Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Γιάννης Ιωαννίδης: "Το Καμένο Πρόσωπο της Ελλάδας - Η Αχρηστοκρατία"


Οι "Αντιθέσεις"  έριξαν  την αυλαία της τηλεοπτικής περιόδου, με μία συνέντευξη αποκαλύψεων, του επιδραστικότερου επιστήμονα του Ελληνισμού στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα , σε επιστημονικές αναφορές με τον πάντα διακριτό και διεπιστημονικό δημόσιο λόγο του.
"Το Καμένο Πρόσωπο της Ελλάδας σήμερα: αντικειμενικά δεδομένα και διεθνείς συγκρίσεις,  σε καθεστώς αχρηστοκρατίας" όπως θα υποστηρίζει  ο Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης, καθηγητής Παθολογίας, Επιδημιολογίας, Πληθυσμιακής Υγείας και Επιστήμης Δεδομένων, διευθυντής του Κέντρου Καινοτομίας Μετα-έρευνας (METRICS) και κάτοχος της έδρας George E. and Lucy Becker στο πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
-Δημογραφικό: Γεννήσεις στην Ελλάδα μισές των θανάτων, μετανάστευση, γήρανση του πληθυσμού, συγκριτική χειροτέρευση, χαμηλό προσδόκιμο υγιούς επιβίωσης, καύσωνες/πυρκαγιές/τοξικά νέφη και εποχικές κορυφώσεις θανάτων.
-Υγεία: Υποσκαπτόμενο ΕΣΥ, κορύφωση εξόδων από την τσέπη του ασθενούς, επικινδυνότητα υγείας και δυσμενές προφίλ υγείας εφήβων και νέων, έλλειψη ιατρών πρώτης γραμμής, τοξική ιατρική και πολυφαρμακία, γιατί είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές σε ακριβές εξετάσεις και καισαρικές τομές;
-Κόστος ζωής, κοινωνικές συνθήκες και ευεξία/ευτυχία, κοινωνικο-οικονομικές διαστάσεις της υγείας, πραγματικό κόστος ζωής, καταβύθιση στους δημοκρατικούς θεσμούς, σεσημασμένη ανελευθερία του τύπου, διαφθορά, γιατί στην Ελλάδα δεν έχεις ελευθερία να κάνεις επιλογές για τη ζωή σου;   
-Επιστήμη: Έλλειψη εμπιστοσύνης στους επιστήμονες, πλαστή αύξηση σε έρευνα, ελάχιστη προστιθέμενη αξία μεταποίησης, ασήμαντη χρηματοδότηση δημόσιων πανεπιστημίων, δημόσια χρηματοδότηση ιδιωτικών εταιρειών, μεροληψίες στην επιστήμη, ιδιωτικά πανεπιστήμια, πραγματικές διαστάσεις και επιδείνωση του brain drain, ο ρόλος της τεχνητή νοημοσύνης ευκαρίες, προκλήσεις και δυστοπίες για τις κοινωνίες .
-Πού βρίσκεται πολύ ψηλά σε παγκόσμια κατάταξη η Ελλάδα: όπλα χωρίς αντίκρισμα και φτηνός τουρισμός για να καρπώνονται τα έσοδα ξένες εταιρείες.
-Ευνοιοκρατία, κλεπτοκρατία, οικογενειοκρατία, μετριοκρατία, αχρηστοκρατία: συγκοινωνούντα δοχεία του success story στη χώρα του Φραπέ. Επικοινωνιακή πολιτική και εξευτελισμός των θεσμών. Τέχνη και διανόηση σε χώρα βολεμένων.
-Η Ελλάδα πουθενά, παντού: μια πριγκίπισσα Λασκαρίνα Βατάτζη στη Sé Velha, τα αγάλματα είναι στο Museuminsel, ελληνικά στα ανάκτορα της δυναστείας Joseon, η Τοκάτα για την Κόρη με το Καμένο Πρόσωπο - γιατί προδώσαμε τα παιδιά μας  ; 
📺 ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ με τον Γιώργο Σαχίνη στην ΚΡΗΤΗ TV

Η σοσιαλδημοκρατία της «de facto» παράδοσης


Η σοσιαλδημοκρατία εδώ και τρεις δεκαετίες έχει αναγάγει την υποχώρηση σε πολιτική αρετή.

του Απόστολου Αποστόλου

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια μόνο φράση αρκεί για να συμπυκνώσει μια ολόκληρη ιδεολογική διαδρομή. Η τομεάρχης Παιδείας της ΕΛΑΣ Ιωάννα Λαλιώτου δήλωσε κατά την παρουσίαση των «5+1 Παρεμβάσεων» του κόμματος για την Παιδεία πως «δεν είμαστε υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά έχουμε μια de facto πραγματικότητα που δεν μπορούμε να μην την αναγνωρίσουμε», αναφερόμενη στους χιλιάδες νέους που φοιτούν σε αυτά και στην οικονομική επένδυση των οικογενειών τους. Προφανώς, η αναφορά αφορά συνολικά τους νέους που επιλέγουν τα κολέγια.
Η δήλωση δεν αποτελεί απλώς μια αποστροφή του λόγου. Είναι μια πολιτική εξομολόγηση. Είναι η στιγμή που η ιδεολογία παραχωρεί τη θέση της στη διαχείριση της πραγματικότητας και η πολιτική μετατρέπεται σε λογιστική καταγραφή τετελεσμένων. Δεν είναι το «είμαστε αντίθετοι», αλλά το «τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα». Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη διολίσθηση.
Η σοσιαλδημοκρατία, άλλωστε, δεν ανακάλυψε χθες τη γοητεία της προσαρμογής. Εδώ και τρεις δεκαετίες έχει αναγάγει την υποχώρηση σε πολιτική αρετή. Από τον περίφημο «Τρίτο Δρόμο» του Τόνι Μπλερ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ μέχρι τις κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, η άλλοτε παράταξη που επικαλούνταν την κοινωνική δικαιοσύνη κατέληξε να λειτουργεί ως ο πιο ευγενικός διαχειριστής των επιταγών της αγοράς.
Η συνταγή ήταν πάντα η ίδια. Πρώτα εγκαταλείπεις τις «παρωχημένες ιδεοληψίες», ύστερα αποδέχεσαι ως αναπόφευκτες τις απαιτήσεις των αγορών, ακολούθως βαφτίζεις τον συμβιβασμό «ρεαλισμό» και στο τέλος απορείς γιατί οι ψηφοφόροι δεν μπορούν πλέον να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην κεντροδεξιά και τη σοσιαλδημοκρατία. Όταν οι πολιτικές συγκλίνουν, η εκλογική συρρίκνωση δεν είναι ατύχημα. Είναι φυσικό επακόλουθο.
Η δήλωση της κυρίας Λαλιώτου θυμίζει ακριβώς αυτή τη λογική. Η συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή τα κολέγια συνάδουν με μια δημόσια αντίληψη για την εκπαίδευση, στο γεγονός ότι ήδη υπάρχουν χιλιάδες φοιτητές και οικογένειες που έχουν επενδύσει οικονομικά σε αυτά. Με άλλα λόγια, το τετελεσμένο αποκτά πολιτική νομιμοποίηση επειδή… είναι τετελεσμένο.
Αν αυτή η λογική εφαρμοζόταν διαχρονικά, καμία μεγάλη κοινωνική μεταρρύθμιση δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Η πολιτική, όμως, δεν υπάρχει για να επικυρώνει τις ανισότητες που δημιουργεί η αγορά. Υπάρχει –τουλάχιστον θεωρητικά– για να τις αμφισβητεί και να τις ανατρέπει. Διαφορετικά, ο ρόλος της περιορίζεται στο να εκδίδει πιστοποιητικά αποδοχής της υπάρχουσας κατάστασης.
Η ειρωνεία είναι πως η σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να μιλά για κοινωνικό κράτος, ενώ κάθε τόσο σπεύδει να αποδεχθεί τις βασικές παραδοχές του νεοφιλελευθερισμού. Σαν εκείνον τον γιατρό που διαβεβαιώνει τον ασθενή ότι είναι εναντίον του καπνίσματος, αλλά του ανάβει ευγενικά το τσιγάρο. Η αντίθεση διατηρείται μόνο ως λεκτική διακήρυξη, όμως στην πράξη, η προσαρμογή έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει άφθονα παραδείγματα. Τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υιοθέτησαν πολιτικές απορρύθμισης, ιδιωτικοποιήσεων και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού, ιδιαίτερα στη Γερμανία, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή τη μετατόπιση, καθώς οι συμβιβασμοί με την κεντροδεξιά οδήγησαν στην αφομοίωση φιλελεύθερων οικονομικών επιλογών.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά η κρίση ταυτότητάς της. Οι εργαζόμενοι ένιωσαν ότι ο παραδοσιακός πολιτικός τους εκφραστής είχε εγκαταλείψει το πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης και είχε μετατραπεί σε διαχειριστή του υπάρχοντος μοντέλου.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η τοποθέτηση της ΕΛΑΣ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια συζήτηση γύρω από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Πρόκειται για μια συνολικότερη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η πολιτική οφείλει να ακολουθεί την αγορά και όχι να την κατευθύνει. Η αγορά δημιουργεί δεδομένα, η πολιτική τα αποδέχεται και η ιδεολογία περιορίζεται σε υποσημείωση των δελτίων Τύπου.
Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τους χιλιάδες νέους που επιλέγουν τα κολέγια ούτε τις θυσίες των οικογενειών τους. Το ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: η ύπαρξη αυτής της πραγματικότητας αποτελεί λόγο αποδοχής της ή απόδειξη αποτυχίας του δημόσιου συστήματος να καλύψει κοινωνικές ανάγκες; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει όχι μόνο μια εκπαιδευτική πολιτική, αλλά και την ίδια την ιδεολογική πυξίδα ενός κόμματος.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας δείχνει ότι κάθε φορά που προτίμησε να ερμηνεύει την πραγματικότητα αντί να τη μετασχηματίζει, έχασε και την πολιτική της επιρροή και τον λόγο ύπαρξής της. Διότι η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο κομψά περιγράφει τα τετελεσμένα, αλλά από το αν διαθέτει το θάρρος να τα αμφισβητήσει.
Ίσως, τελικά, η φράση «έχουμε μια de facto πραγματικότητα» να είναι η πιο ειλικρινής πολιτική διακήρυξη της εποχής μας. Όχι γιατί περιγράφει την εκπαίδευση, αλλά γιατί αποκαλύπτει τη μετάλλαξη ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου: από δύναμη αλλαγής σε σχολιαστή των εξελίξεων. Και όταν η πολιτική αρκείται να παρακολουθεί την πραγματικότητα αντί να τη διαμορφώνει, παύει να είναι πολιτική. Γίνεται απλώς ο πιο καλογραμμένος πρόλογος στην επόμενη υποχώρηση.
Ο Αλέξης Τσίπρας θυμίζει εκείνο το «I had a dream, which was not all a dream» (Είχα ένα όνειρο, που δεν ήταν διόλου όνειρο) από το ποίημα «Το Όνειρο» του Λόρδου Βύρωνα (Lord Byron), γιατί το όνειρο του, είχε τραυματιστεί πριν γεννηθεί ως νέο κόμμα. Τελικά ο Αλέξης Τσίπρας αγάπησε μια σοσιαλδημοκρατία παντός καιρού που εμπνέεται από μια πολιτική ζαχαροπλαστική (fine dining), με πολλές αντιθέσεις τόσες όμως που ανοίγουν μια μαύρη τρύπα στην πολιτική ιστορία.
--------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Το σκάνδαλο που θάβεται


