Ο γεωπόνος Δημήτρης Κοδέλας, μιλάει στον 98.4 με αφορμή την ημερίδα που οργανώνει την ερχόμενη Κυριακή σατο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας, με επίκεντρο την Συμφωνία Ε.Ε. - Mercosur. Ο κ. Κοδέλας, ανέλυσε το πυρήνα αυτής της συμφωνίας και το ποιοι στη πραγματικότητα κερδίζουν από αυτήν αλλά και γιατί αφορά όλη την κοινωνία και όχι μόνο τους παραγωγούς του πρωτογενή τομέα, αφού αφορά την διατροφική μας επάρκεια με ασφάλεια και ποιότητα, ζήτημα που εκτείνεται στο πεδίο της εθνικής κυριαρχίας μίας χώρας. Εξηγεί, γιατί οι αγρότες διαδηλώνουν σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο; Ποιες οι επιπτώσεις της συμφωνίας στην παραγωγή και την τροφή; Μετά την παραπομπή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τι; Σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω θα προσπαθήσει να απαντήσει η ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου, στις 11.00 το πρωί, στο αμφιθέατρο Νιαβή, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ιερά Οδός 75) και διοργανώνεται από την Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας. Η ημερίδα είναι ανοιχτή στο κοινό. Πρόσκληση στην ημερίδα με θέμα: Συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur: Τι είναι; Ποιοι κερδίζουν; Γιατί μας αφορά όλους; που διοργανώνει η Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας την προσεχή Κυριακή 1/2 (10:30 - 14:00) στο αμφιθέατρο Νιαβή, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή ημερίδα, θα υπάρχει δυνατότητα και διαδικτυακής συμμετοχής μέσω της πλατφόρμας google meet μέσω του παρακάτω συνδέσμου: meet.google.com/cyr-qytj-shs
Mpelalis Reviews
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Δημήτρης Κοδέλας: Η Merocosur και το Υπαρξιακό ζήτημα της Ελλάδα στον πρωτογενή τομέα
Ο γεωπόνος Δημήτρης Κοδέλας, μιλάει στον 98.4 με αφορμή την ημερίδα που οργανώνει την ερχόμενη Κυριακή σατο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας, με επίκεντρο την Συμφωνία Ε.Ε. - Mercosur. Ο κ. Κοδέλας, ανέλυσε το πυρήνα αυτής της συμφωνίας και το ποιοι στη πραγματικότητα κερδίζουν από αυτήν αλλά και γιατί αφορά όλη την κοινωνία και όχι μόνο τους παραγωγούς του πρωτογενή τομέα, αφού αφορά την διατροφική μας επάρκεια με ασφάλεια και ποιότητα, ζήτημα που εκτείνεται στο πεδίο της εθνικής κυριαρχίας μίας χώρας. Εξηγεί, γιατί οι αγρότες διαδηλώνουν σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο; Ποιες οι επιπτώσεις της συμφωνίας στην παραγωγή και την τροφή; Μετά την παραπομπή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τι; Σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω θα προσπαθήσει να απαντήσει η ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου, στις 11.00 το πρωί, στο αμφιθέατρο Νιαβή, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ιερά Οδός 75) και διοργανώνεται από την Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας. Η ημερίδα είναι ανοιχτή στο κοινό. Πρόσκληση στην ημερίδα με θέμα: Συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur: Τι είναι; Ποιοι κερδίζουν; Γιατί μας αφορά όλους; που διοργανώνει η Πανελλαδική Δικτύωση για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας την προσεχή Κυριακή 1/2 (10:30 - 14:00) στο αμφιθέατρο Νιαβή, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή ημερίδα, θα υπάρχει δυνατότητα και διαδικτυακής συμμετοχής μέσω της πλατφόρμας google meet μέσω του παρακάτω συνδέσμου: meet.google.com/cyr-qytj-shs
Εταιρική συνενοχή από τα Τρίκαλα ώς τη Μινεάπολη
Πέντε εργάτριες κάηκαν στην βιομηχανία Βιολάντα. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ δεν μπορούσαν να μην αναφερθούν στην τραγωδία. Και πάλι όμως επιχειρήθηκε η συγκάλυψη του εγκλήματος με αναφορές στους πρώην φτωχούς και αυτοδημιούργητους εργοδότες καθώς και στην ανακοίνωση ότι οι εργάτριες ανήκαν στην οικογένεια της «Βιολάντα»!
Η είδηση για τις τρύπες στους σωλήνες προπανίου και η σύλληψη του ιδιοκτήτη της εταιρείας χάθηκαν μέσα στην τύρβη των επόμενων γεγονότων και της τραγωδίας με τους οπαδούς του ΠΑΟΚ στην Ρουμανία. Γι' αυτήν την τραγωδία η κρατική τηλεόραση (και σωστά) ακύρωσε το πρόγραμμά της. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έβγαλε ανακοίνωση. Όμως δεν έγινε το ίδιο και για το θάνατο των εργατριών. Για το καθεστώς η πρώτη τραγωδία "έβλαψε την επιχειρηματικότητα" όπως δήλωσε εκείνος ο απερίγραπτος αξιωματούχος. Ο καθένας και ο κόσμος του.
Το καθεστώς σε κάθε περίπτωση βολεύεται από τις τραγωδίες γιατί αποπροσανατολίζουν από τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Η ίδια τακτική ακολουθείται απ' όλα τα (ακρο)δεξιά καθεστώτα. Ο σύμβουλος του Τραμπ, ο ακροδεξιός Στιβ Μπάνον έλεγε πως η στρατηγική του προέδρου των ΗΠΑ είναι η «πλημμύρα της ζώνης (ενημέρωσης) με σκατά». Πρόκειται για τη τεχνική της δημιουργίας τόσων πολλών σκανδάλων που οι αντίπαλοι δεν ξέρουν πλέον ποια έχουν σημασία.
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, βάλτε τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών, των συγκαλύψεων, και τις τραγωδίες στα Τρίκαλα, στην Ρουμανία, στα Τέμπη και όλοι παθαίνουμε βέρτιγκο, κανείς δεν έχει τον διανοητικό και ψυχικό χώρο για να θέσει τις δικές του αξιολογήσεις και προτεραιότητες.
Η τακτική της σύγχυσης, των οικονομικών εκβιασμών (δασμοί) όσο και των εκφοβισμών, ακολουθείται από τον Τραμπ τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Το ίδιο ισχύει και στην Ελλάδα. Θυμίζω τις «επιθέσεις» του Μαξίμου ενάντια στους αγροτοσυνδικαλιστές για τις επιδοτήσεις καθώς και σε όσους ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
Στις ΗΠΑ, ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι ξεκινά ποινική έρευνα για τις ομαδικές συνομιλίες διαδηλωτών στη Μινεάπολη στην πλατφόρμα Signal μετά από μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του ακροδεξιού ινφλουένσερ Καμ Χίγκμπι. Ποιος είπε ότι αυτά ισχύουν μόνο στο Ιράν;
Η εταιρική συνενοχή
Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε και την «εταιρική συνενοχή» των ολιγαρχών, η οποία υπάρχει τόσο στις γενοκτονίες όπως στη Γάζα όσο και για στα πογκρόμ του ICE εναντίον των μεταναστών.
Εκατοντάδες διαδηλωτές στη Νέα Υόρκη κατέλαβαν το λόμπι του ξενοδοχείου Hilton στο κέντρο του Μανχάταν, όπου στεγάζονται πράκτορες του ICE. Οι διαδηλωτές ζητούσαν την κατάργηση του ICE και τον τερματισμό της εταιρικής συνενοχής στη συνεχιζόμενη φασιστική βία που ασκείται εναντίον μεταναστών.
Αλλά δεν είναι μόνο κάποια από τα ξενοδοχεία Χίλτον όπου διαμένουν "γκεσταπίτες", είναι και οι ολιγάρχες που χρηματοδοτούν με εξωφρενικά ποσά τους πολιτικούς. Μιλώ για το ντοκιμαντέρ «αγιοποίησης» της Μελάνιας Τραμπ! Όπου ο ολιγάρχης της Apple, Τιμ Κουκ, παραγωγός της ταινίας, διέθεσε τεράστια ποσά. Ο Τζεφ Μπέζος της Amazon έδωσε 40 εκατομμύρια δολάρια για την αγορά της ταινίας, ενώ αλλοι έδωσαν 35 εκατομμύρια δολάρια για το μάρκετινγκ και την κυκλοφορία της ταινίας!
“…οι ολιγάρχες πρέπει να κάνουν …ακριβά δώρα, μόνο και μόνο για να μπορέσουν να παραμείνουν στη συμμορία. Αυτοί τουλάχιστον βγάζουν κάτι από αυτό. Πολύ πιο τραγικοί είναι οι απλοί άνθρωποι, που βγαίνουν υπάκουα για να υπερασπιστούν την επίθεση στην ICE” σημειώνει ένας αρθρογράφος στον The Guardian. Τραγικός φερ' ειπείν είναι ο ακροδεξιός που επιτέθηκε στην βουλευτή Ιλχάν Ομάρ, επειδή μιλούσε κατά του Τραμπ και του ICE.
Εν συνόψει, αυτός είναι ο νέος θαυμαστός κόσμος που περιλαμβάνει τους ολιγάρχες, τους Τραμπ, τους πολιτικούς κουλάκους τους και τους σκλάβους, οι οποίοι είναι απογυμνωμένοι από κάθε δικαίωμα όπως οι δούλοι (homo sacer) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας...
ΦΩΤ: ο αρχιγκεσταπίτης του ICE Μποβίνο με τους μασκοφόρους του στην ΜινεάποληΠηγή: http://artinews.gr
Οι Πάνω και οι Κάτω
Για Μια Νέα Γεωγραφία της Ελληνικής Εξουσίας
του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Αναπτυξιακού & Κοινωνικού Ψυχολόγου,
Διδάσκοντα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, η ταξική σύγκρουση νοούνταν κυρίως οικονομικά: μισθοί, ιδιοκτησία, παραγωγή. Στον 21ο αιώνα, η ταξικότητα φαίνεται πως αποκτά μια πιο υπαρξιακή μορφή.
Δεν αφορά μόνο το εισόδημα, αλλά το ποιος ζει με ασφάλεια και ποιος εκτίθεται στον κίνδυνο.
Αυτό είναι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε β ι ο π ο λ ι τ ι κ ή τ α ξ ι κ ό τ η τ α.
Σήμερα, αυτή η ταξικότητα δεν εκφράζεται μόνο ως πλούσιοι και φτωχοί, αλλά ως Πάνω και Κάτω. Εκείνοι που αποφασίζουν και προστατεύονται, και εκείνοι που υφίστανται τις αποφάσεις και εκτίθενται στη φθορά.
Ο Μισέλ Φουκώ περιέγραψε τη βιοπολιτική ως την εξουσία που διαχειρίζεται τη ζωή των πληθυσμών, δηλαδή τις γεννήσεις, τους θανάτους, την υγεία, τα σώματα, τους κινδύνους.
Οι Ζαπατίστας, από την άλλη, πρότειναν μια απλή αλλά ριζοσπαστική πολιτική γεωμετρία: Οι Πάνω: κράτη, αγορές, τεχνοκρατικές και πολιτικές ελίτ. Οι Κάτω: όσοι ζουν με τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών των ελίτ.
Η βιοπολιτική ταξικότητα είναι ακριβώς αυτό, η άνιση κατανομή της ζωής, της ασφάλειας και του κινδύνου μεταξύ Πάνω και Κάτω. Πρόκειται για μια νέα γεωγραφία της εξουσίας.
Τα Τέμπη, τα εργατικά δυστυχήματα, οι πυρκαγιές, τα εργοστάσια, οι δρόμοι αποκαλύπτουν μια σταθερή γεωγραφία.
Πάνω: υπουργεία, θεσμικοί μηχανισμοί, διοικήσεις, ιδιωτικοποιήσεις, συμβάσεις, ισολογισμοί.
Κάτω: επιβάτες, εργάτες, πολίτες, σώματα που εκτίθενται στον κίνδυνο.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται Πάνω, οι θάνατοι πληρώνονται Κάτω.
Η ασφάλεια, με την έννοια αυτή, είναι ταξικό και "γεωγραφικό" προνόμιο.
Η βιοπολιτική ταξικότητα φαίνεται καθαρά και στη φροντίδα.
Οι εργαζόμενες μητέρες, οι φροντιστές, οι οικογένειες που υποκαθιστούν το κράτος είναι η αόρατη υποδομή της ζωής.
Το κράτος μιλά για "φροντίδα" από το Πάνω, αλλά η μητρότητα βιώνεται στο Κάτω ως βάρδιες, εξάντληση, ιδιωτική λύση.
Η εργασία δεν διαχωρίζει μόνο πλούσιους και φτωχούς.
Διαχωρίζει εκείνους που έχουν χρόνο, ασφάλεια και επιλογές (Πάνω) από εκείνους που ζουν με επισφάλεια, burnout και brain drain (Κάτω).
Η νέα εργατική τάξη δεν βιώνει μόνο οικονομική εκμετάλλευση, αλλά βιοπολιτική εξάντληση.
Η Υγεία και η Παιδεία κινούνται επίσης σε δύο βιοπολιτικές ταχύτητες, λειτουργώντας ως συστήματα δύο ταχυτήτων:
Πάνω: ιδιωτικές κλινικές, ιδιωτικά σχολεία, πρόσβαση στον χρόνο και στην ποιότητα.
Κάτω: υποστελέχωση, αναμονή, αυτοχρηματοδότηση της επιβίωσης.
Με άλλα λόγια, η ισότητα υπάρχει θεσμικά Πάνω, αλλά η ανισότητα βιώνεται καθημερινά Κάτω.
Στην Κατοικία και στην Πόλη ακόμη. Το Πάνω κατοικεί, το Κάτω εκτοπίζεται. Η πόλη μετατρέπεται σε χρηματοπιστωτικό asset.
Funds, Airbnb και real estate κεφάλαιο κατοικούν στο Πάνω της πόλης.
Οι εργαζόμενοι εκτοπίζονται στο Κάτω των υποβαθμισμένων προαστίων και της επισφάλειας, στη σκιά της καπιταλιστικής Μητρόπολης. Μπορούν βέβαια κι εκείνοι να κάνουν μια βόλτα στη "Στέγη" ή να διαβάσουν για την κουλτούρα του branch σε κάποιο mainstream media ή να "απολαύσουν" κι ένα βράδυ την πλαστική διασκέδαση της μοναξιάς τους στον Αργυρό, αλλά η ψυχούλα τους (και το κορμί τους) το ξέρει ότι δεν ανήκουν εκεί.
