Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Η φτώχεια θέλει…αναθεώρηση του Συντάγματος!
Habemus Θέμα!
Νέο κόλπο γκρόσο της κυβέρνησης:
Η Αναθεώρηση του Συντάγματος.
Με αυτό το θέμα να τίθεται σε μια μάλλον ατέρμονη συζήτηση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα επικαλύπτει εν πολλοίς κάθε ενασχόληση με τα καυτά προβλήματα της χώρας.
Πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα;
Βεβαίως!
Από ποιους όμως και προς όφελος ποιών;
Θα ήταν αφελές να περιμένει κανείς από τη σύνθεση του τρέχοντος κυρίαρχου πολιτικού συστήματος μια Αναθεώρηση του Συντάγματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων ή της ίδιας της Δημοκρατίας!
Πόσω μάλλον που η στόχευση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι προφανής:
η αναμόχλευση των πολιτικών σχηματισμών εν όψει πολιτικών μετεκλογικών συνεργασιών.
Χωρίς τη νηφαλιότητα που απαιτούν τέτοιες κινήσεις, όπως η Αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά αντιθέτως με άκρως συγκυριακά κριτήρια, η κυβέρνηση ανοίγει ένα θέμα που έχει ακόμα και διαδικαστικούς κινδύνους.
Τι θα γίνει δηλαδή αν η επόμενη Βουλή είναι θνησιγενής; Τι θα γίνει αν τα προς αναθεώρηση άρθρα που η σημερινή Βουλή παραπέμψει στην επόμενη (αναθεωρητική) δεν συζητηθούν λόγω του βραχύ βίου αυτής της νέας Βουλής; Θα πάμε για Αναθεώρηση του Συντάγματος μετά από δέκα έτη;
Καμιά σοβαρότης!
Όπως για κανένα από τα σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα.
Όμως η κυβέρνηση πέτυχε αμέσως τον στόχο της. Ήδη μια συζήτηση για την ουρανόθεν αυτή Αναθεώρηση έχει ξεσπάσει στους πολιτικούς καφενέδες, τα ράδια και τις τηλεοράσεις της χώρας. Και τα κόμματα.
Είναι κατώτερω των περιστάσεων, αλλά με τη συζήτηση για το Σύνταγμα, το Σύστημα θα ιχνηλατήσει πιθανούς κομματικούς συνδυασμούς για μια κυβέρνηση μετά τις εκλογές (ή και μετά τις δεύτερες εκλογές) που θα έχει την δυνατότητα να διευθετήσει εις βάρος της χώρας κρίσιμα θέματα, όπως τα ελληνοτουρκικά και η διαχείριση της φτώχειας.
Μπορεί να φαίνεται παιδαριώδες, αλλά ένας αντιπερισπασμός του σήμερα που θα δημιουργήσει τη φάρσα του αύριο, δεν είναι το πρώτο παιδαριώδες πράγμα που (δοκιμάζεται και) εφαρμόζεται στην Ελλάδα.
Ψωμί, φαϊ δεν είχαμε, ραπανάκια για την όρεξη….
Πηγή: www.militaire.gr
Ισραηλινός στρατός και έποικοι επιτίθενται στους Παλαιστίνιους
ARTI news
Παλαιστίνιοι καλύπτουν τα κεφάλια τους για να προφυλαχθούν από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης που τους ρίχνουν Ισραηλινοί στρατιώτες που τους εμποδίζουν να πάνε στα κτήματά τους στη Μπούρκα (κοντά στη Ραμάλα-Δυτική Όχθη) προκειμένου να μαζέψουν τις ελιές τους.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ 29 παλαιστινιακές κοινότητες εκτοπίσητκαν από τον Οκτώβριο του 2023.
Ο ΟΗΕ αναφέρει ότι το «αυξανόμενο φαινόμενο των «στρατιωτών εποίκων»... θολώνει περαιτέρω τα όρια μεταξύ κρατικής και εποικιστικής βίας». Οι έποικοι έχουν σκοτώσει, καταστρέψει περιουσίες και μέσα διαβίωσης, εκδίωξαν Παλαιστίνιους από τα σπίτια τους και διέλυσαν κοινότητες, σύμφωνα με έκθεση του γραφείου του ύπατου αρμοστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι μονάδες εποίκων «περιφερειακής άμυνας» (Hagmar) όπως αποκαλούνται κατ' ευφημισμό, λειτουργούν ως πολιτοφυαλκές και κλιμακώνουν τον βίαιο εκτοπισμό Παλαιστινίων καταγγέλλουν οι Ισραηλινοί έφεδροι και ακτιβιστές Έμμα Γκράχαμ-Χάρισον και Κίκε Κιρσζενμπάουμ.
Οι Hagmar, οι περιφερειακές αμυντικές μονάδες συστάθηκαν σε όλη τη Δυτική Όχθη από τον Οκτώβριο του 2023, καθώς οι νεοσύλλεκτοι και ο μόνιμος στρατός που είχε αναπτυχθεί εκεί ετοιμάζονταν να κινηθούν προς τη Γάζα.
Το Ισραηλινό κράτος παρείχε όπλα και εξουσία σε χιλιάδες εποίκους, οι οποίοι σχημάτισαν στρατιωτικές μονάδες στις δικές τους κοινότητες. Το κράτος καταβάλλει μισθούς hagmar, αλλά στην πραγματικότητα οι πολιτοφυλακές αυτές λειτουργούν παράλληλα με τον τακτικό στρατό.
Ο Γιαάκοφ, ο οποίος υπηρέτησε ως έφεδρος στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη το 2024, περιέγραψε το χάγκμαρ ως «ένοπλες πολιτοφυλακές που κάνουν ό,τι θέλουν». Ήταν μάρτυρας όπως είπε της καθημερινής βίας που ασκούσαν, συμπεριλαμβανομένων βανδαλισμών σπιτιών, δέντρων, φρούτων και γεωργικών προϊόντων, κλοπής ζώων, εκφοβισμού και τυφλών πυροβολισμών...
Μια κυβέρνηση που δεν έχει ποτέ ευθύνη
Η κυβέρνηση πεισματικά αρνείται να αναλάβει ευθύνες που της αναλογούν, παρότι κυβερνά αυτή τη χώρα από το 2019.
Εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική γύρω από την τραγωδία στα Τρίκαλα, όπου πέντε εργάτριες έχασαν τη ζωή τους, θα δει μια επίμονη προσπάθεια να περάσει η γραμμή ότι η κυβέρνηση δεν έχει καμία ευθύνη.
Θυμίζω ότι πολύ νωρίς έγινε σαφές ότι το δυστύχημα οφειλόταν σε διαρροή αερίου, δηλαδή κάτι που εντάσσεται στους κινδύνους για τους οποίους κάθε βιομηχανική μονάδα πρέπει να έχει σχέδιο ασφαλείας και άρα είχαμε ένα πολύνεκρο δυστύχημα που οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχαν όλα τα μέτρα και ο εξοπλισμός που θα εγγυόταν την ασφάλεια των εργαζομένων. Πλέον, έχουμε και αρκετά πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς έγινε το δυστύχημα, αλλά και για την απρονοησία των υπευθύνων να εξετάσουν τα παράπονα των εργαζομένων για έντονες οσμές αερίων.
Άρα έχουμε κατά πάσα πιθανότητα μία περίπτωση βιομηχανικής μονάδας που δεν λειτουργούσε με ασφαλή τρόπο. Αυτό εύλογα γεννά το ερώτημα πώς είχε αδειοδοτηθεί η εταιρεία αυτή και εάν είχε ελεγχθεί με τον ενδελεχή τρόπο που η ασφάλεια των εγκαταστάσεων απαιτεί.
Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο ερώτημα εάν στη χώρα μας έχουμε έναν επαρκή μηχανισμό για να εξασφαλίζει ότι οι βιομηχανικές μονάδες συμμορφώνονται με τους κανονισμούς και τις προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας στις εγκαταστάσεις τους. Εάν, δηλαδή, γίνονται έλεγχοι, επιτόπου στις εγκαταστάσεις και όχι στα χαρτιά, και προφανώς εάν υπάρχει επαρκές προσωπικό για να εξασφαλίζει ότι γίνονται.
Οδηγεί, επίσης, στο γενικότερο ερώτημα για το ποια είναι η κατάσταση με τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας, άρα στο ερώτημα της καταγραφής, αλλά και των κριτηρίων με τα οποία καταγράφονται.
Όλα αυτά τα ερωτήματα παραπέμπουν σε υπαρκτές κυβερνητικές ευθύνες.
Και εξηγώ: προφανώς εάν μια επιχείρηση έχει επικίνδυνες εγκαταστάσεις και αυτό οδηγεί σε μια τέτοια τραγωδία, φέρει τη βασική ευθύνη.
Όμως, και η κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το εάν έχει πάρει όλα τα μέτρα ώστε οι επιχειρήσεις να συμμορφώνονται πιστά με τις απαιτήσεις των σχετικών προδιαγραφών, τόσο ως προς το να υπάρχει αυστηρό πλαίσιο που να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, όσο και ως προς το να υπάρχει το προσωπικό που θα κάνει όλους τους επιτόπιους ελέγχους.
Φέρει ευθύνη για το εάν έκανε την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία πρώτη προτεραιότητα των παρεμβάσεών της στα εργασιακά.
Φέρει ευθύνη για το αν διαμόρφωσε το πλαίσιο που να καλύπτει όλους τους σύγχρονους κινδύνους για την εργασία μέσα στους χώρους δουλειάς.
Επίσης, μια κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το πώς μετρά και καταγραφεί τα προβλήματα στους χώρους δουλειάς. Η συστηματική καταγραφή επιτρέπει τη διαπίστωση του μεγέθους του προβλήματος και αντιστοίχως υποδεικνύει ποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν.
Παρ’ όλα αυτά, αντί για ανάληψη της ευθύνης για αυτές τις πλευρές, η κυβέρνηση όχι μόνο έσπευσε να κραυγάσει για άλλη μια φορά ότι δεν έχει καμία ευθύνη για το εάν υπάρχουν προβλήματα στους χώρους εργασίας, αλλά και επέμεινε ότι τα πράγματα επί των ημερών της πηγαίνουν καλύτερα παρά ποτέ.
Ακόμη χειρότερα, επιτέθηκε κατ’ επανάληψη σε όσους είτε αναφέρθηκαν επικριτικά σε όσα δεν έχει κάνει για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, είτε αμφισβήτησαν τις «ρόδινες» στατιστικές που παρουσίασε και που αποδείχτηκε ότι συστηματικά υποκαταγράφουν την έκταση των εργατικών ατυχημάτων.
Όλα αυτά δεν τα βλέπουμε πρώτη φορά. Τα είδαμε με την τραγωδία στα Τέμπη, ενώ ευθυνόταν για το ότι δεν είχαν γίνει τα έργα που έπρεπε για να είναι ασφαλείς οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες. Το είδαμε στον Ντάνιελ, όπου δεν ανέλαβε ευθύνη για τα κενά στην αντιπλημμυρική προστασία. Το είδαμε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου για όλα φταίνε «επίορκοι υπάλληλοι» και όχι οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, αυτοί δηλαδή που είχαν την ευθύνη να αποτρέπουν τέτοιου είδους διασπάθιση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων.
Είναι πια ένα μόνιμο μοτίβο. Αυτή η κυβέρνηση δεν φταίει για τίποτα. Όλα όσα κάνει είναι σωστά. Οι καταγγελίες σε βάρος της είναι έργο ψεκασμένων.
Και πάντα φταίει κάποιος άλλος.
Υπάρχει ακόμη γραφειοκρατία; Καθυστερεί η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων; Δεν προχωράνε απαραίτητα δημόσια έργα; Φταίει το «βαθύ κράτος» και όχι μια κυβέρνηση που δεν έχει ενισχύσει το δημόσιο, απλουστεύσει όσο πρέπει διαδικασίες, προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές αναγκαίες και ώριμες.
Υπάρχουν μεγάλες καταστροφές από «ακραία καιρικά φαινόμενα»; Φταίει η κλιματική αλλαγή και όχι μια κυβέρνηση που γνωρίζει ότι υπάρχει κλιματική αλλαγή και θα έπρεπε να αναβαθμίσει τις σχετικές υποδομές ως πρώτη προτεραιότητα.
Υπάρχουν προβλήματα με τα νοσοκομεία, την κατάστασή τους, την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών; Δεν φταίει η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός, αλλά οι συνδικαλιστές που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα.
Προφανώς κάθε κυβέρνηση θα προσπαθήσει να παρουσιάσει κάπως καλύτερη την πραγματικότητα, να υποστηρίξει ότι έκανε όσα μπορούσε, να υπερασπιστεί το έργο της.
Όμως, εδώ έχουμε φτάσει στην πεισματική άρνηση ευθύνης και την ταυτόχρονη προσπάθεια να παρουσιαστεί το μαύρο ως άσπρο, όχι για να πείσει ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά για να αποθαρρύνει την κοινωνία ακόμη και από το να σκεφτεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε ενδεχόμενο λογοδοσίας. Ακριβώς, για να υπογραμμίσει ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος από την παράταση της σημερινής κατάστασης, ελπίζοντας ότι κάποιοι μοιρολατρικά θα αποδεχτούν – και θα ψηφίσουν – το να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και κάποιοι απογοητευμένοι θα απεμπολήσουν κάθε ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.