Νόρα Ράλλη

Οι υποκλοπές μόνο ένα ακόμα «σκάνδαλο της επικαιρότητας» δεν ήταν. Μια ευθεία δοκιμασία για τη δημοκρατία – αυτό ήταν, είναι και θα είναι: πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο κρατικών παρακολουθήσεων ή, αλλιώς, του παράνομου λογισμικού Predator. Το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν μόνο ποιος άκουγε, αλλά ποιος έδωσε την εντολή, ποιος ωφελήθηκε και ποιος ανέλαβε να σβήσει τα ίχνη. Το ποιος θα έκανε τα πάντα για όλα αυτά το είπε μόνος του τις προάλλες σαν παραδέχτηκε πως θα έκανε τα πάντα «για να προστατεύσει το αφεντικό».
Μιλάμε με όρους μαφίας; Θα θέλαμε. Παρακράτος είναι. Τουτέστιν, ακόμα χειρότερα. Υπάρχει βέβαια η πρωτόδικη καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών. Ωστόσο, το σκέλος που αφορά πιθανή εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών έχει ήδη τεθεί οριστικά στο αρχείο, παρά τις νέες αποκαλύψεις. Η δευτεροβάθμια δίκη των καταδικασθέντων έχει οριστεί για τις 11/12/2026, ενώ ο κίνδυνος παραγραφής παραμένει υπαρκτός.
Δεν πρόκειται μόνο για παραβίαση του απορρήτου. Το βαθύτερο σκάνδαλο είναι πως όχι μόνο πολίτες και θεσμικοί παράγοντες παρακολουθήθηκαν, αλλά ότι η Πολιτεία κινδυνεύει να κλείσει τον φάκελο χωρίς να απαντήσει στο βασικό ερώτημα της δημοκρατίας: Ποιος βρισκόταν πίσω από το σύστημα παρακολούθησης; Πρόκειται για μηχανισμό που μπορεί να αλλοιώσει πολιτικές αποφάσεις, να εκβιάσει πρόσωπα, να τρομοκρατήσει πηγές και να μετατρέψει τη δημοσιογραφία σε επάγγελμα υπό επιτήρηση. Γι’ αυτό και αυτή η υπόθεση αφορά κάθε πολίτη απολύτως απόλυτα.

Το ιλαρό καθεστώς της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας


Αφιέρωμα στις προεδρικές εκδηλώσεις για τα πενήντα δύο χρόνια της Μεταπολίτευσης

του Αποστόλη Παλιούρα

Ο  Π. Κονδύλης έχει γράψει πως η νέα ελληνική ιστορία έτσι όπως την γνωρίσαμε τα τελευταία 200 χρόνια έχει κλείσει τον κύκλο της αλλά τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τελείωσαν ακόμα.
Φαίνεται πως κάποια από τα επεισόδια αυτά ζούμε τελευταία, καθώς το πολιτικό προσωπικό της συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης ετοιμάζεται για τους εορτασμούς μιας ακόμη επετείου της Μεταπολίτευσης, που κανείς πλέον δεν αντιλαμβάνεται για ποιο λόγο γίνεται.
Ποτέ ίσως τόσο συχνά στα τελευταία χρόνια δεν έχει υπάρξει τέτοια ακολουθία κωμικοτραγικών πολιτικών επεισοδίων με πρωταγωνιστές κυρίως την κυβερνητική πλειοψηφία, σε σημαντικούς ρόλους επίσης κόμματα και πολιτικές ομάδες της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης αλλά και την extra συμμετοχή του κ. Τσίπρα και του «νέου» κόμματος που φέρει τον βαρύτιμο και επαμφοτερίζοντα τίτλο του (ή της) ΕΛΑΣ, μπορείτε να διαλέξετε!
Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, παρακολουθήσεις χιλιάδων πολιτών – ανάμεσά τους και κορυφαίων πολιτικών – , διώξεις για βαριά αδικήματα σε βάρος κορυφαίων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας από μέρους δικαστικών αρχών ευρωπαϊκού κράτους, και βέβαια στη κορυφή το τραγικό έγκλημα στα Τέμπη. Η ημερήσια διάταξη του ελληνικού κοινοβουλίου περισσότερο πινάκιο δικαστηρίου θυμίζει παρά νομοθετικό όργανο. Αξίζουν δυο λόγια παραπάνω για το καθένα από αυτά τα επεισόδια, που αν μπορείς να αφαιρέσεις τα τραγικά τους στοιχεία θα θύμιζε τσίρκο με παλιάτσους, ταχυδακτυλουργούς και θηριοδαμαστές.
Περίπτωση ΟΠΕΚΕΠΕ (ή η Πελατεία ποτέ δεν πεθαίνει). Εκατοντάδες (ή και χιλιάδες, ποιος ξέρει;) κομματάρχες και πολιτευτές μικρομεσαίου μεγέθους, κυρίως του κυβερνητικού κόμματος, αλλά όχι και αποκλειστικά, με την στήριξη και την ενεργό συμπαράσταση υπουργών και βουλευτών μοιράζονται ζεστό χρήμα. Στο μεγάλο παζάρι της κομματικής πελατείας οι Κρητικοί βόσκουν τα κοπάδια τους στην Καστοριά και οι Θεσσαλοί στα νησιά. Είναι λίγο παράδοξα όλα αυτά αλλά συμβαίνουν, αν και ο διαπρύσιος υπερασπιστής της παράταξης αγανακτεί για το θράσος των κατηγόρων που, για μόνο τέσσερις – πέντε κατηγορούμενους υπουργούς και βουλευτές, διασύρουν ολόκληρη τη πατριωτική παράταξη!  Αυτός ο τελευταίος αποτελεί πρωταγωνιστικό στοιχείο του τσίρκου γιατί είναι ο άνθρωπος – ορχήστρα: παλιάτσος, ταχυδακτυλουργός αλλά και θηριοδαμαστής, όταν χρειαστεί.
Ο ανιψιός του Πρωθυπουργού πάλι είναι μια άλλη περίπτωση. Αποτελεί επίλεκτο μέλος της Οικογένειας παίρνει την ευθύνη και προτάσσει το ευρύ στέρνο του για να προφυλάξει το Αφεντικό‧ θα αμειφθεί στο μέλλον, αυτό είναι σίγουρο αλλά όλα αυτά κάτι μου θυμίζουν ή δεν ξέρω, μπορεί να έχω δει πολλές ταινίες με τη Μαφία. Και αυτός πάλι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός που δεν έβλεπε τίποτα ή όταν έβλεπε για εθνικούς… πάντα λόγους δεν μπορούσε να μιλήσει, πάλι με αναγκάζει να κάνω την αυτοκριτική μου. Θα σταματήσω να βλέπω τέτοιες κακές ταινίες!
Όλοι αυτοί οι ωραίοι κουστουμαρισμένοι  τύποι θα συγκεντρωθούν στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου και θα αναλώνονται, ανάμεσα στα άνοστα αστεία τους, σε συμβουλές προς εμάς, προς τον ελληνικό λαό μη τυχόν και ξεχάσουμε τα προτερήματα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας στην οποία ένα μεγάλο πλήθος χιλιάδων ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και πολλοί από τους μετέχοντες στο μεταπολιτευτικό γλέντι, παρακολουθούνται ευθαρσώς για το καλό της δημοκρατίας και του έθνους.
Ο Α. Τσίπρας, πάντα εύστοχος στους χαρακτηρισμούς του απέναντι στους άλλους, προσάπτει στην κυβερνητική παράταξη το «νοσηρό» πολιτικό φαινόμενο του «αδωνισμού»! Αλλά αυτό το θλιβερό κοινοβουλευτικό γαϊτανάκι, που συμβαίνει στο κόμμα που ο ίδιος ίδρυσε, των αποχωρήσεων και των ανεξαρτητοποιήσεων – και εννοείται, συνήθως, κρατώντας την κοινοβουλευτική έδρα – τί  είναι; Θα μου πείτε καλά και τι φταίει ο Τσίπρας γι’ αυτό; Ναι,  ο κ. Τσίπρας έχει υιοθετήσει μια άλλη αντίληψη, που εν ολίγοις δεν στέλνει πρόβατα να βοσκήσουν σε κάθε ελληνική γωνιά αλλά μάλλον πιστεύει πως οι πολίτες είναι πρόβατα! Αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός ότι νομίζει πως κάθε φορά μπορεί να παίρνει ένα σφουγγάρι και να καθαρίζει τον κυβερνητικό και πολιτικό του μαυροπίνακα από τις ακαθαρσίες μιας πενταετίες, από πολιτικές απάτες σαν το δημοψήφισμα του 2015 και όλα όσα επακολούθησαν μαζί και τις τελευταίες γελοιότητες που συμβαίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί δεν νομίζω να πιστεύουν πολλοί πως είναι αμέτοχος σε όλα αυτά. Μια πολύ πρόσφατη γεύση της πολιτικής του αντίληψης συνοψίζετε στη θέση του για την ίδρυση των ιδιωτικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα: «Ξέρετε εμείς είμαστε αντίθετοι στην ύπαρξη ιδιωτικών Πανεπιστημίων αλλά τώρα έγιναν, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Εδώ πραγματικά έχουμε έναν Τσίπρα από τα παλιά. Ταχυδακτυλουργό. Με τις αλλεπάλληλες μικρές και μεγάλες πολιτικές απάτες: που όλα αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν!
Μετά από όλα αυτά δεν θα είναι καθόλου περίεργο αν εκτός από τον «αδωνισμό» στο ήδη βεβαρυμμένο μητρώο του ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου, ως πολιτικό φαινόμενο και όχι τελείως πρόσφατο, προστεθεί και ο «τσιπρισμός».
Κάποιοι επέλεξαν να μην παραστούν στην φετινή «γιορτή της Δημοκρατίας», μια κίνηση που αποσκοπεί περισσότερο σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων παρά σε κάτι οτιδήποτε ουσιαστικό. Οι άλλοι θα είναι όλοι εκεί μέσα, πολιτικοί, στρατιωτικοί, συνδικαλιστές και εκπρόσωποι της «κοινωνίας των πολιτών». Η κοινωνία, όμως και οι εργαζόμενοι θα είναι έξω, θυμωμένοι και αδιάφοροι για ό,τι συμβαίνει στο τσίρκο!
------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Αποστόλης Παλιούρας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1952. Οι γονείς του ήταν εργάτες. Το 1970 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου πήρε πτυχίο Μαθηµατικών. Συµµετείχε στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνηµα και για τη δράση του αυτή διώχθηκε και βασανίστηκε από τα όργανα της χούντας. Υπήρξε µαζί µε άλλους ιδρυτικό µέλος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών Θεσσαλονίκης, ενώ από το 1978 µέχρι σήµερα αρθρογραφεί σε εφηµερίδες και περιοδικά. Το 1982 επιµελείται και συµµετέχει στη συλλογική έκδοση Η Βιοµηχανία στη Βόρεια Ελλάδα και οι επιπτώσεις από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονοµική Κοινότητα (ΕΟΚ). Το 1989 εγκαθίσταται µόνιµα στην Αθήνα όπου ζει µέχρι σήµερα. Από το 2004 έως το 2011 εκδίδει και διευθύνει τη συλλογική Θεωρητική και Πολιτική Επιθεώρηση ∆ιάπλους. Τα τελευταία χρόνια είναι µέλος της Συντακτικής Οµάδας του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ. Το 2021 µε την εργασία του «Για µια κριτική θεωρία του Έθνους: Ο νεοελληνικός κοινωνικός σχηµατισµός και οι αντιφάσεις του ελληνικού εθνικισµού» συµµετέχει στη συλλογική έκδοση του Οµίλου Μαρξιστικών Ερευνών
Πηγή: kommon.gr

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Σταύρος Λυγερός "Δύο πόλεμοι στη γειτονιά μας και ημείς άδομεν..."

Τo FBI και το παντεσπάνι


Οταν, π.χ., δολοφονείται από αστυνομικούς του Αργους ο 20χρονος Θοδωρής, η Ελληνική Αστυνομία ανακοινώνει ότι συνέλαβε τους δράστες για το έγκλημα της Marfin.

