Από την πρώτη νότα μέχρι την τελευταία συγχορδία, το συναισθηματικό βάθος αυτού του τραγουδιού αγγίζει κάθε καρδιά. Θα γίνετε μάρτυρες της ακατέργαστης δύναμης της μουσικής καθώς προκαλεί βαθιά συναισθήματα, δημιουργώντας μια στιγμή όπου όλοι στην αίθουσα, συμπεριλαμβανομένων των κριτών και των μελών του κοινού, είναι εντελώς συγκλονισμένοι από την ομορφιά και τη θλίψη αυτής της συγκινητικής ερμηνείας.
Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
«Η απολογία του Νίκου Κοεμτζή»
Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή είναι παρούσα
Νόρα Ράλλη
Ο Μάρκος Γέττος γίνεται ο Κοεμτζής με έναν τρόπο που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε ρητές ηθικές κρίσεις. Αντίθετα, σπρώχνει τον θεατή στη ζώνη αναμέτρησης με τις δικές του προκαταλήψεις για το καλό και το κακό, για την ευθύνη και την κοινωνική διαμόρφωση του εγκλήματος.
Τέτοια εποχή ήταν: τέλη Φεβρουαρίου του 1973. Κυριακή ξημερώματα, 24 προς 25 Φλεβάρη. Λίγο πριν από την εξέγερση στη Νομική, λίγους μήνες πριν από την εξέγερση στο Πολυτεχνείο. Η Αθήνα ήταν χουντική. Η Ελλάδα ήταν χουντική. Μετά μία δεκαετία με απίστευτα ρευστό πολιτικό σκηνικό και πολιτικές δολοφονίες από το παρακράτος (Λαμπράκης, Πέτρουλας) η δικτατορία ήρθε όπως την προετοίμαζαν: από τους ίδιους που μετά τη νίκη της Κατοχής πήραν την εξουσία, από τους ταγματασφαλίτες και τους απογόνους τους. Αυτή ήταν η Ελλάδα τότε (για να μη μιλήσω για το σήμερα...).
Ποτέ δεν σταμάτησαν οι σκιές στην Ελλάδα από τον Εμφύλιο και μετά. Τότε, μες στη χούντα, οι σκιές ήταν πολύ έντονες. Για τους περισσότερους, και για τον Νίκο Κοεμτζή, αυτές οι σκιές, όπως πολύ σωστά ονόμασε το κοινωνικοπολιτικό -κρατικό και παρακρατικό- σύστημα του τότε ο καθηγητής Εγκληματολογίας, Γιάννης Πανούσης, ήταν εκεί. Ζωντανές, υπαρκτές. Πανταχού παρούσες. Τα ξημερώματα Κυριακής 25ης Φεβρουαρίου 1973 ο Νίκος Κοεμτζής δεν μαχαίρωσε τρεις αστυνομικούς, δεν τραυμάτισε άλλους εφτά θαμώνες του νυχτερινού κέντρου «Νεράιδα» στην Κυψέλη – αυτές τις σκιές θέλησε να σκοτώσει. Αυτές που δεν τον είχαν αφήσει ποτέ ήσυχο.
«Για μια παραγγελιά λέμε ότι έγινε το έγκλημα. Οι κώδικες τιμής είναι ισχυροί. Οταν σπάνε, υπάρχει μια αντίδραση (δίκαιη σύμφωνα με τον κώδικα τιμής) σχεδόν παβλοφικά αυτοματοποιημένη. Ο Νίκος Κοεμτζής αντέδρασε γιατί ενώ ο αδερφός του Δημοσθένης έκανε την «Παραγγελιά» για να χορέψει τις «Βεργούλες», οι ένστολοι με πολιτικά δεν κατέβηκαν από την πίστα. Ο Νίκος θόλωσε, έβγαλε μαχαίρι κι έγινε το κακό. Πέρα από αυτό, ο Κοεμτζής δεν χτυπούσε πρόσωπα: χτυπούσε το παρελθόν και το παρόν του. Αυτό που όλη του τη ζωή τον έβαζε στη θέση του καταδιωκόμενου εξαιτίας του αριστερού παρελθόντος του πατέρα του, που δεν είχε αφήσει στιγμή τον Νίκο: από τον δάσκαλο ώς τη φτωχοποίηση, το περιθώριο, την Ασφάλεια που είχε τα μάτια της πάνω του» είπε ο Γιάννης Πανούσης προχθές σε μια ειδική βραδιά λίγο πριν από την πρεμιέρα του θεατρικού «Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή». Το κείμενο του Βαγγέλη Γέττου είναι εξαιρετικό και προέκυψε μετά από μεγάλη έρευνα αλλά και βαθιά γνώση, καθώς ο Βαγγέλης είναι και νομικός και ουσιαστικά πολιτικοποιημένος. Στη σκηνή είναι ο αδερφός του δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία: ο Μάρκος Γέττος γίνεται ο Κοεμτζής με έναν τρόπο που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε ρητές ηθικές κρίσεις. Αντίθετα, σπρώχνει τον θεατή στη ζώνη αναμέτρησης με τις δικές του προκαταλήψεις για το καλό και το κακό, για την ευθύνη και την κοινωνική διαμόρφωση του εγκλήματος. Σε αυτό το σημείο η παράσταση κατορθώνει να γίνει λιγότερο ένα έργο για τον Κοεμτζή και περισσότερο ένα έργο για το πώς οι κοινωνίες παράγουν τα δικά τους τραύματα και τους δικούς τους μύθους.
Σε νέα σκηνοθεσία, από τον Κώστα Κιμούλη αυτή τη φορά, το έργο αποτελεί μια ανοιχτή πρόκληση στον θεατή να αναρωτηθεί πού τελειώνει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η ευθύνη της κοινωνίας. Η παράσταση δεν παίρνει καθαρά θέση υπέρ της «απολογίας» ή της «δικαίωσης», ούτε θέλει να εξωραΐσει το πρόσωπο του Κοεμτζή· τοποθετείται στο πεδίο του ερωτήματος: τι οπλίζει το χέρι ενός ανθρώπου ώς το έγκλημα; Και πόσο η κοινωνία την ίδια στιγμή συνδιαμορφώνει τις επιλογές του; Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους είναι απολύτως κατάλληλη για όλες τις ηλικίες – κατ’ εμάς μακάρι να τη δουν όλοι οι έφηβοι. Εκείνο το βράδυ της συζήτησης υπήρχε ένα 16χρονο κορίτσι στο κοινό, που μετά μίλησε υπέροχα. Δυστυχώς ο Πάνος Σόμπολος, που μίλησε και ο ίδιος, παρά τη μεγάλη εμπειρία του στο αστυνομικό ρεπορτάζ, δεν φάνηκε να έχει καταλάβει διόλου πως κανένα έγκλημα δεν είναι εκτός κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, ούτε τι σημαίνει απολιτικοποίηση της βίας. Ο ίδιος είπε απλώς και κάπως (έως εντελώς) υποτιμητικά: «Το ‘73 κάλυψα το έγκλημα ως νέος δημοσιογράφος. Μετά έβλεπα τον Νίκο στις φυλακές. Ολο μου έλεγε «Ηταν η κακιά η ώρα!». Ολο αυτό λένε οι περισσότεροι από δαύτους: πως ήταν η κακιά η ώρα».
«Κάθε τόσο με τραβάγανε στην Ασφάλεια. Με ρίχνανε σε ένα δωμάτιο, πετούσανε νερό μέσα και με είχανε τρεις - τέσσερις μέρες νηστικό, χωρίς να έχω κάνει τίποτα. «Τώρα σκοτώνουμε και δεν δίνουμε λογαριασμό» μου έλεγαν» – αυτά είναι λόγια του ίδιου του Κοεμτζή, που μπορεί να πέρασε στη συλλογική μνήμη ως ένας στυγνός εγκληματίας, αλλά η ιστορία του έγινε ποίημα της Κατερίνας Γώγου, τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο (σ.σ. «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο») και εξαιρετική ταινία από τον Παύλο Τάσσιο.
Ο Κοεμτζής έμεινε 23 χρόνια στη φυλακή και πέθανε, επίσης απόκληρος (ποτέ δεν έγινε κοινωνικά αποδεκτός στ’ αλήθεια), από καρδιά πουλώντας το βιβλίο του στο Μοναστηράκι. Κάποιοι θυμόμαστε ακόμα τη φιγούρα του εκεί. Και ευτυχώς, 15 χρόνια μετά τον θάνατό του και μισό αιώνα μετά το έγκλημα, κάποιοι προβληματίζονται ακόμα για το πώς η διαμεσολαβημένη βία είναι ίσως χειρότερη από την ίδια την εγκληματική πράξη.
ℹ️ «Η απολογία του Νίκου Κοεμτζή» παίζεται κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο θέατρο Nous (Τροίας 34, 5 λεπτά από το σταθμό του ηλεκτρικού «Βικτώρια». Τηλεφωνικές κρατήσεις: 210-8237333, 6972808525). Προπώληση: www.ticketservices.gr. Εως και σήμερα Σάββατο 31/1, ισχύει το early bird στα εισιτήρια!
«Τζάμπα» ομολογία
Ο πρωθυπουργός είναι σαφές ότι αναζητά «κολώνες» που θα τον βοηθήσουν να επιζήσει πολιτικά και να επικρατήσει
Πολύ σωστά ο πρωθυπουργός αποδοκίμασε στη χθεσινή του συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά, την κυνική δήλωση της βουλευτού Αχαίας της ΝΔ, Χριστίνας Αλεξοπούλου ότι «ο τζάμπας πέθανε», σχολιάζοντας τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί.
Σε αντίθεση με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, αλλά και την ίδια τη βουλευτή του, που έσπευσαν να κάνουν το μαύρο άσπρο, ο πρωθυπουργός «άδειασε» -κατά τη λαϊκή ορολογία- την Χρ. Αλεξοπούλου: « Δεν βοηθάει καθόλου, μα καθόλου» να λέει ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος του λαού κάτι τέτοιο», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Αν δεν ντρέπεσαι για τον εαυτό σου κάπου-κάπου, δεν είσαι τίμιος, όπως έλεγε ο αείμνηστος Αμερικανός συγγραφέας και Νομπελίστας, Ουίλλιαμ Φόκνερ. Από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, ο Φόκνερ έγραφε ότι «η φωνή του ποιητή δεν πρέπει να είναι μόνο αντίλαλος της φωνής του ανθρώπου, μπορεί να είναι ένα από τα στηρίγματα, οι κολώνες, που θα τον βοηθήσουν να επιζήσει και να επικρατήσει».
Ο πρωθυπουργός είναι σαφές ότι αναζητά «κολώνες» που θα τον βοηθήσουν να επιζήσει πολιτικά και να επικρατήσει. Παραδέχτηκε άλλωστε ότι «υπάρχει θυμός στην κοινωνία». Μόνο που απέδωσε τον θυμό, κυρίως «στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία… «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενθαρρύνουν τον θυμό», είπε χαρακτηριστικά.
Μόνο που τον θυμό δημιουργεί πρώτα απ` όλα η ίδια η πραγματικότητα. Η αύξηση λίγων δεκάδων ευρώ που είδαν οι μισθωτοί στη μισθοδοσία του Ιανουαρίου, όπου αποτυπώθηκε για πρώτη φορά η περικοπή των φορολογικών κρατήσεων, δεν μπορεί να καλύψει φυσικά τα οικονομικά προβλήματα των νοικοκυριών.
Ο μισθός τελειώνει στα μέσα του μήνα, λόγω της ακρίβειας, η οργή αυξάνεται για το πώς λειτουργούν οι θεσμοί, οι προσπάθειες συγκάλυψης τραγικών γεγονότων και τόσα άλλα παραδείγματα, είναι αυτά που κάνουν τους ανθρώπους να θυμώνουν. Εστω και από μέσα τους….
Για την μη εμπιστοσύνη του κόσμου στους θεσμούς, ο πρωθυπουργός είπε πως «εάν πιστεύουν αυτό οι πολίτες, που το πιστεύουν σε έναν βαθμό, σίγουρα έχουμε κι εμείς σε έναν βαθμό την ευθύνη, στον βαθμό που είμαστε κυβέρνηση τα τελευταία επτά χρόνια». Και πάλι όμως έσπευσε να πει πώς η μη εμπιστοσύνη στους θεσμούς «δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, είναι παγκόσμιο πρόβλημα και σίγουρα πραγματικό».
«Δύσκολον τον εαυτόν γνώναι, εύκολον τω άλλω υποτίθεσθαι», έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος, πριν 2.500 χρόνια. «Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου είναι δύσκολο, αλλά εύκολο να συμβουλεύεις τους άλλους». Γιατί τότε πρόκειται προφανώς για «τζάμπα» ομολογία και δωρεάν αυτοκριτική!
