άλλων γλωσσών, στη συνομιλία της στην ελληνική γλώσσα.
Όμως η γλώσσα δείχνει τη συνείδηση. Μια γλώσσα που χάνει συνεχώς τα δομικά της γνωρίσματα, είναι μια γλώσσα ανθρώπων μπερδεμένων, στη σκέψη, την έκφραση και στο περιεχόμενο της επικοινωνίας. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στο νέο άνθρωπο να καταλάβει τί του συμβαίνει, σε μια ηλικία που αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο για την πορεία της ζωής του. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στον συναισθηματικό κόσμο του νέου ανθρώπου να εκδηλωθεί και να γνωριστεί με τους κόσμους των γύρων του.
Η αποδόμηση της γλώσσας, υποστηρίζεται αρχικά από το εκπαιδευτικό σύστημα, κατόπιν από τα Μ.Μ.Ε. και αναπαράγεται στα μέσα "κοινωνικής" δικτύωσης.
Αντίστοιχα με τη γλώσσα, τα νέα παιδιά, αλλά και οι ηλικιακά μεγαλύτεροι, μπερδεύουν ήθη, νοοτροπίες και συνήθειες, της πρόσφατης εγχώριας κουλτούρας, με τα Χολλυγουντιανά πρότυπα της παγκοσμιοποίησης.
Έτσι έχουμε τους λεγάμενους "σκυλοποπάδες", αλλά και αυτούς που μαϊμουδίζουν τους διάφορους "-άδες", κοντά τους και τους δηθεν-ίστας σε όλες τις παραλλαγές εις "-ίστας".
Στους πολιτικούς αυτοπροσδιορισμούς, συναντάμε για παράδειγμα δεδηλωμένους αριστερούς, με όλες τις τσέπες δεξιές. 
Ένας ανάλογος αχταρμάς συμβαίνει και στα μεταφυσικά σαλόνια, όπου συγχέονται νεο- παραθρησκευτικές δοξασίες με αστρολογίες, γιόγκες με καφετζούδες και χαρτορίχτρες, σε έναν απίστευτο καταναλωτικό λίγο-απολισμό. Στους πιο "κουλτουροδιανοουμενέ" κύκλους, η μόνη απόλυτη αρχή είναι η σχετικοκρατία και το στρογγύλεμα των πάντων, για να τσουλάνε παντού και να κολλάνε με όλα.
Σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, επικρατεί ένας εκτεταμένος ερμαφροδιτισμός. Τόσο πολύ πια που ντρέπεσαι να πείς τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Να σκεφτείς με διαύγεια και να πάρεις μια ξεκάθαρη θέση. Να ξέρεις ποιος είσαι και τί θέλεις. Να πεις ένα ναι ή ένα όχι και να το υπερασπιστείς. Αυτό το πρόβλημα βγαίνει πρώτα και κύρια, στις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί άλλα λέμε, άλλα σκεφτόμαστε, άλλα κάνουμε και αλλιώς τα δικαιολογούμε. Έχει επικρατήσει αυτό το "δεν ξέρουμε τί θέλουμε" κι επομένως δεν ξέρουμε ποιο είναι το στίγμα μας, στην κάθε δεδομένη συγκυρία. Χωρίς θέση δεν υπάρχει σχέση, ούτε με τους άλλους, ούτε με τον εαυτό μας.
Αυτό όμως δεν κάνει κοινωνία, αλλά ένα θλιβερό τσίρκουλο, που όσο στρασσάτο, πολύχρωμο και βαβουριάρικο δείχνει, τόσο πιο κενό, άχρωμο και σκοτεινό είναι. Κι όταν η φιέστα τελειώνει, η ερημιά μέσα μας ξαναπλακώνει. Είμαστε στη "τσίτα" της επικοινωνίας με χίλια δυο μέσα, αλλά δεν ησυχάζουμε, γιατί λείπει η άμεση πραγματική σχέση. Έχουμε δεκάδες, ακόμα κι εκατοντάδες εικονικούς "φίλους", αλλά δεν έχουμε πραγματικούς φίλους δίπλα μας. Έχουμε την άνεση να γδυθούμε στις διαδικτυακές κάμερες μπροστά σε αγνώστους, αλλά δεν έχουμε το θάρρος να εκτεθούμε ούτε στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους. Λείπει το θάρρος, γιατί τη θέση του την έχει πάρει ο υπολογισμός, η συναισθηματική τσιγγουνιά. Δεν χαιρόμαστε, ούτε λυπόμαστε, δεν γελάμε, ούτε θρηνούμε με την καρδιά μας, με μια κουβέντα, δεν ζούμε. Σερφάρουμε εικονικά σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν έχουμε δικό μας τόπο, είμαστε ανέστιοι. Δεν ανήκουμε πουθενά, γιατί απ’ όλο τον κόσμο αυτό που κρατάμε, είναι ό,τι μας κάνει καθρέφτη, με το αυτοείδωλό μας. Όμως, ο καθρέφτης του καθρέφτη και το είδωλο του ειδώλου, δεν μας δίνουν καμιά συνείδηση του εαυτού μας και του κόσμου. Το μόνο που δίνουν είναι μια σύγχυση χιλιάδων συνεχών ανακλάσεων, αυτό που λένε πληροφορίες. Εμείς νομίζουμε πως μπορούμε να ταξιδέψουμε τη ζωή μας πάνω στα φαντασιακά φουσκωτά ταχύπλοα του εγώ μας και του κόσμου εκείνου που του μοιάζει, για να πέσουμε τελικά στη σούπα της παγκοσμιοποιημένης ομογενοποίησης, εκεί που όλοι είμαστε ίδιοι κι επομένως αδυνατούμε να φανταστούμε πια, πως γίνεται ο καθένας-μία να είναι αλλιώς.
Εκτός που δεν έχουμε τόπο, δεν έχουμε ούτε χρόνο, με τη διπλή έννοια του προσωπικού και του κοινωνικού χρόνου.
Στον προσωπικό, δεν δίνουμε χρόνο ούτε στους άλλους, αλλά τελικά ούτε στον εαυτό μας. Τρέχουμε να καλύψουμε ανάγκες και προτεραιότητες που δεν παράγονται από σχέση με τον εαυτό μας ή από ευθύνη σχέσης με τους οικείους μας, αλλά είναι προβολές που έρχονται από γύρω μας κι’εμείς το ίδιο άκριτα συνήθως με τους υπόλοιπους, τις αναπαράγουμε.
Στον κοινωνικό και στον ιστορικό χρόνο, ολοένα και χάνουμε την επαφή μας μ αυτόν. Δεν νιώθουμε ότι αποτελούμε μια ιστορική συνέχεια ενός συγκεκριμένου πολιτισμού. Κινούμαστε σε ιστορικό κενό κι αφού δεν έχουμε ιστορικό χθες, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε κοινωνικό αύριο.