Η αστική γεωγραφία γίνεται βιοπολιτικός χάρτης εξουσίας.
Στην Πληροφορία και στη Φωνή: Το Πάνω μιλά, το Κάτω ή σιωπαίνει ή όταν μιλά "θορυβεί".
Οι ελίτ διαθέτουν ΜΜΕ, think tanks και θεσμική φωνή.
Οι πολίτες διαθέτουν εκτονωτικά social media και αποσπασματική ορατότητα.
Το Πάνω παράγει ρεαλισμό, ορθολογισμό, «κοινή λογική», μοντερνισμό και νεωτερικότητα. Το Κάτω παράγει οργή, "όχλο", λαϊκισμό, "ψεκ" και διάφορες άλλες ταμπέλες.
Το χρέος(δημόσιο και ιδιωτικί) είναι μηχανισμός των Πάνω και βιώνεται ως καθημερινή βία των Κάτω. Οι νέες γενιές κληρονομούν όχι μόνο οικονομικό βάρος, αλλά περιορισμένο μέλλον. Γιατί, η βιοπολιτική ταξικότητα είναι και χρονική καθώς ορίζει ποιος έχει μέλλον και ποιος ζει σε διαρκή αναστολή ζωής.
Στο πλαίσιο αυτό, παραδειγματικά για τους Ζαπατίστας, η πολιτική δεν είναι αντιπαράθεση κομμάτων, αλλά σχέση εξουσίας μεταξύ όσων κυβερνούν και όσων κυβερνώνται, εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων.
Κατ΄ αναλογία, στην Ελλάδα, το Πάνω διαθέτει θεσμούς, αγορές, κράτος και αφήγημα. Το Κάτω διαθέτει μνήμη, οργή και διάχυτη συνείδηση.
Και εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα: μπορεί το Κάτω να γίνει ηγεμονικό κοινωνικό μπλοκ; (χωρίς μάλιστα να γίνει το νέο Πάνω)
Η δημοκρατία του 21ου αιώνα δεν θα κριθεί από την ιδεολογική ταμπέλα αυτού που κυβερνά, αλλά από το πώς κατανέμεται η ζωή μεταξύ Πάνω και Κάτω.
Και είναι ξεκάθαρo ότι χρειαζόμαστε επειγόντως μια Πολιτική της ζωής από τα Κάτω, αφού η βιοπολιτική ταξικότητα δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά πολιτική επιλογή των Πάνω.
Αυτή η πολιτική του μέλλοντος θα γεννηθεί μόνο όταν οι Κάτω επιτρέψουν να έρθει στην επίγνωση τους το "κάτω" τους, πάψουν να ζητούν προστασία από τους "πάνω" και αρχίσουν να διεκδικούν εξουσία πάνω στη ζωή τους.
Η διαλεκτική του δημογραφικού (Μέρος Α΄)
Στον μεταπολεμικό καπιταλισμό η ίδια η οικογένεια μετατρέπεται σε έναν από τους πολλούς παράγοντες του risk management της καθημερινότητας
Η άνοδος του συντηρητισμού και η Τραμπική σκιά πάνω από την Ευρώπη έφεραν μαζί τους και μία συζήτηση η οποία για καιρό είχε πεταχτεί κάτω από το χαλί: αυτή των δημογραφικών. Πράγματι όσο περνά ο καιρός, το δημογραφικό αυξάνει ολοένα και περισσότερο την εμφάνισή του στον δημόσιο λόγο και παρουσιάζεται ως ένα μείζον πρόβλημα των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών -και αντικειμενικά είναι. Από την μία, η δεξιά κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για «τα έθνη μας που καταρρέουν», για «τον λευκό ευρωπαϊκό πολιτισμό μας που θα εξαφανιστεί». Από την άλλη, το φιλελεύθερο κέντρο αν και δεν απαρνείται την ύπαρξη του προβλήματος, βρίσκει την λύση στην μετανάστευση, η οποία όμως γίνεται όλο και πιο ελεγχόμενη όσο περνούν τα χρόνια, ενώ η αριστερά είτε πετά την μπάλα στην εξέδρα είτε κάνοντας αναγωγή στο «χαμηλό βιοτικό επίπεδο» είτε απαντώντας με γηπεδικού τύπου συνθήματα «ό,τι θέλουν θα κάνουν οι γυναίκες με το σώμα τους», το οποίο μπορεί να είναι σωστό και δίκαιο δεν καλύπτει όμως την συζήτηση και σίγουρα δεν ικανοποιεί τον κόσμο ως απάντηση. Σ’ αυτό το άρθρο θα επιχειρήσω να αναλύσω τους δομικούς λόγους της πτωτικής τάσης των ευρωπαϊκών δημογραφικών καταρρίπτοντας τους συντηρητικούς μύθους και χαζομάρες περί παρακμής αξιών αλλά και τις σοσιαλφιλελεύθερες αναγωγές των πάντων στο βιοτικό επίπεδο και στον πληθωρισμό.
Η οικογενειακή δομή ως αντανάκλαση της εξέλιξη των καπιταλιστικών σταδίων
Προφανώς ένα παιδί δεν μπορεί να ανατραφεί και να μεγαλώσει δίχως οικογένεια. Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία υπήρξαν διάφοροι τύποι οικογενειών: η κοινότητα, η φατριά, η διευρυμένη οικογένεια, η πυρηνική, η μονογονεϊκή κλπ, αυτό όμως που χαρακτήρισε την εποχή που ακολούθησε της 2ης βιομηχανικής επαναστάσεως ήταν η καθιέρωση της πυρηνικής ως κυρίαρχου οικογενειακού μοντέλου στην αστικοποιημένη Ευρώπη, μέχρι και το τέλος του φορντικού καπιταλισμού (κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘70), αντικαθιστώντας την διευρυμένη οικογένεια, το ακριβώς προηγούμενο κυρίαρχο οικογενειακό μοντέλο. Το γιατί συνέβη αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μίας νέας ατομικίστικης ιδεολογίας η οποία έκανε πέρα τον παππού και την γιαγιά, αλλά η αντανάκλαση της μεταβολής των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων στις κοινωνικές σχέσεις και συγκεκριμένα στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Στην προβιομηχανική Ευρώπη κύρια μονάδα παραγωγής και αναπαραγωγής της εργασίας ήταν το νοικοκυριό. Τα χωράφια δουλεύονταν συλλογικά και η οικονομική δραστηριότητα ήταν στενά συνδεδεμένη με την συγγένεια των μελών-χωρικών. Η ίδια οικογένεια δεν ήταν απλά ένας θεσμός στοργής και ανατροφής παιδιών, αλλά ένα εργαλείο συντονισμού της εργασίας, κληρονομιάς και επιβίωσης. Καθώς η κύρια παραγωγική δύναμη ήταν η καλλιέργεια της γης, η παραγωγή απαιτούσε εποχιακή και ευέλικτη εργασία, συνεργασία μεταξύ των γενεών και μετάδοση της γνώσης μέσω της καθημερινής πρακτικής. Τα ίδια τα παιδιά μετατρέπονταν ουσιαστικά σε παραγωγικά στοιχεία, ενώ οι υπερήλικες είτε βοηθούσαν στην παραγωγή, είτε στην συντήρηση του νοικοκυριού και στην ανατροφή των νεαρότερων μελών της οικογένειας. Η ανατροφή, η παραγωγή και η αναπαραγωγή ήταν τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα προβιομηχανικό σπιτικό λειτουργούσε ως μινιατούρα της προβιομηχανικής οικονομίας.
Οι βιομηχανικές επαναστάσεις όμως και ιδιαίτερα το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής ανέτρεψαν αυτή την συνθήκη. Ενώ παλαιότερα η εποχιακή και ρευστή οικογενειακή εργασία συντηρούσε όλα τα μέλη, πλέον με τα βίας συντηρεί το ανδρόγυνο και τα παιδιά τους. Οι βιομηχανικές επαναστάσεις προκάλεσαν ένα μαζικό ρεύμα μετακίνησης των πρώην χωρικών προς τα αστικά κέντρα, στεγάζοντάς τους σε μικρά σπίτια, κατάλληλα για ένα ανδρόγυνο και δύο με τρία παιδιά, εισάγοντας και έναν νέο καταμερισμό εργασίας βάσει φύλου: ο άνδρας στην παραγωγή, η γυναίκα στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Η μαζική βιομηχανική παραγωγή προσέφερε μακροχρόνια συμβόλαια εργασίας, ασφάλιση, σταθερή δουλειά και μισθό ικανό να καλύψει τις βασικές βιοτικές ανάγκες ενός μέσου σπιτικού τεσσάρων-πέντε μελών. Αυτό συντηρούσε μεν το ανδρόγυνο και τα παιδιά του, όχι όμως θείους, θείες, ξαδέρφια, παππούδες κλπ, οδηγώντας μακροπρόθεσμα στην παρακμή του προηγούμενου οικογενειακού μοντέλου. Το κεφάλαιο εξωτερικοποιούσε τα κόστη αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ενώ σταθεροποιούσε το εργατικό δυναμικό με σχετικά χαμηλό κόστος. Στην περίπτωση μιας διευρυμένης οικογένειας το κόστος αναπαραγωγής θα ήταν υψηλότερο.
Με λίγα λόγια, ο φορντισμός απαιτούσε αστικοποίηση, κινητικότητα και τυποποίηση της εργασίας, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να καλύψει η διευρυμένη οικογένεια με τους ευρείς δεσμούς συγγένειας και την μειωμένη κινητικότητα. Αργότερα, με την είσοδο των γυναικών στην βιομηχανική παραγωγή, η ανατροφή των παιδιών περνά στα χέρια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου μέσω αυτής απαγκιστρώθηκαν από την οικογένεια, μοιράζοντας την μόρφωσή τους μεταξύ αυτής και του κράτους, καλλιεργώντας την ιδεολογία του πολίτη που ήταν υπόλογος στο έθνος, όχι μόνο στο σόι του.
Αν αναρωτιέστε για ποιο λόγο ασχολούμαι με την εξέλιξη της οικογένειας αντί να μπω κατευθείαν στο ψητό η απάντηση είναι η εξής: καθώς ο φορντισμός καταρρέει την δεκαετία του ‘70 και αντικαθίσταται από τον μεταφορντισμό της τριτογενοποιημένης, ευέλικτης και επισφαλούς εργασίας, ο θεσμός της πυρηνικής οικογένειας βρίσκεται σε σοβαρή κρίση και προβλέπεται αντικατάσταση από άλλα μοντέλα. Ως εκ τούτου, μέσω αυτής της ιστορικής αναδρομής επιχειρώ να δείξω πόσο ευαίσθητες στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων – και φυσικά των παραγωγικών σχέσεων – είναι οι κοινωνικές σχέσεις, εν προκειμένω η οικογενειακή δομή.
Με την καθιέρωση της πυρηνικής οικογένειας, τον περιορισμό της οικογένειας από διψήφιο αριθμό μελών σε μονοψήφιο και την μεταβολή της έννοιας της από «σόι» σε «γονείς-παιδιά», καλλιεργείται αντίστοιχα και με πίεση από πλευράς γονέων προς τα παιδιά να «εγκαταλείψουν» το σπίτι με την ενηλικίωσή τους και να βρουν δικό τους, σχηματίζοντας και την δική τους οικογένεια. Αυτή η πίεση φυσικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία αντανάκλαση των υπάρχοντων υλικών συνθηκών στην σφαίρα των ιδεών, της κοινωνικής νόρμας. Καθώς ο βιομηχανικός μισθός όπως είπαμε, μπορούσε να συντηρήσει μόνο δύο ενήλικες και τα παιδιά, ήταν δεδομένο πως αυτά έπρεπε μετά την εφηβία να συντηρούν τους εαυτούς τους και την οικογένειά τους με την δική τους εργασία. Φυσικά δεν ήταν όλα τόσο απλά, καθώς για τα δεδομένα του 19ου αιώνα ή/και του 20ου η ενηλικίωση ήταν κοινωνικά αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι σήμερα, τις περισσότερες φορές κιόλας τα κορίτσια παντρεύονταν από τα 15 ή τα 16, ενώ τα αγόρια παρέμεναν στην οικογένεια ακόμα και μετά τα 20 εώς ότου βρουν κάποια σύζυγο και ανοίξουν το δικό τους σπιτικό, ταυτόχρονα όμως εργάζονταν. Επιπλέον, ιδιαίτερα κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, συχνό φαινόμενο ήταν και η παιδική εργασία, συγκεκριμένα για τις πιο φτωχιές και πολυάριθμες οικογένειες. Αυτό φυσικά άλλαξε με πιο προοδευτικές νομοθεσίες και την θεσμοθέτηση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επίσημη είσοδο στον φορντικό καπιταλισμό.
Μία άλλη ίσως περίπτωση είναι αυτή της Ελλάδας. Καθώς η χώρα άργησε να εκβιομηχανιστεί λόγω της ιστορικής καθυστέρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των αιματηρών συγκρούσεων που ακολούθησαν του πολέμου ανεξαρτησίας και τον άκρως καθυστερημένο εκσυγχρονισμό της επαρχίας, πολλά προβιομηχανικά κατάλοιπα παρέμειναν στις κοινωνικές σχέσεις μέχρι και το ‘60-’70, π.χ. η συλλογική οικογενειακή εργασία, η προίκα κλπ. Ως εκ τούτου θα εστιάσουμε περισσότερο στην δυτική Ευρώπη και λιγότερο στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι πριν την σύγχρονη εποχή.
Η μεταπολεμική πραγματικότητα
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η συμφωνία της Γιάλτας και οι νικηφόροι αντι-αποικιακοί αγώνες άρχισαν να μεταβάλουν την μορφή του καπιταλισμού και την οργάνωση της παραγωγής στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Οι πολιτικές πιέσεις για οικονομικές και πολιτικές παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, το ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα έφεραν μεγάλες νίκες μεν, αλλά και προσαρμογή των δυτικών κρατών στη νέα συνθήκη. Το ανερχόμενο κόστος παραγωγής οδήγησε σε μία σταδιακή αποβιομηχανοποίηση με την μεταφορά εργοστασιακών μονάδων στον τρίτο κόσμο, σε χώρες όπου χαρακτηρίζονταν από ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, συνδικαλιστικού κινήματος και μέχρι τότε παρέμεναν υποανάπτυκτες και αγροτικές οικονομίες, κάνοντας το κόστος παραγωγής πολύ πιο φθηνό. Η εξωγενής ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων ανέτρεψε τις παλαιές παραγωγικές σχέσεις, μετατρέποντας πρώην φυλάρχους και δεσποτάδες σε νυν κομπραδόρους αστούς οι οποίοι κερδοσκοπούσαν πάνω στην συνεργασία με το δυτικό κεφάλαιο. Οι σχέσεις διανομής έγιναν πολύ πιο άνισες από πριν, εξαθλιώνοντας το νεοσύστατο προλεταριάτο, κάτι που εκφράστηκε πολιτικά ως αντίθεση με την εμφάνιση διαφόρων προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών κινήματων (π.χ. Νασσερισμός) ή και σοσιαλιστικών λόγω της επιρροής από ΕΣΣΔ και Κίνα.