Χρύσα Κακατσάκη

Λέγεται πως, όταν το εξαθλιωμένο πλήθος ζητούσε ψωμί, η Μαρία Αντουανέτα αναρωτήθηκε «γιατί δεν τους δίνουν παντεσπάνι;». Η εμβληματική φράση, όσο κι αν αμφισβητείται ιστορικά, δείχνει εκτός από τον κυνισμό της ότι η εξουσία διαθέτει εναλλακτικές λύσεις κάθε φορά που ζορίζεται. Οταν, π.χ., δολοφονείται από αστυνομικούς του Αργους ο 20χρονος Θοδωρής, η Ελληνική Αστυνομία ανακοινώνει ότι συνέλαβε τους δράστες για το έγκλημα της Marfin. Οταν ο Κυρανάκης γίνεται προκλητικός, υπάρχει η εφεδρεία του Αθερίδη για να αποθεώσει τον Χρυσοχοΐδη και το FBI του.
Ισοζύγιο εντυπώσεων σαν το ανέκδοτο με τον καλό και τον κακό μπάτσο; Οχι ακριβώς. Και οι δύο ειδήσεις απευθύνονται επί της ουσίας στο ίδιο κοινό των φιλήσυχων πολιτών που ομνύουν στο «νόμος και τάξη» και εκλαμβάνουν ως αποφασιστικότητα της κυβέρνησης την πάταξη της τρομοκρατίας και την εξόντωση των αυτιστικών που οδηγούν.
Χρειάζεται βέβαια να τονίσουμε ότι η σύλληψη και η τιμωρία των υπεύθυνων για τη Marfin είναι επιβεβλημένες. Οχι όμως ως επιτυχία της αστυνομίας ούτε σαν εργαλείο συσπείρωσης ψηφοφόρων. Κυρίως σαν χρέος μιας ευνομούμενης πολιτείας προς τρεις ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με τους συνηγόρους των συλληφθέντων, η δικογραφία είναι τρύπια σαν σουρωτήρι από το πανέρι. Το περιβόητο email, που υποτίθεται ότι έδινε στοιχεία, ο Χρυσοχοΐδης το αποκήρυξε πριν αλέκτορα φωνήσαι. Αλήθεια, κανένας στο υπουργείο του δεν ήξερε ότι οι ανώνυμες καταγγελίες δεν ευσταθούν νομικά; Ενας από τους κατονομαζόμενους δράστες βρισκόταν αποδεδειγμένα στη φυλακή. Η εμπλεκόμενη γυναίκα, ενώ ήταν διατεθειμένη να προσέλθει αυτοβούλως στις αρχές, συνελήφθη και θα χρειαστεί μια χρονοβόρα διαδικασία έκδοσης επειδή η ελληνική πλευρά εξέδωσε ένταλμα. Η ταυτοποίηση βασίζεται σε κινητά αντικείμενα, όπως ένα σακίδιο και ένα μπουφάν. Κωφάλαλα επί 16 χρόνια «μίλησαν» ωστόσο με ένα νεύμα του Χρυσοχοΐδη-Χριστού.
Ολες αυτές οι αμφιβολίες και τα ερωτήματα οδηγούν με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η επικοινωνία είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση. Δεν χρειάζεται ούτε το μήνυμα να είναι άρτιο ούτε ο δέκτης ευνοϊκά διακείμενος. Αρκεί ο πομπός να πυροβολά αδιάκοπα. Θα βγει η αντιπολίτευση να διαμαρτυρηθεί για τις αστήρικτες κατηγορίες, θα την εγκαλέσει η κυβέρνηση ότι χαϊδολογά τη βία και έτοιμο άλλο ένα μέτωπο αντιπαράθεσης.
Η ΝΔ λοιπόν άλλαξε πίστα καταλαβαίνοντας, έστω και αργά, ότι ο πραγματικός αντίπαλός της είναι η κοινωνία και όχι τα κόμματα. Η βελόνα του ΠΑΣΟΚ κινείται όλο και πιο κάτω. Ο Τσίπρας καρκινοβατεί μεταξύ δημαγωγίας και δημοκρατικού καπιταλισμού. Ο Βελόπουλος έχει αναλάβει εργολαβικά τους μετανάστες. Η Λατινοπούλου τις αξύριστες και τον Παϊτέρη. Αφού απέτυχαν τα μέτρα για την ακρίβεια και το στεγαστικό, ας βρεθεί ένα email να μαντρωθούν τα δεξιά αιγοπρόβατα ώστε να μη φοβούνται τον κακό λύκο των κουκουλοφόρων με τις μολότοφ.
Η εξουσία μπορεί να κατασκευάζει την αλήθεια και να εφευρίσκει ενόχους. Μπροστά στη κάλπη κανείς δεν θα θυμάται ότι αθωώθηκαν ο Τάσος Θεοφίλου, ο Νίκος Ρωμανός, η Ηριάννα και ο Περικλής. Αλλωστε οι άνθρωποι δεν μπορούν να συγχωρέσουν ό,τι δεν μπορούν να τιμωρήσουν.
Ολα αυτά θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν αστυνομική κωμωδία με τίτλο «το FBI και το παντεσπάνι» και σκηνοθέτη τον Αθερίδη.

Ώρα για δεσμεύσεις


Κόντρα στην προεκλογική κοροϊδία των κομμάτων, η κοινωνία να καταθέσει τα αιτήματά της

του Νίκου Ταυρή

Το έργο το έχουμε ξαναδεί, και το σενάριό του γράφεται πριν καν στηθούν οι κάλπες. Όταν γίνουν εκλογές οι πιθανότητες είναι να μην έχουν αυτοδυναμία κάποιου κόμματος αλλά να γίνουν επαναληπτικές και / ή να προκύψει κυβέρνηση συνεργασίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο, το κάθε κόμμα που θα συμμετέχει στην κυβέρνηση συνεργασίας θα επικαλεστεί το «αυτονόητο»: Δεν κυβερνάει μόνο του, άρα δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Ό,τι υποσχέθηκε προεκλογικά θα κατατεθεί στο ταμείο της «ρεαλιστικής διαχείρισης» και θα ακολουθήσει η γνώριμη μετεκλογική προσγείωση – ανώμαλη, όπως πάντα, για την ελληνική κοινωνία.
Και βέβαια, θα υπάρχει πάντα και ο «Στουρνάρας». Τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα, γιατί δεν μιλάμε για ένα πρόσωπο ούτε για κάτι δευτερεύον· μιλάμε για έναν θεσμό. Έναν θεσμό δεμένο με όλες τις χρηματοδοτικές ροές, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με το σύνολο της ευρωκρατίας, ο οποίος θα ορίσει –ήδη ορίζει– το σκληρό οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί οποιαδήποτε κυβέρνηση: Λεφτά υπάρχουν για εξοπλισμούς και στρατιωτικά προγράμματα, άρα θα περικοπούν οι κοινωνικές δαπάνες κάθε είδους, θα ιδιωτικοποιηθεί ό,τι απέμεινε, θα συμπιεστούν οι συντάξεις, θα ψαλιδιστούν τα κονδύλια για Υγεία και Παιδεία. Αυτό είναι το πραγματικό πρόγραμμα. Τα υπόλοιπα –όσα θα ακούμε προεκλογικά– είναι χάδια για τα αυτιά.
Επομένως είναι αναγκαίο, απέναντι σε αυτή την οργανωμένη κοροϊδία, να διατυπωθούν από τη μεριά της κοινωνίας απαιτήσεις και να ζητηθούν δεσμεύσεις. Να διατυπώσει η κοινωνία τα αιτήματά της προς όλα, ανεξαιρέτως, τα κόμματα και να ζητήσει δέσμευση απέναντί τους. Όχι άλλα λόγια, χορτάσαμε από υποσχέσεις και κωλοτούμπες. Φτάνει η κοροϊδία: Δέσμευση, διαφορετικά αγώνας. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Και επειδή στη γνωστή ένσταση («ωραία τα λες, αλλά έχεις καμιά πρόταση;») οφείλουμε μια συγκεκριμένη απάντηση, ιδού ένας ενδεικτικός κατάλογος.
Για την ενέργεια: Κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας, μέτρα για φτηνό ρεύμα, καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας – σε αυτήν, άλλωστε, κρατάμε ευρωπαϊκή πρωτιά (μαζί με τον πληθωρισμό), με ποσοστά διπλάσια από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. των «27». Πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και στο πετρέλαιο για τους αγρότες.
Για την ύπαιθρο και την περιφέρεια: Ανατροπή των συνειδητών πολιτικών εγκατάλειψης. Κλείνουν νοσοκομεία, κλείνουν σχολεία, κλείνουν τα πάντα – και μετά απορούμε γιατί φεύγει ο κόσμος. Πώς να μείνει κανείς εκεί όπου δεν μπορεί να στείλει το παιδί του σε σχολείο, ούτε να φτάσει ο ίδιος σε νοσοκομείο; Στήριξη του αγροτικού τομέα, όχι η καταστροφή των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας που είδαμε με τη «σφαγή» των κοπαδιών – υπόθεση που δένει και με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και όλα αυτά την ώρα που η συμφωνία με τη Mercosur ετοιμάζεται να φέρνει απ’ έξω ό,τι θα μπορούσε να παράγεται εδώ.
Για την Υγεία: Διατήρηση και όχι διάλυση των κοινωνικών δομών – θεραπευτικές κοινότητες και ομάδες που κάνουν τεράστια δουλειά για ανθρώπους με προβλήματα αποψιλώνονται. Μείωση των τιμών των φαρμάκων και της συμμετοχής των ασφαλισμένων: 25% συμμετοχή πληρώνει σήμερα ο άνθρωπος που κατέβαλλε εισφορές στα ταμεία του μια ολόκληρη ζωή. Να αποσυρθούν οι πρόσφατοι περιορισμοί του Υπουργείου Υγείας στις εξετάσεις: Αν έκανες μια μέτρηση ζαχάρου ή έναν προληπτικό δείκτη, το σύστημα σε «μπλοκάρει» για έξι μήνες, ακόμη κι αν ο γιατρός σού έχει δώσει παραπεμπτικό – όποιος τα έχει ζήσει, ξέρει. Προσλήψεις γιατρών και προσωπικού στα νοσοκομεία. Στήριξη και όχι διάλυση του ΕΣΥ.
Για την Παιδεία: Απαγόρευση των ιδιωτικών ΑΕΙ  και δέσμευση όλων των κομμάτων απέναντί της. Στήριξη του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου· να μην κλείσουν πανεπιστήμια και τμήματα στην περιφέρεια, γιατί αυτό είναι άλλη μια μορφή εγκατάλειψής της. Κατάργηση της ΕΒΕ, ώστε να εισάγονται περισσότεροι φοιτητές. Όχι στην κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών μονάδων («Ωνάσεια», πρότυπα κ.ο.κ.) και όχι στο «πολλαπλό βιβλίο», που ανοίγει την πόρτα σε εκδοτικούς οίκους και φροντιστήρια και διαλύει την ενιαία γνωστική διαδικασία σε κάθε βαθμίδα: Κάθε σχολείο θα διαλέγει το βιβλίο του τάδε ή του άλλου, που είχε τα κονέ.
Για την εργασία: Άμεση κατάργηση του νόμου για το 13ωρο. Δεν μπορεί να δουλεύει άνθρωπος 13 ώρες τη μέρα, και το βλέπουμε κάθε καλοκαίρι, με τη σεζόν και τους καύσωνες: Εργάτες 58 και 61 ετών καταρρέουν με καρδιακά επεισόδια, ενώ μόνο την τελευταία εβδομάδα δύο-τρεις άνθρωποι πήγαν για μεροκάματο και δεν γύρισαν σπίτι. Αυξήσεις μισθών, για να αναπληρωθεί η πραγματική μείωση που έχει επιφέρει η ακρίβεια: με πληθωρισμό 5,2% και μισθούς στον πάτο της Ευρώπης, ποιες αυξήσεις δόθηκαν τόσον καιρό; Καμία. Και μείωση των έμμεσων φόρων – ΦΠΑ, ειδικοί φόροι, φόροι στα καύσιμα. Να σταματήσει η φοροληστεία.
Για την ακρίβεια: Μείωση τιμών στα βασικά είδη κατανάλωσης –τρόφιμα, παιδικά είδη, είδη καθαριότητας– με πλαφόν και ουσιαστική καταπολέμηση των καρτέλ. Και άμεσο φρένο στην ασυδοσία τραπεζών, funds, servicers και εισπρακτικών εταιρειών.
Για την οικογένεια: Ολοήμερα σχολεία και παιδικοί σταθμοί που ανοίγουν, όχι που κλείνουν. Πώς να κάνει δεύτερο παιδί μια οικογένεια όπου δουλεύουν αναγκαστικά και τα δύο μέλη της και δεν έχουν πού να αφήσουν ούτε το πρώτο; Προστασία της μητρότητας, να σταματήσουν οι απολύσεις εγκύων στον ιδιωτικό τομέα.
Για το περιβάλλον και τις μεταφορές: Προστασία του νερού από τις ιδιωτικοποιήσεις, προστασία των περιοχών Natura. Φθηνές μεταφορές παντού, μείωση εισιτηρίων και διοδίων.
Και τέλος η εξωτερική πολιτική. Να λέμε πού και πού και κανένα βέτο ‒ όταν, φερ’ ειπείν, στήνονται ΝΑΤΟϊκά στρατηγεία στην Τουρκία. Να είμαστε υπέρ της ειρήνης και όχι της εμπλοκής, με ανεξάρτητη πολιτική. Ποιο από τα κόμματα που ζητούν σήμερα ψήφο μιλά για τα στρατηγεία του ΝΑΤΟ; Ποιο θέτει ζήτημα για τις σχέσεις με το Ισραήλ;
Όλα τα παραπάνω δεν είναι μαξιμαλισμός· είναι τα μίνιμουμ. Και ακριβώς επειδή είναι τα μίνιμουμ, η απαίτηση δέσμευσης απέναντί τους γίνεται το κριτήριο που ξεχωρίζει τη σοβαρότητα από την κοροϊδία. Όποιο κόμμα αρνείται να δεσμευτεί, αυτοφωτογραφίζεται και μας προαναγγέλλει την «προσγείωση» που ετοιμάζει. Όσο για εμάς, ισχύει το απλό και δοκιμασμένο: Τίποτα δεν χαρίζεται, όλα κατακτιούνται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Ομολογία Αλέξη Τσίπρα: «Ισορροπία στο πολιτικό σύστημα»
Ομολογούμε ότι δεν περιμέναμε να ειπωθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα τόσο καθαρά το σχέδιο που προωθείται για την αναμόρφωση και την επανασταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος.
Κι όμως, ειπώθηκε. Το είπε ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας, σε ανοικτή εκδήλωση στο Περιστέρι, στις 9/7/2026. Τόνισε ότι θέλει να συμβάλει στην ανόρθωση του πολιτικού συστήματος. Είπε συγκεκριμένα: «Είμαστε εδώ για να δώσουμε ισορροπία στο πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δύο πόλους. Που θα ανταγωνίζονται και, όταν ο ένας θα είναι στη διακυβέρνηση, ο άλλος θα ασκεί ισχυρή αντιπολίτευση. Σήμερα, η αλαζονεία του Μητσοτάκη οφείλεται σε αυτό το κενό».
Όποιος δεν κατάλαβε, κακό του κεφαλιού του. Γίνεται προσπάθεια να στηθεί ένας νέος διπολισμός, για να λειτουργεί κάπως το πολιτικό σύστημα του μεταπρατικού, εξαρτημένου μοντέλου. Γι’ αυτό δεν είπε λέξη ο Αλ. Τσίπρας για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ και τις αποφάσεις της, λέξη για το δυστύχημα στον Ασπρόπυργο και τους εργάτες που χαροπαλεύουν, λέξη για τα ουκρανικά ντρόουνς που σεργιανάνε στις ελληνικές ακτές ‒ και τόσα άλλα…
Πηγή: edromos.gr

