Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026
Η νέα μάχη δεν είναι Δεξιά–Αριστερά, αλλά «κράτος–πορτοφόλι»
Για χρόνια η ελληνική πολιτική σκηνή έμαθε να διαβάζει τις εκλογές με τον παλιό χάρτη. Δεξιά απέναντι στην Αριστερά.
Νίκος Παναγιωτόπουλος
Η νέα πολιτική σύγκρουση επικεντρώνεται στο κράτος έναντι του πορτοφολιού του πολίτη.
Οι πολίτες ανησυχούν περισσότερο για τις καθημερινές τους δαπάνες παρά για πολιτικές ιδεολογίες.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει τη φορολογία και τις εισφορές, ενώ η αντιπολίτευση εστιάζει στην ακρίβεια και τις αγορές.
Η αποτελεσματικότητα του κράτους κρίνεται από την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει στους πολίτες.
Η πολιτική μάχη θα κριθεί από το ποιος μπορεί να αποδείξει ότι οι υποσχέσεις τους μεταφράζονται σε πραγματικά οφέλη για τους πολίτες.
Για χρόνια η ελληνική πολιτική σκηνή έμαθε να διαβάζει τις εκλογές με τον παλιό χάρτη. Δεξιά απέναντι στην Αριστερά. Μεταρρύθμιση απέναντι στον κρατισμό. Πρόοδος απέναντι στη συντήρηση. Μνημόνιο απέναντι στο αντιμνημόνιο. Αυτός ο χάρτης δεν έχει εξαφανιστεί. Αλλά δεν είναι πια ο μόνος που μετράει.
Η νέα πολιτική γραμμή σύγκρουσης είναι πολύ πιο πεζή, πολύ πιο προσωπική και τελικά πολύ πιο εκρηκτική, κράτος απέναντι στο πορτοφόλι του πολίτη.
Ο εργαζόμενος δεν ξεκινά πλέον από το ερώτημα ποιος είναι περισσότερο αριστερός ή περισσότερο δεξιός. Ξεκινά από το πόσο πληρώνει στο σούπερ μάρκετ, πόσο του κοστίζει το ρεύμα, τι του μένει μετά το ενοίκιο, τι φόρο πληρώνει και αν η όποια αύξηση μισθού εξαφανίζεται πριν φτάσει στο τέλος του μήνα. Και αυτή ακριβώς είναι η περιοχή στην οποία συγκρούονται πλέον κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Οι εκλογές που θα ψάχνουμε τον δεύτερο και τον Σαμαρά
Η κυβέρνηση επιχειρεί να πει ότι το κράτος μπορεί να γίνει ελαφρύτερο εκεί όπου πονά περισσότερο ο πολίτης, στη φορολογία, στις εισφορές, στις αποδοχές, στο διαθέσιμο εισόδημα. Η λογική της είναι σαφής. Αν η οικονομία παράγει περισσότερο δημοσιονομικό χώρο, ένα μέρος του πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία.
Η αντιπολίτευση απαντά από την άλλη πλευρά της ίδιας εξίσωσης. Ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα αφήνει το κράτος στην τσέπη, αλλά και πόσα επιτρέπει στην αγορά να της παίρνει. Ακρίβεια, ενέργεια, ολιγοπώλια, στέγη, τραπεζικές χρεώσεις, ιδιωτικό χρέος. Όλα τελικά επιστρέφουν στο ίδιο σημείο, στην πραγματική αγοραστική δύναμη.
Κάπου εδώ τελειώνει και η παλιά άνεση των εύκολων υποσχέσεων. Γιατί άλλο να ανακοινώνεις ένα μέτρο και άλλο να το αισθάνεται ο πολίτης. Μπορεί μια κυβέρνηση να μειώσει έναν φόρο και την ίδια στιγμή ένα νοικοκυριό να έχει χάσει πολλαπλάσια από τις αυξήσεις σε τρόφιμα και στέγη. Μπορεί ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να υπόσχεται γενναίες παρεμβάσεις και την ίδια ώρα να μην εξηγεί πειστικά από πού θα χρηματοδοτηθούν. Στο χαρτί όλοι μπορούν να γίνουν γενναιόδωροι. Στο οικογενειακό ταμείο όμως οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Γι’ αυτό και η επόμενη πολιτική μάχη δεν θα κριθεί μόνο στο ποιος θα παρουσιάσει το μεγαλύτερο πακέτο. Θα κριθεί στο ποιος μπορεί να απαντήσει πειστικά, τι μένει στην τσέπη; Εκεί βρίσκεται πλέον το πραγματικό μέτωπο.
Όχι ανάμεσα σε δύο ιδεολογικά στρατόπεδα που μιλούν διαφορετική γλώσσα, αλλά ανάμεσα σε πολίτες που αισθάνονται ότι πληρώνουν πολλά και ένα πολιτικό σύστημα που προσπαθεί να τους πείσει ότι μπορεί να τους επιστρέψει κάτι.
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια που συχνά υποτιμάται. Το κράτος δεν κρίνεται πλέον μόνο από το πόσα εισπράττει ή πόσα μοιράζει. Κρίνεται και από το αν λειτουργεί. Αν τα νοσοκομεία εξυπηρετούν. Αν τα σχολεία στέκονται. Αν η Δικαιοσύνη κινείται. Αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής. Αν μια δημόσια υπηρεσία τον ταλαιπωρεί ή τον βοηθά. Διότι ο φορολογούμενος μπορεί να ανεχθεί ένα βαρύ κράτος όταν πιστεύει ότι παίρνει πίσω υπηρεσίες. Δυσκολεύεται όμως πολύ περισσότερο να αποδεχθεί ένα ακριβό κράτος που του ζητά συνεχώς και του προσφέρει λίγο. Αυτό είναι το καινούργιο πολιτικό στοίχημα.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μεταφράζεται σε καλύτερη καθημερινότητα και όχι μόνο σε καλύτερους δείκτες. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποδείξει ότι οι υποσχέσεις της δεν είναι ένας ακόμη κατάλογος παροχών χωρίς λογαριασμό. Και ο πολίτης; Ο πολίτης μάλλον θα κάνει αυτό που κάνει πάντα στο τέλος. Θα αφήσει στην άκρη τις μεγάλες λέξεις, θα ανοίξει το πορτοφόλι του και θα αποφασίσει αν όσα άκουσε στην πολιτική σκηνή έχουν οποιαδήποτε σχέση με όσα ζει στην πραγματική ζωή. Γιατί η νέα διαχωριστική γραμμή μπορεί τελικά να μην είναι Δεξιά ή Αριστερά. Μπορεί να είναι κάτι πολύ απλούστερο. Μπαίνω στον μήνα με έναν μισθό. Με πόσα βγαίνω;
"Η ζωή είναι καπιταλιστική" Στάθης Σταυρόπουλος
Πόσο κοστίζει στο κράτος η σύνταξη;
Μια ερώτηση που πλανάται άνετα στην επικράτεια. Από καφενέ σε καφενέ κι από κανάλι σε κανάλι.
Πόσο αξίζει η ζωή εκείνου που παίρνει τη σύνταξη; Τσιμουδιά!
Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.
Μια επιδημία «κοστολόγησης» των πάντων πνίγει το μυαλό μας διαρκώς.
Πόσο κάνει αυτό, πόσο θα κοστίσει εκείνο – αυτό κυριαρχεί στην ρητορική των κομμάτων. Πόσο κοστίζει ο μισθός του Μήτσου κι όχι πόσο αξίζει η ζωή του Μήτσου!
Εν πρώτοις φαίνεται λογικό.
Σε μια κοινωνία που ο Μήτσος είναι εμπόρευμα, το κόστος του Μήτσου έχει πρωτεύουσα σημασία, η αξία του Μήτσου, δευτερεύουσα.
Ο Μήτσος είναι αναλώσιμος.
Μπορεί να κακοπληρώνεται.
Μπορεί να απολύεται.
Μπορεί να ζει μέσα στην αγωνία.
Τι να κάνουμε; Η ζωή είναι καπιταλιστική!
Η Volkswagen απολύει 50.000 εργάτες, ώσπου να φθάσει στον τελικό στόχο των 100.000 απολύσεων. Και να μετατραπεί σε πολεμική βιομηχανία. Διότι ο Μήτσος, εκτός από αναλώσιμος τυγχάνει και κρέας για τα κανόνια.
Βεβαίως, ο Μήτσος πληρώνει για τα πάντα, για το φαγητό, το σχολείο, το νοσοκομείο, τους δρόμους, τα μουσεία, αλλά το κόστος της ζωής του παραμένει δυσβάσταχτο για το σύστημα.
Και γι’ αυτό η ζωή του πρέπει να κοστολογείται συνεχώς! Πόσο μας κοστίζει η στέγη του Μήτσου; Πόσο μας κοστίζει το σχολείο για το παιδί του Μήτσου; Είναι κοστολογημένες οι ανάσες του Μήτσου ή καταναλώνει τον αέρα που ανασαίνει τζάμπα;
Κι έτσι κοστολογεί ο Μητσοτάκης τον Μήτσο, τον κοστολογεί ο Τσίπρας, τον κοστολογεί το ΠΑΣΟΚ και βρίσκουν τον Μήτσο φύρα!
Όσα βγάζει ο Μήτσος δεν φτάνουν για όσους του τα τρώνε!
Πρόβλημα…
Πόσο κοστολογούνται τα «μπινελίκια» κατά Μητσοτάκη; ΣΤΑΘΗΣ
Ήταν προβοκάτσια το drone στην Λειψία; Τι κρύβεται πίσω από την κλιμάκωση;
Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές ένα drone φορτωμένο με 600 γραμμάρια εκρηκτικά ανακαλύφθηκε στο αεροδρόμιο της Λειψίας/Χάλε στις 4 Αυγούστου κοντά σε ένα ουκρανικό μεταγωγικό αεροπλάνο Antonov που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά όπλων στην Ουκρανία. Η έκρηξη δεν έγινε, αλλά θα μπορούσε να επισυμβεί και να προκαλέσει καταστροφή, ανέφεραν οι γερμανικές αρχές. Αυτό έμεινε εκεί, μέχρι που χθες (μετά από ένα μήνα) η κυβέρνηση του καγκελάριου Μερτς ανακοίνωσε ότι «Η Γερμανία θεωρεί τη Ρωσία υπεύθυνη για την επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στο αεροδρόμιο» (Deutsche Welle). Η Ρωσία απάντησε μιλώντας για «κατασκευασμένες προβοκάτσιες» και «αντιρωσική υστερία» κατηγορώντας τη Γερμανία ότι επιλέγει τον δρόμο της «άνευ προηγουμένου κλιμάκωσης».
Τι κρύβεται άραγε πίσω από την σκλήρυνση της στάσης της Γερμανίας απέναντι στη Ρωσία και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης;
Μια πρώτη εκτίμηση είναι ότι η επίδειξη αποφασιστικότητας από την κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς γίνεται για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και εντάσεται στην αντιπαράθεση με το φιλορωσικό ακροδεξιό κόμμα AfD το οποίο έχει ενισχύσει σημαντικά την απήχησή του στην κοινή γνώμη και αναμένεται να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στις τοπικές εκλογές στο κρατίδιο Σαξονία-Άνχαλτ (οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο AfD 42%, CDU 22%, Die Linke 11,5, SPD 7.6%). Τόσο στο κρατίδιο αυτό όσο και στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι σχέσεις με τη Ρωσία αποτελούν κεντρικό θέμα της προεκλογικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Το ακροδεξιό AfD, κατηγόρησε την κυβέρνηση Μερτς ότι χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη Ρωσία και ζητάει από την κυβέρνηση Μετς να αποδείξει την εμπλοκή της Ρωσίας στο περιστατικό της Λειψίας και να επιδείξει την ίδια αυστηρότητα στις έρευνες για την επίθεση στον αγωγό Nord Stream, για την οποία φέρεται να ευθύνεται η Ουκρανία.
Στη βάση όμως του πολιτικού συμφέροντος για την κλιμάκωση βρίσκονται τα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων βιομηχανιών παραγωγής οπλικών συστημάτων των ΗΠΑ ( Lockheed Martin, RTX/Raytheon) και της Ευρώπης ( η γερμανική Rheinmetall, η γαλλική Thales, η βρετανική BAE Systems) που καταγράφουν κέρδη-ρεκόρ από τον πόλεμο.