Αυτές οι αλλαγές όμως δεν περιορίστηκαν μόνο στον τρίτο κόσμο. Η σταδιακή αποβιομηχανοποίηση της Ευρώπης ως αποτέλεσμα του κορεσμού των εσωτερικών αγορών λόγω μονοπωλίων και της ταυτόχρονης πίεσης που άσκησαν τα πανίσχυρα βιομηχανικά συνδικαλιστικά κινήματα αλλά και οι νικηφόροι αντιαποικιακοί αγώνες, συνοδεύτηκε από στασιμοπληθωρισμό, ύφεση και πλέον δομική, όχι κυκλική ανεργία. Τα παλαιά βιομηχανικά κέντρα (Ρουρ, Βαλλονία, Βόρεια Αγγλία) κατέρρευσαν και μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις μετατράπηκαν σε κέντρα μεταβιομηχανικής ανάπτυξης. Νέοι κλάδοι όπως η πληροφορική, η εξυπηρέτηση πελατών, οι μεταφορές, τα ΜΜΕ, έφεραν ραγδαία ανάπτυξη στην ευρωπαϊκή ήπειρο και συνδυαστικά με την μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής στο εξωτερικό αλλά και την αυτοματοποίηση έφεραν ραγδαία ανάπτυξη στις μητροπόλεις της Γηραιάς Ηπείρου. Ραγδαία ανάπτυξη, αλλά άνιση. Η ταξική έκφραση αυτού ήταν μία παρακμή του παραδοσιακού βιομηχανικού προλεταριάτου και η σταδιακή αντικατάστασή του από ένα τριτογενοποιημένο προλεταριάτο, η άνοδος μιας νέας εργατικής αριστοκρατίας «μανατζεραίων» και από τους μακροχρόνια ανέργους. Αντίστοιχα, οι νέες οξυμένες ταξικές ανισότητες φάνηκαν και στην νέα χωροταξία των πόλεων, στην ανάπτυξη υποβαθμισμένων φτωχογειτονιών, γκέττο, υπερπολυτελών προαστίων αλλά και υπερανεπτυγμένων «φαντεζί» κέντρων των πόλεων, ουσιαστικά μεγάλης χωρητικότητας εμπορικά κέντρα, τουριστικά θέρετρα και προσωρινές στάσεις και παύσεις μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.
Δεδομένου ότι η νέα συνθήκη έφερε πολλές νέες αντιθέσεις, ικανές να προκαλέσουν νέες και σοβαρές αναταραχές στα ευρωπαϊκά κέντρα -και σε έναν βαθμό το έκαναν-, η ανάγκη ανάκτησης της παγκόσμιας αστικής πρωτοκαθεδρίας και περαιτέρω αύξησης των κερδών έπρεπε να εκφραστεί ιδεολογικά και με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσει διχασμό εντός του νέου, αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ζυμωμένου προλεταριάτου και να το παραλύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά κατά της εξαθλίωσής του και του υπαίτιου αυτής. Ίσως εκεί εντοπίζεται και η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, μιας ιδεολογίας η οποία δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλο σκοπό παρά την ιδεολογική νομιμοποίηση της αναδιάρθρωσης του δυτικού καπιταλισμού και της εξαθλίωσης των εργατικών μαζών.
Παρουσιάζοντας το κράτος ως «ένα εμπόδιο στον δρόμο των αγορών και της ανάπτυξης», τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος ως «αποπαρασίτωση της κοινωνίας», τις ιδιωτικοποιήσεις και την απορύθμιση των αγορών ως «αποτελεσματικότητα και ελευθερία», τον ατομικισμό και την κοινωνική εσωστρέφεια ως «ατομικό αγώνα για αυτοπραγμάτωση» κατόρθωσε μακροπρόθεσμα να κάνει ρουά-ματ στην σκακιέρα του διαίρει και βασίλευε της ταξικής πάλης. Μετατράπηκε έτσι στην καλύτερα αναπτυγμένη ιδεολογική γλώσσα του μεταφορντισμού, της αντεπίθεσης της αστικής τάξης στο εσωτερικό αλλά και οργάνωση μιας πιο μεγάλης ιμπεριαλιστικής αντεπίθεσης κατά του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, πρώτη φάση της οποίας όπως είπαμε ήταν η παράλυση του «εσωτερικού εχθρού».
Η τεκνοποίηση στον μεταφορντισμό
Προχωρώντας όμως στο ζήτημα της οικογένειας και εφόσον έχουμε εξηγήσει τις μεταβολές των υλικών συνθηκών κατά την πρώιμη μεταφορντική περίοδο, ας κάνουμε μία σύνοψη του τι επικρατούσε στον φορντισμό ώστε να γίνει ξεκάθαρη η διαφορά. Μέχρι και το ‘70 η δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζονταν από σταθερή – μακροπρόθεσμη εργασία, προσιτή οικονομικά στέγαση, ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η συνθήκη της εποχής επέτρεπε πρόωρο γάμο, με την πυρηνική οικογένεια να είναι ο πυλώνας του εθνικού καπιταλισμού και τα παιδιά να απολαμβάνουν την στήριξη του κοινωνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο κεϋνσιανός συντηρισμός – το τονίζω αυτό γιατί ο νεοφιλελεύθερος συντηρητισμός πήρε άλλο δρόμο – της εποχής εστίαζε τόσο πολύ στις παραδοσιακές αξίες, κάτι που αργότερα τον έκανε πολέμιο της νέας κουλτούρας (πανκ, σεξουαλική απελευθέρωση, καταναλωτισμός κλπ) και τον μετέτρεψε σε βαρίδιο μιας νομοτελειακής ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού των 80’s. Όμως με το πάγωμα μισθών, την εμπορευματοποίηση της κατοικίας, τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος και φυσικά την επισφαλή εργασία του μεταφορντισμού, είναι πλέον δεδομένη μια μακροπρόθεσμη μεταβολή του οικογενειακού μοντέλου, ασχέτως αν ο συντηρητισμός, κόντρα στην ροή της ιστορίας, προσπαθεί να το διατηρήσει με νύχια και με δόντια. Η γενιά του ύστερου ‘70 και ειδικά του ‘80, έμελλε να ‘ναι μία από τις πρώτες γενιές που θα καθυστερεί να φύγει από το σπίτι της, που θα καθυστερήσει να τεκνοποιήσει ή δεν θα τεκνοποιήσει καθόλου λόγω στρες, μειωμένου χρόνου και απολαβών και αβεβαιότητας για το μέλλον. Η ίδια η οικογένεια μετατρέπεται σε έναν από τους πολλούς παράγοντες του risk management της καθημερινότητας, ενώ η τεκνοθεσία σε ένα μακροπρόθεσμο οικονομικό στοίχημα εντός της βραχυπρόθεσμης αγοράς εργασίας.
Παρά το γεγονός ότι η είσοδος της γυναίκας στην παραγωγή εντοπίζεται πολύ νωρίτερα, πλέον αρχίζει να γίνεται δομική. Ο ρόλος της νοικοκυράς αρχίζει να παρακμάζει εώς ότου τείνει προς εξάλειψη και αντικαθίσταται από έναν πιο μοιρασμένο καταμερισμό της εργασίας, δίχως φυσικά αυτό να καταργεί υπερφόρτωση υποχρεώσεων στις γυναίκες, ένα ιδεολογικό κατάλοιπο περασμένων εποχών το οποίο διατηρείται εώς και σήμερα, φυσικά σε πιο περιορισμένο βαθμό.
Η ίδια η τριγενοποιημένη εργασία γεννά και νέες υποχρεώσεις σε μαζική κλίμακα. Η υπερωρία, τα κυλιόμενα ωράρια, το dressing-code, η εταιρική συμπεριφορά, ο ανταγωνισμός για προαγωγή, καλλιεργούν μία άνευ προηγουμένου πίεση η οποία δημιουργεί προβλήματα ακόμα και για την εργατική αριστοκρατία των υψηλότερων απολαβών. Επιπλέον, η δουλειά ακολουθεί τους πάντες παντού. Στο σπίτι, στην καφετέρια, στο μπαρ, στις διακοπές. Αν και αυτό επιταχύνθηκε με την εξέλιξη της κινητής τηλεφωνίας -κάτι που θα συζητήσουμε στο δεύτερο μέρος του άρθρου όπου θα εστιάσουμε στον ψηφιακό καπιταλισμό- δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο ένα τηλέφωνο στο σπίτι από τον εργοδότη για πρόωρη άφιξη στην εργασία, ή για έκτακτη βάρδια, ή αντίστοιχα για κάποιο πρόβλημα που προέκυψε. Αντίστοιχα, για επαγγέλματα όπως πωλητές και μαρκετίστες, πολύ συχνά ήταν και τα meetings εκτός ωραρίου καθώς δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τονίζω αυτό το σημείο καθώς είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι δεν είναι απόροια κάποιας ανολοκλήρωτης βελτιστοποίησης του καπιταλισμού ή τσιγκουνιάς των εργοδοτών, αλλά νομοτελειακή ανάγκη. Όταν η δομική ανεργία αντιμετωπίζεται ως εκβιασμός κατά της εργατικής τάξης για να παραμείνει ανοργάνωτη και να μην ζητά αυξήσεις μισθών και οι επιπλέον προσλήψεις δημιουργούν ζητήματα αυξημένου κόστους, είναι λογικό ότι όλο το βάρος θα πέσει στους υπάρχοντες εργάτες πιέζοντάς τους ακόμα περισσότερο, πάντα υπό την απειλή της ανεργίας και της μη-εναλλακτικής. Βέβαια, αυτή η πίεση εκφράζεται στις κοινωνικές σχέσεις, στην αποξένωση, κάτι που προκαλεί μακροπρόθεσμα burn-outs και μειωμένη παραγωγικότητα, ενώ η μειωμένη τεκνοποίηση προκαλεί δημογραφικά προβλήματα και σοβαρά θέματα στην ανακύκλωση της εργατικής τάξης. Αργότερα, αυτή η αντίφαση επιχειρήθηκε να λυθεί μέσω της μετανάστευσης, δημιουργώντας όμως μια άλλη αντίφαση για την οποία θα μιλήσουμε στο δεύτερο μέρος του άρθρου. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς δίχως να προκληθούν ζητήματα μειωμένου κέρδους, όμως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήρθε ο μεταφορντισμός, αντικαθιστώντας τον φορντισμό. Να κι άλλη μία αντίφαση που ανακαλύψαμε χάρη στην ροή της ανάλυσης και των επιχειρημάτων! Δεν έχει λοιπόν νόημα να αναρωτιόμαστε για ποιο λόγο οι αστοί δεν προσπαθούν να επιλύσουν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, γιατί πολύ απλά η επίλυση μιας αντίφασης δημιουργεί μία άλλη ή και περισσότερες λόγω της δυναμικής της πραγματικότητας που ζούμε.
Καθώς λοιπόν διανύουμε την δεκαετία του ‘80 και ‘90, το μοντέλο της οικογένειας μεταβάλλεται και η τεκνοποίηση γίνεται πολυτέλεια, αρχίζει και η ιδεολογική νομιμοποίηση της νέας συνθήκης, όχι μόνο μέσω του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και μέσω διάφορων νέων ρευμάτων σκέψης αλλά και αντιλήψεων, τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως μακρινούς συγγενείς τους, αν φυσικά λάβουμε υπόψιν τον κοινό ενοποιό παράγοντα του ατομικισμού. Το carpe diem, ο καριερισμός, η αυτοπραγμάτωση μέσω ατομικών επιλογών, αλλά και διάφορα μεταμοντέρνα ιδεολογικά ρεύματα που εστίασαν υπερβολικά πολύ στην κοινωνική ταυτότητα και στο ερώτημα «ποιος/α είσαι;» έναντι του «ποια η θέση σου στην παραγωγή;» δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να αναπαράγουν την υπάρχουσα ιδεολογία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είτε με τον σκληρό εταιρικό νεοφιλελευθερισμό, είτε με τον εναλλακτικό lifestyle αριστερισμό. Και οι δύο δρόμοι όμως ουσιαστικά κατέληγαν στον ίδιο προορισμό: στην ατομική αυτοπραγμάτωση μέσω προσωπικών επιλογών.
Είναι σημαντικό να αναφέρω εδώ ότι η κριτική στον μεταμοντερνισμό δεν γίνεται από κάποια συντηρητική σκοπιά. Δεν με ενδιαφέρουν οι πολεμικές του κατά της πυρηνικής οικογένειας από θέση αρχής, αλλά επιχειρώ να εντοπίσω το τι ρόλο επιτελούν αυτές οι κριτικές που περιστρέφονται γύρω από έναν ατομικίστικο κοινωνικό φιλελευθερισμό, ο οποίος κιόλας αργότερα αφομοιώθηκε από τα φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά και ευρωκομμουνιστικά κόμματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Υπό μία άλλη οπτική, έχει ενδιαφέρον ότι η ιδεολογία δεν αναπτύσσεται μονομερώς από τα πάνω, αλλά ακολουθεί μία πιο δυναμική πορεία, πολλές φορές εκφραζόμενη και από τα κάτω σε τέτοιο επίπεδο πίεσης ώστε ενσωματώνεται εντός των υπάρχοντων συνθηκών (π.χ. τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων ως DEI εντός της παραγωγής αλλά και της πολιτικής).