Θεώνη Κουφονικολάκου: Λόγος


«Τα λόγια ενός πολιτικού δεν φανερώνουν την ιδέα που έχει για το θέμα του, αλλά την ιδέα που έχει για το ακροατήριό του»

Γιώργος Λακόπουλος

Στην πολιτική «εν αρχή ήν ο λόγος». Και ο λόγος είναι… τα πάντα. «Μια λέξη και όλα σώζονται. Μια λέξη και όλα χάνονται», έλεγε ο Αντρέ Μπρετόν.
Ο λόγος στην πολιτική δεν είναι απλώς γέφυρα φραστικής επικοινωνίας με το ακροατήριο. Έχει φορτίο και μνήμη. Στην εποχή που όλα καταγράφονται και μπορούν να ανακληθούν αστραπιαία, όσο συμβάλλει στην επικράτηση του πολιτικού, άλλο τόσο μπορεί να τον καταποντίσει.
Ύστερα από δύο μήνες λειτουργίας της ΕΛΑΣ, ο δημόσιος λόγος των στελεχών της — παρά τη θρυλούμενη εκπαίδευσή τους από τον καθηγητή Μαρατζίδη, ή… εξαιτίας της — αφήνει κενά. Δεν είναι θέμα απειρίας ή κατάρτισης.
Ο επικεφαλής του κόμματος, πιο έμπειρος από όλους, χειρίστηκε με ατελή πολιτικό λόγο ένα θέμα στο οποίο, προσωπικά, πλεονεκτεί.
Ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης εκτόξευσε δημόσια ότι, ως Πρωθυπουργός, «λαδώθηκε» για να εισηγηθεί νόμο στη Βουλή είναι ο ορισμός της συκοφαντικής δυσφήμισης — κατά τον Ποινικό Κώδικα.
Το είχε στο έλεός του. Αλλά η απάντηση «δεν θα τον μηνύσω γιατί κάθε φορά που τα λέει παίρνουμε μία μονάδα στις δημοσκοπήσεις» συνιστά αρνητική παιδαγωγική για τα στελέχη του.
Περιορίζει την υπεράσπιση της ηθικής του πολιτικού χώρου τους, την οποία οργανωμένα και από χρόνια επιχειρεί να ακυρώσει, ως πολιτικό πλεονέκτημα, η κυβερνητική προπαγάνδα.
Η, απολύτως καταρτισμένη, αρμόδια της ΕΛΑΣ για την Παιδεία, έδειξε ότι οι θέσεις για τα ΑΕΙ είναι πιο διάτρητες και από κεφαλοτύρι: είναι εναντίον της ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ, όπως επιβάλλει το άρθρο 16 του Συντάγματος, αλλά αν βρεθεί στην κυβέρνηση, θα διατηρήσει όσα θα έχουν ιδρυθεί ήδη.
Το πιο εκπαιδευμένο στέλεχος της ΕΛΑΣ — όπως πρέπει να θεωρηθεί η προβαλλόμενη ως εμβληματική Θεώνη Κουφονικολάκου — έδωσε σε τηλεοπτική εκπομπή ρεσιτάλ… αχρείαστου λόγου, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα εφαρμόσει το διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον Νετανιάχου…
Οι μυημένοι διακρίνουν μια ακόμη — μετά τις συγκοινωνίες χωρίς εισιτήριο — ερασιτεχνική αντιγραφή του δημάρχου της Νέας Υόρκης, που, κατά την εκπρόσωπο, «κομίζει κάτι πάρα πολύ σημαντικό για εμάς».
Ότι και αν κομίζει, επί του συγκεκριμένου θέματος υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά: ο Ζοχράν Μαμντάνι — που στη συνέχεια μάζεψε την απερίσκεπτη δήλωσή του — είναι ήδη δήμαρχος. Και ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ πρόκειται να βρεθεί πράγματι σε συγκεκριμένο χρόνο στα όρια της δημαρχίας του.
Αντίθετα, η άφιξη του Νετανιάχου στην Ελλάδα δεν προβλέπεται και η διακυβέρνηση της ΕΛΑΣ δεν φαίνεται στον ορίζοντα — καθώς το 15% των δημοσκοπήσεων δεν συνιστά πλειοψηφία.
Όλα αυτά, μαζί και ταυτοχρόνως, που θα έλεγε ο Σαββόπουλος, υποδηλώνουν ότι στο στρατηγείο της Αμαλίας και στα «εργαστήρια της Ξενοφώντος» η επεξεργασία του πολιτικού λόγου μένει στα παραδοσιακά ξύλινα καλούπια της παλαιάς Αριστεράς.
Αν πρέπει να γνωρίζουν κάτι στην ΕΛΑΣ — με πρώτους τον πρόεδρό της και τη συμπαθέστατη δικηγόρο που προσωποποιεί ως πορτ παρόλ τις επικοινωνιακές αντιλήψεις του κόμματος — είναι αυτό που έλεγε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Γουίλ:
– «Τα λόγια ενός πολιτικού δεν φανερώνουν την ιδέα που έχει για το θέμα του, αλλά την ιδέα που έχει για το ακροατήριό του».
Δεν ξέρουμε πώς θα καταρρεύσει η κυβερνώσα ΝΔ με τις πράξεις της, αλλά η αντιπολιτευόμενη ΕΛΑΣ με τον λόγο της, θα καταρρεύσει στην τηλεόραση.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΒΟΜΒΕΣ Σαλμά για Novartis, Γεωργιάδη και «υπόθαλψη της ακρίβειας από τον Μητσοτάκη

Ο GOAT είναι ιδεολογικό ζήτημα;


Το ταλέντο χωρίς θετική επιδραστικότητα μπορεί να είναι ένα αδειανό πουκάμισο – το ίδιο ισχύει και στην τέχνη- αλλά από την άλλη τόση αυστηρότητα και φανατισμός δεν βοηθάει κανέναν και κυρίως εμάς τους ίδιους. Πάρε από αυτούς τους ανθρώπους αυτό που μπορείς, πέτα εκείνο που δεν θέλεις.