Πηγή: in.gr
Κίνημα, κόμμα, ανάθεση
Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για δύο σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα, τη μορφή-κίνημα και τη μορφή-κόμμα. Έχουν γραφτεί άπειρα και για τα δύο. Υπάρχει και η θεωρία και οι συζητήσεις για τα δύο, όπως υπάρχει και η ιστορία, η πολυμορφία και ο τρόπος που υπήρξαν ή υπάρχουν είτε τα κινήματα είτε τα κόμματα. Όπως άλλωστε και η εξουσία, το πολιτικό σύστημα, η πολιτική σκηνή, το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων, η τεχνοπολιτική, η επικοινωνία, ο κυβερνητισμός-διαχείριση εντός ορισμένων ορίων, η ανάθεση και η διαμεσολάβηση, ενώ γίνεται λόγος και για στρεβλή εκπροσώπηση, λαϊκισμό, καθεστώτα έκτακτης ανάγκης και τόσα άλλα. Στο παρόν σημείωμα δεν θα τα προσπεράσουμε αλλά, παραμένοντας κάπως υποψιασμένοι ότι αυτά υπάρχουν και είναι πυκνά, ή και εμφανίζονται όχι με τόσο καθαρές και τακτοποιημένες μορφές, θα επικεντρωθούμε σε δύο-τρία ζητήματα που υπάρχουν στην Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες (2010-2026). Αυτή η προσγείωση ή αυτοπεριορισμός θα κάνει ίσως πιο εμφανείς ορισμένους δικούς μας προσδιορισμούς και εκτιμήσεις για το τι είναι αναγκαίο, σήμερα-τώρα, για το κεντρικό θέμα που μας απασχολεί: το συλλογικό «Εμείς» στην Ελλάδα του 2026. Επειδή το κεντρικό ζήτημα του υποκειμένου δεν αφορά κάτι στιγμιαίο, όπως μια έκρηξη οργής ή ένα αυθόρμητο κίνημα, ούτε μια εκλογική διαδικασία ή ένα ποσοστό, αλλά το πώς και με ποιο σχέδιο και πρόταση μπορούμε να απαντήσουμε στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Αυτό έτσι κι αλλιώς προϋποθέτει πολλά πράγματα σε επίπεδο αντίστασης και νέας συνείδησης, σε επίπεδο κίνησης και εναλλακτικού σχεδίου που υπερβαίνει αυτά που κραδαίνει η κυρίαρχη άποψη περί «πολιτικής» ως διαχείρισης, ως κυβερνησιμότητας, ως καθεστώτος παγίωσης ενός μοντέλου μεταπρατικού και εξαρτημένου. Άρα, κίνημα, κόμμα, ανάθεση στην Ελλάδα 2010-2026.
Καθεστώς, πολιτικό σύστημα, κοινωνία, κίνημα (ή κινήματα)
Το 2010 είχαμε τη Χρεοκοπία της χώρας και το πέρασμα σε ένα νέο καθεστώς, μνημονίων και διεθνούς επιτροπείας. Συνέβη δηλαδή μια μεγάλη καθεστωτική αλλαγή. Τα μνημόνια δεν ήταν γενικά διεθνείς συμβάσεις συνεργασίας ανάμεσα σε μια κυβέρνηση και έναν διεθνή οργανισμό, μια τράπεζα, ή άλλο κράτος. Στο έδαφος της Χρεοκοπίας επιβλήθηκε ένα καθεστώς επιτήρησης και αφαίμαξης της ελληνικής οικονομίας και του πολιτικού σκηνικού, ένας ζουρλομανδύας λεηλασίας της χώρας, υποθήκευσης του δημόσιου πλούτου για 99 χρόνια, μείωσης των μισθών και των συντάξεων, απολύσεων και κλεισίματος επιχειρήσεων, αμέσου ελέγχου σε όλα τα οικονομικά και πολιτικά δρώμενα εντός της χώρας. Το σοκ ήταν μεγάλο, και σαν αντίδραση εμφανίστηκε ένα μεγάλο κίνημα, το αντιμνημονιακό, που αγκάλιασε ευρύτατους τομείς (σχεδόν το 80% της κοινωνίας). Τροποποίησε συνειδήσεις και στάσεις των απλών ανθρώπων, γεννήθηκαν μορφές νέες όπως οι Πλατείες, μεγάλα δίκτυα αλληλεγγύης, κινήματα, διαθέσεις. Γκρεμίστηκε το δικομματικό σύστημα Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, άλλαξαν οι συσχετισμοί στην πολιτική σκηνή, απολύθηκαν πρωθυπουργοί (ΓΑΠ), τοποθετήθηκαν τραπεζίτες στη θέση τους, έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις το 2012, δοκιμάστηκαν κυβερνήσεις συνεργασίας… Για να φθάσουμε το 2015 ένα κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, να σχηματίσει κυβέρνηση αφού συγκέντρωσε 36% (από 4,5% που είχε προ της Χρεοκοπίας και των μνημονίων, δηλαδή μέσα σε 5 χρόνια). Χωρίς την εμφάνιση του αντιμνημονιακού κινήματος, και ιδιαίτερα την τεράστια ορμή που είχε το δίχρονο 2010-2012 σαν έκφραση του λαϊκού ριζοσπαστισμού [βλ. και προηγούμενο σημείωμα στο φύλλο 758], δεν θα συνέβαιναν αυτά.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε για ένα 6μηνο σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης-παγίδευσης. Έψαχνε να βρει έναν τρόπο συμβιβασμού, αλλά η ευρωκρατία είχε τιμωρητικές διαθέσεις (για να μην ανοίξουν ανάλογες ορέξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Ήδη από το 2012 είχε ξεκινήσει μια διαδικασία προσαρμογής και απορρόφησης του αντιμνημονιακού κινήματος στο δρόμο του κοινοβουλευτισμού-κυβερνητισμού, για να υποστραφεί η δυναμική του. Την ίδια στιγμή η πολιτικοποίηση, η συνείδηση του ίδιου του κινήματος ήταν τέτοια που άφησε χώρο ή οδηγήθηκε εύκολα στην «ανάθεση» σε ένα κόμμα και σε έναν νέο πολιτικό, τον Αλέξη Τσίπρα, να κάνουν αυτοί την κύρια δουλειά.
Ο ριζοσπαστισμός, η τάση, το ρεύμα υπήρχε ακόμα και μετά τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης, και αυτό φάνηκε πολύ καθαρά στην υπόθεση του Δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015. Δημοψήφισμα που επιλέχθηκε σαν ελιγμός του Τσίπρα πριν τη συνθηκολόγηση (που είχε ήδη επιλεγεί). Όμως ο ριζοσπαστισμός, και ειδικά η νεολαία της εποχής, το πήραν στις πλάτες τους και έδωσαν το εκπληκτικό 62,5% «ΟΧΙ». Χρειάστηκε το ίδιο βράδυ να γίνει ένα πραξικόπημα το οποίο ενορχήστρωσαν οι Ευρωκράτες, η Προεδρία της Δημοκρατίας, τα τότε κόμματα (συμβούλιο αρχηγών κομμάτων), αλλά απ’ ό,τι φαίνεται και παράγοντες νευραλγικών τομέων (στράτευμα, ΕΥΠ κ.λπ). Η λαϊκή ετυμηγορία έπρεπε να καταστρατηγηθεί και η πολιτική ηγεσία (μέσω όλων των κομμάτων) να υπογράψει το 3ο και χειρότερο μνημόνιο, που λίγο αργότερα μας έφερε και την κυβέρνηση του Χίλτον. Το σοκ της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος (γιατί τότε καταγράφηκε μια ήττα μεγάλων διαστάσεων) επέδρασε στο να αποσυρθεί το κίνημα από την κεντρική πολιτική σκηνή, και να κατακλύσει την κοινωνία μια περίοδος σύγχυσης και απογοήτευσης.
Παρόλο που σύσσωμο το πολιτικό σύστημα διατείνεται ότι έχουμε βγει από τα Μνημόνια (τεράστιο ψέμα), παρόλο που άνοιξε δρόμος στην αυτοδυναμία της Ν.Δ. υπό τον Κ. Μητσοτάκη (που κυβερνά χωρίς αντιπολίτευση για 6 χρόνια), το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας έχει οξυνθεί. Τα γεωπολιτικά συμβάντα, η πορεία της οικονομίας (παρά τις αντίθετες επίσημες διακηρύξεις), η πανδημία και η κρίση που προκάλεσε, και κυρίως τα αποτελέσματα των πολιτικών που όρισαν τα 3 μνημόνια, οδήγησαν σε διάλυση των υποδομών, ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων, μεταφορών, υγείας, παιδείας, διάλυση της αγροτικής οικονομίας, μετατροπή της χώρας σε κόμβο ενεργειακό-μεταπρατικό-στρατιωτικό, μετανάστευση 500 χιλιάδων νέων και έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Αυτά, μαζί με «φυσικές» καταστροφές που συνοδεύονταν αμέσως από προγράμματα «πράσινης μετάβασης» και αισχροκέρδειας, μαζί και με ένα εκτεταμένο δίκτυο διαφθοράς και μαφιοποίησης, αποτέλεσαν το υλικό υπόστρωμα ενός άλλου, διαφορετικού κινήματος (πάντα έκφραση του ριζοσπαστισμού). Του κινήματος των Τεμπών. Διαφορετικό κίνημα από αυτό του αντιμνημονίου, αλλά λειτουργών σαν βαθύ και ενεργό ρήγμα στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας.
Ποια η διαφορά του κινήματος των Τεμπών;
Το κίνημα των Τεμπών φτιάχτηκε από χαροκαμένους ανθρώπους που, μέσα από το σοκ της συστημικής δολοφονίας και της επιχείρησης «μπαζώματος» που ακολούθησε, βρήκαν το σθένος και το κουράγιο να δημιουργήσουν έναν σύλλογο. Και μέσα από απίστευτη προσπάθεια και ενέργειες έφεραν στο φως στοιχεία που με περισσή αισχύνη το πολιτικό σύστημα ήθελε να αποκρύψει και να συγκαλύψει. Η προσπάθεια μιας φούχτας ανθρώπων με επικεφαλής μια μάνα-σύμβολο συναντήθηκε με μια διάχυτη συγκίνηση, και την επίγνωση ότι στο τρένο μπορούσε να βρεθεί ο καθένας – στην ουσία πάνω στο τρένο βρίσκονταν όλη η Ελλάδα. Έτσι εκκολάφθηκε ένα πελώριο (στην αρχή επιμέρους) κίνημα. Το κίνημα αυτό ζητούσε Οξυγόνο, Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Τιμωρία. Η ηθική διάσταση είχε μια εξέχουσα θέση μέσα σε αυτό το κίνημα, που ήρθε σε σύγκρουση με πολλούς μηχανισμούς του πολιτικού συστήματος (άρθρο 86, κόμματα και τρόπος λειτουργίας τους απέναντι στην κοινωνία, διαδικασίες του κοινοβουλίου, ακαταδίωκτο πάσης φύσεως, δικαστική εξουσία και διάβρωσή της, εξαφάνιση στοιχείων και μαρτύρων, απειλές κ.λπ.).
Σιγά-σιγά και μέσα από μια διαδικασία βασανιστική ανελίχθηκε σε ένα πολιτικο-κοινωνικό κίνημα που άρχισε να συζητά και να θέτει ζητήματα που αφορούν την πολιτειακή σφαίρα της χώρας. Το κίνημα αυτό μπήκε ορμητικά στην πολιτική ζωή του τόπου με δύο συγκλονιστικά συλλαλητήρια (Ιανουάριος και Φεβρουάριος 2025), και μαζικότατες συγκεντρώσεις σε όλες τις γωνιές της χώρας. Τώρα μια συνέντευξη της κυρίας Καρυστιανού στον σταθμό Κόντρα προανήγγελλε τη δημιουργία Κινήματος-Κόμματος που θα παρουσιαστεί στις επόμενες εκλογές. Ανοίγει έτσι ένας νέος κύκλος, όπου στην πολιτική κονίστρα πρέπει να υπολογίζεται και αυτή η παράμετρος. Ο θόρυβος που προκάλεσε αυτή η δήλωση ήταν και είναι τεράστιος. Το πολιτικό σύστημα είναι θορυβημένο και ετοιμάζει τις αντιδράσεις του (επίθεση, δολοφονία χαρακτήρων, συκοφάντηση, πλαγιοκοπήσεις, εκμετάλλευση αντιθέσεων ανάμεσα στους γονείς θυμάτων, τρολς και ό,τι άλλο μπορούμε να φανταστούμε).