Η γερμανική Rheinmetall έκανε πωλήσεις 9,94 δις. ευρώ (από 7,72 δισ. το προηγούμενο έτος), ενώ για το 2026 οι επίσημες εκτιμήσεις της εταιρείας προβλέπουν περαιτέρω εκρηκτική ανάπτυξη της τάξης του 40% με 45%, με τα έσοδα να αναμένεται να αγγίξουν τα 13,7 έως 14,2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αλλά για να γίνει ένας πόλεμος και να κερδίσουν χρήματα οι βιομηχανίες όπλων «είναι αναγκαίο να δεχτούν εκατομμύρια άνθρωποι, στους οποίους βρίσκεται η πραγματική δύναμη… να πειστούν να τον κάνουν…» έγραφε ο Τολστόι. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις του Ινστιτούτου INSA, το 52% των Γερμανών τάσσεται υπέρ της συνέχισης ή και της ενίσχυσης της βοήθειας στην Ουκρανία. Θεωρούν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αναγκαστεί ο Πούτιν σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Για να διαμορφωθεί αυτό το πλειοψηφικό ποσοστό θετικών γνωμών για τον πόλεμο χρειάζεται πάντα η προπαγάνδα υπέρ του πολέμου, χρειάζονται οι πολιτικοί και τα μίντια για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους να δεχτούν τον πόλεμο σαν αναγκαία συνθήκη αποκρύπτοντας την ύπαρξη των οικονομικών συμφερόντων και παρουσιάζοντάς τον ότι δήθεν γίνεται για την ασφάλεια της πατρίδας (και της Ευρώπης εν προκειμένω), για την ελευθερία, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για την ειρήνη ή για κάποια άλλη ευγενή ιδέα.
Ο πόλεμος και ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας παρουσιάστηκε ως ανθρωπιστικός, ενώ στην πραγματικότητα έγινε για τον έλεγχο των στρατηγικών οδών των Βαλκανίων και των αγωγών. Η εισβολή στην Λιβύη που έγινε δήθεν για την απελευθέρωση από τον Καντάφι, στην πραγματικότητα έγινε για τα πετρέλαια και το φυσικό αέριο της χώρας αυτής. Στο Ιράκ ο πόλεμος έγινε για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά αποδείχθηκε ότι η ύπαρξής τους ήταν ένα τεράστιο ψέμα. Στο Αφγανιστάν η επέμβαση έγινε δήθεν κατά του καθεστώτος των Ταλιμπάν και για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, αλλά τώρα η Δύση αποδέχεται το φρικτό καθεστώς των Ταλιμπάν.
Τα ΜΜΕ αποφεύγουν να θυμίσουν τα προηγούμενα ψεύδη και τις χειραγωγήσεις της κοινής γνώμης. Κανένα μέσο δεν αναφέρει τη δήλωση της Ρωσίας ότι η υπόθεση του “drone” είναι προβοκάτσια. Ας σημειωθεί ότι ακόμη κι αν δεν είναι "προβοκάτσια", η επίσημη δήλωση της Ρωσίας έχει τη σημασία της και όφειλε να λέγεται. Αλλά είπαμε, τα λεφτά είναι πολλά… Γι’ αυτό η μόνη θέση που πρέπει να διατυπωθεί και να υποστηριχθεί εκ μέρους μας είναι η ΕΙΡΗΝΗ και ένα οικουμενικό ΟΧΙ στον ΠΟΛΕΜΟ.
Πηγή: artinews.gr
Μαρία Δημάδη: Η Ελληνίδα κατάσκοπος που έδρασε μέσα στο αρχηγείο των ναζί
Το πλουσιοκόριτσο που μεγάλωσε με νταντάδες, Γαλλικά και πίανο ήταν η σημαντικότερη Ελληνίδα κατάσκοπος κατάσκοπος στην πιο επικίνδυνη αποστολή. Αυτή είναι η Ελληνίδα κατάσκοπος της Εθνικής Αντίστασης που έδωσε τις πιο κρίσιμες πληροφορίες μέσα από το αρχηγείο των ναζί.
Η Μαρία Δημάδη (1907–1944) που έδρασε ως κατάσκοπος του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο, κατάφερε να διοχετεύει κρίσιμες πληροφορίες στους αντάρτες, σώζοντας αμέτρητες ζωές.
Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου 1907 στο Αγρίνιο από εύπορη οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Δημάδης, διακεκριμένος γυναικολόγος σπουδαγμένος στο Παρίσι και εξαιρετικός διηγηματογράφος, η μητέρα της η Ερασμία Παναγοπούλου διανοούμενη, κόρη γνωστού καπνεμπόρου. Ανατράφηκε με γκουβερνάντες, έλαβε ευρεία μόρφωση, έπαιζε πιάνο και έμαθε ξένες γλώσσες, ανάμεσά τους και γερμανικά, γεγονός που καθόρισε τη μετέπειτα δράση της.
Το Φεβρουάριο του 1942, άρχισε να εργάζεται ως διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο Αγρινιου. Κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των Γερμανών, είχε πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα, διαταγές και μετακινήσεις στρατευμάτων. Σημείωνε τις πληροφορίες και τις μετέφερε κρυφά στους αντάρτες του ΕΛΑΣ στο βουνό.
Χάρη στις πληροφορίες της, οι αντιστασιακές δυνάμεις προειδοποιούνταν έγκαιρα για γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις (όπως στη μάχη της Μυρτιάς), ενώ παράλληλα βοηθούσε στην τροφοδοσία και την κοινωνική πρόνοια μέσω της «Εθνικής Αλληλεγγύης».
Είχε σπουδάσει φιλολογία στο Αμβούργο. Παντρεύτηκε δικαστή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και απέκτησε ένα κοριτσάκι, αλλά χώρισε.
Η Δημάδη θα παρέμενε ίσως μια άγνωστη, καλλιεργημένη κυρία των … σαλονιών. Όμως, ο πόλεμος τα άλλαξε όλα. Η κήρυξη του πολέμου του 1940 την δραστηριοποιεί. Δημιουργεί ομίλους γυναικών που στέλνουν ρούχα στους στρατιώτες στο Αλβανικό Μέτωπο, εργάζεται η ίδια σαν εθελόντρια νοσοκόμα δίπλα στους τραυματίες.
Έρχεται η κατοχή και η αντίσταση κατά των κατακτητών φουντώνει. Οι γείτονές της την μύησαν και εντάχθηκε μυστικά στο ΕΑΜ. Στην εξοχική της βίλα-στο χωριό Πλάτανος-έγινε μάλιστα η πρώτη Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ της περιοχής και εκείνη είναι η πρώτη γυναίκα που οργανώνεται από την Αιτωλοακαρνανία στις γραμμές της «Εθνικής Αλληλεγγύης».
Οι Γερμανοί στο Αγρίνιο ζητούσαν τότε διερμηνέα για το φρουραρχείο. Ευπαρουσίαστη και γλωσσομαθής, η Μαρία είναι η καλύτερη γι αυτή την δουλειά…
Αποφασιστική και ριψοκίνδυνη, η Μαρία δέχεται και αναλαμβάνει τη θέση. Παρακολουθεί τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, κρυφακούει συζητήσεις, ανοίγει βιβλία, διαβάζει απόρρητα έγγραφα, χρησιμοποιεί καινούρια καρμπόν για να έχει τις λεπτομέρειες, δίνει τα αντίγραφα στην αντίσταση μέσω του ιερέα Κ. Βαλή (που παρουσιάζεται στο Φρουραρχείο σαν θείος της) και μέσω του βενζινά Γιώργου Γιαννούτσου.
Ο Γιώργος Γιαννούτσος κρατούσε σε μυστική κρύπτη (στα ρολά του μαγαζιού) όλα τα έγγραφα που του έφερνε η Δημάδη και τα παρέδιδε στους ανθρώπους της αντίστασης. Παράλληλα, πείθει τον διοικητή του Φρουραρχείου να γίνει έρανος για τους φτωχούς της περιοχής και έτσι συγκεντρώνονται 50.000 οκάδες καλαμπόκι, στάρι, λάδι. Οι δέκα χιλιάδες μοιράζονται στους φτωχούς και οι υπόλοιπες 40.000 στέλνονται στον ΕΛΑΣ.
Οι πληροφορίες της Δημάδη είχαν καθοριστικό ρόλο σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, στην διάσωση αμάχων, ενώ βοήθησε και για την αποφυλάκιση κρατουμένων.
Όμως, η κυριότερη προσφορά της ήταν οι πληροφορίες που μετέδωσε για τις στρατιωτικές κινήσεις των κατακτητών στο Θέρμο, το Μακρυνόρος και το Καρπενήσι, όπου κατευθύνονται 50.000 Γερμανοί από Αγρίνιο και Λαμία, με στόχο την «κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας». Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ειδοποιημένο έγκαιρα, δίνει τη μάχη εκεί που θέλει και έτσι η μάχη κερδίζεται.
Υπεύθυνος για την δολοφονία της Δημάδη ήταν ο ταγματασφαλίτης του Αγρινίου, ο αρχιεγκληματίας Γεώργιος Τολιόπουλος, ο οποίος-μαζί με τους άλλους ταγματασφαλίτες-είχε πρωτοστατήσει σε δολοφονίες ομήρων, ανταρτών και αμάχων.
Οι ταγματασφαλίτες του Τολιόπουλου εκτέλεσαν την Δημάδη έξω από το νεκροταφείο της Αγίας Τριάδος, λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί από το Αγρίνιο. Ηταν τότε 37 χρόνων.
Ο Τολιόπουλος, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε αλλά έκανε και σταδιοδρομία στον στρατό (Δεκέμβρης 44, Εμφύλιος) φτάνοντας και στον βαθμό του συνταγματάρχη.
Πέθανε το 1962.
Ήταν άλλη μια περίπτωση συνεργάτη των ναζί που δεν λογοδότησε για κανένα απο τα αμέτρητα εγκλήματα των ταγμάτων ασφαλείας.
Την ποιο κρίσιμη στιγμή κάποιοι «καλοθελητές» πλησίασαν την Μαρία και της «ψιθύρισαν» πως πίσω από το ΕΑΜ κρύβεται το ΚΚΕ και καλό θα ήταν να μη συνεργαστεί μαζί του. Η Μαρία Δημάδη τους είπε: «Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ποιοι είναι, εγώ βλέπω τα έργα τους. Αυτοί πρώτοι πέφτουν στη φωτιά. Αυτοί χτυπούν αδιάκοπα τους κατακτητές. Χύνουν το αίμα τους. Δίνουν τη ζωή τους. Είναι ασυμβίβαστοι. Εάν λοιπόν αυτοί είναι Κομμουνιστές, αυτό τους τιμά»
Το 1987, γυρίστηκε σήριαλ απ την κρατική τηλεόραση για την Μαρία Δημάδη, βασισμένο στο βιβλίο του Φίλιππα Γελαδόπουλου. Τη Δημάδη υποδυόταν η Ελένη Σάνιου.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι πια ελκυστική
Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ που ευρωπαϊκή χώρα αρνείται να γίνει πλήρες μέλος της Ενωσης
Τον Ιούλιο του 1970 η απομακρυσμένη και άγνωστη Ισλανδία ενσωματώθηκε στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και παραμένει μέχρι σήμερα, χάρη στο θρυλικό βρετανικό ροκ συγκρότημα Led Zeppelin, που εμπνεύστηκε από τη συναυλία του στο Ρέικιαβικ το εμβληματικό τραγούδι του «Immigrant song».
Τον Σεπτέμβριο του 2026 η Ισλανδία με δημοψήφισμα απομακρύνθηκε διαπαντός από την ενσωμάτωσή της στην Ε.Ε., δείχνοντας ότι δεν πείστηκε ότι η πλήρης ιδιότητα του μέλους προσφέρει περισσότερα από όσα θα της αφαιρέσει. Η δυσπιστία απέναντι στη συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες, η αίσθηση περιορισμένης επιρροής ενός κράτους μόλις 400.000 κατοίκων και η αδυναμία της Ε.Ε. να δώσει εκ των προτέρων πειστικές εγγυήσεις για την αλιεία έκριναν περισσότερο το αποτέλεσμα.
Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε. κατά την οποία ευρωπαϊκή χώρα αρνείται να γίνει πλήρες μέλος της Ενωσης, ενώ μέχρι τώρα οι ευρωπαϊκές χώρες εκτός Ε.Ε. ήταν πρόθυμες να δώσουν γην και ύδωρ για τη μελλοντική ένταξή τους. Η Ισλανδία, βεβαίως, δεν απομακρύνεται πλήρως από την Ε.Ε., ούτε αποχωρεί από την ευρωπαϊκή συνεργασία, αλλά εκφράζει την άρνησή της να αρχίσει εκ νέου η διαδικασία πλήρους ένταξης. Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την Ε.Ε. Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου συμμετέχει στην ενιαία αγορά και εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Συμμετέχει επίσης στη ζώνη Σένγκεν και είναι και μέλος του ΝΑΤΟ. Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι οι Ισλανδοί επέλεξαν απομόνωση ή ότι απέρριψαν τις ευρωπαϊκές αξίες. Επέλεξαν ένα διαφορετικό μοντέλο: συνεργασία μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και του Σένγκεν, συμμαχική προστασία μέσω του ΝΑΤΟ και διατήρηση του εθνικού ελέγχου στους βασικούς φυσικούς πόρους.
Με άλλα λόγια, η απόφαση της Ισλανδίας είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι πλέον αρκούντως ελκυστική, ούτε μπορεί να διασφαλίσει τα εθνικά συμφέροντα μιας χώρας. Οι 400.000 κάτοικοι της απομονωμένης όσο και μαγευτικής χώρας του ευρωπαϊκού Βορρά στάθμισαν ιδιαίτερα τις επιπτώσεις στον τομέα της αλιείας, που δεν αποτελεί έναν απλό παραγωγικό κλάδο. Η αλιεία αποτελεί βασικό τμήμα των εξαγωγών, της οικονομικής ιστορίας, της περιφερειακής απασχόλησης και της εθνικής ταυτότητας.
Οι αντίπαλοι της ένταξης υποστήριξαν ότι η υπαγωγή στην κοινή αλιευτική πολιτική θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα της χώρας να καθορίζει αυτόνομα τις ποσοστώσεις, την πρόσβαση στα αλιευτικά της πεδία και τον τρόπο διαχείρισης των αποθεμάτων.
Ενας δεύτερος σκεπτικισμός αφορούσε τη γεωργία και την επισιτιστική ασφάλεια. Οι Ισλανδοί παραγωγοί δραστηριοποιούνται σε ιδιαίτερα δυσμενείς κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες και εξαρτώνται από ένα σύστημα εθνικής προστασίας και στήριξης. Υπήρχε ο φόβος ότι η κοινή γεωργική πολιτική και το καθεστώς της ενιαίας αγοράς θα αύξαναν τον ανταγωνισμό από φθηνότεραευρωπαϊκά προϊόντα και θα περιόριζαν τη δυνατότητα εφαρμογής ειδικών εθνικών μέτρων. Ακόμα ένας προβληματισμός ήταν ο τομέας της ενέργειας. Η Ισλανδία διαθέτει εξαιρετικά σημαντικούς γεωθερμικούς και υδροηλεκτρικούς πόρους, οι οποίοι αποτελούν στρατηγικό εθνικό πλεονέκτημα. Τμήμα της κοινής γνώμης φοβήθηκε ότι η βαθύτερη ενεργειακή ενσωμάτωση θα οδηγούσε σταδιακά σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή επιρροή επί των τιμών, των υποδομών και της αξιοποίησης αυτών των πόρων.
Ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν το νόμισμα και το κόστος ζωής. Η ισλανδική κορόνα επιτρέπει στη χώρα να ασκεί ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και να προσαρμόζεται ταχύτερα στις οικονομικές κρίσεις, ενώ με την πλήρη ένταξή της στην Ε.Ε. η εύπορη Ισλανδία θα γινόταν καθαρή συνεισφέρουσα χώρα στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. Το επιχείρημα αυτό συνδέθηκε με το γενικότερο ερώτημα εάν η χώρα πρέπει να πληρώνει περισσότερο για μια θεσμική συμμετοχή όταν ήδη διαθέτει πρόσβαση στην ενιαία αγορά.
Τέλος, η ένταξη της Ισλανδίας στην Ε.Ε. δεν θα της προσέθετε αποφασιστική στρατιωτική προστασία, την οποία οι Ισλανδοί θεωρούν ότι διαθέτουν μέσω της ασφάλειας του ΝΑΤΟ, στο οποίο είναι ήδη ενταγμένοι. Ωστόσο εμφανίστηκε αυξημένος προβληματισμός για την ταυτόχρονη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών και τις πιέσεις στα κοινωνικά εισοδήματα.
Φαίνεται ότι για τους Ισλανδούς έπαιξε σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της Ε.Ε. εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, αυξημένες κατά περίπου 75% έναντι του 2021.
Τα “δίνει όλα”: Το “άλμα” Μητσοτάκη προς το 28%…
Μπορεί το σημερινό “δώστα όλα” του κ. Μητσοτάκη να αλλάξει την εικόνα και να τον απαλλάξει από το βραχνά του 28%;
Όλοι οι πρωθυπουργοί «τα δίνουν» (ορισμένοι «όλα») στη ΔΕΘ, ιδιαίτερα αν αυτή είναι η τελευταία της θητείας τους. Άλλοι πετυχαίνουν το στόχο τους, που δεν είναι άλλος από την επανεκλογή τους. Και άλλοι «τα δίνουν» και μετά παραδίδουν και την πρωθυπουργία. Η δεύτερη περίπτωση είναι «κανόνας» για όσους είχαν συμπληρώσει δύο τετραετίες(ή θητείες) κυβερνητικές.
Γι’ αυτό ο διαρκώς προβαλλόμενος ισχυρισμός της κυβερνητικής προπαγάνδας ότι οι σημερινές εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη «έχουν ορίζοντα τετραετίας» είναι απλώς αστειότητα. Έχουν ορίζοντα μερικούς μήνες, δηλαδή όσους (εκείνοι νομίζουν ότι) χρειάζονται για να επέλθει πρώτα η δημοσκοπική και μετά η εκλογική ανάκαμψη. Εν προκειμένω για την κυβερνώσα ΝΔ αυτό σημαίνει τουλάχιστον 28%,όσο δηλαδή ήταν η τελευταία εκλογική της επίδοση(ευρωεκλογές 2024).
Πριν πούμε γιατί αυτός είναι ο στόχος, ας θυμηθούμε κάτι από το παρελθόν. Όταν οι κυβερνήσεις βρίσκονταν στο τέλος της δεύτερης θητείας τους και είχαν πάρει την κάτω βόλτα, οι προεκλγικές παροχές δεν είχαν αποτέλεσμα. Το «δώστε και σώστε» δεν έφερε τη σωτηρία. Υπάρχουν τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα.
1.Το 1981 ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, αν και γενικά μετρημένος, έμεινε στην ιστορία ως ο πρωθυπουργός που περιόδευε ανά τη χώρα και «μοίραζε επιταγές της(τότε) ΕΟΚ». Η βαριά ήττα δεν αποφεύχθηκε. Το «κύμα» που έφερνε το ΠΑΣΟΚ ήταν πολύ μεγάλο.2.Το 1989 το ΠΑΣΟΚ συμπλήρωνε τη δεύτερη θητεία του. Διαφαινόταν η ήττα του, κυρίως λόγω σκανδάλων που είχαν ξεσπάσει. Η προεκλογική εκστρατεία χαρακτηρίστηκε από τη φράση-σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου «Τσοβόλα δώστα όλα», από το όνομα τού τότε υπουργού Οικονομικών Δημήτρη Τσοβόλα(ο οποίος, πάντως, πολλά χρόνια αργότερα είχε πει «δεν έδωσα ούτε μία δραχμή»). Το σύνθημα δεν απέδωσε, η ήττα ήρθε, αλλά το ΠΑΣΟΚ κρατήθηκε στο εντυπωσιακά υψηλό 40%.3.Η ΔΕΘ του 2003 χαρακτηρίστηκε από το οικονομικό «πακέτο Σημίτη». Ήταν πολύ μεγάλο, αλλά δεν κατάφερε να αντιστρέψει το κλίμα και την επόμενη χρονιά το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές.
Σε σύγκριση με το παρελθόν, η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης εμφανίζονται σήμερα σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αντίπαλος που να απειλεί την πρωτιά τους.
Αυτό, όμως, δεν τους επιτρέπει να εφησυχάζουν. Για τρεις λόγους:
Πρώτον, διότι η τελευταία εκλογική επίδοση(28% στις ευρωεκλογές του 2024) αποκλείει την επίτευξη νέας αυτοδυναμίας.
Δεύτερον, διότι, μετά το αποτέλεσμα αυτό, οι δημοσκοπικές επιδόσεις της ΝΔ είναι χειρότερες. Η πρόθεση ψήφου την φέρνει ακόμα χαμηλότερα και χρειάζεται η δημιουργική λογιστική της «εκτίμησης» ψήφου, για να δουν στο ποσοστό της πολυπόθητο «3» μπροστά. Και
Τρίτον, διότι τίποτα δεν αποκλείει οι πρώτες εκλογές να μοιάζουν με εκείνες του 2012(μεγάλη διάχυση της ψήφου) και οι ψηφοφόροι να αναδείξουν εκείνοι κάποιον ισχυρό αντίπαλο, που δεν έχουν αναδείξει ακόμη οι δημοσκοπήσεις.
Μπορεί το σημερινό «δώστα όλα» του κ. Μητσοτάκη να αλλάξει την εικόνα και να τον απαλλάξει από το βραχνά του 28%; Ουδείς μπορεί να το πει.
Το παρελθόν δεν εγγυάται κάτι τέτοιο, το αντίθετο. Και στην περσινή ΔΕΘ ο κ. Μητσοτάκης ξεδίπλωσε πακέτο παροχών. Μάλιστα, ο ίδιος μίλησε για «τη μεγαλύτερη φορολογική μεταρρύθμιση της Μεταπολίτευσης». Όμως, η δημοσκοπική βελόνα δεν κουνήθηκε και η ΝΔ βολοδέρνει περί το 28%, έστω και «άνευ αντιπάλου».
Ο κ. Μητσοτάκης και το κόμμα του έχουν δύο (μη κομματικούς) μεγάλους αντιπάλους:
Τη σχεδόν καθολική αίσθηση ότι η καθημερινή ζωή έχει γίνει δυσκολότερη για τους πολλούς. Η «ανάπτυξη» δεν έφερε «καλοπληρωμένες» δουλειές, πού έχει υποσχεθεί από το 2019 ο νυν πρωθυπουργός. Η θηριώδης ακρίβεια έχει οδηγήσει την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων στον πάτο της Ευρώπης.
Την επιθυμία του σχεδόν 70% του δημοσκοπούμενου εκλογικού σώματος να λέει ότι θέλει αλλαγή κυβέρνησης. Βεβαίως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διασώζεται όσο δεν βρίσκεται ο αντίπαλος που θα εκφράσει την πλειοψηφία αυτού του 70%.
Μπορεί το σημερινό «πακέτο Μητσοτάκη» να αλλάξει αυτήν την αίσθηση και επιθυμία του εκλογικού σώματος;
Ας απαντήσουμε με αυτό που έχει πει ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο επιφανέστερος εκπρόσωπος του Θεάτρου του Παραλόγου: «Μπορείς πάντα να προβλέψεις τα γεγονότα αφού έχουν γίνει»…
ΥΓ: Ο πρωθυπουργός έκλεισε την ομιλία του χρησιμοποιώντας όρους αθλητών και προπονητών του στίβου («θέλουμε το νέο μεγάλο άλμα»), εν είδει Τεντόγλου ή Καραλή. Μόνο που στη δική του περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος στο τέλος να περάσει κάτω από τον πήχη, αφού έχει κάνει κάμποσα άκυρα άλματα…
71 χρόνια από τα Σεπτεμβριανά: Η ανοιχτή πληγή του Ελληνισμού!
enwsi.gr
Ο όρος «Σεπτεμβριανά» έχει καθιερωθεί για το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο τουρκικός όχλος, υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, εναντίον της πολυπληθούς και ευημερούσας ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955.