Οδυσσέας Ιωάννου

Το ποδόσφαιρο και κυρίως οι διεθνείς οργανώσεις εθνικών ομάδων, σχετιζόταν πάντα με την πολιτική. ‘Ένα τουρνουά αποκτά πρόσημο ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία ή κάποιο ιστορικό πλαίσιο με βάθος δεκαετιών. Κι επειδή καμία χώρα, κανένα κράτος- πόσο μάλλον λαός- δεν είναι χαρακτηρισμένοι οριστικά στην Ιστορία, αλλάζουμε κι εμείς τις συμπάθειές μας επηρεαζόμενοι από κάπως πιο πρόσφατες μνήμες. Μία χώρα δέχεται απρόκλητη επίθεση, ο λαός της λιμοκτονεί και εξοντώνεται, είμαστε με το μέρος της όπου την συναντάμε, και φυσικά και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα.
Σε τριάντα χρόνια η ίδια χώρα παίρνει τα πάνω της, αποκτά εξουσία έναντι των γειτόνων της, και χρησιμοποιεί την εξουσία της. (Η εξουσία πάντα ασκείται, είναι στην φύση της, πάντα κάποιοι την υφίστανται. Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις και διαφορετικό ήθος στην άσκηση και την επιβολή της, αλλά ασκείται).
Σε τριάντα χρόνια λοιπόν σε οποίο διεθνές γήπεδο συναντήσουμε αυτήν την χώρα θα είμαστε με τον αντίπαλο. Πώς σου ακούγεται αυτό; Αφελές; Παιδικό; Ανώριμο; Δεν θα συμφωνήσω. Αν έχουμε μία υποχρέωση είναι να είμαστε παρόντες και ενεργοί στον καιρό μας, όχι στο βάθος της Ιστορίας, κανένας μας δεν θα ζήσει στο βάθος της Ιστορίας παρά μόνο στα λίγα χρονάκια που μας αναλογούν. Στον καιρό μας οφείλουμε να είμαστε με τους αδύναμους τους αδικημένους, τους κυνηγημένους.
Για παράδειγμα, αν μου φέρεις ένα μηχανηματάκι που διαβάζει το μέλλον, και μου δείξεις πως σε πενήντα χρόνια οι Παλαιστίνιοι θα πάρουν την εξουσία της περιοχής και θα κάνουν ακριβώς τα ίδια στους Ισραηλινούς – αρκετά πιθανό με βάση την ιστορική εμπειρία της ανθρώπινης φύσης- αυτό δεν είναι ικανό να μου αλλάξει ούτε στο ελάχιστο την σημερινή μου υποστήριξη στον παλαιστινιακό λαό. Ας φροντίσουν οι σύγχρονοί τους, σε πενήντα χρόνια να πάρουν το μέρος εκείνου που διώκεται και σφαγιάζεται, δεν είναι αυτό δική μου δουλειά σήμερα. Είπαμε, ουδείς έχει κερδίσει κάποιον μόνιμο χαρακτηρισμό μέσα στην Ιστορία. Δεν υπάρχουν λαοί για πάντα καλοί και λαοί για πάντα κακοί, είναι αστείο να υποστηρίζεις κάτι τέτοιο. Οι λαοί δεν τσουβαλιάζονται κάτω από γενικές ταμπέλες για να ταξινομηθούν οριστικά σε κάποιο ράφι λαών. Μήπως ο ελληνικός λαός είναι ένα πράγμα;
Βέβαια ποτέ κανένας ποδοσφαιρικός αγώνας δεν άλλαξε τίποτα επί της ουσίας, πέρα από το ότι χάρισε μία πρόσκαιρη ικανοποίηση του θυμικού. Αλλά γιατί αυτό είναι λίγο η δευτερεύον; Άθροισμα μικρών νικών είναι η ζωή μας, δεν υπάρχουν οριστικοί και αμετάκλητοι θρίαμβοι, μην τους ονειρευόμαστε. Είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες, ατελείς φύσεις -ευτυχώς- και δεν γίνεται να ακυρώσουμε το συναίσθημα, ακόμη κι εκείνο που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως κρεσέντο επιπολαιότητας.
Το συναίσθημα δεν οφείλεται σε κάποια διέγερση νευρικών απολήξεων, είναι αποτέλεσμα ιδεολογίας και ματιάς στον κόσμο και τους ανθρώπους.
Μας είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε την αντικειμενική αξία ενός ανθρώπου από την συμπεριφορά του σε τομείς που δεν άπτονται άμεσα της όποιας δεξιότητά τους. Και πραγματικά δεν έχω καταλήξει πόσο δίκαιο ή άδικο είναι αυτό. Δηλαδή το να θεωρείς μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών τον Μαραντόνα, και να συνυπολογίζεις στην αξιολόγησή σου το ότι είχε tattoo τον Τσε και ήταν προσωπικός φίλος τους Κάστρο, ακυρώνοντας, υποβαθμίζοντας, ή και χλευάζοντας τις απίστευτες θυσίες, κόπο και ταλέντο ενός ανθρώπου σαν τον Μέσι, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι.
Το ταλέντο χωρίς θετική επιδραστικότητα μπορεί να είναι ένα αδειανό πουκάμισο – το ίδιο ισχύει και στην τέχνη- αλλά από την άλλη τόση αυστηρότητα και φανατισμός δεν βοηθάει κανέναν και κυρίως εμάς τους ίδιους. Και η επιδραστικότητα δεν μετριέται μόνο με κοινωνικοπολιτική επιρροή αλλά και με πόσες χιλιάδες παιδιά τα «μάζεψες» από τον δρόμο και τα έβαλες σε γήπεδα να μαθαίνουν μπάλα. Εντάξει, θα μου πεις, το δεύτερο το πέτυχαν όλοι οι μεγάλοι. Εν κατακλείδι, πάρε από αυτούς τους ανθρώπους αυτό που μπορείς, πέτα εκείνο που δεν θέλεις.
Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, ο μεγαλύτερος συνθέτης όλων των εποχών, μπορεί να μην είχαν την ίδια ιδεολογία με εμένα. Άβολο, αλλά προσωπικά είναι κάτι που μπορώ να το αντέξω.

Η ληστεία του ανθρώπινου νου


του Απόστολου Αποστόλου

Η έκρηξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI) παρουσιάστηκε από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ως η αρχή μιας νέας εποχής προόδου. Υποσχέσεις για επανάσταση στην υγεία, την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης συνοδεύουν τη δημόσια αφήγηση της Silicon Valley. Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια αναπτύσσεται ένα ισχυρό διεθνές ρεύμα επιστημονικής και  φιλοσοφικής κριτικής, το οποίο δεν αμφισβητεί απλώς τις υπερβολικές προσδοκίες, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης. 
Στην πρώτη γραμμή αυτής της κριτικής βρίσκεται η Καναδή συγγραφέας και ακτιβίστρια Ναόμι Κλάιν. Η Κλάιν χαρακτηρίζει την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη “τη μεγαλύτερη ληστεία στην ανθρώπινη ιστορία”. Ο ισχυρισμός της βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα εκπαιδεύτηκαν πάνω σε τεράστιους όγκους βιβλίων, άρθρων, έργων τέχνης, φωτογραφιών και μουσικής, που συλλέχθηκαν χωρίς προηγούμενη συναίνεση ή  οικονομική αποζημίωση των δημιουργών τους. Με άλλα λόγια, η συλλογική ανθρώπινη γνώση μετατράπηκε σε πρώτη ύλη ιδιωτικών αλγορίθμων, οι οποίοι πλέον παράγουν εμπορικά προϊόντα υψηλής αξίας.
Για την Κλάιν, πρόκειται για μια πρωτοφανή διαδικασία ιδιωτικοποίησης του κοινού πολιτισμικού αποθέματος. Η ελεύθερη ανθρώπινη δημιουργία μετασχηματίζεται σε ιδιόκτητο κεφάλαιο, ελεγχόμενο από ελάχιστους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι στη συνέχεια πωλούν πίσω στην κοινωνία υπηρεσίες βασισμένες στην ίδια τη συλλογική γνώση που προηγουμένως ιδιοποιήθηκαν.
Η κριτική της γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή, όταν χαρακτηρίζει την ίδια την υπόσχεση της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης ως μια βαθιά αυταρχική ακόμη και “φασιστική” ιδέα. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται  ιστορικά, αλλά φιλοσοφικά. Γιατί η τεχνολογία υπόσχεται ότι μπορεί να σκέφτεται αντί του ανθρώπου. Κατά την Κλάιν, η εκχώρηση της κρίσης, της δημιουργικότητας και της πνευματικής εργασίας σε αλγοριθμικά συστήματα οδηγεί σταδιακά σε αποδυνάμωση της ανθρώπινης αυτονομίας και της δημοκρατικής σκέψης.
Παράλληλα, η ίδια επισημαίνει ότι πίσω από την εικόνα της “άυλης” τεχνολογίας κρύβεται ένα ιδιαίτερα βαρύ οικολογικό αποτύπωμα. Τα μεγάλα υπολογιστικά κέντρα απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και νερού για τη λειτουργία και την ψύξη τους, συμβάλλοντας στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και στην πίεση των φυσικών πόρων. Η ενεργειακή κατανάλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης εξελίσσεται πλέον σε αντικείμενο εντατικής επιστημονικής έρευνας, ενώ διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η αλματώδης ανάπτυξη των data centers ενδέχεται να δυσχεράνει τους στόχους για την κλιματική ουδετερότητα. 

Ο ψηφιακός ιμπεριαλισμός και το αλγοριθμικό όνειρο
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της βραβευμένης δημοσιογράφου για την τεχνολογία Κάρεν Χάο. Στο βιβλίο της “Empire of AI” περιγράφει την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη ως μια νέα μορφή ψηφιακού ιμπεριαλισμού. Όπως οι ιστορικές αυτοκρατορίες εξήγαν πρώτες ύλες από τις αποικίες τους, έτσι και οι σημερινές εταιρείες εξορύσσουν δεδομένα, ανθρώπινη εργασία, ενέργεια και φυσικούς πόρους από ολόκληρο τον πλανήτη, συγκεντρώνοντας πρωτοφανή οικονομική και πολιτική ισχύ.
Η Χάο έχει επίσης αναδείξει τις συχνά αόρατες μορφές εργασίας που στηρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη. Για παράδειγμα χιλιάδες χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι στην Κένυα, την Ινδία και άλλες χώρες αναλαμβάνουν την ψυχοφθόρα διαδικασία φιλτραρίσματος βίαιου και τοξικού περιεχομένου, ώστε τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα να εμφανίζονται ασφαλέστερα στους τελικούς χρήστες. Η εικόνα της πλήρως αυτοματοποιημένης μηχανής αποδεικνύεται έτσι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα.
Πολύ σημαντική όμως  είναι και η συμβολή του Ιταλού φιλοσόφου της επιστήμης Ερνέστο Ιππόλιτι. Ο Ιππόλιτι ασκεί κριτική σε αυτό που αποκαλεί “αλγοριθμικό όνειρο”. Δηλαδή την πεποίθηση ότι τα μεγάλα δεδομένα και η μηχανική μάθηση μπορούν από μόνα τους να αντικαταστήσουν την επιστημονική μέθοδο και την ανθρώπινη ερμηνεία. Προειδοποιεί μάλιστα, ότι οι αλγόριθμοι συχνά παράγουν ψευδείς συσχετίσεις, συγχέοντας τη στατιστική συνάφεια με την αιτιότητα. Για τον ίδιο, η ουσιαστική πρόκληση δεν είναι κάποιο υποθετικό σενάριο “εξαφάνισης της ανθρωπότητας”, αλλά οι άμεσοι κοινωνικοί κίνδυνοι, όπως είναι η αδιαφάνεια των αλγορίθμων, οι μεροληψίες και η άκριτη εμπιστοσύνη στην αυτοματοποίηση.
Στο πεδίο των χρηματοοικονομικών, ο Ιππόλιτι θεωρεί ότι ακόμη και οι πλέον εξελιγμένοι αλγόριθμοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως την ανθρώπινη στρατηγική, καθώς οι αγορές αποτελούν σύνθετα κοινωνικά συστήματα γεμάτα απρόβλεπτες αλληλεπιδράσεις. Το μέλλον, υποστηρίζει, ο Ιππόλιτι αναμένεται να είναι υβριδικό. Δηλαδή, μια συνεργασία ανθρώπου και μηχανής και όχι κυριαρχία της δεύτερης. 

Οι κοινές διαπιστώσεις για την τεχνητή νοημοσύνη
Στην ίδια συζήτηση παρεμβαίνει και ο Ιταλός φιλόσοφος Μαουρίτσιο Φεράρις, ο οποίος έχει αναλύσει το φαινόμενο της “Digital Humanities” και της ψηφιακής καταγραφής κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Κατά τον Φεράρις, ο αλγοριθμοκεντρισμός είναι η ιδεολογία που αντιμετωπίζει τους αλγορίθμους ως αντικειμενικούς και ουδέτερους κριτές της κοινωνικής πραγματικότητας.
Στην πραγματικότητα όμως οι αλγόριθμοι ενσωματώνουν ανθρώπινες επιλογές,  οικονομικά συμφέροντα και σχέσεις εξουσίας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι μεγάλες πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης στηρίζονται σε τεράστιες ποσότητες απλήρωτης ανθρώπινης εργασίας. Έτσι κάθε αναζήτηση, ανάρτηση, διόρθωση ή ψηφιακή αλληλεπίδραση μετατρέπεται σε δεδομένο που αυξάνει την αξία των εταιρειών χωρίς αντίστοιχη ανταμοιβή των πολιτών. 
Οι παραπάνω προσεγγίσεις δεν συγκροτούν ένα ενιαίο ιδεολογικό μέτωπο κατά της τεχνητής νοημοσύνης. Αντιθέτως, προέρχονται από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, όπως την  πολιτική οικονομία, τη δημοσιογραφία, τη φιλοσοφία της επιστήμης, τη θεολογία και την ηθική και καταλήγουν σε μια κοινή διαπίστωση που λέει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι ισχυρή, αλλά ποιος την ελέγχει, με ποιους κανόνες λειτουργεί και ποιος τελικά επωμίζεται το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος της ανάπτυξής της. Η πραγματική δημόσια συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά κυρίως τη δημοκρατία, την εργασία, τη γνώση και τα κοινά αγαθά στον 21ο αιώνα.
-----------------------------------------------------------------
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
Πηγή: slpress.gr

Γεώργιος Αποστολάκης: Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία; Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει!