Αναμφίβολα, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, προτάσσοντας μία ατζέντα μεταρρυθμίσεων, σε μια περίοδο που οι δημοσκοπήσεις μόνο ευνοϊκές δεν είναι για την κυβέρνηση.
Στο πλαίσιο αυτό άνοιξε και τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Μόνο που όπως είπε με τη γνωστή σοφία του και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, «πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο».
Πηγή: naftemporiki.gr
Η δημοκρατική αντιπολίτευση δεν πρέπει να συναινέσει στην προσπάθεια του Μητσοτάκη να εργαλειοποιήσει το Σύνταγμα
Η Νέα Δημοκρατία δεν θέλει να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Θέλει απλώς να αξιοποιήσει την αναθεώρηση στην προεκλογική της εκστρατεία
γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τα βασικά. Το Σύνταγμα μιας χώρας είναι το θεμελιώδες πλαίσιο αρχών της. Στο βαθμό που είναι δημοκρατικό και εγγυάται θεμελιώδη δικαιώματα δεν πρέπει να αλλάζει ούτε εύκολα, ούτε συχνά. Πρέπει να προσαρμόζεται στις αλλαγές των καιρών, κυρίως στις νέες απειλές για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες ή στις νέες θεμελιώδεις ανάγκες (και άρα δικαιώματα) που πρέπει να κατοχυρωθούν, όχι όμως να αποτυπώνει συγκυριακές πολιτικές τάσεις.
Να το πω διαφορετικά το Σύνταγμα δεν αφορά τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η μία ή η άλλη κυβέρνηση. Αφορά το δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πλαίσιο εντός του οποίου οι πολίτες επιλέγουν κυβέρνηση και την εξουσιοδοτούν να εφαρμόσει τη μία ή την άλλη πολιτική. Γιατί σε τελική ανάλυση οι πολίτες είναι αυτοί που αποφασίζουν εάν θέλουν περισσότερη ή λιγότερη λιτότητα, περισσότερες, λιγότερες ή καθόλου ιδιωτικοποιήσεις, περισσότερη ή λιγότερη αναδιανομή εισοδήματος. Το Σύνταγμα μπορεί να ορίζει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό στην εργασία, στη στέγαση, στην περίθαλψη, μπορεί να βάζει φραγμό στην «απόσυρση» του κράτους από συγκεκριμένους τομείς, μπορεί να ορίζει αναγκαιότητες όπως η προστασία του περιβάλλοντος ή της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά δεν ορίζει, ούτε πρέπει να ορίζει ποια θα είναι τα μέσα για την επίτευξη αυτών των στόχων.
Αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία δεν ανοίγει μια διαδικασία αναθεώρησης με σκοπό να ενισχύσει δικαιώματα απέναντι σε απειλές ή να εμβαθύνει τη δημοκρατία. Η πρότασή της για τη Συνταγματική Αναθεώρηση είναι ουσιαστικά μια σειρά από προεκλογικές πολιτικές θέσεις της Νέας Δημοκρατίας: Συνταγματική αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αναγωγή της λιτότητας («δημοσιονομικής πειθαρχίας») σε απαραβίαστο συνταγματικό κανόνα, είναι μερικές από τις προτάσεις.
Και εδώ να σημειώσω ότι την ώρα που έχουμε ήδη πρόβλημα με τον τρόπο που η προτεραιότητα του ευρωπαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τη νεοφιλελεύθερη στροφή της «Ενωμένης Ευρώπης», έχουν υπονομεύσει σημαντικά δικαιώματα, η Νέα Δημοκρατία θέλει όλα αυτά να τα παγιώσει.
Καθαυτές οι προτάσεις είναι θεμιτές για ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα όπως η Νέα Δημοκρατία. Που δεν θέλει ενίσχυση του δημοσίου, απεχθάνεται τους εργαζομένους στο δημόσιο και πιστεύει στη λιτότητα και στη λογική, όπως μας θύμισε μια βουλεύτρια της, «το τζάμπα πέθανε». Όμως, αυτά δεν μπορούν να γίνουν και θεμελιώδης απαραβίαστος νόμος του κράτους, γιατί μετά απλώς δεν θα μπορεί να ασκηθεί κάποια άλλη πολιτική, παρά μόνο η δική της. Και ένα καθεστώς όπου οι πολίτες δεν μπορούν να αποφασίσουν στις εκλογές ποια πολιτική θα ασκηθεί, δεν είναι δημοκρατικό.
Έπειτα ακόμη και εάν κάποιος ήθελε να συζητήσει κάποιες από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας ή να αξιοποιήσει τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης για να συζητήσει αναγκαίες αλλαγές, θα προσέκρουε πάνω στο εξής πρόβλημα. Ότι δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί μια κυβέρνηση που δεν τηρεί το Σύνταγμα για να κάνει συνταγματική αναθεώρηση. Δηλαδή, πριν αποφασίσουμε να αλλάξουμε το Σύνταγμα που έχουμε, καλό είναι σε πρώτη φάση να το τηρήσουμε.
Γιατί δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η επιλεκτική ερμηνεία των όσων προβλέπονται για τις ανεξάρτητες αρχές ώστε με τεχνητό τρόπο να διαμορφωθεί η αναγκαία πλειοψηφία για την πλήρωση των κενών θέσεων στις ανεξάρτητες αρχές.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η συναίνεση στη συγκρότηση προανακριτικών επιτροπών, υπό το βάρος της κοινής γνώμης και με σαφή τοποθέτηση ότι θεωρεί αθώες περιστερές τους εμπλεκόμενους υπουργούς, όταν στη συνέχεια αυτές δεν λειτουργούν και η υπόθεση αποστέλλεται στη δικαιοσύνη.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η απροθυμία να προσκαλούνται σε εξεταστικές επιτροπές οι μάρτυρες που δεν θέλει η κυβέρνηση.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος οι άσχετες τροπολογίες, ή ακόμη και η κατάθεση νομοσχεδίων, των λεγόμενων «ερανιστικών», που είναι όλα ένα άθροισμα επιμέρους τροπολογιών.
Δεν είναι επί της ουσίας τήρηση του Συντάγματος ή άρνηση να διερευνηθεί πραγματικά το τεράστιο σκάνδαλο των υποκλοπών.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων χωρίς προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι από όλες τις απόψεις αφερέγγυα να πάρει την πρωτοβουλία για Συνταγματική Αναθεώρηση. Και είναι σαφές ότι σκοπός της είναι να εργαλειοποιήσει τη διαδικασία ενόψει της προεκλογικής εκστρατείας. Να κάνει παντιέρα τις ρυθμίσεις της και μέσω του επικοινωνιακού της μηχανισμού να σφυροκοπήσει κόμματα και πρόσωπα που θα δεν θα θελήσουν να τη στηρίξουν.
Με αυτόν τον τρόπο θα προσπαθήσει να εκβιάσει κόμματα και πολιτικούς της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να μπουν στην όλη διαδικασία. Θα τους προσφέρει προφανώς και το δέλεαρ ότι θα συμπεριλάβει και κάποια δική τους πρόταση ή κάποιο άρθρο για το οποίο έχουν επίσης δηλώσει ότι χρειάζεται αναθεώρηση. Δεν πρέπει να «τσιμπήσουν», γιατί πολύ απλά θα έχουν εξυπηρετήσει ένα προεκλογικό σχέδιο και όχι μια εθνική ανάγκη.
Δεν θα πρέπει να δώσουν καμιά συναίνεση σε αυτή την εργαλειοποίηση του Συντάγματος, κάνοντας σαφές ότι πρώτα θα υπάρξει αποκατάσταση του κράτους δικαίου και επί της ουσίας μιας πλήρους λειτουργίας της δημοκρατίας (καθότι υπονομεύεται η δημοκρατία από την αλαζονεία μιας κυβέρνησης που στην κοινωνία είναι μειοψηφική, αλλά παρ’ όλα αυτά συμπεριφέρεται ως να είναι παντοδύναμη, νομοθετώντας με ανάλογο τρόπο), και μετά θα μπορεί να ανοίξει συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Δηλαδή, να πουν ότι δεν θα ψηφίσουν καμία πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και να επιμείνουν ότι συνταγματική αναθεώρηση μπορεί μόνο να ξεκινήσει από μια νέα Βουλή που θα αντανακλά όντως τον συσχετισμό μέσα στην ελληνική κοινωνία και μια κυβέρνηση που θα έχει όχι μόνο τυπική αλλά και ουσιαστική νομιμοποίηση, ώστε να μπορεί να κάνει τον αναγκαίο εθνικό διάλογο.
Γνωρίζω ότι η Νέα Δημοκρατία θα προσπαθήσει μια τέτοια στάση να τη στιγματίσει ως αντιθεσμική και θα εγκαλέσει τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης ότι δεν θέλουν συναινέσεις. Αντιλαμβάνομαι πως ό,τι έχει απομείνει από το «Ακραίο Κέντρο» θα διαμαρτυρηθεί ιδίως για το ΠΑΣΟΚ, γιατί ούτως ή άλλως το θέλουν ως συμπλήρωμα της ΝΔ. Μπορώ από τώρα να φανταστώ την αρθρογραφία για το πώς η αντιπολίτευση γίνεται «αντισυστημική» και για το πώς «χάνεται μια ευκαιρία» για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Όμως, στην κοινωνία όλα αυτά δεν μετράνε. Όταν σε όλες τις δημοσκοπήσεις πάνω από τα δύο τρίτα των ερωτώμενων έχουν αρνητική βαθμολογία για την κυβέρνηση, όταν την κατηγορούν όχι μόνο για την ακρίβεια αλλά και για υπονόμευση των θεσμών και όταν υπάρχει πλειοψηφική απαίτηση για πολιτική αλλαγή, όλοι θα καταλάβουν γιατί είναι αυτονόητη επιλογή για τη δημοκρατική αντιπολίτευση να μην στηρίξει την κυβέρνηση με οποιονδήποτε τρόπο.
Καμιά στήριξη στο κυβερνητικό σχέδιο και πραγματικό άνοιγμα της συζήτησης για τη θεσμική αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα, ουσιαστικά μια πραγματική επανεκκίνηση της πολιτικής συζήτησης απέναντι και στην αντιπολιτική και στην κυβερνητική «σκηνοθεσία διαλόγου». Αυτά πρέπει να απασχολούν τη δημοκρατική αντιπολίτευση, όσα και εάν γράψουν διάφοροι γραφιάδες και όσα κι εάν ψιθυρίσουν διάφοροι ψιθυριστές.
Οι καθαρές θέσεις προκαλούν κραδασμούς, αλλά στο τέλος κερδίζουν. Οι μεσοβέζικες και θολές ταλαντεύσεις στο τέλος απλώς κάνουν την κυβέρνηση να φαίνεται ότι είναι η μόνη με σχέδιο. Σε τελική ανάλυση εδώ και καιρό είμαστε στη φάση ότι ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να διαλέξουν «με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν».
Πηγή: www.in.gr
Ακραία φτωχοποίηση: Για έξι στα δέκα νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα φτάνει για… 18 μέρες – Νέα έρευνα
Ένα ακόμη αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και πιο γρήγορα για όλο και περισσότερους
από Ημεροδρόμος
Μία ακόμη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες, που αναδεικνύει και αυτή το καθεστώς ακραίας φτωχοποίησης για τα περισσότερα νοικοκυριά της χώρας.
Σύμφωνα με το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, οι οικονομικές δυσκολίες επηρεάζουν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, αλλά και τα μεσαία εισοδήματα (π.χ. έως 25.000 ευρώ οικογενειακό ετήσιο εισόδημα).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταδιακή υποχώρηση της πίεσης, που είχε διαφανεί την προηγούμενη χρονιά (σύγκριση 2023-2024) σε ορισμένους δείκτες, ανακόπτεται ή και αντιστρέφεται στη φετινή έρευνα.
Πρόκειται ενδεχομένως για μια ένδειξη ότι οι πιέσεις λόγω του πληθωρισμού λειτουργούν σωρευτικά χρόνο με τον χρόνο και οι αντοχές των νοικοκυριών εξαντλούνται.
Στη φετινή έρευνα καταγράφεται ένα αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και για περισσότερους και όλο πιο γρήγορα. Το ποσοστό των νοικοκυριών που το εισόδημά τους τελειώνει πριν το τέλος του μήνα έφτασε το υψηλότερο σημείο του διαχρονικά, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60% το 2024). Επίσης, στα νοικοκυριά που δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα, πλέον αυτό επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες (έναντι 19 το 2024).
Ούτε για τις βασικές ανάγκες
Επομένως, δεν είναι τυχαία η περαιτέρω αύξηση των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρές στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Ενδεικτικά, το 12,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (έναντι 11,7% το 2024), 54,0% ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές προκειμένου να καλύψει τα αναγκαία (έναντι 52,2% το 2024) και 55,7% ότι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με μεγάλη δυσκολία ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500€ (έναντι 58,3% το 2024).