Ποια η βασική διαφορά του κινήματος των Τεμπών; Δεν βγαίνει από κάποιο κομματικό εργαστήρι, από τη σύμπραξη κάποιων δυνάμεων. Προκύπτει από ένα βαθύτατο ρήγμα. Ακολουθεί μια δική του ιδιαίτερη διαδρομή, όπου το ηθικό στοιχείο συναντιέται με το πολιτικό σε μια βάση αντισυστημική (δηλαδή σε γραμμή σύγκρουσης με το υπάρχον πολιτικό-κομματικό-μιντιακό σύστημα), με μια ανεξαρτησία από τα κέντρα ολιγαρχών και με μια φυσική ηγεσία (την κα Καρυστιανού) που χαρακτηρίζεται από μια αποφασιστικότητα και μια πάλη επί 3 χρόνια. Η οποία σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται πως χωρίς τον πολιτικό αγώνα και χωρίς να τεθούν σημαντικά πολιτειακά ζητήματα δεν μπορούν να γίνουν μεγάλες αλλαγές. Η ίδια έχει εκφράσει μέσα στο τελευταίο χρόνο δυο-τρία μεγάλα προτάγματα: «Δεν θα γίνουμε γρανάζι του συστήματος», «Η κοινωνία δεν είναι επιχείρηση», «Πρέπει να τα αλλάξουμε όλα», «Πρέπει να φτιάξουμε πολιτεία». Τα βάζει συνολικά με κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και κατανοεί πως η δικαστική εξουσία ελέγχεται και δεν κάνει τη δουλειά της. Πρόκειται για μια γυναίκα που μέσα από τη δική της διαδρομή φτάνει σε αυτές τις διαπιστώσεις – κι όχι γιατί μετείχε σε κάποιο κόμμα, ή σε ένα πρωτύτερο κίνημα. Είναι δε αποφασισμένη, επειδή οι δεσμοί αίματος τη δένουν στενά με το αίτημα της Δικαιοσύνης και της Τιμωρίας των ενόχων. Μέσα από αυτή τη διαδρομή επικοινωνεί μια τάση υπαρκτή μέσα στην κοινωνία. Μια τάση που αναφέρεται στην κυρία Καρυστιανού. Μια τάση που θέλει ένα τέλος σε αυτό το τέλμα και σε αυτήν την απίστευτη διάλυση – διαφθορά – ατιμωρησία.
Μπλοκαρισμένο πολιτικό σύστημα, μπλοκαρισμένη κοινωνία
Όταν είναι μπλοκαρισμένα τα πάντα –μπλοκαρισμένη χώρα, κοινωνία και πολιτικό σύστημα– η ανάδυση του κινήματος των Τεμπών και οι δυνατότητες που ξανοίγονται (αν αυτό βαθύνει, συναντηθεί με άλλα υπαρκτά κινήματα και αντιστάσεις, αν ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, αν κινηθεί και προσανατολιστεί σωστά γύρω από τα μεγάλα ζητήματα, αν ανοίξει διαδικασίες και διεργασίες, αν αποφύγει λάθη και ξεπεράσει υπαρκτές ελλείψεις) μπορεί να συμβάλλει στο να απαντηθεί, όσο είναι δυνατό στις παρούσες συνθήκες, το αίτημα για ένα συλλογικό «Εμείς» που τόσο λείπει.
Ας κρατήσουμε προς στιγμήν για το θέμα που εξετάζουμε μια-δυο δηλώσεις της κυρίας Καρυστιανού. Δεν της αρέσει καθόλου η μορφή κόμμα όπως αυτά παρουσιάζονται, και κάνει λόγο για ένα μεγάλο κίνημα. Επιμένει στην έννοια του κινήματος. Σε αυτά κατάληξε μέσα από μια δική της διαδρομή συνειδητοποίησης. Ο τρόπος όμως για πάρει κανείς μέρος στην εκλογική διαδικασία, από νομική και φορμαλιστική πλευρά, απαιτεί την τυπικότητα του «κόμματος». Στις εκλογές υπάρχουν υποψήφιοι, ποσοστά, δημοσκοπήσεις, εκλογικές καμπάνιες κ.ά. δρώμενα που μπορεί σε μεγάλο μέρος να απορροφήσουν την κινηματική πλευρά του εγχειρήματος. Πρόκειται για μια δύσκολη άσκηση, εφόσον επιλεγεί.
Τι χρειαζόμαστε;
Η θέση μου –αναγνωρίζοντας την περιπλοκότητα της μπλοκαρισμένης κατάστασης και πολλών υβριδικών χαρακτηριστικών– είναι ότι το κύριο μέτωπο σχετίζεται κατ’ αρχάς με τον κεντρικό Πολιτικό Λόγο που πρέπει να εκπονείται και να είναι αντίστοιχος των απαιτήσεων που θέτει το Υπαρξιακό Πρόβλημα της Χώρας. Παράλληλα με αυτό, η κεντρική επιλογή πρέπει να είναι το Κίνημα ως μορφή που μπορεί να εκφράσει σήμερα ένα μεγάλο και ετερογενές μπλοκ κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων το οποίο να στηρίζει μια μεγάλη πολιτειακή αλλαγή-μεταβολή, στην κατεύθυνση ενός μεγάλου Εκδημοκρατισμού σε όλους τους τομείς και θεσμούς, και κατοχύρωσης της Εθνικής και Λαϊκής Κυριαρχίας σε ταραγμένους καιρούς.
Η μορφή κίνημα σημαίνει ότι χρειάζονται (μάλλον από χθες, και να μην χάνεται χρόνος) διαδικασίες, διαβουλεύσεις, πολιτικοποίηση, σύνθετες πολιτικο-ιδεολογικές διεργασίες συγκρότησης του «Εμείς». Κίνηση, γείωση σε κοινωνικούς χώρους, σημασία στον κόσμο ώστε να μπορεί να συμμετέχει, μονιμότητα σε διάφορους χώρους και προώθηση στόχων, επιμονή. Το τι Πολιτεία θέλουμε, τι Δικαιοσύνη, τι Δημοκρατία, τι ανθρώπους, τι Χώρα, και με ποιες αξίες, είναι ζητήματα που πρέπει να «δουλευτούν», να «ζυμωθούν» μέσα στον κόσμο που αποτελεί το Κίνημα και στηρίζει ένα εγχείρημα.
Μια ουσιώδης παρέκβαση
Η κυρίαρχη άποψη και αντίληψη για την πολιτική είναι ότι αυτή συνίσταται στη διαχείριση και τη διοίκηση εντός ενός ορισμένου πλαισίου (που δεν αμφισβητείται, π.χ. μεταπρατική, εξαρτημένη Ελλάδα με το δεδομένο πολιτικό σύστημα). Επομένως κάποια κυβέρνηση αυτών των προδιαγραφών. Η οποία προκύπτει δια εκλογών , ποσοστών, συμπράξεων κ.λπ. Άρα το μόνο που μένει η αναμονή των επόμενων εκλογών.
Αυτή η αντίληψη είναι σήμερα κυρίαρχη. Αντί να την αναπαράγουμε, πρέπει να την κοντράρουμε στο ουσιαστικό μέρος: Βλέπει τον πολίτη απλά σαν ψηφοφόρο και τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα είναι θέμα ειδικών, τεχνοκρατών, αυτών «που ξέρουν». Η ίδια αντίληψη περνά και στα θέματα προγράμματος. Όλα τα κόμματα έχουν προγράμματα, αλλά αυτό που εφαρμόζουν είναι άσχετο από τυχόν διακηρύξεις. Είναι διαχείριση και απλή διοίκηση. Εκτελούν εντολές από τις «Αγορές», τις επιχειρήσεις, τους υπερεθνικούς οργανισμούς, τις πρεσβείες. Θα μπορούσαν να έχουν έναν πρωθυπουργό που να μην ξέρει τίποτα, ή σχεδόν τίποτα (όπως ότι δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα ή άλλες βλακείες που έχουν εκστομίσει).
Η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται μέσα στη Βουλή ή απλά στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Γι’ αυτό και ο κυβερνητισμός είναι μια μεγάλη αφέλεια. Ότι δηλαδή από ένα εκλογικό ποσοστό ή μια κυβέρνηση εξαρτάται η πορεία της χώρας και η αλλαγή της. Χωρίς τη δύναμη ενός ισχυρού γειωμένου Κινήματος που θα ορίζεται από στόχους οι οποίοι θα παλεύονται ανοικτά, που θα έχει διαδικασίες συμμετοχής και δράσης, δεν μπορεί να ξεμπλοκαριστεί η κατάσταση, ούτε αλλάξουν οι πραγματικοί συσχετισμοί. Το κίνημα πρέπει να είναι το μυϊκό και νευρικό σύστημα ενός μεγάλου εγχειρήματος. Το πολιτικοκοινωνικό κίνημα είναι η βασική δύναμη στήριξης ενός εγχειρήματος, η βασική δύναμη διεμβολισμού ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, η κινητήρια δύναμη αλλαγής ρότας μιας χώρας. Μόνο δια των κινημάτων αλλάζουν οι συσχετισμοί γενικά, και πολλές φορές σε εκλογικό επίπεδο.
Η μη εξαγγελία και η μη εξαπόλυση ενός Κινήματος γύρω από στόχους και η απουσία διαδικασιών οδηγεί στην ανάθεση και την προσμονή επεξεργασιών από «σοφούς». Όσο κι αν στηρίξει εκλογικά ο κόσμος μια τέτοια προσπάθεια, είναι αναγκαίο να του δοθεί, να αποκτήσει, να διεκδικήσει έναν άλλο, πιο ενεργητικό ρόλο από αυτόν του απλού ψηφοφόρου. Οποιοδήποτε εναλλακτικό πολιτειακό μοντέλο πρέπει να έχει άλλη θέση για τον Πολίτη εν κοινωνία. Αν αυτό δεν καλύπτεται ήδη, αν αυτό δεν φροντίζεται, ο πολίτης υποβιβάζεται στη θέση του ψηφοφόρου. Γι’ αυτό οι διαδικασίες, η συλλογικότητα σε όλα τα επίπεδα είναι υπερ-απαραίτητα όπλα. Ναι, όπλα απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη περί πολιτικής ως διαχείριση και διοίκηση αυτών που ξέρουν και αποφασίζουν, ενώ ο λαός είναι για τη λάντζα και μόνο.
Σωστά η κυρία Καρυστιανού στη συνέντευξη στο Κόντρα μίλησε για τον Τσίπρα και είπε ότι αφού μας ανέβασε στους ουρανούς μετά μας γκρέμισε την ελπίδα.
*****
Το συλλογικό «Εμείς» έχει πολύ δρόμο να διανύσει. Μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση στο Υπαρξιακό Αδιέξοδο της χώρας κτίζεται με κόπο, προσπάθεια, αγώνες, ανιδιοτέλεια, σοβαρότητα, μέσα από διάλογο, αντιθέσεις και δυσκολίες. Δεν είναι θέμα μιας ζαριάς, ούτε μιας σπαθιάς – διαφορετικά ίσως να είχε λυθεί τόσα χρόνια που υπάρχει. Η ιστορία του αντιμνημοναικού κινήματος (που είναι πολύ κοντινή) πρέπει να μας διδάξει από πολλές πλευρές, ιδιαίτερα από τα λάθη και τις μεγάλες καθυστερήσεις που υπάρχουν. Λειτουργεί και ως προειδοποίηση…
Επειδή η Πολιτική (με κεφαλαίο Π) πρέπει να είναι Ποιητική. Να εμπνέει και να κινητοποιεί γύρω από στόχους, όχι να αναθέτει σε κάποιους διαχείριση ή σωτηρία. Με μια πιο τρέχουσα έννοια, η Πολιτική είναι σύνθεση Ηθικής και Δημιουργίας προϋποθέσεων για τους στόχους που θέτει ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε!
Η διαλεκτική του δημογραφικού (Μέρος Β’)
Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός εδραιώνεται και η παραγωγή αποκεντρώνεται, η τεκνοποίηση γίνεται και αυτή μια επένδυση μεγάλου ρίσκου.
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου (ΕΔΩ) έκανα μία εισαγωγή πάνω στην εξέλιξη της οικογένειας και τεκνοποίησης κατά τον προβιομηχανικό και βιομηχανικό καπιταλισμό, τον φορντισμό και την πρώιμη περίοδο του μεταφορντισμού. Αποκτήσαμε μια πρώτη εικόνα περί του πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνικές σχέσεις στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων, της οργάνωσης της εργασίας αλλά και της εξέλιξης των παραγωγικών σχέσεων. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει καθώς φτάνουμε στα «χρυσά 80’s» και ο Ψυχρός Πόλεμος φτάνει προς το τέλος του.