Αποτέλεσμα του διήμερου οργίου βίας ήταν να ξεκινήσει η σταδιακή συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας των 100.000 έως τότε Ελλήνων που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, φτάνοντας στις μέρες μας μόλις στις 2.000 άτομα.
Τι έγινε όμως και πώς φτάσαμε στην «Νύχτα των Κρυστάλλων» για τους Έλληνες της Πόλης;
33 χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ακόμη κι αν δεν υπήρχαν πλέον συμπατριώτες μας στα μικρασιατικά εδάφη μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης παρέμενε δημογραφικά ζωηρή και οικονομικά ισχυρή.
Κάποιος έκανε την αρχή και έσπασε την βιτρίνα ενός καταστήματος, και τότε ακολούθησε το χάος. Σπίτια, περιουσίες, εκκλησίες, μοναστήρια και νεκροταφεία που η ιστορία τους χανόταν στα βάθη των αιώνων εκθεμελιώθηκαν. Άνθρωποι, προπηλακίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, βιάστηκαν, βασανίστηκαν, πέθαναν. Όχι δεν είναι η Νύχτα των Κρυστάλλων για τους Εβραίους της Γερμανίας. Είναι τα Σεπτεμβριανά για τους Ρωμηούς της Κωνσταντινούπολης.
Μία ψευδής είδηση αφορμή για το πογκρόμ
Περίπου 100.000 Τούρκοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και έκαψαν κάθε περιουσία Ελλήνων που βρήκαν στον δρόμο τους, ενώ πολλές ήταν και οι περιουσίες Εβραίων και Αρμενίων που δεν γλύτωσαν από την μανία. Χρειάστηκαν μόλις λίγες ώρες για να μετατρέψουν πολλές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης σε κρανίου τόπο.
Η νύχτα 6ης προς 7ης Σεπτεμβρίου είναι για τους Έλληνες της Πόλης ορόσημο καθώς αποτελεί την αρχή του τέλους για την ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που μετρούσε παρουσία στο σταυροδρόμι αυτό των δύο ηπείρων, μεγαλύτερη των 2.000 ετών.
Αφορμή για το μαζικό αυτό κύμα βίας, το οποίο προκάλεσε σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Αμερικανού γερουσιαστή, Χόμερ Κέιπχαρτ, ζημιές άνω των 300.000.000 δολαρίων, ήταν μία είδηση γεμάτη ψεύδη που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Istanbul Ekspres» και φιλοξενούσε μία παραποιημένη φωτογραφία του σπιτιού του Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη με το ρεπορτάζ να λέει πως Έλληνες τοποθέτησαν εκρηκτικό μηχανισμό ο οποίος προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός, Αντνάν Μεντερές και ο υπουργός προεδρίας με ανακοίνωσή τους προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τα γεγονότα ως: «αυθόρμητη έκφραση του πατριωτικού αισθήματος που προκλήθηκε από την είδηση επικείμενων εκτελέσεων Τουρκοκυπρίων στις 28 Αυγούστου 1955 και της προκληθείσης ανησυχίας για τους Κυπρίους αδελφούς τους».
Η «αυθόρμητη πατριωτική» αντίδραση των Τούρκων
Η «επίθεση» στο τουρκικό προξενείο στην Θεσσαλονίκη ήταν για τους Τούρκους η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Στην πραγματικότητα η τουρκική κοινωνία «βομβαρδιζόταν» με ανθελληνική προπαγάνδα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 τόσο από τις εφημερίδες όσο και από την ίδια την κυβέρνηση.
Χαρακτηριστικό του γεγονότος πως τα Μέσα ήταν ο κύριος διαμορφωτής γνώμης στην τουρκική κοινωνία είναι η τουρκική εφημερίδα Χουριέτ. Όπως γράφει ο επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, Ραϋμόνδος Αλβανός, πρωταρχικό ρόλο στην εθνικιστική αυτή έξαρση έπαιξε ο Σεντάτ Σιμαβί, ένας εξισλαμισθής Εβραίος, διευθυντής της Χουριέτ. Επί των ημερών του η τουρκική εφημερίδα χρηματοδοτήθηκε από τους Άγγλους οι οποίοι την προμήθευσαν με τις πιο σύγχρονες τυπογραφικές εγκαταστάσεις της εποχής.
Χαρακτηριστικό του γεγονότος πως τα Μέσα ήταν ο κύριος διαμορφωτής γνώμης στην τουρκική κοινωνία είναι η τουρκική εφημερίδα Χουριέτ. Όπως γράφει ο επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, Ραϋμόνδος Αλβανός, πρωταρχικό ρόλο στην εθνικιστική αυτή έξαρση έπαιξε ο Σεντάτ Σιμαβί, ένας εξισλαμισθής Εβραίος, διευθυντής της Χουριέτ. Επί των ημερών του η τουρκική εφημερίδα χρηματοδοτήθηκε από τους Άγγλους οι οποίοι την προμήθευσαν με τις πιο σύγχρονες τυπογραφικές εγκαταστάσεις της εποχής.
Αρχικά η Χουριέτ έγινε γνωστή χάρις στις αθλητικές ειδήσεις και τα διαστρεβλωμένα νέα. Ωστόσο η ανθελληνική της προπαγάνδα ήταν αυτή που την έκανε να γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Τόσο η Ελλάδα όσο και ο Ελληνισμός της Πόλης και της Κύπρου ήταν συνεχώς στο στόχαστρο κάτι που τελικά αποδείχθηκε αρκετά προσοδοφόρο. Χαρακτηριστικό είναι πως από τα 200.000 φύλλα που πωλούσε η εφημερίδα στο ξέσπασμα της κρίσης στην Κύπρο κατά την τουρκική εισβολή στο νησί οι πωλήσεις της είχαν φτάσει τις 650.000. Το πρότυπό της ακολούθησαν φυσικά και οι υπόλοιπες τουρκικές εφημερίδες.
Την ίδια στιγμή και η τουρκική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τα ανθελληνικά αντανακλαστικά της κοινωνίας προκειμένου να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τα οικονομικά προβλήματα που εμφάνιζε το τουρκικό κράτος, όπως ο αυξημένος πληθωρισμός, η μείωση των αναπτυξιακών ρυθμών καθώς και η πτώση του βιοτικού επιπέδου. Χαρακτηριστικό της υφεσιακής πορείας της τουρκικής οικονομίας είναι ότι το 1954 ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας έπεσε από το 13% που βρισκόταν την τριετία 1950-53 στο 4% το 1954, ενώ το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο το 1955 έφτασε να είναι οκτώ φορές μεγαλύτερο από ότι ήταν το 1950.
Η ελληνική κοινότητα αποδιοπομπαίος τράγος για το Κυπριακό
Το βράδυ 6-7 Σεπτεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη ξεκινά το ανθελληνικό πογκρόμ. Αφορμή θεωρήθηκε μεν η «βομβιστική επίθεση στην γενέθλια οικία του Ατατούρκ» αλλά η προσπάθεια των Ελλήνων για εδραίωση στην Κύπρο ήταν επίσης μία καλή βάση για να μισήσει ο μέσος Τούρκος τους Έλληνες. Χαρακτηριστικό είναι πως οι διαδηλώσεις υποκινήθηκαν και διοργανώθηκαν από την οργάνωση «Η Κύπρος είναι Τουρκική» (Kibris Turktur).
Και φυσικά στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Όπως αναφέρει ο Βρετανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Μάικλ Στιούαρτ, τα γεγονότα είχαν οργανωθεί από την τουρκική κυβέρνηση με σκοπό να συμπέσουν με το πέρας της τριμερούς διάσκεψης στο Λονδίνο για το Κυπριακό. Ο ίδιος διπλωμάτης παράλληλα αποκαλύπτει κι άλλες πληροφορίες.
1) Ούτε ο τουρκικός στρατός, ούτε και η τουρκική αστυνομία που βρίσκονταν στους δρόμους δεν έκαναν το παραμικρό για να εμποδίσουν τον όχλο από το καταστροφικό του έργο.2) Ο Χικμέτ Μπιλ, ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης «Η Κύπρος είναι Τουρκική» (Kibris Turktur), είχε συνάντηση και εκτενή συνομιλία με τον πρωθυπουργό Μεντερές στις 5 Σεπτεμβρίου.
Την εμπλοκή της τουρκικής κυβέρνησης στα επεισόδια παραδέχθηκε με την ομιλία του και ο ίδιος ο Τούρκος πρωθυπουργός, Μεντερές στην τουρκική εθνοσυνέλευση όταν πλέον δεν μπορούσε να κατηγορεί άλλο τους κομμουνιστές για τις λεηλασίες. Ο Μεντερές λοιπόν παραδέχθηκε πως ήταν εκ των προτέρων γνώστης των επεισοδίων που θα γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που επισφραγίζει εν πολλοίς τι ακριβώς συζητήθηκε με τον Χικμέτ Μπιλ.
Τα επεισόδια δεν έγιναν από την μία στιγμή στην άλλη. Ο Αύγουστος που είχε προηγηθεί ήταν γεμάτος από συλλαλητήρια, απειλές, μικροεπεισόδια και μπόλικη προπαγάνδα κατά των Ρωμηών. Πολλές ήταν οι ψευδείς ειδήσεις που κυκλοφορούσαν όλο το καλοκαίρι με σκοπό να φανατίσουν αλλά και να εξοργίσουν τους Τούρκους. Κύριος μοχλός ήταν η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης η οποία παρουσιαζόταν ως καταπιεσμένη την ώρα που οι Ρωμηοί της Πόλης ήταν μία ευημερούσα και ακμάζουσα κοινότητα με πολλά προνόμια. Από την άλλη φυσικά «αγαπημένο» θέμα των τουρκικών εφημερίδων ήταν η Κύπρος με την πιο δημοφιλή είδηση να είναι αυτή της δήθεν σχεδιαζόμενης εξόντωσης των Τουρκοκυπρίων από τους Ελληνοκυπρίους που υποτίθεται θα συνέβαινε μετά την τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου.
Και οι σχέσεις όμως μεταξύ των Κωνσταντινουπολιτών, Τούρκων ή Ρωμηών είχαν περάσει σε ένα στάδιο καχυποψίας. Συγκεκριμένα όπως διαβάζουμε στο βιβλίο Σεπτεμβριανά 1955: Η «νύχτα των κρυστάλλων» του Ελληνισμού της Πόλης, εκδόσεις Τσουκάτου, το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ. Ο Συμεών Βαφειάδης, στο Κουσκουντζούκι όπου κατοικούσε αναφέρει πως οι γείτονες γίνονταν πιο λιγομίλητοι με τον καιρό παρά το γεγονός πως διατηρούσαν τους τυπικούς κανόνες ευγένειας.
«Κάθε απόγευμα όμως, την ώρα που μεταδιδόταν μία εκπομπή για την Κύπρο, ανέβαζαν την ένταση του ραδιοφώνου στη διαπασών και άνοιγαν τα παράθυρα. Όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα ξεφωνητά φανατισμένων δημαγωγών. Στο βαπόρι, όπου οι περισσότεροι επιβάτες γνωριζόμασταν, άρχισαν οι χαιρετισμοί των Τούρκων να γίνονται πιο κοφτοί και απότομοι και τα βλέμματά τους πιο βλοσυρά. Εμείς οι Ρωμηοί, φυσικά προσπαθούσαμε να μην δώσουμε αφορμή και μιλούσαμε όσο το δυνατόν λιγότερο. Στο καφενείο πουλούσαν χάρτες της Κύπρου που τους αγόραζαν τα παιδιά και τους έβαφαν με το αίμα τους, αφού τρυπούσαν το δάχτυλό τους με βελόνι».
Σε άλλη μαρτυρία, ο ιατρός Ανέστης Χατζηανδρέου αναφέρει πως οι φήμες πως οι Τούρκοι κάτι ετοιμάζουν, οργίαζαν. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ίδιος όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες της Πόλης βρήκαν βαμμένες τις πόρτες των σπιτιών τους με τα γράμματα G.M.R. που σημαίνουν «μη μουσουλμάνος Ρωμηός». Παράλληλα αποκάλυψε πως ένας γείτονάς του άκουσε έναν Τούρκο δημόσιο υπάλληλο να του λέει: «Εσείς οι Ρωμηοί θα πάθετε κάτι κακό σε λίγες μέρες».