Ενώ λοιπόν η μίξη φύλων, γλωσσών, πολιτισμών, μοιάζει να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, στην πραγματικότητα τους έχει απομακρύνει, όσο ποτέ ίσως άλλοτε. Κι αυτό γιατί τους αφαιρεί την ταυτότητα. Χωρίς ταυτότητα φύλου, φυλής, τάξης, έθνους, τόπου, οικογένειας, προσώπου, πολιτισμού και ιστορίας, δεν μπορεί να υπάρξει ετερότητα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει σχέση.
Μήπως όμως χάνουμε αυτά, αλλά κερδίζουμε άλλα, όπως ατομικές ελευθερίες;
Μήπως γινόμαστε πιο ελεύθεροι και ανοιχτοί στον κόσμο;
Σήμερα προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τα στοιχειώδη, για να μπορούν οι "αγορές" να μας πουλάνε ό,τι θέλουν. Προσπαθούν να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και πολιτικό όν. Κι αυτό δεν είναι μια αφηρημένη ταμπέλα. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τον έρωτα, το θάνατο, την αγάπη, την ελευθερία και το κάθε μεγάλο θέμα της ζωής, είναι προϊόν μιας μακράς πολιτισμικής αλυσίδας, που πάει τόσο βαθιά στο χρόνο, όσο κι ο άνθρωπος. Στη ζωώδη σχεδόν κατάσταση, είμασταν ίδιοι. Μετά αρχίσαμε να ξεχωρίζουμε και δημιουργήσαμε αυτή την τεράστια πολιτισμική ποικιλότητα, ανάλογη με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν κάθε λαός τον κόσμο και την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτόν. Οι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν με βάση τα φυσικά όρια, με σεβασμό σε αυτά. Η παραβίαση των φυσικών ορίων, θεωρούνταν ύβρις απέναντι στη ζωή και η ύβρη γεννά την αφροσύνη. Ο σημερινός πολιτισμός έχει ξεφύγει τόσο πολύ από τη φύση, ώστε να αποτελεί μια ύβρη σχεδόν στο σύνολό του. Η αποστασία του από τους κανόνες της ζωής, έφερε τη χειρότερη ζούγκλα για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Γιατί η ζούγκλα του ανταγωνισμού δεν έχει κανόνες και όρια, όπως η φυσική ζούγκλα. Σήμερα ο ατομικισμός και ο άκρατος ανταγωνισμός, έχουν "χτυπήσει κόκκινο". Όλες οι σημερινές ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, τροφοδοτούν τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό του, ενώ είναι απόλυτα συστοιχισμένα με την αυθαιρεσία και την ασυδοσία των πολυεθνικών. Γι’ αυτό τον λόγο καταργούν τα συλλογικά δικαιώματα και στη θέση τους προβάλλουν τα ατομικά. Ο στόχος είναι να χαθεί κάθε είδους συλλογική συνείδηση. Μαζί της μοιραία και η αυτοσυνείδηση, ο ιδιαίτερος τρόπος που προσλαμβάνει ο καθένας τις συλλογικές ιδιότητες και συγκροτεί την προσωπικότητά του.
Δεν θέλουν κοινωνίες, θέλουν άτομα, απομονωμένα και ψυχωτικά. Όχι αυτόβουλα, αλλά βουλιμικά, που όσο καταναλώνουν τόσο πεινάνε, γιατί μέσα τους είναι άδεια.
Γιατί η μεγαλύτερη φυλακή, είναι η κοινωνική αναπηρία. Είναι να μην μπορούμε ν’ ακούσουμε τον διπλανό μας, να μην μπορούμε να μπούμε στη θέση του κι αυτός στη δική μας, να μην μπορούμε να δώσουμε, χωρίς υπολογισμό άμεσου ατομικού κέρδους, να μην μπορούμε να μοιραζόμαστε, να πλουτίζουμε από την προστιθέμενη αξία της σχέσης, της κοινωνίας με τους άλλους.
Αναπόφευκτη συνέπεια του ερμαφροδιτισμού, είναι η στειρότητα. Στειρότητα στη σκέψη, στο λόγο, στο συναίσθημα, στις σχέσεις, στη δημιουργία.
Σήμερα βλέπουμε να απελευθερώνεται η συναισθηματική έκφραση, χωρίς αναφορά σχέσης με τους άλλους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην τέχνη, το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον αποτελεί απλώς το φόντο της "απελευθερωμένης" έκφρασης. Ο κόσμος όλος, γίνεται εργαλείο μιας έκφρασης απελευθερωμένης από κάθε συναίσθηση του περιβάλλοντος της, αλλά φυλακισμένης στους καθρεφτένιους τοίχους της εγωπάθειας. Μόνο που στους καθρέφτες αυτούς, δεν βλέπει κανείς τον εαυτό του, αλλά τις προβολές που του παίζει το σύστημα.
Η στειρότητα, βρίσκει υποκατάστατο στην αδυσώπητη κατανάλωση. Αλλά την κορύφωση της καταναλωτικής μανίας, αποτελεί η "ανθρωποφαγική" κατανάλωση ανθρώπων από ανθρώπους. Μόνο εκεί ικανοποιείται προσωρινά το έλλειμα δημιουργίας.
Μάλιστα όσο πιο βαθειά η ερμαφρόδιτη στειρότητα, τόσο πιο αχόρταγη η "ανθωποφαγία". Η ατομικιστική χειριστικότητα και η χρησιμοθηρία, αφενός φτιάχνουν κάθε τόσο καινούργιες οικονομικές φούσκες για τον καπιταλισμό και αφετέρου κάνουν τους ανθρώπους αυτόδουλους, στην κόλαση μιας ανταγωνιστικής δίνης που στο τέλος τους καταπίνει όλους, αφού πρώτα έχει τσακίσει κόκαλα κι έχει ρουφήξει μεδούλια.
Η συστημικά χειραγωγημένη ατομιστική απελευθέρωση, καταργεί τη μοναδικότητα του προσώπου και οδηγεί τα ματαιόδοξα εγώ, στην "προκρούστεια κλίνη" που παράγει συνεχώς ανθρώπους ανάπηρους κι ολόιδιους.
Η φυσική εξαίρεση του ερμαφροδιτισμού στα φύλα, τείνει να γίνει κανόνας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και υπαίτιος αυτής της μετάλλαξης είναι το καπιταλιστικό σύστημα.
Η πραγματική απελευθέρωση ανθρώπων και λαών, κατακτιέται με αγώνες και συχνά με θυσίες, δεν χαρίζεται κι ακόμα περισσότερο, δεν προκατασκεύαζεται από το ίδιο το σύστημα.
ΟΜΑΔΑ ΛΟΓΟΥ ΔΑΙΜΩΝ
Διαβάστε και εδώ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=10799 