Όπως είναι αναμενόμενο, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αποταμιεύσεις αποτελούν μακρινό όνειρο για τη συντριπτική πλειοψηφία. Στη φετινή έρευνα αυξήθηκε περαιτέρω το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωσαν ότι δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν (83,5% έναντι 81,6% το 2024). Η αδυναμία είναι σχεδόν καθολική στα χαμηλότερα εισοδήματα (ως 18.000 ευρώ ετήσιο οικογενειακό εισόδημα), αγγίζει όμως και τα μεσαία και ανώτερα μεσαία εισοδήματα (ως 30.000 ευρώ).
Ως προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, καθώς και τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, οι σχετικοί δείκτες -αν και σε υψηλά ακόμα επίπεδα- παρουσιάζουν τάση αποκλιμάκωσης σε σύγκριση με το 2024, χρονιά κατά την οποία όμως κάποιοι από αυτούς τους δείκτες κατέγραψαν αρνητικό ρεκόρ (π.χ. ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο).
Τσακίζει η ακρίβεια
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθούν τρία επιπλέον στοιχεία, που προκύπτουν από το σύνολο των δεικτών που εξετάζονται στην έρευνα και αναλύονται διεξοδικά παρακάτω.
Πρώτον, η ακρίβεια επιμένει και έχει εμφανείς επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Οι πληθωριστικές πιέσεις, βάσει των επίσημων δεικτών, υποχωρούν σταδιακά και σε σχέση με την έκρηξη του 2022, γεγονός που αποτυπώνεται λ.χ. στο ποσοστό όσων καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν ορισμένες δαπάνες. Όμως, η υποχώρηση αυτή είναι ανισομερής, αφού ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά πλήττει δυσανάλογα πολύ τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων/εισών δήλωσε ότι το 2025 δαπάνησε περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού και είδη διατροφής. Τα τρόφιμα, η ενέργεια και τα καύσιμα (κίνησης/ θέρμανσης) είναι οι κατηγορίες δαπανών όπου οι αυξήσεις γίνονται περισσότερο αισθητές. Από την άλλη μεριά, σχεδόν 4 στα 10 δαπάνησαν λιγότερα για εξόδους (εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.λπ.) και ένδυση-υπόδηση.
Δεύτερον, οι ανισότητες παραμένουν. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η αύξηση των τιμών και ο πληθωρισμός επηρεάζει πλέον και νοικοκυριά με μεσαία ή ανώτερα μεσαία εισοδήματα. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά με χαμηλό και χαμηλό μεσαίο εισόδημα (π.χ. ως 18.000 €) είναι πολύ πιο δύσκολη. Για παράδειγμα, το εισόδημα εξαντλείται πριν το τέλος του μήνα στο 75,3% των νοικοκυριών με εισοδήματα ως 10.000 € και στο 71,7% των νοικοκυριών με εισόδημα 10.000-18.000 €, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει στο μισό (35,8%) στα νοικοκυριά με εισοδήματα πάνω από 30.000 €.
Μάλιστα οι ανισότητες τείνουν να διευρύνονται, αφού η κατάσταση των οικονομικά ασθενέστερων χειροτερεύει κι άλλο, σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με τα νοικοκυριά των υψηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων. Ειδικότερα, έξι στα δέκα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 18.000 ευρώ δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε το 2025, έναντι 32,7% εκείνων με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 ευρώ. Επιπλέον, τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε ανελαστικές δαπάνες και είδη πρώτης ανάγκης.
Καθώς οι δαπάνες αυτές δεν είναι δυνατόν να περικοπούν, τα νοικοκυριά αυτά είναι πολύ πιο ευάλωτα στις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς τα βασικά αγαθά (π.χ. τρόφιμα) είναι αυτά που κατεξοχήν τροφοδοτούν τον πληθωρισμό σήμερα. Τέλος, από την έρευνα προκύπτει ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό (60,0%) όσων δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση χειροτέρεψε τον τελευταίο χρόνο σε σύγκριση με όλες τις άλλες κατηγορίες νοικοκυριών.
Τρίτον, το μέλλον φαντάζει στα μάτια των περισσότερων δυσοίωνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτή η οικονομική απαισιοδοξία για το γενικότερο οικονομικό κλίμα και τις τάσεις στην ελληνική οικονομία. Παρά την οριακή αποκλιμάκωση κάποιων επιμέρους δεικτών (π.χ. περί της δυνατότητας ανταπόκρισης σε στεγαστικό δάνειο ή άλλες τραπεζικές υποχρεώσεις το επόμενο έτος), η απαισιοδοξία επιμένει ή και αυξάνεται. Το ποσοστό όσων φοβούνται ότι ενδέχεται να χάσουν κάποια στιγμή το σπίτι τους λόγω αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο ή τις τράπεζες παραμένει υψηλό (14% έναντι 16% το 2024). Το δε ποσοστό όσων εκτιμούν ότι την επόμενη χρονιά είναι πιο πιθανό να χειροτερέψει η οικονομική τους κατάσταση ανήλθε φέτος σε 49,8%, αυξημένο κατά 8,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Η φτώχεια θέλει…αναθεώρηση του Συντάγματος!
Habemus Θέμα!
Νέο κόλπο γκρόσο της κυβέρνησης:
Η Αναθεώρηση του Συντάγματος.
Με αυτό το θέμα να τίθεται σε μια μάλλον ατέρμονη συζήτηση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα επικαλύπτει εν πολλοίς κάθε ενασχόληση με τα καυτά προβλήματα της χώρας.
Πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα;
Βεβαίως!
Από ποιους όμως και προς όφελος ποιών;
Θα ήταν αφελές να περιμένει κανείς από τη σύνθεση του τρέχοντος κυρίαρχου πολιτικού συστήματος μια Αναθεώρηση του Συντάγματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων ή της ίδιας της Δημοκρατίας!
Πόσω μάλλον που η στόχευση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι προφανής:
η αναμόχλευση των πολιτικών σχηματισμών εν όψει πολιτικών μετεκλογικών συνεργασιών.
Χωρίς τη νηφαλιότητα που απαιτούν τέτοιες κινήσεις, όπως η Αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά αντιθέτως με άκρως συγκυριακά κριτήρια, η κυβέρνηση ανοίγει ένα θέμα που έχει ακόμα και διαδικαστικούς κινδύνους.
Τι θα γίνει δηλαδή αν η επόμενη Βουλή είναι θνησιγενής; Τι θα γίνει αν τα προς αναθεώρηση άρθρα που η σημερινή Βουλή παραπέμψει στην επόμενη (αναθεωρητική) δεν συζητηθούν λόγω του βραχύ βίου αυτής της νέας Βουλής; Θα πάμε για Αναθεώρηση του Συντάγματος μετά από δέκα έτη;
Καμιά σοβαρότης!
Όπως για κανένα από τα σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα.
Όμως η κυβέρνηση πέτυχε αμέσως τον στόχο της. Ήδη μια συζήτηση για την ουρανόθεν αυτή Αναθεώρηση έχει ξεσπάσει στους πολιτικούς καφενέδες, τα ράδια και τις τηλεοράσεις της χώρας. Και τα κόμματα.
Είναι κατώτερω των περιστάσεων, αλλά με τη συζήτηση για το Σύνταγμα, το Σύστημα θα ιχνηλατήσει πιθανούς κομματικούς συνδυασμούς για μια κυβέρνηση μετά τις εκλογές (ή και μετά τις δεύτερες εκλογές) που θα έχει την δυνατότητα να διευθετήσει εις βάρος της χώρας κρίσιμα θέματα, όπως τα ελληνοτουρκικά και η διαχείριση της φτώχειας.
Μπορεί να φαίνεται παιδαριώδες, αλλά ένας αντιπερισπασμός του σήμερα που θα δημιουργήσει τη φάρσα του αύριο, δεν είναι το πρώτο παιδαριώδες πράγμα που (δοκιμάζεται και) εφαρμόζεται στην Ελλάδα.
Ψωμί, φαϊ δεν είχαμε, ραπανάκια για την όρεξη….
Πηγή: www.militaire.gr
Ισραηλινός στρατός και έποικοι επιτίθενται στους Παλαιστίνιους
ARTI news
Παλαιστίνιοι καλύπτουν τα κεφάλια τους για να προφυλαχθούν από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης που τους ρίχνουν Ισραηλινοί στρατιώτες που τους εμποδίζουν να πάνε στα κτήματά τους στη Μπούρκα (κοντά στη Ραμάλα-Δυτική Όχθη) προκειμένου να μαζέψουν τις ελιές τους.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ 29 παλαιστινιακές κοινότητες εκτοπίσητκαν από τον Οκτώβριο του 2023.
Ο ΟΗΕ αναφέρει ότι το «αυξανόμενο φαινόμενο των «στρατιωτών εποίκων»... θολώνει περαιτέρω τα όρια μεταξύ κρατικής και εποικιστικής βίας». Οι έποικοι έχουν σκοτώσει, καταστρέψει περιουσίες και μέσα διαβίωσης, εκδίωξαν Παλαιστίνιους από τα σπίτια τους και διέλυσαν κοινότητες, σύμφωνα με έκθεση του γραφείου του ύπατου αρμοστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι μονάδες εποίκων «περιφερειακής άμυνας» (Hagmar) όπως αποκαλούνται κατ' ευφημισμό, λειτουργούν ως πολιτοφυαλκές και κλιμακώνουν τον βίαιο εκτοπισμό Παλαιστινίων καταγγέλλουν οι Ισραηλινοί έφεδροι και ακτιβιστές Έμμα Γκράχαμ-Χάρισον και Κίκε Κιρσζενμπάουμ.
Οι Hagmar, οι περιφερειακές αμυντικές μονάδες συστάθηκαν σε όλη τη Δυτική Όχθη από τον Οκτώβριο του 2023, καθώς οι νεοσύλλεκτοι και ο μόνιμος στρατός που είχε αναπτυχθεί εκεί ετοιμάζονταν να κινηθούν προς τη Γάζα.
Το Ισραηλινό κράτος παρείχε όπλα και εξουσία σε χιλιάδες εποίκους, οι οποίοι σχημάτισαν στρατιωτικές μονάδες στις δικές τους κοινότητες. Το κράτος καταβάλλει μισθούς hagmar, αλλά στην πραγματικότητα οι πολιτοφυλακές αυτές λειτουργούν παράλληλα με τον τακτικό στρατό.
Ο Γιαάκοφ, ο οποίος υπηρέτησε ως έφεδρος στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη το 2024, περιέγραψε το χάγκμαρ ως «ένοπλες πολιτοφυλακές που κάνουν ό,τι θέλουν». Ήταν μάρτυρας όπως είπε της καθημερινής βίας που ασκούσαν, συμπεριλαμβανομένων βανδαλισμών σπιτιών, δέντρων, φρούτων και γεωργικών προϊόντων, κλοπής ζώων, εκφοβισμού και τυφλών πυροβολισμών...
Μια κυβέρνηση που δεν έχει ποτέ ευθύνη
Η κυβέρνηση πεισματικά αρνείται να αναλάβει ευθύνες που της αναλογούν, παρότι κυβερνά αυτή τη χώρα από το 2019.
Εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική γύρω από την τραγωδία στα Τρίκαλα, όπου πέντε εργάτριες έχασαν τη ζωή τους, θα δει μια επίμονη προσπάθεια να περάσει η γραμμή ότι η κυβέρνηση δεν έχει καμία ευθύνη.
Θυμίζω ότι πολύ νωρίς έγινε σαφές ότι το δυστύχημα οφειλόταν σε διαρροή αερίου, δηλαδή κάτι που εντάσσεται στους κινδύνους για τους οποίους κάθε βιομηχανική μονάδα πρέπει να έχει σχέδιο ασφαλείας και άρα είχαμε ένα πολύνεκρο δυστύχημα που οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχαν όλα τα μέτρα και ο εξοπλισμός που θα εγγυόταν την ασφάλεια των εργαζομένων. Πλέον, έχουμε και αρκετά πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς έγινε το δυστύχημα, αλλά και για την απρονοησία των υπευθύνων να εξετάσουν τα παράπονα των εργαζομένων για έντονες οσμές αερίων.
Άρα έχουμε κατά πάσα πιθανότητα μία περίπτωση βιομηχανικής μονάδας που δεν λειτουργούσε με ασφαλή τρόπο. Αυτό εύλογα γεννά το ερώτημα πώς είχε αδειοδοτηθεί η εταιρεία αυτή και εάν είχε ελεγχθεί με τον ενδελεχή τρόπο που η ασφάλεια των εγκαταστάσεων απαιτεί.
Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο ερώτημα εάν στη χώρα μας έχουμε έναν επαρκή μηχανισμό για να εξασφαλίζει ότι οι βιομηχανικές μονάδες συμμορφώνονται με τους κανονισμούς και τις προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας στις εγκαταστάσεις τους. Εάν, δηλαδή, γίνονται έλεγχοι, επιτόπου στις εγκαταστάσεις και όχι στα χαρτιά, και προφανώς εάν υπάρχει επαρκές προσωπικό για να εξασφαλίζει ότι γίνονται.
Οδηγεί, επίσης, στο γενικότερο ερώτημα για το ποια είναι η κατάσταση με τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας, άρα στο ερώτημα της καταγραφής, αλλά και των κριτηρίων με τα οποία καταγράφονται.
Όλα αυτά τα ερωτήματα παραπέμπουν σε υπαρκτές κυβερνητικές ευθύνες.
Και εξηγώ: προφανώς εάν μια επιχείρηση έχει επικίνδυνες εγκαταστάσεις και αυτό οδηγεί σε μια τέτοια τραγωδία, φέρει τη βασική ευθύνη.
Όμως, και η κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το εάν έχει πάρει όλα τα μέτρα ώστε οι επιχειρήσεις να συμμορφώνονται πιστά με τις απαιτήσεις των σχετικών προδιαγραφών, τόσο ως προς το να υπάρχει αυστηρό πλαίσιο που να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, όσο και ως προς το να υπάρχει το προσωπικό που θα κάνει όλους τους επιτόπιους ελέγχους.
Φέρει ευθύνη για το εάν έκανε την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία πρώτη προτεραιότητα των παρεμβάσεών της στα εργασιακά.
Φέρει ευθύνη για το αν διαμόρφωσε το πλαίσιο που να καλύπτει όλους τους σύγχρονους κινδύνους για την εργασία μέσα στους χώρους δουλειάς.
Επίσης, μια κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το πώς μετρά και καταγραφεί τα προβλήματα στους χώρους δουλειάς. Η συστηματική καταγραφή επιτρέπει τη διαπίστωση του μεγέθους του προβλήματος και αντιστοίχως υποδεικνύει ποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν.
Παρ’ όλα αυτά, αντί για ανάληψη της ευθύνης για αυτές τις πλευρές, η κυβέρνηση όχι μόνο έσπευσε να κραυγάσει για άλλη μια φορά ότι δεν έχει καμία ευθύνη για το εάν υπάρχουν προβλήματα στους χώρους εργασίας, αλλά και επέμεινε ότι τα πράγματα επί των ημερών της πηγαίνουν καλύτερα παρά ποτέ.
Ακόμη χειρότερα, επιτέθηκε κατ’ επανάληψη σε όσους είτε αναφέρθηκαν επικριτικά σε όσα δεν έχει κάνει για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, είτε αμφισβήτησαν τις «ρόδινες» στατιστικές που παρουσίασε και που αποδείχτηκε ότι συστηματικά υποκαταγράφουν την έκταση των εργατικών ατυχημάτων.
Όλα αυτά δεν τα βλέπουμε πρώτη φορά. Τα είδαμε με την τραγωδία στα Τέμπη, ενώ ευθυνόταν για το ότι δεν είχαν γίνει τα έργα που έπρεπε για να είναι ασφαλείς οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες. Το είδαμε στον Ντάνιελ, όπου δεν ανέλαβε ευθύνη για τα κενά στην αντιπλημμυρική προστασία. Το είδαμε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου για όλα φταίνε «επίορκοι υπάλληλοι» και όχι οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, αυτοί δηλαδή που είχαν την ευθύνη να αποτρέπουν τέτοιου είδους διασπάθιση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων.
Είναι πια ένα μόνιμο μοτίβο. Αυτή η κυβέρνηση δεν φταίει για τίποτα. Όλα όσα κάνει είναι σωστά. Οι καταγγελίες σε βάρος της είναι έργο ψεκασμένων.
Και πάντα φταίει κάποιος άλλος.
Υπάρχει ακόμη γραφειοκρατία; Καθυστερεί η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων; Δεν προχωράνε απαραίτητα δημόσια έργα; Φταίει το «βαθύ κράτος» και όχι μια κυβέρνηση που δεν έχει ενισχύσει το δημόσιο, απλουστεύσει όσο πρέπει διαδικασίες, προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές αναγκαίες και ώριμες.
Υπάρχουν μεγάλες καταστροφές από «ακραία καιρικά φαινόμενα»; Φταίει η κλιματική αλλαγή και όχι μια κυβέρνηση που γνωρίζει ότι υπάρχει κλιματική αλλαγή και θα έπρεπε να αναβαθμίσει τις σχετικές υποδομές ως πρώτη προτεραιότητα.
Υπάρχουν προβλήματα με τα νοσοκομεία, την κατάστασή τους, την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών; Δεν φταίει η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός, αλλά οι συνδικαλιστές που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα.
Προφανώς κάθε κυβέρνηση θα προσπαθήσει να παρουσιάσει κάπως καλύτερη την πραγματικότητα, να υποστηρίξει ότι έκανε όσα μπορούσε, να υπερασπιστεί το έργο της.
Όμως, εδώ έχουμε φτάσει στην πεισματική άρνηση ευθύνης και την ταυτόχρονη προσπάθεια να παρουσιαστεί το μαύρο ως άσπρο, όχι για να πείσει ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά για να αποθαρρύνει την κοινωνία ακόμη και από το να σκεφτεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε ενδεχόμενο λογοδοσίας. Ακριβώς, για να υπογραμμίσει ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος από την παράταση της σημερινής κατάστασης, ελπίζοντας ότι κάποιοι μοιρολατρικά θα αποδεχτούν – και θα ψηφίσουν – το να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και κάποιοι απογοητευμένοι θα απεμπολήσουν κάθε ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.
Πηγή: in.gr
Κίνημα, κόμμα, ανάθεση
Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για δύο σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα, τη μορφή-κίνημα και τη μορφή-κόμμα. Έχουν γραφτεί άπειρα και για τα δύο. Υπάρχει και η θεωρία και οι συζητήσεις για τα δύο, όπως υπάρχει και η ιστορία, η πολυμορφία και ο τρόπος που υπήρξαν ή υπάρχουν είτε τα κινήματα είτε τα κόμματα. Όπως άλλωστε και η εξουσία, το πολιτικό σύστημα, η πολιτική σκηνή, το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων, η τεχνοπολιτική, η επικοινωνία, ο κυβερνητισμός-διαχείριση εντός ορισμένων ορίων, η ανάθεση και η διαμεσολάβηση, ενώ γίνεται λόγος και για στρεβλή εκπροσώπηση, λαϊκισμό, καθεστώτα έκτακτης ανάγκης και τόσα άλλα. Στο παρόν σημείωμα δεν θα τα προσπεράσουμε αλλά, παραμένοντας κάπως υποψιασμένοι ότι αυτά υπάρχουν και είναι πυκνά, ή και εμφανίζονται όχι με τόσο καθαρές και τακτοποιημένες μορφές, θα επικεντρωθούμε σε δύο-τρία ζητήματα που υπάρχουν στην Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες (2010-2026). Αυτή η προσγείωση ή αυτοπεριορισμός θα κάνει ίσως πιο εμφανείς ορισμένους δικούς μας προσδιορισμούς και εκτιμήσεις για το τι είναι αναγκαίο, σήμερα-τώρα, για το κεντρικό θέμα που μας απασχολεί: το συλλογικό «Εμείς» στην Ελλάδα του 2026. Επειδή το κεντρικό ζήτημα του υποκειμένου δεν αφορά κάτι στιγμιαίο, όπως μια έκρηξη οργής ή ένα αυθόρμητο κίνημα, ούτε μια εκλογική διαδικασία ή ένα ποσοστό, αλλά το πώς και με ποιο σχέδιο και πρόταση μπορούμε να απαντήσουμε στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Αυτό έτσι κι αλλιώς προϋποθέτει πολλά πράγματα σε επίπεδο αντίστασης και νέας συνείδησης, σε επίπεδο κίνησης και εναλλακτικού σχεδίου που υπερβαίνει αυτά που κραδαίνει η κυρίαρχη άποψη περί «πολιτικής» ως διαχείρισης, ως κυβερνησιμότητας, ως καθεστώτος παγίωσης ενός μοντέλου μεταπρατικού και εξαρτημένου. Άρα, κίνημα, κόμμα, ανάθεση στην Ελλάδα 2010-2026.
Καθεστώς, πολιτικό σύστημα, κοινωνία, κίνημα (ή κινήματα)
Το 2010 είχαμε τη Χρεοκοπία της χώρας και το πέρασμα σε ένα νέο καθεστώς, μνημονίων και διεθνούς επιτροπείας. Συνέβη δηλαδή μια μεγάλη καθεστωτική αλλαγή. Τα μνημόνια δεν ήταν γενικά διεθνείς συμβάσεις συνεργασίας ανάμεσα σε μια κυβέρνηση και έναν διεθνή οργανισμό, μια τράπεζα, ή άλλο κράτος. Στο έδαφος της Χρεοκοπίας επιβλήθηκε ένα καθεστώς επιτήρησης και αφαίμαξης της ελληνικής οικονομίας και του πολιτικού σκηνικού, ένας ζουρλομανδύας λεηλασίας της χώρας, υποθήκευσης του δημόσιου πλούτου για 99 χρόνια, μείωσης των μισθών και των συντάξεων, απολύσεων και κλεισίματος επιχειρήσεων, αμέσου ελέγχου σε όλα τα οικονομικά και πολιτικά δρώμενα εντός της χώρας. Το σοκ ήταν μεγάλο, και σαν αντίδραση εμφανίστηκε ένα μεγάλο κίνημα, το αντιμνημονιακό, που αγκάλιασε ευρύτατους τομείς (σχεδόν το 80% της κοινωνίας). Τροποποίησε συνειδήσεις και στάσεις των απλών ανθρώπων, γεννήθηκαν μορφές νέες όπως οι Πλατείες, μεγάλα δίκτυα αλληλεγγύης, κινήματα, διαθέσεις. Γκρεμίστηκε το δικομματικό σύστημα Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, άλλαξαν οι συσχετισμοί στην πολιτική σκηνή, απολύθηκαν πρωθυπουργοί (ΓΑΠ), τοποθετήθηκαν τραπεζίτες στη θέση τους, έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις το 2012, δοκιμάστηκαν κυβερνήσεις συνεργασίας… Για να φθάσουμε το 2015 ένα κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, να σχηματίσει κυβέρνηση αφού συγκέντρωσε 36% (από 4,5% που είχε προ της Χρεοκοπίας και των μνημονίων, δηλαδή μέσα σε 5 χρόνια). Χωρίς την εμφάνιση του αντιμνημονιακού κινήματος, και ιδιαίτερα την τεράστια ορμή που είχε το δίχρονο 2010-2012 σαν έκφραση του λαϊκού ριζοσπαστισμού [βλ. και προηγούμενο σημείωμα στο φύλλο 758], δεν θα συνέβαιναν αυτά.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε για ένα 6μηνο σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης-παγίδευσης. Έψαχνε να βρει έναν τρόπο συμβιβασμού, αλλά η ευρωκρατία είχε τιμωρητικές διαθέσεις (για να μην ανοίξουν ανάλογες ορέξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Ήδη από το 2012 είχε ξεκινήσει μια διαδικασία προσαρμογής και απορρόφησης του αντιμνημονιακού κινήματος στο δρόμο του κοινοβουλευτισμού-κυβερνητισμού, για να υποστραφεί η δυναμική του. Την ίδια στιγμή η πολιτικοποίηση, η συνείδηση του ίδιου του κινήματος ήταν τέτοια που άφησε χώρο ή οδηγήθηκε εύκολα στην «ανάθεση» σε ένα κόμμα και σε έναν νέο πολιτικό, τον Αλέξη Τσίπρα, να κάνουν αυτοί την κύρια δουλειά.
