Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Μαρία Δεναξά: Όταν σε προετοιμάζουν για τον επόμενο της δυναστείας

Μια χώρα χωρίς αναπτυξιακή πυξίδα

 
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης χωρίς να μπορεί να πείσει ότι έχει ένα πραγματικό σχέδιο

Editorial 
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Παρότι τυπικά λήγει  στις 31 Αυγούστου, επί της ουσίας για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η ώρα του απολογισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο το πόσα έργα απεντάχθηκαν από το πρόγραμμα γιατί δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθούν εντός των χρονοδιαγραμμάτων και της σαφούς ημερομηνίας λήξης. Αφορά και το χνάρι που άφησαν τελικά τα έργα που χρηματοδοτήθηκαν.
Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, σπεύδει να κάνει θετικό απολογισμό. Βεβαίως, ο απολογισμός της αναμειγνύει επενδύσεις με ιατρικές εξετάσεις (που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρονταν ούτως ή άλλως), έργα υποδομών με διαδραστικούς πίνακες στα σχολεία, ενεργειακά έργα με το ψηφιακό φροντιστήριο.
Δεν θέλω να φανώ μίζερος και να υποτιμήσω την αναγκαιότητα του ενός ή του άλλου έργου. Κυρίως θέλω να σταθώ στο εάν αυτά τα χρήματα, 36 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, όντως αξιοποιήθηκαν για να αλλάξει η χώρα. Για να ανοίξει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, με έμφαση σε οικονομικούς κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στη βιωσιμότητα, στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική.
Και εκεί τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα. Σίγουρα, κάποια έργα εντάσσονται σε αυτή την αναπτυξιακή στρατηγική, όπως είναι όλα όσα αφορούν την ενέργεια και ειδικότερα την πράσινη μετάβαση. Κάποια άλλα, όπως είναι οι επενδύσεις στους οδικούς άξονες, ή στο να φτάσουν οι οπτικές ίνες παντού, επίσης εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια των υποδομών που προωθούν την ανάπτυξη. Σίγουρα αρκετές ενισχύσεις μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων πήγαν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Όμως, πέραν αυτών; Και επίσης μια σειρά από μεγάλα project στη ευρύτερη κατηγορία real estate, που επίσης ενισχύθηκαν, σε ποιο βαθμό θα δημιουργήσουν μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική; Εκτός και εάν όντως θέλουμε μια ανάπτυξη Golden Visa…
Γνωρίζω τον αντίλογο: όλα αυτά μετράνε αυτή τη στιγμή ως επένδυση και ως χρήμα που γίνεται εισόδημα που με τη σειρά του θα γεννήσει θέσεις εργασίας. Όμως, στην οικονομία δεν μετρούν όλες οι επενδύσεις το ίδιο. Γιατί κάποιες απλώς αποτυπώνονται ως «άμεση επένδυση» τη μία χρονιά, αλλά δεν οδηγούν σε νέες επενδύσεις την επόμενη.
Δεν αντιλέγω, η χώρα θα έχει μια πολύ πιο «πράσινη» ενεργειακή υποδομή – και ούτως ή άλλως η ενέργεια είναι και εξαγόμενο προϊόν, και ο τουρισμός παραμένει «βαριά βιομηχανία», μαζί εσχάτως με το real estate. Όμως, ούτε ο τουρισμός, ούτε το real estate έχουν την αναπτυξιακή δυναμική που δίνουν οι βιομηχανικοί κλάδοι, ιδίως σε τομείς αιχμής.
Δεν τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η κυβέρνηση; Θα ήταν άδικο να πούμε πως όχι. Όμως, την ίδια ώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη για την οικονομία που δεν μπορεί να κάνει πράξη τέτοιους σχεδιασμούς. Όταν το πολιτικό δυναμικό της κυβερνητικής παράταξης είναι διαπαιδαγωγημένο στην αντίληψη ότι δεν χρειάζεται κράτος και σχεδιασμός και όλα θα τα λύσει η αγορά, τότε πολύ δύσκολα θα μπορεί να δει τέτοιες χρηματοδοτικές δυνατότητες ως ευκαιρίες για ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αντιθέτως, κυρίως θα προσπαθήσει να τονώσει την επιχειρηματικότητα, ελπίζοντας ότι αυτό θα πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικότερης δυναμικής.
Τα πράγματα δεν κάνει καλύτερα μια άλλη διάσταση της πρακτικής αυτής της κυβέρνησης. Και αυτή είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι γενικά προσανατολισμένη στο να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σε τελική ανάλυση εφόσον έχουμε οικονομία της αγοράς, κάθε κυβέρνηση πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς τις στηρίζει, στο εάν έχει ένα σχέδιο, στο εάν βάζει προτεραιότητες, ή εάν, αντίθετα, αυτό που κάνει είναι πρωτίστως να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και μάλιστα συγκεκριμένες. Γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι προφανώς οι επιχειρήσεις που ενισχύονται να είναι χαρούμενες, να έχουν πολύ καλύτερους ισολογισμούς, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα να παραμένει ασαφές.
Σε αυτό συμβάλλει, όπως έχω ξαναγράψει, ο τρόπος που αυτή η διακυβέρνηση έχει συνειδητά υπονομεύσει το κράτος. Γιατί μπορεί να διακήρυξε ότι φτιάχνει «επιτελικό κράτος» όμως στην πράξη πρωτίστως έκανε έναν μηχανισμό εξυπηρέτησης και όχι σχεδιασμού. Με την έννοια της «εξυπηρέτησης» πολύ συχνά να περιλαμβάνει και κοντόθωρες πρακτικές προνομιακής μεταχείρισης επιχειρήσεων που αργότερα «ανταποδίδουν» με τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.
Όμως, όλα αυτά, ακόμη και όταν δεν καταλήγουν σε πρακτικές διασπάθισης, έχουν ως αποτέλεσμα να μην παράγουν την αναπτυξιακή δυναμική που θα μπορούσαν. Και αυτή δεν θα κριθεί φέτος, που ακόμη ρέει χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και υλοποιούνται έργα, αλλά του χρόνου και αργότερα, οπότε θα φανεί εάν αυτά τα χρήματα έπιασαν τόπο ή απλώς μοιράστηκαν.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς παρακολουθούσα τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον σχεδόν επίσημα χρισμένο «διάδοχο» Κυριάκο Πιερρρακάκη και τον αρμόδιο υπουργό Νίκο Παπαθανάση να παρουσιάζουν το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) για την περίοδο 2026-2030. Το πρόγραμμα αυτό, που πατάει πάνω σε 23 δισεκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σημαντικό εργαλείο, ιδίως εάν συνδυαστεί αποτελεσματικά και με τους πόρους από το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, το επόμενο ΕΣΠΑ (γιατί προς το παρόν τρέχει το προηγούμενο 2021-2027).
Όμως, εάν άκουγε κανείς την παρουσίαση θα παρατηρούσε το εξής. Από τη μια υπήρχαν όλες οι αναμενόμενες μεγαλοστομίες για το πώς τα 23 δισεκατομμύρια θα οδηγήσουν στην περιφερειακή ανάπτυξη, θα συμβάλουν στην πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, θα ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και θα φέρουν ακόμη περισσότερες επενδύσεις και έργα, που θα φτάσουν «και στους 1008 ταχυδρομικούς κωδικούς που έχει η χώρα μας» όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πρωθυπουργός.
Από την άλλη, τίποτε πιο συγκεκριμένο. Καμία παρουσίαση συγκεκριμένων αξόνων. Καμιά αναφορά σε συγκεκριμένα έργα, σαφή χρονοδιαγράμματα ή δεσμευτικούς στόχους ανά περιφέρεια, πέραν μιας γενικής κατανομής ανά «αναπτυξιακούς στόχους» και περιφέρεια, που δεν διαφέρουν πολύ από άλλα προηγούμενα. Και βέβαια καμία πειστική παρουσίαση για το πώς αυτά τα χρήματα θα αξιοποιηθούν πολύ πιο αποτελεσματικά στη βάση συγκεκριμένων αλλαγών στο πώς το κράτος διαχειρίζεται, σχεδιάζει και αξιοποιεί τελικά τέτοιους πόρους. Ουσιαστικά, όλα παραπέμπονται στις εξαγγελίες στη ΔΕΘ και προφανώς στην επίσημη κήρυξη της προεκλογικής εκστρατείας. Μόνο που αυτή η έμμεση παραδοχή μιας πολιτικής και σε τελική ανάλυση κομματικής εργαλειοποίησης τέτοιων πολιτικών, απλώς συμπυκνώνει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή τη στιγμή: και αυτό δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πόροι, ή ότι κυριαρχούν οι οριζόντιες περικοπές, όπως στην περίοδο των μνημονίων, αλλά ότι οι πόροι αυτοί δεν αξιοποιούνται στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά τελικά πρωτίστως ως «ζεστό χρήμα» για την αγορά. Μόνο που το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας δεν μπορεί να είναι η μετάβαση από τη μία «χρηματοδοτική ένεση» στην άλλη. Τουλάχιστον, εάν θέλουμε αυτό το αναπτυξιακό μέλλον να μας βγάλει από το περιθώριο της Ευρώπης στο οποίο διαρκώς σπρωχνόμαστε.

Για τον νόμο «Ελέγχου των Συνομιλιών» που κατάφερε να περάσει η ευρωγραφειοκρατία στις 9 Ιουλίου