Οργανωμένα τάγματα και όχι όχλος
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εποχής στις διαδηλώσεις συμμετείχαν περίπου 100.000 άτομα τα οποία δρούσαν σε ομάδες των 15 έως 50 ατόμων οι οποίες πραγματοποιούσαν «καταδρομικές» επιχειρήσεις και στην συνέχεια επανασυνδέονταν σε πλήθη των 5.000 ατόμων που κινούνταν από την μία περιοχή στην άλλη.
Η ανθρωπογεωγραφία του πλήθους σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Μιλιέτ είχε ως εξής: Προβοκάτορες, οδηγούς και αρχηγούς, καταστροφείς, λαφυραγωγούς, διαδηλωτές με εθνικά κίνητρα και περίεργους, δηλαδή αυτούς που ανακατεύτηκαν με το πλήθος μόνο και μόνο για να δουν τι συμβαίνει. Παράλληλα όπως ειπώθηκε από αυτόπτες μάρτυρες, το πλήθος κρατώντας τουρκικές σημαίες προσπαθούσε να στρατολογήσει κόσμο ακόμα και την ώρα της διαδήλωσης παρακινώντας οποιονδήποτε Τούρκο έβλεπαν στον δρόμο, στα καφενεία και τα μπαλκόνια, κρατώντας σημαίες, πορτρέτα μέχρι και ανδριάντες του Κεμάλ Ατατούρκ ενώ μοίραζαν και κονκάρδες της οργάνωσης «Η Κύπρος είναι τουρκική».
Αυθόρμητη διαδήλωση; Μάλλον όχι.
Στα επεισόδια συμμετείχε και μεγάλος αριθμός Τούρκων που δεν έμεναν στην Πόλη και είχαν μεταφερθεί εκεί είτε τις προηγούμενες ημέρες με λεωφορεία, είτε με πλοιάρια το ίδιο βράδυ. Σε πολλά σημεία της πόλης είχαν μεταφερθεί και τοποθετηθεί φτυάρια, αξίνες, λοστοί και κάθε άλλο αντικείμενο που μπορούσε να προκαλέσει καταστροφές.
Πώς όμως το πλήθος ήξερε πού να χτυπήσει;
Σε αυτό βοήθησαν δύο πράγματα. Πέραν από τις εκκλησίες, τα μοναστήρια, τους τάφους και τα γνωστά κτήρια της ελληνικής κοινότητας, η πόλη ήταν γεμάτη με καταστήματα και περιουσίες οι οποίες είχαν πινακίδες στην τουρκική γλώσσα και δεν μαρτυρούσαν σε τίποτα την ελληνική καταγωγή των ιδιοκτητών τους. Αυτά λοιπόν που στοχοποίησαν τους Έλληνες ήταν τα εξής:
1) Οι συντομογραφίες GMR οι οποίες είχαν γραφτεί με μπογιά πάνω στις ελληνικές περιουσίες και τα καταστήματα.2) Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το τουρκικό κράτος είχε αναθέσει σε μία ειδική οργάνωση την καταγραφή των περιουσιών όλων των μη μουσουλμάνων που κατοικούσαν στην Πόλη προκειμένου να «εξουδετερωθούν» πιο εύκολα.
Βασανισμοί, βιασμοί και κάθε είδους βαρβαρότητα
Η αγριότητα των επεισοδίων θα μπορούσε να συγκριθεί με την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 έστω και καθ υπερβολή. Μπορεί μαζικές δολοφονίες να μην καταγράφηκαν ωστόσο σημειώθηκε πληθώρα φόνων ιερωμένων ενώ γενικότερα ο κλήρος έγινε στόχος βασανισμών.
Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές του Βρετανού ανταποκριτή της Daily Mail, Νόελ Μπάρμπερ: «Η εκκλησία του Γεντί Κουλέ καταστράφηκε ολοσχερώς και έναν ιερέα τον έριξαν από το κρεβάτι του, του ξερίζωσαν τα μαλλιά από το κεφάλι του και κυριολεκτικά του απέσπασαν την γενειάδα από το πηγούνι του. Έναν άλλον ηλικιωμένο ιερέα σε ένα σπίτι που ανήκε σε αυτόν τον ναό και ο οποίος ήταν πολύ άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, τον εγκατέλειψαν στο κρεβάτι του και το σπίτι του πυρπολήθηκε, με αποτέλεσμα αυτός να καεί ζωντανός. Στον ναό του Γενίκιοϊ, μία πανέμορφη τοποθεσία στην άκρη του Βοσπόρου, έβγαλαν στον δρόμο έναν 75χρονο ιερέα, τον γύμνωσαν, τον έδεσαν πίσω από ένα αυτοκίνητο και τον έσυραν στους δρόμους. Στην εκκλησία του Γενία Μαχαλλέ, έναν ιερέα τον έγδυσαν, τον έδεσαν στην καρότσα ενός φορτηγού και τον περιέφεραν γυμνό στους δρόμους. Προσπάθησαν να ξεριζώσουν τα μαλλιά ενός ιερέα αλλά δεν κατάφεραν να του γδάρουν το κρανίο όπως έκαναν σε πολλούς άλλους».
Εκατοντάδες ήταν και οι βιασμοί που σημειώθηκαν κατά την διάρκεια των επεισοδίων, αλλά δεν καταγράφηκαν προκειμένου να αποφευχθεί η σπίλωση του ονόματος της εκάστοτε οικογένειας. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα στοιχεία που έδωσε ο Έλληνας χειρουργός των νοσοκομείων του Βαλουκλή στον Έλληνα πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη ότι είχαν βιαστεί τουλάχιστον 60 νεαρές Ελληνίδες. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι στην αναφορά του αρχηγού της Αστυνομίας της Κωνσταντινούπολης για τα επεισόδια, δεν γίνεται ούτε λόγος για βιασμούς, ενώ είναι βέβαιο πως σημειώθηκαν μέχρι και βιασμοί αγοριών.
Ο Ελληνισμός της Πόλης υπέστη ένα ανεπανόρθωτο σοκ. Τα επόμενα χρόνια προσπάθησε να ορθοποδήσει ξανά, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά οι διωγμοί που έγιναν την επόμενη δεκαετία δεν άφησαν πολλά περιθώρια. Η Πόλη έγινε από κοσμοπολίτικη μία εθνική μεγαλούπολη με περισσότερο από 15.000.000 πληθυσμό. Σήμερα μαζί με τους 2.000 Έλληνες, μόνο τα κτήρια έχουν απομείνει να θυμίζουν την ισχυρή παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην άλλοτε «Βασιλεύουσα».
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026
Ποιοι ήταν οι μαυραγορίτες της Κατοχής;
Ακούστε ποιοι ήταν οι μαυραγορίτες της Κατοχής και στο site 👉https://bit.ly/4joEqSh
Πώς ήταν η καθημερινότητα στην Αθήνα της γερμανικής Κατοχής; Ποιες στρατηγικές ανέπτυξαν οι Αθηναίοι για να επιβιώσουν; Πώς και πού έβρισκαν τρόφιμα; Πώς επηρέασε η παρουσία των κατακτητών τις μετακινήσεις των κατοίκων της πόλης; H Αγιάτη Μπενάρδου συνομιλεί με τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη για την καθημερινή ζωή στην κατοχική Αθήνα.
Kατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής (1941–1944), η καθημερινότητα στην Αθήνα ήταν ένας αγώνας για επιβίωση. Ο λιμός του χειμώνα 1941-42 κόστισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως λόγω της επίταξης τροφίμων από τις δυνάμεις Κατοχής, της καταστροφής των υποδομών και της διακοπής των εμπορικών ροών. Οι κάτοικοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσω ανταλλαγών προϊόντων, εξορμήσεων στην επαρχία, συμμετοχής σε συσσίτια και – όσοι είχαν τα μέσα – αγοράς ειδών διατροφής στη μαύρη αγορά.
Η ζωή υπό τον κατοχικό ζυγό ήταν ασφυκτική. Απαγόρευση κυκλοφορίας, σημεία ελέγχου, συνεχείς συλλήψεις και φόβος για αντίποινα. Παρά τις συνθήκες, τα σχολεία λειτούργησαν, έστω και με σοβαρές ελλείψεις. Η ενημέρωση του πληθυσμού γινόταν μέσω του κατοχικού Τύπου, παράνομων εντύπων και ραδιοφωνικών εκπομπών του BBC, συχνά με κίνδυνο τη ζωή των ακροατών.
Η πολιτιστική ζωή, περιορισμένη αλλά ζωντανή, εξελίχθηκε σε μια μορφή αντίστασης. Θέατρα, λογοτεχνικές ομάδες και καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες διατήρησαν την ελπίδα. Παράλληλα, η Αντίσταση στην Αθήνα αναπτύχθηκε δυναμικά, με παράνομες οργανώσεις, σαμποτάζ και δίκτυα πληροφοριών.
Την τελευταία χρονιά της Κατοχής, η βία κορυφώθηκε. Εκτελέσεις, βασανιστήρια και τρομοκρατία από τους κατακτητές και τους Έλληνες συνεργάτες τους ενίσχυσαν την αβεβαιότητα. Τις παραμονές της Απελευθέρωσης, η Αθήνα βίωνε ένα μείγμα ανακούφισης και έντασης, προάγγελο των συγκρούσεων που θα ακολουθούσαν.
Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η διδακτορική του διατριβή δημοσιεύθηκε το 2012 με τίτλο Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, ενώ το δεύτερο βιβλίο του, με τίτλο Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας, κυκλοφόρησε το 2014 – και τα δύο από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Έχει συνεπιμεληθεί τρεις συλλογικούς τόμους σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ενώ πολλά άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ιστορικά περιοδικά και εφημερίδες. Ιδρυτικό μέλος του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, έχει συνδιοργανώσει τέσσερα συνέδρια.
Από το 2013 ασχολείται συστηματικά με τη Δημόσια Ιστορία. Πραγματοποιεί ιστορικούς περιπάτους στο κέντρο της Αθήνας για την περίοδο της Κατοχής και των Δεκεμβριανών, με τη συμμετοχή εκατοντάδων πολιτών, καθώς και (από τον Δεκέμβριο του 2019) ιστορικούς περιπάτους με μικρά γκρουπ κάθε εβδομάδα στο πλαίσιο του Athens History Walks (λεπτομέρειες στο www.athenshistorywalks.com (http://www.athenshistorywalks.com)
Είναι ένας από τους σχεδιαστές του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημόσια Ιστορία» στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, καθώς και ο εμπνευστής και επιστημονικός υπεύθυνος των δράσεων με τίτλο «12 Οκτωβρίου 1944. Η Αθήνα Ελεύθερη», οι οποίες, υλοποιημένες από το 2015 ως το 2019, καθιέρωσαν τον μαζικό εορτασμό της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς και αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις δημόσιας ιστορίας στην Ελλάδα (λεπτομέρειες στο www.freeathens44.org (http://www.freeathens44.org)
Φωτό: Δημήτριος Χαρισιάδης, Μαύρη Αγορά. Αθήνα, 1944 © Μουσείο ΜπενάκΝησιά του Αιγαίου απαγορευμένα για τους Έλληνες, ελεύθερα προσβάσιμα για τους Τούρκους
Επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Λέσβο, Παρασκευή 19 Απριλίου 2024. Στιγμιότυπο από το τελωνείο Μυτιλήνης, όπου συναντήθηκε με Τούρκους τουρίστες και συνομίλησε με άντρες του Λιμενικού. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
Τα αποτελέσματα από τη visa express που δίνει τη δυνατότητα σε Τούρκους να επισκέπτονται νησιά του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων είναι εντυπωσιακά, από το 2024 που εφαρμόζεται το μέτρο. Θυμόμαστε όλοι τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να σπεύδει τον Απρίλιο του 2024 στη Λέσβο για να υποδεχτεί προσωπικά και να χαιρετήσει δια χειραψίας τους Τούρκους τουρίστες. Μια κίνηση που εκθειάστηκε από τα φιλικά του μέσα ενημέρωσης.
Αυτά τα δύο χρόνια οι Τούρκοι τουρίστες κατακλύζουν τα νησιά και όπως λέει ο εμπορικός κόσμος είναι και καλοί πελάτες.