Ο ριζοσπαστισμός, η τάση, το ρεύμα υπήρχε ακόμα και μετά τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης, και αυτό φάνηκε πολύ καθαρά στην υπόθεση του Δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015. Δημοψήφισμα που επιλέχθηκε σαν ελιγμός του Τσίπρα πριν τη συνθηκολόγηση (που είχε ήδη επιλεγεί). Όμως ο ριζοσπαστισμός, και ειδικά η νεολαία της εποχής, το πήραν στις πλάτες τους και έδωσαν το εκπληκτικό 62,5% «ΟΧΙ». Χρειάστηκε το ίδιο βράδυ να γίνει ένα πραξικόπημα το οποίο ενορχήστρωσαν οι Ευρωκράτες, η Προεδρία της Δημοκρατίας, τα τότε κόμματα (συμβούλιο αρχηγών κομμάτων), αλλά απ’ ό,τι φαίνεται και παράγοντες νευραλγικών τομέων (στράτευμα, ΕΥΠ κ.λπ). Η λαϊκή ετυμηγορία έπρεπε να καταστρατηγηθεί και η πολιτική ηγεσία (μέσω όλων των κομμάτων) να υπογράψει το 3ο και χειρότερο μνημόνιο, που λίγο αργότερα μας έφερε και την κυβέρνηση του Χίλτον. Το σοκ της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος (γιατί τότε καταγράφηκε μια ήττα μεγάλων διαστάσεων) επέδρασε στο να αποσυρθεί το κίνημα από την κεντρική πολιτική σκηνή, και να κατακλύσει την κοινωνία μια περίοδος σύγχυσης και απογοήτευσης.
Παρόλο που σύσσωμο το πολιτικό σύστημα διατείνεται ότι έχουμε βγει από τα Μνημόνια (τεράστιο ψέμα), παρόλο που άνοιξε δρόμος στην αυτοδυναμία της Ν.Δ. υπό τον Κ. Μητσοτάκη (που κυβερνά χωρίς αντιπολίτευση για 6 χρόνια), το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας έχει οξυνθεί. Τα γεωπολιτικά συμβάντα, η πορεία της οικονομίας (παρά τις αντίθετες επίσημες διακηρύξεις), η πανδημία και η κρίση που προκάλεσε, και κυρίως τα αποτελέσματα των πολιτικών που όρισαν τα 3 μνημόνια, οδήγησαν σε διάλυση των υποδομών, ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων, μεταφορών, υγείας, παιδείας, διάλυση της αγροτικής οικονομίας, μετατροπή της χώρας σε κόμβο ενεργειακό-μεταπρατικό-στρατιωτικό, μετανάστευση 500 χιλιάδων νέων και έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Αυτά, μαζί με «φυσικές» καταστροφές που συνοδεύονταν αμέσως από προγράμματα «πράσινης μετάβασης» και αισχροκέρδειας, μαζί και με ένα εκτεταμένο δίκτυο διαφθοράς και μαφιοποίησης, αποτέλεσαν το υλικό υπόστρωμα ενός άλλου, διαφορετικού κινήματος (πάντα έκφραση του ριζοσπαστισμού). Του κινήματος των Τεμπών. Διαφορετικό κίνημα από αυτό του αντιμνημονίου, αλλά λειτουργών σαν βαθύ και ενεργό ρήγμα στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας.
Ποια η διαφορά του κινήματος των Τεμπών;
Το κίνημα των Τεμπών φτιάχτηκε από χαροκαμένους ανθρώπους που, μέσα από το σοκ της συστημικής δολοφονίας και της επιχείρησης «μπαζώματος» που ακολούθησε, βρήκαν το σθένος και το κουράγιο να δημιουργήσουν έναν σύλλογο. Και μέσα από απίστευτη προσπάθεια και ενέργειες έφεραν στο φως στοιχεία που με περισσή αισχύνη το πολιτικό σύστημα ήθελε να αποκρύψει και να συγκαλύψει. Η προσπάθεια μιας φούχτας ανθρώπων με επικεφαλής μια μάνα-σύμβολο συναντήθηκε με μια διάχυτη συγκίνηση, και την επίγνωση ότι στο τρένο μπορούσε να βρεθεί ο καθένας – στην ουσία πάνω στο τρένο βρίσκονταν όλη η Ελλάδα. Έτσι εκκολάφθηκε ένα πελώριο (στην αρχή επιμέρους) κίνημα. Το κίνημα αυτό ζητούσε Οξυγόνο, Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Τιμωρία. Η ηθική διάσταση είχε μια εξέχουσα θέση μέσα σε αυτό το κίνημα, που ήρθε σε σύγκρουση με πολλούς μηχανισμούς του πολιτικού συστήματος (άρθρο 86, κόμματα και τρόπος λειτουργίας τους απέναντι στην κοινωνία, διαδικασίες του κοινοβουλίου, ακαταδίωκτο πάσης φύσεως, δικαστική εξουσία και διάβρωσή της, εξαφάνιση στοιχείων και μαρτύρων, απειλές κ.λπ.).
Σιγά-σιγά και μέσα από μια διαδικασία βασανιστική ανελίχθηκε σε ένα πολιτικο-κοινωνικό κίνημα που άρχισε να συζητά και να θέτει ζητήματα που αφορούν την πολιτειακή σφαίρα της χώρας. Το κίνημα αυτό μπήκε ορμητικά στην πολιτική ζωή του τόπου με δύο συγκλονιστικά συλλαλητήρια (Ιανουάριος και Φεβρουάριος 2025), και μαζικότατες συγκεντρώσεις σε όλες τις γωνιές της χώρας. Τώρα μια συνέντευξη της κυρίας Καρυστιανού στον σταθμό Κόντρα προανήγγελλε τη δημιουργία Κινήματος-Κόμματος που θα παρουσιαστεί στις επόμενες εκλογές. Ανοίγει έτσι ένας νέος κύκλος, όπου στην πολιτική κονίστρα πρέπει να υπολογίζεται και αυτή η παράμετρος. Ο θόρυβος που προκάλεσε αυτή η δήλωση ήταν και είναι τεράστιος. Το πολιτικό σύστημα είναι θορυβημένο και ετοιμάζει τις αντιδράσεις του (επίθεση, δολοφονία χαρακτήρων, συκοφάντηση, πλαγιοκοπήσεις, εκμετάλλευση αντιθέσεων ανάμεσα στους γονείς θυμάτων, τρολς και ό,τι άλλο μπορούμε να φανταστούμε).
Ποια η βασική διαφορά του κινήματος των Τεμπών; Δεν βγαίνει από κάποιο κομματικό εργαστήρι, από τη σύμπραξη κάποιων δυνάμεων. Προκύπτει από ένα βαθύτατο ρήγμα. Ακολουθεί μια δική του ιδιαίτερη διαδρομή, όπου το ηθικό στοιχείο συναντιέται με το πολιτικό σε μια βάση αντισυστημική (δηλαδή σε γραμμή σύγκρουσης με το υπάρχον πολιτικό-κομματικό-μιντιακό σύστημα), με μια ανεξαρτησία από τα κέντρα ολιγαρχών και με μια φυσική ηγεσία (την κα Καρυστιανού) που χαρακτηρίζεται από μια αποφασιστικότητα και μια πάλη επί 3 χρόνια. Η οποία σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται πως χωρίς τον πολιτικό αγώνα και χωρίς να τεθούν σημαντικά πολιτειακά ζητήματα δεν μπορούν να γίνουν μεγάλες αλλαγές. Η ίδια έχει εκφράσει μέσα στο τελευταίο χρόνο δυο-τρία μεγάλα προτάγματα: «Δεν θα γίνουμε γρανάζι του συστήματος», «Η κοινωνία δεν είναι επιχείρηση», «Πρέπει να τα αλλάξουμε όλα», «Πρέπει να φτιάξουμε πολιτεία». Τα βάζει συνολικά με κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και κατανοεί πως η δικαστική εξουσία ελέγχεται και δεν κάνει τη δουλειά της. Πρόκειται για μια γυναίκα που μέσα από τη δική της διαδρομή φτάνει σε αυτές τις διαπιστώσεις – κι όχι γιατί μετείχε σε κάποιο κόμμα, ή σε ένα πρωτύτερο κίνημα. Είναι δε αποφασισμένη, επειδή οι δεσμοί αίματος τη δένουν στενά με το αίτημα της Δικαιοσύνης και της Τιμωρίας των ενόχων. Μέσα από αυτή τη διαδρομή επικοινωνεί μια τάση υπαρκτή μέσα στην κοινωνία. Μια τάση που αναφέρεται στην κυρία Καρυστιανού. Μια τάση που θέλει ένα τέλος σε αυτό το τέλμα και σε αυτήν την απίστευτη διάλυση – διαφθορά – ατιμωρησία.
Μπλοκαρισμένο πολιτικό σύστημα, μπλοκαρισμένη κοινωνία
Όταν είναι μπλοκαρισμένα τα πάντα –μπλοκαρισμένη χώρα, κοινωνία και πολιτικό σύστημα– η ανάδυση του κινήματος των Τεμπών και οι δυνατότητες που ξανοίγονται (αν αυτό βαθύνει, συναντηθεί με άλλα υπαρκτά κινήματα και αντιστάσεις, αν ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, αν κινηθεί και προσανατολιστεί σωστά γύρω από τα μεγάλα ζητήματα, αν ανοίξει διαδικασίες και διεργασίες, αν αποφύγει λάθη και ξεπεράσει υπαρκτές ελλείψεις) μπορεί να συμβάλλει στο να απαντηθεί, όσο είναι δυνατό στις παρούσες συνθήκες, το αίτημα για ένα συλλογικό «Εμείς» που τόσο λείπει.
Ας κρατήσουμε προς στιγμήν για το θέμα που εξετάζουμε μια-δυο δηλώσεις της κυρίας Καρυστιανού. Δεν της αρέσει καθόλου η μορφή κόμμα όπως αυτά παρουσιάζονται, και κάνει λόγο για ένα μεγάλο κίνημα. Επιμένει στην έννοια του κινήματος. Σε αυτά κατάληξε μέσα από μια δική της διαδρομή συνειδητοποίησης. Ο τρόπος όμως για πάρει κανείς μέρος στην εκλογική διαδικασία, από νομική και φορμαλιστική πλευρά, απαιτεί την τυπικότητα του «κόμματος». Στις εκλογές υπάρχουν υποψήφιοι, ποσοστά, δημοσκοπήσεις, εκλογικές καμπάνιες κ.ά. δρώμενα που μπορεί σε μεγάλο μέρος να απορροφήσουν την κινηματική πλευρά του εγχειρήματος. Πρόκειται για μια δύσκολη άσκηση, εφόσον επιλεγεί.
Τι χρειαζόμαστε;
Η θέση μου –αναγνωρίζοντας την περιπλοκότητα της μπλοκαρισμένης κατάστασης και πολλών υβριδικών χαρακτηριστικών– είναι ότι το κύριο μέτωπο σχετίζεται κατ’ αρχάς με τον κεντρικό Πολιτικό Λόγο που πρέπει να εκπονείται και να είναι αντίστοιχος των απαιτήσεων που θέτει το Υπαρξιακό Πρόβλημα της Χώρας. Παράλληλα με αυτό, η κεντρική επιλογή πρέπει να είναι το Κίνημα ως μορφή που μπορεί να εκφράσει σήμερα ένα μεγάλο και ετερογενές μπλοκ κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων το οποίο να στηρίζει μια μεγάλη πολιτειακή αλλαγή-μεταβολή, στην κατεύθυνση ενός μεγάλου Εκδημοκρατισμού σε όλους τους τομείς και θεσμούς, και κατοχύρωσης της Εθνικής και Λαϊκής Κυριαρχίας σε ταραγμένους καιρούς.
Η μορφή κίνημα σημαίνει ότι χρειάζονται (μάλλον από χθες, και να μην χάνεται χρόνος) διαδικασίες, διαβουλεύσεις, πολιτικοποίηση, σύνθετες πολιτικο-ιδεολογικές διεργασίες συγκρότησης του «Εμείς». Κίνηση, γείωση σε κοινωνικούς χώρους, σημασία στον κόσμο ώστε να μπορεί να συμμετέχει, μονιμότητα σε διάφορους χώρους και προώθηση στόχων, επιμονή. Το τι Πολιτεία θέλουμε, τι Δικαιοσύνη, τι Δημοκρατία, τι ανθρώπους, τι Χώρα, και με ποιες αξίες, είναι ζητήματα που πρέπει να «δουλευτούν», να «ζυμωθούν» μέσα στον κόσμο που αποτελεί το Κίνημα και στηρίζει ένα εγχείρημα.
Μια ουσιώδης παρέκβαση
Η κυρίαρχη άποψη και αντίληψη για την πολιτική είναι ότι αυτή συνίσταται στη διαχείριση και τη διοίκηση εντός ενός ορισμένου πλαισίου (που δεν αμφισβητείται, π.χ. μεταπρατική, εξαρτημένη Ελλάδα με το δεδομένο πολιτικό σύστημα). Επομένως κάποια κυβέρνηση αυτών των προδιαγραφών. Η οποία προκύπτει δια εκλογών , ποσοστών, συμπράξεων κ.λπ. Άρα το μόνο που μένει η αναμονή των επόμενων εκλογών.