 
του Κωστή Μηλολιδάκη

Με μια διαδικασία απολύτως διαβλητή και απίθανης αντιδημοκρατικότητας, η ευρωγραφειοκρατία πέτυχε να περάσει νόμο στο Ευρωκοινοβούλιο, παρά την σαφή έλλειψη πλειοψηφίας, ο οποίος επιβάλλει τον πλήρη έλεγχο των σχολίων, συνομιλιών, e-mails και αναρτήσεων των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις πλατφόρμες παροχής ηλεκτρονικών υπηρεσιών μέσω της αυτόματης σάρωσής τους (σκανάρισμα)—πλην όμως όχι και των από άκρου σε άκρο κωδικοποιημένων μηνυμάτων). Στα ΜΜΕ ο νόμος αυτός έχει κωδικοποιηθεί ως “Έλεγχος των Συνομιλιών 1.0” (αγγλιστί “Chat Control1.0”).
Ο CEO του Telegram Πάβελ Ντούροφ σχολίασε την διαδικασία με την οποία κατατέθηκε και ψηφίστηκε ο νόμος ως εξής: «Τέτοια τεχνάσματα, που κάποτε ήταν χαρακτηριστικά των Μπανανιών, χρησιμοποιούνται πλέον από την ΕΕ για να περάσει νόμους περί επιτήρησης».
Σχολιάζοντας την εξέλιξη αυτή, ο Rand Hammoud από το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τη Δημοκρατία και την Τεχνολογία δήλωσε στο Euractiv: «Όταν η μεγαλύτερη ομάδα χρησιμοποιεί την πολιτική της επιρροή για να επιβάλει νέα ψηφοφορία σχετικά με ένα μέτρο μαζικής σάρωσης που έχει ήδη απορριφθεί, αυτό θα πρέπει να ανησυχεί όποιον ενδιαφέρεται για τη θεσμική ακεραιότητα».
«Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δέχεται πισώπλατο χτύπημα από την ίδια του την πρόεδρο», παρατήρησε ο Σιμόν ντε Μπράουερ από το δίκτυο της κοινωνίας των πολιτών Edri, όπως ανέφερε το μέσο ενημέρωσης. Προειδοποίησε ότι ο νόμος «Chat Control» επιτρέπει στις εταιρείες τεχνολογίας να «κατασκοπεύουν εκατομμύρια συνομιλίες χωρίς ένταλμα, με ελάχιστη έως καθόλου εποπτεία και χωρίς νομική βάση».
Τώρα που καταλάβαμε τι προβλέπει ο νόμος που πέρασε, ας δούμε και την διαδικασία που χρησιμοποίησαν, η οποία είναι κατά τη γνώμη μου ακόμη πιο εντυπωσιακή και έκανε τον Ντούροφ να αποκαλεί την ΕΕ “Μπανανία”.
Εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, αλλά θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω για να γίνει κατανοητό το κόλπο γκρόσο με το οποίο πέρασαν τον νόμο, παρά την έλλειψη πλειοψηφίας, στο Ευρωκοινοβούλιο και παρόλο που αυτός είχε ήδη απορριφθεί στο παρελθόν.
Η «Οδηγία της ΕΕ για την Ηλεκτρονική Ιδιωτική Ζωή» απαγορεύει αυστηρά στις εταιρείες τεχνολογίας να διαβάζουν ή να σαρώνουν τα προσωπικά μηνύματα των χρηστών. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2021, η ΕΕ ψήφισε μια ‘προσωρινή εξαίρεση’ (Κανονισμός 2021/1232). Η εξαίρεση αυτή επέτρεψε στους τεχνολογικούς γίγαντες (όπως η Google, η Meta και η Microsoft) να παρακάμψουν τους νόμους περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και να σαρώνουν, με δική τους πρωτοβουλία και επιλογή, μη κρυπτογραφημένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιδιωτικά άμεσα μηνύματα και αποθηκευμένο υλικό στο cloud, με σκοπό τον εντοπισμό υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (CSAM). Εννοείται ότι το θέμα είναι η παρακολούθηση των μηνυμάτων του κάθε πολίτη και τα περί ‘σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων’ αποτελούν το φύλο συκής πίσω από το οποίο κρύβεται ο Οργουελικός ‘Μεγάλος Αδελφός’.
Ο προσωρινός αυτός νόμος παρατάθηκε μία φορά, αλλά έφτασε στην τελική, αμετάκλητη προθεσμία του και έληξε επίσημα στις 3 Απριλίου 2026. Για ένα διάστημα τριών μηνών, η μαζική σάρωση στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος κατέστη παράνομη στην ΕΕ, γεγονός που προκάλεσε τρομερή ανησυχία στην ευρωγραφειοκρατία.
Ο τρόπος που διαχειρίστηκε το ζήτημα η Κομισιόν της κας Ούρσουλας ήταν να στείλει στο Ευρωκοινοβούλιο ένα σχέδιο νόμου που παράτεινετο καθεστώς ελέγχου των συνομιλιών. Το σχέδιο απορρίφθηκε στις 26 Μαρτίου του 2026 με ψήφους 311 έναντι 228.
Για να περάσει ένας νόμος στην ΕΕ απαιτείται η σύμφωνη γνώμη δύο σωμάτων: του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου των Υπουργών, δηλαδή το σύστημα είναι bicameral (όπως στις ΗΠΑ με την Βουλή και την Γερουσία). Σύμφωνα με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, όποιο σώμα ψηφίσει δεύτερο απαιτείται, για να μπλοκάρει ή να τροποποιήσει έναν νόμο που ήδη έχει εγκριθεί από το σώμα που ψήφισε πρώτο, αυξημένη πλειοψηφία. Αυτή η αυξημένη πλειοψηφία για το Ευρωκοινοβούλιο είναι 361 ψήφοι (δηλαδή το μισό συν ένας των 720 μελών του), με άλλα λόγια απόλυτη πλειοψηφία. Οι απόντες μετράνε αρνητικά στην λήψη της απόφασης, δηλαδή εις βάρος της πλειοψηφίας. Αντίστοιχος κανόνας ισχύει και για το Συμβούλιο, αν αυτό ψηφίσει δεύτερο, αλλά δεν θα μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Άρα, ποια ήταν η στρατηγική της ευρωγραφειοκρατίας στο συγκεκριμένο ζήτημα που θεωρούσε “εκ των ουκ άνευ”; Κράτησε όλες τις διατάξεις του απορριφθέντος από το Ευρωκοινοβούλιο νόμου περί “Ελέγχου των Συνομιλιών”, άλλαξε το εισαγωγικό σημείωμα, και τον απέστειλε ως ΝΕΟ σχέδιο νόμου, αλλά αυτή τη φορά στο «Συμβούλιο των Υπουργών», το οποίο τον ψήφισε με ευχαρίστηση. Επομένως, αυτή τη φορά δεύτερο στη διαδικασία ήταν του Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο είχε ήδη απορρίψει τον νόμο και τώρα καλούνταν να τον ξανα-απορρίψει, αλλά αυτή τη φορά με απόλυτη πλειοψηφία.
Συνήθως η διαδικασία ψήφισης σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι πολύμηνη καθώς το σχέδιο νόμου περνά από διάφορες επιτροπές γνωμοδότησης κ.ο.κ., αλλά η πρόεδρος τους Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα από την ‘κεντροδεξιά’ ομάδα του λεγόμενου “Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος” χρησιμοποίησε τις εξουσίες της για να το φέρει άμεσα σε ψηφοφορία με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Και μάλιστα επέλεξαν την Πέμπτη 9 Ιουλίου για να πετύχουν τη μέγιστη δυνατή απουσία ευρωβουλευτών από το Στρασβούργο. Πράγματι, το στρατήγημα πέτυχε καθώς 112 βολευτές από τους 720 είχαν ήδη φύγει για διακοπές. Στην ψηφοφορία, το Ν/Σ καταψηφίστηκε από 314 βουλευτές και υπερψηφίστηκε από 276, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το Ν/Σ να καταστεί νόμος καθώς πλέον για την καταψήφισή του απαιτούνταν 361 αρνητικές ψήφοι, σύμφωνα με τον κανονισμό της λεγόμενης “Δεύτερης Ανάγνωσης“.
Επομένως η τάξη αποκαταστάθηκε και η παρακολούθηση των επικοινωνιών των πολιτών θα συνεχιστεί απρόσκοπτα. Τρέμετε παιδεραστές!
Αλλά η νίκη της ευρωγραφειοκρατίας είναι Πύρρειος καθώς αποκαλύφθηκε πλήρως το απεχθές πρόσωπο των παρακολουθήσεων του συνόλου των πολιτών ενώ τα διαδικαστικά τερτίπια που χρησιμοποιήθηκαν κάνουν απολύτως σαφή τον τεράστιο φόβο που τρέφουν οι Ούρσουλες και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέναντι στην ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών που θα μπορούσε να δημιουργήσει ‘ανατρεπτικές’ συνθήκες και άρα είναι εκ των ουκ άνευ η παρακολούθηση και ο έλεγχος των συνομιλιών.
►Ο δρόμος προς τη δουλεία περνάει από το Chat Control
Της Μαρίας Δεναξά
Επιπλέον, στις 9 Ιουλίου οι πολέμιοι του Ν/Σ πέτυχαν να περάσουν δύο “προστατευτικές” διατάξεις με απόλυτη πλειοψηφία (369 και 362 ψήφους). Αυτές οι τροποποιήσεις αποκλείουν ρητά την πιθανότητα να υποβληθούν ποτέ σε σάρωση οι υπηρεσίες με κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο (όπως το Signal ή το WhatsApp), γεγονός που έθεσε άμεσα στο προσκήνιο την ανάγκη ενός νέου νόμου (του “Chat Control 2.0“, δηλαδή του “Ελέγχου των Συνομιλιών 2.0“, όπως αποκλήθηκε) για να ακυρωθούν οι προστατευτικές αυτές διατάξεις.
Οι μηχανορραφίες της ευρωγραφειοκρατίας προφανώς θα συνεχιστούν, αλλά ας πούμε πώς έχει τώρα το πράγμα από διαδικαστική άποψη. Το Συμβούλιο έχει πλέον ένα χρονικό περιθώριο τριών μηνών (μέχρι περίπου τις 9 Οκτωβρίου 2026) για να αντιδράσει. Υπάρχουν δύο σενάρια.
Σενάριο Α: Το Συμβούλιο αποδέχεται τα μέτρα προστασίας της κρυπτογράφησης που ψήφισε το Ευρωκοινοβούλιο και ο νόμος πλέον ισχύει. Σενάριο Β: Το Συμβούλιο απορρίπτει τις τροπολογίες. Εάν αρνηθεί να υποχωρήσει, το νομοσχέδιο παραπέμπεται σε μια τελική «Επιτροπή Συμφιλίωσης». Εάν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός εκεί, ολόκληρο το νομοσχέδιο για την αναβίωση του «Chat Control 1.0» απορρίπτεται οριστικά.
Είναι προφανές ότι η εκδοχή της οριστικής απόρριψης του “Ελέγχου των Συνομιλιών 1.0” δεν θα περπατήσει με δεδομένη την λύσσα της ευρωγραφειοκρατίας να ελέγξει την ελευθερία λόγου και να παρακολουθεί τις απόψεις που διαμορφώνονται από την κυκλοφορία των ιδεών. Αλλά οι αντιστάσεις που διαμορφώνονται πρέπει να αξιοποιηθούν για να καταπολεμηθεί, όσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί, το κυριολεκτικά φασιστικό καθεστώς του “Μεγάλου Αδελφού” που επιδιώκει να επιβάλει στους λαούς της ΕΕ η ευρωγραφειοκρατία.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Κωστής Μηλολιδάκης, Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μαθηματικών του ΕΚΠΑ.

Άγχος Μητσοτάκη: Η “μία Κυριακή” και το 70% που τον απειλεί…


Σε περιπτώσεις που το εκλογικό σώμα θέλει να τιμωρήσει αυτούς που κυβερνούν, μπορεί να επιβάλει τον αντίπαλο που ο Μητσοτάκης και η ΝΔ νομίζουν ότι δεν υπάρχει.

