Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Στάθης Σταυρόπουλος "Ευθύνη της κοινωνίας να σπάσει ο φαύλος κύκλος ενός ελεγχόμενου πολιτικού συστήματος"


Ο Στάθης του σκίτσου και του δημόσιου λόγου μέσα από αιχμηρά άρθρα, ο Στάθης Σταυρόπουλος, μιλάει στον 98.4 για την γεωπολιτική παράνοια που δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη και την Ανατολική Μεσόγειο (www.militaire.gr) και την αναγκαιότητα η Ελλάδα με τα σοβαρά υπαρξιακά της ζητήματα, να αποκτήσει μια διακυβέρνηση προς όφελος του λαού και των αναγκών του αλλά που θα μπορεί να υπερασπιστεί ταυτόχρονα μία πατρίδα που βαθμηδόν μετατρέπεται όπως λέει σε προτεκτοράτο. Όποια αναδιευθέτηση επιχειρείται σήμερα, υποστηρίζει ο Στάθης, στο πολιτικό σύστημα και τους διάφορους πόλους του, δεν είναι παρά  μια ελεγχόμενη κατάσταση από ολιγάρχες και οικονομική ελίτ, στα πλαίσια αναδιανομής ρόλων. Η κοινωνία πλέον έχει ευθύνη με τις επιλογές της και στη κάλπη να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο ενός πολιτικού συστήματος, που απλά αναπαράγεται για την επιβίωση του, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Πρέπει επιτέλους να πάψει η δυστυχία να "στεφανώνει " αυτό τον τόπο, αλλά αυτό είναι στο χέρι κυριολεκτικά της κοινωνίας, που δεν μπορεί  να βολεύεται με τις λύσεις που της σερβίρουν άνωθεν… 

Στημένο παιχνίδι


Χρύσα Κακατσάκη, 
εκπαιδευτικός

Παρακολούθησα χθες τη δημοσκόπηση της Opinion . Θα σταθώ σε δυο σημεία .
Ερώτηση: Θα ψηφίσετε για σταθερότητα ή για διαμαρτυρία. 
Προσέξτε. Παραλείπεται το τρίτο και σημαντικότερο σκέλος «ή θα ψηφίσετε για τις προγραμματικές θέσεις των κομμάτων». Δεν μιλάμε για την παγίδα του Θουκυδίδη αλλά για την παγίδα της γλώσσας
Ερώτηση: Πόσο σημαντικό είναι για σας ποιος πρωθυπουργός θα σηκώσει το τηλέφωνο σε μια κρίση; 
Εδώ δηλαδή παίρνουν στα μουλωχτά τη φραση του Μητσοτάκη του οποίου το κόμμα συμμετέχει στις εκλογές και την θέτουν στην κρίση των πολιτών. Γιατί δεν έκαναν ερωτημα φράσεις και άλλων πολιτικών αρχηγών;
 
Υ/Γ: Η χειραγώγηση δεν είναι επαρκής λέξη για το στημένο παιχνίδι. 
Λάθος ερωτήσεις, βγάζουν και λάθος συμπερασματα
Σ.Σ.:   Επειδή κάποιοι κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, διευκρινίζω ότι οι παρατηρήσεις μου είναι φιλολογικού τύπου και το πώς παγιδεύονται οι ερωτώμενοι από τον τρόπο διατύπωσης. 
Το πιο σημαντικό εύρημα, (αν υπάρχει αξιοπιστία) είναι ότι οι αναποφάσιστοι είναι 2ο κόμμα
Με τη γλώσσα των αριθμών να θυμίσω το μεγάλο φιάσκο στο δημοφήφισμα του 15 που όλες οι εταιρείες έβλεπαν ντέρμπι μεταξύ του ΟΧΙ και του ΝΑΙ με ελαφρό προβάδισμα στο ΝΑΙ. 
Δεν φοβάμαι, τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα είμαι ελεύθερη.

Πολεμούν τον Αλέξη Τσίπρα ή το Σύνταγμα;


Το επιτελικό κράτος τον καταγγέλλει ως υπερασπιστή των εφοπλιστών, επειδή σεβόταν το Σύνταγμα!

του Δημήτρη Ψαρρά


24 ώρες πριν από τη γενέθλια συγκέντρωση του νέου κόμματος που είχε ανακοινώσει ο Αλέξης Τσίπρας, τα στελέχη του επιτελικού κράτους ήταν καρφωμένα στην τηλεόραση του «Σκάι», προκειμένου να παρακολουθήσουν το 4ο επεισόδιο της σειράς «Στο χιλιοστό», της τηλεοπτικής μεταφοράς του βιβλίου «Η τελευταία μπλόφα» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, για το οποίο έχει ασχοληθεί αρκετά το «Χωρίς Εφημερίδα».      
Ο πρωθυπουργός και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναζητούσαν μια ιδέα για να αντιπαρατεθούν προκαταβολικά στο νέο εγχείρημα του Τσίπρα και να στρέψουν αλλού τα πειθήνια μέσα ενημέρωσης της Λίστας Πέτσα. Και βέβαια τη βρήκαν, μεταφέροντας τη δήλωση του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι το 2015, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν δέχτηκε την πρότασή του να φορολογήσει τους …εφοπλιστές. Γέμισαν σήμερα, τηλεοράσεις, δικτυακά μέσα και εφημερίδες από τη νέα «αποκάλυψη». Τα είπε σήμερα το πρωί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης με ειδική δήλωση:
«Χθες, στο ντοκιμαντέρ του “Σκάι” “Στο χιλιοστό”, των Ε. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού, ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jan Claude Juncker τα είπε όλα. Σύμφωνα με τον ίδιο, και καθώς η Ευρώπη με την Ελλάδα απείχαν 380 εκατομμύρια από μια συμφωνία, ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν πρότεινε στον κ. Τσίπρα τη φορολόγηση εφοπλιστών, αντί των συνταξιούχων για να εξασφαλίσει το ποσό. Και τι έκανε ο “προστάτης των αδυνάτων”; Επέλεξε να φορολογήσει τους συνταξιούχους».
Πρόκειται βέβαια για μια πολυκαιρισμένη αθλιότητα. «Πολυκαιρισμένη», επειδή είχε χρησιμοποιηθεί από τους αντιπάλους της κυβέρνησης Τσίπρα στο εσωτερικό και το εξωτερικό από το 2015 και «αθλιότητα», επειδή εμφανίζονται όλοι όσοι την επαναλαμβάνουν ότι δεν έχουν διαβάσει ποτέ το ελληνικό Σύνταγμα.
Για όσους εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν παραπέμπω στο κείμενο που είχαμε γράψει ως «Ιός» (Τάσος Κωστόπουλος, Άντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς) στην «Εφημερίδα των Συντακτών» («Υπάρχουν στην Ελλάδα ολιγάρχες; Η σκανδαλώδης φορολογική προστασία των εφοπλιστών», 20.6.2015). Μεταφέρω παρακάτω μερικά χαρακτηριστικά σημεία:

Το κείμενο του «Ιού» (αποσπάσματα)
Δεν είχαν περάσει ούτε λίγες μέρες από το σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και στη Γερμανία άρχισαν να ακούγονται διάφορες καινούριες παραινέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, και να προτείνονται νέοι τρόποι για την αντιμετώπιση της κρίσης. Και σ’ αυτές τις προτάσεις εμφανιζόταν η γερμανική πλευρά να προσαρμόζεται στην αριστερή στροφή του ελληνικού εκλογικού σώματος και να ζητά να πληρώσουν οι πλούσιοι Έλληνες. Μόλις μια βδομάδα μετά τις εκλογές, στις 3.2.2015, η γνωστή για τις φιλελληνικές της ευαισθησίες εφ. «Bild» φιλοξενούσε ρεπορτάζ με τίτλο «Για ποιο λόγο δεν πληρώνουν φόρους οι ζάμπλουτοι Έλληνες;» και υπέρτιτλο «Η κυβέρνηση της Αθήνας δεν ζητά χρήματα από τους εφοπλιστές». Μάλιστα η εφημερίδα συνόδευε το ρεπορτάζ με τη σχετική δήλωση του Μίκαελ Φουκς, αντιπροέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοσοσιαλιστών: «Έφτασε επιτέλους  η στιγμή να φορολογήσει η Ελλάδα τους εφοπλιστές της». Στην ίδια κατεύθυνση και οι δηλώσεις των βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας Βόφγκανγκ Μπόσμπαχ και Καρλ-Γκέοργκ Βέλμαν: «Προτού θιγεί η τσέπη των Γερμανών θα ’πρεπε καλύτερα να στραφούν οι Ελληνες στους δικούς τους δισεκατομμυριούχων». Και ο Πρόεδρος της Ένωσης των Φορολογουμένων Ράινερ Χόλτσνάγκελ πρόσθετε: «Αντί να πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι για τα ελληνικά χρέη, πρέπει να ενεργοποιηθεί ο ελληνικός φορολογικός μηχανισμός. Τώρα πρέπει επιτέλους να οδηγηθούν οι πλούσιοι Έλληνες στο ταμείο».     
Περίεργα πράγματα! Έρχονται τα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα στελέχη του γερμανικού κυβερνώντος κόμματος να υποδείξουν στην Αριστερά να φορολογήσει τους πλούσιους; Μην ανησυχείτε. Δεν μετατράπηκαν οι συνεργάτες της κυρίας Μέρκελ σε κοινωνικούς επαναστάτες. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η φορολογική προστασία την οποία απολαμβάνουν οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ακόμα και συνταγματικά κατοχυρωμένη. Το μόνο που θέλουν να πετύχουν μ’ αυτές τις αναφορές είναι να στρέψουν την προσοχή του γερμανικού κοινού μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, μακριά από τα πραγματικά θύματα της κρίσης, τα στρώματα που εξαθλιώνονται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό επί πέντε χρόνια. 
Άλλωστε ουδέποτε αυτές οι προτάσεις δεν περιλήφθηκαν στα προαπαιτούμενα της Τρόικας και των Θεσμών. Γνωρίζουν κι εκείνοι ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα εκείνη που παρέχει αυτή τη σκανδαλώδη φορολογική ασυλία στους εφοπλιστές της. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την ίδια τη Γερμανία. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό το ζήτημα η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 στη χώρα μας ισχύει η φορολόγηση των ποντοπόρων πλοίων επί του τονάζ, σύμφωνα με την οποία καταβάλλονται λίγες πενταροδεκάρες για κάθε 100 τόνους φορτίου και μάλιστα ανάλογα με την ηλικία του σκάφους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια εικονική φορολόγηση, η οποία επεκτείνεται και σε όλες τις δραστηριότητες των ναυτιλιακών εταιρειών. Μετά την Ελλάδα υιοθέτησε την ίδια φορολογική ασυλία για τους εφοπλιστές η Κύπρος, η οποία διέθετε κάτω από τη σημαία της πολλά ελληνόκτητα πλοία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το μοντέλο της φορολόγησης του τονάζ εξαπλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και το 1997 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το υιοθέτησε ως νόμιμο φορολογικό μέτρο. Από το 1999 το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται και στη Γερμανία, καθιστώντας τις ναυτιλιακές εταιρείες ουσιαστικά αφορολόγητες. Μάλιστα προκειμένου να απολαμβάνουν αυτή τη φορολογική ασυλία οι εφοπλιστές δεν υποχρεούνται να διατηρούν τα πλοία τους υπό γερμανική σημαία. Αρκεί να έχουν έδρα σε κάποια γερμανική πόλη. Με τον τρόπο αυτό ο καγκελάριος Σρέντερ κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να πολλαπλασιαστεί ο γερμανικός εμπορικός στόλος.
[…]
Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει δεμένα τα χέρια της, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν συνταγματική ισχύ. Το άρθρο 107 του ισχύοντος Συντάγματος είναι σαφές:
«1. Η πριν από την 21 Απριλίου 1967 νομοθεσία, με αυξημένη τυπική ισχύ για την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού, διατηρεί την αυξημένη τυπική ισχύ που είχε και εφαρμόζεται και στα κεφάλαια που θα εισάγονται στο εξής. Την ίδια ισχύ έχουν και οι διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ έως και Δ΄ του τμήματος Α΄ του νόμου 27/75 ‘περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων’.  2. Νόμος, που εκδίδεται μία φορά μόνο μέσα σε τρεις μήνες από την ισχύ του Συντάγματος, ορίζει τους όρους και τη διαδικασία για την αναθεώρηση ή λύση των εγκριτικών διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν με οποιονδήποτε τύπο κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 2687/1953 ή των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από 21 Απριλίου 1967 έως 23 Ιουλίου 1974 για επενδύσεις κεφαλαίων εξωτερικού, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν τη νηολόγηση πλοίων με ελληνική σημαία».
Την περασμένη βδομάδα συμπληρώθηκαν 40 χρόνια [σ.σ. ήδη 50] από την ψήφιση του Συντάγματος στη Βουλή της Μεταπολίτευσης. Το εν λόγω άρθρο (είχε τότε τον αριθμό 108) αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς συζήτησης στην Ολομέλεια, με την τότε αντιπολίτευση (Ένωση Κέντρου, ΠΑΣΟΚ, Αριστερά) να διαφωνεί και να το καταψηφίζει. Στις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις είχε αντιταχθεί με αγόρευσή του ο Ανδρέας Παπανδρέου, λέγοντας ότι «ο νόμος 2687 μπορεί να θεωρηθεί νόμος προστασίας εξαγωγής και όχι εισαγωγής συναλλάγματος». 
Αλλά εκείνος που υπήρξε αποκαλυπτικός για τις ρυθμίσεις αυτές ήταν ο Γεώργιος Μαύρος, ο οποίος ανέλυσε το ιστορικό της υπόθεσης, ξεκινώντας από τις νομοθετικές ρυθμίσεις του 1951:
«Ήτο η εποχή κατά την οποίαν ήτο ουσιαστικώς ανύπαρκτος η ελληνική ναυτιλία. Και εγένετο μία πρώτη δοκιμή διά να ίδωμεν πώς είναι δυνατόν να προσελκύσωμεν προς την ελληνικήν σημαίαν σκάφη. Είναι νόμος διακομματικός, τον εψήφισαν τα δύο μεγάλα κόμματα της Βουλής τότε. […] Ο κλάδος αυτός της οικονομίας εζήτησε να έχη μείζονα κατοχύρωσιν και έγιναν σχετικές συζητήσεις και υπό τον όρον της αποδοχής από τα δύο μεγάλα κόμματα τότε εγένετο ο νόμος αποδεκτός από την Βουλήν. Και τι έκαμε ο νόμος αυτός. Καθιέρωνε δοκιμαστικώς ένα πάγιον ποσοστόν φορολογίας επί των ακαθαρίστων εσόδων από τας ναυλώσεις των πλοίων. Δεν απέδωσε το νομοθέτημα εκείνο. Ησαν πολύ ολίγες νηολογήσεις που έγιναν ελληνικών σκαφών και το 1952 έπεσε η ιδική μας κυβέρνησις, ήλθε η κυβέρνησις του Συναγερμού. Τότε εψηφίσθη ο νόμος 2687 και βάσει αυτού εγένετο η χάραξις της οριστικής ναυτικής πολιτικής, η οποία έφθασε μέχρι της υπερβολής να καθιστά τελείως αφορολόγητον την ναυτιλίαν. Ίσως αυτό της επέτρεψε να αναπτυχθή, αλλά κατέστη η ελληνική σημαία, σημαία ευκολίας».
Η ωμή παραδοχή από τα χείλη ενός συντηρητικού πολιτικού έχει βέβαια ιδιαίτερο βάρος. Στην ίδια αγόρευσή του ο Γ. Μαύρος έδωσε απάντηση και στα επιχειρήματα που ακούγονται μέχρι σήμερα από όσους επιμένουν στη διατήρηση της φορολογικής ασυλίας των εφοπλιστών: «Δεν νομίζω ότι το θέμα της χρησιμοποιήσεως ελληνικών πληρωμάτων αποτελεί επιχείρημα διά την διατήρησιν ενός τέτοιου καθεστώτος. Τα πληρώματα δεν τα παίρνουν διότι έχουν ελληνική σημαία, τα παίρνουν διότι δεν ευρίσκουν άλλα. Η απασχόλησις των ναυτεργατών θα ήτο η ιδία, οιανδήποτε σημαίαν και εάν είχον τα πλοία».
Ο πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου επισήμαινε και έναν βαθύτερο κίνδυνο: «Καταγγέλλεται ότι αυτή η διόγκωσις, αυτή η αύξησις του ελληνικού τονάζ, ώστε να φαινώμεθα πρώτοι, δεν δίδει την εικόνα των πράγματι ελληνικών συμφερόντων, τα οποία υπάρχουν υπό την ελληνική σημαία. Είναι πιθανόν επειδή κατέστη σημαία ευκαιρίας να στεγάζωνται υπό την ελληνική σημαία συμφέροντα άλλων κρατών και υπήκοοι άλλων εθνοτήτων. Είναι γεγονός και πιθανόν αυτό να δημιουργήση ωρισμένα προβλήματα εις το μέλλον, διότι αυτή η νηολόγησις υπό ελληνική σημαία, με τους όρους υπό τους οποίους γίνεται και με την ιδιότητα του νηολογούντος εφοπλιστού του πλοίου υπό την ελληνικήν σημαία να το αποσύρη αμέσως, διά μονομερούς πράξεως και να ξαναγίνη πάλιν ξένο, ουσιαστικώς καθιστά αμφίβολον την αξίαν αυτής της πολιτικής».
Η προφητική αυτή ανάλυση κατέληγε σε μια υπόδειξη που ουδέποτε απασχόλησε τις ελληνικές κυβερνήσεις: «Νομίζω ότι θα πρέπει και εις τον τομέα αυτόν να χαραχθή μία άλλη πολιτική από εδώ και εις το εξής. Δεν πρέπει, κύριοι βουλευταί, να αγνοούμεν ότι η ελληνική ναυτιλία αποτελεί κλάδον της οικονομίας μας, ο οποίος ανεπτύχθη εκτός της Ελλάδος, ανήκει εις άλλον οικονομικόν χώρον».
Στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος είχε αποκαλέσει «Δούρειο Ίππο» αυτές τις ρυθμίσεις και είχε απομυθοποιήσει την ενίσχυση του στόλου υπό ελληνική σημαία κατά την περίοδο της χούντας, εξηγώντας ότι επρόκειτο για πλοία ξένων συμφερόντων. Μάλιστα ο Α. Κανελόπουλος αποκάλυψε ότι την ίδια περίοδο είχε έρθει στην Ελλάδα ο αδελφός του προέδρου των ΗΠΑ Νίξον, και έλαβε «δάνειο 10 εκατ. δολ. από την ΕΤΒΑ, υπό το πρόσχημα μιας ναυτιλιακής εταιρείας που εφέρετο ως ελληνική. Η Ελλάς εδάνεισε την Αμερική! Ο τρόπος με τον οποίον επραγματοποιείτο αυτό, είναι πάρα πολύ απλός. Τα κενά από τη νομοθεσία για την προστασία της ναυτιλίας μας ήσαν τέτοια, ώστε θαυμάσια έσπευσαν να τα εκμεταλλευθούν. Μην έχουμε λοιπόν την ψευδαίσθηση ότι επετύχαμε με τον νόμο αυτό, το λεγόμενο θαύμα της ελληνικής ναυτιλίας».
Περιττό να παρατηρήσουμε ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η σκανδαλώδης ρύθμιση και βέβαια δεν περιλήφθηκε σε καμιά από τις αναθεωρήσεις που επιχειρήθηκαν κατά τα 40 χρόνια που πέρασαν.
[…]
Αυτά γράφαμε το 2015, όταν η Δεξιά (ελληνική και ευρωπαϊκή) επιχειρούσε να παρασύρει την κυβέρνηση της Αριστεράς στην παραβίαση του Συντάγματος. Η επανάληψη του «επιχειρήματος» Γιούνκερ προδίδει την αμηχανία και τον φόβο του επιτελικού κράτους, ενόψει του νέου κόμματος που αναγγέλλει σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας.

H Eξέλιξη του Eλληνικού Δημοσίου Χρέους από το 1970 [3 δις] έως σήμερα [470 δις] ανά πενταετία


Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των International Monetary Fund, World Bank, Organisation for Economic Co-operation and Development, and Bank for International Settlements η εξέλιξη του Eλληνικού Δημοσίου Χρέος από το 1970 έως σήμερα ανά πενταετία έχει ως εξής:
World Insightsστο X: 
-Έχετε διαβάσει κάτι πιο απειλητικό;

Ο Ερντογάν μιλά για «αίμα και σύνορα» και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετρά… ήρεμα νερά;


Η επικίνδυνη αφέλεια απέναντι στην Τουρκία

του Βασίλη Λύκου

Την ώρα που ο Recep Tayyip Erdogan επαναφέρει το 1453 ως πολιτικό όπλο, μιλά για σύνορα που «ξαναχαράσσονται με αίμα και δάκρυα», εμφανίζεται στην Αγία Σοφία σαν σύγχρονος συνεχιστής ενός νεοοθωμανικού αφηγήματος και προαναγγέλλει «νέες νίκες», η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να πουλά το αφήγημα των «ήρεμων νερών».
Ένα αφήγημα που μοιάζει όλο και περισσότερο με επικοινωνιακή βιτρίνα παρά με σοβαρή εθνική στρατηγική.
Η ομιλία Erdogan για την επέτειο της Άλωσης δεν ήταν μια ακόμη συναισθηματική αναφορά στο παρελθόν. Δεν ήταν μια απλή εσωτερική πολιτική τελετουργία για το τουρκικό ακροατήριο.
Ήταν μια σαφής πολιτική διακήρυξη ισχύος. Όταν ένας ηγέτης δηλώνει ότι υπάρχουν όσοι «δεν έχουν χωνέψει το 1453», όταν στοχοποιεί όσους μιλούν για βυζαντινή κληρονομιά και όταν υπενθυμίζει ότι «τίποτα δεν θα παραδοθεί στο πεδίο», το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία συνεχίζει να σκέφτεται με όρους γεωπολιτικής επιβολής και ιστορικού αναθεωρητισμού.
Και τι κάνει απέναντι σε αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
Σχεδόν τίποτα που να δημιουργεί αίσθηση αποφασιστικής εθνικής στάσης. Επένδυσε πολιτικά στη θεωρία των «ήρεμων νερών», επιχείρησε να παρουσιάσει μια εύθραυστη αποκλιμάκωση ως στρατηγική νίκη και δημιούργησε την εντύπωση ότι το πρόβλημα της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής μπορεί να λυθεί με χαμηλούς τόνους, χαμόγελα κορυφής και διπλωματικά τετ-α-τετ.
Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη «Γαλάζια Πατρίδα». Δεν απέσυρε τις θεωρίες περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Δεν έπαψε να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Δεν αναθεώρησε ούτε κατ’ ελάχιστο το casus belli απέναντι στην Ελλάδα.
Αντιθέτως, ενισχύει τη στρατιωτική της βιομηχανία, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία στην αμυντική παραγωγή και διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης από τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο.
Κι ενώ η Άγκυρα εξοπλίζεται, οργανώνεται και διαπραγματεύεται σκληρά με όλους, η Αθήνα δείχνει συχνά να λειτουργεί με όρους πολιτικής διαχείρισης εντυπώσεων. Η κυβέρνηση έσπευσε να εμφανίσει ως «νέα εποχή» μια προσωρινή αποκλιμάκωση, χωρίς ποτέ να απαντήσει πειστικά στο βασικό ερώτημα: τι ακριβώς έχει αλλάξει στην ουσία της τουρκικής στρατηγικής;
Η απάντηση είναι απλή: τίποτα.
Αντιθέτως, σε μια περίοδο που η Τουρκία ανεβάζει συνεχώς τον πήχη της επιθετικής ρητορικής, στην Ελλάδα άνοιξε ακόμη και δημόσια συζήτηση για μετακινήσεις οπλικών συστημάτων και αμυντικού υλικού, στο πλαίσιο των ευρύτερων δυτικών αναγκών και δεσμεύσεων.
Και εδώ γεννάται ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια χώρα με ανοιχτή απειλή απέναντί της, με διακηρυγμένο casus belli και καθημερινές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, να δίνει την εικόνα ότι αποδυναμώνει — έστω και προσωρινά — κρίσιμες αποτρεπτικές δυνατότητες στα νησιά της;
Η κυβέρνηση οφείλει καθαρές απαντήσεις. Γιατί ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν οι εθνικές προτεραιότητες παραμένουν αδιαπραγμάτευτες ή αν υπερισχύουν γεωπολιτικές ισορροπίες τρίτων.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν δει κανείς τη διεθνή εικόνα. Η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ επενδύουν τεράστια πολιτικά και οικονομικά κεφάλαια στην Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή — και ορθώς στηρίζουν μια χώρα που δέχεται επίθεση. Όμως την ίδια στιγμή, η Τουρκία καταφέρνει να βρίσκεται παντού κερδισμένη.
Παρουσιάζεται ως διαμεσολαβητής, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, ενισχύει το γεωοικονομικό της αποτύπωμα, αποσπά ανταλλάγματα από τη Δύση, πιέζει για εξοπλιστικά οφέλη και συνεχίζει να εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό. Με λίγα λόγια, η Άγκυρα παίζει σε πολλαπλά ταμπλό και συχνά ανταμείβεται για τον ρόλο της.
Και ενώ η Τουρκία αξιοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να ισχυροποιηθεί, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια εξωτερική πολιτική χαμηλών προσδοκιών, με βασικό στόχο να μην «διαταραχθεί το κλίμα».
Αλλά η Ιστορία δεν συγχωρεί τις ψευδαισθήσεις. Ιδίως όταν απέναντί σου δεν έχεις έναν προβλέψιμο γείτονα, αλλά μια δύναμη που επενδύει στον εθνικισμό, στη στρατιωτική ισχύ και στον αναθεωρητισμό ως κεντρικά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής.
Ο Erdogan μίλησε ξανά με τη γλώσσα της ισχύος, του αίματος και των συνόρων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν στην Αθήνα συνεχίζουν να πιστεύουν ότι όλα αυτά είναι απλώς επικοινωνία. Γιατί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα «ήρεμα νερά» αρκούν ως στρατηγική, τότε ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται μόνο στην τουρκική προκλητικότητα — αλλά και στην ελληνική πολιτική αυταπάτη.
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Βασίλης Λύκος είναι Βιολόγος, Μ.Sc. περιβαλλοντολόγος και υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Κρήτης.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Η AI οδηγεί στην ανεργία και τον ολοκληρωτισμό;


Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Οι «τεχνοφεουδάρχες» ήδη πανηγυρίζουν καθώς απαλλάσσονται μέσω της AI από το κόστος της ανθρώπινης εργασίας:
Ο Ίλον Μασκ λέει πως «Η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ θα αντικαταστήσουν όλες τις θέσεις εργασίας». Ο Μουσταφά Σουλεϊμάν της Microsoft διατείνεται ότι οι περισσότερες εργασίες γραφείου «θα αυτοματοποιηθούν πλήρως» σε 12-18 μήνες. Τώρα δηλαδή! Επίσης ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic προαναγγέλλει ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι το «γενικό υποκατάστατο της ανθρώπινης εργασίας».
«Το Κογκρέσο πρέπει να δράσει ΤΩΡΑ για να προστατεύσει τους Αμερικανούς εργαζόμενους.» αντιδρά ο ανεξάρτητος Αμερικανός γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς. Όμως η πλειοψηφία των μελών του Κογκρέσου ελέγχεται από τους ολιγάρχες και όχι από τους εργαζόμενους. Βέβαια, δεν αποκλείεται να συμφωνήσουν για το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», το οποίο θα παρουσιάσουν σαν μέγιστο μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλά αυτό είναι σήμερα ένα αναγκαίο μέτρο για να αναπαράγεται το σύστημα το οποίο χρειάζεται τους καταναλωτές των προϊόντων που παράγουν οι ολιγάρχες. Έτσι το κράτος θα γίνει για μια ακόμη φορά το όχημα αναδιανομής του πλούτου μεταξύ των τεχνοφεουδαρχών, εξασφαλίζοντας τόσο τους καταναλωτές των προϊόντων τους, όσο και την κοινωνική συνοχή.
Το κράτος γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο το όχημα για τη μετάβαση του καπιταλισμού στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης και της ρομποτικής. Το ίδιο εξάλλου συνέβη και κατά τη βιομηχανική επανάσταση. Η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν προήλθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε στην «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου» (Τ. Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη» (operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία νέα μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το τελευταίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές, όπως τον νεοφιλελευθερισμό.
Ο νεοφιλελευθερισμός εφάρμοσε την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας. Σήμερα, όμως, εγκαταλείπεται και ο νεοφιλελευθερισμός και επιστρέφουμε εκ νέου στην «κοινωνικοποίηση του κράτους» με στόχο την μέσω αυτού μετάβαση στην ψηφιοποίηση και ρομποτικοποίηση της εργασίας.

Η μετάβαση στην εποχή της ρομποτικής
Στην βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά στην αστική επανάσταση, είχαμε τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξειδίκευσης.
Το κεφάλαιο συνεχίζει να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία θα βρίσκει πλέον στα ρομπότ-εργάτες "που σκέφτονται" και όχι στους ανθρώπους-εργάτες υψηλής εξειδίκευσης. Οι τελευταίοι εντούτοις (όπως και όλοι οι εργαζόμενοι) είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη. Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα μοντέλο ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο. Από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Το κράτος πρέπει τώρα να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών (με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας, αεργίας και την μερική απασχόληση του πρεκαριάτου). Σύμφωνα με τους Κλάους Όφε και Βαν Πάριιτζ ένα σχήμα βασικού εισοδήματος χωρίς εισοδηματικά κριτήρια θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις γραφειοκρατίες πρόνοιας της βόρειας Ευρώπης με ένα απλούστερο σύστημα, καθώς "Όλοι θα μπορούσαν να αγοράσουν παιδεία, ιατρική περίθαλψη, πενιχρές συντάξεις στην ελεύθερη αγορά". Όμως, προκύπτουν μια σειρά νέα ζητήματα, όπως η βιοαφήγηση, η ταυτότητα, η σύσταση του Εγώ, η αναγνώριση της χρησιμότητας κάθε ανθρώπου (R. Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού), ό,τι δηλαδή συνιστά το Πρόσωπο του Ανθρώπου καθώς και την Αξιοπρέπειά του. 
Η προοπτική μιας σύγκρουσης του μεγάλου πλανητικού πλήθους των «κάτω» με τις παγκόσμιες ελίτ, δηλαδή μια παγκόσμια πολιτική αντιπαράθεση των «πάνω» και των «κάτω», δεν φαίνεται επί του παρόντος ορατή. Η πιθανότητα μιας νέας εξέγερσης μπορεί να είναι κατά της επιφανειακής κουλτούρας του "νέου καπιταλισμού", γράφει ο Σέννετ, εναντίον μιας κουλτούρας του ναρκισσισμού των μικρών διαφορών, της κουλτούρας των κοινωνικών, πολιτιστικών, εργασιακών "μη δεσμεύσεων", εναντίον μιας κοινωνίας που θα μοιάζει με μια πολύχρωμη σκωτσέζικη φούστα καταναλωτικών "αναγκών" όπου ο άνθρωπος σαν τον χαμαιλέοντα θα τρελαίνεται γιατί δεν θα ξέρει σε ποιο χρώμα να προσαρμοστεί! 

Υπάρχει άραγε προοπτική αντίστασης;
Το πρόβλημα σε πολιτικό επίπεδο είναι η χειραγώγηση τόσο των πολιτών όσο και των πολιτικών από τους νέους τεχνοφεουδάρχες αλλά και τους παραδοσιακούς ολιγάρχες. Τα μοντέλα AI των τεχνοφεουδαρχών έχουν πρόσβαση σε τεράστια δεδομένα και μπορούν να αναλύουν τις συμπεριφορές μας σε τέτοιο βάθος, ώστε να ελέγχουν όχι μόνο το πού είμαστε και τι κάνουμε, αλλά και να καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε.
Οδηγούμαστε έτσι από τη δημοκρατία των πολιτών στον ολοκληρωτισμό των αλγορίθμων, καθώς η βάση της καθημερινής μας ζωής (επικοινωνία, εργασία, ενημέρωση, πρόσβαση σε υπηρεσίες) θα ανήκει σε δύο-τρεις ανθρώπους. Ο αλγόριθμος θα καθορίζει τι θα δεις, τι θα πιστέψεις και ποια πληροφορία θα σου κρυφτεί. Για να συμμετέχεις στην κοινωνία θα «πληρώνεις» με τα δεδομένα σου, παραχωρώντας το δικαίωμα στους κατόχους της τεχνολογίας να σε επιτηρούν και να προβλέπουν τις κινήσεις σου, δηλαδή να σε χειραγωγούν.
Στο ολοκληρωτικό καθεστώς της AI, η καταστολή δεν χρειάζεται τη βία, αρκεί ο αποκλεισμός σου από το ψηφιακό σύστημα ή η χειραγώγηση της σκέψης σου.
Μπορεί κανείς να αρνηθεί την Τεχνητή Νοημοσύνη ως μορφή αντίστασης; Η απάντηση είναι «Όχι». Δεν ευθύνονται οι αλγοριθμικές μηχανές για τη χρήση που τους κάνουν οι τεχνοφεουδάρχες της Σίλικον Βάλεϊ. Η απάντηση στην χρήση της τεχνολογίας από τους τεχνοφεουδάρχες δεν είναι η αποχή, αλλά η εναλλακτική τεχνολογία: Η ενίσχυση μοντέλων AI που δεν ανήκουν σε εταιρείες-κολοσσούς και που επιτρέπουν στους χρήστες να ελέγχουν τα δεδομένα τους και να μην εξαρτώνται από "ψηφιακά ενοίκια". Πρωτοβουλίες όπως το "EuroStack" προτείνουν μια ανεξάρτητη ψηφιακή υποδομή (cloud, chips, AI) που θα λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και όχι ως μέσο εκμετάλλευσης. Μια πρώτη πρακτική μορφή αντίδρασης είναι οι «τοπικές αντιστάσεις» στο παγκόσμιο μοντέλο που ελέγχει τα πάντα, όπως αυτές που αναπτύσσουν κοινότητες και πανεπιστήμια. Αυτό εμποδίζει τη συγκέντρωση όλων των δεδομένων μας στη "μαύρη τρύπα" της Σίλικον Βάλεϊ.
Επίσης, η "τεχνοφεουδαρχία" βασίζεται στην εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων (cloud serfs) που παράγουν δεδομένα δωρεάν και στη βάση αυτή αναπτύσσεται ένας Νέος Συνδικαλισμός με την ανάδειξη κινημάτων που διεκδικούν δικαιώματα επί των δεδομένων και προστασία από την αλγοριθμική διαχείριση της εργασίας.
Επιπλέον, αναπτύσσεται μια συλλογική δράση και προσπάθειες "πολιτικής ανυπακοής" στον ψηφιακό χώρο με απαίτηση για διαφάνεια στους αλγορίθμους λήψης αποφάσεων. 
 Ήδη έχουμε νέες μορφές συνδικαλισμού, καθώς στους παραδοσιακούς εργαζόμενους προστίθενται και οι "ψηφιακοί εργάτες" (data labelers, moderators) που αντιδρούν στις άθλιες συνθήκες εργασίας. Υπάρχουν επίσης διεθνείς οργανισμοί όπως ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO) που προσπαθούν να επιβάλουν κανόνες προστατεύοντας τους ανθρώπους από την αυθαίρετη αντικατάσταση από τα ρομπότ.
Στην συλλογική αντίσταση εντάσσεται και ο πολιτισμός. Η άρνηση της κανονικοποίησης του ελέγχου περνάει μέσα από τη σάτιρα, την τέχνη και την πολιτική κριτική καταγγέλλοντας την "τεχνοφεουδαρχία" ως ένα παρωχημένο και άδικο σύστημα και σπάζοντας το μύθο ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι αναγκαστικά ασύμβατη με την ελευθερία και την ισότητα. 
Γενικά, το αίτημα για Δημοκρατία και Ελευθερία καθώς και για αντίσταση απέναντι στον ολοκληρωτισμό της Τεχνητής Νοημοσύνης των τεχνοφεουδαρχών επανατίθεται σήμερα ακόμη πιο επιτακτικά και από την περίοδο του Μεσοπολέμου…

ΤΙ ΥΠΟΚΡΥΠΤΕΙ η σύγκρουση Βαξεβάνη – Μαραντζίδη...