Αυτή η αντίληψη είναι σήμερα κυρίαρχη. Αντί να την αναπαράγουμε, πρέπει να την κοντράρουμε στο ουσιαστικό μέρος: Βλέπει τον πολίτη απλά σαν ψηφοφόρο και τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα είναι θέμα ειδικών, τεχνοκρατών, αυτών «που ξέρουν». Η ίδια αντίληψη περνά και στα θέματα προγράμματος. Όλα τα κόμματα έχουν προγράμματα, αλλά αυτό που εφαρμόζουν είναι άσχετο από τυχόν διακηρύξεις. Είναι διαχείριση και απλή διοίκηση. Εκτελούν εντολές από τις «Αγορές», τις επιχειρήσεις, τους υπερεθνικούς οργανισμούς, τις πρεσβείες. Θα μπορούσαν να έχουν έναν πρωθυπουργό που να μην ξέρει τίποτα, ή σχεδόν τίποτα (όπως ότι δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα ή άλλες βλακείες που έχουν εκστομίσει).
Η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται μέσα στη Βουλή ή απλά στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Γι’ αυτό και ο κυβερνητισμός είναι μια μεγάλη αφέλεια. Ότι δηλαδή από ένα εκλογικό ποσοστό ή μια κυβέρνηση εξαρτάται η πορεία της χώρας και η αλλαγή της. Χωρίς τη δύναμη ενός ισχυρού γειωμένου Κινήματος που θα ορίζεται από στόχους οι οποίοι θα παλεύονται ανοικτά, που θα έχει διαδικασίες συμμετοχής και δράσης, δεν μπορεί να ξεμπλοκαριστεί η κατάσταση, ούτε αλλάξουν οι πραγματικοί συσχετισμοί. Το κίνημα πρέπει να είναι το μυϊκό και νευρικό σύστημα ενός μεγάλου εγχειρήματος. Το πολιτικοκοινωνικό κίνημα είναι η βασική δύναμη στήριξης ενός εγχειρήματος, η βασική δύναμη διεμβολισμού ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, η κινητήρια δύναμη αλλαγής ρότας μιας χώρας. Μόνο δια των κινημάτων αλλάζουν οι συσχετισμοί γενικά, και πολλές φορές σε εκλογικό επίπεδο.
Η μη εξαγγελία και η μη εξαπόλυση ενός Κινήματος γύρω από στόχους και η απουσία διαδικασιών οδηγεί στην ανάθεση και την προσμονή επεξεργασιών από «σοφούς». Όσο κι αν στηρίξει εκλογικά ο κόσμος μια τέτοια προσπάθεια, είναι αναγκαίο να του δοθεί, να αποκτήσει, να διεκδικήσει έναν άλλο, πιο ενεργητικό ρόλο από αυτόν του απλού ψηφοφόρου. Οποιοδήποτε εναλλακτικό πολιτειακό μοντέλο πρέπει να έχει άλλη θέση για τον Πολίτη εν κοινωνία. Αν αυτό δεν καλύπτεται ήδη, αν αυτό δεν φροντίζεται, ο πολίτης υποβιβάζεται στη θέση του ψηφοφόρου. Γι’ αυτό οι διαδικασίες, η συλλογικότητα σε όλα τα επίπεδα είναι υπερ-απαραίτητα όπλα. Ναι, όπλα απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη περί πολιτικής ως διαχείριση και διοίκηση αυτών που ξέρουν και αποφασίζουν, ενώ ο λαός είναι για τη λάντζα και μόνο.
Σωστά η κυρία Καρυστιανού στη συνέντευξη στο Κόντρα μίλησε για τον Τσίπρα και είπε ότι αφού μας ανέβασε στους ουρανούς μετά μας γκρέμισε την ελπίδα.
*****
Το συλλογικό «Εμείς» έχει πολύ δρόμο να διανύσει. Μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση στο Υπαρξιακό Αδιέξοδο της χώρας κτίζεται με κόπο, προσπάθεια, αγώνες, ανιδιοτέλεια, σοβαρότητα, μέσα από διάλογο, αντιθέσεις και δυσκολίες. Δεν είναι θέμα μιας ζαριάς, ούτε μιας σπαθιάς – διαφορετικά ίσως να είχε λυθεί τόσα χρόνια που υπάρχει. Η ιστορία του αντιμνημοναικού κινήματος (που είναι πολύ κοντινή) πρέπει να μας διδάξει από πολλές πλευρές, ιδιαίτερα από τα λάθη και τις μεγάλες καθυστερήσεις που υπάρχουν. Λειτουργεί και ως προειδοποίηση…
Επειδή η Πολιτική (με κεφαλαίο Π) πρέπει να είναι Ποιητική. Να εμπνέει και να κινητοποιεί γύρω από στόχους, όχι να αναθέτει σε κάποιους διαχείριση ή σωτηρία. Με μια πιο τρέχουσα έννοια, η Πολιτική είναι σύνθεση Ηθικής και Δημιουργίας προϋποθέσεων για τους στόχους που θέτει ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε!
Η διαλεκτική του δημογραφικού (Μέρος Β’)
Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός εδραιώνεται και η παραγωγή αποκεντρώνεται, η τεκνοποίηση γίνεται και αυτή μια επένδυση μεγάλου ρίσκου.
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου (ΕΔΩ) έκανα μία εισαγωγή πάνω στην εξέλιξη της οικογένειας και τεκνοποίησης κατά τον προβιομηχανικό και βιομηχανικό καπιταλισμό, τον φορντισμό και την πρώιμη περίοδο του μεταφορντισμού. Αποκτήσαμε μια πρώτη εικόνα περί του πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνικές σχέσεις στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων, της οργάνωσης της εργασίας αλλά και της εξέλιξης των παραγωγικών σχέσεων. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει καθώς φτάνουμε στα «χρυσά 80’s» και ο Ψυχρός Πόλεμος φτάνει προς το τέλος του.
Η δεκαετία του ‘80, πέραν των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος, χαρακτηρίστηκε και από την εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών στην παραγωγή. Αν και ακόμα βρισκόταν σε βρεφονηπιακό στάδιο και οι τότε λειτουργίες τους -αλλά και κόστος- δεν συγκρίνονται επ’ουδενί με αυτές των σημερινών «απογόνων» τους, οι αλλαγές που έφεραν στην παραγωγή ήταν σαρωτικές. Εξέλιξαν περαιτέρω την ήδη αυτοματοποιημένη παραγωγή, τυποποιώντας την ακόμα περισσότερο, βοηθώντας στον αποτελεσματικότερο προγραμματισμό, στην λογιστική, στον συντονισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όσον αφορά τα πιο τεχνικά ζητήματα, εισήγαγαν το CAD, την προσομοίωση και μοντελοποίηση των προϊόντων, κάτι που μείωσε τους κύκλους παραγωγής, επέτρεψε τον πειραματισμό πάνω στα μοντέλα, αλλά και μετέφερε μεγαλύτερη ευθύνη και χρησιμότητα στα χέρια των μηχανικών και σχεδιαστών των προϊόντων.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
| Νομιμοποίηση της έκτρωσης ανά χώρα και δεκαετία |
Αυτές όμως ήταν απλά μερικές από τις αλλαγές που χαρακτήρισαν την δεκαετία του ‘80. Η εξέλιξη και καθίερωση των ΜΜΕ στην καθημερινότητα λειτούργησε ως καταλύτης στην διάχυση των νέων αλλαγών και στην αναπαραγωγή της νέας νόρμας. Δεν ήταν καθόλου ο παραγωγός όλων αυτών των μεταβολών, όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικοί, αλλά ο αναπαραγωγός των εξελίξεων, αυτός που κανονικοποίησε την νέα συνθήκη, παρουσίασε τον ατομικισμό ως σημαντική κοινωνική ανάπτυξη και μετέφρασε την αναγκαιότητα ως αξία. Αντίστοιχα, η νέα αλλαγή προκάλεσε συγκρούσεις μεταξύ νέου και παλιού και εδώ εντοπίζεται το άγχος του συντηρητισμού, ο οποίος ένιωθε ότι έχανε την νέα γενιά καθώς ήταν και πολύ πιο φιλελεύθερη από την προηγούμενη. Τα παιδιά των 80’s ήρθαν σε κόντρα με τους γονείς τους, μεγαλωμένους με διαφορετικές νόρμες που όλες αυτές οι αλλαγές τους φαίνονταν ξένες ή και εχθρικές. Ίσως έχετε παρατηρήσει πόσο συχνά εμφανίζεται αυτή η αντίθεση συντηρητικού γονέα -«φιλελεύθερου παιδιού που θέλει να ανακαλύψει τον κόσμο και τον εαυτό του» ή που δεν ξέρει τι θέλει, σε ευρωπαϊκές και αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του ‘80. Όλα τα παραπάνω έδρασαν καταλυτικά, όχι μόνο στην καθυστέρηση της τεκνοποίησης, αλλά και στην ποσοτιαία μείωση αυτής.
| Η μέση ηλικία τεκνοποίησης των γυναικών ανά χώρα, 1980-2000-2022, OECD |
Η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν το «καλημέρα» της δεκαετίας των 90’s, όπου και όλες οι παραπάνω αλλαγές επιταχύνθηκαν. Ο νεοφιλελευθερισμός έγινε πολύ πιο επιθετικός, παίρνοντας πίσω κατακτήσεις δεκαετιών σε πολύ πιο μαζική κλίμακα απ’ ό,τι στα 80’s, ενώ ο κοινωνικός φιλελευθερισμός μαχόταν για ακόμα περισσότερη κοινωνική απελευθέρωση. Καθώς όμως δεν κατάφερε να συνδεθεί με την επαναστατική κομμουνιστική πρακτική, εν τέλει κατέληξε ουσιαστικά να αποτελεί το όπιο των μαζών και πολλές φορές να συμπλέει με τον νεοφιλελευθερισμό όσον αφορά την αποδυνάμωση των παλαιών δομών, την έμφαση στην ατομική αυτονομία, αλλά ακόμα περισσότερο στην αποσύνδεση της ταυτότητας από την παραγωγή.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν μέτρα σταθεροποίησης των δημογραφικών και ανανέωσης της πληθυσμιακής πυραμίδας, ειδάλλως θα βλέπαμε μία κατάρρευση ήδη από την δεκαετία του ‘90, ίσως και αργότερα. Το σημαντικό μέτρο εξ’ αυτών ήταν η μετανάστευση. Ήδη από το ‘50-’60 και λόγω της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και φυσικά της έλλειψης απαραίτητου εργατικού δυναμικού (καθώς το υπάρχον είχε γίνει κρέας για τα κανόνια 20 χρόνια πριν), χώρες όπως η Γαλλία, η Δ. Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρούν σε συμφωνίες με τρίτα κράτη και προσκαλούν ανθρώπους για εργασία. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις, αυτές οι συμφωνίες ήταν κομμάτι της μεταποικιακής συνθήκης μεταξύ πρώην αποικίας και μητρόπολεις, κάτι που αργότερα θα μετατραπεί στο γνωστό φαινόμενο του «brain drain». Παρ’ όλα αυτά αυτές οι συμφωνίες ήταν παροδικές και δεν προέβλεπαν μαζική οικογενειακή μετανάστευση παρά μόνο ατομική και για ορισμένο χρονικό διάστημα (Gastarbeiterprogramm).
Κατά τα πρώτα χρόνια του ‘70 και καθ’όλη την δεκαετία του ‘80 αυτό το φαινόμενο αρχίζει να μετατρέπεται από παροδική ατομική μετανάστευση σε οικογενειακή, μόνιμη μετανάστευση. Στα αστικά κέντρα της Ευρώπης αρχίζουν σιγά σιγά να σχηματίζονται αφρικανικές, αραβικές, λατινοαμερικάνικες κοινότητες. Μία κατάσταση που σήμερα είναι δεδομένη για κάθε άνθρωπο που ζει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο αρχίζει να πρωτοεμφανίζεται τότε. Αν και οι προλετάριοι-μετανάστες, μεγαλωμένοι σε πιο συντηρητικές κοινωνίες, θα καταφέρουν να επουλώσουν για ένα χρονικό διάστημα το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης και τις μακροχρόνιες συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πανάκεια.
Καθώς ενσωματώνονται στις κοινωνίες, τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο, συναναστρέφονται με άλλα παιδιά, μεγαλώνουν, φεύγουν από το σπίτι για να σπουδάσουν, εντάσσονται στην παραγωγή, ερωτεύονται, συζούν με την σύντροφο ή τον σύντροφό τους και βιώνουν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της μεταφορντικής πραγματικότητας, γίνεται δύσκολο και γι’ αυτά η συντήρηση μιας πολυμελούς οικογένειας. Ακόμα και αν υποστηρίζονται οικονομικά από το σόι τους, ή αν αντίστοιχα συναναστρέφονται μόνο με άτομα της κοινότητάς τους, η παραγωγή τους χτυπά καθημερινά την πόρτα υπενθυμίζοντάς τους ότι ο τρόπος ζωής τους είναι ασυμβίβαστος με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και με τις ανάγκες της αγοράς. Ως αντίδραση σε αυτό, οι νεαροί μετανάστες είτε στρέφονται περισσότερο στην αγκαλιά της κοινότητάς τους, επιχειρώντας να διατηρήσουν τις νόρμες τους, ή στον αντίποδα, ενσωματώνονται στις νόρμες της εκάστοτε κοινωνίας στην οποία πλέον ζουν.