Γιώργος Καρελιάς

Κατακαλόκαιρο. Τα «μπάνια του λαού» είναι σε εξέλιξη, αλλά ο πρωθυπουργός εκλογολογεί.
Ναι μεν «οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027», αλλά μάζεψε τους βουλευτές του μέσα στον καύσωνα, για να τους πει να είναι «στην τσίτα». Περίεργο. Να έχουν οκτώ ή δέκα μήνες μπροστά τους και να τους λέει «σαν να είναι αύριο»;
Αυτό φανερώνει άγχος. Το ίδιο και το άλλο που τους είπε, ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια των δύο εκλογικών Κυριακών: «Η Κυριακή είναι μία και μοναδική». Άλλα έλεγε στο πρόσφατο παρελθόν: Και μία και δύο και τρεις εκλογές, αν χρειαστεί…
Τι άλλαξε; Ένας αριθμός, που προβάλλει απειλητικός για εκείνον και η διαφαινόμενη πιθανότητα αυτήν τη φορά να μην παίξει μπάλα μόνος του, να έχει υπολογίσιμο αντίπαλο.
Πρώτον, ο νυν πρωθυπουργός φοβάται αυτό που λένε οι δημοσκοπούμενοι ψηφοφόροι εδώ και καιρό. Ότι, δηλαδή, θέλουν πολιτική αλλαγή και όχι τη «σταθερότητα» που προβάλλει η κυβερνητική προπαγάνδα. Με άλλη διατύπωση, η μεγάλη πλειονότητα όσων ερωτώνται θέλει «άλλη κυβέρνηση» και όχι συνέχεια της σημερινής.
Τα ποσοστά υπέρ της αλλαγής της κυβέρνησης κυμαίνονται από 60% (METRON Analysis) και φτάνουν στο 68% (GPO) και στο 69,5% (MRB).
Δεύτερον, αυτό το εύρημα από μόνο του δεν αρκεί, αν δεν μετουσιωθεί σε πράξη. Αν, δηλαδή, το εκλογικό σώμα δεν βρίσκει το κόμμα ή το πρόσωπο, στον οποίο θα δώσει την ψήφο του, ώστε να κάνει πράξη και την απόφασή του «αλλάζω την κυβέρνηση».
Μετά τις δεύτερες εκλογές του 2023, που έφεραν την «απόλυτη κυριαρχία» της ΝΔ και του Μητσοτάκη, οι ίδιοι πίστεψαν ότι εκείνοι θα ρυθμίζουν όπως θέλουν το παιχνίδι ελλείψει υπολογίσιμου αντιπάλου: ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοδιαλυόταν μετά την αποχώρηση Τσίπρα (Κασσελάκης, διασπάσεις κ.α) και το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε. Ο Μητσοτάκης και οι δικοί του κοιμούνταν ήσυχοι, πιστεύοντας ότι, με τέτοιους αντιπάλους, έχουν την τρίτη θητεία στο τσεπάκι τους.
Μόνο που υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο, που είναι το εκλογικό σώμα. Το οποίο τάραξε το μακάριο ύπνο τους στις ευρωεκλογές του 2024, κάνοντας σκόνη και θρύψαλα τις βεβαιότητες: οι «προβλέψεις» για το ασφαλές 33%, που τους έδιναν όλες οι δημοσκοπήσεις, πήγαν στον κουβά: πέντε μονάδες κάτω και 28%.
Τότε θεώρησαν αυτό το αποτέλεσμα «συγκυριακό» και ήταν βέβαιοι ότι, με την πάροδο του χρόνου, η δυσαρέσκεια θα απορροφούνταν και όσοι λάκισαν θα επανέρχονταν στη στρούγκα. Ματαίως. Αυτό το εκλογικό σώμα δεν δείχνει τέτοια σημάδια κι έτσι ο κίνδυνος να έχουμε ένα είδος επανάληψης των εκλογών 2012 (στις πρώτες κανένα κόμμα δεν έπιασε το 20% και στις δεύτερες κανένα το 30%) δεν είναι αμελητέος.
Ο κ. Μητσοτάκης και οι δικοί του το ξέρουν και το φοβούνται. Γι’ αυτό και ξορκίζουν το φάντασμα των δύο ή και περισσότερων (εκλογικών) Κυριακών.
Απομένει κάτι ακόμα που δεν μπορούν να υπολογίσουν: μήπως αυτή τη φορά ή έντονη επιθυμία του 70% για αλλαγή κυβέρνησης «φτιάξει» τον επικίνδυνο αντίπαλο, που μέχρι τώρα η ΝΔ και ο Μητσοτάκης δεν υπολογίζουν.
Τέτοιος μπορεί να είναι πλέον μόνον ο επανακάμψας Αλέξης Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ του. Δεν περίμεναν να στρογγυλοκαθίσει, με το που εμφανίστηκε, στη δεύτερη θέση. Δεν «ξεφούσκωσε», όπως περίμεναν, έχει ανοδική τάση. Δεν φαίνεται να πείθει ακόμη το κρίσιμο ποσοστό που θα τον «σπρώξει» σε «επικίνδυνη» για τη ΝΔ απόσταση. Αυτό θα φανεί από το φθινόπωρο.
Όμως, ο Τσίπρας έχει ένα πλεονέκτημα, που μπορεί να αποβεί καθοριστικό. Είναι το ερώτημα: «Έχουμε κάποιον άλλο;».
Σε περιπτώσεις που το εκλογικό σώμα θέλει να τιμωρήσει και να αποκαθηλώσει αυτούς που κυβερνούν (ακριβώς αυτό που λέει ότι θέλει σήμερα το 70%), μπορεί να επιβάλει αυτόν τον αντίπαλο, που ο Μητσοτάκης και η ΝΔ νομίζουν ότι δεν υπάρχει.
Είναι αυτό που λέει η αυτή ανώνυμη ρήση: «Η ήττα ξεκινάει από τη στιγμή που αρχίζεις να αμφιβάλλεις»…

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Χρήστος Ξανθάκης "Τα «χεράτα», η ήττα που έγινε νίκη, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι...πάπιες στην Καρδίτσα"

Κώστας Καρυωτάκης «Κάθαρσις»


Κώστας Καρυωτάκης

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ έγραψε πολύ λίγα πεζά· ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση. Τα περισσότερα από τα πεζά του, που πιθανώς γράφτηκαν τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του, δημοσιεύτηκαν ύστερα από το θάνατό του. Το Κάθαρσι, αν με τη φράση «Το ψωμί της εξορίας με τρέφει» εννοεί τη ζωή του στην επαρχία, προφανώς αναφέρεται στην Πρέβεζα. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα εξής: α) Κατά το 1927-28 είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση (ήταν γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών), που δείχνει κάποια ευρύτερα ενδιαφέροντα κι αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά της ζωής του. β) Στις 14 Φεβρουαρίου 1928 μετατίθεται στην Πάτρα και στις 18 Ιουνίου 1928 στην Πρέβεζα, όπου πολύ σύντομα αυτοκτονεί.
Το πεζό, έστω κι αν δεχτούμε ότι γράφτηκε στην Πρέβεζα, αναφέρεται σε εμπειρία του ποιητή από τη ζωή του στην Αθήνα. Διαρθρώνεται σε δύο βασικά θεματικές ενότητες: 1. Βέβαια... φθάσω. 2. Κανάγιες... η νύχτα... Στην πρώτη ο αφηγητής, με εμφανή την ειρωνική διάθεση, υποκρίνεται τον υποτακτικό των τεσσάρων αντιπροσωπευτικών τύπων, των κυρίων Άλφα, Βήτα, Γάμμα και Δέλτα. Στη δεύτερη, ξεσπάει απότομα με οργή. Τα φαντάσματά του όμως τον κυνηγούν κι εκεί. Το κείμενο διακρίνεται για τον εξομολογητικό του χαρακτήρα και το πάθος, στοιχεία που προσιδιάζουν στην ποίηση.

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ* —παφ, παφ, παφ, παφ—, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα ‘χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...».
Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’ αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...».
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!*
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...

σεβιότ: μάλλινο σκοτσέζικο ύφασμα.
κανάγιας: πρόστυχος άνθρωπος, κάθαρμα.

ΣΣ: Ο Καρυωτάκης, υπάλληλος του Υπουργείου Πρόνοιας, βρέθηκε στην Πρέβεζα λαμβάνοντας μια ακόμη δυσμενή μετάθεση λόγω των συγκρούσεών του με τον τότε Υπουργό Πρόνοιας, Μιχαήλ Κύρκο, υπεύθυνο για τη διαχείριση των χρημάτων που προορίζονταν για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο ποιητής, ευσυνείδητος υπάλληλος, αλλά και ενεργός συνδικαλιστής, γνώριζε τις παρατυπίες και τη σκανδαλώδη δράση των στελεχών του υπουργείου, και δε δίσταζε να υποβάλει σχετικές αναφορές διαμαρτυρόμενος για όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Η στάση του αυτή και η άρνησή του να αποδεχτεί τις παρανομίες των άλλων υπαλλήλων και στελεχών, τον κατέστησαν ανεπιθύμητο στα μάτια του Υπουργού, ο οποίος όχι μόνο δεν του απέδωσε τις προαγωγές που αντιστοιχούσαν στα προσόντα του, αλλά και τον μετέθετε διαρκώς, με σκοπό να εκμηδενίσει τη διάθεση του ποιητή για περαιτέρω αντίδραση απέναντι στις σκανδαλώδεις ενέργειες του ίδιου του υπουργού, αλλά και των συνεργατών του.
Ο Καρυωτάκης, όπως αυτό καταγράφεται στο ποίημά του «Κάθαρσις», γνώριζε πολύ καλά τι θα έπρεπε να κάνει και πώς θα έπρεπε να φερθεί προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη των στελεχών του υπουργείου, ώστε να καταφέρει να μπει κι ο ίδιος στις κλειστές ομάδες, που καταχρόνταν μεγάλα οικονομικά ποσά. Η πορεία που περιγράφει ο ποιητής αποδίδει την ηθική κατάπτωση και τη διαφθορά που επικρατούσε και επικρατεί σε υπουργεία και τμήματα του κρατικού μηχανισμού.
                                                                                                                           Πηγή: latistor.blogspot.com

Μια φωτογραφία τα λέει όλα: Μας έφαγαν τα σπίτια!

 
ΣΥΝΤΑΞΗ ο Αγώνας της Κρήτης
 
Δώστε τα σπίτια μας πίσω!
Αυτά που τους άρπαξαν οι μαυραγορίτες στην κατοχή εκμεταλλευόμενοι την πείνα και συνεργαζόμενοι με τον κατακτητή.
Δώστε τα σπίτια μας πίσω!
Φωνάζουν οι Έλληνες τώρα!
Που τους πήραν τις περιουσίες τους οι Τράπεζες εκμεταλλευόμενες την φοβερή, προγραμματισμένη και όχι τυχαία οικονομική κρίση.
Αλήθεια ποιος δικαστής θα τις ελέγξει για τα δάνεια που έδωσαν στους δανειολήπτες με την δραχμή και που πληρώθηκαν με ευρώ; Με εκτόξευση του ποσού 350 φορές πάνω. Όταν ένα δάνειο για παράδειγμα 100.000 δρχ και με μεσαίο μισθό του δανειολήπτη τότε 10.000 δρχ και με μηνιαία δόση τότε του δανείου 1500 δρχ, όσο δύσκολο ήταν να είναι συνεπής με την πληρωμή της δόσης του; Καθόλου δύσκολο δεν ήταν. Ήταν άνετο. 10.000 δρχ μηνιαίος μισθός δανειολήπτη 1500 δρχ η δόση δανείου. Λογικότατο.
Όταν όμως η Τράπεζα το δάνειο των 100.000 δρχ. δεν το διαίρεσε διά του 350 για να το μετατρέψει σε ευρώ αλλά άλλαξε απλά την ονομασία και τις 100.000 δρχ αυτομάτως τις ονόμασε 100.000 ευρώ τότε και η δόση των 1500 δρχ μετατρέπεται σε 1500 ευρώ. Εκτόξευση πυραυλική!
Έλα σου, όμως, που οι μισθοί, τα έσοδα γενικά προσαρμόσθηκαν με το ευρώ και οι 10.000 δρχ μισθός δεν έγινε απλά όπως στα δάνεια 10.000 ευρώ. αλλά στην καλλίτερη των περιπτώσεων έγινε 1500 ευρώ. Τότε, πως θα συνέχιζε να είναι συνεπής με το δάνειο του; Όταν ο μισθός του ήταν ίδιος ή και λιγότερος με την διαμορφωμένη δόση του;
Αυτό δεν είναι κλοπή; Δεν είναι λεηλασία; Δεν είναι σωτηρία των Τραπεζών και μόνο; Δεν είναι προγραμματισμένος τρόπος υφαρπαγής των περιουσιών του λαού;
Που το εφάρμοσαν οι Τράπεζες αυτό; Στους γνώστες; Στους κεφαλαιούχους;
ΌΧΙ!
Στους μη γνώστες;
ΝΑΙ! Στον ΛΑΟ!
Έχομε πολλά να πούμε! Γι’ αυτήν την ιδιότυπη κατοχή που ζούμε. Για την λεηλασία της ζωής μας.