Dimitris Tsirkas

Η σύγκρουση Βαξεβάνη – Μαραντζίδη είναι η σύγκρουση του πρώην με τον νυν - του παλιού με τον νέο στενό σύμβουλο του Τσίπρα.
Ο Βαξεβάνης κατείχε αποκλειστικά τη θέση μέχρι το 2022, σε σημείο τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και οι δημοσιογράφοι της Αυγής να διαβάζουν το Documento για να μάθουν τα νέα του κόμματός τους.
Από το 2023 και έκτοτε, τη θέση καλύπτει ο Μαραντζίδης. Δική του πρόταση ήταν το άνοιγμα προς το κέντρο στις εκλογές του 23 και ακόμα περισσότερο σήμερα.
Η κόντρα τους είναι τόσο σφοδρή, όχι μόνο γιατί ανταγωνίζονται για την ίδια θέση . Αλλά και γιατί αντιπροσωπεύουν δύο τελείως διαφορετικές πολιτικές λογικές.
Ο Βαξεβάνης είναι άνθρωπος της σύγκρουσης και της λογικής της πλήρους κατίσχυσης επί του αντιπάλου – τη διαπλοκή – φλερτάροντας ώρες ώρες με το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», απέναντι σε φίλους και εχθρούς.
Ιδίως απέναντι σε φίλους που «λιποψυχάνε» μπροστά στον ιερό σκοπό.
Η εσωκομματική αντιπολίτευση στον Τσίπρα δεν πέρασε καλά από τις σελίδες του Documento μέχρι το 2022.
Ο Μαραντζίδης, βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της λογικής, τουλάχιστον στην τωρινή του φάση και όχι τότε που ήταν προωθημένος αξιωματικός του μνημονιακού στρατοπέδου – χονδρικά μέχρι το 2017.
Δανειζόμενοι από τη Σαντάλ Μουφ, θα λέγαμε ότι είναι πιο κοντά σε μια αγωνιστική αντίληψη της πολιτικής - πιο ήπιας, πιο συναινετικής - παρά σε μια ανταγωνιστική. Βλέπει πολιτικούς αντιπάλους και όχι πολιτικούς εχθρούς.
Με όρους διαφορετικών χαρακτήρων του καλύτερου φίλου του ανθρώπου - αν ο Βαξεβάνης είναι πίτμπουλ, ο Μαραντζίδης είναι λαμπραντόρ.
Ο Βαξεβάνης ταίριαζε στον Τσίπρα όταν η αίσθηση που κυριαρχούσε στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν το «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», εξ ου και λειτούργησε ως η δημοσιογραφική προμετωπίδα της τότε κυβέρνησης απέναντι στους αντιπάλους της, κυρίως με την υπόθεση Νοβάρτις και τις offshore της οικογένειας Μητσοτάκη.
Αυτό όπως γνωρίζουμε δεν πήγε πολύ καλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί μπορεί ο Σεν Ζυστ να έλεγε (δικαίως) ότι όποιος κάνει μισή επανάσταση σκάβει τον λάκκο του, αλλά ισχύει και πώς όποιος την κάνει χωρίς επαρκή όπλα, στρατό και σχέδιο μάχης πέφτει στον λάκκο που του σκάβουν οι άλλοι.
Ο Τσίπρας το αντιλήφθηκε αυτό – αν και κάπως αργά – και έκανε «διορθωτικές» κινήσεις, στην αρχή πιο ντροπαλά, τώρα τελευταία πιο αποφασιστικά. Η λογική του δεν είναι πλέον «να τους τελειώσουμε», αλλά «να τα βρούμε» - if you can’t beat them, join them, που λένε και στο χωριό μου.
Όχι βέβαια, ανοικτά, «μπροστά στα παιδιά», εδώ διατηρεί ακόμα μια συγκρουσιακή ρητορική, αλλά ξεθυμασμένη - μιλά για ολιγαρχία και καρτέλ, αλλά αποφεύγει να δώσει «ονόματα και διευθύνσεις».
Κοινώς, φταίει το (απρόσωπο) σύστημα. Plausible deniability που λένε στο άλλο μου χωρίο, από τη μεριά της μάνας μου.
Είναι με δυο λόγια πιο κοντά σε mood Μαραντζίδη, παρά Βαξεβάνη – να αράξουμε στη Βαλτετσίου και να κοιτάμε περιφρονητικά τη διμοιρία των ΜΑΤ έξω από τα γραφείο του ΠΑΣΟΚ, αλλά όχι και να αρχίσουμε να της πετάμε πέτρες και μολότοφ.
Αυτό όμως ο Βαξεβάνης δεν θέλει να το αποδεχτεί με τίποτα – σου λέει, έβαλε εκείνος το κεφάλι του στον ντορβά, πλακώθηκε με τους πάντες, φίλους και εχθρούς, κουβαλάει καμιά εικοσαριά μηνύσεις ως παράσημα – και τώρα τον πετάει σαν στυμμένη λεμονόκουπα;
Έφτασε μέχρι να ζητήσει συγγνώμη από τον Βενιζέλο για τη Νοβάρτις.
Και όχι απλώς τον πετάει, αλλά παίρνει δίπλα του τον Μαραντζίδη of all people!
Είναι σαν να σε χωρίζει το αίσθημά σου - εσένα το γνήσιο, λαϊκό, πλην όμως αθυρόστομο, παιδί - για εκείνο τον καθωσπρέπει χλεχλέ από τα Βόρεια Προάστια.
Ξεχνά, ωστόσο, ότι αυτός είναι ο ρόλος (και η συχνά η μοίρα) των κονσιλιέρι.
Να είναι δίπλα στον αρχηγό, να τον συμβουλεύουν, να τρώνε τα χτυπήματα αντί για εκείνον, αλλά αν φτάσει ο κίνδυνος πολύ κοντά του ή αν αλλάξουν τα πράγματα, τότε θα τους πετάξει χωρίς δεύτερη σκέψη για να σώσει τον εαυτό του.
It comes with the job, που λένε στο τρίτο χωριό μου, από τη μεριά της γιαγιάς μου.
Εδώ ο Μητσοτάκης πέταξε εκτός τον πιο στενό σύμβουλο και ανιψιό του και τον έστειλε να δέρνεται με τον κουμπάρο της αδερφής του στις κερκίδες του ΟΑΚΑ.
Έτσι, ο πρώην κονσιλιέρι γυρνά τώρα πικραμένος και εξοργισμένος και καταγγέλλει τον πρώην αρχηγό του όπου σταθεί και όπου βρεθεί, μαζί με τον νέο του κονσιλιέρι - που είναι «μπήξε» «δείξε» - μέχρι και «μισθοδοτούμενος από τις Βρετανικές Υπηρεσίες και το Foreign Office»!
Όσοι έχουν περάσει δύσκολους χωρισμούς καταλαβαίνουν. Ωστόσο, ελάχιστοι τον συμπονούν.
Αφενός διότι ο προδομένος έχει δημιουργήσει - λόγω χαρακτήρα και προηγούμενης δράσης - πολλούς εχθρούς.
Αφετέρου, οι περισσότεροι (πρώην) φίλοι του ακολούθησαν τον αρχηγό – όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις - και τώρα εξοργίζονται με τις "ανοιίκειες" επιθέσεις του εναντίον του.
Ο Μαραντζίδης από την άλλη απαντά, εύλογα, με δικαστήρια – ε ρε μηνύσεις που θα πέσουν...
Κάνει όμως και μια περίεργη σύνδεση – λέει ότι ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος είναι «πράκτορας» των Βρετανών μπορεί να δώσει το πρόσχημα σε κάποιους άλλους με ΕΥΠ και Predator στα χέρια τους, να παρακολουθήσουν τον Αλέξη, του οποίου είναι σύμβουλος.
Ίσως επειδή μεταπήδησε πολύ απότομα από το ακραίο κέντρο στην «ελασίτικη» αριστερά, ξέχασε ότι η συνεργασία – πραγματική ή φέικ - με μυστικές υπηρεσίες συμμάχων χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ, Γερμανία κλπ), δεν είναι πρόβλημα, αλλά ευλογία για έναν πολιτικό που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στα δημόσια πράγματα της χώρας.
Αυτές οι μυστικές υπηρεσίες είναι δικές τους και δικές μας!
Πρόβλημα είναι μόνο η συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες του Άξονα του Κακού (Ιράν, Ρωσία, Κίνα κλπ.).
Γενικά δεν θα πλήξουμε μέχρι τις εκλογές, Μπορεί να μην παράγουμε πολιτική ουσία, παράγουμε όμως περισσότερο πολιτικό θέαμα από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε.

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε»: Οι Δράκοι (Draghi) αναβιώνουν στην Ε.Ε.


Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι, όπως και οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε». Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι ξαναχτυπά δύο φορές, επαναφέροντας με κάποιες επίκαιρες μεταβολές στο περίγραμμά του το ξαναδιατυπωμένο σχέδιο-όραμά του για την ανάπτυξη στην Ευρώπη. Πρώτα με τις βαρύγδουπες ιερεμιάδες που εξαπέλυσε στην ομιλία του κατά την παραλαβή του ευρωπαϊκού βραβείου «Καρλομάγνος». Και κατά δεύτερον με την κυκλοφορία (εντός ολίγου από τις εκδόσεις Rizzoli) του βιβλίου του, με αυτόν ακριβώς τον τίτλο «Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε», που από τις προδημοσιεύσεις προκύπτει πως είναι μία επανάληψη στις αναλύσεις και τις πολιτικές που περιέχονταν στην περίφημη Έκθεση για «το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας» του Σεπτεμβρίου 2024,  με επικαιροποιημένο περιεχόμενο ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι νέες συνθήκες που δημιουργούν σε παγκόσμια κλίμακα  τ’ «ανδραγαθήματα» του Ντόναλντ Τραμπ, που παθητικά και δουλικά ακολουθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κι οι άρχουσες τάξεις της ηπείρου.
Ο Ντράγκι, όπως κι οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της, χωρίς πια τη στήριξη των Αμερικανών μιας και τα συμφέροντα των ΗΠΑ έχουν αλλάξει. Κι ακόμη χειρότερα, έχει υποβιβασθεί σε απλό υποχείριο της Ουάσιγκτον, όχι μόνον πλέον στους στρατηγικούς της στόχους, αλλά πολύ χειρότερα στο οικονομικό, ενεργειακό και τεχνολογικό επίπεδο. Ο Ντράγκι, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα εκείνης της άρχουσας τάξης (των αμιγώς τεχνοκρατών πολιτικών, των λόμπι και των υποτελών τους ΜΜΕ) που είναι υπεύθυνη για την πνευματική, ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ίδιου του μορφώματος που δημιούργησε, την Ε.Ε., μιας ελίτ απρόθυμης για οποιαδήποτε λογοδοσία, προτρέπει την ίδια αυτή κάστα να καθοδηγήσει το μέλλον της ηπείρου, λειτουργώντας αμιγώς ως μία επιχείρηση.

Η Ε.Ε. ως επιχείρηση, χωρίς κράτος δικαίου και θεσμικές δεσμεύσεις
Απηχώντας τα προηγούμενα μηνύματά του ενάντια στην «αδράνεια» και «απάθεια» (που όπως έλεγε στις 16 του περασμένου Σεπτεμβρίου στις Βρυξέλλες: «Μερικές φορές η αδράνεια παρουσιάζεται ακόμη και ως σεβασμός στο κράτος δικαίου. (η υπογράμμιση δική μας) Το να συνεχίσουμε ως συνήθως σημαίνει ότι συμβιβαζόμαστε με το να μείνουμε πίσω. (…) Μια διαφορετική πορεία απαιτεί νέα ταχύτητα»). Ο Ντράγκι αποφαίνεται πως η «συλλογικότητα» και η εμμονή στην «ομοφωνία» στη λήψη  των αποφάσεων καταδικάζει την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητα στην Ε.Ε.. Στην «αγωνιώδη κραυγή» του Ντράγκι, ως φερέφωνου των επιχειρηματικών ελίτ το άγχος να μείνουμε πίσω δεν χωρεί δικαιολογίες: ούτε καν επίκληση στο κράτος δικαίου. Περιττό να πούμε ότι τα λόγια του καταχειροκροτήθηκαν. 
Για τον Ντράγκι λοιπόν η Ε.Ε. βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα συνεχίσει όπως έκανε μέχρι τώρα και θα υποκύψει στις αδήριτες ιστορικές συνθήκες, είτε θα βρει το θάρρος να επανεκκινήσει και να μεταρρυθμιστεί. Αρχίζοντας από την ξεπερασμένη αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις και την επεξεργασία των αποφάσεων από επιτροπές (οι οποίες «νερώνουν ή μετριάζουν» τα τελικά μέτρα), την εμμονή στους κανονισμούς που παραλύει ουσιαστικά την Ευρώπη. Ο Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να «αφυπνίσει» τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε., υπογραμμίζοντάς τους πως:
Ο κόσμος που κάποτε συνέβαλε στην ευημερία της Ευρώπης δεν υπάρχει πια και σ’ αυτόν τον κόσμο για πρώτη φορά όσο θυμούνται οι άνθρωποι, είμαστε πραγματικά μόνοι μας.
Τώρα, σε τούτη την κρίσιμη καμπή της Ιστορίας μας προσφέρεται η ευκαιρία να ολοκληρώσουμε το έργο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σύμφωνα με το ευαγγέλιο των κοινοτικών αποβλέψεων. Που με βάση τη λειτουργική ρητορική τους, η κρίση λειτουργεί ως μαία της ολοκλήρωσης, όπως την εννοούν, στο  όνομα της έκτακτης ανάγκης και συνθηκών, που απαιτεί ένα πανεθνικό σμιτιανό «κράτος εξαίρεσης στην Ε.Ε.». Όταν η ταχύτητα είναι ο αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από τον προορισμό (η έννοια της ανάπτυξης παραμένει αφηρημένη, γιατί δεν περιγράφει προς όφελος ποιων και πώς θα διαμοιρασθεί) και ελλείψει ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος νομιμοποιημένου από τους λαούς, αυτή η επάρατη αρχή της ομοφωνίας στο Συμβούλιο της Ε.Ε. πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί.
Ο Ντράγκι υπενθυμίζει πως ούτε η Κίνα, ούτε πλέον οι ΗΠΑ, μπορούν να θεωρούνται εταίροι μας σε κανέναν τομέα -μάλιστα οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον, έπειτα από δεκαετίες υποτέλειας, σήμερα ανάγονται σε υπαρξιακό δίλημμα για την Ε.Ε.. Πλέον, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι μόνον στρατιωτική, αλλά στη νεροσυρμή της τεχνολογικής πλημμυρίδας η πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμμαχος, όπως απέδειξε το πολιτεύεσθαι του Τραμπ. Για τον Ντράγκι, με την αλλαγή του αμερικανικού δόγματος «δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι θεματοφύλακες της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων εξακολουθούν να είναι δεσμευμένοι στη διατήρησή τους» και «η αλλαγή της αμερικανικής στάσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως κίνδυνος. Είναι επίσης μια απαραίτητη αφύπνιση».
Άρα στις περίπλοκες τούτες εξαρτήσεις, η Ε.Ε. θα πρέπει να τρέξει για την ουσιαστική ολοκλήρωσή της, που περνά από την αλλαγή του τρόπου λήψης αναγκαίων αποφάσεων, που θα υπερβαίνει την προσχηματική προστασία των συμφερόντων των επιμέρους χωρών, των συμβάσεων του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων. Όταν η ήπειρος θα πρέπει να τρέξει, προκειμένου να επιτύχει την ενεργειακή  μετάβαση, την τεχνολογική ανάπτυξη και την οικονομική υπέρβαση, γεγονός που απαιτεί ότι η «χρηματοδότηση» προς τις μεγάλες εταιρείες που θα μετουσιώσουν το όραμα τούτο, θα πρέπει να αποφασίζεται με μεταβλητές πλειοψηφίες, να είναι γρήγορη κι ανεμπόδιστη, βλέπε ανεξέλεγκτη, ώστε να μη δημιουργούνται αγκυλώσεις. Γιατί, ο Ντράγκι το λέει σχεδόν απερίφραστα,  περί αυτού πρόκειται: για το ευρωπαϊκό χρήμα που θα δοθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις (που δε θα βάλουν χέρι στις τσέπες τους για ιδιωτικές επενδύσεις) και με όρους και συνθήκες που δε θα δεσμεύονται από τις εθνικές πολιτικές ή άλλους (περιβαλλοντικούς, νομικούς κ.α.) περιορισμούς. «Οι χώρες που αισθάνονται περισσότερο το βάρος αυτής της στιγμής και που κατανοούν ότι το παράθυρο ευκαιρίας για δράση δεν θα παραμείνει ανοιχτό επ’ αόριστον, πρέπει να είναι ελεύθερες να προχωρήσουν», τόνισε στην ομιλία του ο Ντράγκι, αναφερόμενος φυσικά στις ‘μεγάλες’ χώρες (και τις επιχειρήσεις τους) που ασφυκτιούν από την ‘αδράνεια’ και τους κανονισμούς της Ε.Ε..