Η μετανάστευση συνεχίζεται και κατά την δεκαετία του ‘90, λόγω της κατάρρευσης των κρατών του σοσιαλιστικού μπλοκ και των ιμπεριαλιστικών πολέμων σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Γιουγκοσλαβία. Αντίστοιχα ολόκληρες οικογένειες φεύγουν από τις βομβαρδισμένες χώρες τους για αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής σε χώρες που είναι υπεύθυνες για τον ξεριζωμό τους. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και εδώ, όπου η ευρωπαϊκή οργάνωση της παραγωγής και η μεταφορντική νεοφιλελεύθερη πίεση αναπτύσσουν μία αντίφαση μεταξύ αυτών και του οικογενειακού μοντέλου των μεταναστών, κάνοντάς το μη βιώσιμο και ωθώντας τους ιδίους στην κατάσταση που περιέγραψα στην παραπάνω παράγραφο. Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, ο καπιταλισμός εξελίσσεται, νεοφιλελευθεροποιείται ακόμα περισσότερο και οι νέες γενιές ενσωματώνονται στην παραγωγή και στην κοινωνία, εμφανίζονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ διεθνών ζευγαριών, πιο ευέλικτες οικογενειακές σχέσεις, κάτι το οποίο μοιάζει ξένο για την κοινωνία της π.χ. Νιγηρίας, αλλά όχι για νεαρούς Νιγηριανούς στην Ιταλία του σήμερα. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο παρουσιάζεται και στην τεκνοποίηση, όπου συγκρίνοντας τα ποσοστά γεννήσεων μεταξύ πρώτης και τρίτης γενιάς μεταναστών παρατηρούμε ότι η διαφορά είναι αξιοπρόσεκτη, ενώ εντοπίζουμε ταυτόχρονα και άλλους παράγοντες που ενισχύουν αυτή την τάση όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, η αντισύλληψη, κάτι το οποίο σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου είναι είτε παράνομο, είτε κοινωνικά απονομιμοποιημένο. Εν τέλει, όσο δυνατοί κι αν είναι οι οικογενειακοί δεσμοί των μεταναστευτικών πληθυσμών η παραγωγή, η οργάνωση αυτής και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ηγεμονία είναι πολύ ισχυρότερες δυνάμεις.
| Ποσοστό εργατών ανά χώρα που ανησυχούσε για απώλεια της δουλειάς του, 2022, OECD |
Όμως το ‘90 δεν έφερε μόνο αυτές τις αλλαγές. Με την πτώση των τιμών των ηλεκτρονικών υπολογιστών, την μαζική έξοδό τους στην αγορά και την διάδοση του ίντερνετ αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα φόρουμς, ο πρόγονος των σημερινών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ένας νέος κόσμος απλώνεται μπροστά στα μάτια των νέων γενεών που πλέον μπορούν να συνομιλούν και να συζητούν με ανθρώπους από την άλλη άκρη της γης, άμεσα και γρήγορα. Οι ειδήσεις πλέον γίνονται αντικείμενο σχολιασμού και όχι απλά παθητικής τηλεθέασης στην τηλεόραση, όπως μέχρι τότε είχαν συνηθίσει. Τα κινητά τηλέφωνα επιταχύνουν την άμεση διάδοση της πληροφορίας και της επικοινωνίας και ο κόσμος νιώθει ότι βρίσκεται σε μία επανάληψη των «χρυσών 50’s και 60’s», όπου η τεχνολογία έμοιαζε κινητήρια δύναμη και φορέας πανανθρώπινης πρόοδου. Η ενσωμάτωση όμως αυτών των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή θα συντρίψει κάθε αυταπάτη. Καθώς ο μεταφορντισμός απαιτεί ευελιξία και άμεση αντανακλαστική αντίδραση στις ανάγκες της αγοράς, πλέον η δουλειά θα ακολουθεί κάθε έναν όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν κάνει. Ένα τηλέφωνο στις 6.00 το πρωί είναι αρκετά για να σηκωθεί κάποιος γρήγορα, να ντυθεί και να τρέξει στο γραφείο επειδή προέκυψε έκτακτο meeting με εταιρικούς συνεργάτες, ασχέτως φυσικά αν η βάρδια του ξεκινά στις 7.00.
Ταυτόχρονα και ενώ η τριτογενοποιημένη εργασία επεκτείνεται, κατακτώντας τις ευρωπαϊκές οικονομίες, εμφανίζονται νέα επαγγέλματα υψηλής προσφοράς που κάνουν ακόμα πιο αβέβαιο το μέλλον των νεαρών εργατών. Οι μεταφορές, η εποχιακή εργασία, ο τουρισμός, οι πωλήσεις, απαιτούν πολλές φορές τα ταξίδια σε άλλα μέρη, καλλιεργώντας μια άκρως ρευστή σχέση του υποκειμένου με τον χώρο και μια αβεβαιότητα για βασικά ζητήματα όπως η ενοικίαση ενός σπιτιού και οι κοινωνικές σχέσεις. Η δημιουργία οικογένειας γίνεται έτσι ένας άθλος, ενώ η τεκνοποίηση ένα βαρίδιο, μια περαιτέρω ευθύνη πάνω από το κεφάλι του ζευγαριού με μεγάλο κόστος.
Με τον ψηφιακό καπιταλισμό να αποτελεί το τελευταία ως τώρα φάση του καπιταλισμού, οι αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την προηγούμενη φάση πλέον έρχονται να μονιμοποιηθούν και να εντατικοποιηθούν. Με την εισαγωγή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή, η πρώτη γίνεται αποδοτικότερη ενώ πλέον η καθημερινότητα γίνεται και αυτή κομμάτι της ψηφιακής ινφοσφαίρας. Ταυτόχρονα τα παλαιά επαγγέλματα εξελίσσονται, νέα επαγγέλματα προκύπτουν μαζί και νέες ανάγκες. Κάθε εργασιακός χώρος μεταφέρεται και σε μία εφαρμογή άμεσων μηνυμάτων όπου η παραγωγή συντονίζεται, το εβδομαδιαίο πρόγραμμα ανακοινώνεται, μαζί και προβλήματα που έχουν προκύψει. Οι ειδοποιήσεις πρέπει να είναι πάντα ανοιχτές μην και τυχόν έρθει κάποιο μήνυμα ή τηλέφωνο από την δουλειά, ασχέτως του τι ώρα είναι, του αν εργάζεται κάποιος ή όχι. Η καθημερινότητα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα στρατόπεδο όπου πάντα πρέπει να ‘μαστε σε επιφυλακή μην και τυχόν δεχθούμε εχθρικά πυρά.
Ταυτόχρονα, λόγω του απρόσωπου που καλλιεργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετοι να εκφραστούν ελεύθερα (ανώνυμα ή επώνυμα) στον τοίχο τους, να αυτοαναπαράγονται στο κοινό τους επιταχύνοντας την αλλοτρίωση που εξαρχής τους οδήγησε σε αυτή την κατάσταση και στην ψηφιακή αποχαύνωση.
Θα ήταν λάθος φυσικά να ισχυριστούμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν η αιτία μαζικότερης αλλοτρίωσης ή και αυξανόμενων ψυχικών νοσημάτων που παρατηρούνται κατά την μετα-covid εποχή. Στην πραγματικότητα, όπως παλαιότερα έκαναν και τα ΜΜΕ, αναπαρήγαγαν όλες τις μεταβολές που λάμβαναν χώρα εντός της κοινωνίας. Ήταν απλά ο δίαυλος μεταφοράς και εικονογράφησης αυτής της δυναμικής διαδικασίας που μετασχημάτιζε τις δυτικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα όμως, εκτός από μέσα παραγωγής, μετατράπηκαν και σε μέσα άντλησης νέας υπεραξίας από τον χρήστη. Δεδομένα αντλούνται από τις πλατφόρμες, πωλούνται σε άλλες εταιρίες, χτίζεται profiling και ο χρήστης γίνεται στόχος διαφημίσεων (και ιδεολογίας) βάσει των προτιμήσεων που έχουν καταγραφεί από την πλατφόρμα. Έτσι μπορεί να νομίζει ότι είναι ελεύθερος να καταναλώνει προϊόντα και απόψεις ενώ στην πραγματικότητα είναι στόχος ενός πολύ καλά σχεδιασμένο διεταιρικού μάρκετινγκ. Το ίντερνετ παρουσιάζεται ως εργαλείο (και είναι) του οποίου η καλή ή κακή χρήση είναι στο χέρι του καθενός. Μπορείς να αυτοεξελιχθείς ή να καείς στην ροή των ειδήσεων λέει η αγορά εργασίας. Αυτό το τσιτάτο όμως δεν είναι παρά μια μυστικοποιημένη εμφάνιση της πραγματικότητας, ένα νεοφιλελεύθερο αφήγημα που πετά κάτω από το χαλί όλα τα δομικά προβλήματα που οδηγούν στην αλλοτρίωση και αυτοκαταστροφικότητα, η οποία προφανώς δεν οφείλεται στα social media αλλά αντανακλάται σε αυτά.
Θα ήταν επίσης λάθος να κατηγορήσουμε όλα τα παραπάνω προβλήματα που προέκυψαν στην οργάνωση της παραγωγής καθώς είναι άμεσα εξαρτώμενη από τις παραγωγικές σχέσεις και τους συσχετισμούς αυτών. Ο φορντικός καπιταλισμός, τα ισχυρά κοινωνικά κράτη, η οικονομική σταθερότητα, ήταν όλα πρόσκαιρα φαινόμενα μιας περιόδου έντονων διεθνών συγκρούσεων μεταξύ Ιμπεριαλισμού και Σοσιαλισμού, ευνοϊκών ταξικών συσχετισμών υπέρ του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού στρατοπέδου που πίεζε για την κατάκτηση όλων αυτών των προνομίων καθώς και της μεταφοράς υπεραξίας από τον Τρίτο προς τον Πρώτο Κόσμο, από τις αποικίες προς τις μητροπόλεις. Με το πέρας της αποικιοκρατίας και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, δόθηκε η ευκαιρία στις άρχουσες τάξεις της ευρωπαϊκής ηπείρου να προχωρήσουν στην εξαγωγή της βιομηχανίας στις πρώην αποικίες, μία κίνηση που όχι μόνο θα μεγιστοποιούσε τα κέρδη τους, αλλά και θα άλλαζε τους συσχετισμούς υπέρ αυτών, διαλύοντας τον βιομηχανικό συνδικαλισμό, αναπτύσσοντας μια τεχνητή και ελεγχόμενη ανεργία ως φορέα πίεσης στους εργάτες, ενώ με την ιδεολογική γλώσσα του μεταφορντισμού, τον νεοφιλελευθερισμό, κατόρθωσαν να διαβάλουν ακόμα και την ίδια την αριστερά μετατρέποντάς την από ένα ταξικό-πολιτικό κίνημα σε φορέα σοσιαλφιλελεύθερο φορέα διαχείρισης του καπιταλισμού και «εξανθρωπισμού» της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.
Εν τέλει η τεκνοποίηση, το οικογενειακό μοντέλο αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις εν συνόλω αναδιοργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αποσταθεροποίηση των υπάρχοντων σχέσεων παραγωγής. Ο καπιταλισμός χτίζει και γκρεμίζει, αφήνοντας τα υποκείμενα μόνα να μαζέψουν τα συντρίμμια τους μετά από κάθε μεταβολή του. Αναδιαρθρώνεται, μετασχηματίζει την παραγωγή, διαλύει αδύναμα κράτη μαζί και τις κοινωνίες τους, αναπτύσσει συγκρούσεις και αντιθέσεις μεταξύ του παλιού και του νέου, όλα αυτά φυσικά για να επιβιώσει ενώ ιστορικά έχει ξεπεραστεί και δεν θέλει να καταλάβει ότι ήρθε η ώρα να ξαπλώσει στο νεκροκρέβατό του και να αναπαυθεί στο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Καθώς οι κοινωνικές σχέσεις αλλοτριώνονται και η κοινωνία κανιβαλίζεται βλέποντας τον εχθρό στο τάδε ή στο δείνα υποκείμενο, κατηγορώντας τις γυναίκες και τα νέα ζευγάρια για τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, τους μετανάστες για την εγκληματικότητα, τους ψυχικά ασθενείς για την αύξηση της βίας, είναι αναγκαίο να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα προβλήματα είναι δομικά, όχι ατομικά, ούτε κοινωνικά. Η κοινωνία δεν είναι παρά ένας αφηρημένος όρος και η αναγωγή ενός προβλήματος σε αυτήν μπορεί να σημαίνει χίλια δυο, όπως ότι είναι προβληματική, ότι χρειάζεται μόρφωση, ή – ακόμα χειρότερα – ότι έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά και μία τάση προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που χαρακτηρίζουμε προβληματική. Όμως μια τέτοια συλλογική ευθύνη είναι αντιεπιστημονική και ιδεολογικά καθοδηγούμενη από όσους προσπαθούν να συγκαλύψουν τις πραγματικές αιτίες ενός προβλήματος και ενώ το αναδεικνύουν ουσιαστικά δεν επιθυμούν να το λύσουν, τουλάχιστον όχι αποτελεσματικά και χωρίς μετάθεση ευθυνών.