Σ.Σ. Στη φωτογραφία, μεταπολεμική αφίσα της Ομοσπονδίας Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής, την περίοδο που τα χιλιάδες μέλη της διεκδικούσαν την ακύρωση των κατοχικών αγοραπωλησιών ακινήτων. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο  του Μενέλαου Χαραλαμπίδη ‘’Οι Δοσίλογοι’’. Το κείμενο είναι δικό μας.
Πηγή: agonaskritis.gr

Ποιοι επιδιώκουν την ελληνική «φινλανδοποίηση»; (Μέρος Β)


Ιστορικός αναθεωρητισμός και εθνική μειοδοσία

του Γιώργου Χαρβαλιά

Τον Οκτώβριο του 2020, με νωπή την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις από τα επεισόδια στον Εβρο, εξαιτίας της υποκινούμενης λαθροεισβολής, αλλά και τις βόλτες του « Ορούτς Ρέις» στο Αιγαίο, η εφημερίδα «Καθημερινή», γνωστή για τις «διαλλακτικές» θέσεις της στα εθνικά θέματα, δημοσίευσε ένα…καταπραϋντικό άρθρο του ιστορικού Νίκου Μαραντζίδη επίσης γνωστού για τη αναθεωρητική του ματιά στην ανάλυση των γεγονότων.
Το άρθρο είχε τον παρελκυστικό τίτλο: «Ο Πέλκας στη Φενερμπαχτσέ», αλλά έγινε περισσότερο γνωστό για την ατάκα «Θα φινλανδοποιηθούμε λοιπόν; Ε, και;».
Στο σχετικό αυτό πόνημα, ο γνωστός καθηγητής, που το προηγούμενο διάστημα εκτελούσε χρέη αναλυτή δημοσκοπήσεων στον ΣΚΑΪ, αφού εξέφραζε με ιερή συγκίνηση τις οπαδικές του πεποιθήσεις και δήλωνε περήφανος που ένας Ελληνας παίκτης βρήκε περιθώριο μεταγραφής σε μια μεγάλη τουρκική ομάδα, επιβεβαιώνοντας τη λογική ότι «ο αθλητισμός ενώνει», καλούσε τις δύο χώρες να θάψουν επιτέλους το… τσεκούρι του πολέμου. Πώς όμως; Με την άνευ όρων πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα της ισλαμικής Τουρκίας που ο ίδιος, αν και ιστορικός, εντελώς ανιστόρητα, βαφτίζει με τον όρο «φινλανδοποίηση».
Ο Μαραντζίδης εξηγεί ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα 85 εκατομμυρίων την οποία όλοι παίρνουν σοβαρά και εν ολίγοις εμείς μπροστά της δεν τα βγάζουμε πέρα και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια αναίμακτη συνθηκολόγηση, που όμως, κατά την άποψή του, δεν θα είναι και τόσο επώδυνη…
 Θα φινλανδοποιηθούμε, λοιπόν; Ε, και (τι έγινε); Γράφει ο…νοήμων Μαραντζίδης, προσθέτοντας ότι δεν αξίζει να τσακωνόμαστε διαρκώς με τους γείτονες για βραχονησίδες και μερικά χιλιόμετρα βυθού που δεν ξέρουμε αν ποτέ θα αξιοποιηθούν.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι Φινλανδοί, μετά την άτυπη μεταπολεμική συνθηκολόγηση που οδήγησε στην πρόσδεσή τους στο σοβιετικό άρμα, δεν πέρασαν καθόλου άσχημα. Απλώς προσάρμοσαν την εξωτερική πολιτική τους σε στάση «ευμενούς ουδετερότητας» απέναντι στη Μόσχα και έζησαν ήσυχοι τη ζωή τους. Αυτό εξηγεί είναι το (ασήμαντο κατά τη γνώμη του) τίμημα μιας μικρότερης χώρας που προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική έναντι μιας μεγαλύτερης γειτονικής της, υπό τον φόβο πιθανής σύρραξης, από την οποία θα είχε περισσότερα να χάσει.
Το πιάσατε; Το ‘πιασε ευτυχώς τότε και ένας Φινλανδός φιλέλληνας που απάντησε στον Μαραντζίδη εξευτελίζοντάς τον κατά τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Με άρθρο του επίσης στην «Καθημερινή», ο Τέμου Λέχτινεν, σοβαρός πολιτικός αναλυτής, κυριολεκτικά κονιορτοποιεί τα ψευτοεπιχειρήματα του Ελληνα ιστορικού με τις ποδοσφαιρικές ανησυχίες.
Ο Λέχτινεν, καταγράφοντας την προσωπική του εμπειρία, εξηγεί τι συμβαίνει όταν μια χώρα διατηρεί ονομαστικά την εθνική της κυριαρχία, αλλά στην πραγματικότητα την έχει χάσει. «Είναι σα να ζεις δίπλα σε ένα θηρίο που φοβάσαι» γράφει. «Αποφεύγεις να το αναστατώσεις με κάθε κόστος. Ο φόβος διεισδύει στην κοινωνία από πάνω προς τα κάτω, και το αντίστροφο. Αλλάζει την πολιτική, τον πολιτισμό, τη δημοσιογραφία, την καθημερινή ζωή και τις σκέψεις. Τα πάντα υπαγορεύονται από τις ιδιοτροπίες που μπορεί να έχει το θηρίο – ή απ’ ό,τι πιστεύουν οι εκλεκτοί πολιτικοί στη μικρότερη χώρα ότι μπορεί να είναι οι ιδιοτροπίες του. Με την πάροδο του χρόνου, το θηρίο αναπτύσσει ισχυρό δίκτυο στο εσωτερικό της χώρας. Κι όπως συνέβη στην περίπτωση της Φινλανδίας, το θηρίο επέλεξε ποιες εμπορικές συμφωνίες ήταν καλές για τη Φινλανδία και σε ποιες οργανώσεις θα μπορούσε να ενταχθεί. Το θηρίο επέλεξε ακόμα αρχηγούς κομμάτων, κατάλληλους προεδρικού υποψηφίους, αρχισυντάκτες εφημερίδων, διευθύνοντες συμβούλους της κρατικής τηλεόρασης. Η εξωτερική κυριαρχία κερδήθηκε, αλλά η εσωτερική κυριαρχία χάθηκε» καταλήγει ο Λέχτινεν.
Φανταστείτε λοιπόν τώρα τη μεταφορά στην ελληνική περίπτωση με απέναντι μια βουλιμική, νεο-οθωμανική και αλλόθρησκη Τουρκία που έχει σαφείς εδαφικές βλέψεις έναντι της χώρας μας. Γιατί, όπως ομολογεί κι ο Μαραντζίδης, στο επικό άρθρο του, εκτός από τα νησιά λαχταρά και τη Θεσσαλονίκη, την πατρίδα του Κεμάλ, με τον ίδιο τρόπο που κι εμείς νοσταλγούμε την Κωνστατινούπολη!
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε την ειδοποιό διαφορά που αγνοεί ο Μαραντζίδης, σε σημείο ανησυχητικό για καθηγητή ιστορίας, και μάλλον θα πρέπει να προσέχουν και αυτοί που συνυπογράφουν βιβλία μαζί του, εκτός και αν δεν πρόκειται περί άγνοιας, αλλά περί σκόπιμης παράλειψης.
Η Φινλανδία ποτέ δεν παραδόθηκε αμαχητί στους Σοβιετικούς. Ούτε μια ωραία μέρα αποφάσισε ότι θα συνταχθεί με τη Μόσχα για να έχει την ησυχία της. Είχε προηγηθεί ο πολύ πικρός και δύσκολος «χειμερινός πόλεμος» του 1939-40, όπου οι Φινλανδοί αν και ηττήθηκαν χάνοντας σημαντικό τμήμα της επικράτειάς τους, στρίμωξαν πολύ άσχημα τους Σοβιετικούς προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες και δείχνοντας ότι το τίμημα για μια ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας θα ήταν δυσβάστακτο.
Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Φινλανδοί συνεργάστηκαν στρατιωτικά με τους ναζί και ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη, αλλά μετά την ήττα της Γερμανίας αναγκάστηκαν να τα επιστρέψουν. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), η Φινλανδία παραχώρησε στην ΕΣΣΔ τις εδαφικές ζώνες που ο Στάλιν θεωρούσε στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της Αγίας Πετρούπολης: Πρωτίστως δηλαδή τη χερσόνησο της Καρελίας και την περιοχή του Πέτσαμο. που αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο στον Αρκτικό Ωκεανό.
Στη μεταπολεμική περίοδο οι Σοβιετικοί άφησαν τους Φινλανδούς σε χαλαρή επιτήρηση ακριβώς επειδή είχαν εκπληρώσει τις εδαφικές τους επιδιώξεις. Δεν αποσκοπούσαν σε περαιτέρω επέκταση προς τη Σκανδιναβική Χερσόνησο. Γι’ αυτό τους επέτρεψαν να κινηθούν αυτόνομα, να υιοθετήσουν δικό τους οικονομικό μοντέλο και στο τέλος να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση!
Αυτή είναι και η κρίσιμη διαφορά με την περίπτωση της Ελλάδας. Οι Ρώσοι πήραν ό,τι ήθελαν και άφησαν τους Φινλανδούς ήσυχους. Η Τουρκία, αντίθετα, διατηρεί ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες για επέκταση προς δυσμάς. Θέλει να ελέγξει το Αιγαίο και θεωρεί όλα τα νησιά ανατολικότερα του 25ου μεσημβρινού δικά της. Εχει βλέψεις και στη Θράκη. Σύμφωνα με τον Μαραντζίδη δικαιούται να νοσταλγεί ακόμα και τη Θεσσαλονίκη.
Επομένως η ελληνική «φινλανδοποίηση» που προτείνουν αβασάνιστα οι εγχώριοι αναθεωρητές της ιστορίας,οι ξενόδουλες δεξαμενές σκέψης τύπου ΕΛΙΑΜΕΠ και οι διάφοροι σύμβουλοι που περιστοιχίζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και τον επίδοξο διάδοχό του, Αλέξη Τσίπρα, δεν αποτελεί κανενός είδους λύση. Γιατί απλούστατα το τουρκικό «θηρίο» δεν κατευνάζεται. Η ελληνική ενδοτικότητα και οι συνεχείς επικύψεις στην πράξη τού ανοίγουν την όρεξη για νέες εδαφικές αξιώσεις…
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Γιώργος Χαρβαλιάς, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου  «Γιαβόλ! Αίμα, Λήθη και Υποτέλεια»

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Σταύρος Λυγερός "Ποιο είναι το μοναδικό χαρτί του Μητσοτάκη"

Απόφαση-σταθμός: Αποζημίωση σε γιατρό του ΕΣΥ για burnout

Γιατρός με εμφανή σημάδια κόπωσης

Σε μία απόφαση-σταθμό για τους γιατρούς του ΕΣΥ, δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και η ανεπαρκής ανταπόκριση της διοίκησης του Νοσοκομείου Ρεθύμνου συνέβαλαν καθοριστικά στην επαγγελματική εξουθένωση και την παραίτηση της γιατρού.

Γιάννης Δεβετζόγλου

Μια δικαστική απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για τις συνθήκες εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία εκδόθηκε στην Κρήτη, καθώς επιδικάστηκε αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη σε γιατρό του ΕΣΥ που εμφάνισε σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης.
Η απόφαση αφορά την παθολόγο-λοιμωξιολόγο Ελένη Ιωαννίδου, πρώην διευθύντρια του Παθολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, η οποία είχε παραιτηθεί, καταγγέλλοντας ότι οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας την οδήγησαν σε ψυχική και σωματική εξάντληση.

Η δικαστική απόφαση για το burnout
Tο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή της γιατρού, κρίνοντας ότι οι συνθήκες εργασίας, σε συνδυασμό με τη μη ουσιαστική ανταπόκριση της διοίκησης στα επανειλημμένα αιτήματά της, συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση burnout και, τελικά, στην απόφασή της να παραιτηθεί.
Το δικαστήριο επιδίκασε στην Ελένη Ιωαννίδου χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη, με νόμιμο τόκο από τις 21 Αυγούστου 2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.
Την απόφαση γνωστοποίησε η ίδια η γιατρός με ανάρτησή της, σημειώνοντας ότι πρόκειται για τη δεύτερη δικαστική δικαίωσή της απέναντι στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου.
Όπως ανέφερε, μετά την παραίτησή της κατέθεσε δύο αγωγές κατά της διοίκησης του νοσοκομείου. Η πρώτη αφορούσε την αποζημίωσή της για 180 ημέρες άδειας, τις οποίες, σύμφωνα με την ίδια, δεν είχε λάβει εξαιτίας της χρόνιας υποστελέχωσης.
Η δεύτερη αγωγή αφορούσε την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες εργαζόταν.
Η Ελένη Ιωαννίδου περιγράφει ένα καθεστώς συνεχών υπερεφημεριών, συμμετοχής σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, περικοπών αδειών και ρεπό, καθώς και ανάληψης πολλαπλών καθηκόντων.
Όπως υποστηρίζει, η παρατεταμένη πίεση την οδήγησε σε πλήρη ψυχική και σωματική εξάντληση, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει μια θέση την οποία είχε επιλέξει και αγαπούσε.