Η δεκαετία του ‘80, πέραν των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος, χαρακτηρίστηκε και από την εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών στην παραγωγή. Αν και ακόμα βρισκόταν σε βρεφονηπιακό στάδιο και οι τότε λειτουργίες τους -αλλά και κόστος- δεν συγκρίνονται επ’ουδενί με αυτές των σημερινών «απογόνων» τους, οι αλλαγές που έφεραν στην παραγωγή ήταν σαρωτικές. Εξέλιξαν περαιτέρω την ήδη αυτοματοποιημένη παραγωγή, τυποποιώντας την ακόμα περισσότερο, βοηθώντας στον αποτελεσματικότερο προγραμματισμό, στην λογιστική, στον συντονισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όσον αφορά τα πιο τεχνικά ζητήματα, εισήγαγαν το CAD, την προσομοίωση και μοντελοποίηση των προϊόντων, κάτι που μείωσε τους κύκλους παραγωγής, επέτρεψε τον πειραματισμό πάνω στα μοντέλα, αλλά και μετέφερε μεγαλύτερη ευθύνη και χρησιμότητα στα χέρια των μηχανικών και σχεδιαστών των προϊόντων.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
| Νομιμοποίηση της έκτρωσης ανά χώρα και δεκαετία |
Αυτές όμως ήταν απλά μερικές από τις αλλαγές που χαρακτήρισαν την δεκαετία του ‘80. Η εξέλιξη και καθίερωση των ΜΜΕ στην καθημερινότητα λειτούργησε ως καταλύτης στην διάχυση των νέων αλλαγών και στην αναπαραγωγή της νέας νόρμας. Δεν ήταν καθόλου ο παραγωγός όλων αυτών των μεταβολών, όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικοί, αλλά ο αναπαραγωγός των εξελίξεων, αυτός που κανονικοποίησε την νέα συνθήκη, παρουσίασε τον ατομικισμό ως σημαντική κοινωνική ανάπτυξη και μετέφρασε την αναγκαιότητα ως αξία. Αντίστοιχα, η νέα αλλαγή προκάλεσε συγκρούσεις μεταξύ νέου και παλιού και εδώ εντοπίζεται το άγχος του συντηρητισμού, ο οποίος ένιωθε ότι έχανε την νέα γενιά καθώς ήταν και πολύ πιο φιλελεύθερη από την προηγούμενη. Τα παιδιά των 80’s ήρθαν σε κόντρα με τους γονείς τους, μεγαλωμένους με διαφορετικές νόρμες που όλες αυτές οι αλλαγές τους φαίνονταν ξένες ή και εχθρικές. Ίσως έχετε παρατηρήσει πόσο συχνά εμφανίζεται αυτή η αντίθεση συντηρητικού γονέα -«φιλελεύθερου παιδιού που θέλει να ανακαλύψει τον κόσμο και τον εαυτό του» ή που δεν ξέρει τι θέλει, σε ευρωπαϊκές και αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του ‘80. Όλα τα παραπάνω έδρασαν καταλυτικά, όχι μόνο στην καθυστέρηση της τεκνοποίησης, αλλά και στην ποσοτιαία μείωση αυτής.
| Η μέση ηλικία τεκνοποίησης των γυναικών ανά χώρα, 1980-2000-2022, OECD |
Η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν το «καλημέρα» της δεκαετίας των 90’s, όπου και όλες οι παραπάνω αλλαγές επιταχύνθηκαν. Ο νεοφιλελευθερισμός έγινε πολύ πιο επιθετικός, παίρνοντας πίσω κατακτήσεις δεκαετιών σε πολύ πιο μαζική κλίμακα απ’ ό,τι στα 80’s, ενώ ο κοινωνικός φιλελευθερισμός μαχόταν για ακόμα περισσότερη κοινωνική απελευθέρωση. Καθώς όμως δεν κατάφερε να συνδεθεί με την επαναστατική κομμουνιστική πρακτική, εν τέλει κατέληξε ουσιαστικά να αποτελεί το όπιο των μαζών και πολλές φορές να συμπλέει με τον νεοφιλελευθερισμό όσον αφορά την αποδυνάμωση των παλαιών δομών, την έμφαση στην ατομική αυτονομία, αλλά ακόμα περισσότερο στην αποσύνδεση της ταυτότητας από την παραγωγή.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν μέτρα σταθεροποίησης των δημογραφικών και ανανέωσης της πληθυσμιακής πυραμίδας, ειδάλλως θα βλέπαμε μία κατάρρευση ήδη από την δεκαετία του ‘90, ίσως και αργότερα. Το σημαντικό μέτρο εξ’ αυτών ήταν η μετανάστευση. Ήδη από το ‘50-’60 και λόγω της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και φυσικά της έλλειψης απαραίτητου εργατικού δυναμικού (καθώς το υπάρχον είχε γίνει κρέας για τα κανόνια 20 χρόνια πριν), χώρες όπως η Γαλλία, η Δ. Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρούν σε συμφωνίες με τρίτα κράτη και προσκαλούν ανθρώπους για εργασία. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις, αυτές οι συμφωνίες ήταν κομμάτι της μεταποικιακής συνθήκης μεταξύ πρώην αποικίας και μητρόπολεις, κάτι που αργότερα θα μετατραπεί στο γνωστό φαινόμενο του «brain drain». Παρ’ όλα αυτά αυτές οι συμφωνίες ήταν παροδικές και δεν προέβλεπαν μαζική οικογενειακή μετανάστευση παρά μόνο ατομική και για ορισμένο χρονικό διάστημα (Gastarbeiterprogramm).
Κατά τα πρώτα χρόνια του ‘70 και καθ’όλη την δεκαετία του ‘80 αυτό το φαινόμενο αρχίζει να μετατρέπεται από παροδική ατομική μετανάστευση σε οικογενειακή, μόνιμη μετανάστευση. Στα αστικά κέντρα της Ευρώπης αρχίζουν σιγά σιγά να σχηματίζονται αφρικανικές, αραβικές, λατινοαμερικάνικες κοινότητες. Μία κατάσταση που σήμερα είναι δεδομένη για κάθε άνθρωπο που ζει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο αρχίζει να πρωτοεμφανίζεται τότε. Αν και οι προλετάριοι-μετανάστες, μεγαλωμένοι σε πιο συντηρητικές κοινωνίες, θα καταφέρουν να επουλώσουν για ένα χρονικό διάστημα το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης και τις μακροχρόνιες συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πανάκεια.
Καθώς ενσωματώνονται στις κοινωνίες, τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο, συναναστρέφονται με άλλα παιδιά, μεγαλώνουν, φεύγουν από το σπίτι για να σπουδάσουν, εντάσσονται στην παραγωγή, ερωτεύονται, συζούν με την σύντροφο ή τον σύντροφό τους και βιώνουν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της μεταφορντικής πραγματικότητας, γίνεται δύσκολο και γι’ αυτά η συντήρηση μιας πολυμελούς οικογένειας. Ακόμα και αν υποστηρίζονται οικονομικά από το σόι τους, ή αν αντίστοιχα συναναστρέφονται μόνο με άτομα της κοινότητάς τους, η παραγωγή τους χτυπά καθημερινά την πόρτα υπενθυμίζοντάς τους ότι ο τρόπος ζωής τους είναι ασυμβίβαστος με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και με τις ανάγκες της αγοράς. Ως αντίδραση σε αυτό, οι νεαροί μετανάστες είτε στρέφονται περισσότερο στην αγκαλιά της κοινότητάς τους, επιχειρώντας να διατηρήσουν τις νόρμες τους, ή στον αντίποδα, ενσωματώνονται στις νόρμες της εκάστοτε κοινωνίας στην οποία πλέον ζουν.
Η μετανάστευση συνεχίζεται και κατά την δεκαετία του ‘90, λόγω της κατάρρευσης των κρατών του σοσιαλιστικού μπλοκ και των ιμπεριαλιστικών πολέμων σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Γιουγκοσλαβία. Αντίστοιχα ολόκληρες οικογένειες φεύγουν από τις βομβαρδισμένες χώρες τους για αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής σε χώρες που είναι υπεύθυνες για τον ξεριζωμό τους. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και εδώ, όπου η ευρωπαϊκή οργάνωση της παραγωγής και η μεταφορντική νεοφιλελεύθερη πίεση αναπτύσσουν μία αντίφαση μεταξύ αυτών και του οικογενειακού μοντέλου των μεταναστών, κάνοντάς το μη βιώσιμο και ωθώντας τους ιδίους στην κατάσταση που περιέγραψα στην παραπάνω παράγραφο. Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, ο καπιταλισμός εξελίσσεται, νεοφιλελευθεροποιείται ακόμα περισσότερο και οι νέες γενιές ενσωματώνονται στην παραγωγή και στην κοινωνία, εμφανίζονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ διεθνών ζευγαριών, πιο ευέλικτες οικογενειακές σχέσεις, κάτι το οποίο μοιάζει ξένο για την κοινωνία της π.χ. Νιγηρίας, αλλά όχι για νεαρούς Νιγηριανούς στην Ιταλία του σήμερα. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο παρουσιάζεται και στην τεκνοποίηση, όπου συγκρίνοντας τα ποσοστά γεννήσεων μεταξύ πρώτης και τρίτης γενιάς μεταναστών παρατηρούμε ότι η διαφορά είναι αξιοπρόσεκτη, ενώ εντοπίζουμε ταυτόχρονα και άλλους παράγοντες που ενισχύουν αυτή την τάση όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, η αντισύλληψη, κάτι το οποίο σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου είναι είτε παράνομο, είτε κοινωνικά απονομιμοποιημένο. Εν τέλει, όσο δυνατοί κι αν είναι οι οικογενειακοί δεσμοί των μεταναστευτικών πληθυσμών η παραγωγή, η οργάνωση αυτής και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ηγεμονία είναι πολύ ισχυρότερες δυνάμεις.
| Ποσοστό εργατών ανά χώρα που ανησυχούσε για απώλεια της δουλειάς του, 2022, OECD |
Όμως το ‘90 δεν έφερε μόνο αυτές τις αλλαγές. Με την πτώση των τιμών των ηλεκτρονικών υπολογιστών, την μαζική έξοδό τους στην αγορά και την διάδοση του ίντερνετ αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα φόρουμς, ο πρόγονος των σημερινών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ένας νέος κόσμος απλώνεται μπροστά στα μάτια των νέων γενεών που πλέον μπορούν να συνομιλούν και να συζητούν με ανθρώπους από την άλλη άκρη της γης, άμεσα και γρήγορα. Οι ειδήσεις πλέον γίνονται αντικείμενο σχολιασμού και όχι απλά παθητικής τηλεθέασης στην τηλεόραση, όπως μέχρι τότε είχαν συνηθίσει. Τα κινητά τηλέφωνα επιταχύνουν την άμεση διάδοση της πληροφορίας και της επικοινωνίας και ο κόσμος νιώθει ότι βρίσκεται σε μία επανάληψη των «χρυσών 50’s και 60’s», όπου η τεχνολογία έμοιαζε κινητήρια δύναμη και φορέας πανανθρώπινης πρόοδου. Η ενσωμάτωση όμως αυτών των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή θα συντρίψει κάθε αυταπάτη. Καθώς ο μεταφορντισμός απαιτεί ευελιξία και άμεση αντανακλαστική αντίδραση στις ανάγκες της αγοράς, πλέον η δουλειά θα ακολουθεί κάθε έναν όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν κάνει. Ένα τηλέφωνο στις 6.00 το πρωί είναι αρκετά για να σηκωθεί κάποιος γρήγορα, να ντυθεί και να τρέξει στο γραφείο επειδή προέκυψε έκτακτο meeting με εταιρικούς συνεργάτες, ασχέτως φυσικά αν η βάρδια του ξεκινά στις 7.00.
Ταυτόχρονα και ενώ η τριτογενοποιημένη εργασία επεκτείνεται, κατακτώντας τις ευρωπαϊκές οικονομίες, εμφανίζονται νέα επαγγέλματα υψηλής προσφοράς που κάνουν ακόμα πιο αβέβαιο το μέλλον των νεαρών εργατών. Οι μεταφορές, η εποχιακή εργασία, ο τουρισμός, οι πωλήσεις, απαιτούν πολλές φορές τα ταξίδια σε άλλα μέρη, καλλιεργώντας μια άκρως ρευστή σχέση του υποκειμένου με τον χώρο και μια αβεβαιότητα για βασικά ζητήματα όπως η ενοικίαση ενός σπιτιού και οι κοινωνικές σχέσεις. Η δημιουργία οικογένειας γίνεται έτσι ένας άθλος, ενώ η τεκνοποίηση ένα βαρίδιο, μια περαιτέρω ευθύνη πάνω από το κεφάλι του ζευγαριού με μεγάλο κόστος.
Με τον ψηφιακό καπιταλισμό να αποτελεί το τελευταία ως τώρα φάση του καπιταλισμού, οι αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την προηγούμενη φάση πλέον έρχονται να μονιμοποιηθούν και να εντατικοποιηθούν. Με την εισαγωγή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή, η πρώτη γίνεται αποδοτικότερη ενώ πλέον η καθημερινότητα γίνεται και αυτή κομμάτι της ψηφιακής ινφοσφαίρας. Ταυτόχρονα τα παλαιά επαγγέλματα εξελίσσονται, νέα επαγγέλματα προκύπτουν μαζί και νέες ανάγκες. Κάθε εργασιακός χώρος μεταφέρεται και σε μία εφαρμογή άμεσων μηνυμάτων όπου η παραγωγή συντονίζεται, το εβδομαδιαίο πρόγραμμα ανακοινώνεται, μαζί και προβλήματα που έχουν προκύψει. Οι ειδοποιήσεις πρέπει να είναι πάντα ανοιχτές μην και τυχόν έρθει κάποιο μήνυμα ή τηλέφωνο από την δουλειά, ασχέτως του τι ώρα είναι, του αν εργάζεται κάποιος ή όχι. Η καθημερινότητα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα στρατόπεδο όπου πάντα πρέπει να ‘μαστε σε επιφυλακή μην και τυχόν δεχθούμε εχθρικά πυρά.