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Μια μερίδα λουκουμάδες

 
 
Στην Θώμη
Πρέπει να ήτανε Νοέμβρης του ΄74. Βράδυ και κρύο και ψιλόβροχο, τυπικό βράδυ Νοεμβρίου για τη Θεσσαλονίκη. Του τότε. Μ’ εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση της ερημίας που ήταν ταυτόχρονα και ελευθερία, όπως τη διηγιέται ο Σαιντ Εξυπερύ: «Στην ζούγκλα χάνεσαι, στην έρημο βρίσκεις». Δεν ξέρω που πήγε αυτή η αίσθηση, που να το ξέρω; Μπορεί και να είμαι εγώ που μεγάλωσα κι ακόμη ψάχνω… Αυτό είναι: μεγάλωσα κι ακόμη ψάχνω και κάθε φορά που ανεβαίνω στην «μητέρα Θεσσαλονίκη» χάνομαι όλο και πιο εύκολα, όχι ακριβώς στους δρόμους, ούτε στη νύχτα. Να έτσι: χάνομαι. Δεν είσαι κι εσύ να ψάχνουμε μαζί, πέρασαν και τα χρόνια και καθόμαστε απ’ έξω και τα κοιτάμε σαν φωτισμένες βιτρίνες να περνούν και να χάνονται στο Θερμαϊκό. Όπως κοιτούν τα παιδιά, που μυρίζουν φρέσκια, ζεστή, σπιτική αγκαλιά καθώς κοιτούν τις φωτισμένες βιτρίνες με τα ζαχαρωτά και τα γλυκά. Λουκουμάδες όμως δεν έχει. Α, όσο γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Δεν υπάρχει πουθενά μέσα στη νύχτα ένα φωτισμένο λουκουματζίδικο και μπροστά -μπροστά στο τζάμι να στέκεται ο λουκουματζής ρίχνοντας εκείνο τον υδαρή, υπόλευκο, πολτό, τον καμωμένο από μυροβόλο άνοιξη, μέσα στο καυτό λάδι κι ο πολτός μαγικά να μετατρέπεται, σχεδόν ακαριαία, σε μια μικρή, ζεματιστή υδρόγειο σφαίρα γλυκύτητας. Κι από πάνω μέλι. Λουκουμάδες! Τώρα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λένε λουκουμάδες κάτι στρογγυλά κρύα πράματα, πασπαλισμένα με ζάχαρη. Αλλά μήπως είναι το μόνο που δεν καταλαβαίνω; Και δεν είναι κακό αυτό! Το κακό είναι ότι κουράστηκα να ψάχνω. Έτσι κι αλλιώς έχουν πια πολλή βουή οι νύχτες στην Θεσσαλονίκη. Γεμάτη κόσμο η προκυμαία. Χειμώνα καλοκαίρι. Ας είναι. Ωραία είναι.
Εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη του ’74 ήταν έρημη. Ψυχή ζώ
σα. Και τότε ωραία ήταν. Σαν εσένα. Σαν εμένα. Έχουμε βγει από τον κινηματογράφο – κάπου κοντά στο Ντεπό – πολύ ευχαριστημένοι, πολύ όμορφα «μεγάλοι», χωρίς ν’ ακούμε το τρίξιμο από τον κόσμο μέσα μας που όλο μεγάλωνε. Μας κατέκλυζε ο κόσμος που ήμασταν. Μόνο που δεν το ξέραμε. Ω, θεέ μου, εκείνες οι στιγμές της απίστευτης, της αδυσώπητης βραδύτητας που μόνο αν είσαι 18 ή 19 χρονών μπορείς να αντέξεις. Τόσο ήμασταν. Και περπατούσαμε ακόμα πιο αργά κι από τη βραδύτητα μέσα στην έρημη παραλία με κατεύθυνση τον Λευκό Πύργο. Δυο παιδιά. Εκείνη κι εγώ. Δυο παιδιά μιας βαθύτατα αγαπητικής φιλίας που μας έκανε να υπάρχουμε. Και συνεχίζεται. Κι ακόμη μας κάνει να υπάρχουμε.
Έχουμε βγει από τον κινηματογράφο και συζητάμε για το έργο που είδαμε. Δυο παιδιά. Διψασμένα για τα πάντα. Για το έργο, για την ερημιά, για τη θάλασσα, για τη βροχή, για το κορμί μας που μύριζε ακόμη ζεστή σπιτική αγκαλιά και ταυτόχρονα έγερνε σε μια πεποίθηση της πυρκαγιάς. Ωραία ελευθερία. Λιγάκι φοβισμένη, στην πρώτη ξενιτειά από τα σπίτια μας (ακολούθησαν κι άλλες πολλές μέσα κι έξω ξενιτιές), όμως ελευθερία. Ανεπανάληπτη ελευθερία. Περπατάμε.
Κάποια στιγμή νιώθω μια κίνηση από την μεριά της θάλασσας. Δεν έδωσα σημασία. Συνεχίσαμε. Το ξανάνιωσα. Γύρισα να δω, δεν είδα τίποτα. Περάσαμε τον Λευκό Πύργο, εμείς οι δύο, η νύχτα, ο Νοέμβρης, το ψιλόβροχο κι άλλος κανείς. Και ξαφνικά  όπως περπατούσαμε, ιδού το θαύμα: στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί που σήμερα είναι όλα τα καφέ κάθε είδους και βοούν την εκκωφαντική πραμάτεια τους, ένα λουκουματζίδικο. Σαν το «υπερωκεάνιο» από τους στίχους του Ανδρέα Εμπειρίκου. Σταθήκαμε και κοιτάξαμε μαγεμένοι! Δούλευε βαριά τον χρόνο, η στιγμή. «Στρόφαλοι, στροφάλων». Ο λουκουματζής μπροστά στο τζάμι έκανε τα μαγικά του κι εμείς ήμασταν τόσο, μα τόσο νέοι. Με πολύ, παρά πολύ Αντονιόνι  και Βισκόντι και Παζολίνι και Μπέργκμαν στα στομάχια μας. 
Πεινούσαμε. Πείνα αληθινή για γλυκό. Κοιταχτήκαμε. «Πάμε για λουκουμάδες;» Μια κουβέντα είναι. Με τι λεφτά; «Μία». Αρχίσαμε να μετράμε ό,τι λεφτά είχαμε πάνω μας. Έλειπε μισή δραχμή. «Τώρα;» «Ας το, πάμε να φύγουμε».
Και τότε όπως είχαμε την πλάτη γυρισμένη στην θάλασσα, ακούσαμε πίσω μας ένα πλατάγισμα. Γυρίσαμε ξαφνιασμένοι και φοβισμένοι. Πίσω μας ήταν η γοργόνα. Το «μείναμε αγάλματα», λίγο είναι. Η γοργόνα χαμογέλασε. Μη φανταστείς τίποτα εξωπραγματικό, κάποια υπερβολή της ομορφιάς, όχι καθόλου. Μια συγγενής, ας πούμε, σε παρατεταμένο φθινόπωρο, που επιστρέφει από τη λαϊκή ή από την Αυστραλία. «Τυχεροί είστε» λέει. Τσιμουδιά εμείς. «Σήμερα βρήκα ένα νόμισμα, να εδώ στον βυθό πιο πέρα». Και μας πετάει ένα νόμισμα που άστραφτε. Η Θώμη λέει πως εκείνη το έπιασε, εγώ θυμάμαι πως εγώ το άρπαξα στο αέρα, τι σημασία έχει πια; Και τι αν δούμε: ήταν μια ψεύτικη λίρα απ’ αυτές που βάζουν στις βασιλόπιτες. «Είναι ψεύτικο» ψέλλισε η Θώμη. «Δεν πειράζει» απάντησε η γοργόνα, «εδώ περνάει. Αλλά μόνο εδώ. Πηγαίνετε κι εγώ σας περιμένω».
Πήγαμε. Ψύχραιμος ο λουκουματζής μας έβαλε μια μερίδα λουκουμάδες, μέτρησε και την λίρα, όλα καλά. Βγήκαμε έξω. Πουθενά η γοργόνα. Κοιταχτήκαμε. Σταθήκαμε όρθιοι, κατάμονοι, μια νύχτα του Νοέμβρη του ’74, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, μοιραστήκαμε τους λουκουμάδες, φύγαμε. Πήγαμε στη ζωή μας.
Τόσα χρόνια μετά, κάθε φορά που θα βρεθούμε κοιταζόμαστε φευγαλέα όταν κανείς δεν μας κοιτάζει κι είναι πάλι βράδυ και Νοέμβρης και Θεσσαλονίκη και λουκουμάδες κι εμείς κοιτάμε τον μαύρο Θερμαϊκό.
«Βρήκες τίποτα;»
«Όχι ακόμα». 