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου επιχείρησα να καλύψω μία μεγάλη ιστορική πορεία από την προβιομηχανική Ευρώπη εώς την δεκαετία του ‘80, τα ιστορικά στάδια του καπιταλισμού, την οργάνωση της παραγωγής και τις επιδράσεις της στις κοινωνικές σχέσεις, συγκεκριμένα στην οικογενειακή δομή και στην τεκνοποίηση. Επειδή βέβαια μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί να σταθεί δίχως να μελετά τις υλικές συνθήκες τις εκάστοτε εποχές, τις μεταβολές στις παραγωγικές δυνάμεις και στην ιδεολογία, προσπάθησα όσο καλύτερα μπορούσα να κάνω κατανοητό ότι τέτοιες πολυεπίπεδες μεταβολές εξαρτώνται από πολλαπλούς παράγοντες και πολλές φορές εμφανίζονται μακροπρόθεσμα, προκαλώντας μία σύγχυση στις αιτίες πρόκλησής τους, ενώ ο κυρίαρχος λόγος – επιτηδευμένα -ρίχνει λάδι στην φωτιά αυτής της σύγχυσης για λόγους διαίρει και βασίλευε.
Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου θα δούμε πιο αναλυτικά το τι συμβαίνει στον δυτικό ψηφιακό καπιταλισμό του σήμερα, στατιστικά στοιχεία περί της εξέλιξης της οικογενειακής δομής και των ποσοτιαίων μεταβολών στην τεκνοποίηση και φυσικά στο πως ο δυτικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να καλλιεργήσει αυτή την ιδεολογία σε τρίτες χώρες παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως στρατηγικό σύμμαχο αυτών των φιλελεύθερων μεσοστρωμάτων που τις υιοθετούν και καλλιεργώντας μυστικοποιημένες αντιθέσεις μεταξύ ιμπεριαλιστικού σοσιαλφιλελευθερισμού και συντηρητικού αντι-ιμπεριαλισμού, κάνοντας την σύγχυση ακόμα μεγαλύτερη, αλλά ίσως αρκετά αποτελεσματική για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδίου.
--------------------------------------------------------------------
Αντόν Μιχαήλοβιτς, Eργαζόμενος, πρώην εποχιακός για χρόνια (πώς άντεξε;). Ασχολείται με θέματα τεχνολογίας, πολιτικής και οικονομίας. Σημαία του η ελεύθερη ενημέρωση/αντιπληροφόρηση και χόμπυ του η κηπουρική και το να διαπληκτίζεται σε συνελεύσεις. Γράφει λίγο (όχι πολύ) χύμα γενικά, αλλά προσπαθεί να το βελτιώσει.
Πηγή: kosmodromio.gr
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Μπέρτολτ Μπρεχτ – “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”
Μπέρτολντ Μπρεχτ
Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Απόδοση ποιήματος Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα εκδ. Κοραντζή
Κυρώσεις, γιοκ!
Κυρώσεις, γιοκ!
Δεν θα μπορούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία για την κατοχή εδαφών κράτου–μέλους της Ένωσης, της Κύπρου;
Ναι! Κυρώσεις!
Έστω 52 χρόνια μετά!
Η Ένωση επιβάλλει κυρώσεις δώθε κείθε, για σημαντικούς και λιγότερο σημαντικούς λόγους. Η Τουρκία είναι υπεράνω των νόμων και των κανονισμών που ακολουθεί η Ένωση για την εξωτερική της πολιτική;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο (όπως για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία) και επιβάλλει μεγάλες κυρώσεις. Για ποιο λόγο δεν επικαλείται και δεν τηρεί το Διεθνές Δίκαιο, εν σχέσει με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο καθώς και για την παράνομη κατοχή Κυπριακών εδαφών;
Γιατί εκεί δεν επιβάλλει κυρώσεις;
Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ δεν υπάρχουν;
Ανάγνωση να τα διαβάσει δεν γνωρίζει η Κομισιόν;
Δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Ναι!
Για αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάνει –όπως και οι ΗΠΑ– κουρέλι το Διεθνές Δίκαιο.
Βεβαίως όλοι γνωρίζουμε ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο εκάστοτε συσχετισμός ισχύος μεταξύ των κρατών. Το ξέρει και η Ένωση. Τότε, γιατί το επικαλείται όταν βολεύει κυρώσεις; Κι όταν επιβάλλει κυρώσεις, γιατί δεν επιβάλλει και στην Τουρκία;
Διότι είναι πολλά τα λεφτά!
Διότι είναι χοντρές οι μπίζνες!
Διότι είναι πολλές οι επιμέρους πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες αρκετών χωρών (Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία κ.ά.) με την Τουρκία.
Η Τουρκία βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά της Ένωσης για τα εξοπλιστικά προγράμματα, είναι τεράστια αγορά (για την Γερμανία κυρίως), ποιος θα λογαριάσει την Κύπρο;
Και την Ελλάδα, ποιος την λογαριάζει με τις κυβερνήσεις που έχει; Η Ελλάδα είναι καλή για να αγοράζει όπλα από τις ευρωπαϊκές χώρες! Η Ελλάδα είναι καλή για να της φορμάρουν ως Μνημόνια! Η Ελλάδα είναι καλή για να κάθονται σούζα στη γωνία της και να εισπράττει καρπαζιές στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».
Η Ελλάδα είναι καλή για να στέλνει όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία.
Σκούζει και ωρύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση για τον κίνδυνο να εισβάλει η Ρωσία στη Λιθουανία, μην σας πω και στην Πορτογαλία! Για την εισβολή όμως και την Κατοχή στην Κύπρο, δεν σκούζει η Ένωση. Βεβαίως, που και που λέει και καμιά κουβέντα –αυτό να της το αναγνωρίσουμε! Κυρώσεις όμως γιοκ! Τσίπα γιοκ! «Ευρωπαϊκός πατριωτισμός» (!) γιοκ.
Όμως (και) έτσι, τον λάκκο της σκάβει η Ένωση…
Πηγή: militaire.gr
Ατομικό εναντίον συλλογικού (Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το παρόν και το μέλλον της υγείας)
Παραφράζοντας μια παλιά πολιτική φράση, η ιατρική ή θα είναι χρήσιμη για το σύνολο των πολιτών και τις ανάγκες τους, ή δε θα υπάρχει καθόλου ως επιστήμη, θα είναι μια πιο υψηλού status θέση πλασιέ προϊόντων.
Σε κάθε περίοδο μεγάλων τεχνολογικών και επιστημονικών αλλαγών εμφανίζονται διάφορα συστημικά αφηγήματα τα οποία προσπαθούν να εμφυσήσουν έναν αέρα αισιοδοξίας στους πολίτες και στην ουσία να αποτρέψουν οι αλλαγές που γίνονται να επεκταθούν και να αποτυπωθούν και στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Σε μια τέτοια συνθήκη και συγκυρία βρισκόμαστε και τώρα, με την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης (artificial intelligence, AI) και τις δυνατότητες που θα μπορούσε αυτή να επιφέρει.
Ένας τομέας στον οποίο ακούγεται έντονα η εμπλοκή της τεχνητής νοημοσύνης είναι και η υγεία. Σε μια σειρά από συνέδρια επιστημονικού χαρακτήρα (φαινομενικά τουλάχιστον, γιατί όσο και αν θέλει κάποιος να το αποφύγει η επιστήμη δε μπορεί να είναι αποκομμένη από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες) εμφανίζεται η εξατομικευμένη ιατρική, δηλαδή η προσαρμογή της θεραπείας στο κάθε άτομο. Ακούγονται πολλά και διάφορα, από εξελιγμένα φάρμακα νανοτεχνολογίας για καρκίνους, έως ατομικό γενετικό προφίλ με αντίστοιχες στοχευμένες παρεμβάσεις.
Τα ακούει όλα αυτά κάποιος και μετά πηγαίνει σε μια δημόσια δομή υγείας και δε βρίσκει γιατρό, δε βρίσκει ασθενοφόρο, δε βρίσκει γάζες, δε βρίσκει αντιβιοτικά και αναρωτιέται καλά εδώ δεν υπάρχουν πράγματα που ήταν δεδομένα τα προηγούμενα χρόνια, θα βρει τεχνητή νοημοσύνη να του επεξεργαστεί το γενετικό υλικό; Και είναι όντως μια εύλογη απορία. Και μάλιστα δεν ακουμπά καν το πλήρες εύρος του τι ακριβώς επικρατεί στις πολιτικές υγείας σήμερα, ένα σήμερα στο οποίο δεν υπάρχει σοβαρός κεντρικός σχεδιασμός από το κράτος και οι δημόσιες δομές παραπαίουν, σε ένα σήμερα όπου η λέξη συλλογικό είναι ντεμοντέ.
Αυτό με ξενίζει και εμένα όταν βρίσκομαι στην πλειοψηφία των επιστημονικών συνεδρίων, νιώθω ότι έχω μπει σε μια μαγική φούσκα και έχω μεταφερθεί σε ένα μέρος εκτός τόπου και χρόνου, έναν εικονικό θαυμαστό νέο κόσμο που όμως που με το που θα βγω από την πόρτα θα εξαφανιστεί σαν όνειρο θερινής νυκτός. Και είναι τόσος παραμορφωμένος ο φακός μέσα από τον οποίο μια μερίδα συναδέλφων βλέπει την πραγματικότητα, που αν αναφέρεις το ζήτημα πολιτικής υγείας, τη συλλογική κοινωνική ιατρική, τη μελέτη συνόλων και όχι μόνο ατόμων, ή θα σε περάσουν για εξωγήινο ή θα θεωρήσουν ότι όλα αυτά δεν είναι ζήτημα ενός ιατρικού συνεδρίου.
Η σύγχρονη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τα συστήματα υγείας έχει πείσει μια μεγάλη μερίδα γιατρών και πολιτών ότι υπάρχει μόνο η θεραπεία, βλέποντας τη διάγνωση ως κάτι δεδομένο και έχοντας ξεχάσει παντελώς την όποια άσκηση πρόληψης και συστημικής παρέμβασης. Σε αυτό βέβαια παίζει μεγάλο ρόλο και η εμπλοκή των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών στην άσκηση ιατρικής και την ανάδειξη τους ως βασικό διοργανωτή επιστημονικών εκδηλώσεων. Και έτσι τίθεται το ερώτημα πώς θα καταλήξει να πάρει κάποιος την υπερσύγχρονη θεραπεία όταν δεν υπάρχει μια δομή υγείας στην οποία να διαγνωστεί πρώτα; Πώς για παράδειγμα θα υπάρχει εξατομικευμένη θεραπευτική παρέμβαση στο μικροβίωμα του εντέρου όταν δεν υπάρχει πουθενά ένα διαγνωστικό κέντρο που να το χαρτογραφεί και καμία πολιτική κοινωνικής ιατρικής που να μελετά την επίδραση του περιβάλλοντος και της διατροφής σε αυτό; Και με όλα αυτά τα δεδομένα ποιοι και με τι κόστος θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης και εξατομικευμένης θεραπείας;
Η απάντηση είναι προφανής: επανερχόμαστε σε μια προμεσαιωνική περίοδο όπου θα μπορεί να θεραπευτεί μόνο το άτομο που έχει λεφτά, τουλάχιστον έως ότου εμφανιστεί μια πανδημία που θα τα σαρώσει όλα γιατί κανένας δε θέλησε να μελετήσει την υγεία κοινωνικών συνόλων. Εξάλλου και αυτό γνώριμο ακούγεται πλέον. Αν όμως δεν είναι ιατρική, και μάλιστα βασική, η μελέτη των συνόλων, των περιοχών, του σχεδιασμού των απαραίτητων παρεμβάσεων και δομών, τότε τι είναι; Όμως αυτό είναι μια τελείως άλλη αντίληψη για την άσκηση της ιατρικής, μια αντίληψη που δε βλέπει μόνο το άτομο αλλά και το σύνολο στο οποίο ανήκει, μια αντίληψη που δε βλέπει μόνο την θεραπεία και το κέρδος, αλλά και την πρόληψη.
Πολύ όμορφη και χρήσιμη είναι και η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και οι εξατομικευμένες παρεμβάσεις, μόνο που για να έχουν προοπτική και να κοινωνικοποιηθούν θα πρέπει να ενταχθούν και να είναι μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού για το σύνολο, ή τα επιμέρους σύνολα των πολιτών. Ειδάλλως θα είναι απλώς μια ακόμη επιχειρηματική κίνηση για την ενίσχυση των κερδών των φαρμακευτικών εταιρειών και του εγωισμού των νέων επιστημόνων. Και όσο επικρατεί αυτή η αντίληψη τόσο πιο γραφικοί θα νιώθουμε οι υπόλοιποι μέσα σε εκδηλώσεις και συνέδρια.
Παραφράζοντας μια παλιά πολιτική φράση, η ιατρική ή θα είναι χρήσιμη για το σύνολο των πολιτών και τις ανάγκες τους, ή δε θα υπάρχει καθόλου ως επιστήμη, θα είναι μια πιο υψηλού status θέση πλασιέ προϊόντων.
-----------------------------------------------------------------
Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης.
Φτωχοί χορέψτε!
Μπορεί το μεροκάματο να μην φτάνει, μπορεί το μέλλον να ακυρώνεται μέρα με τη μέρα, υπάρχει όμως η ψυχολογία για νοικοκυρές και το life coaching της μιας χρήσης
«Μην είστε μίζεροι. Σταματήστε να γκρινιάζετε και ολοένα να ζητάτε.
Η μιζέρια δεν είναι καθόλου mainstream.
Οι λυπημένοι δεν χωράνε στις παρέες μας.
Φτωχοί χορέψτε, αλλά μην διανοηθείτε να διεκδικήσετε το δίκιο σας στους χώρους εργασίας σας. Η εταιρεία ξέρει καλύτερα από εσάς πότε πρέπει να σας πετάξει στον δρόμο. Εσείς όμως μην απελπίζεστε. Συνεχίστε να αναζητάτε τη χαρά.
Μην κλαίγεστε όταν ο μισθός σας τελειώνει στα μέσα του μήνα. Μπορείτε να πάτε σε μία δωρεάν εκδήλωση, να ξεδώσετε και να γεμίσετε «θετική ενέργεια».
Μην παραπονιέστε που δεν έχετε τσέπη βαθιά για να σπουδάσετε τα παιδιά σας. Οι σπουδές σήμερα δεν είναι αναγκαίες. Ας γίνουν τα παιδιά σας εργάτες, εργάτριες, γρανάζια της γνωστής κρεατομηχανής. Έχετε όμως καθήκον να μάθετε στα παιδιά σας να χαίρονται με τα λίγα.
Φτωχοί, ερωτευτείτε όσες φορές αντέχει η καρδιά σας! Χωρίς βεβαίως να δεσμευτείτε, γιατί η δέσμευση ενέχει υποχρεώσεις που εσείς δε τις αντέχετε. Δείτε όμως το θετικό της υπόθεσης: έτσι θα μείνετε για πάντα οπαδοί της φτωχικής σας ελευθερίας και επαναστάτες της φτωχικής σας κρεβατοκάμαράς! Γιατί μόνο εκεί σας επιτρέπουν την επανάσταση».