Ταυτόχρονα, λόγω του απρόσωπου που καλλιεργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετοι να εκφραστούν ελεύθερα (ανώνυμα ή επώνυμα) στον τοίχο τους, να αυτοαναπαράγονται στο κοινό τους επιταχύνοντας την αλλοτρίωση που εξαρχής τους οδήγησε σε αυτή την κατάσταση και στην ψηφιακή αποχαύνωση.
Θα ήταν λάθος φυσικά να ισχυριστούμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν η αιτία μαζικότερης αλλοτρίωσης ή και αυξανόμενων ψυχικών νοσημάτων που παρατηρούνται κατά την μετα-covid εποχή. Στην πραγματικότητα, όπως παλαιότερα έκαναν και τα ΜΜΕ, αναπαρήγαγαν όλες τις μεταβολές που λάμβαναν χώρα εντός της κοινωνίας. Ήταν απλά ο δίαυλος μεταφοράς και εικονογράφησης αυτής της δυναμικής διαδικασίας που μετασχημάτιζε τις δυτικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα όμως, εκτός από μέσα παραγωγής, μετατράπηκαν και σε μέσα άντλησης νέας υπεραξίας από τον χρήστη. Δεδομένα αντλούνται από τις πλατφόρμες, πωλούνται σε άλλες εταιρίες, χτίζεται profiling και ο χρήστης γίνεται στόχος διαφημίσεων (και ιδεολογίας) βάσει των προτιμήσεων που έχουν καταγραφεί από την πλατφόρμα. Έτσι μπορεί να νομίζει ότι είναι ελεύθερος να καταναλώνει προϊόντα και απόψεις ενώ στην πραγματικότητα είναι στόχος ενός πολύ καλά σχεδιασμένο διεταιρικού μάρκετινγκ. Το ίντερνετ παρουσιάζεται ως εργαλείο (και είναι) του οποίου η καλή ή κακή χρήση είναι στο χέρι του καθενός. Μπορείς να αυτοεξελιχθείς ή να καείς στην ροή των ειδήσεων λέει η αγορά εργασίας. Αυτό το τσιτάτο όμως δεν είναι παρά μια μυστικοποιημένη εμφάνιση της πραγματικότητας, ένα νεοφιλελεύθερο αφήγημα που πετά κάτω από το χαλί όλα τα δομικά προβλήματα που οδηγούν στην αλλοτρίωση και αυτοκαταστροφικότητα, η οποία προφανώς δεν οφείλεται στα social media αλλά αντανακλάται σε αυτά.
Θα ήταν επίσης λάθος να κατηγορήσουμε όλα τα παραπάνω προβλήματα που προέκυψαν στην οργάνωση της παραγωγής καθώς είναι άμεσα εξαρτώμενη από τις παραγωγικές σχέσεις και τους συσχετισμούς αυτών. Ο φορντικός καπιταλισμός, τα ισχυρά κοινωνικά κράτη, η οικονομική σταθερότητα, ήταν όλα πρόσκαιρα φαινόμενα μιας περιόδου έντονων διεθνών συγκρούσεων μεταξύ Ιμπεριαλισμού και Σοσιαλισμού, ευνοϊκών ταξικών συσχετισμών υπέρ του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού στρατοπέδου που πίεζε για την κατάκτηση όλων αυτών των προνομίων καθώς και της μεταφοράς υπεραξίας από τον Τρίτο προς τον Πρώτο Κόσμο, από τις αποικίες προς τις μητροπόλεις. Με το πέρας της αποικιοκρατίας και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, δόθηκε η ευκαιρία στις άρχουσες τάξεις της ευρωπαϊκής ηπείρου να προχωρήσουν στην εξαγωγή της βιομηχανίας στις πρώην αποικίες, μία κίνηση που όχι μόνο θα μεγιστοποιούσε τα κέρδη τους, αλλά και θα άλλαζε τους συσχετισμούς υπέρ αυτών, διαλύοντας τον βιομηχανικό συνδικαλισμό, αναπτύσσοντας μια τεχνητή και ελεγχόμενη ανεργία ως φορέα πίεσης στους εργάτες, ενώ με την ιδεολογική γλώσσα του μεταφορντισμού, τον νεοφιλελευθερισμό, κατόρθωσαν να διαβάλουν ακόμα και την ίδια την αριστερά μετατρέποντάς την από ένα ταξικό-πολιτικό κίνημα σε φορέα σοσιαλφιλελεύθερο φορέα διαχείρισης του καπιταλισμού και «εξανθρωπισμού» της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.
Εν τέλει η τεκνοποίηση, το οικογενειακό μοντέλο αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις εν συνόλω αναδιοργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αποσταθεροποίηση των υπάρχοντων σχέσεων παραγωγής. Ο καπιταλισμός χτίζει και γκρεμίζει, αφήνοντας τα υποκείμενα μόνα να μαζέψουν τα συντρίμμια τους μετά από κάθε μεταβολή του. Αναδιαρθρώνεται, μετασχηματίζει την παραγωγή, διαλύει αδύναμα κράτη μαζί και τις κοινωνίες τους, αναπτύσσει συγκρούσεις και αντιθέσεις μεταξύ του παλιού και του νέου, όλα αυτά φυσικά για να επιβιώσει ενώ ιστορικά έχει ξεπεραστεί και δεν θέλει να καταλάβει ότι ήρθε η ώρα να ξαπλώσει στο νεκροκρέβατό του και να αναπαυθεί στο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Καθώς οι κοινωνικές σχέσεις αλλοτριώνονται και η κοινωνία κανιβαλίζεται βλέποντας τον εχθρό στο τάδε ή στο δείνα υποκείμενο, κατηγορώντας τις γυναίκες και τα νέα ζευγάρια για τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, τους μετανάστες για την εγκληματικότητα, τους ψυχικά ασθενείς για την αύξηση της βίας, είναι αναγκαίο να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα προβλήματα είναι δομικά, όχι ατομικά, ούτε κοινωνικά. Η κοινωνία δεν είναι παρά ένας αφηρημένος όρος και η αναγωγή ενός προβλήματος σε αυτήν μπορεί να σημαίνει χίλια δυο, όπως ότι είναι προβληματική, ότι χρειάζεται μόρφωση, ή – ακόμα χειρότερα – ότι έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά και μία τάση προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που χαρακτηρίζουμε προβληματική. Όμως μια τέτοια συλλογική ευθύνη είναι αντιεπιστημονική και ιδεολογικά καθοδηγούμενη από όσους προσπαθούν να συγκαλύψουν τις πραγματικές αιτίες ενός προβλήματος και ενώ το αναδεικνύουν ουσιαστικά δεν επιθυμούν να το λύσουν, τουλάχιστον όχι αποτελεσματικά και χωρίς μετάθεση ευθυνών.
Ευτυχώς ή δυστυχώς και καθώς ο ιμπεριαλισμός αγριεύει είναι αναγκαίο να έχουμε στον νου μας ότι ένα δίκαιο σύστημα δεν έρχεται μόνο να ανατρέψει τις σχέσεις παραγωγής και να προσφέρει ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Έρχεται και για να μετασχηματίσει τις κοινωνικές σχέσεις, να τις κάνει πιο ανθρώπινες, αποεμπορευματοποιημένες, ειλικρινείς. Και αυτός ο μετασχηματισμός αφορά και την οικογένεια και την τεκνοποίηση φυσικά.
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Στάθης Σταυρόπουλος : "Ένα νεκρό πολιτικό σύστημα, προτείνει νεκρές εναλλακτικές πολιτικές λύσεις"
Ο γνωστός σκιτσογράφος- αρθρογράφος Στάθης Σταυρόπουλος, σε μια άκρως αποκαλυπτική συζήτηση στον 98.4, εξηγεί γιατί σε μια χώρα όπου η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι επιβεβλημένη, η προτεινόμενη από την κυβέρνηση με την συμμετοχή και του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού, δεν είναι αναθεώρηση ουσίας προς όφελος των πολλών και του λαού, αλλά μια ακόμη απόπειρα αφενός επικοινωνιακής φυγής από την σκληρή για τους Έλληνες πραγματικότητα, αφετέρου διασφάλισης πως οι όποιες αλλαγές θα είναι του απολύτου ελέγχου ενός νεκρού πολιτικού συστήματος που ομοίως προτείνει νεκρές εναλλακτικές πολιτικές λύσεις, ώστε ο λαός να μην γίνει συμμέτοχος στη πολιτική διαμόρφωση των εξελίξεων. Όλα αυτά όπως λέει, όταν η ακρίβεια, η διαφθορά, η επιβίωση των πολλών και τα συστημικά φαινόμενα από τα εργατικά δυστυχήματα, τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τν συντριβή της αγροτιάς, είναι η πραγματικότητα στην Ελλάδα, που δεν αναθεωρείται από καμία δύναμη του πολιτικού συστήματος. Ο Στάθης, μίλησε ακόμη για την διαρκώς δυσχερή διαμόρφωση σε βάρος του Ελληνισμού, από τις κινήσεις της αναθεωρητικής Τουρκίας, που συναντούν μόνο κατευνασμό, από την ελληνική πλευρά. Αναρωτιέται, τι πάει να κάνει ο Έλληνας Πρωθυπουργός στην Άγκυρα;
Ξεφυλλίζοντας La Repubblica
Από το Τρεβίζο στο Παλέρμο μέσω Ρώμης και Πάντοβα. Ένα πανό με την επιγραφή «Το σχολείο είναι δικό μας» αναρτήθηκε από νεαρούς οπαδούς της άκρας δεξιάς. Το σύνθημα υπογράφεται από τη «Φοιτητική Δράση», οργάνωση της νεολαίας των Αδελφών της Ιταλίας (Μελόνι) στα σχολεία. Πίσω από το πανό είχε ποζάρει και η υφυπουργός Παιδείας Πάολα Φρασινέτι, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις έχει υποδεχθεί τους εκπροσώπους της Φοιτητικής Δράσης στο υπουργείο. Εμπλεκόμενοι σε ορισμένες εκδηλώσεις βίας έξω από τα σχολεία, οι νεαροί μαθητές λυκείου του πρώτου κόμματος της κυβέρνησης, με αυτή την καμπάνια προσπάθησαν να χαρακτηρίσουν τα σχολεία με κίνδυνο τη δημιουργία κλίματος έντασης και εκφοβισμού.
Από ένα υποτιθέμενο κοινωνικό αστείο - αλλά ήταν αμέσως σαφές ότι ήταν κάτι πιο σοβαρό - σε μια εθνική υπόθεση. Τα γεγονότα. Με μια σειρά από ιστορίες στο Instagram, μερικά αγόρια από την ποδοσφαιρική ομάδα Don Guanella στόχευσαν τους παίκτες κάτω των 17 ετών της Νάπολι με χυδαιότητα και σεξιστικές φράσεις. Γονείς και μάνατζερ της γυναικείας ομάδας κάτω των 17 ετών της Νάπολι έθεσαν την υπόθεση και επικοινώνησαν όλη την αγανάκτηση, τον θυμό και την αμηχανία τους ζητώντας κυρώσεις και μια εκπαιδευτική πορεία για τα αγόρια που ευθύνονται. Είναι η διάδοση περιεχομένου με αναφορές στα σώματα των γυναικών ποδοσφαιριστών και με μίσος και ρητά hashtags. Ο βουλευτής της AvS Francesco Emilio Borrelli παρενέβη στην υπόθεση με δημόσια καταγγελία, ζητώντας παρέμβαση από τον σύλλογο Don Guanella.
Προσβολές, κλωτσιές, κι ένα μαχαίρι σε θέα στο κινητό. Η επίθεση διακόπηκε από τον δάσκαλο: συνέβη σε σχολείο στο Τέρνι και θύμα ένας μαθητής που στοχοποιήθηκε από νταήδες με απειλές και επιθέσεις από τέσσερα παιδιά που φοιτούν στο ίδιο σχολείο. Μεταξύ των επεισοδίων και μια επίθεση που έλαβε χώρα στην τάξη και μια βιντεοκλήση, κατά την οποία προβλήθηκε στο θύμα μαχαίρι για σκοπούς εκφοβισμού. Αγωγή, σχολιασμοί και έγγραφα σχετικά με την κατάσχεση του μαχαιριού διαβιβάστηκαν στην Εισαγγελία και στο Δικαστήριο Ανηλίκων της Ούμπρια. Κατά τη διάρκεια των ερευνών στο σπίτι του γονέα ενός από τους νταήδες, βρέθηκε ένα όπλο, νόμιμο, διαμετρήματος 22. Ο ίδιος ο γονέας το παρέδωσε στους αστυνομικούς.