Ελένη Ιωαννίδου
 ·
Μετά από 3 χρόνια και την επιμονή της δικηγόρου μου και φίλης Βασιλικής Γκόγκου Βίκυ Γκόγκου βγήκε η δεύτερη καταδικαστική για το νοσοκομείο Ρεθύμνου απόφαση. 
Μετά τον εξαναγκασμό μου σε παραίτηση από τη θέση της διευθύντριας του παθολογικού τμήματος του νοσοκομείου Ρεθύμνου, έκανα  αγωγή στη διοίκηση του νοσοκομείου για δύο λόγους. 
Ο ένας ήταν η αποζημείωση των αδειών (180 ημερών)  που δεν έλαβα, λόγω σταθερής υποστελέχωσης τα τελευταία 5 χρόνια και το δεύτερο και κυριότερο για μένα, η ηθική βλάβη που υπέστην λόγω του εξαναγακγασμου μου σε υπερεφημέρευση, σε συμμετοχή σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, σε περικοπή αδειών και ρεπό, την υπερφόρτωση σε πολλαπλές εργασίες και πόστα τα τελευταία έτη,  και την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος μου, λόγω της αντίδρασης μου και στάσης μου σε όλα αυτά.  Ως αποτέλεσμα οδηγήθηκα σε αδυναμία να κρατήσω ένα επίπεδο στη νοσηλεία των ασθενών μου, την οποία έκρινα επικίνδυνη πολλές φορές και επακόλουθα τη σωματική και ψυχική μου κατάρρευση. Στο πρώτο δικαστήριο δικαιώθηκα για την αποζημείωση των αδειών που μου χρωστούσε με δική του υπαιτιότητα το νοσοκομείο. Και ενώ η ίδια η διοίκηση και ο νομικός της σύμβουλος με προέτρεψαν να διεκδικήσω νομικά την αποζημείωση των αδειών που δεν μπόρεσαν λόγω αυξημένων αναγκών και υποστελέχωσης  να μου δώσουν, άσκησαν έφεση στην απόφαση που με δικαιώνει!!!
Λόγω μη συνάφειας των δύο υποθέσεων έγινε δεύτερο δικαστήριο για το θέμα της ηθικής βλάβης στο οποίο δικαιώθηκα επίσης πρόσφατα.
Να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά πανελληνίως που γίνεται ένα τέτοιο δικαστήριο με διακύβευμα τον εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών στο δημόσιο τομέα. Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση με δεδομένο ότι εξαναγκάστηκα λόγω των συνθηκών να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις που συνάδελφοι  οδηγήθηκαν  σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους. 
Παρακάτω παραθέτω το βασικό σκεπτικό της απόφασης η οποία είναι 14 σελίδες και υιοθετεί ουσιαστικά τη δική μου θέση.
«Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρατεταμένη στάση της διοίκησης του νοσοκομείου, η μη ουσιαστική ανταπόκριση στα επανειλημμένα αιτήματα της ενάγουσας και οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εξάντλησε τα νόμιμα μέσα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, χωρίς αποτέλεσμα, και ότι τελικά οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης που υπέστη.
Ως προς την αποζημίωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του νοσοκομείου για ηθική βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της επιβάρυνσης, τις επιπτώσεις στην υγεία και την επαγγελματική ζωή της ενάγουσας και τη βαρύτητα της παράνομης παράλειψης της διοίκησης. Για τους λόγους αυτούς έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, με νόμιμο τόκο από 21.08.2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.»

«Δεν αφορά μόνο εμένα»
Η πρώην διευθύντρια του Παθολογικού Τμήματος τόνισε ότι η απόφαση δεν αποτελεί μόνο προσωπική δικαίωση, αλλά μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία και για άλλους γιατρούς που οδηγήθηκαν σε παραίτηση υπό αντίστοιχες συνθήκες.
«Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση, με δεδομένο ότι εξαναγκάστηκα λόγω των συνθηκών να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει, αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις που συνάδελφοι οδηγήθηκαν σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους», ανέφερε.

Το σκεπτικό του δικαστηρίου
Σύμφωνα με το βασικό μέρος του σκεπτικού που δημοσιοποίησε η γιατρός, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ελένη Ιωαννίδου είχε εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα στον χώρο εργασίας της, χωρίς να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, έκρινε ότι η παρατεταμένη εργασιακή επιβάρυνση και η απουσία αποτελεσματικής ανταπόκρισης από τη διοίκηση συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση του συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης και στην παραίτησή της.
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο αναγνώρισε ευθύνη του νοσοκομείου για την ηθική βλάβη που υπέστη η γιατρός.
----------------------------------------------------------------------------------------
Ο Γιάννης Δεβετζόγλου είναι ο διαπιστευμένος συντάκτης του NEWS 24/7 στο υπουργείο Υγείας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Δημοσιογραφία στο ΑΠΘ. Έχει λάβει το Δημοσιογραφικό Βραβείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2011 (EU Health Prize For Journalist) και το 2012 έλαβε υποτροφία από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ για μετεκπαίδευση σε Ουάσιγκτον και Μαϊάμι (International Exchange Alumni, US Department of State). Τα τελευταία 20 χρόνια καλύπτει ιατρικό ρεπορτάζ (πολιτικό και επιστημονικό), ενώ παράλληλα εργάζεται και ως κριτικός εστιατορίων. Έχει εργαστεί επί σειρά ετών στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Το Βήμα» και «Τα Νέα», καθώς και στο «Protagon.gr». Είναι, επίσης, ανταποκριτής σε γερμανικά και βρετανικά Μέσα Μαζική Ενημέρωσης.

Ο δικαστής Ντρεντ στο Άργος


Στο Άργος φάνηκε που οδηγεί μια εκπαίδευση των αστυνομικών σε μια αυταρχική λογική, που ανάγοντας την «ασφάλεια» σε υπέρτατο αγαθό, μετατρέπει σε «απειλή» κάθε υποψία παραβατικότητας

του Παναγιώτη Σωτήρη

Στα παιδικά μου χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό «Αγόρι» ο Δικαστής Ντρεντ. Τοποθετημένο σε ένα δυστοπικό μέλλον, το συγκεκριμένο κόμικ αφηγείτο τις περιπέτειες ενός δικαστή που ήταν ταυτόχρονα και εκτελεστής των καταδικαστικών αποφάσεων, με την ποινή να είναι συνήθως ο θάνατος, σε ένα όχι και τόσο συγκαλυμμένο σχόλιο για που οδηγεί μια αυταρχική λογική. Το θυμήθηκα ύστερα από τα τραγικά γεγονότα στο Άργος και τον θάνατο του 20χρονου Θοδωρή, ενός ανθρώπου με αποδεδειγμένη νευροδιαφορετικότητα, από πυρά αστυνομικών, στη διάρκεια μιας καταδίωξης στην οποία πραγματικός κίνδυνος για αυτούς δεν υπήρξε, και όπου έπεσαν πλήθος πυροβολισμοί υποτίθεται για να τον προειδοποιήσουν, με αποτέλεσμα, όμως, να τον σκοτώσουν.
Γνωρίζω ότι ο αρμόδιος υπουργός έσπευσε να υπογραμμίσει ότι οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δεν ακολούθησαν τους κανονισμούς που διέπουν τη χρήση όπλων, άλλωστε μπορούμε να υποθέσουμε ότι την ώρα που προσπαθεί να προβάλει την διαλεύκανση υποθέσεων πολιτικής βίας με μεγάλη φόρτιση, δεν θα ήθελε να φανεί ότι δικαιολογεί την αστυνομική βία. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: γιατί οι αστυνομικοί στο Άργος επέλεξαν να μην τηρήσουν τις σχετικές διαταγές και να πυροβολήσουν, κατ’ επανάληψη (το ηχητικό ντοκουμέντο είναι ανατριχιαστικό), προς το μέρος ενός ανθρώπου, σε συνθήκες που ήταν βέβαιο ότι έθεταν τη ζωή του σε κίνδυνο, χωρίς ούτε οι ίδιοι ούτε κάποιος άλλος να αντιμετωπίζει κάποιον κίνδυνο. Ιδίως όταν δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε τέτοιου είδους πρακτικές που οδηγούν σε απώλειες ζωών.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η έλλειψη εκπαίδευσης. Θα μπορούσα να πω ότι είναι το ακριβώς αντίθετο: το πρόβλημα είναι η υπερβολική εκπαίδευση των αστυνομικών σε μια αυταρχική λογική, που ανάγοντας την «ασφάλεια» σε υπέρτατο αγαθό, μετατρέπει σε «απειλή» κάθε υποψία παραβατικότητας, και δικαιολογεί την άσκηση υπέρμετρης βίας. Μια εκπαίδευση που τροφοδοτείται από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια όλες οι αλλαγές που γίνονται στην ποινική νομοθεσία αφορούν την αυστηροποίηση των ποινών. Μια εκπαίδευση που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε πρακτική «τιμωρού» την ώρα που π.χ. κάποιος προσπαθεί διαφύγει τη σύλληψη, ακόμη και εάν αυτή θα αφορούσε την υπερβολική ταχύτητα και τους επικίνδυνους ελιγμούς μια που στο Άργος αυτές οι παραβάσεις έδωσαν την αφορμή για την καταδίωξη.
Με αυτή την έννοια ούτε η απαράδεκτη ανακοίνωση του Δημάρχου Άργους, ήρθε απλώς να υπενθυμίσει τον βαθύ συντηρητισμό μερίδας των κατοίκων της περιοχής, ούτε η αντίστοιχη της τοπικής ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων κάποιον κακώς εννοούμενο συντεχνιασμό. Και οι δύο υπογράμμισαν το ίδιο πρόβλημα: τον τρόπο που μια βαθιά εμπεδωμένη αυταρχική λογική, όχι μόνο μπορεί να τροφοδοτήσει μια συστηματική αστυνομική παραβατικότητα (την οποία, άλλωστε, ανατροφοδοτούν οι πολλές περιπτώσεις ατιμωρησίας αστυνομικών που άσκησαν παράνομη βία), αλλά και να καταλήξει στο ότι δεν μετρούν όλες οι ζωές το ίδιο και ότι η τόνωση του «αισθήματος ασφάλειας των πολιτών» μπορεί να περιλαμβάνει και ορισμένες δολοφονίες ανθρώπων που για τον όποιο λόγο βαφτίστηκαν «παραβατικοί».
Πηγή: www.in.gr