Είναι γλυκό το κουτόχορτο, η αγάπη μου…
Το ξέρουν καλά γι’ αυτό μας το σερβίρουν καθημερινά ως «θετική σκέψη, θετική ενέργεια», «αγάπη μόνο», «ζήσε το σήμερα», «λευτεριά στην κρεβατοκάμαρα» και τόσα άλλα που αναφέρονται στην «προσωπική γαλήνη και ηρεμία». Ανέξοδα λόγια για τους απεγνωσμένους.
Μπορεί το μεροκάματο να μην φτάνει, μπορεί το μέλλον να ακυρώνεται μέρα με τη μέρα, υπάρχει όμως η ψυχολογία για νοικοκυρές και το life coaching της μιας χρήσης, σύγχρονα εργαλεία κατευνασμού, που έχουν κατακλείσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρουσιάζοντας τη φτώχεια, την ανασφάλεια, την αποτυχία και γενικά το συλλογικό τραύμα του καπιταλισμού, ως προσωπική αδυναμία, που χρειάζεται «ενδυνάμωση». Η οργή και η θλίψη ενοχοποιούνται.
Έτσι, μεγάλο μέρος της κοινωνίας που θα έπρεπε να είναι ενεργά πολιτικοποιημένο υπερασπιζόμενο τα δικαιώματά του και διεκδικώντας όσα θα βελτιώσουν τη ζωή του, έχει καταντήσει μέσω αυτής της πλύσης εγκεφάλου, θύμα της νεοφιλελεύθερης ηθικής που προστάζει «Χαρά και Απόλαυση», με αποτέλεσμα οι αναφορές σε ταξικές ανισότητες, εργασιακά δικαιώματα ή συλλογικές διεκδικήσεις να παρουσιάζονται ως υπερβολές, γκρίνια, «τοξικά» για την «καλή διάθεση».
Είναι μια πολύ επιτυχημένη προσπάθεια συγκάλυψης της βαρβαρότητας της εποχής μας. Κάτι που μπήκε στη ζωή μας ύπουλα και αθόρυβα και ξαφνικά βρίσκεσαι σε έναν κόσμο όπου επικρατούν copy paste απόψεις, copy paste συμπεριφορές μέσα σε μιά ψευδαίσθηση ελευθερίας υπό την υπόκρουση παραδοσιακής μουσικής (σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που θυμίζει πια επταετία! Όχι άλλο καρσιλαμά!).
Μια νέα κουλτούρα; Ίσως…
Κουλτούρα υποχρεωτικής πολιτιστικής κατανάλωσης σκουπιδιών, ως συλλογική έκφραση της εθνικής μας απελπισίας;
ή μηπως
Κουλτούρα υποχρεωτικής διασκέδασης ως πολιτικό εργαλείο ανώδυνης κοινωνικής εκτόνωσης;
Ίσως και τα δυο μαζί.
Φτωχοί, χορέψτε! *(Αφού δεν θέλετε να γεμίσετε τις πλατείες…)
--------------------------------------------------------------------------
Η Τζώρτζια Ρασβίτσου είναι γνωστή συμβολαιογράφος, κοινωνική αγωνίστρια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Λέσβο με συμμετοχή στα κινήματα αλληλεγγύης του νησιού.
Το δυσμενές προνόμιο της Μαρίας Καρυστιανού
Η Μαρία Καρυστιανού µπήκε στην πολιτική ζωή έχοντας ένα δυσµενές προνόµιο. Το τραγικό συµβάν της απώλειας του παιδιού της, η ανάγκη για δικαίωση έπειτα από ένα πανθοµολογούµενο έγκληµα και η προσπάθεια (κυβερνητικής) συγκάλυψης είναι τα στοιχεία που την οδήγησαν σε αυτή την απόφαση.
Η Καρυστιανού δεν γίνεται πολιτικός από φιλοδοξία, δεν προσεγγίζει την πολιτική από ιδιοτέλεια, δεν την αντιλαµβάνεται ως ένα είδος προσωπικού κέρδους. Οσοι επιχειρούν εδώ και καιρό να κάνουν δίκη των προθέσεών της πρέπει να απαντήσουν σε ένα λογικό και ισχυρό ερώτηµα: Εχει άδικο να θεωρεί ότι υπάρχει αδυναµία να αποδοθεί δικαιοσύνη στην Ελλάδα επειδή η εξουσία τη χρησιµοποιεί ως εργαλείο της για να διατηρήσει τη διεφθαρµένη λειτουργία της; Εχει άδικο όταν λέει και πιστεύει, όπως η πλειονότητα των πολιτών πλέον, ότι το πολιτικό σύστηµα αδυνατεί να αυτοκαθαρθεί και να εξυπηρετήσει την κοινωνία; Της αναγνωρίζουµε το δικαίωµα να θεωρεί ότι µπορεί και πρέπει να συµβάλει στο να ανατραπεί η εφιαλτική και αδιέξοδη κατάσταση;
Η θέση που συστηµατικά και συστηµικά αναπαράγεται ότι η Καρυστιανού δεν είναι πολιτικός, δεν γνωρίζει από πολιτική και άρα καλά θα κάνει να µείνει στον µη πολιτικό αγώνα της (γιατί όχι και στην κουζίνα της;) είναι αναχρονιστική και επικίνδυνη. Μας γυρίζει στην εποχή που δικαίωµα να γίνουν πολιτικοί είχαν µόνο όσοι γνώριζαν καθαρεύουσα και «µιλούσαν τη γλώσσα των υπηρεσιών και του κράτους». Σήµερα την εγκαλούν γιατί δεν γνωρίζει και δεν µιλάει τη γλώσσα της πολιτικής, πρακτικά δηλαδή ότι δεν ανταποκρίνεται σε ελιτίστικα κριτήρια ή στις προϋποθέσεις της οικογενειοκρατίας.
Φυσικά ούτε οι καλές προθέσεις ούτε η ανιδιοτέλεια φτάνουν για να πετύχει ένα πολιτικό εγχείρηµα. Το δε επιχείρηµα της τιµιότητας και του ηθικού πλεονεκτήµατος (τα οποία έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητες προϋποθέσεις για την άσκηση πολιτικής) µπορούν πολύ εύκολα να µετατραπούν σε άλλοθι της αναποτελεσµατικότητας. Το παράδειγµα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που οδηγήθηκε σε απραξία και δεν κατάφερε να λύσει σοβαρά κοινωνικά προβλήµατα κραδαίνοντας ως άλλοθι το «ναι, αλλά έχουµε το ηθικό πλεονέκτηµα» είναι πρόσφατο και χαρακτηριστικό.
Η ευγενής αφετηρία της κ. Καρυστιανού, η τιµιότητα και η πίστη της στη µάχη κατά της διαφθοράς είναι καλές προϋποθέσεις αλλά δεν οδηγούν σε λύση διά αυτοµατισµού. Αντιθέτως, η αντιµετώπιση της πολιτικής στο πλαίσιο της παντοδυναµίας του ροµαντισµού, η ηµιµάθεια που οδηγεί στην αυτάρκεια και ο βολονταρισµός που µεταφράζεται αυθαίρετα σε επιταγή της κοινωνίας µπορεί να οδηγήσουν σε οπισθοδρόµηση.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν έρχεται από µακριά, αλλά µπορεί να χαράξει τον δρόµο της στην πολιτική και είναι καθαρά δική της επιλογή αν θα πάει µακριά ή (στο κακό σενάριο) θα ρίξει τον κόσµο που την πίστεψε σε απογοήτευση µαζί µε τη χώρα. Η διεκδίκηση πολιτικού ρόλου από την Καρυστιανού, επειδή της αναγνωρίζονται συγκεκριµένα κίνητρα που συναντούν την αγωνία και την αγανάκτηση του κόσµου, µπορεί να ταράξει το πολιτικό σύστηµα. Το πιο εµφανές πιθανό αποτέλεσµα είναι ότι θα σαρώσει τους µικροµέγαλους της πολιτικής (Ανδρουλάκη, Τσίπρα) και θα ξαναµοιράσει την τράπουλα. Αν το ζητούµενο της µάνας των Τεµπών είναι η εφάπαξ επιτυχία που θα της πιστωθεί προσωπικά, τότε πέτυχε. Αν οραµατίζεται κάτι άλλο, τότε τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στη δοξαστική του έκφραση.
Στις δηµόσιες εµφανίσεις της η Μαρία Καρυστιανού δείχνει να αντιλαµβάνεται την πολιτική ως αλληλουχία κατηγοριών προς τους πολιτικούς και τα κόµµατα. Το παλιό πρέπει να µη συνεχίζει να υπάρχει, ενώ οι παλιοί συµµετέχοντες στις πολιτικές διαδικασίες είναι ανεπιθύµητοι και συνένοχοι.
Τα στερεότυπα στις λέξεις δηµιουργούν στερεότυπα στο µυαλό. Τα κόµµατα δεν είναι κακά ούτε και η πολιτική. Αντιθέτως είναι θεµέλια της δηµοκρατίας. Το πρόβληµα είναι η σύνδεση συγκεκριµένων κοµµάτων µε συµφέροντα και η ιστορική σχέση τους µε τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Είναι η άσκηση της πολιτικής συνεχώς µέσα στο πλαίσιο των ίδιων συµφερόντων. Τα πάντα είναι πολιτική και κυρίως η αντίληψη «δεν ασχολούµαι µε την πολιτική».
Ο χαρακτηρισµός συλλήβδην των υπαρχόντων πολιτικών ως επιζήµιων και βλαπτικών αποτελεί επίσης επικίνδυνη άποψη. Πουθενά –ούτε στην πολιτική– δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ολα κάπως δηµιουργήθηκαν και κάπως υπάρχουν. Η βελτίωση των πραγµάτων δεν ταυτίζεται µε απόρριψη όσων υπήρξαν. Το δίληµµα δεν είναι παλιοί ή νέοι πολιτικοί, αλλά έντιµοι ή διεφθαρµένοι, ικανοί ή ανίκανοι. Οι τεχνοκράτες και οι σοφοί δεν µπορούν να δώσουν λύσεις ως ροµπότ του καλού. Ο τεχνοκράτης υλοποιεί πολιτικούς στόχους. Αν η πολιτική απόφαση είναι να υπάρχει ιδιωτική υγεία τότε οι τεχνοκράτες µπορούν να την υλοποιήσουν. Αν θες δηµόσια υγεία, να εξυπηρετεί τον πολίτη, πάλι µπορούν να δηµιουργήσουν τις συνθήκες. Σε τελευταία ανάλυση, αν οι σοφοί ήταν η λύση δι’ αυτοµατισµού, ο κόσµος θα είχε σωθεί µε τόσους απόφοιτους των Χάρβαρντ και της Οξφόρδης. Θα είχε σωθεί πρωτίστως η Ελλάδα, αφού έχει (και είχε) πρωθυπουργό που ισχυρίζεται ότι έχει πλάκα τα πτυχία.
Οι πολιτικές είναι δεξιές και αριστερές µε βάση την προσήλωσή τους σε συγκεκριµένα συµφέροντα. Το γεγονός ότι µπορεί να υπάρξει κόµµα που να ενθουσιάζει ψηφοφόρους από κάθε πλευρά του φάσµατος είναι κάτι που µπορεί να συµβεί. Το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα Παπανδρέου ήταν ένα τέτοιο κόµµα, αλλά ο αριστερός προσανατολισµός του ήταν αδιαµφισβήτητος.
Η Μαρία Καρυστιανού αν θέλει να εκφράσει ουσιαστικά τη βουβή διαµαρτυρία που υπάρχει στον κόσµο, µε ζητούµενο όµως την πρόοδο, τότε το στοίχηµα δεν είναι µε αυτούς που θα προσπαθήσουν να την εξουδετερώσουν και να τη διαβάλουν γιατί νιώθουν πως κινδυνεύουν, αλλά µε τον εαυτό της και την πολιτική συνέπεια.
Αυτοί που σήµερα ενθουσιάζονται και την επευφηµούν για την ευρύχωρη πολιτική ρητορική της είναι οι πρώτοι που θα τη σταυρώσουν όταν δεν θα δώσει πολύ συγκεκριµένες και στενές λύσεις.
Υπάρχει ένα πιο προσωπικό θέµα που αφορά τη Μαρία Καρυστιανού. Η ευθύνη της, πέρα από το να συνεγείρει την κοινωνία που της συµπαραστέκεται, είναι να τη βοηθήσει. Απαιτείται γνώση και, κυρίως, να µην απολυτοποιήσει αυτό που συµβαίνει και τον εαυτό της. Το γεγονός ότι τα έβαλε µε το σύστηµα και πήγε πέρα από εκεί που προσπάθησαν να την περιορίσουν προφανώς δηλώνει ικανότητα και πείσµα. ∆εν φτάνεις παντού επειδή το θέλεις ή θεωρείς ότι µπορείς. Το µεγάλο πρόβληµα των πολιτικών προτού προσχωρήσουν στη διαφθορά ήταν το έλλειµµά τους. Ετσι αναγκάστηκαν να γίνουν υπάλληλοι της διαπλοκής, παίρνοντας bonus από τη διαφθορά.
Ο Φρανσουά Μιτεράν, ένας πολύ ικανός και ευφυής πολιτικός, όταν έγινε πρόεδρος της Γαλλίας, παρά τις γνώσεις και την ιστορία του, ζήτησε να του κάνουν φροντιστήρια Οικονοµίας για να µπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της εποχής. Ο Μιτεράν πρέπει να είναι το παράδειγµα, όχι η εξαίρεση.
Η Μαρία Καρυστιανού θα δεχτεί επιθέσεις ως επικίνδυνη για το σύστηµα. Από αυτές πρέπει να διδάσκεται, όχι να δικαιολογείται. Τα µέσα ενηµέρωσης δεν φταίνε για τις αµφίσηµες θέσεις που διατύπωσε για τις αµβλώσεις. Αν ξέρεις ότι θα σου επιτεθούν, προσέχεις δύο φορές.
Το δίληµµα της Μαρίας Καρυστιανού είναι µονοσήµαντο. Θα θελήσει να αντεπεξέλθει στις ανάγκες που δηµιούργησε το δυσµενές της προνόµιο; Θέλει να είναι το κύµα µόνο ή η θάλασσα που θα καθάρει. Αν θέλει το δεύτερο, τότε πρέπει να γίνει άκρως πολιτική και µε προοδευτικό πρόσηµο.