Είναι κακό αυτό; Όσο η οικονομία των νησιών δεν θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό -ίσως και αποκλειστικά- από τον τουρκικό τουρισμό, όχι δεν είναι καθόλου κακό. Μόνο που όλα δείχνουν ότι οδεύουμε, αν δεν βρισκόμαστε ήδη, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο!
Στα περισσότερα από τα ακριτικά νησιά που υποδέχονται τους Τούρκους τουρίστες με τη visa express, η επορική κίνηση στηρίζεται όλο και περισσότερο στους Τούρκους. Την ίδια ώρα που άλλες οικονομικές δραστηριότητες ,όπως η κτηνοτροφία στη Λέσβο για παράδειγμα, καταρρέουν! Χωριά αδειάζουν όλο και περισσότερο, γη και ακίνητα πωλούνται σε ξένους, ειδικά σε Τούρκους και Ισραηλινούς , αλλά η κυβέρνηση «πουλάει» το αφήγημα «σας φέραμε τους Τούρκους και τονώσαμε τον τουρισμό»! Οι έμποροι ,οι επιχειρηματίες της εστίασης, οι ξενοδόχοι μπορεί να δηλώνουν ικανοποιημένοι αλλά ακόμη κι αυτοί έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι η οικονομική επιρροή και διείσδυση των «γειτόνων» δεν είναι κάτι υγιές.
Επισκεπτόμενοι τη Λέσβο τον Αύγουστο διαπιστώσαμε ότι το νησί είναι εύκολα και φθηνά προσβάσιμο για τους Τούρκους που το κατακλύζουν αλλά απαγορευμένο για τους Έλληνες!!! Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια είναι απαγορευτικά για τις ελληνικές οικογένειες σε αντίθεση με τους Τούρκους που με 30 ευρώ περνάνε όποτε θέλουν στο νησί, όπου οι τιμές στην εστίαση και στη διαμονή είναι ακόμη απολύτως λογικές. Οι Έλληνες πολίτες όμως δεν μπορούν να φθάσουν στο νησί αφού πρέπει να πληρώσουν εκατοντάδες ευρώ για να κάνουν το ταξίδι. Και ως γνωστόν φέτος σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες δεν μπόρεσε να κάνει διακοπές, έστω και για λίγες ημέρες…
Απασχολούν όλα αυτά κάποιους στην Αθήνα και ειδικά την κυβέρνηση; Ούτε για αστείο! Η άποψη ότι «η οικονομία μπορεί να αμβλύνει ή και να λύσει τα προβλήματα με την Τουρκία», κυριαρχεί ,ακόμη και τώρα που η Άγκυρα έχει αποθρασυνθεί όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα. Οι «νεοφιλελεύθεροι φωστήρες» που πιστεύουν ότι όλα μπορούν λυθούν με το χρήμα, είναι «τσακωμένοι» με την ιστορία και πολλές φορές και με την πραγματικότητα. Κι όπως προαναφέραμε αυτή η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι νησιά του Αιγαίου είναι ελεύθερα για τους Τούρκους και απαγορευμένα για τους Έλληνες…
ΥΓ. Κάποτε για να γίνουν αγορές γης και ακίνητης περιουσίας σε ακριτικές περιοχές, υπήρχαν διαδικασίες ελέγχου για το ποιος, πως και γιατί ήθελε να κάνει την αγορά. Είναι σε ισχύ αυτοί οι έλεγχοι ή έχουν καταργηθεί; Το ΓΕΕΘΑ ξέρει κάτι;
Πηγή: www.militaire.gr
Η Ιθάκη πέραν του Νόλαν
Οι Θιακοί αγαπούν τον τόπο τους. Αυτό είν’ αλήθεια. Το ζήτημα είναι πως το μέλλον δεν έρχεται ούτε με τα κότερα, ούτε με τους άρπαγες. Ερχεται με οδύσσειο μυαλό, καβαφική ηθική και τοπική αλληλεγγύη
Ολοι γνωρίζουμε την Ιθάκη. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουμε. Είναι ο τόπος του Οδυσσέα, είναι ένα από τα μεγαλύτερα (αν όχι το σπουδαιότερο) ποιήματα της ανθρωπότητας από έναν από τους μεγαλύτερους (αν όχι τον σπουδαιότερο) ποιητή του κόσμου, είναι το ομηρικό νησί της επιστροφής, ο προορισμός που έγινε παγκόσμιο σύμβολο χάρη στον Ομηρο και τους αδιανόητους στίχους του Καβάφη.
Θα έλεγε κανείς πως αν σε έχουν υμνήσει ο Ομηρος και ο Καβάφης δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να «μπεις στον χάρτη». Κι όμως, πίσω από το μεγάλο λογοτεχνικό και μυθολογικό της όνομα, υπάρχει ένα πραγματικό νησί που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν σχεδόν καθόλου.
Η Ιθάκη δεν διαθέτει τις απέραντες αμμουδιές, τα πολυτελή θέρετρα ή τη θορυβώδη νυχτερινή ζωή άλλων νησιών. Εχει όμως νερά να τα πιεις στο ποτήρι: μικρές παραλίες, κυρίως με βότσαλο, που μέσα στους κολπίσκους μπαίνει γλυκό νερό από τα βουνά και τις πηγές και γλυκαίνει μαζί με το νερό και το σώμα. Είναι από τα ελάχιστα νησιά που έχουν ακόμα νερό και δέντρα. Κατάφυτο (το φτύνουμε μην το ματιάσουμε).
Διαθέτει ιστορία, από τα ομηρικά χρόνια ώς την ενετοκρατία, τους αγώνες για ελευθερία και δημοκρατία (αργότερα επί χούντας), αλλά και σύγχρονη: από τον Αλέξη Τσίπρα που την Ιθάκη επέλεξε για να εξαγγείλει την έξοδο από τα μνημόνια (Αύγουστος 2018) και μετά ως τίτλο για το βιβλίο του, έως σήμερα, που το μέρος ξαναβγήκε στην επικαιρότητα λόγω της ταινίας «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν.
Και κάπως έτσι η Ιθάκη «επέστρεψε» σε όσους ψάχνουν την επιστροφή. Η ομορφιά της αποκαλύπτεται αργά: στους κολπίσκους με τα διάφανα νερά, στους κατάφυτους λόφους, στα πέτρινα σπίτια, στα κυπαρίσσια που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα. Είναι ένας τόπος με ανθρώπινη κλίμακα, όπου οι αποστάσεις παραμένουν μικρές και η αίσθηση της απομόνωσης παράξενα λυτρωτική.
Οσο για τους ανθρώπους, οι Θιακοί είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία: όπως παντού, έτσι κι εδώ θα βρεις καλούς και κακούς. Υπήρχαν λαδέμποροι, τοκογλύφοι και κάποιοι (λίγοι) δωσίλογοι, μα κυρίως αγωνιστές. Νησί με μετανάστευση (σε Αυστραλία και ΗΠΑ), «ένιωσε» από νωρίς πως ο νόστος δεν ανήκε μόνο στον Οδυσσέα.
Οι άνθρωποι αυτοί δούλεψαν και πρόκοψαν. Μα και όσοι έμειναν, από ψαράδες και κτηνοτρόφους έως αρχαιολόγους, δικηγόρους σπουδαίους, σεφ, καπεταναίους, αγωνιστές και διανοούμενους (Οδυσσέας Ανδρούτσος, Λορέντζος Μαβίλης, Παναγής Λεκατσάς κ.ά.), πρόσφεραν στον τόπο τους.
Και προσφέρουν ακόμα, σε όλους τους τομείς. Δεν είναι τυχαίο πως και στον πολιτισμό, το νησί πρωτοπόρησε με τα Φεστιβάλ Θεάτρου, Μουσικής, που υπάρχουν έως σήμερα, όπως και το Return2Ithaca, ένα διεθνές πρόγραμμα φιλοξενίας και έκθεσης φωτογραφίας (residency), που φέρνει φωτογράφους απ’ όλο τον κόσμο στο νησί, καθώς και με μικρότερα πολιτιστικά δρώμενα, όπως προβολή παλαιστινιακών ταινιών, βραδιές ζωντανής τζαζ μουσικής και φυσικά με τα πανηγύρια της, που ξεχωρίζουν γιατί παίζουν βαλς και τανγκό έως ροκ εντ ρολ και δεν έχουν κλαρίνα!
Είναι μόνο αυτά η Ιθάκη; Ενα νησί σχετικά μικρό, μα τόσο πλούσιο σε κουλτούρα, ιστορία, παρελθόν και παρόν; Οι «άρχοντες» του νησιού τι ευαγγελίζονται; Γιατί, για παράδειγμα, υπάρχουν ιδιώτες που μεταφέρουν σε βυτία το νερό και το χρεώνουν αδιανόητα ακριβά, τη στιγμή που και οι ίδιοι από τον δήμο το αγοράζουν (αν το αγοράζουν); Γιατί ο δήμος έχει τόσο ελάχιστα βυτιοφόρα και δεν προλαβαίνει τη ζήτηση; Πού πάνε τα χρήματα που «βγάζει» από αυτούς τους «ιδιώτες»;
Γιατί σε όλα τα λιμάνια του νησιού (Βαθύ, Φρίκες και Πίσω Αετός) δεν υπάρχουν σκάλες μέσα στο νερό, ώστε αν γίνει κάποιο ατύχημα να μπορείς να βγεις από τη θάλασσα; Στον Πίσω Αετό δεν υπάρχουν καν οι προϋποθέσεις να ρίξει άγκυρα το καράβι! Οσο για το Βαθύ, όχι σκάλες μέσα στη θάλασσα δεν έχει (αν εξαιρέσεις μπροστά από το λιμεναρχείο, αλλά φαντάζομαι αν κάποιος πέσει σε εκείνο στο σημείο, κάποιοι από την υπηρεσία θα βρεθούν να τον σώσουν), αλλά ούτε σωσίβια μόνιμα, ώστε να πετάξεις ένα αν χρειαστεί στο νερό. Γιατί όλα αυτά τα τραγικά λάθη και οι παραλείψεις;
Από το ρεπορτάζ προκύπτει πως ο δήμαρχος του νησιού έχει δύναμη και εντελώς τυχαία κάνει συνεχείς προσλήψεις (κυρίως εποχικούς) με άτομα που έχουν πολυπληθείς οικογένειες. Την ίδια στιγμή, καταστάσεις αφήνονται στην τύχη τους.
Τα όσα ήδη αναφέραμε είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οπως και το ότι δεν υπάρχει καν ένα θερινό σινεμά στο νησί. Ασε την αισχροκέρδεια: σε ανοιχτή βραδιά τζαζ μουσικής στην Εξωγή, το ποτήρι το κρασί σε πλαστικό κόστισε 6 ευρώ, δίχως απόδειξη και δεν δέχονταν ούτε κάρτα (φυσικά). Κοινώς, καθαρή κλοπή.
Γιατί; Οσο για τα εστιατόρια, αν εξαιρέσεις κάποια ελάχιστα (όπως η «Μαργαρίτα» στον Σταυρό, με τα μοναδικά γλυκά και τις πίτες της, ή εκείνο της Ανωγής που ήταν μοναδικό, με τον Λευτέρη Καραντζή στην κουζίνα, ανοιχτό χειμώνα-καλοκαίρι, το οποίο δυστυχώς έκλεισε για να γίνει «γκουρμέ» με ευθύνη της Εκκλησίας και οι άνθρωποι δεν έχουν μήτε καφέ να πιουν), τα περισσότερα χρεώνουν και τον κούκο και τ’ αηδόνι.
Οι Θιακοί αγαπούν τον τόπο τους. Αυτό είν’ αλήθεια. Το ζήτημα είναι πως το μέλλον δεν έρχεται ούτε με τα κότερα, ούτε με τους άρπαγες. Ερχεται με οδύσσειο μυαλό, καβαφική ηθική και τοπική αλληλεγγύη.