Χωροφύλακες των λέξεων


Εκπολιτισμός 
δεν είναι 
η απαγόρευση
των λέξεων

Κώστας Βαξεβάνης

Η είδηση δεν είναι από τις συνηθισµένες, αλλά αυτό που αποκαλύπτει ότι ζούµε πλέον είναι συνήθεια. Μια γυναίκα µήνυσε τη θεία της γιατί την αποκάλεσε «χοντρή» και ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη στη µηνυόµενη µε βάση τον «αντιρατσιστικό νόµο». Η εξέλιξη αυτή µοιάζει µε κάτι άκρως ριζοσπαστικό και προοδευτικό και µου θυµίζει µια φράση που κάνει θραύση στις ταινίες, τη «δεν σε κρίνω», και δείχνει να καθιερώνεται ως µέγιστη κοινωνική προσφορά. Να µην κρίνουµε, όχι «ίνα µην κριθούµε» κατά το θρησκευτικό πρότυπο, αλλά γιατί έτσι πρέπει.
Το θέµα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Αντιθέτως είναι βαθιά φιλοσοφικό και πολιτικό και εντάσσεται (άσχετα αν δεν φαίνεται) στο πώς θέλουν κάποιοι να λειτουργεί η κοινωνία. Το να κατηγορείς οποιονδήποτε γι’ αυτό που είναι ως µορφή, σωµατική διάπλαση, εµφάνιση είναι κάτι άκρως προβληµατικό, που όµως αποκαλύπτει πόσο χαµηλού επιπέδου είναι όσοι αποδίδουν τέτοιες κατηγορίες. Αποτελεί έλλειψη πολιτισµού, αγωγής και ικανότητας να κρίνεις µε βάση την εικόνα και όχι τη ζωή. ∆εν µπορεί να είναι ποινικό θέµα. Αλίµονο στην κοινωνία που χρειάζεται νοµική επιβολή για να κατακτήσει το επίπεδο πολιτισµού που απαιτείται και να καταλήξει σε αστυνόµευση των λέξεων.
Το παράδειγµα µε τη θιγόµενη κοπέλα δεν είναι µοναδικό. Η κοινωνία φαίνεται να αρνείται θεµελιώδεις κατακτήσεις της, γιατί πρέπει να συµµορφωθεί (στο όνοµα της απόρριψης της στερεοτυπίας) σε νέες στερεοτυπικές µορφές. Στην πραγµατικότητα µπαίνουµε σε ένα κυνήγι µαγισσών, όπου αυτόκλητοι και πολλές φορές ηµιµαθείς που χρειάζονται επιβεβαίωση θα παίζουν τον ρόλο του χωροφύλακα των λέξεων.
Η κρίση του ανθρώπου αποτελεί βιολογική λειτουργία του και η ελεύθερη και ανεµπόδιστη κρίση είναι βάση της δηµοκρατίας. Κανένας δεν µπορεί να αναγκάσει κάποιον να µην κρίνει, ενώ την ίδια ώρα κάθε κρίση βρίσκεται και αυτή υπό την κρίση των άλλων. Αυτή η διαδικασία γίνεται τρόπος λειτουργίας της ελεύθερης κοινωνίας, η οποία δεν κρίνει µόνο, αλλά απορρίπτει και τις επιβλαβείς και προβληµατικές κρίσεις. Το «δεν σε κρίνω» δεν είναι κατάκτηση, αλλά πρόσκληση σε απώλεια βασικής ανθρώπινης, δηµοκρατικής λειτουργίας. Η ανάγκη οι άνθρωποι να είναι διακριτικοί, να µην προσβάλλουν και να ανταποκρίνονται σε κανόνες καλής συµβίωσης δεν µπορεί να οδηγεί στην απώλεια έκφρασης και κρίσης. Αν καθιερωθούν κυνηγοί και χωροφύλακες λέξεων, που επιβάλλουν ή απαγορεύουν την κρίση, η κοινωνία δεν θα γίνει καλύτερη. Απλώς θα µεταφέρει το πεδίο της κρίσης από τον κάθε άνθρωπο και την ωριµότητά του στην κρίση των «ειδικών» και «εκπαιδευµένων» στο cancel.
Σε οριακές καταστάσεις, η κοινωνία αποδέχεται την επέµβαση του νόµου προκειµένου να προστατευτεί. Η απαγόρευση ρατσιστικής φρασεολογίας και τακτικής ή της πολιτικής των διακρίσεων είναι απαραίτητη για να προστατευτεί η κοινωνία. Ο ρατσισµός είναι ιδεολογία µίσους που αποδίδει διαφορετική αξία και δικαιώµατα σε ανθρώπους µε βάση τη φυλετική ή εθνοτική τους ταυτότητα, οδηγώντας σε βία, διακρίσεις και άνιση µεταχείριση. Είναι µια απειλή για την κοινωνία και τους ανθρώπους. Η πολιτική των διακρίσεων (επειδή π.χ. κάποιος είναι γκέι) καταστρατηγεί τις αρχές της δηµοκρατίας και βλάπτει τους ανθρώπους.
Το να αποκαλέσεις κάποιον µε τα φυσικά χαρακτηριστικά που έχει δεν είναι διακριτικό, συνιστά αγένεια, αµορφωσιά και έλλειψη πολιτισµού, αλλά δεν είναι ρατσιστικό ή πολιτική διακρίσεων. ∆ιάκριση θα είναι αν κάποιος χάσει τη δουλειά του επειδή είναι χοντρός ή κοντός ή ξανθός.
Τις τελευταίες δεκαετίες η κοινωνία δείχνει να κινείται παράλληλα µε τον παραλογισµό. Αποδεικνύεται ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι. Είναι έτοιµη να καταδικάσει κάποιον επειδή καπνίζει, αλλά µπορεί κάλλιστα να ανεχτεί φαινόµενα διακρίσεων µεταξύ πολύ πλουσίων και πολύ φτωχών, αποδίδοντας µάλιστα αυτή την ανισότητα σε ικανότητα του ισχυρού.
Στην καθηµερινότητα, ανοιχτά προωθούνται και επιβάλλονται θεωρίες «θετικότητας». Οι άνθρωποι πρέπει να αγνοούν τα αρνητικά και να κινούνται στη σφαίρα του τεχνητά θετικού. Μπορεί κάποιος να παίρνει 800 ευρώ τον µήνα, να µην µπορεί να ζήσει, αλλά οφείλει να µη σκέφτεται αρνητικά, να µην γκρινιάζει, να αυτοβελτιώνεται και να εξασφαλίζει εσωτερική ηρεµία. Γίνεται µια συνεχής προσπάθεια λεκτικής ωραιοποίησης της ζωής. Ο πόνος και η δυσκολία αντιµετωπίζονται ως αρρώστια και όχι ως αδιαίρετη πλευρά της ζωής που οδηγεί στη διαµόρφωσή µας. Αν κοιτάξετε σήµερα τα σχολεία και µιλήσετε µε εκπαιδευτικούς, θα καταλάβετε ότι η κατάσταση είναι δραµατική. Ο παιδευτικός ρόλος του δασκάλου έχει αντικατασταθεί µε συµπεριφορολογία και συνεχή αυτοέλεγχο της συµπεριφοράς του και των λέξεων. Ανά πάσα στιγµή µπορεί να βρεθεί απέναντι στον οργισµένο γονιό γιατί µίλησε άσχηµα στο παιδί, απέναντι στο αλαζονικό κακοµαθηµένο παιδί, αλλά ακόµη και στο δικαστήριο.
Στην πολιτική υπάρχει αντίστοιχο µοτίβο. Τα κόµµατα καλούνται να συµπεριφερθούν και όχι να λύσουν προβλήµατα. Οι πολιτικοί αξιολογούνται µε τον «πολιτικό τους πολιτισµό» και όχι την πολιτική ευθύνη. Η µετριοπάθεια χαρακτηρίζεται προτέρηµα αντί για υποταγή. Ο πολιτικός πρέπει να απαιτεί και «όχι» να καταλαβαίνει γιατί δεν πρέπει να µιλάει και να πράττει. Ή να µιλά βολικά. Τα κόµµατα από τη φύση τους είναι οργανισµοί αντιπαράθεσης για το καλό της κοινωνίας. Σήµερα η αντιπαράθεση βαφτίζεται τοξικότητα.
Μέσα από διάφορες εφευρέσεις ψυχολογικού τύπου, ο άνθρωπος οριζόντια δεν πρέπει να θυµώνει, πρέπει να κατανοεί και στην κατάληξη δεν πρέπει να απαιτεί. Σε λίγο οι αεροπορικές εταιρείες, το δηµόσιο, οι εταιρείες επικοινωνίας θα βαθµολογούν συµπεριφορές και θα µπορούν να σε αποκλείσουν από συνταγµατικά δικαιώµατα που έχεις επειδή διαµαρτυρήθηκες ή διεκδίκησες το δίκιο σου. Θα γίνεσαι cancel σε µια γιγαντιαία πλατφόρµα όπου θα υπάρχεις ή θα γίνεσαι ανύπαρκτος.
Πολιτισµός, ανθρώπινος πολιτισµός, δεν είναι να καθιερώσουµε νέες στερεοτυπίες απέναντι στις παλιές ούτε να δώσουµε δικαίωµα ιδιότυπου εισαγγελέα σε ειδήµονες του επιτρεπτού. Πολιτισµός είναι η λειτουργία της κοινωνίας µέσα από τις αντιθέσεις της µε ζητούµενο να γίνεται καλύτερη. Εκπολιτισµός δεν είναι η απαγόρευση των λέξεων. Υπάρχουν και θα υπάρχουν λέξεις που αποτυπώνουν το καλό ή το κακό, το όµορφο ή το άσχηµο, το αποδεκτό ή το ενοχλητικό. Το πρόβληµα δεν είναι οι λέξεις, αλλά αν υπάρχει αυτό που εννοούν. Είναι τραγικό το φαινόµενο που περιγράφει η λέξη «φτώχεια» να µην είναι προβληµατικό, αλλά να µας βαραίνει η λέξη µε την οποία θα χαρακτηρίσουµε τον άντρα ή τη γυναίκα που κάνει σεξ επί πληρωµή.
Αυτό που επιχειρείται δεν είναι εκπολιτισµός, αλλά η αποµάκρυνση από τις αιτίες των πραγµάτων και επιβολή φόρµας. Θα στερείσαι το δικαίωµα (της κρίσης, για παράδειγµα) για να είσαι συµβατός µε τη φόρµα. Αυτός που την ορίζει δεν θα είσαι εσύ. Θα είναι αυτοί που διαχρονικά χρησιµοποιούν ωραίους όρους και περιγραφές για τα χειρότερα πράγµατα. Το υπερκέρδος, που µάλιστα σχεδόν πάντα είναι ληστρικό, το ονοµάζουν ανάπτυξη.

ΥΓ.: Εχω δεχτεί πολλές φορές body shaming σε µια προσπάθεια της δολοφονίας του προφίλ µου. Οποτε είχα όρεξη να απαντήσω, έλεγα ότι είµαι πιο ψηλός από τον Μέσι ή πως, όταν ήµουνα µικρός, χρησιµοποιούσα τον ψηλό αδερφό µου για να κατεβάζει τα τάπερ από το ντουλάπι. Αν πάντως αυτοί που µου έκαναν body shaming δεν υπήρχαν, δεν µπορώ να φανταστώ γιατί ο κόσµος θα ήταν καλύτερος. Αυτοί σίγουρα, αλλά ο κόσµος γιατί;

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΣΤΑΘΗΣ "O Τραμπ οι Κινέζοι κι ένας φραπές ελληνικός"

Χρειαζόμαστε Μέσι, όχι μεσσίες

Παιδί στην πολύπαθη Παλαιστίνη AP Photo Lefteris Pitarakis

Ποιο είναι τελικά το όριο ανάμεσα στη δύναμη της επιρροής των ποδοσφαιριστών celebrities και του δικαιώματος στην αθλητική τους ιδιότητα; Και ποια είναι η δική μας ευθύνη απέναντι στις ίδιες μας τις προσδοκίες.