ΥΓ.: Μια γενική αρχή: τα όρια στους ευφυείς ανθρώπους τις περισσότερες φορές τα βάζει ο χαρακτήρας και ο εαυτός τους. Σπάνια οι άλλοι.
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Τα Τρίκαλα και το Κακό
Και ενώ ακόμα ευχόμαστε «καλή χρονιά» –μάλλον «ελπίζοντας από απελπισία», για να μνημονεύσουμε Μανόλη Αναγνωστάκη–, το νέο έτος έχει ήδη δείξει, διεθνώς και εθνικά, ότι πήρε από το λήξαν τη σκυτάλη της θλίψης και της κατάθλιψης. Για τα Τρίκαλα, για την Ελλάδα όλη, η εβδομάδα ξημέρωσε χθες μαύρη, απανθρακωμένη. Η τραγωδία στην μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα», με πέντε εργάτριες νεκρές, πιστοποιεί, με τον πλέον οδυνηρό τρόπο, ότι παραμένουμε στην ίδια ρότα· αδύναμοι ή απρόθυμοι να σταματήσουμε επιτέλους την ανεμπόδιστη σκυταλοδρομία του θανάτου στους εργασιακούς χώρους.
Στην πρώτη του δήλωση για το δράμα των Τρικάλων, στο υπουργικό του συμβούλιο, ο πρωθυπουργός είπε το αναμενόμενο, το συμβατικό: «Η σκέψη μας είναι με τις οικογένειες των θυμάτων». Οντως, όλων η σκέψη είναι με τις οικογένειες των θυμάτων. Για πόσο όμως; Πόση μνήμη έχει μέσα της η σκέψη αυτή και πόση ευθύνη; Ας μην κρυβόμαστε. Κι ας μην κρύβουμε. Σε μια εποχή που παράγει δέκα «σοκ» εβδομαδιαίως στα πρωτοσέλιδά της ή στα σόσιαλ μίντια, ένα εργατικό δυστύχημα, όσο πολύνεκρο, κατατάσσεται απογοητευτικά γρήγορα στα «συνήθη», τα «αναμενόμενα», τα «αφομοιώσιμα» εντέλει. Επειδή επί δεκαετίες, επί αιώνες, όσο κι αν προκόβει η ανθρωπότητα, οι εργαζόμενοι παραμένουν αναλώσιμοι, ενδεχομένως και αναλωτέοι. Εν ονόματι πάντα της «προόδου».
Ας μη βιαστεί όμως η πολιτεία να μιλήσει, άλλη μια φορά, κρύβοντας και αποκρυπτόμενη, για «διαχρονικές παθογένειες». Ούτε βέβαια για την «κακιά ώρα». Κι ας μη σπεύσει να μεμφθεί, κατά το έθος της, σαν «εργαλειοποιητές», όσους της θυμίζουν ότι το Κακό χτυπάει συχνά και βαριά όταν διευκολύνεται, όταν δεν στήνονται φράγματα για να το αναχαιτίσουν. Αλλά ποια φράγματα να στήσουν οι σκιώδεις ελεγκτικοί μηχανισμοί; Και δίχως συλλογικές συμβάσεις εργασίας, και με αδύναμα ή περιθωριοποιημένα τα συνδικάτα, πώς θ’ ακουστούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που κραυγάζουν ότι οι συνθήκες δουλειάς στα εργοστάσια, τα γιαπιά, τα ναυπηγεία επιδεινώνονται συνεχώς;
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας, το 2025 η χώρα μας πρόσθεσε στα ουκ ολίγα αρνητικά ρεκόρ της ένα θλιβερότατο: τους 201 εργάτες που σκοτώθηκαν στη δουλειά τους, έναντι των 149 νεκρών του 2024. Πόσοι θα ήταν άραγε αν δεν ελεγχόταν ως συστηματική η υποκαταγραφή; Ας αφήσουν επιτέλους το πινέλο του εξωραϊσμού οι αυτοθαυμαζόμενοι κρατούντες. Για άλλους λόγους κυβερνούν.
Τραμπ: Τρεις προδοσίες και επτά πόλεμοι από τον «Ειρηνοποιό»
Έχοντας συμπληρώσει έναν χρόνο από την επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο και αποτυγχάνοντας και το 2025 να εκπληρώσει τον διακαή πόθο του για την απόκτηση του Νόμπελ Ειρήνης, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται κάθε άλλο παρά «ειρηνοποιός», όπως του αρέσει να αυτοαποκαλείται. Ο Ντ. Τραμπ έχει καταστήσει πλέον σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται για κανόνες, συμμαχίες ή θεσμούς, δεν επιθυμεί να κρατήσει τα προσχήματα και δεν υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του, ακόμη και όταν γυρίζει την πλάτη σε όσους τον εμπιστεύτηκαν.
Παρόλο που υποσχέθηκε στους Αμερικανούς πολίτες να κρατήσει μακριά τη χώρα από νέες στρατιωτικές περιπέτειες, μέσα σε έναν χρόνο οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον επτά χωρών (Βενεζουέλα, Συρία, Ιράκ, Ιράν, Νιγηρία, Υεμένη, Σομαλία). Από την απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας και την κήρυξη εμπορικού πολέμου στους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ, στην εγκατάλειψη των Κούρδων στη Συρία, την αμφισβήτηση της στήριξης στην Ουκρανία και την «προδοσία» απέναντι σε όσους τον εμπιστεύτηκαν, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκαλύπτει την αμείλικτη πραγματικότητα μιας εξωτερικής πολιτικής που λειτουργεί μόνο με όρους ιδιοτέλειας.
Συμμαχίες υπό διάλυση
Επί δεκαετίες αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων σε διάφορα μέρη του κόσμου ο στρατηγικός σχεδιασμός των ΗΠΑ προετοίμαζε στρατιώτες για πολέμους και πιθανά απρόβλεπτα σενάρια. Αυτό που δεν είχε προβλεφθεί ποτέ όμως είναι το ενδεχόμενο ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ να καταστεί παράγοντας αποσταθεροποίησης, έτοιμος να στραφεί εναντίον των συμμάχων της Ουάσινγκτον.
Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ο Ντ. Τραμπ γυρνάει την πλάτη στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ όποτε δεν συμφωνούν μαζί του και ασκεί την εξωτερική πολιτική σαν να επρόκειτο για επιχειρηματική συμφωνία, με όρους ιδιοτελείς και αυθαίρετους.
Το ΝΑΤΟ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ασπίδα, αλλά ως πιθανός στόχος, αφού ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει έτοιμος να προσθέσει στη λίστα των κεκτημένων του και τη Γροιλανδία, ξεκαθαρίζοντας στους Ευρωπαίους ότι θα προχωρήσει στην επιβολή δασμών αν σταθούν εμπόδιο στις επεκτατικές του βλέψεις.
Η εγκατάλειψη των Κούρδων
Οι Κούρδοι της Συρίας, οι οποίοι στο παρελθόν πολέμησαν καθοριστικά και ηγήθηκαν της ήττας του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), βρέθηκαν ξανά εκτεθειμένοι όταν οι συριακές δυνάμεις άρχισαν να επεκτείνονται στα εδάφη τους, καταλαμβάνοντας στρατηγικές πόλεις όπως η –πρωτεύουσα του ISIS– Ράκα και περιοχές στο Χαλέπι.
Ενώ για χρόνια οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) θεωρούνταν αξιόπιστος σύμμαχος της Ουάσινγκτον, λόγω της συμβολής τους στην ήττα του ISIS, μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Ασαντ τον Δεκέμβριο του 2024 η στάση των ΗΠΑ άλλαξε. Ο Τραμπ, αντί να προστατεύσει αυτούς που προηγουμένως πολέμησαν στο πλευρό των ΗΠΑ, στήριξε ανοιχτά τις προσπάθειες της νέας κυβέρνησης (με ηγέτη τον πρώην τζιχαντιστή Αχμέντ αλ Σαράα) «να ενοποιήσει τη χώρα», γυρίζοντας την πλάτη στις SDF. Μάλιστα, ο Τομ Μπάρακ, ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τη Συρία, προέτρεψε τις SDF να ενσωματωθούν στην κυβέρνηση τονίζοντας ότι αυτή είναι «η μεγαλύτερη ευκαιρία για τους Κούρδους της Συρίας».
Επιπλέον, η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να αγνοήσει τα συμφέροντά τους και να θέσει ουσιαστικά τη Συρία υπό την επιρροή της Τουρκίας, τη στιγμή που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρείται σημαντικός παράγοντας πίσω από το «ειρηνευτικό» σχέδιο του Αμερικανού προέδρου για τη Λωρίδα της Γάζας.
Την ίδια στιγμή η συμφωνία που επιτεύχθηκε στις αρχές Ιανουαρίου στο Παρίσι μεταξύ Συρίας και Ισραήλ, με αμερικανική μεσολάβηση, φαίνεται να έχει περιορίσει τις απαιτήσεις του Ισραήλ όσον αφορά την υποστήριξη της κουρδικής και δρούζικης αυτονομίας, ενώ παράλληλα έχει μειώσει τις στρατιωτικές επιθέσεις.
Το «παζάρι» της Ουκρανίας
Οι ΗΠΑ υπήρξαν ο μεγαλύτερος αποστολέας στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, στηρίζοντας την άμυνά της ενάντια στη ρωσική εισβολή. Αλλά λίγο μετά την επανεκλογή του ο Τραμπ ανακοίνωσε την παύση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, αποκαλώνοντας τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι «τον μεγαλύτερο πλασιέ όλων των εποχών». Στη συνέχεια «πούλησε» την αμερικανική βοήθεια με αντάλλαγμα την πρόσβαση στις σπάνιες γαίες και στους κρίσιμους ορυκτούς πόρους της Ουκρανίας, ζητώντας ουσιαστικά από το Κίεβο να προσφέρει εγγυήσεις γι’ αυτά τα αποθέματα ως αντάλλαγμα για τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης.
Το πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται στις διαπραγματεύσεις παραπέμπει σε μια λύση που παγώνει τον πόλεμο στη γραμμή του μετώπου, με όρους ευνοϊκούς για τη Ρωσία. Η Ουκρανία πιέζεται να παραχωρήσει πόρους και εδάφη, ενώ η Μόσχα δεν κάνει πίσω στις εδαφικές διεκδικήσεις της αναφορικά με την περιοχή του Ντονμπάς.
Το άδειασμα της Ματσάδο
Η περίπτωση της Μαρία Κορίνα Ματσάδο συμπυκνώνει τον κυνισμό της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ. Αφού προβλήθηκε διεθνώς ως σύμβολο της «δημοκρατικής αντιπολίτευσης» στη Βενεζουέλα και τιμήθηκε από τη Δύση με κορυφαία πολιτική αναγνώριση και το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το 2025, εγκαταλείφθηκε τη στιγμή που η παρουσία της πιθανότατα έπαψε να εξυπηρετεί τα αμερικανικά σχέδια.
Μετά τη στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, ο Τραμπ δεν υποστήριξε τη Ματσάδο ως πιθανή ηγέτιδα στη νέα κυβέρνηση, αμφισβητώντας ότι διαθέτει την απαιτούμενη λαϊκή υποστήριξη. Παρ’ όλα αυτά εξήρε την «υπέροχη χειρονομία» της επικεφαλής της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, όταν η Ματσάδο τού πρόσφερε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στον Λευκό Οίκο.
Πηγή: www.documentonews.gr
Μελέτη ΚΕΠΥ - Eteron: ''Σημάδια βαθιάς ρηγμάτωσης στο ΕΣΥ''
Τι δείχνει η διαχρονική αποτίμηση βασικών δεικτών του στην 14ετή περίοδο των δύο διαδοχικών κρίσεων (οικονομικής και υγειονομικής). Πρόταση για επαναφορά του ΕΣΥ στις "εργοστασιακές ρυθμίσεις".
Σημάδια "βαθιάς ρηγμάτωσης" έχει αφήσει στο Εθνικό Σύστημα Υγείας η 14ετής περίοδος των διαδοχικών κρίσεων (οικονομικής και υγειονομικής), σύμφωνα με τα ευρήματα μελέτης του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ) και του Ινστιτούτου Eteron για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
Όπως ανέφερε ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο ΑΠΘ, Ηλίας Κονδύλης, σε εκδήλωση παρουσίασης της μελέτης, η 14ετής υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση του ΕΣΥ, η μείωση του μόνιμου προσωπικού στα νοσοκομεία, ακόμη και μετά την πανδημία, η φυγή ιατρικού προσωπικού από τις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, η αδυναμία ανάκαμψης της λειτουργικότητας του ΕΣΥ (χειρουργείων, επισκέψεων στα Κέντρα Υγείας κ.ά.) στα προ πανδημίας επίπεδα, καθώς και οι ανθεκτικά υψηλές ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες μετά την πανδημία, καταδεικνύουν την ανάγκη επείγουσας ανάταξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Η μελέτη
Η μελέτη επιχείρησε μια διαχρονική αποτίμηση βασικών δεικτών του Εθνικού Συστήματος Υγείας για την περίοδο 2009 έως 2024, χωρισμένη σε τρεις χρονικές περιόδους:
- Την περίοδο της οικονομικής κρίσης και αμέσως μετά από αυτήν (2009 - 2019).
- Την περίοδο της πανδημικής κρίσης και αμέσως μετά από αυτήν (2020 - 2024).
- Τη συνολική περίοδο μελέτης, δηλαδή αθροιστικά της οικονομικής και πανδημικής κρίσης (2009 - 2024).
Οικονομική κρίση: Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, την περίοδο 2009 - 2019 η δημόσια δαπάνη Υγείας στην Ελλάδα σε σταθερές/αποπληθωρισμένες τιμές ελαττώθηκε κατά 43,3%, συμπαρασύροντας και τη συνολική χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ η οποία ελαττώθηκε κατά 36,3% κατά την ίδια χρονική περίοδο.
Μεταξύ 2009 και 2019 το ΕΣΥ απώλεσε το 13,6% των νοσοκομείων του μέσω κλεισίματος ή συγχωνεύσεων τους και το 23,5% των νοσοκομειακών του κλινών. Το υγειονομικό προσωπικό στα νοσοκομεία του ΕΣΥ την ίδια χρονική περίοδο ελαττώθηκε κατά 12,9% ενώ το υγειονομικό προσωπικό στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ ελαττώθηκε κατά 11,2%.