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη δεν άφησαν πίσω τους απλώς έναν μακρύ κατάλογο σκανδάλων. Ανέδειξαν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, στο οποίο η αδιαφάνεια, η πελατειακή συναλλαγή, η συγκάλυψη και η θεσμική ατιμωρησία τείνουν να μεταβληθούν από παρεκτροπή σε κανονικότητα.

γράφει ο Γεώργιος Αποστολάκης,
Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.

Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.
Δεν έχουμε πια μεμονωμένες υποθέσεις χρηματισμού ή προσωπικού πλουτισμού. Έχουμε ένα πλέγμα εξουσίας που εκτείνεται σχεδόν παντού: στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις κρατικές συμβάσεις και απευθείας αναθέσεις, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στην ενημέρωση, στις τηλεπικοινωνίες, στις μυστικές υπηρεσίες, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην αστυνομική και διοικητική λειτουργία, ακόμη και στους ίδιους τους μηχανισμούς δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Η διαφθορά εδώ δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολιτική, θεσμική και ηθική. Δεν εκδηλώνεται μόνο όταν κάποιος ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα. Εκδηλώνεται και όταν η εξουσία παρακολουθεί τους αντιπάλους της, όταν χειραγωγεί την ενημέρωση, όταν αλλοιώνει τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών, όταν δυσχεραίνει τη διερεύνηση μιας τραγωδίας ή όταν χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προστατεύσει κυβερνητικά πρόσωπα.

Από τη «Λίστα Πέτσα» στα Τέμπη
Από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, η περίφημη «Λίστα Πέτσα» ανέδειξε τη χρήση του δημόσιου χρήματος ως μέσου διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ακολούθησαν η πλημμυρίδα των απευθείας αναθέσεων, η αδιαφάνεια σε συμβάσεις και προμήθειες, οι υποθέσεις Πάτση και άλλων κυβερνητικών στελεχών, οι καταγγελίες για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.
Ύστερα ήλθε το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφοι, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Και όλα αυτά ενώ η ΕΥΠ είχε υπαχθεί, με μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του 2019, απευθείας στον πρωθυπουργό.
Η πολιτική ευθύνη ήταν επομένως αδιαμφισβήτητη, ακόμη και αν δεν αποδεικνυόταν προσωπική γνώση κάθε επιμέρους παρακολούθησης. Αντί όμως να φωτισθεί πλήρως η υπόθεση, το κράτος επικαλέστηκε το «απόρρητο», οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι προσέκρουσαν σε τείχος σιωπής και η έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες κρατικών προσώπων τέθηκε στο αρχείο. Χρειάστηκε η απόφαση ενός κατώτερου δικαστηρίου, τον Φεβρουάριο του 2026, για να καταδικαστούν τέσσερα πρόσωπα συνδεόμενα με την Intellexa και να διαβιβασθεί εκ νέου η υπόθεση για διερεύνηση βαρύτερων αδικημάτων, ακόμη και ενδεχόμενης κατασκοπείας. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε φαντασίωση ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν ένα πραγματικό πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Στα Τέμπη, πάλι, δεν έχουμε μόνον την εγκληματική κατάρρευση του σιδηροδρομικού κράτους. Έχουμε τις πολιτικές ευθύνες για τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, τις συμβάσεις που καθυστερούσαν και μια κυβέρνηση που, μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, έσπευσε αρχικά να ενοχοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τον σταθμάρχη.
Ακολούθησαν η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, οι αντιφατικές κυβερνητικές δηλώσεις, η επιλεκτική διαχείριση στοιχείων και η ενεργοποίηση ολόκληρου επικοινωνιακού μηχανισμού για την αποδυνάμωση των συγγενών. Είτε κάθε καταγγελία αποδειχθεί τελικά βάσιμη είτε όχι, η συνολική συμπεριφορά της εξουσίας δημιούργησε εύλογη και βαθιά κοινωνική πεποίθηση ότι δεν αναζητήθηκε εξαρχής ολόκληρη η αλήθεια, αλλά επιδιώχθηκε ο περιορισμός της πολιτικής ζημίας.

Η Δικαιοσύνη μεταξύ εξάρτησης και ατολμίας
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το σοβαρότερο ίσως πρόβλημα: η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Δεν είναι δίκαιο να ισοπεδώνεται ολόκληρο το δικαστικό σώμα. Υπάρχουν δικαστές και εισαγγελείς που επιτελούν με ευσυνειδησία και θάρρος το καθήκον τους. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις στις οποίες η ανώτατη δικαστική ηγεσία έδωσε την εντύπωση ότι περισσότερο προστάτευσε τη θεσμική ηρεμία της κυβέρνησης παρά αναζήτησε μέχρι τέλους την αλήθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη κινήθηκε με τέτοια καθυστέρηση και ατολμία, ώστε ο χρόνος λειτούργησε υπέρ των ελεγχόμενων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στον αδύναμο αλλά διστακτικά στον υπουργό, στον κομματικό παράγοντα ή στον οικονομικά ισχυρό, δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς. Καταρρέει η ίδια η πεποίθηση ότι η δημοκρατία διαθέτει κοινό κανόνα για όλους.
Η εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από κυβερνητικές επιλογές, οι κλειστές διαδικασίες, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καθυστερήσεων καλλιεργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ατιμωρησία δεν χρειάζεται πάντοτε ωμή παρέμβαση. Αρκούν η αναβολή, η κατάτμηση των δικογραφιών, η επίκληση του απορρήτου, η παραγραφή ή μία πρόωρη αρχειοθέτηση.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως κορύφωση του συστήματος
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μέχρι τώρα κορύφωση, επειδή αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών, αλλά τη διάχυσή της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο.
Εδώ δεν φαίνεται να δρούσε ένας απομονωμένος αξιωματούχος. Ερευνάται ένας μηχανισμός στον οποίο φερόμενοι ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι δήλωναν ανύπαρκτα βοσκοτόπια, ζώα ή εκτάσεις που δεν κατείχαν, με τη συνδρομή υπαλλήλων, μεσαζόντων και πολιτικών παραγόντων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να ενισχύουν τους πραγματικούς παραγωγούς, μετατρέπονταν σε μέσο πελατειακής εξαγοράς και παράνομου πλουτισμού.
Αυτό εξηγεί και γιατί η διαφθορά κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κοινωνικό βάθος. Όταν το πολιτικό σύστημα διδάσκει επί δεκαετίες ότι το κράτος δεν είναι κοινό αγαθό αλλά λάφυρο, δημιουργεί γύρω του συνενοχές: πολίτες που αποδέχονται την παρανομία επειδή ωφελούνται, διοικητικούς υπαλλήλους που εξυπηρετούν, κομματάρχες που μεσολαβούν και πολιτικούς που μετατρέπουν το δημόσιο χρήμα σε εκλογική πελατεία.
Η κοινωνική συμμετοχή στην παρανομία δεν απαλλάσσει την πολιτική εξουσία. Την επιβαρύνει. Διότι η κορυφή είναι εκείνη που καθορίζει τους κανόνες, επιλέγει τις διοικήσεις, διαθέτει τους μηχανισμούς ελέγχου και, τελικά, ωφελείται πολιτικά από τη διανομή των προνομίων.
Στις 16 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε διώξεις κατά 22 στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα ηλεκτρονικής απάτης. Για επτά άλλους βουλευτές οι καταγγελίες αρχειοθετήθηκαν λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, ενώ άλλες έρευνες, για διαφορετικές περιόδους και πράξεις, συνεχίζονται.
Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Όμως δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε τεκμήριο πολιτικής αθωότητας ολόκληρου του συστήματος. Η μη δίωξη ορισμένων προσώπων δεν εξαφανίζει ούτε τις διώξεις των υπολοίπων ούτε το οργανωμένο σχήμα απάτης που ερευνάται ούτε τις πολιτικές ευθύνες για τη λειτουργία του Οργανισμού επί σειρά ετών.

Όταν ο πρωθυπουργός επιτίθεται στον ελεγκτή
Αντί ο πρωθυπουργός να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αφεθεί απερίσπαστη να ολοκληρώσει όλες τις έρευνές της, επέλεξε να υποστηρίξει ότι «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
Πρόκειται για θεσμικά βαρύτατη δήλωση. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός στρέφεται τόσο ευθέως κατά ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, την ώρα μάλιστα που αυτός ερευνά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί το τεκμήριο αθωότητας. Αμφισβήτησε την αμεροληψία του ίδιου του ελεγκτικού θεσμού, αποδίδοντάς του κομματική λειτουργία.
Η δήλωση είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όχι μόνο άσκησε διώξεις σε τέσσερις βουλευτές, αλλά αρχειοθέτησε τις καταγγελίες για άλλους επτά. Δηλαδή έπραξε ακριβώς αυτό που οφείλει να πράττει ένας δικαστικός θεσμός: διέκρινε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις αρχειοθετήσεις ως επιχείρημα εναντίον εκείνου του ίδιου θεσμού που τις αποφάσισε, παραβλέποντας τις διώξεις και τις έρευνες που συνεχίζονται.

Τι σηματοδοτεί αυτή η επίθεση;
Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας: από ελεγχόμενη η κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής ανάμιξης. Μπορεί να αποβλέπει στην απονομιμοποίηση των εισαγγελέων πριν από την αποκάλυψη νέων στοιχείων. Μπορεί ακόμη να είναι μια προκαταβολική άμυνα απέναντι στον φόβο ότι ο έλεγχος θα επεκταθεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε άλλες χρονικές περιόδους και σε υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ευθύνης.
Δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε τι θα αποκαλύψουν οι συνεχιζόμενες έρευνες. Η χρονική όμως στιγμή και το περιεχόμενο της επίθεσης επιτρέπουν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: φοβάται το Μέγαρο Μαξίμου μια νέα, μεγαλύτερη σειρά διώξεων και αποκαλύψεων; Και επιχειρεί από τώρα να πείσει την κοινωνία ότι όσα ενδεχομένως ακολουθήσουν δεν αποτελούν απονομή δικαιοσύνης αλλά πολιτική δίωξη;
Η απάντηση ανήκει στα στοιχεία και στους εισαγγελείς. Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να εκφοβίζει, να απαξιώνει ή να απονομιμοποιεί τον ελεγκτή του.

Το «επιτελικό κράτος» ως σύστημα συγκέντρωσης και διάχυσης ευθύνης
Η αντίφαση του λεγόμενου επιτελικού κράτους είναι αποκαλυπτική. Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει επιτυχίες, αυτές αποδίδονται στην προσωπική αποτελεσματικότητα του πρωθυπουργού. Όταν όμως αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, κανείς στο κέντρο της εξουσίας δεν γνώριζε τίποτε.
Για τις παρακολουθήσεις ευθύνονται υπηρεσιακοί παράγοντες. Για τα Τέμπη ο σταθμάρχης και οι χρόνιες παθογένειες. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι διοικήσεις, οι υπάλληλοι και οι πολίτες. Για τις απευθείας αναθέσεις οι έκτακτες ανάγκες. Για κάθε αποτυχία υπάρχει ένας κατώτερος υπεύθυνος· για κάθε επιτυχία ένας πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι επιτελικό κράτος. Είναι συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας με αποκεντρωμένη ευθύνη.
Και αυτή ακριβώς είναι η ποιοτική μεταβολή της διαφθοράς: δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί ότι κάθε πολιτικός έλαβε προσωπικά χρήματα. Αρκεί ένα σύστημα να νέμεται το κράτος, να εξαγοράζει ανοχή, να παρακολουθεί αντιπάλους, να ελέγχει την πληροφορία και να αποτρέπει ή να καθυστερεί τη λογοδοσία. Η διαφθορά γίνεται τότε μέθοδος διακυβέρνησης.

Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Οι επόμενες εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία ή θα μοιράσει περισσότερες παροχές. Το πρώτο πολιτικό πρόταγμα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας: Πλήρης αποκάλυψη όλων των υποθέσεων. Απρόσκοπτη πρόσβαση των ελεγκτικών αρχών στα στοιχεία. Κατάργηση κάθε προσχηματικού απορρήτου. Προστασία μαρτύρων και ερευνητών. Κοινοβουλευτικός έλεγχος χωρίς μεθοδεύσεις. Επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων ποσών. Παραπομπή κάθε υπευθύνου, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Δίκαιη και ταχεία δίκη από πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.
Τα κόμματα που θα προσφέρουν ουσιαστική υπηρεσία στον τόπο δεν είναι απλώς εκείνα που θα απομακρύνουν εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εκείνα που θα δεσμευθούν να ελέγξουν σε βάθος τον μητσοτακισμό ως σύστημα εξουσίας — χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς ασυλίες, χωρίς εκδικητικότητα, αλλά και χωρίς κουκούλωμα.
Υπό αυτή την έννοια, η σκέψη μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αντιδημοκρατική. Θα μπορούσε να αποτελέσει αναγκαία μεταβατική λύση, εφόσον στηριχθεί σε σαφή, περιορισμένη και δημόσια συμφωνία: αποκατάσταση των θεσμών, διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, συγκρότηση πραγματικών εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, παράδοση όλων των στοιχείων στις αρμόδιες αρχές και θεσμικές εγγυήσεις ώστε κανένα κυβερνητικό κέντρο να μην μπορεί ξανά να ελέγχει τον ελεγκτή του.
Μια κυβέρνηση, βέβαια, δεν «δικάζει» ούτε προαποφασίζει ενοχές. Αυτό θα ήταν εξίσου αυταρχικό. Οφείλει όμως να άρει τα εμπόδια, να επιτρέψει την έρευνα, να διασφαλίσει ότι οι νόμιμοι δικαστές θα φθάσουν ανεπηρέαστοι μέχρι το τέλος και ότι η πολιτική εξουσία δεν θα προστατεύσει κανέναν.
Το αίτημα δεν είναι να αντικατασταθεί μία κομματική αυθαιρεσία από μία άλλη. Είναι να επανέλθει η ισχύς του νόμου πάνω από την ισχύ της κυβέρνησης.
Γιατί ένα πολιτικό σύστημα που δεν λογοδοτεί δεν αυτοδιορθώνεται. Αναπαράγεται. Και μια κοινωνία που συγχωρεί τη διαφθορά επειδή «όλοι τα ίδια κάνουν» παραιτείται τελικά από το δικαίωμά της στη δημοκρατία.
Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον εναλλαγή προσώπων. Χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και κάθαρση. Χωρίς αυτά, η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι διαφορετική· η εξουσία όμως θα παραμείνει ίδια.
Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Μαρία Δεναξά: Όταν σε προετοιμάζουν για τον επόμενο της δυναστείας

Μια χώρα χωρίς αναπτυξιακή πυξίδα

 
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης χωρίς να μπορεί να πείσει ότι έχει ένα πραγματικό σχέδιο

Editorial 
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Παρότι τυπικά λήγει  στις 31 Αυγούστου, επί της ουσίας για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η ώρα του απολογισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο το πόσα έργα απεντάχθηκαν από το πρόγραμμα γιατί δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθούν εντός των χρονοδιαγραμμάτων και της σαφούς ημερομηνίας λήξης. Αφορά και το χνάρι που άφησαν τελικά τα έργα που χρηματοδοτήθηκαν.
Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, σπεύδει να κάνει θετικό απολογισμό. Βεβαίως, ο απολογισμός της αναμειγνύει επενδύσεις με ιατρικές εξετάσεις (που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρονταν ούτως ή άλλως), έργα υποδομών με διαδραστικούς πίνακες στα σχολεία, ενεργειακά έργα με το ψηφιακό φροντιστήριο.
Δεν θέλω να φανώ μίζερος και να υποτιμήσω την αναγκαιότητα του ενός ή του άλλου έργου. Κυρίως θέλω να σταθώ στο εάν αυτά τα χρήματα, 36 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, όντως αξιοποιήθηκαν για να αλλάξει η χώρα. Για να ανοίξει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, με έμφαση σε οικονομικούς κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στη βιωσιμότητα, στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική.
Και εκεί τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα. Σίγουρα, κάποια έργα εντάσσονται σε αυτή την αναπτυξιακή στρατηγική, όπως είναι όλα όσα αφορούν την ενέργεια και ειδικότερα την πράσινη μετάβαση. Κάποια άλλα, όπως είναι οι επενδύσεις στους οδικούς άξονες, ή στο να φτάσουν οι οπτικές ίνες παντού, επίσης εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια των υποδομών που προωθούν την ανάπτυξη. Σίγουρα αρκετές ενισχύσεις μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων πήγαν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Όμως, πέραν αυτών; Και επίσης μια σειρά από μεγάλα project στη ευρύτερη κατηγορία real estate, που επίσης ενισχύθηκαν, σε ποιο βαθμό θα δημιουργήσουν μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική; Εκτός και εάν όντως θέλουμε μια ανάπτυξη Golden Visa…
Γνωρίζω τον αντίλογο: όλα αυτά μετράνε αυτή τη στιγμή ως επένδυση και ως χρήμα που γίνεται εισόδημα που με τη σειρά του θα γεννήσει θέσεις εργασίας. Όμως, στην οικονομία δεν μετρούν όλες οι επενδύσεις το ίδιο. Γιατί κάποιες απλώς αποτυπώνονται ως «άμεση επένδυση» τη μία χρονιά, αλλά δεν οδηγούν σε νέες επενδύσεις την επόμενη.
Δεν αντιλέγω, η χώρα θα έχει μια πολύ πιο «πράσινη» ενεργειακή υποδομή – και ούτως ή άλλως η ενέργεια είναι και εξαγόμενο προϊόν, και ο τουρισμός παραμένει «βαριά βιομηχανία», μαζί εσχάτως με το real estate. Όμως, ούτε ο τουρισμός, ούτε το real estate έχουν την αναπτυξιακή δυναμική που δίνουν οι βιομηχανικοί κλάδοι, ιδίως σε τομείς αιχμής.
Δεν τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η κυβέρνηση; Θα ήταν άδικο να πούμε πως όχι. Όμως, την ίδια ώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη για την οικονομία που δεν μπορεί να κάνει πράξη τέτοιους σχεδιασμούς. Όταν το πολιτικό δυναμικό της κυβερνητικής παράταξης είναι διαπαιδαγωγημένο στην αντίληψη ότι δεν χρειάζεται κράτος και σχεδιασμός και όλα θα τα λύσει η αγορά, τότε πολύ δύσκολα θα μπορεί να δει τέτοιες χρηματοδοτικές δυνατότητες ως ευκαιρίες για ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αντιθέτως, κυρίως θα προσπαθήσει να τονώσει την επιχειρηματικότητα, ελπίζοντας ότι αυτό θα πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικότερης δυναμικής.
Τα πράγματα δεν κάνει καλύτερα μια άλλη διάσταση της πρακτικής αυτής της κυβέρνησης. Και αυτή είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι γενικά προσανατολισμένη στο να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σε τελική ανάλυση εφόσον έχουμε οικονομία της αγοράς, κάθε κυβέρνηση πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς τις στηρίζει, στο εάν έχει ένα σχέδιο, στο εάν βάζει προτεραιότητες, ή εάν, αντίθετα, αυτό που κάνει είναι πρωτίστως να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και μάλιστα συγκεκριμένες. Γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι προφανώς οι επιχειρήσεις που ενισχύονται να είναι χαρούμενες, να έχουν πολύ καλύτερους ισολογισμούς, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα να παραμένει ασαφές.
Σε αυτό συμβάλλει, όπως έχω ξαναγράψει, ο τρόπος που αυτή η διακυβέρνηση έχει συνειδητά υπονομεύσει το κράτος. Γιατί μπορεί να διακήρυξε ότι φτιάχνει «επιτελικό κράτος» όμως στην πράξη πρωτίστως έκανε έναν μηχανισμό εξυπηρέτησης και όχι σχεδιασμού. Με την έννοια της «εξυπηρέτησης» πολύ συχνά να περιλαμβάνει και κοντόθωρες πρακτικές προνομιακής μεταχείρισης επιχειρήσεων που αργότερα «ανταποδίδουν» με τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.
Όμως, όλα αυτά, ακόμη και όταν δεν καταλήγουν σε πρακτικές διασπάθισης, έχουν ως αποτέλεσμα να μην παράγουν την αναπτυξιακή δυναμική που θα μπορούσαν. Και αυτή δεν θα κριθεί φέτος, που ακόμη ρέει χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και υλοποιούνται έργα, αλλά του χρόνου και αργότερα, οπότε θα φανεί εάν αυτά τα χρήματα έπιασαν τόπο ή απλώς μοιράστηκαν.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς παρακολουθούσα τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον σχεδόν επίσημα χρισμένο «διάδοχο» Κυριάκο Πιερρρακάκη και τον αρμόδιο υπουργό Νίκο Παπαθανάση να παρουσιάζουν το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) για την περίοδο 2026-2030. Το πρόγραμμα αυτό, που πατάει πάνω σε 23 δισεκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σημαντικό εργαλείο, ιδίως εάν συνδυαστεί αποτελεσματικά και με τους πόρους από το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, το επόμενο ΕΣΠΑ (γιατί προς το παρόν τρέχει το προηγούμενο 2021-2027).
Όμως, εάν άκουγε κανείς την παρουσίαση θα παρατηρούσε το εξής. Από τη μια υπήρχαν όλες οι αναμενόμενες μεγαλοστομίες για το πώς τα 23 δισεκατομμύρια θα οδηγήσουν στην περιφερειακή ανάπτυξη, θα συμβάλουν στην πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, θα ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και θα φέρουν ακόμη περισσότερες επενδύσεις και έργα, που θα φτάσουν «και στους 1008 ταχυδρομικούς κωδικούς που έχει η χώρα μας» όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πρωθυπουργός.
Από την άλλη, τίποτε πιο συγκεκριμένο. Καμία παρουσίαση συγκεκριμένων αξόνων. Καμιά αναφορά σε συγκεκριμένα έργα, σαφή χρονοδιαγράμματα ή δεσμευτικούς στόχους ανά περιφέρεια, πέραν μιας γενικής κατανομής ανά «αναπτυξιακούς στόχους» και περιφέρεια, που δεν διαφέρουν πολύ από άλλα προηγούμενα. Και βέβαια καμία πειστική παρουσίαση για το πώς αυτά τα χρήματα θα αξιοποιηθούν πολύ πιο αποτελεσματικά στη βάση συγκεκριμένων αλλαγών στο πώς το κράτος διαχειρίζεται, σχεδιάζει και αξιοποιεί τελικά τέτοιους πόρους. Ουσιαστικά, όλα παραπέμπονται στις εξαγγελίες στη ΔΕΘ και προφανώς στην επίσημη κήρυξη της προεκλογικής εκστρατείας. Μόνο που αυτή η έμμεση παραδοχή μιας πολιτικής και σε τελική ανάλυση κομματικής εργαλειοποίησης τέτοιων πολιτικών, απλώς συμπυκνώνει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή τη στιγμή: και αυτό δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πόροι, ή ότι κυριαρχούν οι οριζόντιες περικοπές, όπως στην περίοδο των μνημονίων, αλλά ότι οι πόροι αυτοί δεν αξιοποιούνται στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά τελικά πρωτίστως ως «ζεστό χρήμα» για την αγορά. Μόνο που το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας δεν μπορεί να είναι η μετάβαση από τη μία «χρηματοδοτική ένεση» στην άλλη. Τουλάχιστον, εάν θέλουμε αυτό το αναπτυξιακό μέλλον να μας βγάλει από το περιθώριο της Ευρώπης στο οποίο διαρκώς σπρωχνόμαστε.