Φεντεραλισμός και αλληλεγγύη υπέρ των πλουσίων
Αυτή η ανεμπόδιστη ελευθερία στις χώρες που «θέλουν να τρέξουν» είναι η ακρογωνιαία  έκφραση του (ετεροβαρούς) φεντεραλισμού, όπως τον εννοεί ο Ντράγκι, που σημαίνει, στην πράξη, ότι «οι χώρες που έχουν τη βούληση να δράσουν, θα πρέπει να εντείνουν τη συνεργασία τους σε συγκεκριμένους τομείς». Ο Ντράγκι θέλει διακαώς μία ενιαία αγορά: τραπεζική, στην κεφαλαιαγορά, για να μπορούν εύκολα να χρηματοδοτούνται, χωρίς άλλους περιορισμούς,
Για τον Ντράγκι βέβαια, «η προσέγγιση θα είναι αναγκαστικά πειραματική», γιατί μοιραία «ορισμένες πρωτοβουλίες θα πετύχουν, άλλες όχι», δηλ. οι χώρες που θα ‘αποτυγχάνουν’ θα εξοβελίζονται «γιατί τα πειράματα δεν είναι τυχαία». Βέβαια, θα εξακολουθεί (τύποις) να αποκαλείται ‘φεντεραλισμός’ καθώς αυτά «καθοδηγούνται από έναν κοινό στόχο: την πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να μάθουν να ασκούν την εξουσία μαζί, αν θέλουν να διαφυλάξουν τις αξίες τους». Δηλ. να μαθαίνουν, στο πλαίσιο της συνεργασίας, πότε θα πρέπει να αποσύρονται οι αδύνατοι και ν’ αφήνουν τους ισχυρούς να οδηγούν τις τύχες τους – μιας κι όπως θέλουν να μας διδάξουν οι γενικότερες αξίες ταυτίζονται με τα συμφέροντά τους. Και κυρίως να μάθουν να μη διεκδικούν επιδοτήσεις κλπ γιατί όπως τονίζει ο «Σούπερ Μάριο» (επικαλούμενος και τους παντογνώστες του ΔΝΤ) «έχει αποδειχθεί πως κάθε επιδότηση σε ένα κράτος, επηρεάζει την ανάπτυξη ενός άλλου!»
Για τον Ντράγκι, το δημόσιο, ευρωπαϊκό, χρήμα δεν θα πρέπει να σπαταλάται σε επιχειρήσεις που δεν μπορούνε να εξυπηρετήσουν τους στόχους που θα βοηθήσουν στην κούρσα τούτη της ανάπτυξης. Και ποιες είναι τούτες οι επιχειρήσεις που θα πρέπει να προταχθούν; Μα εκείνες που είχε περιγράψει και στο διαβόητο σχέδιο για την ανάπτυξη της Ε.Ε.: της ενέργειας, της τεχνολογικής καινοτομίας και φυσικά του τομέα που αμιγώς σχετίζεται με αυτήν (δεδομένου ότι η αυτοκινητοβιομηχανία, λόγω και της έλλειψης κρίσιμων πρώτων υλών/ορυκτών δεν μπορεί να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στην πορεία τούτη) η στρατιωτική βιομηχανία. Άλλωστε οι γεωπολιτικές συνθήκες ευνοούν την διαιώνιση πολεμικών συγκρούσεων και την ανάγκη για προηγμένα όπλα, ενώ – όπως κι ο ίδιος επισημαίνει – οι άλλες εμπορικές (αγροτικές κατά βάση και χαμηλής τεχνολογικής καινοτομίας μηχανημάτων) συνεργασίες, όσο εκτεταμένες και να είναι (βλέπε Mercosur) «δεν συμβάλλουν σε μία αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ πάνω από 0,5%. Οπότε ας αφήσουμε στην άκρη τις κοστοβόρες αγροτικές πολιτικές (που απαιτούν εξάλλου κι εργατικά χέρια, που δημιουργούν και μεταναστευτικό πρόβλημα λόγω των αναγκών αυτών) και ας επενδύσουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τη στρατιωτική βιομηχανία, που χάρις στην πρώτη μπορεί να ρομποτοποιηθεί και να μη χρειάζεται παρά μόνον ειδικευμένο προσωπικό.
Όμως προκύπτει αναπόφευκτα ένα ερώτημα: Προς ποια κατεύθυνση θα διευθυνθεί αυτή η «φυγή προς τα εμπρός» και ποιος θα είναι ο προορισμός της, δηλ. ποιο θα είναι το αποτύπωμα και το όφελος για τους πολίτες της Ευρώπης;  Τρέχουμε; Ποιο είναι το νόημα της κούρσας; Σε ποιον ανθρώπινο προορισμό φτάνουμε πιο γρήγορα; Σε ποια κοινωνία; Σε ποια Ευρώπη; Θα ήταν καιρός να απαντήσουμε στα ερωτήματα, χωρίς αφέλεια και χωρίς να αποφεύγουμε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα: οδεύουμε προς τον πόλεμο ως μόνη δυνατότητα των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν την κερδοφορία και τα συμφέροντά τους, αδιαφορώντας για τις τύχες ολάκερων λαών και του περιβάλλοντος. Η αριστοκρατία μας δεν θέτει ερωτήματα κι ο Σούπερ Μάριο Ντράγκι επιμένει, γιατί κατ’ αυτόν έχουμε δημιουργήσει λίγη αγορά, ιδίως στις κεφαλαιαγορές.
Στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, που η Ε.Ε. ακολουθεί με πεισματική προσήλωση ακόμη κι όταν δεν λειτουργεί, η κούρσα την οποία ευαγγελίζεται ο Ντράγκι (και την οποία έχει εφαρμόσει μέχρι κεραίας η Ένωση) έχει γίνει πια μη βιώσιμη. Η κοινωνική εργασία, που καταναλώνει ακόμη και τον ελεύθερο (κι όχι απελευθερωμένο χρόνο) των εργαζομένων, ιδίως τώρα με την εφαρμογή της ΤΝ, η οποία αποικεί κάθε δραστηριότητα, απομονώνει τους ανθρώπους που έχουν την αυταπάτη ότι μπορούν – όπως τους ζητούν – να γίνουν επιχειρηματίες του εαυτού τους. Ο ανταγωνισμός κι η αναζήτηση του πλούτου, της νεότητας και τις ευεξίας διαβρώνει τους ηθικούς και κοινοτικούς δεσμούς κάτω από την εμμονική πίεση για διαρκή απόδοση. Φορτώνει αποκλειστικά στο άτομο (στην προσωπική μικροκλίμακα) και σε ολάκερες κοινωνίες κι έθνη (με μνημόνια, κόφτες, πλεονάσματα) το βάρος της αποτυχίας στο πλαίσιο ενός πανταχού παρόντος και ριζικά αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδίως μέσα σε τούτη την πολυδιαφημισμένη ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Κυρίως, ο ευρωπαϊκός κοινός χώρος, ενώ ιδιωτικοποιεί τα κέρδη και κοινωνικοποιεί τις απώλειες των κοινοτικών κι εθνικών πολιτικών (παντοτινά προσδεδεμένα με τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων) αποποιείται στην ουσία τις ευθύνες της πολιτικής των Βρυξελλών, η οποία έχει μετατραπεί σε θεραπαινίδα των κυρίαρχων συμφερόντων.
Ο Ντράγκι επικαλείται την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, αλλά η αλληλεγγύη για την οποία μιλάει είναι η θεσμική ανταπόκριση του ευρώ στην κρίση χρέους, ο καταμερισμός του χρηματοπιστωτικού κινδύνου μεταξύ τους, που έχει κάνει τους Ευρωπαίους, που αυτοί ουσιαστικά δικαιούνται το βραβείο που του απονεμήθηκε,  να ματώσουν ίσαμε σήμερα. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται στην πραγματική υλική αλληλεγγύη, προς τους πολίτες που υποφέρουν, στην ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες υπάρχουν μόνο ως παραγωγικές μονάδες, υποκείμενα που οικοδομούν την ανάπτυξη με τον ιδρώτα τους, αλλά χωρίς δικαιώματα και που θα πρέπει να θυσιαστούν στον βωμό της ανάπτυξης, με την ελπίδα πως μία σταγόνα από τα υπερκέρδη θα ράνει κι αυτούς.
Ο Ντράγκι επικαλείται το Ευρωβαρόμετρο, λέγοντας πως εννέα στους δέκα πολίτες θέλουν μεγαλύτερη Ένωση στην Ε.Ε., περισσότερη Ευρώπη. Μόνο που δεν αναφέρει πως όταν οι πολίτες αξιώνουν περισσότερη Ευρώπη, δεν ζητούν περισσότερη αγορά. Θέλουν περισσότερη προστασία, μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, ευρύτερη κοινωνική συνοχή. Δεν ζητά υψηλότερους δασμούς κατά της Κίνας, ούτε και πόλεμο κατά της Ρωσίας ή ενάντια στο Ιράν. Απαιτεί τα παιδιά του να έχουν ίσες ευκαιρίες να σπουδάσουν, όταν αρρωσταίνει να έχει νοσοκομεία και γιατρούς να τον θεραπεύσουν χωρίς να τον αφαιμάξουν οικονομικά, να έχει μία αξιοπρεπή, καλά αμειβόμενη, εργασία και μία επαρκή σύνταξη. Όταν ο Ντράγκι εννοεί Ενιαία Ευρώπη, είναι σα να μιλάει άλλη γλώσσα.