Χρήστος Δεμέτης

Κανείς δεν είναι τέλειος. Και δεν πρέπει να είναι. Στο ζύγι κρινομαστε όλοι, θετικά κι αρνητικά. Κανείς δεν είναι άμοιρος κριτικής επίσης. Το ζόρι της αποδοχής της, έπεται της φιλοδοξίας. Και η φιλοδοξία προϋποθέτει προσαρμογή.
Σε έναν κόσμο υπερκατανάλωσης θεάματος και αναζήτησης αξιών, πρόσωπα σαν τον Λιονέλ Μέσι φέρουν πάνω τους εκατομμύρια προβολές και προσδοκίες. Ο καθένας θέλει να δει τον “δικό του Μέσι”. Και όταν κάτι τον ξενίζει, αντιδρά στη δική του προβολή.
Ψάχνουμε για μεσσίες πολύ απλά γιατί κατακερματιστήκαμε. Κάθε φορά που ο άνθρωπος ένωνε χέρια και φωνές, απέρριπτε τους πρίγκιπες και τους σωτήρες.
Ο λαός σώζει τον λαό.
Από την άλλη, μέσα σε αυτή την υψηλής κλίμακας ταχυφαγία που ζούμε, διψάμε για νησίδες ομορφιάς. Κάτι να κοιτάξουμε με δέος. Να εντυπωσιαστούμε. Να το βλέπουμε στον ύπνο μας και να ξυπνάμε με την εικόνα αυτή. Πόσο μας λείπει πια αυτή η αδιαμεσολάβητη αίσθηση, η χωρίς ψηφιακή ερμηνεία, ομορφιά.
Μακριά από ετεροκαθοριζόμενες προσδοκίες και εξωγηπεδικούς συμβολισμούς, το ποδόσφαιρο που έπαιξε ο Μέσι αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό. Το οικουμενικά ωραίο, τη μετουσίωση μιας αναμέτρησης σε χορογραφία. Και ίσως για ακριβώς αυτόν τον ίδιο λόγο δικαίως να ενοχλεί όταν φωτογραφίζεται μαζί με τον Τραμπ, όταν ποζάρει με μια κελεμπία δίπλα στα ματωμένα πετροδόλαρα, αλλά και όταν τραγουδάει για την πατρίδα του και τα νησιά Φώκλαντ.
Ποτέ δεν ήμουν σύμφωνος με όσα πρεσβεύει η FIFA για το περιβόητο “no politica”. Ποδόσφαιρο και πολιτική, πήγαιναν, πηγαίνουν και θα πηγαίνουν για πάντα μαζί. Ο αθλητισμός είναι εν γένει πολιτική. Είναι πυλώνας κοινωνικού κράτους. Είναι τρόπος επικοινωνίας. Και δη το ποδόσφαιρο, είναι όργανο συλλογικής έκφρασης με τις θετικές και τις αρνητικές του προεκτάσεις. Ήταν και θα είναι το πιο λαοφιλές σπορ ακριβώς επειδή μπορούν να το παίξουν όλοι, σε οποιαδήποτε χώρα, σε οποιαδήποτε γειτονιά. Από τις φαβέλες και τα χαλάσματα σε Συρία, Ουκρανία, Γάζα, μέχρι τα κλιματιζόμενα γήπεδα της Αμερικής.
Οι “ήρωες” του ποδοσφαίρου, είτε το θέλουν είτε όχι, είναι ήρωες λαϊκοί. Είναι ο Μέσι που εξωαγωνιστικά δείχνει λίγα, λέει λίγα και κρίνεται για αυτά. Είναι και ο Μέσι που ο,τι κι αν πει, ο,τι κι αν κάνει, η ομορφιά που μας πρόσφερε μέσα από το άθλημά του στέκεται πάνω από κάθε τι ατυχές.
Τα παιδιά σε Αφγανιστάν και Παλαιστίνη που κλωτσάνε μια μπάλα με το δεκάρι του στην πλάτη, τα γκολ του θα θυμούνται. Αυτά τα γκολ που τους έδωσαν ζωή, ενέργεια και χαρά για να παίξουν μέσα στη φρίκη. Αυτό είναι παρακαταθήκη, ακόμη κι αν ο ίδιος ο Μέσι αποφάσιζε να την απαρνηθεί.  Πρακτικά όμως, δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Όπως και κανείς δημιουργός δεν μπορεί να “ελέγξει” ένα έργο τέχνης, άπαξ και έφυγε από τα δικά του χέρια προς το ευρύ κοινό.
Και από την άλλη, πάντα θα υπάρχει ο Ρούνεϊ. Και ο κάθε Ρούνεϊ. Που άρθρωσε λόγο με την ευθύνη της δημοφιλίας του, έμαθε, άλλαξε, αποφάσισε να γίνει θετικό παράδειγμα μέσα από την πολλαπλή δημοσιότητα που του αναλογεί. Ισορρόπησε αφού πρώτα τον κατάπιε η ίδια του η φιλοδοξία.
Το τι είπε και τι δεν είπε ο Μέσι, δεν μπορεί να μας στερήσει τη χαρά. Την έχουμε ανάγκη. Τη ζητάμε σαν καθαρό νερό μέσα σε ένα σύμπαν μολυσμένο.
Θα διαλέγουμε επίσης και να αντλούμε περισσότερη χαρά από έναν πιτσιρικά Γιαμάλ που ντύνεται την Παλαιστίνη, από έναν παλαίμαχο Ρούνεϊ που ντύνεται την απεξάρτηση, την ταπεινότητα και τη ψυχική ισορροπία, από έναν Χάαλαντ που ντύνεται την παιδικότητα και τον αυτοσαρκασμό.
Δεν χρειαζόμαστε όμως έτοιμους Θεούς, μεταμοντέρνους μεσσίες. Τίποτα δεν αξίζει και δεν μπορεί να έχει νόημα, αν δεν κοιτάξουμε προς τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς παιδικότητα. Τα παιδιά εκείνα που ξόρκισαν τον θάνατο με το παιχνίδι. Τίποτα δεν αξίζει και δεν μπορεί να έχει νόημα αν δεν μεγαλώσουμε παιδιά που θα κοιτάζουν προς τα παιδιά εκείνα, που ξόρκισαν τον θάνατο με το παιχνίδι. Παιδιά που θα ζητούν ίσες ευκαιρίες για τα άλλα παιδιά. Που θα ζητούν να σταθούν στην ίδια κερκίδα, με όλα τα παιδιά. Που θα σκοράρουν και δεν θα ξεχνούν πως υπήρξαν κάποτε, από “εκείνα” τα παιδιά.
Οι όποιοι ποδοσφαιρικοί “ήρωες” βάζουν στην όλη εξίσωση μονάχα ένα λιθαράκι. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Οι Γίγαντες όμως, είναι άλλοι. Και δεν αγωνίζονται στα σαλόνια τα γυαλιστερά, ούτε μπορούν να πληρώσουν τα εισιτήρια ενός όλο και πιο ακριβοθώρητου θεάματος.
Κανείς δεν είναι τέλειος. Και δεν πρέπει να είναι. Ας μην του αποδίδουμε τέτοια στοιχεία.
Εντέλει, δεν τη χρειαζόμαστε την τελειότητα. Ομάδες χρειαζόμαστε στις γειτονιές. Αγκαλιές χρειαζόμαστε μετά από νίκες και ήττες. Χρειαζόμαστε να χαιρόμαστε τη συνειδητή χαρά.  Ρωγμές χρειαζόμαστε, φίλτρα κι ανοιχτά μυαλά. Για να διαλέγουμε από το κάθε τι, εκείνο που πρέπει. Για να μαθαίνουμε και για να προχωράμε.

Μπαλαλάικες και καρσιλαμάδες


Προσωπική επιλογή του Μητσοτάκη, δεν τον απέπεµψε, ούτε µετά την τελευταία του γκάφα.

Χρύσα Κακατσάκη

Τι κοινό έχουν ο Βλάσσης Μπονάτσος και ο Γιώργος Μητσικώστας µε τον Θάνο Ντόκο; Το ότι είχαµε ξεχάσει πόσο γέλιο βγάζουν οι καλοστηµένες φάρσες, είτε είσαι ο ενορχηστρωτής τους είτε το θύµα. Με τις αστήρικτες δικαιολογίες όµως που επικαλέστηκε ο σύµβουλος εθνικής ασφάλειας θυµίζει περισσότερο τον Γιάννη Βόγλη όταν κυνηγούσε την αλαφιασµένη τουρίστρια. «Στάσου, µύγδαλα!» της φώναζε για να κατευνάσει τον φόβο της και να τη διαβεβαιώσει για τις αγνές προθέσεις του. ∆εν έγινε και τίποτα, ήταν η κυβερνητική στάση στην προσπάθειά της να τον καλύψει, ρίχνοντας πάλι αλλού τις ευθύνες, όπως στην υβριδική επίθεση και στο AI. Η τραγική ειρωνεία φυσικά είναι ότι η χώρα µας ξοδεύει δισεκατοµµύρια για εξοπλισµούς, για κυβερνοασφάλεια και για κάθε λογής τεχνολογική θωράκιση, αλλά δεν µπορεί να προστατεύσει µια συνοµιλία όταν απουσιάζει το πιο φτηνό σύστηµα: η κοινή λογική και η στοιχειώδης τήρηση των πρωτοκόλλων.
Ο Θάνος Ντόκος ωστόσο βαρύνεται µε πολύ σηµαντικότερα ολισθήµατα. Είναι αυτός που ισχυρίστηκε σε συνέντευξή του σε κυπριακή εφηµερίδα ότι η Ελλάδα θα µπορούσε να προχωρήσει σε συνεκµετάλλευση του ενεργειακού πλούτου στο Αιγαίο, χαρακτηρίζοντας την πρότασή του win-win. Αυτός που δήλωνε δηµοσίως ότι ήταν λάθος η στήριξη στον Χαφτάρ και ότι οι «µέρες του είναι µετρηµένες». Ο Χαφτάρ όµως εξακολουθεί να ελέγχει το µεγαλύτερο µέρος της Λιβύης και να είναι ο άνθρωπος της Τουρκίας.
Οντας η προσωπική επιλογή του Μητσοτάκη, που δεν τον απέπεµψε ούτε µετά την τελευταία του γκάφα, είναι λογικό η κυβέρνηση να διαθέτει τόση αξιοπιστία όση ειλικρίνεια χαρακτηρίζει τον βαρόνο Μινχάουζεν. Το ισχυρό ατού της εξωτερικής πολιτικής κάποια στιγµή θα καταρρεύσει, όταν κάποιος για να θεραπευθεί συνεχίζει να πηγαίνει στον γιατρό που του χορηγεί µονίµως λάθος φάρµακα.
«Πες µου µε τι µαχαίρι κοιµήθηκες, να σου πω µε τι πληγή θα ξυπνήσεις» λέει µια σοφή παροιµία. Οι εσφαλµένες εκτιµήσεις τόσο για τη θέση της Τουρκίας στο διεθνές γίγνεσθαι όσο και για τη σταθερότητα των συµµάχων µας φάνηκαν πεντακάθαρα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα. Η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν οι κοµπάρσοι στο σόου Τραµπ και Ερντογάν. Ο πλανητάρχης πέρασε µπροστά από τον Μητσοτάκη και όχι µόνο δεν τον χαιρέτησε, αλλά δεν καταδέχτηκε να του ρίξει ούτε ένα βλέµµα. Με τον κολλητό του τον Μακρόν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει µια κατ’ ιδίαν συνάντηση. Ο Ερντογάν τον υποδέχτηκε µε τους ήχους του οθωµανικού πολεµικού καρσιλαµά «Ceddin Deden» που µιλά για τη συντριβή του εχθρού. Ο Ντόκος και οι υπεύθυνοι της διπλωµατικής προετοιµασίας δεν µπορούν να ξεχωρίσουν ένα παραδοσιακό τραγούδι από ένα εθνικιστικό εµβατήριο;
Για να διασωθεί από το φιάσκο, κάτι ψέλλισε περί casus belli µπροστά στις κάµερες βέβαια, διότι φοβού τον Σαµαρά και κόµµα φέροντα. Κοντολογίς, η Ελλάδα έδωσε υποταγή και δεν πήρε τίποτα. Το πρωθυπουργικό ζεύγος µόνο πήρε ένα ταπεράκι µε ό,τι περίσσεψε από τα πλούσια εδέσµατα.
Αν ζούσε σήµερα ο Καραγκιόζης, δεν θα έστηνε παράγκα δίπλα στο σαράι, αλλά τηλεφωνικό κέντρο έξω από το Μαξίµου. Θα έστηνε αυτί και µόλις άκουγε µπαλαλάικες θα υποψιαζόταν τους Ρώσους φαρσέρ και θα σήµαινε εθνική επαγρύπνηση. Εστω και στις 3 τα ξηµερώµατα…