Πως χάνεται ένας λαός χωρίς να εξαφανιστεί
Μπορεί να χαθεί ένας λαός χωρίς να εξαφανιστούν οι άνθρωποί του; Να εξακολουθούν να γεννιούνται (πολύ λιγότερα) παιδιά, να υπάρχουν πόλεις και χωριά, να κυματίζει η σημαία, να μιλιέται ακόμη η γλώσσα, να λειτουργεί το κράτος, να γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, κι όμως κάτι βαθύτερο να έχει αρχίσει να υποχωρεί;
Να μην χαθεί δηλαδή η βιολογική παρουσία του λαού, αλλά να εξαφανιστεί η βεβαιότητά του ότι ο δικός του τρόπος να υπάρχει έχει αξία και αξίζει να συνεχιστεί;
Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μορφή πολιτισμικής ήττας. Όχι όταν σου παίρνουν απλώς κάτι που έχεις, αλλά όταν αρχίζεις να αμφιβάλλεις για αυτό που είσαι. Όταν ο πολιτισμός σου παύει να αποτελεί πηγή νοήματος και γίνεται είτε αιτία ντροπής είτε ένα όμορφο αντικείμενο προς έκθεση. Όταν δεν "κατοικείς" πια πραγματικά την παράδοσή σου, αλλά την παρατηρείς από απόσταση, περίπου όπως ο επισκέπτης παρατηρεί ένα έκθεμα σε μουσείο.
Η ιστορία των Αυτόχθονων λαών της Βόρειας Αμερικής προσφέρει ένα ακραίο και οδυνηρό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας, όσο κι αν δεν μπορεί να υπάρξει ιστορική εξίσωση ανάμεσα στην εμπειρία των Native Americans και στη νεότερη ελληνική εμπειρία. Βέβαια, οι Αυτόχθονες λαοί υπέστησαν και αυτοί κατάκτηση, βίαιες μετακινήσεις, απώλεια εδαφών, σφαγές, καταστολή γλωσσών και θρησκευτικών πρακτικών και οργανωμένες πολιτικές αφομοίωσης. Εντούτοις, ο παραλληλισμός που επιχειρείται εδώ αφορά όχι την κλίμακα της βίας αλλά έναν ψυχοκοινωνικό μηχανισμό: τι συμβαίνει όταν ένας λαός αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια ενός ισχυρότερου πολιτισμικού Άλλου.
Στην περίπτωση των Native Americans η απώλεια άρχισε από τον τόπο. Και ο τόπος δεν ήταν απλώς ιδιοκτησία. Δεν ήταν στρέμματα γης με μια συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ήταν μνήμη, πρόγονοι, τροφή, τελετουργία, κοσμολογία. Ήταν το σημείο όπου συναντιούνταν οι ζωντανοί με τους νεκρούς και οι άνθρωποι με τη φύση. Η αφαίρεση του εδάφους επομένως δεν σήμαινε μόνο οικονομική αποστέρηση. Σήμαινε ρήξη ενός ολόκληρου συστήματος νοήματος.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που δυσκολεύεται να κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχουμε μάθει να θεωρούμε τον τόπο κυρίως χώρο. Ένα σημείο στον χάρτη. Ένα οικόπεδο. Ένα ακίνητο. Μια επένδυση. Για τις παραδοσιακές κοινότητες όμως ο τόπος ήταν κάτι πολύ περισσότερο: ήταν ένας τρόπος να απαντάς στην ερώτηση «ποιος είμαι;».
Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη, πολύ προσεκτική, γέφυρα προς την Ελλάδα. Δεν μας αφαιρεί κάποιος βίαια τον τόπο. Έχουμε όμως αποξενωθεί πια από αυτόν. Το χωριό αδειάζει. Η μικρή κοινότητα γερνά. Ο νέος μετακινείται στην πόλη και από την πόλη στο εξωτερικό. Το πατρικό γίνεται εξοχικό και ύστερα ακίνητο προς αξιοποίηση. Το νησί μετατρέπεται σε destination. Η κατοικία σε επενδυτικό προϊόν. Η γειτονιά σε περιοχή βραχυχρόνιας διαμονής. Το τοπίο εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η σχέση μαζί του αλλάζει.
Και ένας λαός αρχίζει να αποεδαφικοποιείται πολύ πριν χάσει το έδαφός του. Αποεδαφικοποιείται όταν ο τόπος παύει να του λέει ποιος είναι.
Ύστερα έρχεται η ρήξη ανάμεσα στις γενιές. Αυτό υπήρξε ένα από τα πιο δραματικά στοιχεία της πολιτικής αφομοίωσης των Native Americans. Η απομάκρυνση παιδιών από τις οικογένειες και η μεταφορά τους στα boarding schools δεν είχε μόνο εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Το παιδί έπρεπε να απομακρυνθεί από εκείνους που μπορούσαν να του μεταδώσουν τη γλώσσα, τις τελετουργίες, τη μνήμη, την κοσμοθεωρία, ακόμη και την αίσθηση του ποιος είναι.
Γιατί κάθε πολιτισμός γνωρίζει, ακόμη κι αν δεν το ομολογεί, ότι η σημαντικότερη μονάδα πολιτισμικής μετάδοσης δεν είναι το μουσείο. Είναι η σχέση. Είναι ο παππούς που διηγείται. Η γιαγιά που μαγειρεύει. Ο πατέρας που δείχνει. Η μητέρα που ονομάζει.
Το παιδί που ρωτά. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται στο τραπέζι.
Το τραγούδι που κάποιος μαθαίνει χωρίς ποτέ να θυμάται πότε ακριβώς το έμαθε.
Όταν κοπεί αυτή η αλυσίδα, ο πολιτισμός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στα βιβλία και στα αρχεία, αλλά αρχίζει να παύει να υπάρχει μέσα στα σώματα των ανθρώπων.
Δεν χρειάζεται ασφαλώς να αναζητήσουμε στην Ελλάδα κάποιο ανάλογο των boarding schools. Δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσα από όσα γνώριζε μια γενιά εξακολουθεί να θεωρεί σημαντικό να μεταδώσει στην επόμενη;
Δεν μιλώ μόνο για δημοτικά τραγούδια, συνταγές ή έθιμα. Μιλώ για τον τρόπο που φροντίζεις έναν ηλικιωμένο. Για το πώς πενθείς. Για το πώς υποδέχεσαι τον ξένο. Για το τι σημαίνει γειτονιά. Για τις οικογενειακές αφηγήσεις. Για τη γνώση του τόπου. Για τα ονόματα των φυτών. Για τις λέξεις της διαλέκτου. Για τις μικρές τεχνικές που δεν γράφτηκαν ποτέ σε εγχειρίδιο. Για εκείνο το παράξενο απόθεμα βιωμένης γνώσης που περνούσε κάποτε από άνθρωπο σε άνθρωπο χωρίς κανείς να το ονομάζει «πολιτιστική κληρονομιά».
Μια κοινωνία γίνεται πολιτισμικά εύθραυστη όταν τα παιδιά της γνωρίζουν περισσότερα για την παγκόσμια καταναλωτική κουλτούρα απ' όσα γνωρίζουν για την ιστορία των ανθρώπων που κάθονται μαζί τους στο ίδιο τραπέζι.
Και ύστερα έρχεται η γλώσσα. Στους Ινδιάνους της Αμερικής η καταστολή των γλωσσών υπήρξε άμεση και συστηματική. Παιδιά τιμωρούνταν επειδή μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Και το τραύμα αυτής της εμπειρίας μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και όταν η εξωτερική απαγόρευση είχε τελειώσει. Ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η γλώσσα των γονιών του προκαλεί ταπείνωση μπορεί αργότερα να αποφασίσει να μη τη διδάξει στα δικά του παιδιά. Όχι επειδή τη μισεί, αλλά επειδή θέλει να τα προστατεύσει.
Κι εκεί βρίσκεται μια από τις πιο παράξενες νίκες κάθε πολιτισμικής κυριαρχίας: όταν ο γονιός, προσπαθώντας να προστατεύσει το παιδί του, διακόπτει ο ίδιος το νήμα που το συνδέει με τους προγόνους του.
Στην Ελλάδα κανείς δεν απαγορεύει τα ελληνικά. Το ζήτημα είναι διαφορετικό. Είναι η σταδιακή φτωχοποίηση του βιωμένου λεξιλογίου, η υποχώρηση των διαλέκτων, η απώλεια λέξεων που περιέγραφαν σχέσεις, συναισθήματα, τόπους, εργασίες και τρόπους ζωής που δεν υπάρχουν πια. Μια γλώσσα δεν φτωχαίνει μόνο όταν χάνει λέξεις. Φτωχαίνει όταν χάνει εμπειρίες που χρειάζονταν αυτές τις λέξεις για να ειπωθούν. Και η γλώσσα που έρχεται να καλύψει το κενό δεν είναι ουδέτερη. Performance, branding, networking, lifestyle, brunch, success, management, investment. Χρειαζόμαστε ασφαλώς νέες λέξεις για έναν καινούργιο κόσμο. Το ερώτημα όμως είναι αν, μαζί με αυτές, χάνουμε σιγά σιγά τη γλώσσα με την οποία μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο σχέσεων και όχι μόνο συναλλαγών.
Κάπου εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο κρίσιμο στάδιο: η ντροπή.
Ο Frantz Fanon είχε καταλάβει ότι η αποικιοκρατία δεν ολοκληρώνεται όταν ο κυρίαρχος κατακτήσει το έδαφος. Ολοκληρώνεται όταν καταφέρει να εγκαταστήσει το βλέμμα του μέσα στον ίδιο τον αποικιοκρατούμενο. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να κοιτάζει τον εαυτό του με τα μάτια εκείνου που τον θεωρεί κατώτερο. Τότε δεν χρειάζεται πλέον να του πεις ότι η γλώσσα του είναι πρωτόγονη. Ντρέπεται μόνος του να τη μιλήσει. Δεν χρειάζεται να του πεις ότι οι γονείς του είναι καθυστερημένοι. Αρχίζει ο ίδιος να τους κρύβει. Δεν χρειάζεται να του απαγορεύσεις την παράδοση. Αρχίζει να τη θεωρεί εμπόδιο στην πρόοδό του. Η εξωτερική υποτίμηση έχει γίνει εσωτερικός μονόλογος.
Και εδώ ο ελληνικός παραλληλισμός γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων. «Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά». «Εδώ είναι Βαλκάνια». «Τι περιμένεις από τον Έλληνα;» «Αυτή η χώρα δεν αλλάζει». «Τι γίδια είμαστε». «Καλά να πάθουμε». «Όλοι μαζί τα φάγαμε».
Οι φράσεις αυτές μπορεί να μοιάζουν απλώς με εκφράσεις αγανάκτησης απέναντι σε πραγματικές ελληνικές παθογένειες. Και πολλές φορές αυτό ακριβώς είναι. Η Ελλάδα έχει λόγους να ασκεί αυστηρή κριτική στον εαυτό της: θεσμικές ανεπάρκειες, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά, αναξιοκρατία, ανοχή στην αυθαιρεσία.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην αυτοκριτική και στην αυτοπεριφρόνηση. Η αυτοκριτική λέει: «Αυτό που κάνουμε είναι λάθος». Η αυτοπεριφρόνηση λέει: «Εμείς είμαστε λάθος». Η πρώτη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα αλλαγής. Η δεύτερη την κλείνει.
Γιατί αν ένα πρόβλημα βρίσκεται σε έναν θεσμό, μπορώ να αλλάξω τον θεσμό. Αν βρίσκεται σε μια πολιτική, μπορώ να αλλάξω την πολιτική. Αν βρίσκεται σε μια συμπεριφορά, μπορώ να αλλάξω τη συμπεριφορά.
Αν όμως το πρόβλημα είναι ότι «τέτοιος λαός είμαστε», τότε τι ακριβώς απομένει να κάνουμε; Τίποτε. Μόνο να ντραπούμε. Και η ντροπή, σε αντίθεση με την ευθύνη, σπάνια κινητοποιεί. Συχνά παθητικοποιεί. Η ευθύνη ρωτά: «Τι έκανα και τι μπορώ να αλλάξω;» Η ντροπή ψιθυρίζει: «Κάτι δεν πάει καλά με μένα».
Κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να καταλάβουμε και την ελληνική εμπειρία της οικονομικής κρίσης. Τα χρόνια των Μνημονίων δεν υπήρξαν μόνο περίοδος οικονομικής δοκιμασίας. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας υπήρξαν και μια κρίση συλλογικής αυτοεικόνας. Οι οικονομικές και πολιτικές αποτυχίες μεταφράστηκαν συχνά σε ηθικές κατηγορίες για έναν ολόκληρο λαό: τεμπέληδες, σπάταλοι, διεφθαρμένοι, ανεύθυνοι.