Η κοινωνική πολιτική στον κάλαθο των αχρήστων του Ντράγκι
Στον λόγο του Ντράγκι, περιγράφηκαν πολλές δυνατότητες για την ανάπτυξη και την απαραίτητη «κούρσα» για την επίτευξή της, όμως σε όλο το κείμενο μόνο μία λέξη  δεν αναφέρθηκε: η λέξη κοινωνική πολιτική και κοινωνικό κράτος/πρόνοια(welfare ). Ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ δεν ενδιαφέρθηκε για τις ευρωπαϊκές  κοινωνίες, που γηράσκουν και που συνθλίβονται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που το μοντέλο της ευρωπαϊκής «αδράνειας» έχει δημιουργήσει επί χρόνια η ταύτιση του «προγράμματος για την ενιαία Ευρώπη των πολιτών» και των αξιών της με το οικονομικό πρόγραμμα που έχει εκπονήσει κι ακολουθεί η ηγεσία της Ε.Ε. και οι μεγάλες χώρες. Ο Ντράγκι ήταν εξαιρετικά αναλυτικός για τον κατάλογο με τις δαπάνες που θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν μαζί με την ενεργειακή μετάβαση, την άμυνα και την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά οι κοινωνικές δαπάνες, που στριμώχνονται κάπου μεταξύ των ευρωπαϊκών επενδύσεων-επιχορηγήσεων, μοιάζουν ένα ακολούθημα, που θα πάρουν κάτι εάν περισσέψει.  Αποτελούν μία εξαρτημένη μεταβλητή στις επιτρεπτές δαπάνες, όχι  ένα βασικό στοιχείο στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Δεν πρόκειται όμως για μία απλή παράλειψη. Και για τον Ντράγκι, όπως και για τους ομοίους του, η αδιαφορία για την προτεραιότητα στην κοινωνική πολιτική αποτελεί την ίδια τη δομή της σκέψης του. Σύμφωνα με την  απλουστευτική (κι ουδέποτε εκπληρούμενη) «αρχή της σταγόνας» η οικονομία πρέπει να επιστρέψει στην ανάπτυξη για να χρηματοδοτήσει, όποτε το ποτήρι φθάσει στο χείλος του, με τις σταγόνες που θα πέφτουν όσο γεμίζει κι όλα τα υπόλοιπα. Η ανάπτυξη είναι η προϋπόθεση για κάθε άλλο πράγμα. Τα 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως για στρατηγικές επενδύσεις, στα οποία αναφέρεται, περιλαμβάνουν τον επανεξοπλισμό, την ενέργεια, την τεχνολογία. Όχι όμως και το κοινωνικό κράτος. Μόνο που εάν αυξηθούν οι δαπάνες για την άμυνα και τις ψηφιακές υποδομές και δεδομένου ότι οι δημόσιοι πόροι δεν είναι άπειροι, κάτι θα πρέπει να μειωθεί. Αυτό το κάτι, το γνωρίζουμε ήδη, θα είναι οι κοινωνικές δαπάνες. Συμβαίνει ήδη και θα συμβεί ακόμα περισσότερο.
Ωστόσο, είναι το κοινωνικό μοντέλο εκείνο που ακριβώς διαφοροποιεί την Ευρώπη να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο, όπου η παραγωγή είναι αποχωρισμένη από τη φροντίδα για τον άνθρωπο. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, για το οποίο πολλοί επικαλούνται τις χριστιανικές κι ουμανιστικές ρίζες του πολιτισμού της που ξεκινά από την κλασσική αρχαιότητα, περνά από τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση και κορυφώνεται στους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες και την βούληση να αποφευχθεί ξανά η φρίκη των δύο Παγκόσμιων Πολέμων που θέρισε τόσες γενεές και υποδομές, δεν είναι επ’ ουδενί η ενιαία αγορά – παρ’ ότι γέννησε τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό – ούτε η βιομηχανική βάση, που οι ΗΠΑ κι η Κίνα υπερτερούν. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, ιδίως μεταπολεμικά, βάζει τον άνθρωπο, την υγεία και την παιδεία και τα εργασιακά δικαιώματα στο επίκεντρο της κρατικής πολιτικής, ως παράγοντες που εξασφαλίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη και τη συνοχή του κράτους και των θεσμών του. Χωρίς κοινωνικό κράτος, η Ευρώπη είναι απλώς μια οικονομική ζώνη μεταξύ άλλων. Με το κοινωνικό κράτος, είναι ένας πολιτισμός.

Το σχέδιο της διαπλοκής και ο «έεερχεται»


Η φιλοδοξία του Αλέξη Τσίπρα να ανατρέψει τον Μητσοτάκη δεν είναι ουσιαστική πολιτική αλλά διάθεση να τον διαδεχτεί.

Κώστας Βαξεβάνης

Στην πολιτική το να έχεις την ευχέρεια να επιλέγεις και να αναδεικνύεις ο ίδιος τους εχθρούς σου είναι εξίσου σηµαντικό µε το να επιλέγεις τους φίλους σου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πολιτικός που κατάφερε να εγκαθιδρύσει καθεστώς σε χώρα µιας ευρωπαϊκής δηµοκρατίας, αφού κυβέρνησε κάνοντας ό,τι επέλεγε χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές αντιστάσεις, σήµερα έχει την πολυτέλεια να επιλέξει τους εχθρούς του. Τους τοποθετεί µάλιστα απέναντί του µε αρίθµηση και βολική κατάταξη ώστε να τους επιδεικνύει ως κίνδυνο που πρέπει να αντιµετωπίσει.
Πατώντας πάνω στη δική του στρατηγική, τις διαθέσεις ενός κοµµατιού της µιντιακής και επιχειρηµατικής ελίτ αλλά και τις φιλοδοξίες των αντιπάλων του ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επιλέξει ως αντίπαλό του τον Αλέξη Τσίπρα. Το νέο κόµµα Τσίπρα (και ο ίδιος ως µοναδικός και αδιαµφισβήτητος ηγέτης) χαίρει από την πρώτη στιγµή της δηµιουργίας του προνοµιακής αντιµετώπισης από συστηµικά µέσα ενηµέρωσης, δηµοσκοπικές εταιρείες αλλά και τους άσπονδους εχθρούς του.
Η σκηνοθέτηση της αποδοχής Τσίπρα, που επεκτάθηκε µετά την εκδήλωση στο Θησείο, προφανώς έχει κι άλλες εξηγήσεις. Ενα κοµµάτι της επιχειρηµατικής ελίτ δεν θέλει τον Μητσοτάκη ή, στο πιο light σενάριο, θέλει να του δώσει ένα µήνυµα. Η νεόκοπη ΕΛΑΣ Τσίπρα βασίζεται κατά τα πρότυπα Μητσοτάκη στην ανάδειξη της επικοινωνίας ως πολιτικής, άρα χρησιµοποιεί όλα τα στοιχεία εντυπωσιασµού, κινηµατογραφικού τύπου κλιµάκωσης και σκηνοθετικής αδείας. Ο βασικός όµως δηµιουργός της επικράτησης Τσίπρα στη δεύτερη θέση των δηµοσκοπήσεων είναι η Ν∆ και ο Μητσοτάκης που τον προτιµούν ως αντίπαλο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χρησιµοποιώντας όλα τα εργαλεία ανάλυσης και ψηφιακής χειραγώγησης, καταλήγει ότι στην τελευταία ευθεία πριν από τις εκλογές δεν µπορεί να επενδύσει στη χαοτική και αδύναµη αντιπαλότητα µε την αντιπολίτευση. Χρειάζεται έναν στόχο και ορατό εχθρό για να µην ενεργοποιηθούν τάσεις προς αντισυστηµικές και µη διαχειρίσιµες λύσεις. Το κόµµα της Μαρίας Καρυστιανού, για παράδειγµα, ή ένα κόµµα Σαµαρά θα µπορούσαν να εξελιχθούν σε απρόβλεπτο παράγοντα, που αποσπώντας ψηφοφόρους από το σώµα της Ν∆ βάζουν σε περιπέτεια τον ίδιο τον Μητσοτάκη.
Ο Μητσοτάκης αποφάσισε να επιλέξει ως αντίπαλό του τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος, πέρα από την προσωπική φιλοδοξία να επικρατήσει, ταυτόχρονα έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που µπορούν να τον περιορίσουν σε ένα ασφαλές πλαίσιο.
Το σύνολο των στελεχών της κυβέρνησης, µε προεξάρχοντα τον Αδωνη Γεωργιάδη, δηλώνουν την αποδοχή του Αλέξη Τσίπρα ως πιο σοβαρού αντιπάλου τον οποίο και προτιµούν. Τον τοποθετούν δεύτερο µάλιστα στο (εκλογικό) βάθρο και διαβλέπουν το λαµπρό µέλλον του. ∆εν πρόκειται για µεγαθυµία ή πολιτική ανωτερότητα και ευγένεια. Ο Αλέξης Τσίπρας, χρόνια µετά την εµφάνισή του, αποκοµµένος από πραγµατικά απειλητικά πολιτικά στοιχεία και εκπαιδευµένος πλέον στο παιχνίδι του διπολισµού για ίδιον και όχι πολιτικό όφελος, είναι ο κατάλληλος εχθρός στην κατάλληλη δεύτερη θέση.
Ας δούµε όµως γιατί βολεύει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει έναν εχθρό για να µπορέσει όχι µόνο να µη χάσει δυνάµεις, αλλά να συσπειρώσει και τους ψηφοφόρους του. ∆εν υπάρχει πιο κατάλληλος για τη θέση από τον Αλέξη Τσίπρα. ∆εν απειλεί επί της ουσίας την πολιτική του Μητσοτάκη, παρά µόνο τη θέση του ως πρωθυπουργού µέσα από την προσωπική του φιλοδοξία και µπορεί να περιοριστεί σε ποσοστά όταν έρθει η ώρα. Τα επικοινωνιακά επιτελεία του Μητσοτάκη θα ανασύρουν από το παρελθόν όλα εκείνα τα ενοχοποιητικά στοιχεία που µε επιµέλεια κατασκεύασαν για τον Τσίπρα και τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και θα τα επισείουν ως µελλοντικό κίνδυνο. Πόσο µάλλον όταν ο ίδιος ο Τσίπρας µε τη νέα δηµόσια παρουσία του δεν φαίνεται διατεθειµένος να υπερασπιστεί ούτε την τότε πολιτική του ούτε τους ανθρώπους του. Αντιθέτως εµφανίζεται ως άµωµος σύλληψη και παρθενογένεση. Επιπλέον ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ έχει φροντίσει να επιβεβαιώσει το αφήγηµα και τις κατηγορίες του Μητσοτάκη προκαταβολικά. Τα επιφανή στελέχη του κόµµατός του είναι πρόσωπα που τον λοιδορούσαν στο παρελθόν, που τον εµφάνιζαν επικίνδυνο για τη χώρα και έφταναν ακόµη και σε απαξιωτικούς χαρακτηρισµούς για το πρόσωπό του.
Από τον στρατηγό του αντιΤσίπρα µετώπου Νίκο Μαραντζίδη, που είναι πλέον δεξί χέρι του Τσίπρα, έως τον Γιώργο Σιακαντάρη που υπήρξε σύµβουλος του Αντρέα Λοβέρδου, τον Αντώνη Σαουλίδη και τον Νίκο Νυφούδη που τον έβριζαν σκαιότατα αποτελούν υλικό για τον αυτόµατο προεκλογικό εξευτελισµό του πρώην πρωθυπουργού. Παραθέτω µια ανάρτηση µόνο του Νίκου Νυφούδη από το παρελθόν, η οποία αναφέρει τον Αλέξη Τσίπρα ως «καραγκιόζη». Εγραφε ο νυν αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου του Τσίπρα Νίκος Νυφούδης για τον αρχηγό του: «ζητώ συγνώµη προκαταταβολικά, αλλά κύριε Τσίπρα είσαι καραγκιόζης και πιο καραγκιόζηδες αυτοί που σε ψήφισαν για να κάνεις κυβέρνηση αυτούς τους ηλίθιους. Και ναι, αυτή είναι µια πολιτική δήλωση µε ηρεµία και γαλήνη».
Τέτοιες δηλώσεις, ων ουκ έστι αριθµός, από πολλά νυν στελέχη του Τσίπρα αποτελούν υλικό που θα φιλοτεχνήσει προεκλογικά τον Τσίπρα-καρτούν από τις περιγραφές των ίδιων των νέων και ελπιδοφόρων συνεργατών του.
Γιατί όµως ο Μητσοτάκης προτιµά τον Τσίπρα ως νούµερο δύο στο ταµπλό; Οφείλεται στο γιατί είναι προκαταβολικά αυτοναρκοθετηµένος µε νέα λάθη από τα αποδυτήρια; Είναι γιατί αποτελεί µια κατά φαντασίαν Μπαρτσελόνα που προετοιµάζει την ήττα; ∆εν είναι τόσο αθώα η ανάγνωση.
Καταρχάς ο Τσίπρας δρα διαλυτικά για την αντιπολίτευση και καταστροφικά για τον παλιό πολιτικό χώρο που τον ανέδειξε. ∆εν είναι συνεχιστής ή στρατηγός µιας πολιτικής. Είναι ένας τακτικιστής, που περιφέρεται από θέση σε θέση κατά το δοκούν, για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του. ∆εν ξεκίνησε καµιά συζήτηση για συµµαχίες ή συνένωση προοδευτικών δυνάµεων όπως άφηνε να εννοηθεί. Αντιθέτως απείχε από την ενεργή αντιπαράθεση µε τον Μητσοτάκη επί χρόνια και επανήλθε για να διαλύσει, για να απαξιώσει νυν και πρώην συντρόφους και συνεργάτες του στο όνοµα πάντα της αντιµετώπισης του Μητσοτάκη. ∆εν έχει αντιπαράθεση πολιτικής µε τον µητσοτακισµό, αλλά ξεκαθαρίσµατος λογαριασµών που αφορούν ποιος θα κατέχει την εξουσία. ∆εν φιλοδοξεί να δηµιουργήσει όραµα ή πολιτική, αλλά να καρπωθεί τη δυσαρέσκεια και τον φόβο της πολιτικής µαταίωσης που κατατρέχει τους πιο συνειδητοποιηµένους πολιτικά.
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει κάποιο σχέδιο που, ακόµη κι αν δεν ξέρει, το υπηρετεί. Η διαπλοκή και ο Μητσοτάκης θέλουν το αντίπαλο δέος για να συσπειρώσουν τη Ν∆. Ο Τσίπρας το παρέχει. Επίσης θέλουν το ΠΑΣΟΚ µακριά από τον στόχο του Νίκου Ανδρουλάκη, τη δεύτερη θέση. Ενα τέτοιο αποτέλεσµα θα αµφισβητήσει την ηγεσία Ανδρουλάκη, θα διασπάσει το ΠΑΣΟΚ και θα κάνει ένα τµήµα του (υπό τη ∆ιαµαντοπούλου ή άλλον) να οδηγηθεί σε συνεργασία µε τη Ν∆. Σε άλλο σενάριο ο Μητσοτάκης µε την πίεση αλλεπάλληλων εκλογικών αναµετρήσεων και τον µπαµπούλα του Τσίπρα µπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούµενη αυτοδυναµία.
Η φιλοδοξία του Αλέξη Τσίπρα να ανατρέψει τον Μητσοτάκη δεν είναι ουσιαστική πολιτική αλλά διάθεση να τον διαδεχτεί. Οπως σωστά έχει γράψει ο Νίκος Κοτζιάς, «δεν αρκεί το σύνθηµα να πέσει ο Μητσοτάκης (σκέτο)». Αυτό το θέλουν και οι εσωκοµµατικοί του αντίπαλοι. Το θέµα είναι να πέσει µαζί του ο µητσοτακισµός και όχι να παραµείνει όπως παρέµεινε ο τραµπισµός παρά την πτώση του Τραµπ. Ο «έεερχεται» Τσίπρας είναι πλέον ο πόλος σε ένα δίπολο κατευνασµού, το οποίο ξεκίνησε από το 2019, όταν απέφυγε να κάνει αντιπολίτευση περιµένοντας να πέσει ο Μητσοτάκης ως ώριµο φρούτο.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