Είδες ποτέ τη Βροχή…

Ευαγγελία Τυμπλαλέξη

Άλλοτε η Θάλασσα…
Ό,τι κατακρημνίζει τα οιδιπόδεια σύνδρομα
Η έλλειψη ρευστότητας οδηγεί σε χρεοκοπία
Η εθελοτυφλία άγει σε σκοτεινή οδύνη
Ο οφθαλμός του Νόμου επιβεβαιώνει το παράστημα της κυρίαρχης Τάξης
Ό,τι γονιμοποιεί τη Μνήμη
Ό,τι επινοεί απαιτήσεις
Ό,τι χειραφετεί επισφάλειες
Σε μέτωπα χλωμά διακυβεύουν την υπόληψή τους

Άλλοτε προσηλώσεις…
Τσακίστηκε στα βράχια η ομίχλη
Και στις ασύνειδες ανησυχίες τα λογικά επιχειρήματα
Εκπορνεύεται το Πνεύμα όταν αυτοκαταργείται
Και το έργο Τέχνης όταν δεν κρατά την απόστασή του απ’ το κοινό
Περιφρονείται η πραγματικότητα όταν διερευνάται σαν άπειρο
Κι οι αξίες όταν ολοκληρωτικοί μετασχηματισμοί είναι εφικτοί
Εκχυδαΐζεται η ευδαιμονία
Οι Ποιητές μέσω της ιδιωτείας τους
Οι εργαζόμενοι όταν παρακάμπτουν τη Δεοντολογία τους
Τα νωπά φιλιά κλιμακώνουν τις επιφάσεις
Κι ο εθελοντισμός όταν ιδιωτεύει
Αλλόσημες ιδεοληψίες
Η Αρμονία απειλείται ή τ’ Ανθρώπου η ταυτότητα

Άλλοτε η Θάλασσα…
Στην άμμο ξεβρασμένο το ΕΓΩ όταν απ’ το Υπερεγώ καθοδηγείται
Μην έρθει να με δει ΚΑΝΕΙΣ εδώ που είμαι
Την αργοπορία μου να πουλάω
Άλλοτε προσηλώσεις…
Τα στοιχειά αναφλέγονται απ’ ένστικτες επιθυμίες
Κι η Αγραμματοσύνη μέσω μιας εγγραμματοσύνης τυπικής
Μην μου χαρίσει ΚΑΝΕΙΣ γοβάκια αστραφτερά
Τα πόδια καταματωμένα στην εξεζητημένη Υποψία
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…
Απαξιώνεται ο ξεσηκωμός από γυμνή ρομφαία
Τα ιδανικά όταν υπάρχουν θαμπωμένοι καθρέφτες
Κι οι θεσμοί όταν σε διαδικασία τίθενται εκκοινωνισμού

Μελωδικά δεν είναι τα οράματά μου μήτε το βλέμμα μου νωθρό
Μην αγριεύεσαι καθώς η Γη σκιάζεται απ’ τα σύννεφα
Άλλοτε η Θάλασσα…
Άλλοτε προσηλώσεις…
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…

Και περπατούσαμε κάτω απ’ τη Βροχή
Στο ένα πεζοδρόμιο η Νέα
Στο άλλο η παλιά Ιστορία
Μια στείρα Ηδονή έσταζε απ’ την κατεστραμμένη ομπρέλα
Και λαχταρούσε η Νιότη η γόνιμη
Καθώς ο άνεμος λυσσομανούσε
Και στα ρυάκια λικνιζόταν το φέρετρο της ΜΑΝΑΣ
Μα πουθενά μιαν απλωσιά ιερή να ημερεύσει
Άλλοτε η Θάλασσα…
Άλλοτε προσηλώσεις…
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…

Κι έτρεμα απ’ το κρύο
Μα δεν φόρεσα το αδιάβροχο που μου πρόσφερες
Γιατί όταν ένα πανωφόρι προστατεύει μια Γυναίκα
Της κλέβει μιαν Υπόσχεση…

13 Οκτώβρη '44... Η μάχη της Ηλεκτρικής...

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

12 Οκτώβρη: Η (ανολοκλήρωτη) Απελευθέρωση


Νίκου Μπογιόπουλου

«Ώρα έντεκα π.μ. – Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΑΣ – Οι Γερμανοί εκκενώνουν οριστικά την πρωτεύουσα – Ο γερμανός διοικητής και όλο το στρατηγείο του Λυκαβηττού ανεχώρησαν – Η Αθήνα κηρύχτηκε ανοχύρωτη. Πριν φύγουν και οι τελευταίοι Ούννοι ο λαός ξεχύθηκε με...σημαίες και ζητωκραυγές στους δρόμους. Απ’ το Πανεπιστήμιο, απ’ τις Τράπεζες, απ’ όλα τα κέντρα οι τηλεβόες του ΕΛΑΣ σαλπίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα. Οι συνοικίες σε παραλήρημα ενθουσιασμού ετοιμάζονται για το μεγάλο γιορτασμό. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη αντιπροσωπείες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατέθεσαν στεφάνι. Έξαλλος από τον ενθουσιασμό ο συγκεντρωμένος κατά χιλιάδες λαός ζητωκραύγαζε. Δακρύζοντας οι πολίτες αγκάλιαζε ο ένας τον άλλο (…). Η γερμανική σημαία κατέβηκε απ’ την Ακρόπολη και τα τελευταία γερμανικά τμήματα έφυγαν το πρωί απ’ την Αθήνα» (Ριζοσπάστης, 12/10/1944).
 