Ο πληθυσμός που ανέφερε ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες αυξήθηκε κατά 28,2%
Πανδημική κρίση: Σύμφωνα με τη μελέτη, την περίοδο 2019 - 2024, παρότι η δημόσια δαπάνη υγείας σε σταθερές/αποπληθωρισμένες τιμές αυξήθηκε κατά 9,7%, η συνολική χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ μειώθηκε κατά 2,6%. Αντιστοίχως, παρότι την περίοδο 2019 - 2024 το συνολικό υγειονομικό προσωπικό στα νοσοκομεία του ΕΣΥ αυξήθηκε κατά 9%, το μόνιμο προσωπικό στα νοσοκομεία του ΕΣΥ μειώθηκε κατά 0,5%. Επιπρόσθετα, το υγειονομικό προσωπικό στις δομές ΠΦΥ του ΕΣΥ κατά την ίδια χρονική περίοδο μειώθηκε κατά 3,1%, εξαιτίας της μείωσης κατά 9,8% των ιατρών που υπηρετούν σε αυτές τις δομές.
Την περίοδο 2019 - 2023, κατά τη διάρκεια δηλαδή της πανδημίας, πραγματοποιήθηκαν αθροιστικά 843.097 λιγότερες νοσηλείες και 355.797 λιγότερες χειρουργικές επεμβάσεις στα νοσοκομεία του ΕΣΥ καθώς και 9,7 εκατ. λιγότερες επισκέψεις στις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) του ΕΣΥ σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα. Ακόμη και το 2024, 1 χρόνο μετά το τέλος της πανδημίας και 5 χρόνια από την έναρξη της, οι χειρουργικές επεμβάσεις στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και οι επισκέψεις στις δομές ΠΦΥ του ΕΣΥ παρέμεναν αντίστοιχα κατά 1,9% και 16,6% μειωμένες σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα του 2019.
Ο πληθυσμός που ανέφερε ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες αυξήθηκε κατά 48,4%, λόγω και του φόβου ή της αδυναμίας προσέλευσης σε υπηρεσίες Υγείας.
Μετά τις δύο κρίσεις: Το 2024, η δημόσια δαπάνη υγείας στην Ελλάδα και η συνολική χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ παρέμεναν κατά 37,7% και κατά 38% αντίστοιχα μικρότερες σε σχέση με τα προ-κρίσεων επίπεδα του 2009. Οι μελετητές υπολογίζουν την αθροιστική απώλεια μόνο της δημόσιας χρηματοδότησης προς στα νοσοκομεία του ΕΣΥ στο ποσό των 38 δισ. ευρώ, στην 14ετία.
Το 2024 επίσης το ΕΣΥ εξακολουθούσε να διαθέτει 12,9% λιγότερα νοσοκομεία, 14,6% λιγότερες νοσοκομειακές κλίνες και 9,6% λιγότερο νοσοκομειακό προσωπικό σε σχέση με τα προ-κρίσεων επίπεδα του 2009, ενώ 11,7% του υπηρετούντος προσωπικού στα νοσοκομεία του ΕΣΥ το 2024 εξακολουθούσε να εργάζεται ως επικουρικό προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Μετά την πανδημία, την περίοδο 2023-24, οι ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες στον ελληνικό πληθυσμό δεν αποκλιμακώθηκαν: «Ένας στους οκτώ μετά την πανδημία (13,5%) δηλώνει ότι χρειάζεται γιατρό και δεν τον έχει», ανέφερε ο κ.Κονδύλης
Σχέδιο ανάταξης
Με βάση τα ευρήματα της έκθεσης, οι συγγραφείς θεωρούν επείγουσα την ανάγκη ανάταξης του ΕΣΥ. Σύμφωνα με τις προτάσεις πολιτικής, η επαναφορά του ΕΣΥ ακόμη και στα πλημμελή επίπεδα του 2009, θα προϋπέθετε:
- Την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης των νοσοκομείων του ΕΣΥ κατά 2 δισ.€ ετησίως (από 3,6 δισ.€ δηλαδή το 2023 σε 5,6 δισ.€ - σε σταθερές/αποπληθωρισμένες τιμές του 2020). "Μια Belharra κοστίζει 1,2 δισ., συν τον εξοπλισμό της, φτάνει στα 2 δισ.", παρατήρησε ο κ. Κονδύλης
- Την ανάκτηση 5.778 νοσοκομειακών κλινών (ισοδύναμες δηλαδή 6 νοσοκομείων δυναμικότητας το καθένα αντίστοιχης με αυτής του Γ.Ν. Ευαγγελισμός στην Αθήνα ή του Γ.Ν. Ιπποκράτειο στη Θεσσαλονίκη).
- Πέραν της ετήσιας κάλυψης των αποχωρήσεων (λόγω συνταξιοδότησης, παραιτήσεων ή θανάτων), την πρόσθετη πρόσληψη 11.000 μόνιμων εργαζόμενων (8.884 στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και κατ’ εκτίμηση 1.300 - 2.000 στις δομές ΠΦΥ του ΕΣΥ) καθώς και την μονιμοποίηση των 9.884 επικουρικών υπαλλήλων που υπηρετούν σήμερα στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.
- επαναφορά του ΕΣΥ στις "εργοστασιακές ρυθμίσεις", με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του προσωπικού και κατάργηση χρεώσεων υπηρεσιών στους πολίτες, είτε στην πρωινή είτε στην απογευματινή λειτουργία των νοσοκομείων.
-------------------------------------------------------------------------
Βασίλης Ιγνατιάδης: Έγινα δημοσιογράφος γιατί δεν κατάφερα να γίνω αρχαιολόγος. Από το 1994 είμαι «σκαπανέας» ειδήσεων, ανθρώπινων ιστοριών κι επιτευγμάτων. Ξεκίνησα από τα ερτζιανά και το τότε εναλλακτικό ενημερωτικό «Ράδιο Παρατηρητής» στη Θεσσαλονίκη. Όταν ανακάλυψα πως μου ταιριάζει περισσότερο ο γραπτός λόγος εντάχθηκα στο δυναμικό του ανταποκριτικού γραφείου των εφημερίδων «Έθνος» και «Έθνος της Κυριακής». Σε αυτό εργάστηκα επί 24 συναπτά έτη, από το 1996 ως το 2020, καλύπτοντας γεγονότα και πληθώρα θεμάτων από τη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και το Βόρειο Αιγαίο. Ενδιάμεσα είχα παράλληλες τακτικές και έκτακτες συνεργασίες με τοπικά Μέσα, όπως ένθετες εκδόσεις του «Αγγελιοφόρου» και του ειδικού Τύπου, ενώ για ένα «φεγγάρι» έδινα ανταποκρίσεις σε αθηναϊκό ραδιόφωνο. Κοινός παρανομαστής της οπτικής μου είναι πάντα ο άνθρωπος, τα προβλήματα, οι ανάγκες, οι αξίες και η δημιουργικότητά του. Την ίδια προσέγγιση ακολουθώ και στο iatronet, με το οποίο έχω την τιμή να συνεργάζομαι από το Νοέμβριο του 2020, ως ανταποκριτής για τη Βόρεια Ελλάδα. Είμαι σύζυγος τη Μαργαρίτας και πατέρας της Έλενας. Σε ώρες χαλάρωσης ασχολούμαι με αστυνομικά μυθιστορήματα και ταινίες, βιβλία ιστορίας, μουσική και τρέξιμο μεσαίων αποστάσεων.
Πηγή: www.iatronet.gr
Η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας — όταν η εξουσία δεν ανήκει στους εκλεγμένους αλλά στις βιομηχανίες
του Τζέφρι Τάκερ
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, πίστευε –όπως κάθε λογικός άνθρωπος θα υπέθετε– ότι ο Πρόεδρος είναι ο επικεφαλής του κράτους, ο ανώτατος διαχειριστής της εκτελεστικής εξουσίας, ο άνθρωπος που, βάσει του Συντάγματος, έχει τη δύναμη να ορίζει πολιτική και να κυβερνά. Σύντομα, όμως, διαπίστωσε ότι το αξίωμα του Προέδρου στις ΗΠΑ δεν είναι αυτό που φαίνεται.
Κάτω από την επίσημη κορυφή της εξουσίας απλώνεται ένας τεράστιος, αθέατος μηχανισμός: οι υπηρεσίες, τα γραφεία, τα ιδρύματα, οι επιτροπές, οι «ανεξάρτητες αρχές» και οι μόνιμοι γραφειοκράτες, που λειτουργούν με δική τους λογική, δικούς τους κανόνες και συχνά με δικά τους συμφέροντα. Αυτό που στην καθημερινή πολιτική γλώσσα ονομάζεται «βαθύ κράτος». Ο Τραμπ το έζησε στο πετσί του: όταν προσπάθησε να εφαρμόσει την ατζέντα του, είδε τις ίδιες τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να συνωμοτούν μαζί με τα μεγάλα ΜΜΕ για να τον εμποδίσουν. Το σύστημα αυτοπροστατευόταν.
Linkwise
Ύστερα από τέσσερα χρόνια σύγκρουσης με αυτό το τέρας, αποχώρησε γνωρίζοντας κάτι που κανένα πανεπιστήμιο δεν διδάσκει: ο Πρόεδρος μπορεί να είναι το πρόσωπο του κράτους, αλλά το κράτος κυβερνά μόνο του. Όταν επέστρεψε, το 2024, η αποφασιστικότητά του ήταν διαφορετική. Δεν ήθελε απλώς να εκλεγεί – ήθελε να κυβερνήσει πραγματικά. Ήθελε να αποδείξει ότι ο λαός, μέσω του εκλεγμένου του εκπροσώπου, μπορεί ακόμη να επιβληθεί στον μηχανισμό που έχει γίνει αυτόνομος και απροσπέλαστος.
Όμως, όπως διαπιστώνουν πολλοί υπουργοί και αξιωματούχοι κάθε κυβέρνησης, το έργο είναι σχεδόν αδύνατο. Οι γραφειοκρατίες έχουν θεσμική μνήμη δεκαετιών. Οι μηχανισμοί λειτουργούν μόνοι τους, με το δικό τους προσωπικό, τους δικούς τους νομικούς συμβούλους, τα δικά τους κονδύλια και τις δικές τους διασυνδέσεις με ιδιωτικά συμφέροντα. Όποιος προσπαθεί να τους ελέγξει, συχνά αισθάνεται σαν ένας ξένος μέσα σε ένα αυτόνομο σύστημα. Οι υπουργοί και οι γενικοί γραμματείς, όπως λένε μεταξύ τους, δεν είναι παρά «προσωπεία» που μιλούν στο όνομα ενός κράτους που έχει δική του βούληση.
Η εμπειρία του Τραμπ –η σύγκρουση του αιρετού με τον μόνιμο μηχανισμό– δεν είναι νέα. Στην πραγματικότητα, φέρνει στην επιφάνεια ένα ερώτημα που απασχολεί την πολιτική φιλοσοφία εδώ και δυόμιση χιλιετίες: τι είναι το κράτος; Ποιος κυβερνά;
Ο Πλάτων φαντάστηκε το κράτος ως ζωντανό οργανισμό, καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχής. Οι κυβερνήτες, οι φιλόσοφοι-βασιλείς, αντιστοιχούσαν στη λογική· οι φύλακες, δηλαδή οι στρατιωτικοί, στο θάρρος· και οι παραγωγοί, δηλαδή ο λαός, στην επιθυμία. Όταν κάθε μέρος της κοινωνίας εκτελεί τη λειτουργία του αρμονικά, γεννιέται η δικαιοσύνη. Το κράτος είναι μια ηθική ολότητα.
Linkwise
Ύστερα από τέσσερα χρόνια σύγκρουσης με αυτό το τέρας, αποχώρησε γνωρίζοντας κάτι που κανένα πανεπιστήμιο δεν διδάσκει: ο Πρόεδρος μπορεί να είναι το πρόσωπο του κράτους, αλλά το κράτος κυβερνά μόνο του. Όταν επέστρεψε, το 2024, η αποφασιστικότητά του ήταν διαφορετική. Δεν ήθελε απλώς να εκλεγεί – ήθελε να κυβερνήσει πραγματικά. Ήθελε να αποδείξει ότι ο λαός, μέσω του εκλεγμένου του εκπροσώπου, μπορεί ακόμη να επιβληθεί στον μηχανισμό που έχει γίνει αυτόνομος και απροσπέλαστος.
Όμως, όπως διαπιστώνουν πολλοί υπουργοί και αξιωματούχοι κάθε κυβέρνησης, το έργο είναι σχεδόν αδύνατο. Οι γραφειοκρατίες έχουν θεσμική μνήμη δεκαετιών. Οι μηχανισμοί λειτουργούν μόνοι τους, με το δικό τους προσωπικό, τους δικούς τους νομικούς συμβούλους, τα δικά τους κονδύλια και τις δικές τους διασυνδέσεις με ιδιωτικά συμφέροντα. Όποιος προσπαθεί να τους ελέγξει, συχνά αισθάνεται σαν ένας ξένος μέσα σε ένα αυτόνομο σύστημα. Οι υπουργοί και οι γενικοί γραμματείς, όπως λένε μεταξύ τους, δεν είναι παρά «προσωπεία» που μιλούν στο όνομα ενός κράτους που έχει δική του βούληση.
Η εμπειρία του Τραμπ –η σύγκρουση του αιρετού με τον μόνιμο μηχανισμό– δεν είναι νέα. Στην πραγματικότητα, φέρνει στην επιφάνεια ένα ερώτημα που απασχολεί την πολιτική φιλοσοφία εδώ και δυόμιση χιλιετίες: τι είναι το κράτος; Ποιος κυβερνά;
Ο Πλάτων φαντάστηκε το κράτος ως ζωντανό οργανισμό, καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχής. Οι κυβερνήτες, οι φιλόσοφοι-βασιλείς, αντιστοιχούσαν στη λογική· οι φύλακες, δηλαδή οι στρατιωτικοί, στο θάρρος· και οι παραγωγοί, δηλαδή ο λαός, στην επιθυμία. Όταν κάθε μέρος της κοινωνίας εκτελεί τη λειτουργία του αρμονικά, γεννιέται η δικαιοσύνη. Το κράτος είναι μια ηθική ολότητα.
Ο Αριστοτέλης, πιο ρεαλιστής, διέκρινε ότι η πολιτεία δενείναι ψυχή, αλλα εργαλείο. Έχει λειτουργίες και θεσμούς, και ο σκοπός της είναι η ευδαιμονία των πολιτών μέσω της παιδείας και των νόμων. Πρότεινε ένα «μικτό πολίτευμα» – συνδυασμό μοναρχικών, ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων – ώστε καμία τάξη να μην αποκτά απόλυτη εξουσία. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της ισορροπίας.