Ευτυχώς ή δυστυχώς και καθώς ο ιμπεριαλισμός αγριεύει είναι αναγκαίο να έχουμε στον νου μας ότι ένα δίκαιο σύστημα δεν έρχεται μόνο να ανατρέψει τις σχέσεις παραγωγής και να προσφέρει ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Έρχεται και για να μετασχηματίσει τις κοινωνικές σχέσεις, να τις κάνει πιο ανθρώπινες, αποεμπορευματοποιημένες, ειλικρινείς. Και αυτός ο μετασχηματισμός αφορά και την οικογένεια και την τεκνοποίηση φυσικά.
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Στάθης Σταυρόπουλος : "Ένα νεκρό πολιτικό σύστημα, προτείνει νεκρές εναλλακτικές πολιτικές λύσεις"
Ο γνωστός σκιτσογράφος- αρθρογράφος Στάθης Σταυρόπουλος, σε μια άκρως αποκαλυπτική συζήτηση στον 98.4, εξηγεί γιατί σε μια χώρα όπου η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι επιβεβλημένη, η προτεινόμενη από την κυβέρνηση με την συμμετοχή και του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού, δεν είναι αναθεώρηση ουσίας προς όφελος των πολλών και του λαού, αλλά μια ακόμη απόπειρα αφενός επικοινωνιακής φυγής από την σκληρή για τους Έλληνες πραγματικότητα, αφετέρου διασφάλισης πως οι όποιες αλλαγές θα είναι του απολύτου ελέγχου ενός νεκρού πολιτικού συστήματος που ομοίως προτείνει νεκρές εναλλακτικές πολιτικές λύσεις, ώστε ο λαός να μην γίνει συμμέτοχος στη πολιτική διαμόρφωση των εξελίξεων. Όλα αυτά όπως λέει, όταν η ακρίβεια, η διαφθορά, η επιβίωση των πολλών και τα συστημικά φαινόμενα από τα εργατικά δυστυχήματα, τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τν συντριβή της αγροτιάς, είναι η πραγματικότητα στην Ελλάδα, που δεν αναθεωρείται από καμία δύναμη του πολιτικού συστήματος. Ο Στάθης, μίλησε ακόμη για την διαρκώς δυσχερή διαμόρφωση σε βάρος του Ελληνισμού, από τις κινήσεις της αναθεωρητικής Τουρκίας, που συναντούν μόνο κατευνασμό, από την ελληνική πλευρά. Αναρωτιέται, τι πάει να κάνει ο Έλληνας Πρωθυπουργός στην Άγκυρα;
Ξεφυλλίζοντας La Repubblica
Από το Τρεβίζο στο Παλέρμο μέσω Ρώμης και Πάντοβα. Ένα πανό με την επιγραφή «Το σχολείο είναι δικό μας» αναρτήθηκε από νεαρούς οπαδούς της άκρας δεξιάς. Το σύνθημα υπογράφεται από τη «Φοιτητική Δράση», οργάνωση της νεολαίας των Αδελφών της Ιταλίας (Μελόνι) στα σχολεία. Πίσω από το πανό είχε ποζάρει και η υφυπουργός Παιδείας Πάολα Φρασινέτι, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις έχει υποδεχθεί τους εκπροσώπους της Φοιτητικής Δράσης στο υπουργείο. Εμπλεκόμενοι σε ορισμένες εκδηλώσεις βίας έξω από τα σχολεία, οι νεαροί μαθητές λυκείου του πρώτου κόμματος της κυβέρνησης, με αυτή την καμπάνια προσπάθησαν να χαρακτηρίσουν τα σχολεία με κίνδυνο τη δημιουργία κλίματος έντασης και εκφοβισμού.
Από ένα υποτιθέμενο κοινωνικό αστείο - αλλά ήταν αμέσως σαφές ότι ήταν κάτι πιο σοβαρό - σε μια εθνική υπόθεση. Τα γεγονότα. Με μια σειρά από ιστορίες στο Instagram, μερικά αγόρια από την ποδοσφαιρική ομάδα Don Guanella στόχευσαν τους παίκτες κάτω των 17 ετών της Νάπολι με χυδαιότητα και σεξιστικές φράσεις. Γονείς και μάνατζερ της γυναικείας ομάδας κάτω των 17 ετών της Νάπολι έθεσαν την υπόθεση και επικοινώνησαν όλη την αγανάκτηση, τον θυμό και την αμηχανία τους ζητώντας κυρώσεις και μια εκπαιδευτική πορεία για τα αγόρια που ευθύνονται. Είναι η διάδοση περιεχομένου με αναφορές στα σώματα των γυναικών ποδοσφαιριστών και με μίσος και ρητά hashtags. Ο βουλευτής της AvS Francesco Emilio Borrelli παρενέβη στην υπόθεση με δημόσια καταγγελία, ζητώντας παρέμβαση από τον σύλλογο Don Guanella.
Προσβολές, κλωτσιές, κι ένα μαχαίρι σε θέα στο κινητό. Η επίθεση διακόπηκε από τον δάσκαλο: συνέβη σε σχολείο στο Τέρνι και θύμα ένας μαθητής που στοχοποιήθηκε από νταήδες με απειλές και επιθέσεις από τέσσερα παιδιά που φοιτούν στο ίδιο σχολείο. Μεταξύ των επεισοδίων και μια επίθεση που έλαβε χώρα στην τάξη και μια βιντεοκλήση, κατά την οποία προβλήθηκε στο θύμα μαχαίρι για σκοπούς εκφοβισμού. Αγωγή, σχολιασμοί και έγγραφα σχετικά με την κατάσχεση του μαχαιριού διαβιβάστηκαν στην Εισαγγελία και στο Δικαστήριο Ανηλίκων της Ούμπρια. Κατά τη διάρκεια των ερευνών στο σπίτι του γονέα ενός από τους νταήδες, βρέθηκε ένα όπλο, νόμιμο, διαμετρήματος 22. Ο ίδιος ο γονέας το παρέδωσε στους αστυνομικούς.
4. Ποδοσφαιρικοί αγώνες ανηλίκων και βία. Άσκοπο μίσος και τρέλα. Πατέρας κυνηγήθηκε και δέχτηκε επίθεση με κλωτσιές και γροθιές χωρίς λόγο από τους οπαδούς της τοπικής ομάδας. Συνέβη σε κάποιους οπαδούς της Λοντιτζάνι μετά τον αγώνα εναντίον της Καζάλ Μπαριέρα στο στάδιο Τζόρτζιο Καστέλι στην περιφέρεια της Ρώμης. Η καταγγελία προέρχεται από επίσημο σημείωμα της Λοντιτζάνι. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, πρωτάθλημα Β κατηγορίας, μια ομάδα οπαδών των γηπεδούχων άρχισε να προκαλεί τους φιλοξενούμενους με συνθήματα και εκφοβιστικές προσβολές. Μετά το τριπλό σφύριγμα του διαιτητή έξω από τις εγκαταστάσεις στην οδό Φελίτσε Ντε Αντρέις, ξεκίνησε ένα κυνηγητό κατά των υποστηρικτών της Λοντιτζάνι από τους ultras της Καζάλ Μπαριέρα χτυπώντας τους. «Τα θύματα της ενέδρας είναι γονείς που εδώ και χρόνια ακολουθούν την ομάδα μας με πάθος -λέει ο πρόεδρος της Λοντιτζάνι- ήταν μια δειλή και ανεξήγητη επίθεση».
5. Τζούλιο, 13 ετών: «Σήμερα στο σχολείο ένας LGBTQ ακτιβιστής μας εξήγησε πώς να αλλάξουμε φύλο». Άννα, 8 ετών: «Σήμερα στο σχολείο μας διάβασαν ένα παραμύθι στο οποίο η πριγκίπισσα ήταν άνδρας». Ματίλντε, 16 ετών: «Το σχολείο μου, επέτρεψε και στα αγόρια να χρησιμοποιούν τις τουαλέτες των κοριτσιών». Αυτά είναι τα συγκλονιστικά μηνύματα, συνοδευόμενα από πρόσωπα παιδιών και εφήβων με σακίδια, που εμφανίζονται στις αφίσες της νέας εθνικής διαφημιστικής καμπάνιας που ξεκίνησε η οργάνωση «Υπέρ της Ζωής και της Οικογένειας» στην Πεσκάρα για να ζητήσει έναν νόμο για την εκπαιδευτική ελευθερία των οικογενειών, ενάντια στο λεγόμενο «gender», μπαμπούλα της ομοφοβικής και αντιδραστικής δεξιάς. Στην Πεσκάρα, οι αφίσες έχουν προκαλέσει διαμάχες και διαμαρτυρίες. Η κολεκτίβα «Ζώνη Φούξια» μιλά ανοιχτά για την «υποκίνηση μίσους και διακρίσεων που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό».
6. Για να μπορέσει να κατέβει τις σκάλες και επομένως να βγει από το σπίτι, αναγκάζεται να συρθεί στα σκαλοπάτια χρησιμοποιώντας ένα μαξιλάρι. Ονομάζεται Βάλτερ Κάμπρας έχει αναπηρία 100%, χωρίς πόδια. Ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας όπου ζει δεν λειτουργεί εδώ και τρεις μήνες, στην οδό Σαμουέλε Ουτζέρι, στο Κάλιαρι, είναι χαλασμένος και κανείς δεν τον έχει επισκευάσει ακόμα. Αποτέλεσμα: ο Κάμπρας δεν μπορεί να βγει από το σπίτι αν δεν τον βοηθήσουν φίλοι, συγγενείς και γείτονες που τον σηκώνουν στην αγκαλιά τους. Η λαϊκή κατοικία -που διαχειρίζεται η Εταιρεία Περιφερειακής Στέγασης — δεν έχει άλλες λύσεις πρόσβασης. Ο Βάλτερ ζει στον πρώτο όροφο και για να κατέβει πρέπει να αντιμετωπίσει τρεις ράμπες και 25 σκαλιά. «Είναι αδύνατο μόνος μου», λέει ο άντρας, «να βγω έξω γιατί χρειάζομαι δύο άτομα για να βοηθήσουν και τη γυναίκα μου, που είναι επίσης ανάπηρη, και μετά να με φέρουν πίσω, αλλά δεν είναι πάντα δυνατό, συχνά τα παρατάω. Αλλά, επειδή είμαι ασθενής αιμοκάθαρσης, αναγκάζομαι να βγω έξω για θεραπεία και ιατρικές επισκέψεις».
7. Μια βροχή από προσβολές και ομο-λεσβο-φοβικές επιθέσεις στο Facebook. Ενώ στο Tik Tok, που χρησιμοποιείται περισσότερο από νεότερους, βρίσκεται περισσότερη ειλικρίνεια, μηνύματα υποστήριξης και αλληλεγγύης. Ο γάμος της Γκάια Μορέτο και της Βαλεντίνα Αριγκέτι - των δύο πρώην πρωταθλητριών βόλεϊ που έστεψαν το όνειρό τους για αγάπη στις 13 Ιουνίου στην Τορίλια, στους λόφους της Γένοβας, πρώτα με πολιτικό γάμο και στη συνέχεια με μια περιοδεία στο Pride - είχε συνέπειες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως είπε το ζευγάρι, μετά το γάμο στο διαδίκτυο ήρθαν τα προβλέψιμα ομοφοβικά και σεξιστικά σχόλια και οι προσβολές. Ήταν τόσο δυσάρεστα που αναγκάστηκαν να απαντήσουν με τη σειρά τους. Σε αντιστάθμισμα υπήρξαν πολλά τα μηνύματα ευχών και αγάπης, ειδικά από έφηβους χρήστες. «Οι νέες γενιές είναι πιο ανοιχτές», σχολίασαν οι Μορέτο και Αριγκέτι.
ΦΩΤ: Αφίσα της νεολαίας της Μελόνι-φασιστικός χαιρετισμός--------------------------------------------------------------------------------
Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