Ήταν σαν σήμερα, ημέρα Πέμπτη και τότε, πριν από 73 χρόνια, όταν το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ απελευθέρωναν την Αθήνα από την μπότα του ναζί κατακτητή.
Ήταν  μια συγκλονιστική μέρα.
Την επομένη της  λαοπλημμύρας στην πρωτεύουσα το κλίμα της γιορτής της Απελευθέρωσης μεταφέρεται από τον Τύπο σε όλη την Ελλάδα. Υπό τον τίτλο «ΛΕΥΤΕΡΙΑ! ΛΕΥΤΕΡΙΑ! Η ΑΘΗΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ», ο «Ριζοσπάστης» γράφει:
«Χάθηκε το βρωμερό κουρέλι του φασισμού απ’ την Ακρόπολη. Τούτο το σύνθημα  περίμενε η Αθήνα. Η μπαρουτοκαπνισμένη Αθήνα, που γνώρισε την πείνα και το βόλι του κατακτητή, το στιλέτο του προδότη, η αδάμαστη Αθήνα, που τρία χρόνια πάλεψε, ξεχύθηκε ζωντανή ανθρωποθάλασσα να διαλαλήσει τη Νίκη, να γιορτάσει τη Λευτεριά της. Πέντε λεφτά φτάσανε για να κολυμπήσει όλη η πόλη στο γαλάζιο. Για ν’ ανέβουν οι ΕΠΟΝίτες στα καμπαναριά και ν’ αντηχήσουν χαρούμενα οι καμπάνες. Διαδηλώσεις, που πρώτη φορά βλέπει η Αθήνα, ξεχύνονται από παντού. Από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια ένα ρεύμα είναι ο κόσμος. Γελούν, δακρύζουν, αγκαλιάζονται. Λευ-τε-ρω-θή-κα-με ! Νι-κή-σα-με !
 Και πάνω απ’ όλα, μια φωνή που αγκαλιάζει όλη την Αθήνα, που κλείνει όλους τους σκληρούς τρίχρονους αγώνες, όλη την πίστη στη λευτεριά, όλη τη χαρά της Νίκης:
«Η Απελευθέρωση της Αθήνας», ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη
 Ε-Α-Μ ! Ε-Α-Μ ! (…). Ανεβασμένοι στ’ αυτοκίνητα, ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα, που τ’ αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά – Λαοκρατία!(…) ΕΛΑΣίτες περνούν σ’ αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Ακράτητος ο κόσμος τους κυκλώνει: Ζήτω ο Λαϊκός Στρατός! Ζήτω ο Στρατός της Λευτεριάς μας! Το δίκοχο του ΕΛΑΣίτη, όπου εμφανιστεί, ξεσηκώνει θύελλα ενθουσιασμού. (…) το πένθιμο εμβατήριο αντηχεί από χιλιάδες στόματα που υπόσχονται πίστη στον αγώνα, το τελικό τσάκισμα του Φασισμού και τη Λαοκρατία (…)».
Ανάμεσα στα εκατομμύρια των πατριωτών που ξεχύθηκαν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν το θάνατο του αγκυλωτού του φασισμού, κάποιοι ισχυρίζονται ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Είναι οι ίδιοι που προσπαθούν να κρύψουν την απουσία των προγόνων τους και τη δική τους πίσω από την «αθώα» φρασούλα: «Τότε όλοι οι Έλληνες ήταν μαζί»…. Όμως:
1) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που πολεμούσε τους Γερμανούς στις πόλεις και στα βουνά, κι άλλο πράγμα εκείνοι που είχαν πάρει τον «πατριωτισμό» τους – μαζί με το χρυσό της χώρας – και τον είχαν φυγαδεύσει στα ασφαλέστατα «χαρακώματα» του Καΐρου και του Λονδίνου.
2) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που μαχόταν το ναζισμό διεκδικώντας για αντίτιμο μια Ελλάδα της λευτεριάς, της δημοκρατίας και της λαϊκής αναδημιουργίας, κι άλλο πράγμα εκείνοι που το 1944 έσπευδαν να συνταχθούν με τη «εξόριστη» βασιλική κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Ήταν, μάλιστα, τόσο «διαθέσιμοι» στην υπηρεσία των Ανακτόρων, που για το λόγο αυτό «βραβεύονταν» με την ανάθεση ρόλου πρωθυπουργού της «κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας».
3) Άλλο πράγμα το ΕΑΜ κι άλλο εκείνοι που συνεργάστηκαν με τον Χίτλερ, οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοντυμένοι. Στους οποίους, αν και προδότες, οι του Καΐρου και του Λονδίνου, όταν επέστρεψαν, στο πλαίσιο της «εθνικής τους ενότητας», επιδαψίλευσαν τιμές και αξιώματα…
4) Άλλο πράγμα αυτοί που πολεμούσαν και τραγουδούσαν «το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ τη πείνα, θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά» κι άλλο πράγμα οι «παπατζήδες»που (στις 2-5-1944) σε ομιλία τους στην Αλεξάνδρεια, παρουσία των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, έκαναν λόγο για τη «βρωμιά του ΕΑΜ»!
5) Άλλο πράγμα αυτοί που πολέμησαν τον Χίτλερ και με τα ίδια όπλα πολέμησαν τον Τσόρτσιλ και τον Βαν Φλιτ, κι άλλο εκείνοι που για να καταπνιγεί κάθε εγχείρημα λαϊκής κυριαρχίας στον τόπο τηλεγραφούσαν στον Τσόρτσιλ τα εξής:«Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι η σταθερότης της ελληνικής κυβερνήσεως θα διατηρηθεί πλήρως κατά τας επικείμενους κρίσιμους στιγμάς. Δεν γνωρίζω τους λόγους διά την απουσία της Βρετανίας. Μόνον η άμεσος παρουσία εντυπωσιακών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και ως τας τουρκικάς ακτάς θα ήτο δυνατό να μεταβάλει την κατάστασιν» (Γεώργιος Παπανδρέου, 22/9/1944, τηλεγράφημα προς τον Τσόρτσιλ).
6) Άλλο πράγμα αυτοί που έδωσαν την ψυχή, την καρδιά και το αίμα τους για τη λευτεριά της Ελλάδας και για τη σωτηρία του λαού, κι άλλο οι μαυραγορίτες, τα κόμματά τους και οι εφημερίδες που έφταναν να δίνουν ακόμα και το παράγγελμα των εκτελεστικών αποσπασμάτων (!), αυτοί που κράδαιναν ενάντια στο μεγαλειώδες κίνημα της Αντίστασης τη «νομιμότητα» του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του και έγραφαν: «Καλώς συνετάγη ο νόμος που τιμωρεί με θάνατο τους Ελληνες υπηκόους όσοι μετέχουν σε πολεμικές εχθροπραξίες κατά των Γερμανών» («Καθημερινή», 1/6/1941).
7) Άλλο πράγμα οι εκτελεσμένοι στον τοίχο της Καισαριανής κι άλλο πράγμα οι «Τσολάκογλου» και οι «Ραλληδες». Άλλο πράγμα ο Έκτωρ Τσιρονίκος, ο  δοσίλογος και συνεργάτης των Γερμανών επί Κατοχής. Ο αντιπρόεδρος στη γερμανοδιορισμένη «κυβέρνηση» του Ιωάννη Ράλλη, της κυβέρνησης δηλαδή των γερμανοτσολιάδων που ίδρυσε τα «Τάγματα Ασφαλείας». Κάτι τέτοιοι σαν τον Τσιρονίκο, με τέτοια «πατριωτική» προϋπηρεσία, είναι που απαρτίζουν τους «ήρωες» της Χρυσής Αυγής. Έτσι, στο περιοδικό της Χρυσής Αυγής, στη δεύτερη σελίδα, μέσα σε ειδικό πλαίσιο ώστε να τονίζεται ευδιάκριτα ο ναζισμός τους, δημοσιεύτηκε κείμενο (τεύχος Δεκέμβρη 1983) υπό τον τίτλο «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ», το οποίο καταλήγει ως εξής: «Γιατί ΕΜΕΙΣ, μόνο ΕΜΕΙΣ είμαστε ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ, μελλοντικοί ανατροπείς της διαφθοράς, μελλοντικοί Δημιουργοί της Πολιτείας του Ήλιου, της Πολιτείας του Ελληνικού Μεγαλείου, της ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ».
Η υπογραφή του εν λόγω δημοσιεύματος (και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα) είναι: «ΕΚΤΩΡ ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΣ».
Να λοιπόν που η Ιστορία και η αλήθεια είναι πεισματάρικα πράγματα. Και επιμένουν: Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, «μαζί» και «ενωμένος» στον αγώνα για την Απελευθέρωση και στη γιορτή για την Απελευθέρωση ήταν, πράγματι, ο ελληνικός λαός. Οι δοσίλογοι και οι πατριδοκάπηλοι ήταν – και θα είναι πάντα – στην άλλη μπάντα.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που στην Ελλάδα η 12η Οκτωβρίου, η ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας και της Ελλάδας – που έμελλε να μείνει μια ανολοκλήρωτη απελευθέρωση για τον λαό και τον τόπο – είναι μια «ξεχασμένη» επέτειος για την άρχουσα τάξη και το κράτος της.
Και έχουν απόλυτο δίκιο. Για ποιο πράγμα να γιορτάσουν αυτοί, άλλωστε; Τι να γιορτάσουν; Την απουσία τους από τον αγώνα του ελληνικού λαού για την λευτεριά του; Την προδοσία τους και τη συνεργασία τους με τον κατακτητή; Ή την κατοπινή τους πρόσδεση με τον ευρωατλαντισμό;

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Δημοσιογράφοι: Οι σύγχρονες πυροβολαρχίες των μαφιόζων του χρήματος…


Του Θύμιου Παπανικολάου
Περιοδικό "ΡΕΣΑΛΤΟ"