Για τον νόμο «Ελέγχου των Συνομιλιών» που κατάφερε να περάσει η ευρωγραφειοκρατία στις 9 Ιουλίου

 
του Κωστή Μηλολιδάκη

Με μια διαδικασία απολύτως διαβλητή και απίθανης αντιδημοκρατικότητας, η ευρωγραφειοκρατία πέτυχε να περάσει νόμο στο Ευρωκοινοβούλιο, παρά την σαφή έλλειψη πλειοψηφίας, ο οποίος επιβάλλει τον πλήρη έλεγχο των σχολίων, συνομιλιών, e-mails και αναρτήσεων των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις πλατφόρμες παροχής ηλεκτρονικών υπηρεσιών μέσω της αυτόματης σάρωσής τους (σκανάρισμα)—πλην όμως όχι και των από άκρου σε άκρο κωδικοποιημένων μηνυμάτων). Στα ΜΜΕ ο νόμος αυτός έχει κωδικοποιηθεί ως “Έλεγχος των Συνομιλιών 1.0” (αγγλιστί “Chat Control1.0”).
Ο CEO του Telegram Πάβελ Ντούροφ σχολίασε την διαδικασία με την οποία κατατέθηκε και ψηφίστηκε ο νόμος ως εξής: «Τέτοια τεχνάσματα, που κάποτε ήταν χαρακτηριστικά των Μπανανιών, χρησιμοποιούνται πλέον από την ΕΕ για να περάσει νόμους περί επιτήρησης».
Σχολιάζοντας την εξέλιξη αυτή, ο Rand Hammoud από το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τη Δημοκρατία και την Τεχνολογία δήλωσε στο Euractiv: «Όταν η μεγαλύτερη ομάδα χρησιμοποιεί την πολιτική της επιρροή για να επιβάλει νέα ψηφοφορία σχετικά με ένα μέτρο μαζικής σάρωσης που έχει ήδη απορριφθεί, αυτό θα πρέπει να ανησυχεί όποιον ενδιαφέρεται για τη θεσμική ακεραιότητα».
«Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δέχεται πισώπλατο χτύπημα από την ίδια του την πρόεδρο», παρατήρησε ο Σιμόν ντε Μπράουερ από το δίκτυο της κοινωνίας των πολιτών Edri, όπως ανέφερε το μέσο ενημέρωσης. Προειδοποίησε ότι ο νόμος «Chat Control» επιτρέπει στις εταιρείες τεχνολογίας να «κατασκοπεύουν εκατομμύρια συνομιλίες χωρίς ένταλμα, με ελάχιστη έως καθόλου εποπτεία και χωρίς νομική βάση».
Τώρα που καταλάβαμε τι προβλέπει ο νόμος που πέρασε, ας δούμε και την διαδικασία που χρησιμοποίησαν, η οποία είναι κατά τη γνώμη μου ακόμη πιο εντυπωσιακή και έκανε τον Ντούροφ να αποκαλεί την ΕΕ “Μπανανία”.
Εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, αλλά θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω για να γίνει κατανοητό το κόλπο γκρόσο με το οποίο πέρασαν τον νόμο, παρά την έλλειψη πλειοψηφίας, στο Ευρωκοινοβούλιο και παρόλο που αυτός είχε ήδη απορριφθεί στο παρελθόν.
Η «Οδηγία της ΕΕ για την Ηλεκτρονική Ιδιωτική Ζωή» απαγορεύει αυστηρά στις εταιρείες τεχνολογίας να διαβάζουν ή να σαρώνουν τα προσωπικά μηνύματα των χρηστών. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2021, η ΕΕ ψήφισε μια ‘προσωρινή εξαίρεση’ (Κανονισμός 2021/1232). Η εξαίρεση αυτή επέτρεψε στους τεχνολογικούς γίγαντες (όπως η Google, η Meta και η Microsoft) να παρακάμψουν τους νόμους περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και να σαρώνουν, με δική τους πρωτοβουλία και επιλογή, μη κρυπτογραφημένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιδιωτικά άμεσα μηνύματα και αποθηκευμένο υλικό στο cloud, με σκοπό τον εντοπισμό υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (CSAM). Εννοείται ότι το θέμα είναι η παρακολούθηση των μηνυμάτων του κάθε πολίτη και τα περί ‘σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων’ αποτελούν το φύλο συκής πίσω από το οποίο κρύβεται ο Οργουελικός ‘Μεγάλος Αδελφός’.
Ο προσωρινός αυτός νόμος παρατάθηκε μία φορά, αλλά έφτασε στην τελική, αμετάκλητη προθεσμία του και έληξε επίσημα στις 3 Απριλίου 2026. Για ένα διάστημα τριών μηνών, η μαζική σάρωση στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος κατέστη παράνομη στην ΕΕ, γεγονός που προκάλεσε τρομερή ανησυχία στην ευρωγραφειοκρατία.
Ο τρόπος που διαχειρίστηκε το ζήτημα η Κομισιόν της κας Ούρσουλας ήταν να στείλει στο Ευρωκοινοβούλιο ένα σχέδιο νόμου που παράτεινετο καθεστώς ελέγχου των συνομιλιών. Το σχέδιο απορρίφθηκε στις 26 Μαρτίου του 2026 με ψήφους 311 έναντι 228.
Για να περάσει ένας νόμος στην ΕΕ απαιτείται η σύμφωνη γνώμη δύο σωμάτων: του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου των Υπουργών, δηλαδή το σύστημα είναι bicameral (όπως στις ΗΠΑ με την Βουλή και την Γερουσία). Σύμφωνα με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, όποιο σώμα ψηφίσει δεύτερο απαιτείται, για να μπλοκάρει ή να τροποποιήσει έναν νόμο που ήδη έχει εγκριθεί από το σώμα που ψήφισε πρώτο, αυξημένη πλειοψηφία. Αυτή η αυξημένη πλειοψηφία για το Ευρωκοινοβούλιο είναι 361 ψήφοι (δηλαδή το μισό συν ένας των 720 μελών του), με άλλα λόγια απόλυτη πλειοψηφία. Οι απόντες μετράνε αρνητικά στην λήψη της απόφασης, δηλαδή εις βάρος της πλειοψηφίας. Αντίστοιχος κανόνας ισχύει και για το Συμβούλιο, αν αυτό ψηφίσει δεύτερο, αλλά δεν θα μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Άρα, ποια ήταν η στρατηγική της ευρωγραφειοκρατίας στο συγκεκριμένο ζήτημα που θεωρούσε “εκ των ουκ άνευ”; Κράτησε όλες τις διατάξεις του απορριφθέντος από το Ευρωκοινοβούλιο νόμου περί “Ελέγχου των Συνομιλιών”, άλλαξε το εισαγωγικό σημείωμα, και τον απέστειλε ως ΝΕΟ σχέδιο νόμου, αλλά αυτή τη φορά στο «Συμβούλιο των Υπουργών», το οποίο τον ψήφισε με ευχαρίστηση. Επομένως, αυτή τη φορά δεύτερο στη διαδικασία ήταν του Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο είχε ήδη απορρίψει τον νόμο και τώρα καλούνταν να τον ξανα-απορρίψει, αλλά αυτή τη φορά με απόλυτη πλειοψηφία.
Συνήθως η διαδικασία ψήφισης σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι πολύμηνη καθώς το σχέδιο νόμου περνά από διάφορες επιτροπές γνωμοδότησης κ.ο.κ., αλλά η πρόεδρος τους Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα από την ‘κεντροδεξιά’ ομάδα του λεγόμενου “Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος” χρησιμοποίησε τις εξουσίες της για να το φέρει άμεσα σε ψηφοφορία με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Και μάλιστα επέλεξαν την Πέμπτη 9 Ιουλίου για να πετύχουν τη μέγιστη δυνατή απουσία ευρωβουλευτών από το Στρασβούργο. Πράγματι, το στρατήγημα πέτυχε καθώς 112 βολευτές από τους 720 είχαν ήδη φύγει για διακοπές. Στην ψηφοφορία, το Ν/Σ καταψηφίστηκε από 314 βουλευτές και υπερψηφίστηκε από 276, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το Ν/Σ να καταστεί νόμος καθώς πλέον για την καταψήφισή του απαιτούνταν 361 αρνητικές ψήφοι, σύμφωνα με τον κανονισμό της λεγόμενης “Δεύτερης Ανάγνωσης“.
Επομένως η τάξη αποκαταστάθηκε και η παρακολούθηση των επικοινωνιών των πολιτών θα συνεχιστεί απρόσκοπτα. Τρέμετε παιδεραστές!
Αλλά η νίκη της ευρωγραφειοκρατίας είναι Πύρρειος καθώς αποκαλύφθηκε πλήρως το απεχθές πρόσωπο των παρακολουθήσεων του συνόλου των πολιτών ενώ τα διαδικαστικά τερτίπια που χρησιμοποιήθηκαν κάνουν απολύτως σαφή τον τεράστιο φόβο που τρέφουν οι Ούρσουλες και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέναντι στην ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών που θα μπορούσε να δημιουργήσει ‘ανατρεπτικές’ συνθήκες και άρα είναι εκ των ουκ άνευ η παρακολούθηση και ο έλεγχος των συνομιλιών.
►Ο δρόμος προς τη δουλεία περνάει από το Chat Control
Της Μαρίας Δεναξά
Επιπλέον, στις 9 Ιουλίου οι πολέμιοι του Ν/Σ πέτυχαν να περάσουν δύο “προστατευτικές” διατάξεις με απόλυτη πλειοψηφία (369 και 362 ψήφους). Αυτές οι τροποποιήσεις αποκλείουν ρητά την πιθανότητα να υποβληθούν ποτέ σε σάρωση οι υπηρεσίες με κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο (όπως το Signal ή το WhatsApp), γεγονός που έθεσε άμεσα στο προσκήνιο την ανάγκη ενός νέου νόμου (του “Chat Control 2.0“, δηλαδή του “Ελέγχου των Συνομιλιών 2.0“, όπως αποκλήθηκε) για να ακυρωθούν οι προστατευτικές αυτές διατάξεις.
Οι μηχανορραφίες της ευρωγραφειοκρατίας προφανώς θα συνεχιστούν, αλλά ας πούμε πώς έχει τώρα το πράγμα από διαδικαστική άποψη. Το Συμβούλιο έχει πλέον ένα χρονικό περιθώριο τριών μηνών (μέχρι περίπου τις 9 Οκτωβρίου 2026) για να αντιδράσει. Υπάρχουν δύο σενάρια.
Σενάριο Α: Το Συμβούλιο αποδέχεται τα μέτρα προστασίας της κρυπτογράφησης που ψήφισε το Ευρωκοινοβούλιο και ο νόμος πλέον ισχύει. Σενάριο Β: Το Συμβούλιο απορρίπτει τις τροπολογίες. Εάν αρνηθεί να υποχωρήσει, το νομοσχέδιο παραπέμπεται σε μια τελική «Επιτροπή Συμφιλίωσης». Εάν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός εκεί, ολόκληρο το νομοσχέδιο για την αναβίωση του «Chat Control 1.0» απορρίπτεται οριστικά.
Είναι προφανές ότι η εκδοχή της οριστικής απόρριψης του “Ελέγχου των Συνομιλιών 1.0” δεν θα περπατήσει με δεδομένη την λύσσα της ευρωγραφειοκρατίας να ελέγξει την ελευθερία λόγου και να παρακολουθεί τις απόψεις που διαμορφώνονται από την κυκλοφορία των ιδεών. Αλλά οι αντιστάσεις που διαμορφώνονται πρέπει να αξιοποιηθούν για να καταπολεμηθεί, όσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί, το κυριολεκτικά φασιστικό καθεστώς του “Μεγάλου Αδελφού” που επιδιώκει να επιβάλει στους λαούς της ΕΕ η ευρωγραφειοκρατία.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Κωστής Μηλολιδάκης, Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μαθηματικών του ΕΚΠΑ.