4. Ποδοσφαιρικοί αγώνες ανηλίκων και βία. Άσκοπο μίσος και τρέλα. Πατέρας κυνηγήθηκε και δέχτηκε επίθεση με κλωτσιές και γροθιές χωρίς λόγο από τους οπαδούς της τοπικής ομάδας. Συνέβη σε κάποιους οπαδούς της Λοντιτζάνι μετά τον αγώνα εναντίον της Καζάλ Μπαριέρα στο στάδιο Τζόρτζιο Καστέλι στην περιφέρεια της Ρώμης. Η καταγγελία προέρχεται από επίσημο σημείωμα της Λοντιτζάνι. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, πρωτάθλημα Β κατηγορίας, μια ομάδα οπαδών των γηπεδούχων άρχισε να προκαλεί τους φιλοξενούμενους με συνθήματα και εκφοβιστικές προσβολές. Μετά το τριπλό σφύριγμα του διαιτητή έξω από τις εγκαταστάσεις στην οδό Φελίτσε Ντε Αντρέις, ξεκίνησε ένα κυνηγητό κατά των υποστηρικτών της Λοντιτζάνι από τους ultras της Καζάλ Μπαριέρα χτυπώντας τους. «Τα θύματα της ενέδρας είναι γονείς που εδώ και χρόνια ακολουθούν την ομάδα μας με πάθος -λέει ο πρόεδρος της Λοντιτζάνι- ήταν μια δειλή και ανεξήγητη επίθεση».
5. Τζούλιο, 13 ετών: «Σήμερα στο σχολείο ένας LGBTQ ακτιβιστής μας εξήγησε πώς να αλλάξουμε φύλο». Άννα, 8 ετών: «Σήμερα στο σχολείο μας διάβασαν ένα παραμύθι στο οποίο η πριγκίπισσα ήταν άνδρας». Ματίλντε, 16 ετών: «Το σχολείο μου, επέτρεψε και στα αγόρια να χρησιμοποιούν τις τουαλέτες των κοριτσιών». Αυτά είναι τα συγκλονιστικά μηνύματα, συνοδευόμενα από πρόσωπα παιδιών και εφήβων με σακίδια, που εμφανίζονται στις αφίσες της νέας εθνικής διαφημιστικής καμπάνιας που ξεκίνησε η οργάνωση «Υπέρ της Ζωής και της Οικογένειας» στην Πεσκάρα για να ζητήσει έναν νόμο για την εκπαιδευτική ελευθερία των οικογενειών, ενάντια στο λεγόμενο «gender», μπαμπούλα της ομοφοβικής και αντιδραστικής δεξιάς. Στην Πεσκάρα, οι αφίσες έχουν προκαλέσει διαμάχες και διαμαρτυρίες. Η κολεκτίβα «Ζώνη Φούξια» μιλά ανοιχτά για την «υποκίνηση μίσους και διακρίσεων που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό».
6. Για να μπορέσει να κατέβει τις σκάλες και επομένως να βγει από το σπίτι, αναγκάζεται να συρθεί στα σκαλοπάτια χρησιμοποιώντας ένα μαξιλάρι. Ονομάζεται Βάλτερ Κάμπρας έχει αναπηρία 100%, χωρίς πόδια. Ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας όπου ζει δεν λειτουργεί εδώ και τρεις μήνες, στην οδό Σαμουέλε Ουτζέρι, στο Κάλιαρι, είναι χαλασμένος και κανείς δεν τον έχει επισκευάσει ακόμα. Αποτέλεσμα: ο Κάμπρας δεν μπορεί να βγει από το σπίτι αν δεν τον βοηθήσουν φίλοι, συγγενείς και γείτονες που τον σηκώνουν στην αγκαλιά τους. Η λαϊκή κατοικία -που διαχειρίζεται η Εταιρεία Περιφερειακής Στέγασης — δεν έχει άλλες λύσεις πρόσβασης. Ο Βάλτερ ζει στον πρώτο όροφο και για να κατέβει πρέπει να αντιμετωπίσει τρεις ράμπες και 25 σκαλιά. «Είναι αδύνατο μόνος μου», λέει ο άντρας, «να βγω έξω γιατί χρειάζομαι δύο άτομα για να βοηθήσουν και τη γυναίκα μου, που είναι επίσης ανάπηρη, και μετά να με φέρουν πίσω, αλλά δεν είναι πάντα δυνατό, συχνά τα παρατάω. Αλλά, επειδή είμαι ασθενής αιμοκάθαρσης, αναγκάζομαι να βγω έξω για θεραπεία και ιατρικές επισκέψεις».
7. Μια βροχή από προσβολές και ομο-λεσβο-φοβικές επιθέσεις στο Facebook. Ενώ στο Tik Tok, που χρησιμοποιείται περισσότερο από νεότερους, βρίσκεται περισσότερη ειλικρίνεια, μηνύματα υποστήριξης και αλληλεγγύης. Ο γάμος της Γκάια Μορέτο και της Βαλεντίνα Αριγκέτι - των δύο πρώην πρωταθλητριών βόλεϊ που έστεψαν το όνειρό τους για αγάπη στις 13 Ιουνίου στην Τορίλια, στους λόφους της Γένοβας, πρώτα με πολιτικό γάμο και στη συνέχεια με μια περιοδεία στο Pride - είχε συνέπειες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως είπε το ζευγάρι, μετά το γάμο στο διαδίκτυο ήρθαν τα προβλέψιμα ομοφοβικά και σεξιστικά σχόλια και οι προσβολές. Ήταν τόσο δυσάρεστα που αναγκάστηκαν να απαντήσουν με τη σειρά τους. Σε αντιστάθμισμα υπήρξαν πολλά τα μηνύματα ευχών και αγάπης, ειδικά από έφηβους χρήστες. «Οι νέες γενιές είναι πιο ανοιχτές», σχολίασαν οι Μορέτο και Αριγκέτι.
ΦΩΤ: Αφίσα της νεολαίας της Μελόνι-φασιστικός χαιρετισμός--------------------------------------------------------------------------------
Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Ο καταλύτης Τσίπρας
Συνέδρια, βομβαρδισμός δημοσκοπήσεων, ένας δυσνόητος -για πολλούς ανόητος- γαλαξίας από κομματικούς σχηματισμούς, ένα κουβάρι από σχηματισμούς μέσα στους σχηματισμούς, αποχωρήσεις και προαναγγελίες αποχωρήσεων, σενάρια για το τι θα κάνει ο άλφα ή ο βήτα, μαζί ή χώρια. Αυτή είναι η εικόνα αριστερά της Δεξιάς σήμερα, μια εικόνα κινούμενης άμμου, που καθορίζεται από αμηχανίες, φραξιονιστικές κινήσεις, διασπάσεις, προετοιμασία διασπάσεων. Και προτάσεις βέβαια που εκφωνούνται, αλλά δεν ακούγονται. Μιλούν, διακινούν τις σίγουρες και μοναδικές λύσεις τους, αλλά η εικόνα απορροφά τα πάντα και αυτό που μένει είναι η οχλαγωγία τού τίποτε.
Υπάρχει βέβαια και το συμπαγές ΚΚΕ, αλλά αυτό έχει πάρει θέση μακριά από τα γήινα και κοντά στα επουράνια. Ελεεινολογεί τους αμαρτωλούς και επενδύει στην καθολική απόγνωση που διευκολύνει την ορθόδοξη μεταφυσική. Ο ΣΥΡΙΖΑ βολοδέρνει σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει κάποιο μέλλον, όταν πολλά από τα στελέχη του ετοιμάζουν ταξίδι. Το ΠΑΣΟΚ ονειρεύεται μία ψήφο παραπάνω από τη Δεξιά κι όταν ξυπνάει βρίσκεται τρίτο, ή και παρακάτω. Η Νέα Αριστερά… ουδέν σχόλιον. Και οι λοιπές αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις, με έπαρση, ρητορική και φιλοδοξίες αντιστρόφως ανάλογες με την επιρροή τους στην κοινωνία.
Είναι δύσκολο να μη βλέπει κανείς την εικόνα, αν δεν είναι μέσα σ’ αυτήν. Και ακόμα πιο δύσκολο να μην καταλαβαίνει γιατί έχει προβάλει στον προοδευτικό χώρο ο Τσίπρας, με ό,τι εκπροσωπεί, σαν μια διέξοδος. Μια ελπίδα. Μια λύση. Με την οποία δεν συμφωνούν προφανώς οι πάντες. Εξ ου και ο λιθοβολισμός από όσους πιστεύουν ότι κινδυνεύει το τιμάριό τους. Από τους άλλους, που φοβούνται ότι μπορεί ο καταλύτης του να ανασυνθέσει τα σημερινά κομμάτια και θρύψαλα σε ένα απειλητικό για την εξουσία τους σύνολο. Και φυσικά από όσους επιδιώκουν, ντροπαλά ή ανοιχτά, τη χειραγώγηση των απογοητευμένων από τη φαιά δημαγωγία.
Και όμως γυρίζει. Αντλεί ενέργεια από μια θρυμματισμένη αντιπολίτευση, που αναπαράγει αδιέξοδα αντί να παράγει διέξοδο. Κι από μια στρατευμένη στον βαλκανικού τύπου διεφθαρμένο και απολυταρχικό νεοφιλελευθερισμό κυβέρνηση, που κανέναν δεν λογαριάζει, αφού κανένας δεν δείχνει να την απειλεί. Και τι πάει να πει ότι γυρίζει; Πάει να πει ότι έχει γίνει θέμα συζήτησης. Και προσμονής. Και διάθεσης να ξαναμπεί στο δύσκολο παιχνίδι ένας κόσμος της κερκίδας. Και έχει γίνει επίσης ένας από τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων. Με αντιφατικά ευρήματα, αλλά πάντως καλύτερα από τα ευρήματα που αφορούν τα «παραδοσιακά» κόμματα.
Γενικά απασχολεί, θετικά ή αρνητικά. Ο κύβος, κατά κάποιον τρόπο, ερρίφθη πριν ακόμα ριφθεί. Και οι επιθέσεις από τους γείτονες, ή από την απέναντι δεξιά πολυκατοικία, ξεδιπλώνονται. Με τα παλιά όπλα, όπως το χειρότερο μνημόνιο, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, τα εκατό ή και διακόσια δισ. Και με νέα, όπως ο αρχηγισμός, η κεντρώα στροφή, η δεξιά στροφή, η στήριξη από ολιγάρχες, ο σασμός κι ο καταποντισμός. Αναθέματα, εν ολίγοις, αλλά και αναχώματα, για να πνιγεί μια πρωτοβουλία πριν καν εκδηλωθεί. Θα εκδηλωθεί όμως, όπως όλα δείχνουν. Και θα δούμε τότε επί του πεδίου τη δυναμική και τα αποτελέσματά της.
Ενα είναι βέβαιο. Ο καταλύτης Τσίπρας θα αλλάξει πολλά στο πολιτικό σκηνικό. Θα προσελκύσει, θα απωθήσει, θα συνθέσει, θα αποσυνθέσει, θα ανασυνθέσει. Με την πολιτική στο κέντρο και απέναντι στην απογοήτευση και την αντιπολιτική. Εξ ου και πολλοί αναμένουν, ή και αδημονούν…
Τα εργατικά «ατυχήματα» ως πολιτική επιλογή
Όσο οι υπεύθυνοι μένουν στο απυρόβλητο, οι εργάτριες και οι εργάτες θα συνεχίσουν να πεθαίνουν. Και αυτό δεν είναι μοίρα. Είναι πολιτική.
Οι πέντε εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν ήταν θύματα μιας «κακιάς στιγμής». Δεν πέθαναν από σύμπτωση. Πέθαναν επειδή εργάζονταν σε ένα καθεστώς όπου η ασφάλεια θεωρείται κόστος, ο έλεγχος εμπόδιο και η ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη. Και αυτό το καθεστώς δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική κατασκευή.
Η γλώσσα του «εργατικού ατυχήματος» λειτουργεί ως μηχανισμός συγκάλυψης. Αποσυνδέει τον θάνατο από τις συνθήκες που τον παρήγαγαν. Αποσιωπά ότι οι συνθήκες αυτές ήταν γνωστές, επαναλαμβανόμενες και θεσμικά ανεκτές. Όταν πέντε γυναίκες πεθαίνουν στον ίδιο χώρο εργασίας, δεν μιλάμε για ατυχία. Μιλάμε για δομικό έγκλημα.
Η έννοια της νεκροπολιτικής, μας επιτρέπει να το πούμε καθαρά. Η εξουσία δεν σκοτώνει απαραίτητα άμεσα. Παράγει «ζώνες θανάτου»: πεδία όπου ο θάνατος γίνεται πιθανός, προβλέψιμος και κοινωνικά ανεκτός. Οι εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ εργάζονταν μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς μόνιμης έκθεσης στον κίνδυνο.
Στον ύστερο καπιταλισμό, η εργασία μετατρέπεται σε μηχανισμό ιεράρχησης της ανθρώπινης ζωής. Όπως έχει δείξει η Judith Butler, δεν είναι όλες οι ζωές εξίσου «θρηνήσιμες». Κάποιες αναγνωρίζονται ως απώλεια που αξίζει δημόσια θλίψη, προστασία και πολιτική αντίδραση. Άλλες όχι. Οι εργάτες, οι μετανάστες, οι επισφαλείς, οι ανειδίκευτοι τοποθετούνται συστηματικά στη ζώνη των μη θρηνήσιμων ζωών — ζωών που μπορούν να χαθούν χωρίς να διαταραχθεί η «κανονικότητα».
Αυτό ακριβώς επιτρέπει η νεκροπολιτική: όχι μόνο τον θάνατο, αλλά και τη σιωπή γύρω από αυτόν.