Σήμερα που τα ΜΜΕ εκπληρώνουν το ρόλο των τανκς του προπαγανδιστικού ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ του 4ου Ράιχ (της πλανητικής εξουσίας), αποτελούν και ένα αλάθευτο πολιτικό κριτήριο, μια έξοχη Λυδία Λίθος, των απόψεων και πράξεων της εξουσίας.
Είναι πραγματικά πρωτοφανές να μην υπάρχει ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ δημοσιογράφος που να έχει ταχθεί ΑΝΟΙΚΤΑ εναντίον του κυβερνητικού νομικού εκτρώματος που ουσιαστικά ισοπεδώνει και καταργεί τη βιολογική ΦΥΣΗ, αλλά και την ΙΣΤΟΡΙΚΗ, κοινωνική και... πολιτισμική ΥΠΟΣΤΑΣΗ των ανθρωπίνων σχέσεων…
ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ: ΟΛΑ τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι τους (πόρνες κυριολεκτικά), σκούζουν υπέρ του «χωρισμού των φύλων» με ιαχές και γελοία «επιχειρήματα» τα οποία έχουν κατασκευαστεί στις προπαγανδιστικές βιομηχανίες των ΥΠΕΡ-εθνικών χρηματιστηριακών ελίτ, τύπου Σόρος και CIA…
Δεν σκούζουν μόνο σαν ελεεινά δουλικά των αφεντικών τους. Αλλά ξεχύνονται, σαν σκυλιά λυσσασμένα, να κατασπαράξουν οποιονδήποτε έχει την τόλμη να διαφοροποιηθεί από τη ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΟΜΟΦΩΝΙΑ του καθεστώτος…
Και μόνο αυτό είναι άκρως αποκαλυπτικό…
Όταν η ελληνική κοινωνία βράζει με αυτό το «αριστερό» συμβόλαιο θανάτου του 4ου Ράιχ, όταν η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού είναι εναντίον αυτού του νομοσχεδίου (γι αυτό δεν αποτολμούν ούτε την εκλογική ΑΠΑΤΗ του Δημοψηφίσματος), δεν ΥΠΑΡΧΕΙ ούτε ΕΝΑΣ δημοσιογράφος να μιλήσει εναντίον του νομοσχεδίου, εναρμονιζόμενος, στο ελάχιστο, με τις κραυγές και τις απόψεις της ελληνικής κοινωνίας.
Αλάθευτο κριτήριο, λοιπόν, αυτή η ΟΜΟΦΩΝΙΑ των σκυλιών του καθεστώτος, για τα το τι είναι, ποιους εξυπηρετεί και τι ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ η νομιμοποίηση του «πολιτικού δικαιώματος» των ΔΙΑΣΤΡΟΦΩΝ της καπιταλιστικής ΣΗΨΗΣ, του «πολιτικού δικαιώματος» του μύθου της «ατομικής επιλογής»…
Μια προπαγανδιστική μυθολογία του χρήματος με ένα και μόνο στόχο: Την καταναλωτική αγελοποίηση των λαών, την πολτοποίηση, ισοπέδωση και διάλυση των κοινωνιών, των εθνών, της ΙΣΤΟΡΙΑΣ, του ΑΝΘΡΩΠΟΥ γενικότερα…
Οι πυροβολαρχίες αυτής της μυθολογίας, τα σύγχρονα τανκς του ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ, είναι τα δημοσιογραφικά πορνεία που κόπτονται, δήθεν, για τις «ατομικές ελευθερίες», όταν τα ίδια δεν έχουν καμία ελευθερία και απλώς εκτελούν τις ΕΝΤΟΛΕΣ των αφεντικών…
Εύστοχο και το παρακάτω σχόλιο του Κώστα Οικοδόμου:
 Δεν υπάρχει δημοσιογράφος που να μην είναι υπέρ της «αλλαγής ταυτότητας φύλου». Εδώ έχουμε την πολυφωνία της ομοφωνίας= ολοκληρωτισμός. Ενώ στην κοινωνία η συντριπτική πλειοψηφία είναι κατά της «αλλαγής ταυτότητας φύλου». Και αυτός είναι ο λόγος που δεν προβαίνουν σε δημοψήφισμα. Και αυτό τα λέει όλα.
Πράγμα που σημαίνει πως τα απαράτ των κομμάτων και οι δημοσιογράφοι παίρνουν γραμμή από τα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας και είτε χρηματοδοτούνται από ίδρυμα σαν του Σόρος, ή ξέρουν πως θα χάσουν την καρέκλα τους, και θα καρατομηθούν από τις δημοσιογραφικές θεσούλες τους.
Γ΄αυτό ας αφήσουν τα σάπια πως είναι η δική τους γνώμη, και όχι η αναπαραγωγή των πλανητικών αφεντικών τους.
Ένας από τους σκοπούς των αρρωστημένων μυαλών τους είναι να μειώσουν τον πληθυσμό της γής με ειρηνικά μέσα δια μέσω μια τεράστιας δεξαμενής ομοφυλόφιλων που θα παντρεύονται αλλά δεν θα αναπαράγουν την ανθρώπινη ύπαρξη που διαιωνίζετε με τη συνεύρεση ανδρός-γυναικός.
Διαβάστε και εδώ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=10799 

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ανθρωπολογία και φύλο. Στοιχεία αυτοκριτικής με αφορμή τον «διάλογο» για την ταυτότητα φύλου

Ανθρωπολογία και φύλο.  Στοιχεία αυτοκριτικής με αφορμή τον «διάλογο» για την ταυτότητα φύλου

Του Νίκου Λάιου*

Ο «διάλογος» γύρω απ’ το νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου δείχνει και τα αδιέξοδα, που η σύγχρονη κοινωνική ανθρωπολογία επιφύλαξε στον εαυτό της. Όλο το ανατρεπτικό εθνογραφικό υλικό γύρω απ’ το φύλο και η επίσης ανατρεπτική εμπειρία των φεμινιστικών και ΛΟΑΤ κινημάτων της «Δύσης», ελαχιστοποιήθηκαν σ’ ένα «δεν υπάρχει βιολογικό φύλο, μόνο κοινωνικό».
Ακούγεται πολύ ριζοσπαστικό. 
Μόνο που δεν έχει σχέση με το εθνογραφικό υλικό ή επιχειρεί να βασιστεί σε στρεβλές, επιδερμικές ερμηνείες του. Η αδυναμία, λ.χ., να διακρίνει η σύγχρονη ανθρωπολογία ανάμεσα στην ειδική κοινωνική λειτουργία ενός άντρα, που σε δοσμένη συνθήκη ονομάζεται «μητέρα» μέσα σ’ ένα συγγενικό δίκτυο ενός ιδιαίτερου πολιτισμού, και στη γενική κοινωνική λειτουργία του αλλά και τη βιολογική λειτουργία του στον ίδιο πολιτισμό, δείχνει το μέγεθος της έλλειψης κατανόησης. Τη στιγμή που η κατανόηση του Άλλου βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρωπολογίας.
Η αδυναμία αυτή δείχνει, σε άλλο επίπεδο, και μιαν έλλειψη φαντασίας, μια «δυτική» τετράγωνη λογική, την οποία τα υποκείμενα του εθνογραφικού υλικού δεν θα συμμερίζονταν – για να το πούμε με ήπιο τρόπο. Τη στιγμή που η κριτική αναμέτρηση των ανθρωπολόγων με τον «δυτικό» ορθολογισμό βρίσκεται επίσης στον πυρήνα της επιστήμης μας, εξ ου και η ορθή διαφωνία μας με τον βιολογισμό. Μόνο που μπορείς να είσαι «δυτικός» ορθολογιστής δίχως να είσαι βιολογιστής.
Δείχνει, τέλος, και μιαν ολοκληρωτική απομάκρυνση από τη διάθεση διαλόγου με τον πολύ κόσμο στις δικές μας κοινωνίες, που επίσης μπορεί να αντιληφθεί την ύπαρξη βιολογικού φύλου και κοινωνικού φύλου, δεν μπορεί όμως να δεχτεί -και ορθά- μια ταχυδακτυλουργική καταβρόχθιση του βιολογικού φύλου από το κοινωνικό.
 