Βεβαίως υπήρχαν ελληνικές ευθύνες. Η αναγνώρισή τους είναι προϋπόθεση πολιτικής ωριμότητας. Άλλο όμως είναι να πεις «έχουμε ευθύνη για συγκεκριμένες ιστορικές επιλογές» και άλλο «είμαστε ένας αποτυχημένος λαός». Το πρώτο είναι αυτογνωσία.
Το δεύτερο είναι ταυτότητα ντροπής.
Και ίσως εδώ αρχίζει μια άλλη, πολύ πιο λεπτή μορφή πολιτισμικής εξάρτησης. Όταν ο άλλος δεν είναι πλέον απλώς κάποιος από τον οποίο θέλεις να μάθεις, αλλά γίνεται το μέτρο με το οποίο αξιολογείς αν αξίζεις. Για τους Ιθαγενείς της Αμερικής ο κυρίαρχος λευκός πολιτισμός παρουσιάστηκε ως ο πολιτισμός στον οποίο έπρεπε να αφομοιωθούν. Το μήνυμα ήταν ωμό: για να προχωρήσεις, πρέπει να γίνεις περισσότερο σαν εμάς και λιγότερο σαν εσένα.
Η Ελλάδα έχει μια εντελώς διαφορετική ιστορία, αλλά κουβαλά εδώ και δύο περίπου αιώνες μια παράξενη αμφιθυμία απέναντι στη Δύση. Θέλει να ανήκει σ' αυτήν, αλλά συγχρόνως αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς στην περιφέρειά της. Θέλει να αναγνωριστεί ως ευρωπαϊκή, αλλά συχνά κοιτάζει τον εαυτό της σαν μαθητή που περιμένει τον βαθμό του δασκάλου.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η έννοια της αυτο-αποικιοποίησης του Alexander Kiossev: η περίπτωση κοινωνιών που, χωρίς να έχουν υποστεί την κλασική αποικιακή κατάκτηση, συγκροτούν την αυτοεικόνα τους υπό το βλέμμα ενός πολιτισμικού κέντρου το οποίο θεωρούν ανώτερο.
Τότε η ερώτηση παύει να είναι «τι μπορούμε να μάθουμε από τη Δύση;» - μια απολύτως γόνιμη ερώτηση. Γίνεται: «Πόσο ακόμη πρέπει να αλλάξουμε για να γίνουμε επιτέλους σαν αυτούς;» Και αυτή είναι εντελώς διαφορετική ερώτηση. Γιατί η πρώτη προϋποθέτει συνομιλία. Η δεύτερη προϋποθέτει μειονεξία.
Η πολιτισμική αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει να πιστεύεις ότι ο πολιτισμός σου είναι ανώτερος. Σημαίνει να μπορείς να συναντήσεις έναν άλλο πολιτισμό χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον υποτιμήσεις ούτε να εξαφανιστείς μέσα του. Όταν αυτή η αυτοπεποίθηση χαθεί, ο ξένος πολιτισμός παύει να είναι ένας πολιτισμός ανάμεσα σε άλλους και γίνεται το μέτρο του ανθρώπινου.
Και τότε φτάνουμε σε μια από τις πιο παράξενες αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας. Την ίδια στιγμή που ο βιωμένος ελληνικός κόσμος υποχωρεί, η «ελληνικότητα» αποκτά τεράστια εμπορική αξία. Το πανηγύρι γίνεται event. Η φιλοξενία γίνεται hospitality.
Το σπίτι γίνεται accommodation ή Airbnb. Η παραδοσιακή διατροφή γίνεται brand. Το χωριό γίνεται destination. Το σπίτι γίνεται location. Το νησί γίνεται product. Η θέα γίνεται asset.
Ο τόπος γίνεται real estate. Και η παράδοση επιβιώνει ως αισθητική ακριβώς τη στιγμή που μπορεί να χάνει τη λειτουργία της ως κοινωνικός δεσμός.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της πολιτισμικής ήττας: ένας πολιτισμός μπορεί να είναι εξαιρετικά επιτυχημένος ως προϊόν την ίδια στιγμή που αποδυναμώνεται ως βιωμένος κόσμος.
Μπορούμε να πουλάμε «Greek lifestyle» σε ολόκληρο τον πλανήτη και ταυτόχρονα να χάνουμε τη γειτονιά, το κοινό τραπέζι, τον διαθέσιμο χρόνο, την αίσθηση του ανήκειν και τη δυνατότητα των νέων ανθρώπων να κατοικήσουν στον ίδιο τον τόπο που διαφημίζεται ως παράδεισος στους άλλους.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά τον πολιτισμό με τη στενή έννοια. Γίνεται υπαρξιακή. Γιατί ένας πολιτισμός δεν συνεχίζεται απλώς επειδή επιβιώνουν τα μνημεία του ή επειδή αναπαράγονται τα έθιμά του. Συνεχίζεται όταν μια νέα γενιά αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι μέσα σε αυτόν τον κόσμο που αξίζει να μεταφέρει στην επόμενη.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα της πολιτισμικής συνέχειας:
Υπάρχει κάτι εδώ που αξίζει να συνεχιστεί; Και ίσως αυτή η ερώτηση βρίσκεται κρυμμένη πίσω από πολλά από τα προβλήματα που συζητούμε σήμερα ξεχωριστά. Πίσω από τη δημογραφική συρρίκνωση. Πίσω από τη φυγή των νέων. Πίσω από την εγκατάλειψη της περιφέρειας. Πίσω από την αποδυνάμωση των κοινοτήτων. Πίσω από την αίσθηση ότι η επιτυχία σημαίνει συχνά να καταφέρεις να φύγεις.
Όταν για έναν νέο άνθρωπο το «τα κατάφερα» σημαίνει σχεδόν αυτονόητα «έφυγα από εδώ», τότε ίσως δεν έχουμε μόνο οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πρόβλημα πολιτισμικής αυτοσυνέχειας.
Και εδώ ακριβώς η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής προσφέρει κάτι περισσότερο από μια ιστορία καταστροφής. Προσφέρει και μια ιστορία αντίστασης. Γιατί οι ινδιάνικοι πολιτισμοί δεν εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά. Παρά την καταστροφή, πολλές κοινότητες διατήρησαν ή ανακτούν σήμερα γλώσσες, τελετουργίες, ιστορική μνήμη, εκπαιδευτικές πρακτικές, κοινοτικές μορφές ζωής και σχέσεις με τον τόπο. Και αυτή η αναγέννηση έχει ένα εξαιρετικά σημαντικό μήνυμα: η πολιτισμική αποκατάσταση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Δεν σημαίνει να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Σημαίνει να αποκατασταθεί η συνέχεια. Να μπορέσει μια κοινότητα να πει: «Δεν χρειάζεται να πάψω να είμαι αυτό που είμαι για να συμμετέχω στον σύγχρονο κόσμο».
Και ίσως εδώ βρίσκεται και το ελληνικό ζητούμενο. Η απάντηση δεν είναι να επιστρέψουμε στην Ελλάδα του 1950. Δεν είναι ίσως να αρνηθούμε τη Δύση. Δεν είναι να φοβηθούμε. Δεν είναι να κατασκευάσουμε έναν εθνικιστικό μύθο περί ενός ανώτερου, καθαρού και αυτάρκους ελληνικού πολιτισμού.
Ο εθνικιστικός ναρκισσισμός και η πολιτισμική αυτοπεριφρόνηση είναι, κατά βάθος, δύο όψεις της ίδιας ανασφάλειας. Ο ένας φωνάζει «είμαστε καλύτεροι από όλους». Η άλλη ψιθυρίζει «είμαστε χειρότεροι από όλους». Και οι δύο χρειάζονται τους άλλους για να αποφασίσουν ποιοι είμαστε.
Η πολιτισμική ωριμότητα βρίσκεται αλλού. Στη δυνατότητα να πεις: Δεν είμαστε ανώτεροι. Δεν είμαστε κατώτεροι. Είμαστε ένας ιδιαίτερος ιστορικός τρόπος ανθρώπινης ύπαρξης που έχει δικαίωμα να συνομιλεί ισότιμα με τους άλλους.
Και ίσως γι' αυτό η θεραπεία της ελληνικής πολιτισμικής ανασφάλειας δεν χρειάζεται τόσο μια «επιστροφή στο παρελθόν» όσο μια επιστροφή στη σχέση με το παρελθόν. Να ξαναρωτήσουμε τι υπήρχε μέσα σε λέξεις και πρακτικές που βιαστήκαμε να θεωρήσουμε παρωχημένες. Τι σήμαινε κοινότητα. Τι σήμαινε γειτονιά. Τι σήμαινε φιλοξενία. Τι σήμαινε κοινό τραπέζι. Τι σήμαινε γιορτή και πένθος. Τι σήμαινε τόπος. Τι σήμαινε μέτρο. Όχι για να τα αντιγράψουμε. Αλλά για να αναρωτηθούμε αν περιείχαν κάποια ανθρώπινη γνώση που ο σύγχρονος κόσμος, μέσα στην ταχύτητα και στην ατομικότητά του, έχει αρχίσει να χρειάζεται ξανά.
Γιατί παράδοση δεν είναι να λατρεύεις τις στάχτες. Είναι να αναρωτιέσαι αν υπάρχει ακόμη φωτιά μέσα τους.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας. Όχι ότι κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Αλλά ότι κινδυνεύει να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να συνεχίσει. Να κρατήσει το όνομα και να χάσει το νόημα. Να διατηρήσει τα μνημεία και να χάσει τη μνήμη. Να πουλήσει τον τόπο και να χάσει το ανήκειν. Να εξάγει την ελληνικότητα και να μην ξέρει πια πώς να την κατοικήσει. Να μιμείται το αλλού επειδή δεν έχει αποφασίσει τι αξίζει από το εδώ. Σαν ένα "πουκάμισο αδειανό".
Και τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι: «Πώς θα γίνουμε επιτέλους σαν τους άλλους;» Ούτε: «Πώς θα ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς μπορούμε να γίνουμε σύγχρονοι χωρίς να γίνουμε ξένοι προς τον ίδιο μας τον εαυτό;
Η ιστορία των ιθαγενών της Αμερικής μας θυμίζει κάτι θεμελιώδες. Μπορεί να σου πάρουν έναν τόπο. Μπορεί να καταστείλουν μια γλώσσα. Μπορεί να διαρρήξουν τη συνέχεια των γενεών. Μπορεί να προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι ο πολιτισμός σου αποτελεί εμπόδιο στην πρόοδό σου.
Η βαθύτερη ήττα όμως έρχεται αργότερα. Έρχεται όταν αρχίσεις εσύ ο ίδιος να πιστεύεις ότι τίποτε από όσα σου παραδόθηκαν δεν αξίζει να παραδοθεί παρακάτω.
Και ίσως εκεί ακριβώς αρχίζει και η θεραπεία ενός συλλογικού τραύματος. Όχι όταν ένας λαός πείσει τον εαυτό του ότι υπήρξε πάντοτε αθώος. Ούτε όταν κατασκευάσει έναν μύθο ότι υπήρξε πάντοτε σπουδαίος. Αλλά όταν μπορέσει να κοιτάξει την ιστορία του ολόκληρη -τις δημιουργίες και τις αποτυχίες, τις αδικίες που υπέστη και εκείνες που προκάλεσε, το φως και τη σκιά του- χωρίς ούτε να την εξιδανικεύσει ούτε να τη μισήσει.
Και να πει: Αυτός είναι ο τόπος μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Δεν είναι ανώτερη από την ιστορία των άλλων. Δεν είναι κατώτερη. Είναι δική μου. Και δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψω για να μπορέσω να προχωρήσω.
Γιατί ίσως ένας λαός αρχίζει πραγματικά να χάνεται όταν παύει να αισθάνεται σπίτι μέσα στην ίδια του την ιστορία. Και αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του όταν μπορεί να επιστρέψει σ' αυτήν όχι για να κλειστεί μέσα της, αλλά για να αποκτήσει επιτέλους κάπου να σταθεί, ώστε να μπορέσει να πάει παραπέρα.
----------------------------------------------------------------------------
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος καθώς και Διδάσκων Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Neapolis Pafos.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