Η αποδυνάμωση της Επιθεώρησης Εργασίας αποτελεί κλασικό παράδειγμα νεκροπολιτικής μέσω θεσμικής απόσυρσης προστασίας. Το κράτος διαθέτει πλήρη γνώση της σχέσης μεταξύ ελέγχων και θανατηφόρων δυστυχημάτων. Η επιλογή της απορρύθμισης δεν είναι αμέλεια. Είναι πολιτική απόφαση που μετατρέπει τον θάνατο σε αποδεκτό ρίσκο.
Οι αντιεργατικοί νόμοι Χατζηδάκη λειτουργούν ως τεχνικές διάλυσης της συλλογικής άμυνας των εργαζομένων. Η αποδυνάμωση των συνδικάτων και της απεργίας αφαιρεί από τους εργαζόμενους τη δυνατότητα να αρνηθούν επικίνδυνες συνθήκες. Πρόκειται για απογύμνωση από τα μέσα διατήρησης της ζωής.
Η θεσμοθέτηση της 13ωρης εργασίας συνιστά νεκροπολιτική μέσω εξάντλησης. Η επιστημονική γνώση είναι σαφής: η υπερεργασία αυξάνει εκθετικά την πιθανότητα θανατηφόρων συμβάντων. Όταν η κόπωση νομιμοποιείται, το εργατικό σώμα μετατρέπεται σε αναλώσιμο βιολογικό κεφάλαιο. Και πάντα τα ίδια σώματα σπάνε πρώτα. Μετανάστες. Νέοι. Επισφαλείς. Άνθρωποι χωρίς φωνή και χωρίς κάλυψη. Ζωές που δεν προκαλούν πολιτικό κόστος όταν χαθούν. Ζωές που δεν θεωρούνται «άξιες πένθους».
Ας το πούμε, λοιπόν, καθαρά. Η πολιτική ευθύνη δεν διαχέεται, δεν συμψηφίζεται, δεν ξεχνιέται. Έχει ονοματεπώνυμο. Ανήκει σε όσους αποδυνάμωσαν τους ελέγχους, απορρύθμισαν την εργασία, νομιμοποίησαν την εξάντληση και προστάτευσαν τα κέρδη αντί για τη ζωή.
Η μνήμη των πέντε εργατριών της ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν τιμάται με ενός λεπτού σιγή. Τιμάται με απόδοση πολιτικής ευθύνης. Με σύγκρουση με τις πολιτικές που σκοτώνουν. Με αγώνα ώστε κανένας χώρος εργασίας να μην είναι ξανά ζώνη θανάτου.
Γιατί όσο οι υπεύθυνοι μένουν στο απυρόβλητο, οι εργάτριες και οι εργάτες θα συνεχίσουν να πεθαίνουν. Και αυτό δεν είναι μοίρα. Είναι πολιτική.
---------------------------------------------------------------------------------
Η Βασιλική Λάζου διδάσκει θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΤμήμαΠολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Είναι συγγραφέας των βιβλίων "Η επιβολή του κράτους. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λαμία, 1945-1949" και "Γυναίκες και Επανάσταση. Από τον οθωμανικό κόσμο στο ελεύθερο ελληνικό κράτος" και "Ενεργειακοί πόροι και πολιτική από τον 19ο στον 21ο αιώνα".Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και από το 2016 συνεπιμελείται το Hot Doc History του Documento. Ως πρόεδρος και μέλος ΔΣ ιστορικών συλλόγων μνήμης και έρευνας οργανώνει δράσεις δημόσιας ιστορίας για να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη και να συνδεθεί με τα ερωτήματα και τις αναζητήσεις του σήμερα.
Πηγή: documentonews.gr
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026
«Ο Τραμπ επικίνδυνος για τα ελληνικά συμφέροντα, απειλούμεθα με εθνικό ακρωτηριασμό» Ρούντι Ρινάλντι
Ο «γκανγκστερισμός» του Τραμπ οδηγεί μοιραία σε κατάσταση φασισμού ,πρωτίστως στο εσωτερικό των ΗΠΑ, υποστηρίζει ο κ. Ρούντι Ρινάλντι, εκδότης της εφημερίδας «Ο Δρόμος της Αριστεράς». Ένας φασισμός που επιπλέον εξάγεται…Ο κ. Ρινάλντι χαρακτηρίζει επικίνδυνο τον κ. Τραμπ για τα ελληνικά συμφέροντα και υπενθυμίζει τις δημόσιες δηλώσεις κυρίως του Αμερικάνου πρέσβη στην Τουρκία, για το πως «βλέπει» την περιοχή μας. Ο κ. Ρινάλντι εκφράζει την ανησυχία ότι οδηγούμαστε σταθερά προς εθνικό ακρωτηριασμό.
Γκραφίτι, η μνήμη της πόλης (ενθύμιο Ελένης Τοπαλούδη)
Τα γκραφίτι είναι πολύ πιο συμπυκνωμένη και πολύ πιο ζόρικη εντύπωση και χτυπάει στο σταυρί κατευθείαν. Γι’ αυτό, άλλωστε, και αγωνίζονται να τα απαγορεύσουν με κάθε τρόπο, γιατί μπορεί σε μια στιγμή μέσα να σε τινάξουν στον αέρα.
Είμαι την περασμένη Κυριακή το μεσημέρι και βαριέμαι τη ζωή μου.
Νορμάλ δηλαδή, άμα δε βαριέσαι τη ζωή σου Κυριακή μεσημέρι, ειλικρινά πρέπει να σε βάλουν στη γυάλα και να σε δείχνουν.
Τι να κάνω, τι να κάνω, θα κάνω αυτό που με τρώει και με σώνει πάντοτε.
Θα βγω να φωτογραφίσω γκραφίτι!
Μπαίνω στο τουτού, βγαίνω Κηφισίας, σκέφτομαι να καταλήξω Κυψέλη, αλλά έπεφτε κάπως ο ήλιος, λέω κάτσε να το σταματήσω πιο κοντά, να προλάβω λίγο φως.
Το αφήνω ανάμεσα Προσφυγικά και Άρειο Πάγο, κλειδώνω, βγαίνω στο κυνήγι.
Κατεβαίνω τη Λουκάρεως.
Και πριν φτάσω Αλεξάνδρας, κοιτάω δεξιά, στην Παράσχου ή στην Λομβάρδου δε θυμάμαι τώρα, βλέπω το γκραφίτι και είναι σαν να με βάρεσε το ρεύμα.
Ένα γυναικείο πρόσωπο και από κάτω να γράφει “δικαιοσύνη, καμία μόνη”.
To πρόσωπο να φαίνεται καθαρά, τα λόγια τα είχε μισοπατήσει μια ταγκιά.
Όπου “πάτημα” στη γλώσσα των γκραφίτι, είναι να γράψει κάποιος άλλος κάτι πάνω σ’ αυτό που έγραψες εσύ.
Χαζομάρες για τα παιδάκια και γελοίοι ανταγωνισμοί της γειτονιάς και της τεστοστερόνης…
Αλλά το πρόσωπο.
Το πρόσωπο σε κοίταζε στα μάτια.
Το πρόσωπο σε μαγνήτιζε, σε κράταγε αιχμάλωτο.
Το πρόσωπο σου μίλαγε με μια φωνή εξώκοσμη, σαν να σου έλεγε “δεν με νοιάζει να ξεχάσεις εμένα, με νοιάζει να μην ξεχάσεις αυτό που μου κάνανε”.
Το πρόσωπο της Ελένης Τοπαλούδη…
Της πιτσιρίκας από τις Σέρρες, που τη δολοφόνησαν δυο κτήνη πριν από επτά χρόνια στη Ρόδο.
Με τρόπο φριχτό, πιο φριχτό δε γίνεται, γιατί ήταν ακόμη ζωντανή όταν την πέταξαν οι φονιάδες στη θάλασσα.
Μετά απ’ το βιασμό…
“Είμαι εδώ, δεν φεύγω” ήταν σαν να μου έλεγε το πρόσωπο της Ελένης το ζωγραφισμένο στον τοίχο, σίγουρα έχουν περάσει χρόνια από τότε που κάποιος γκραφιτάς το αποτύπωσε με στένσιλ, προφανώς με αφορμή τη δίκη των εγκληματιών.
“Εσύ που περνάς από εδώ, θα με βλέπεις και σήμερα και αύριο και κάθε μέρα”, ήταν σαν να την άκουγα να ψιθυρίζει, “εσύ που περνάς από εδώ, δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ τη ματιά μου”.
Αν, όμως, κάτσεις μια στιγμή να τη σκεφτείς, θα συμπλήρωνα εγώ, ίσως καταφέρεις να ξεφύγεις απ’ τη μοίρα της…
Συνέχισα το δρόμο μου προς το Απόστολος Νικολαΐδης, δούλευε το κεφάλι μου ανάποδα.
Θυμόμουν που είχα γράψει κάποτε ότι τα γκραφίτι είναι η φωνή της πόλης, άρεσε σε ένα σωρό μπαγλαμάδες, το πουλάνε από τότε για δικό τους.
Κι όπως περπάταγα, κατέληξα ότι δεν είναι μόνο η φωνή της πόλης, αλλά είναι και η μνήμη της.
Και όχι μόνο της πόλης, της Ελλάδας όλης.
Μνήμη ζωντανή, μνήμη ζόρικη, μνήμη χαίνουσα όπως στην περίπτωση της Τοπαλούδη.
Δεν είναι τα γκραφίτι μια πιτσικουλιά στην οθόνη του κομπιούτερ ή του κινητού, δέκα δευτερόλεπτα, είκοσι τριάντα το βιντεάκι, πάει πέρασε κι αυτό, πάμε στο επόμενο, φρέσκα κουλούρια.
Τα γκραφίτι είναι πολύ πιο συμπυκνωμένη και πολύ πιο ζόρικη εντύπωση και χτυπάει στο σταυρί κατευθείαν.
Γι’ αυτό, άλλωστε, και αγωνίζονται να τα απαγορεύσουν με κάθε τρόπο, γιατί μπορεί σε μια στιγμή μέσα να σε τινάξουν στον αέρα.
Και να σου θυμίσουν όλα όσα παλεύεις να ξεχάσεις, μπας και βγει η μέρα…
Απέναντι σε μια κυβέρνηση ΕΠΕ ...
Απέναντι σε μια κυβέρνηση ΕΠΕ όπως αυτή που υφιστάμεθα εδώ και κάποια χρόνια, που εδώ και λίγο καιρό στο πολιτικό της παιχνίδι έχει αλλάξει πίστα και πλέον εγκαλεί όποιον τολμήσει καν να διαμαρτυρηθεί, μιλώντας ακόμα και για ''τυμβωρυχίες'' στην υπόθεση της ΒΙΟΛΑΝΤΑ αφού ''ΔΕΝ νοείται ποτέ και πουθενά η ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ευθύνη , προληπτικά ή εξ αποτελέσματος '' μιας τέλειας κυβέρνησης όπως αυτή της νδ, στέκει μια γκρούπα βουλευτών που αυτοαποκαλούνται αντιπολίτευση και κατά πλειοψηφία ''αριστερή'' ή ΄΄κεντροαριστερή'' αντιπολίτευση...
Φαντασιακή αντιπολίτευση ναι, σύμφωνα με το σύνταγμα και τα αποτελέσματα των εκλογών ναι, για το επιτελείο των στελεχών και για τους αμετανόητους οπαδούς ψηφοφόρους επίσης ναι, αντιπολίτευση όμως για το λαό όμως και τα ευρύτερα αλλά και ειδικά συμφέροντα του ΟΧΙ.
Μια αριστερή αντιπολίτευση ή ''κεντροαριστερή'' που πρώτα και πάνω απ' όλα θα άκουγε τα βάσανα αλλά και τα πραγματικά θέλω του λαού, θα είχε οργανώσει έτσι τις αντιδράσεις της που η κυβέρνηση δεν θα αισθανόταν πανίσχυρη μόνο και μόνο ελέγχοντας τον τύπο .
Αλλά δυστυχώς για όλους μας, είτε μας αρέσει είτε όχι, η αριστερά σήμερα ''περί άλλα τυρβάζει'' διανύοντας μια παρατεταμένη περίοδο εσωστρέφειας όπου τα στελέχη της δείχνουν πως αυτό που κυρίως τα απασχολεί είναι η καρέκλα και ελάχιστα έως καθόλου ο λαός.