Κακομεταχείριση των εθνογραφικών παραδειγμάτων
Χτυπητό παράδειγμα η κατανόηση των μπερντάτσε ως τρανς, μια αναγωγή «μη δυτικής» εμπειρίας σε «δυτικά» μοντέλα, αφού οι ίδιοι οι μπερντάτσε -υπάρχουν ακόμη κάποιοι- αρνούνται την ταυτότητα του ομοφιλόφιλου, του αμφιφιλόφιλου και του τρανς. Οι μπερντάτσε ήταν άνδρες που ντύνονταν με γυναικεία ρούχα, σε φυλές στα Βραχώδη Όρη και στην κοιλάδα του Μισισιπή των σημερινών ΗΠΑ. Μα, πρώτα απ’ όλα, ποιες κοινωνικές ανάγκες παραγωγής εξυπηρετούσε αυτή η κατασκευή; Ποιον καταμερισμό εργασίας; Σε ποια ιεραρχική δομή; Και ακόμα, η ύπαρξή τους προσδιορίζει σεξουαλική προτίμηση ή πρόκειται για τελετουργικό ρόλο; Δεν ασχολούμαστε με τέτοιες θεματικές, που είναι από πολύ πεζές ως απαρχαιωμένες… Αυτά τα έκαναν οι δομολειτουργιστές… Εμείς, όταν ασχολούμαστε με το φύλο, φωτίζουμε μόνο τη θεματική «σώματα που έχουν σημασία» και αποκεί μένει να εκτελέσουμε ένα όσο γίνεται πιο σύνθετο διανοητικό άλμα που θα ζαλίσει το βιολογικό φύλο και θα το ξαπλώσει αποκαμωμένο στο πάτωμα.
Έπειτα, από τη μια τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας σέβονταν τους μπερντάτσε, ως κάτι ιερό, από την άλλη έφτιαχναν ανέκδοτα που τους περιγελούσαν. Πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Ή τους σέβεσαι, ή δεν τους σέβεσαι. Αδιανόητο για τη σύγχρονη «δυτική» πολιτική ορθότητα, προτεσταντικής κοπής, που έχει διαποτίσει και τους/τις ανθρωπολόγους στη σημερινή Ελλάδα.
Οι απαντήσεις, ωστόσο, δεν μπορεί να κρυφτούν. Βρίσκονται συγκεντρωμένες στο ότι, τόσο το φαινόμενο μπερντάτσε όσο και η ανατρεπτική -στα μάτια των «Δυτικών»- διαβατήρια τελετουργία φύλου στους Μοχάβε ή η αρμονική ενσωμάτωση των διεμφυλικών στους Ζάποτεκ, είναι αναπόσπαστο κομμάτι μορφών κοινοτικής οργάνωσης του βίου. Μιλάμε, δηλαδή, για μια καθημερινή, προσωπική εμπειρία του κοινωνείν, που δεν έχει σχέση με την απρόσωπη οργάνωση των «δυτικού τύπου» κοινωνιών. 
Όταν αυτό επισημαίνεται, πρέπει να τεθούν αναγκαστικά τα επόμενα ερωτήματα: Πώς μπορεί να συμβεί κάτι αντίστοιχο στο πλαίσιο των σύγχρονων μεταδημοκρατιών, με τριακόσιους/ες να εγκρίνουν αποφάσεις που αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους δίχως τη συμμετοχή τους και κατόπιν έγκρισης των διεθνών εποπτών και επικυρίαρχων; Με ποιο συλλογικό υποκείμενο, που θα οικοδομεί τις απούσες προϋποθέσεις; Οι πτυχές αυτές, όταν δεν αποσιωπούνται εντελώς, επιχειρείται να απαντηθούν με προτάσεις αυτόκεντρες, του τύπου «κίνημα των διεμφυλικών και αλληλέγγυοι», που είναι προφανές ότι δεν μπορεί να μεταβάλουν τον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων.
Οι Ζάποτεκ της Οαχάκα μάλλον θα έσκαγαν στα γέλια, υποπτεύομαι.
 
Δημοκρατία δίχως χώρους εξάσκησής της;
Δεν ριζοσπαστικοποιούνται, λοιπόν, ο άνθρωπος και η κοινωνία, με αυθαίρετες ερμηνείες και άτσαλες ακαδημαϊκές μεταγγίσεις από το ένα πολιτισμικό πλαίσιο στο άλλο. Δεν ριζοσπαστικοποιούνται με την κατασκευή σχημάτων που ακούγονται πολύ ανατρεπτικά σε όσους/ες τα αρθρώνουν. Και δεν ριζοσπαστικοποιούνται από τη μια μέρα στην άλλη, δίχως να έχει δοθεί στη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας η δυνατότητα συνύπαρξης και ζύμωσης με το διαφορετικό σε χώρους λαϊκής συμμετοχής, σε χώρους εξάσκησης της δημοκρατίας στην πράξη. Μόνο σε τέτοιους χώρους διαπαιδαγωγούνται οι άνθρωποι καθημερινά, εκεί συνεργάζονται, εκεί διαβουλεύονται, εκεί αλλάζουν, έτσι θα στηρίξουν και τους σχετικούς νόμους συνειδητά. Το πράγμα δεν λειτουργεί ούτε αντίστροφα, ούτε με πυροτεχνήματα, λ.χ. κάποιας «θεματικής εβδομάδας» στα σχολεία ως μοναδικής προετοιμασίας ενός νομοθετήματος που καταφτάνει λίγους μήνες κατόπιν…
Η δημιουργία τέτοιων πλατιών χώρων απουσιάζει από τη φαρέτρα των προτάσεων, έστω, της κυρίαρχης ριζοσπαστικής ανθρωπολογίας όσον αφορά και τα ζητήματα του φύλου.
Απομένουν τα αυθαίρετα θεωρητικά άλματα, τα οποία η τέτοια ανθρωπολογία έχει εκτελέσει βάζοντας πλάτη στην εμβάθυνση του αντιδημοκρατικού στάτους κβό που… καταγγέλλει. Και, έτσι σκέτα, έχουν συμβάλει στο να καταγράφεται, από την πλειοψηφία των μελών των κοινωνιών μας, η ενασχόληση με το διαφορετικό ως κάτι ελιτίστικο, ξένο, ακόμα και απειλητικό οδηγώντας σε εσωστρέφεια και κλείσιμο όλων των «πλευρών» του «διαλόγου», αντί για σχέση και άνοιγμά τους. Έτσι, στο μυαλό των πολλών, η πρόοδος αλλά και η δημοκρατία ολοένα ταυτίζονται λαθεμένα με κάτι που περιθωριοποιεί την πλειοψηφία, που την αποκόπτει πλήρως από τη λήψη αποφάσεων. Ολοένα ταυτίζονται με μιαν υπερβολή και με μιαν απειλή. Και, έτσι, ο πολύς κόσμος καταφεύγει ευκολότερα σε συντηρητικά σχήματα για απαντήσεις. Πράγμα που δεν βοηθά τους διεμφυλικούς άντρες και τις διεμφυλικές γυναίκες, δεν προσφέρει στο κοινωνικό προχώρημα και στην πλέρια ανάπτυξη του ανθρώπου, δεν οικοδομεί κάτι διαφορετικό. Παρά αναπαράγει το υπάρχον προς το χειρότερο. Τόσο περισσότερο όσο ψηφίζονται νόμοι με τέτοιες διαδικασίες, που αποκλείουν και τις μειοψηφίες και την πλειοψηφία, αποξενώνοντας, ταυτόχρονα, περισσότερο τις μεν από τη δε.
 