Daily Mail "Η Οδύσσεια του Nolan αποκαλύπτει την πραγματική ατζέντα ηθικής διαστρέβλωσης του Χόλιγουντ"

Σήμερα, οι γραφειοκράτες της βιομηχανίας ψυχαγωγίας αστυνομεύουν τη φαντασία, απαιτώντας έντυπα συμμόρφωσης για φυλετικές και σεξουαλικές ταξινομήσεις

γραφει η Ayaan Hirsi/The Daily Mail

Οι πολιτικές ταυτότητας και η DEI έχουν καταλάβει τη βιομηχανία ψυχαγωγίας. Ιδεολόγοι της αριστεράς έχουν ξεγελάσει τους ηγέτες του Χόλιγουντ ώστε να ασπαστούν ιστορίες και σκοπούς που θέτουν την αρετή και το κύρος πάνω από την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα.
Αυτή η δυναμική ξετυλίγεται σε πλήρη μορφή αυτή τη στιγμή στις έντονες συζητήσεις γύρω από την κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας (The Odyssey) από τον Christopher Nolan.
Η κίνηση να επιλεγεί η Lupita Nyong’o ως Ελένη της Τροίας έχει άθελά της αποκαλύψει την ηθική κρίση που παραλύει τώρα το Χόλιγουντ. Οι διαδικτυακοί σχολιαστές και οι σεβαστοί ιστορικοί κατήγγειλαν γρήγορα την απόφαση ως μια αναίσχυντη αναθεώρηση της κλασικής ευρωπαϊκής κληρονομιάς.
Οι υπερασπιστές αντέδρασαν δηλώνοντας ότι η Ελένη είναι πλάσμα ενός μύθου και ότι η επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού διευρύνει την παγκόσμια απήχηση του κειμένου.
Ο Elon Musk μπήκε στη συζήτηση, κατηγορώντας τον Nolan ότι παραιτήθηκε της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας για να κατευνάσει τις εντολές της DEI και τους εταιρικούς σηματοδότες της αρετής.
Ο Musk, ο οποίος επέκρινε επίσης την επιλογή του τρανς ηθοποιού Elliot Page ως Έλληνα στρατιώτη Σίνων, είχε απόλυτο δίκιο που συνέβαλε κρίσιμα σε αυτή την αντιπαράθεση.
Το σύγχρονο οικοσύστημα ψυχαγωγίας λειτουργεί υπό μια ανεστραμμένη ηθική τάξη. Εν ολίγοις, η αποφυγή της προσβολής είναι πολύ ασφαλέστερη από την αναζήτηση του μεγαλείου.
Οι ιδεολόγοι και τα ιντερνετικά δίκτυα πίεσης ασκούν απόλυτο δικαίωμα αρνησικυρίας στην πολιτιστική παραγωγή, επειδή η θεσμική απάντηση είναι πάντα η υποταγή. Όσοι περιορίζουν αυτό που μπορεί να απεικονιστεί στην τέχνη διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τα όρια της δημιουργικής έκφρασης. Οι συγγραφείς που επιχειρούν να εξερευνήσουν δύσκολες, ασταθείς ανθρώπινες δυναμικές αποθαρρύνονται συστηματικά.
Αυτός ο μετασχηματισμός έχει ακόμη και μετρήσιμους δείκτες. Το 2020, η Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών κωδικοποίησε τις απαιτήσεις ποικιλομορφίας όσον αφορά τις υψηλότερες διακρίσεις της. Μια ταινία δεν μπορεί να διεκδικήσει το βραβείο Καλύτερης Ταινίας στα Όσκαρ χωρίς να πληροί αυστηρούς αριθμητικούς στόχους για το καστ στην οθόνη και τις λίστες ελέγχου ταυτότητας. Οι γραφειοκράτες τώρα αστυνομεύουν τη φαντασία, απαιτώντας έντυπα συμμόρφωσης για φυλετικές και σεξουαλικές ταξινομήσεις.
Τα σημερινά διοικητικά πλαίσια θα καθιστούσαν αδύνατη τη δημιουργία κλασικών ταινιών όπως ο Νονός, ο Λόρενς της Αραβίας ή ο Πολίτης Κέιν. Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες, οι κινηματογραφιστές κρίνονται με ιδεολογικά κριτήρια και όχι απλώς με την ποιότητα του έργου τους.
Το προκύπτον καλλιτεχνικό τοπίο είναι εντυπωσιακά φτωχό. Τα στελέχη των στούντιο βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην παραδοσιακή πνευματική ιδιοκτησία και στα franchise υπερηρώων, επειδή προσφέρουν οικονομική ασφάλεια.
Το μεγαλύτερο θύμα αυτού του περιβάλλοντος είναι οι χιλιάδες ταινίες που ακόμα δεν έχουν γυριστεί και τα σενάρια που δεν έχουν γραφτεί και που θάβουν οι δημιουργοί λόγω αυτολογοκρισίας.
Όμηροι του χρήματος και της πολιτικής, το Χόλιγουντ προτιμά να ξαναφτιάχνει τον κατάλογο του χθες παρά να παράγει τα κλασικά του αύριο.
Η ίδια αυτή δειλία διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο το Χόλιγουντ αντιμετωπίζει τα μη λευκά ταλέντα όπως η Nyong’o. Αντί να επενδύουν σε πρωτότυπες ιστορίες, τα στούντιο πολύ συχνά επιλέγουν μαύρους, Ασιάτες και άλλους ηθοποιούς μειονοτήτων σε ρόλους που παραδοσιακά γράφονται για λευκούς ηθοποιούς. Ή τοποθετούν τρανς ηθοποιούς όπως η Page σε παραδοσιακά cisgender (άτομο του οποίου η ταυτότητα φύλου ταυτίζεται με το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση) ρόλους.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το καλλιτεχνικό επίπεδο της Nyong’o. Έχει γνήσιο εύρος και αναμφισβήτητη παρουσία στην οθόνη. Αλλά γιατί η στιγμή του θριάμβου της να εξαρτάται από την ανάκτηση ενός ευρωπαϊκού μύθου; Η Nyong’o είναι κόρη της ηπείρου με το νεότερο δημογραφικό στοιχείο στον κόσμο. Γιατί να μην χτίσουμε ένα έπος με ηθοποιούς όπως η Lupita γύρω από τα βασίλεια της Ανατολικής Αφρικής, αντί να συμβιβαστούμε με την επιφανειακή ποικιλομορφία ρόλων που της έχουν παραδοθεί;
Αυτή η προσέγγιση θα απέδιδε μεγαλύτερη δικαιοσύνη τόσο στην ηθοποιό όσο και στο κοινό. Θα αντιμετώπιζε την Nyong’o ως μια καλλιτέχνιδα άξια πρωτότυπου υλικού, γιορτάζοντας το ταλέντο της αντί να την ορίζει κυρίως από αυτό που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει.
Η διαμάχη γύρω από τον James Bond αποτελεί άλλο ένα σαφές παράδειγμα. Για χρόνια, οι σχολιαστές υποστήριζαν ότι ο Βρετανός κατάσκοπος θα έπρεπε να αναδιαμορφωθεί, πιθανώς ως μαύρος, ώστε να αντικατοπτρίζει τις σύγχρονες δημογραφικές προσδοκίες. Ο μαύρος ηθοποιός Idris Elba μπήκε άμεσα στη συζήτηση, υπονοώντας ότι το κοινό δεν θα δεχόταν ποτέ έναν μαύρο ηθοποιό στον ρόλο. Η οπτική γωνία του Elba είναι αξιοσημείωτη επειδή αναγνωρίζει και σέβεται τα όρια των προσδοκιών του κοινού και γι’ αυτό, του αξίζει η αναγνώριση.
Ο Bond είναι ένας Αγγλο-Σκωτσέζος πράκτορας, που δημιουργήθηκε από τον συγγραφέα Ian Fleming για να αποτυπώσει τις συγκεκριμένες ανησυχίες της βρετανικής αυτοκρατορικής παρακμής στα μέσα του εικοστού αιώνα. Η ταυτότητά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό το συγκεκριμένο ιστορικό σκηνικό.
Υπάρχουν και πρακτικές πραγματικότητες. Ένα franchise όπως ο Bond απαιτεί έναν ηθοποιό που να μπορεί να αφοσιωθεί σε έναν απαιτητικό ρόλο για πολλά χρόνια. Στα 53 του, ο Elba θα έμπαινε σε έναν εξαντλητικό μαραθώνιο που παραδοσιακά χτίζεται γύρω από μια δεκαετία – ή και περισσότερο – υψηλών οκτανίων ερμηνειών.
Ο τελευταίος ηθοποιός που υποδύθηκε τον Bond, ο Daniel Craig, ξεκίνησε τη θητεία του το 2006, όταν ήταν 38 ετών. Ακολούθησε τον Pierce Brosnan, ο οποίος υποδύθηκε για πρώτη φορά τον Bond το 1995, όταν ήταν 42 ετών. Ο Elba είναι πλέον μια καλή δεκαετία μετά από την ηλικία αυτών των ανδρών. Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι ο Elba είναι απαραίτητα πολύ μαύρος για να αρχίσει να υποδύεται τον Bond. Είναι απλώς πολύ μεγάλος.
Η συζήτηση, επομένως, αποκαλύπτει μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον σκοπό της αφήγησης. Η εστίαση έχει μετατοπιστεί από τη διατήρηση της ακεραιότητας του χαρακτήρα στο πολιτικό μήνυμα του ίδιου του καστ.
Η θεμελιώδης διαμάχη γύρω από τον 007 μας επιστρέφει στην Οδύσσεια. Η διαμάχη δεν αφορούσε ποτέ αποκλειστικά μια ηθοποιό ή έναν ηθοποιό ή ακόμα και τη λήψη αποφάσεων του Christopher Nolan. Αντανακλά έναν ευρύτερο αγώνα, αντιπαραθέτοντας την υπεράσπιση της τέχνης ως ζωντανής δημιουργίας με τη δική της ιστορική αλήθεια ενάντια στη σύγχρονη προσπάθεια αξιοποίησης διαχρονικών έργων ως διαφημιστικά μέσα για σύγχρονες ανησυχίες.
Κατά ειρωνικό τρόπο, τα πρόσφατα σχόλια της Nyong για τον συγγραφέα της Οδύσσειας, τον Όμηρο, για παραμέληση των γυναικείων φωνών, έχουν μόνο ενισχύσει αυτή τη διχοτομία.
Καθώς οι θεατές συρρέουν στην Οδύσσεια αυτό το Σαββατοκύριακο, δεν είμαι σίγουρη ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής για το Χόλιγουντ. Με το κοινό να απομακρύνεται και την εμπιστοσύνη του να διαβρώνεται, ο λογαριασμός για την λανθασμένη σκέψη της βιομηχανίας έχει καθυστερήσει πολύ. Η έξυπνη ανανέωση της εικόνας δεν θα είναι αρκετή για να αλλάξει απλώς την κατάσταση στην DEI. Η αφήγηση της αλήθειας, η δεξιοτεχνία και το θάρρος είναι οι μόνοι αποτελεσματικοί τρόποι για να προχωρήσουμε. Ή ίσως είναι καιρός για μια νέα βιομηχανία αφήγησης χωρίς ιδεολογικά δεσμά.
Και ίσως ο Elon Musk είναι το κατάλληλο άτομο για να τη χρηματοδοτήσει.