"Τον έκτο μήνα τον καλό" Παντελής Θαλασσινός


 ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟ
....με το καλοκαιράκι να έρχεται πάλι με ζέστες, με δροσιές και με μποφόρια να πάρει μακριά την καταχνιά που φόρτωσαν πάνω μας καιροί και κυβερνήτες μπας κι ανασάνουμε λιγάκι... 

Samir Al Qasim: ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι!

Samir Al Qasim

Λόγος στην αγορά της ανεργίας
Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου.
Ίσως το στρώμα ξεπουλήσω και τα ρούχα μου.
Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης.
Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι!
Ίσως αρπάξεις απ’ τη γη μου και την τελευταία σπιθαμή.
Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου
Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου -πιθάρια, έπιπλα και σκεύη-.
Ίσως καθήσεις παν’ απ’ το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι!
Ίσως από τις νύχτες μου να σβήσεις κάθε φως.
Ίσως να στερηθώ της μάνας το φιλί.
Ίσως κι ένα παιδί να βρίσει τον λαό μου, τον πατέρα μου.
Ίσως να κλέψεις μια στιγμή απροσεξίας από τον φύλακα των πόνων μου.
Ίσως πλαστογραφήσει την Ιστορία μου ένας δειλός, μυθομανής, θρησκόληπτος.
Ίσως στερήσεις στα παιδιά μου καινούριο ρούχο στη γιορτή.
Ίσως με δανεισμένο πρόσωπο τους φίλους μου πλανέψεις.
Ίσως υψώσεις γύρω μου τειχιά… τειχιά… τειχιά…
Ίσως τις μέρες μου καρφώσεις στο σταυρό του εξευτελισμού εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι!
Εχθρέ του ήλιου
στο λιμάνι στολίσματα, χαιρετισμοί, φωνές χαράς και αχολόι
και τα πολεμικά τραγούδια μας φλογίζουν τα λαρύγγια
κι ένα πανί μες στον ορίζοντα που προκαλεί τον άνεμο
και τη φουρτούνα
και ξεπερνάει τον κίνδυνο
είναι του Οδυσσέα που επιστρέφει
απ’ του χαμού τη θάλασσα
επιστροφή του ήλιου, του ξενιτεμένου και
όρκο βάνω στα μάτια τους
δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου
θ’ αντιστέκομαι… θ’ αντιστέκομαι… θ’ αντιστέκομαι

Samir Al Qasim, 1939-2014 (μτφρ.: Kamal Kattan) 

Το κίνημα «Δεν Πληρώνω» του Άδωνι Γεωργιάδη και της Νέας Δημοκρατίας


Ο υπουργός Υγείας ανακοίνωσε γιατί η Νέα Δημοκρατία έχει προσχωρήσει στο… «Δεν Πληρώνω»

του Λευτέρη Θ. Χαραλαμπόπουλου

Ο υπουργός Υγείας βγήκε και με περισσό θράσος ανακοίνωσε ότι τα δάνεια που έχει πάρει η Νέα Δημοκρατία δεν θα αποπληρωθούν ποτέ.
Η εξήγηση που έδωσε για αυτή την απόφανση ήταν ότι η ετήσια κρατική επιχορήγηση που παίρνει η Νέα Δημοκρατία είναι μικρότερη από τα τοκοχρεολύσια που πρέπει να καταβάλει κάθε χρόνο. Υποστήριξε ότι η ΝΔ παίρνει 4 εκατομμύρια, ενώ πρέπει να αποπληρώνει 20 εκατομμύρια. Για να συμπληρώσει ότι «τα χρέη των κομμάτων έχουν μπει στις προβλέψεις ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Για τις τράπεζες δεν είναι πια ζημιά αυτά τα δάνεια. Τα έχουν εξοφλήσει, από την ανακεφαλαιοποίηση».
Και έτσι πρακτικά ο Άδωνις Γεωργιάδης μας εξήγησε πώς η Νέα Δημοκρατία προσχώρησε στο κίνημα «Δεν Πληρώνω».
Βεβαίως, αυτό που δεν είπε ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ότι η Νέα Δημοκρατία χρωστάει πάνω από μισό δισεκατομμύριο ευρώ. Μαζί με το ΠΑΣΟΚ, το συνολικό χρέος των κομμάτων που κυβέρνησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης είναι πάνω από ένα δισεκατομμύριο.
Ούτε είπε ότι η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών – που έγινε σε τελική ανάλυση με λεφτά του ελληνικού λαού (γιατί και τα δάνεια των Μνημονίων στο τέλος από τα δημόσια έσοδα, δηλαδή τη φορολογία, αποπληρώνονται) – αφορούσε το να μην καταρρεύσουν υπό το βάρος και στρατηγικών κακοπληρωτών, όπως η Νέα Δημοκρατία, δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκαν αυτά τα χρέη.
Και βέβαια μισό δισεκατομμύριο για τη ΝΔ, πολύ περισσότερο ένα δισεκατομμύριο εάν συνυπολογίσουμε και το ΠΑΣΟΚ είναι μεγάλο ποσό. Φανταστείτε όλο αυτό να μπορούσε να δινόταν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή στεγαστικά δάνεια με ευνοϊκούς όρους.
Αλλά για τον Άδωνι Γεωργιάδη είναι αυτονόητο αυτό το χρέος απλώς να υπάρχει και να μην αποπληρώνεται. Παρότι κανονικά η ΝΔ θα έπρεπε να είναι στον Τειρεσία.
Θα μπορούσε κανείς να συζητήσει ότι επειδή τα κόμματα είναι θεσμοί της δημοκρατίας και επειδή πέρασαν και αυτά οικονομική κρίση, θα μπορούσαν να έχουν μια καλύτερη μεταχείριση. Αλλά αυτό θα απαιτούσε και από αυτά μια άλλη στάση και σεμνότητα και όχι αυτό το «δεν θα πληρώσω, γιατί δεν γουστάρω να πληρώσω».
Και θέλω να τονίσω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα «δεν γουστάρω να πληρώσω» και όχι ένα «δεν μπορώ να πληρώσω».
Γιατί ο Άδωνις Γεωργιάδης στις δηλώσεις του παρουσίασε μια εικόνα όπου το μόνο έσοδο της Νέας Δημοκρατίας είναι η κρατική επιχορήγηση και το μόνο έξοδο η αποπληρωμή του χρέους.
Όμως, όλα αυτά τα χρόνια η Νέα Δημοκρατία μια χαρά φάνηκε να έχει έσοδα ώστε να μπορεί να χρηματοδοτήσει αλλεπάλληλες προεκλογικές εκστρατείες, να συντηρήσει έναν μηχανισμό, και να έχει γραφεία και εξοπλισμό.
Και μάλιστα από το 2019 που ανέβηκε στην εξουσία εξασφάλισε και τη δυνατότητα να έχει έναν στρατό από μετακλητούς υπαλλήλους και τη δυνατότητα να «παρκάρει» κομματικά στελέχη σε θέσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα και άρα να μην χρειάζεται να τα μισθοδοτεί για την κομματική δουλειά που κάνουν. Κάτι που ισοδυναμεί με μια έμμεση κρατική επιδότηση.
Για να μην αναφερθούμε στο ότι χάρη στη διαχείριση της κρατικής δαπάνης έχει «ταΐσει» ένα φιλοκυβερνητικό μιντιακό οικοσύστημα που ούτως ή άλλως της εξασφαλίζει θετική δημοσιότητα.
Την ίδια στιγμή εκτός από τις πανάκριβες προεκλογικές εκστρατείες υπήρξαν και όλες οι ακριβές προεκλογικές εκστρατείες των υποψηφίων του κόμματος. Όμως, όλο αυτό σημαίνει και μεγάλα ποσά χρημάτων.
Υποθέτουμε ότι όλα αυτά καταβλήθηκαν από μέλη και φίλους του κόμματος, από αυτούς που δίνουν μια συνδρομή μέχρι αυτούς που μπορούν να καταβάλουν μια μεγάλη χορηγία. Και μάλιστα η Νέα Δημοκρατία διατηρεί μεγάλο κομματικό μηχανισμό σε όλη την Ελλάδα, εάν κρίνουμε και από την πορεία προς το πρόσφατο συνέδριό της.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Νέα Δημοκρατία και οι υποψήφιοί της έχουν σημαντικά έσοδα και άρα τα χρήματα που εισέρχονται στο κόμμα είναι πολύ περισσότερα από τα χρήματα της κρατική επιχορήγησης.
Επομένως, με μια άλλη διαχείριση και προτεραιοποίηση όλων αυτών των συνδρομών και δωρεών προς το κόμμα, μια χαρά θα μπορούσε η Νέα Δημοκρατία να καλύπτει ένα σημαντικό μέρος από το κόστος αποπληρωμής του χρέους της. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι καλή εικόνα για μια κυβέρνηση που ζητά δημοσιονομική πειθαρχία, ως κόμμα να είναι… μπαταχτσής.
Βάσει των δεδομένων, καθίσταται σαφές ότι η Νέα Δημοκρατία δεν αναγκάζεται να μην αποπληρώνει το μεγάλο χρέος της, αλλά είναι επιλογή της. Επιλέγει δηλαδή να χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να κάνει προεκλογικές εκστρατείες.
Μόνο που με αυτόν τον τρόπο αποτυπώνει μια περιφρόνηση προς τους πολίτες που σε τελική ανάλυση αναλαμβάνουν να καλύψουν το χρέος της άμεσα και έμμεσα.
Προφανώς και είναι πλευρά της δημοκρατίας τα κόμματα να επιχορηγούνται, γιατί με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η εξάρτησή τους από «χορηγούς». Αρκεί βεβαίως τα κόμματα να αντιλαμβάνονται ότι η κρατική επιχορήγηση, ως δημοκρατικός θεσμός, συνεπάγεται λογοδοσία και ευθύνη.
Μόνο που αντί για λογοδοσία και ευθύνη, από τη μεριά της Νέας Δημοκρατίας βλέπουμε περιφρόνηση. Γιατί ουσιαστικά ο Άδωνις Γεωργιάδης μας λέει ότι η Νέα Δημοκρατία θα συνεχίσει να παίρνει χρήματα πάνω, κάτω και δίπλα από το τραπέζι για να κάνει πανάκριβες προεκλογικές εκστρατείες, θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται όλες τις έμμεσες μορφές επιχορήγησης του κόμματος που δίνουν πρακτικές όπως οι μετακλητοί υπάλληλοι, θα συνεχίσει να εισπράττει την ετήσια κρατική επιχορήγηση, θα συνεχίσουν οι βουλευτές της να λαμβάνουν την βουλευτική αποζημίωση, αλλά το χρέος που έχει τελικά θα το φορτώσει στην κοινωνία.
Κοντολογίς, ένα βαθιά αντιδημοκρατικό «στην υγειά των κορόιδων».
Πηγή: in.gr