Η αυτοκριτική δεν γίνεται εφ’ άπαξ: μια διαρκής και βασανιστική διαδικασία 
Χρειάζεται να ξαναδούμε σοβαρά και κριτικά κάποια κεντρικά ζητήματα. Επιστρέφοντας στα κομβικά σημεία, όπου πραγματοποιήθηκαν τα θεωρητικά άλματα – που υπερβολικά πολύ γρήγορα αγκαλιάστηκαν ως ριζοσπαστικά και υπερβολικά πολύ γρήγορα έγιναν νέο στάτους κβό στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.
Μετά απ’ το μακρόχρονο συμβάδισμα της ανθρωπολογίας με την αποικιοκρατία, θα έπρεπε να έχουμε βγάλει ορισμένα αυτοκριτικά συμπεράσματα. Λέμε με σιγουριά ότι το έχουμε κάνει. Δεν είμαι τόσο σίγουρος, αφού όταν πραγματικά βγάζεις συμπεράσματα από μια φάση, προσπαθείς να αποφύγεις τα ίδια λάθη στην επόμενη.
Φαίνεται, αντίθετα, πως έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε σε σχέση με το συμβάδισμα της ανθρωπολογίας με την τωρινή εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όπου η φίμωση, αποδυνάμωση και ισοπέδωση του διαφορετικού φοράει τον μανδύα της «διαφορετικότητας».
Μιας και στο πρώτο έτος σπουδών μαθαίνουμε τη συγγένεια κοινωνικής ανθρωπολογίας και γλωσσολογίας, ας σκεφτούμε ξανά τη διαφορά ανάμεσα στο… «διαφορετικό» και στη «διαφορετικότητα».
Όλα τούτα είναι σκέψεις, μπορεί λαθεμένες.
Όπως και νά ’χει, η κριτική είναι ευκολότερη, όταν τη στρέφεις σε κάποιους ανθρωπολόγους που πέθαναν πολύ πριν γεννηθείς. Πολύ δυσκολότερη όταν τη στρέφεις στον εαυτό σου, σε συναδέλφους σου, σε αγαπημένους φίλους σου.

* Κοινωνικός ανθρωπολόγος, πρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

Στο σφυρί (και τα σφυροδρέπανα)…

Τά Πρασσεινάλογα!... του Στάθη - Media
 
Τά Πρασσεινάλογα! του Στάθη
 
Κάθε κατάσταση πραγμάτων έχει την παθολογία της. Η λογική και το κοινό περί το συνυπάρχειν αίσθημα υπαγορεύουν την κατά το δυνατόν θεραπεία των παθολογιών, χάριν της κατά το δυνατόν επίσης, ευρυθμίας των κοινωνιών. Αντιθέτως η πολιτική έτσι όπως ασκείται (χάριν ταξικών προτεραιοτήτων) αξιοποιεί τις παθολογίες για να μανιπουλάρει, να χειραγωγήσει, τις καταστάσεις πραγμάτων που τις περιέχουν. Λόγου χάριν
οι πλειστηριασμοί. Σε αυτήν την κατάσταση πραγμάτων παθολογία είναι οι κακοπληρωτές, αυτοί που έχουν χρήματα αλλά δεν εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους. Αντί λοιπόν οι τύποι αυτοί να εντοπισθούν και να κρεμασθούν στα μανταλάκια χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για να φάνε οι ενδιαφερόμενοι του φτωχού το αρνί – το σπιτάκι του. Η ταύτιση
«ξερών» και «χλωρών», η γενίκευση της παθολογίας σε θεσμική πρακτική της πολιτείας, οδηγεί σε μια απανθρωπιά περιωπής, στην οποία όμως πρέπει να εθιστεί η κοινωνία. Βεβαίως, υπό το σύστημα που κυβερνώνται οι κοινωνίες, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς (παρά εν τέλει ο λύκος να φάει το αρνί), όμως οι κατ’ αρχήν έστω αντιδράσεις στο άδικο πρέπει να ξεριζώνονται εγκαίρως, ώστε ο εθισμός να επελαύνει «στο τέλος της ημέρας» (καθώς λένε οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες) χαυνωτικός, καναπεδάτος, αναπόφευκτος.
Στο μεταξύ, ας βοά το άδικο! Ουδεμία πρώτη κατοικία προστατεύεται (και ας πηγαίνουν σύννεφο τα ψέματα, ανηλεή και κατάρρακτα, ως άλλη ορδή και μάστιγα του Θεού), ήδη πολλές πρώτες κατοικίες έχουν κατασχεθεί και αν δεν το πάλευε το κίνημα εναντίον των πλειστηριασμών θα είχαν κατασχεθεί περισσότερες. Όμως το κίνημα αυτό πρέπει με τη σειρά του να συκοφαντηθεί, να ακυρωθεί, ώστε η παθολογία να επικρατήσει και σε αυτήν την κατάσταση πραγμάτων. Κάτι σαν καρκίνος.   
Η μέθοδος αυτή έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον: στα νοσοκομεία οι φακελάκηδες, στις δημόσιες υπηρεσίες οι τεμπέληδες, για τους μισθούς οι αργόμισθοι, παντού και πάντα οι υπάρχουσες παθολογίες χρησιμοποιούνται ως μοχλοί για την ποδηγέτηση των ανθρώπων και των τάξεων. Και ακόμα περισσότερο για τη δημιουργία νέων παθολογιών, συμμάχων στην εξάπλωση των παλαιότερων.
Η εργασία, οι σχέσεις εργασίας, οι συντάξεις, οι μισθοί, η εκπαίδευση, η ασφάλιση, όλα μπαίνουν βιαίως στο μίξερ της παθολογίας τους (που ήδη το σύστημα έχει καθιερώσει ως τέτοια) για να βγουν ακόμα πιο παραμορφωμένα, ακόμα πιο απάνθρωπα, ακόμα πιο έτοιμα για… να ξαναμπούν στο μίξερ. Από τη γενιά των 700 ευρώ στη γενιά των 500 ευρώ κι από ’κεί στους νέους των 300 ευρώ, ακόμα και των 100!
Κι έτσι, φθάνουμε να θεωρούμε λογικό άμα τε και «φυσικό» να έχουμε ανακεφαλαιοποιήσει με το αίμα μας τις τράπεζες για να μας αρπάξουν το σπίτι. Προσέξτε
πώς δουλεύει το σύστημα: στην αρχή διαμαρτυρόμασταν για τη βίαιη ανακεφαλαίωση των τραπεζών, τώρα ούτε που το θυμόμαστε. Μάλιστα, όσοι γενικώς ξεσηκώθηκαν εναντίον των εξ Εσπερίας Μνημονίων κι όσων αυτά επέφεραν, κατασυκοφαντήθηκαν και τώρα μνημονεύονται μόνον για να λοιδορηθούν. Ώστε να συνεχίζουν να μνέσκουν αποθαρρημένοι, υπάκουοι και υπήκοοι στο κισμέτ και την ειμαρμένη.
 
***
Κι αν έτσι πάντα γινόταν από τους «εκσυγχρονιστές» και τους νεοφιλελεύθερους, από τους δημαγωγούς και τους γραικύλους, τώρα το ίδιο γίνεται από τους κατ’ όνομα πλέον αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο κι αυτοί επισείουν κάθε παθολογία προκειμένου να τιθασεύσουν κάθε προσπάθεια να μη γίνουν τα πράγματα χειρότερα. Με τερατώδη
άνεση (που αν οι θεοί έπαιρναν στα σοβαρά, θα πάθαιναν φρίκη) οι Συριζαίοι διαπράττουν όσα διέπρατταν οι προκάτοχοί τους. Και συχνά προς το χειρότερο.
Αν η αναπαραγωγή της παθολογίας εναντίον του σώματος που την περιέχει είναι κάτι σαν καρκίνος απέναντι στις κοινωνίες, πρώτη φορά αυτός ο καρκίνος ισχυρίζεται ότι είναι αριστερός…