Δεν γίνεται να ελπίζει η αριστερά σε οποιαδήποτε άνοδο, όταν αντιμετωπίζει το λαό με δογματικό τρόπο, με την τακτική πίστευε και μη ερεύνα, με τη λογική ότι δεν ξέρεις εσύ τι θέλεις, εγώ ξέρω για σένα! Μα τα ίδια λέει χρόνια και η κυβέρνηση! Σε κάθε θέμα, είτε αυτό λέγεται οικονομική πολιτική και μνημόνια, είτε λέγεται εθνική πολιτική και...όνομα Σκοπίων, είτε λέγεται υγεία και εμβολιασμοί και δαιμονοποίηση του αντιεμβολιαστικού κινήματος κλπ κλπ
Εσχάτως, το πολιτικό κενό το οποίο η ίδια η αριστερά προκάλεσε στον εαυτό της, φαίνεται ''σαν τρύπα ορατή από το διάστημα'', όταν πρωτοστατεί στην επικριτική ρητορική απέναντι στην Μ.Καρυστιανού, αφού ακόμα και τώρα αδυνατεί να κατανοήσει τι είναι αυτό που οδηγεί τον απλό κόσμο να γυρίζει την πλάτη σε πολιτικές οντότητες με ξεπερασμένες και ανούσιες πρακτικές και να στρέφεται σε κάτι που ακόμα δεν έχει πάρει μορφή, μόνο και μόνο επειδή ΔΕΝ έχει τίποτα να χάσει ή γιατί ο βρεγμένος δεν φοβάται πλέον τη βροχή.
Γιατί αν στην αριστερά πιστεύουν ακόμα ότι θα έπρεπε να ήταν για το λαό κάτι ανάλογο με την εκκλησία και την πίστη, πολιτική πίστη, τότε μάλλον ξεχνούν ότι η πολιτική πίστη καταστρέφεται από μέσα από ''ψευδοπροφήτες'' που επιδιώκουν μάλιστα την παλιννόστηση μέσα από...Ιθάκη και Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες και που όλοι μαζί θεωρούν το λαό σαν ''αμόρφωτο χάπατο'' που θα πρέπει απλά να ακολουθεί...
Και βέβαια με όλα αυτά δεν αθωώνεται κανείς από όλους μας που αφήνουμε ψεύτες, κλέφτες και απατεώνες να μας κυβερνούν τόσο καιρό...
--------------------------------------------------------------------------------
Ο Περικλής Δανόπουλος είναι οικονομολόγος που έγινε γνωστός μέσω ανοιχτής επιστολής που απέστειλε τον Ιανουάριο του 2019 στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο. Στην επιστολή του, εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του στην κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή, απευθύνοντας έκκληση για τη μη επικύρωσή της.
μέσω dromosanoixtos.gr
Ιμπεριαλισμός, εκφασισμός, «τραμπισμός» και σόου
«Αν μας πετάξετε πέτρα ή βόμβα μολότοφ, θα ενημερώσουμε την οικογένειά σας πού να βρει το πτώμα σας».
Σε ένα βίντεο με ανακοινώσεις αξιωματικού της αστυνομίας των ΗΠΑ (όχι της ICE) ο εν λόγω αξιωματικός, διατυπώνοντας την πολιτική έναντι των συμπατριωτών του που διαδηλώνουν στη Μινεσότα και αλλού, μεταξύ άλλων μεθόδων αντίδρασης που περιλαμβάνουν ξυλοδαρμό, επιθέσεις με σκυλιά, φυλάκιση, ανακοινώνει ότι η επίθεση με μολότοφ ή με πέτρες θα οδηγεί σε εκτέλεση του όποιου τέτοιου διαδηλωτή. Όπως ακούγεται στο βίντεο να ανακοινώνει επισήμως: «Αν μας πετάξετε πέτρα ή βόμβα μολότοφ, θα ενημερώσουμε την οικογένειά σας πού να βρει το πτώμα σας».
Όχι, δεν έχει τολμήσει ποτέ να πει κάτι τέτοιο οποιοσδήποτε Κινέζος, Ιρανός, Ρώσος ή Βορειοκορεάτης. Μόνο στις ΗΠΑ οι επίσημες αρχές απειλούν με εκτέλεση και βασανιστήρια τους πολίτες τους. Ο λόγος επιπλέον, ο οποίος επιφυλάσσεται για τους διαδηλωτές από τις αρχές των ΗΠΑ, δεν είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον ο οποίος απευθύνεται στις ιρανικές, βενεζουελάνικες και άλλες αρχές και κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Δεν χρειάζονται άλλωστε πολλές αναλύσεις όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ως εκ της θέσεως του και με την υποστήριξη του πολιτειακού εποικοδομήματος της πατρίδας του το έχει θέσει τόσο καθαρά: το δίκαιο κάμπτεται μπροστά στην προσωπική του ηθική και μπροστά στην προσωπική του βούληση. Πρόκειται για την πολιτική και πολιτειακή θεμελίωση του ναζισμού, όπως αποτυπώθηκε τόσο στη διακυβέρνηση από τον ναζισμό, όσο και στην τέχνη που παρήγαγε ο ναζισμός (κυρίως κινηματογράφο) με την έμφαση να δίδεται στη δύναμη της βούλησης κατεξοχήν του (εκάστοτε) Φύρερ ο οποίος λειτουργεί την ίδια στιγμή ως το κατεξοχήν κέντρο της πολιτειακής κυριαρχίας αλλά και ως παράδειγμα.
Τα όσα έλαβαν επομένως χώρα στη Βενεζουέλα, όσα συμβαίνουν στη Μινεσότα, με όσα απαίτησαν οι ΗΠΑ ως προς τη Γροιλανδία και με όσα προετοιμάζουν εναντίον του Ιράν (όπως και άλλα γεγονότα) συνέχονται από ένα σαφές νήμα: η φθορά της ισχύος των ΗΠΑ και η αγωνία που αυτή προκαλεί στο κατεστημένο τους για αποκατάσταση της υπεροχής τους, ταυτοχρόνως και αναγκαστικώς παροξύνει τόσο την ιμπεριαλιστική πολιτική τους αλλά και την πορεία εκφασισμού στο εσωτερικό τους, μέσα σε συνθήκες βέβαια σόου, συχνά δε και με κωμικές εκδοχές αλλά κατεξοχήν με τρόπους δραματικούς.
Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της «δυτικής αριστεράς» μέσα στην παρακμή της (και εν πολλοίς προκαλώντας την) υποτίμησε τόσο πολύ το ρόλο του ιμπεριαλισμού, όσο και της ανάγκης για στρατηγική κατάληψης από πλευράς της της εξουσίας, την έχει καταστήσει ανεπαρκή και απρόθυμη να δει πώς συνδυάζεται η παραπάνω, τόσο επικίνδυνη δίδυμη εξέλιξη εκφασισμού και παρόξυνσης του ιμπεριαλισμού σε μια προσπάθεια εσωτερικής σταθεροποίησης του ολιγαρχικού κατεστημένου των ΗΠΑ και διεθνούς αποκατάστασης της κυριαρχίας του έναντι ανταγωνιστικών μερίδων παγκοσμίων κεφαλαίων. Μιλούμε για μια διαδικασία διπλής θωράκισης του κατεστημένου. Η παραδοσιακή «θεσμική» δικομματική δεξιά των ΗΠΑ αποτυγχάνει και στους δύο ρόλους, επομένως επιστρατεύεται ο τραμπισμός ως ένας (μετριοπαθής ακόμα) εκφασισμός, ικανός να στρατεύσει υπέρ του κατεστημένου ένα μεγάλο τμήμα των λαϊκών μαζών και ταυτοχρόνως να δικαιολογήσει τις εντελώς αντιδημοφιλείς κατά τα λοιπά, πολεμικές εμπλοκές από πλευράς των ΗΠΑ.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι ΗΠΑ πλέον δεν αποτελούν μόνο μια ολιγαρχία του πλούτου αλλά μια εκδοχή δικτατορίας της μεγαλοαστικής τάξης με εκλογές. Η εξουσία είναι συγκεντρωμένη περίπου στο 1%, το νομικό σύστημα νομιμοποιεί έναν ολοένα εντονότερο αυταρχισμό αλλά εκλογές εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα, έστω και σε πλαίσιο νοθείας ενίοτε, μικρότερης ή μεγαλύτερης και σίγουρα πειθαναγκασμών. Ακόμα και αυτή η εκλογική διαδικασία φυσικά δεν είναι εγγυημένη, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με στοιχειώδεις αστικοφιλελεύθερες διασφαλίσεις ή και εν γένει.
Βεβαίως γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο εκφασισμός αποτελεί ταυτοχρόνως ένα αποτελεσματικό και ένα επικίνδυνο εργαλείο, δεδομένου ότι συμπεριλαμβάνει και εδράζεται στην κινητοποίηση μαζών οι οποίες αποδεικνύονται πολύ δυσκολότερα ελεγχόμενες από τους παραδοσιακούς γραφειοκράτες και «τεχνικούς» της εξουσίας. Αλλά όταν ένα κατεστημένο κινδυνεύει, αυτό κάνει.
Ο φασισμός και ο ναζισμός δε, ξεχνούμε ότι συμπεριλάμβανε και τον φουτουρισμό (ο οποίος σήμερα αναβιώνει μέσα από τη «λατρεία» της Τεχνητής Νοημοσύνης, τον διά-ανθρωπισμό και τον μετά-ανθρωποκεντρισμό) και το σόου (η Ρίφενσταλ, ο Γκέμπελς αξιοποίησαν στο έπακρο τον κινηματογράφο και τις δυνατότητές του, ενώ η περιβόητη πορεία προς τη Ρώμη ήταν μόνο σόου και τίποτε άλλο).
Όπως όμως ο ναζισμός δεν ήταν Χιτλερισμός έτσι και ο εκφασισμός στις ΗΠΑ δεν είναι ο Τραμπισμός. Βεβαίως, όπως ο ναζισμός δε θα ήταν ίδιος χωρίς τον Χίτλερ, έτσι και ο εκφασισμός στις ΗΠΑ δεν θα εμβαθύνει με τον ίδιο τρόπο χωρίς τον Τραμπ. Αλλά το ζήτημα είναι δομικό και έχει να κάνει με την πανίσχυρη ολιγαρχία, με το κατεστημένο του 1% το οποίο θέλει να επιβάλλει μια άνευ ελέγχου κυριαρχία, ικανή να αποσπαστεί από την υπόλοιπη κοινωνία κοινωνικοοικονομικώς αλλά πολιτικοοντολογικώς.
Όσο αμφισβητείται η ηγεμονία του (και αμφισβητείται) τόσο εσωτερικώς (ο σοσιαλισμός στις ΗΠΑ παρότι δεν εντοπίζεται ως συγκεκριμένο σχέδιο έχει αναδειχτεί στην πλέον δημοφιλή ιδέα στη νεότερη γενιά των ΗΠΑ) όσο και διεθνώς (φθορά της ισχύος των ΗΠΑ και ανάδυση νέων καπιταλιστικών κέντρων) η προσφυγή στην καταστολή και στον βιοπολιτικό έλεγχο σε εγχώριο και σε παγκόσμιο επίπεδο γίνεται πιο σημαντική και εντελώς αναγκαία. Εξ ου και παροξύνονται την ίδια στιγμή, ο ιμπεριαλισμός και η πορεία εκφασισμού.
Ο Τραμπ είναι μεταξύ πολλών άλλων και ένας ρηχός σόουμαν ως πρόσωπο αλλά αυτό δεν τον καθιστά λιγότερο επικίνδυνο. Το αντίθετο. Οι δυνάμεις γύρω από τον Τραμπ όπως και ο ίδιος, αντιλαμβάνονται ορθώς ότι ο φιλελευθερισμός έχει εκπέσει κυρίως λόγω των δικών του ανεπαρκειών και της δικής του υποκρισίας, η οποία τον αποξένωσε από τις λαϊκές μάζες. Στην κρίση και στην παρακμή του φιλελευθερισμού έχουν να αντιπροτείνουν όμως μια ακόμα πιο αντιδραστική αναδίπλωση από τους υπολοίπους δεξιούς, την υποταγή του κανονιστικού πλαισίου στον «Αρχηγό», τη βία, την ακόμα εντονότερη, αντικοινωνική κυριαρχία του κατεστημένου του 1% και την επιβολή του χωρίς κανονιστικές εγγυήσεις αλλά με μόνους περιορισμούς το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων των μερών του με τον «αρχηγό».
Η ανάγκη του κατεστημένου να προσφύγει στον ακόμα εντονότερο ιμπεριαλισμό και στον εκφασισμό μέσα στο κέντρο του το οποίο είναι οι ΗΠΑ, ανοίγει από μόνη της ως διαδικασία τον χώρο και κυρίως την ανάγκη για ριζική σύγκρουση μαζί του. Προκύπτει ως άμεση ανάγκη η στρατηγική εξουσίας και ανατροπής της κυριαρχίας του σημερινού κατεστημένου, του μοντέλου άσκησης εξουσίας και ειδικότερα η νικηφόρα πάλη απέναντι στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ (τον μόνο ολοκληρωμένο ιμπεριαλισμό) και στον εκφασισμό. Οι ΗΠΑ καθίστανται στο εσωτερικό τους αλλά και σε ό, τι έχει να κάνει με την αντίσταση στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές τους, ως το κατεξοχήν εν δυνάμει πολιτικό εργαστήριο του πλανήτη σήμερα και για την ώρα.
----------------------------------------------------------------------
Ο Θέμης Τζήμας είναι δικηγόρος, διδάκτορας δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης του ΑΠΘ και μεταδιδακτορικός ερευνητής. Έχει δημοσιεύσει μελέτες σε διεθνή συνέδρια και σε νομικές επιθεωρήσεις και έχει συμμετάσχει σε διάφορες διεθνείς αποστολές.
Πηγή: kosmodromio.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)