Στον 17ο αιώνα, οι θεωρητικοί του Διαφωτισμού μετέφεραν τη συζήτηση από την ηθική στην επιβίωση. Ο Thomas Hobbes, μέσα στον τρόμο του αγγλικού εμφυλίου, είδε το κράτος ως Λεβιάθαν – ένα τέρας απαραίτητο για να αποτρέψει τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Χωρίς κράτος, έλεγε, η ζωή είναι «μοναχική, φτωχή, άγρια και σύντομη».
Ο John Lockg, αντίθετα, είδε το κράτος ως «αναγκαίο κακό». Υπάρχει για να προστατεύει την ιδιοκτησία και την ελευθερία. Αν τις καταπατήσει, ο λαός έχει δικαίωμα να το ανατρέψει. Από τον Λοκ προέρχεται το πνεύμα της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας – το κράτος υπάρχει χάρη στη συναίνεση των κυβερνωμένων.
Στον 19ο αιώνα, ο Χέγκελ επανέφερε το κράτος στη σφαίρα του μεταφυσικού. Το είδε ως «τον Θεό που πορεύεται επί της γης». Το κράτος δεν είναι εργαλείο, αλλά πεπρωμένο. Η ιστορία, κατά τον Χέγκελ, προχωρά μέσα από τη σύγκρουση ιδεών, ώσπου να επικρατήσει η «απόλυτη ελευθερία» – δηλαδή η λογική του ίδιου του κράτους. Από αυτή την ιδέα γεννήθηκε ο ολοκληρωτισμός του 20ού αιώνα: ο εθνικοσοσιαλισμός στα δεξιά, ο κομμουνισμός στα αριστερά. Και στις δύο περιπτώσεις, το κράτος έγινε θεός.
Ο John Lockg, αντίθετα, είδε το κράτος ως «αναγκαίο κακό». Υπάρχει για να προστατεύει την ιδιοκτησία και την ελευθερία. Αν τις καταπατήσει, ο λαός έχει δικαίωμα να το ανατρέψει. Από τον Λοκ προέρχεται το πνεύμα της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας – το κράτος υπάρχει χάρη στη συναίνεση των κυβερνωμένων.
Στον 19ο αιώνα, ο Χέγκελ επανέφερε το κράτος στη σφαίρα του μεταφυσικού. Το είδε ως «τον Θεό που πορεύεται επί της γης». Το κράτος δεν είναι εργαλείο, αλλά πεπρωμένο. Η ιστορία, κατά τον Χέγκελ, προχωρά μέσα από τη σύγκρουση ιδεών, ώσπου να επικρατήσει η «απόλυτη ελευθερία» – δηλαδή η λογική του ίδιου του κράτους. Από αυτή την ιδέα γεννήθηκε ο ολοκληρωτισμός του 20ού αιώνα: ο εθνικοσοσιαλισμός στα δεξιά, ο κομμουνισμός στα αριστερά. Και στις δύο περιπτώσεις, το κράτος έγινε θεός.
Απέναντι σε αυτήν τη θεοποίηση, άλλοι στοχαστές ύψωσαν το ανάστημά τους. Ο Φραντς Όπενχαϊμερ, στις αρχές του 20ού αιώνα, έγραψε πως το κράτος δεν είναι προϊόν κοινωνικής ανάγκης αλλά εισβολής: μια ομάδα ανθρώπων που κατακτά μια άλλη και οργανώνει την κυριαρχία της. Το κράτος είναι εξωγενές, παράσιτο πάνω στην κοινωνία. Αυτή η άποψη επηρέασε φιλελεύθερους και αναρχικούς θεωρητικούς όπως ο Άλμπερτ Τζέι Νοκ και ο Μάρεϊ Ροθμπαρντ. Για εκείνους, το κράτος είναι η πηγή κάθε εκμετάλλευσης, και η λύση δεν είναι η βίαιη κατάρρευσή του, αλλά η υπέρβασή του μέσα από ελεύθερη συνεργασία και ιδιοκτησία – μια κοινωνία χωρίς εξαναγκασμό, όπου η τάξη γεννιέται φυσικά.
Ανάμεσα σε αυτές τις αντιλήψεις κινήθηκε ο Μπερτράν ντε Ζουνεβέλ, που πρότεινε μια πιο ιστορική εξήγηση. Το κράτος, έλεγε, δεν δημιουργείται από κατάκτηση αλλά από εξέλιξη. Οι φυσικές ελίτ μιας κοινωνίας –οι πιο ικανοί, οι πιο σεβαστοί– αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητών και με τον χρόνο αποκτούν το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Το κράτος, λοιπόν, είναι έκφραση της κοινωνικής ιεραρχίας. Ο Έρικ φον Κυνελτ-Λεντιν, ο Χανς-Χερμαν Χοππε και σύγχρονοι διανοητές όπως ο Άουρον ΜακΙντάϊρ ανέπτυξαν αυτήν την ιδέα: το κράτος είναι μηχανισμός των ελίτ – άλλοτε προς όφελος του λαού, άλλοτε εις βάρος του.
Τον 20ό αιώνα, ένας άλλος ιστορικός, ο Γκάμπριελ Κόλκο, ανέλυσε τη μετάβαση προς το βιομηχανικό κράτος. Σύμφωνα με τη μελέτη του για την εποχή του προοδευτισμού στις ΗΠΑ, δεν είναι οι πολιτικοί ούτε οι γραφειοκράτες που καθοδηγούν το κράτος, αλλά οι βιομηχανικοί ηγέτες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, κάθε μεγάλη κρατική υπηρεσία δημιουργήθηκε από τα ίδια τα βιομηχανικά συμφέροντα που υποτίθεται πως θα ρύθμιζε. Ο Νόμος περί Καθαρών Τροφίμων και Φαρμάκων του 1906 δεν ήταν έργο καταναλωτών, αλλά της βιομηχανίας που ήθελε να εξασφαλίσει κρατική κάλυψη και να αποκλείσει τους ανταγωνιστές της. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα δημιουργήθηκε από τις τράπεζες για να ρυθμίζουν τον εαυτό τους. Το Υπουργείο Εμπορίου και το Υπουργείο Εργασίας ήταν προϊόντα εταιρικών συμφωνιών.
Ο Τζέιμς Μπέρνχαμ περιέγραψε αυτήν τη νέα πραγματικότητα ως «τη διαχειριστική επανάσταση»: η εξουσία περνά από τους εκλεγμένους πολιτικούς στους τεχνοκράτες, τους «διαχειριστές» των εταιρειών και των κρατικών υπηρεσιών. Αυτοί παρουσιάζουν την εξουσία τους ως επιστήμη, την ικανότητά τους ως ανώτερη της λαϊκής βούλησης. Ο C. Wright Mills, ο Domhoff και ο Quigley ανέλυσαν πώς αυτή η νέα τάξη των «ειδικών» ελέγχει κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής.
Από αυτήν τη μακρά παράδοση προκύπτει μια ανατριχιαστικά ρεαλιστική εικόνα: το σύγχρονο κράτος δεν είναι όργανο του λαού, αλλά συμμαχία μεταξύ πολιτικής και βιομηχανικής εξουσίας. Είναι ένα καρτέλ συμφερόντων που επιδιώκει να διατηρεί τον έλεγχο μέσω ρυθμίσεων, επιχορηγήσεων, και «επιστημονικής» νομιμοποίησης. Η δημοκρατία είναι το προσωπείο· πίσω της λειτουργεί ένα σύνθετο πλέγμα ιδιωτικών εταιρειών, θεσμών και υπηρεσιών που συνεργάζονται για να διατηρούν την ισορροπία ισχύος.
Παραδείγματα αφθονούν: ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) χρηματοδοτείται κατά το ήμισυ από τη φαρμακοβιομηχανία και μοιράζεται μαζί της πνευματικά δικαιώματα. Ο ίδιος μηχανισμός διέπει το NIH, το CDC και το Υπουργείο Υγείας. Οι φαρμακοβιομηχανίες καθορίζουν την πολιτική δημόσιας υγείας, όπως απέδειξε η πανδημία της COVID-19, όταν τα φαρμακεία (όπως η CVS) απέσυραν θεραπείες από τα ράφια τους για να προωθήσουν τα νέα εμβόλια mRNA. Το Υπουργείο Παιδείας βρίσκεται υπό τον έλεγχο των συνδικάτων, το Υπουργείο Γεωργίας της αγροτοβιομηχανίας, το Υπουργείο Άμυνας της πολεμικής βιομηχανίας. Όπου υπάρχει κράτος, υπάρχει και ο κλάδος που το καθοδηγεί.
Το "βιομηχανικό κράτος" έχει τρία επίπεδα: το βαθύ επίπεδο των μυστικών υπηρεσιών και των ψηφιακών κολοσσών που συνεργάζονται σε συμβόλαια δισεκατομμυρίων· το ενδιάμεσο επίπεδο των ίδιων των υπηρεσιών που ρυθμίζουν και κατανέμουν κονδύλια· και το επιφανειακό επίπεδο, όπου οι «ρυθμιζόμενοι» τομείς – οι εταιρείες – συμμορφώνονται, γνωρίζοντας ότι το κράτος προστατεύει τα συμφέροντά τους.
Παραδείγματα αφθονούν: ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) χρηματοδοτείται κατά το ήμισυ από τη φαρμακοβιομηχανία και μοιράζεται μαζί της πνευματικά δικαιώματα. Ο ίδιος μηχανισμός διέπει το NIH, το CDC και το Υπουργείο Υγείας. Οι φαρμακοβιομηχανίες καθορίζουν την πολιτική δημόσιας υγείας, όπως απέδειξε η πανδημία της COVID-19, όταν τα φαρμακεία (όπως η CVS) απέσυραν θεραπείες από τα ράφια τους για να προωθήσουν τα νέα εμβόλια mRNA. Το Υπουργείο Παιδείας βρίσκεται υπό τον έλεγχο των συνδικάτων, το Υπουργείο Γεωργίας της αγροτοβιομηχανίας, το Υπουργείο Άμυνας της πολεμικής βιομηχανίας. Όπου υπάρχει κράτος, υπάρχει και ο κλάδος που το καθοδηγεί.
Το "βιομηχανικό κράτος" έχει τρία επίπεδα: το βαθύ επίπεδο των μυστικών υπηρεσιών και των ψηφιακών κολοσσών που συνεργάζονται σε συμβόλαια δισεκατομμυρίων· το ενδιάμεσο επίπεδο των ίδιων των υπηρεσιών που ρυθμίζουν και κατανέμουν κονδύλια· και το επιφανειακό επίπεδο, όπου οι «ρυθμιζόμενοι» τομείς – οι εταιρείες – συμμορφώνονται, γνωρίζοντας ότι το κράτος προστατεύει τα συμφέροντά τους.
Αυτό το μοντέλο δεν είναι νέο. Αν δούμε την Εκκλησία του Μεσαίωνα ως «βιομηχανία πίστης» ή τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρώμης ως «βιομηχανία πολέμου», αναγνωρίζουμε τα ίδια μοτίβα: οι δομές εξουσίας είναι πάντα οικονομικά οργανωμένες. Ο ιδεαλισμός του Πλάτωνα και του Χέγκελ καταρρέει, ο ρεαλισμός του Χομπς και του Λοκ επιβεβαιώνεται, και οι θεωρίες του Μαρξ και του Ρόθμπαρντ αποκτούν ιστορική σάρκα.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό: το κράτος δεν μπορεί να «καθαριστεί». Είναι το ίδιο το έλος που παράγει τη διαφθορά. Οι θεσμοί δεν έχουν σχεδιαστεί για να αυτομεταρρυθμίζονται, αλλά για να διατηρούν το υπάρχον. Ο Τραμπ, στην απόπειρά του να το ανατρέψει, συγκρούεται όχι με πρόσωπα, αλλά με το ίδιο το οικοδόμημα της σύγχρονης εξουσίας. Και κάθε του επιτυχία –όσο περιορισμένη κι αν είναι– αποτελεί ανωμαλία σε ένα σύστημα που αντιστέκεται σε κάθε αλλαγή.
Ίσως, όμως, να υπάρχει ένα μόνο αντίδοτο. Ο Ντέιβιντ Χιούμ το είχε εντοπίσει αιώνες πριν: η εξουσία των κυβερνώντων στηρίζεται αποκλειστικά στην *άποψη* των κυβερνωμένων. «Η βία», έγραφε, «είναι πάντα με το μέρος του λαού· οι κυβερνήτες δεν έχουν τίποτε άλλο να τους στηρίζει παρά τη γνώμη». Αν αλλάξει η κοινή γνώμη, αν οι άνθρωποι πάψουν να αποδέχονται την ψευδαίσθηση, τότε το κράτος –οποιαδήποτε μορφή του– καταρρέει.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό: το κράτος δεν μπορεί να «καθαριστεί». Είναι το ίδιο το έλος που παράγει τη διαφθορά. Οι θεσμοί δεν έχουν σχεδιαστεί για να αυτομεταρρυθμίζονται, αλλά για να διατηρούν το υπάρχον. Ο Τραμπ, στην απόπειρά του να το ανατρέψει, συγκρούεται όχι με πρόσωπα, αλλά με το ίδιο το οικοδόμημα της σύγχρονης εξουσίας. Και κάθε του επιτυχία –όσο περιορισμένη κι αν είναι– αποτελεί ανωμαλία σε ένα σύστημα που αντιστέκεται σε κάθε αλλαγή.
Ίσως, όμως, να υπάρχει ένα μόνο αντίδοτο. Ο Ντέιβιντ Χιούμ το είχε εντοπίσει αιώνες πριν: η εξουσία των κυβερνώντων στηρίζεται αποκλειστικά στην *άποψη* των κυβερνωμένων. «Η βία», έγραφε, «είναι πάντα με το μέρος του λαού· οι κυβερνήτες δεν έχουν τίποτε άλλο να τους στηρίζει παρά τη γνώμη». Αν αλλάξει η κοινή γνώμη, αν οι άνθρωποι πάψουν να αποδέχονται την ψευδαίσθηση, τότε το κράτος –οποιαδήποτε μορφή του– καταρρέει.
Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο μάχης. Όχι στα υπουργεία, ούτε στις αίθουσες της εξουσίας, αλλά μέσα στο μυαλό των πολιτών. Εκεί όπου γεννιέται η πίστη στην εξουσία ή η αμφισβήτησή της. Γιατί, τελικά, η πιο βαθιά αλήθεια της πολιτικής είναι αυτή: κάθε κράτος, όσο πανίσχυρο κι αν φαίνεται, υπάρχει μόνο όσο οι πολίτες του το πιστεύουν. Όταν πάψουν να το πιστεύουν, παύει κι αυτό να υπάρχει.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