Πικρόχολα, ενθουσιώδη, αυτάρεσκα και ειρωνικά: «Όλα για το όνομα» του ΕΛΑΣ


Τα χιλιάδες – εκφραστικά της κρατούσης κοινωνικοπολιτικής παθολογίας – ψηφιακά ή έντυπα ή προφορικά σχόλια που υποδέχτηκαν το κόμμα Τσίπρα
 
γράφει ο Νίκος Τσαγκρής 

Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσα είπα κι έγραψα για το «νέο κόμμα Τσίπρα», κατά την μακρά περίοδο της άχαρης «Ινστιτουτικής»   του εκκόλαψης, δεν έχω να προσθέσω… άμα τη εμφανίσει του στο Θησείο, την προηγούμενη Τρίτη το βράδυ. Μόνο ότι ταυτίστηκα, θέλω να πώ, με όσα διάβασα το επόμενο πρωί, στην αξιοθαύμαστη ανάρτηση της συγγραφέως, δημοσιογράφου και μεταφράστριας Μαριάννας Τζιατζή, υπό τον τίτλο «Όλα για το όνομα*»∙ που ακολουθεί:
«Βαρύ ιστορικό φορτίο φέρει το ΕΛΑΣ που επέλεξε ο Αλέξης Τσίπρας για το κόμμα που μέχρι χθες το όνομά του ήταν εφτασφράγιστο μυστικό.
Πολλά ειπώθηκαν και θα ειπωθούν για το νέο κόμμα. Πικρόχολα και ενθουσιώδη, αυτάρεσκα και ειρωνικά. Όμως μερικές φορές η τέχνη, η λογοτεχνία λέει πιο πολλά από πολλές περισπούδαστες αναλύσεις. Στο νου μου ήρθε το ποίημα «Θεατρίνοι Μ.Α.» του Σεφέρη, γραμμένο στη Μέση Ανατολή το καλοκαίρι του 1943. Παραθέτω τις δύο πρώτες στροφές:
Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά, / όμως η μοίρα μας πάντα νικά
και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς».
Όλα «για το όνομα», λοιπόν, κι αυτά κι εκείνα, τα «πικρόχολα» ή «ενθουσιώδη» ή «αυτάρεσκα» ή «ειρωνικά» που ειπώθηκαν και γράφτηκαν για το «νέο θέατρο που στήθηκε»… άμα τη εμφανίσει του στο Θησείο. Τον «θεατρώνη» και τους «θεατρίνους» που το έστησαν, τους μουσικούς και τους υποβολείς. Όπως τα πικρόχολα του πρωθυπουργού μας κ. Μητσοτάκη, ας πούμε, για τον τίτλο του νέου κόμματος: «Τι να πω για το όνομα, φαντάζομαι το ΕΑΜ το άφησαν στον κ. Πολάκη»… Ή για τον ιδρυτή του νέου κόμματος: «Ο κ. Τσίπρας κρίθηκε ως πρωθυπουργός και θα κριθεί ως αρχηγός ενός κόμματος που δεν έχουμε δει ακόμη, αν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με νέο ΑΦΜ – Χθες είδα μια θεαματική βουτιά στο παρελθόν, παρά το τι πρέπει να κάνουμε για το μέλλον στην πατρίδα μας»… Ή για τον πολιτικό χώρο γεννήσεως του νέου κόμματος: «Υπάρχει ένας κατακερματισμένος χώρος στην αντιπολίτευση και ειδικά στην Αριστερά, αλλά και ένας κοινός τόπος: να φύγει ο Μητσοτάκης και η κυβέρνηση. Αυτό δεν συνιστά εναλλακτική πρόταση»…
Κι όπως τα ενθουσιώδη του αρθρογράφου της εφημερίδας «Το Βήμα», Άρη Ραβανού, υπό τον τίτλο «Αλέξη γερά, να φύγει η δεξιά»: «H χθεσινή εικόνα (σ. σ: στην επίσημη πρώτη του νέου κόμματος στο Θησείο) έδειξε κάτι σαφές, ότι η λέξη “συμπαράταξη” επιστρέφει δυνατά στο πολιτικό λεξιλόγιο και μαζί της επιστρέφει και η συζήτηση για μια νέα μεγάλη δημοκρατική παράταξη…Το σύνθημα ακούστηκε πολλές φορές τη χθεσινή βραδιά των αποκαλυπτηρίων του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα. Δυνατά, ρυθμικά, σχεδόν με εκείνη τη γνώριμη πολιτική φόρτιση άλλων εποχών: «Αλέξη γερά, να φύγει η Δεξιά». Και όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο καθαρό ότι δεν επρόκειτο απλώς για ένα στιγμιαίο ξέσπασμα ενθουσιασμού από φίλους και υποστηρικτές του Αλ. Τσίπρα. Ήταν η συμπύκνωση μιας πολιτικής ανάγκης, που αρχίζει να διαμορφώνεται ξανά στον χώρο της κεντροαριστεράς και της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης: η αναζήτηση μιας νέας συμπαράταξης…
Εντάξει, τα αυτάρεσκα που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για το «νέο θέατρο» (σ. σ: απ’ τον «θεατρώνη», κυρίως, κι απ’ τους ακολούθους του «θεατρίνους») είναι τόσα πολλά που δεν θα χωρούσαν ούτε στην  εξάτομη Οδύσσεια του «Κάκτου», ούτε καν στην… Ιθάκη ολόκληρη. Όσο για τα ειρωνικά αντίστοιχα, συνοψίζονται αρκούντως, σε δυό φράσεις του άσπονδου συντρόφου του «θεατρώνη» (του κ. Τσίπρα, βεβαίως) Γαβριήλ Σακελλαρίδη, τις εξής:
«Οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα να έχει την καθαρότητα ώστε να τοποθετείται στα κρίσιμα και στα δύσκολα. Χθες, (σ. σ: στην παρουσίαση του νέου κόμματος στο Θησείο)  δεν ακούσαμε τοποθετήσεις, αλλά γενικόλογες διακηρύξεις. Δεν ακούσαμε προτάσεις. Οι επτά άξονες (σ.σ.: που παρουσίασε ο κ. Τσίπρας) είναι “τίτλοι”. Δεν λέω ότι βγήκαν από το ChatGPT, αλλά πολύ εύκολα θα μπορούσε να έβγαζε τα ίδια».
«Ήμουν σίγουρος ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα προσπαθήσει να χτίσει στην Αριστερά. Αλλά είμαι και πολύ σίγουρος ότι δεν θα αργήσουμε να δούμε και το δεξί φλας».
 Κατά τα λοιπά, χιλιάδες – εκφραστικά της κρατούσης κοινωνικοπολιτικής παθολογίας της χώρας – ψηφιακά ή έντυπα ή προφορικά σχολιαστικά ρινίσματα, πιο «πικρόχολα», πιο «ενθουσιώδη», πιο «αυτάρεσκα» και πιο «ειρωνικά» απ’ αυτά που διαβάσατε. Και τοξικά, κι ανόητα, κι αρρωστημένα, συστημένα: «Όλα για το όνομα»!..
Κι ύστερα, επί της ανούσιας πολιτικής ουσίας σαν να λέμε, ήρθαν οι… μετρήσεις:  «Στο 23,5% η ΝΔ, δεύτερος ο Τσίπρας με 12,8% – Μάχη ΠΑΣΟΚ (10%) με Καρυστιανού (9,5%) για την 3η θέση», αν το πιστεύετε και αν σας ενδιαφέρει…   
 *«Όλα για το όνομα» είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του σπουδαίου κλαρινίστα Βαγγέλη Σούκα, εκδ. Κέδρος

Μόνο ο θεός του Ευριπίδη


Γρηγόρης Ρουμπάνης 

Ολα θα γίνουν σ’ αυτές τις εκλογές. Και νικητής θα βγει, για να έχει τον πρώτο λόγο στον σχηματισμό κυβέρνησης, και η αντιπολίτευση θα αναδιαταχθεί. Μόνο που ειδικά σ’ αυτές τις εκλογές δεν υπάρχει
επικρατέστερος. Στάνταρ ή φαβορί που λέμε στο ποδόσφαιρο. Κυρίως ο… πρώτος. Ολα είναι ανοιχτά. Ιδίως στην παράταξη με ηγέτη τον γνωστό είρωνα των αντιπάλων του, που καμαρώνει με τα δικά του καμώματα.
Η μεγάλη πρόκληση είναι το μέλλον της Ελλάδας στο διεθνές τοπίο που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται και μια αξιοπρεπής θέση της στην περιοχή. Με ανασύνταξη της εσωτερικής κατάστασης, η οποία είναι όντως αξιολύπητη. Απ’ έξω οι κίνδυνοι είναι πολλοί: η Τουρκία απειλεί, οι ΗΠΑ αγωνιούν να ανακτήσουν τον ρόλο του διεθνούς «ετσιθελιστή», το Ισραήλ διεκδικεί ολόκληρη τη Μέση και Εγγύς Ανατολή υπό τον έλεγχό του, η Κίνα προβάλλει ως ρυθμιστής με μεγάλα πλέον δικαιώματα, η Ρωσία ανακάμπτει και αφήνει να εννοηθεί ότι κάποια στιγμή θα στείλει τον λογαριασμό σε όσους τη χαρακτήρισαν «εχθρό» στηρίζοντας πολλαπλώς τον ανεκδιήγητο Ζελένσκι, το Ιράν δεν έσβησε από τον χάρτη, όπως ήθελε ο Τραμπ, και η Ευρωπαϊκή Ενωση ψάχνει να βρει κάποιον να μιλάει σοβαρά μαζί της.
Κι ενώ θα περίμενε κανείς κάποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να έχει πάρει από κάτω τη Ν.Δ., με τόσα που έχει σωρεύσει σε βάρος της χώρας, πάσχοντα από προσανατολισμό έχουν πάθει καθίζηση. Σ’ αυτό το σκηνικό, η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού αναζητείται, ενώ η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα απλώς διαλύει (κατά το αναμενόμενο) τον ΣΥΡΙΖΑ και τον μόνο τον οποίο προς το παρόν απειλεί είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης του αναιμικού ΠΑΣΟΚ.
Τη μεγαλύτερη συνοχή, αν και πολυτραυματισμένο, παρουσιάζει το κόμμα της Ν.Δ. Μαγική εικόνα; Καθόλου. Δεν οφείλεται στην ενθουσιώδη υποστήριξη του σημερινού ηγέτη του από το σύνολο του στελεχικού δυναμικού του και κυρίως των έμπειρων που κάποτε βρέθηκαν στη «γέφυρα» του πλοίου Ούτε φυσικά στην παλλαϊκή κάποτε βρέθηκαν στη «γέφυρα» του πλοίου. Ούτε φυσικά στην παλλαϊκή αναγνώριση του έργου του. Οφείλεται στο γεγονός ότι η παράταξη και μαζί το οικονομικό σύστημα που τη στηρίζει έχουν μάθει να μη χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Και διαθέτουν, σε κρίσιμες περιόδους, εναλλακτικές λύσεις. Εγινε το 1952 με τον Παπάγο, το 1955 με τον Καραμανλή, το 1974 πάλι με τον Καραμανλή, το 1990 με τον Μητσοτάκη, το 2004 με τον (ανιψιό) Καραμανλή, για ένα διάστημα με τον Σαμαρά μέχρι που φτάσαμε και στον σημερινό.
Δεν είναι που το συγκεκριμένο σύστημα αναζητεί πάλι τη δική του εναλλακτική λύση. Απλώς δείχνει να πείθει περισσότερο. Εχει, καθώς φαίνεται, σχεδόν πάντα έτοιμο τον «από μηχανής θεό», κατά τον ορισμό του Ευριπίδη, με τον οποίο ο μεγάλος κλασικός έδινε λύσεις στις τραγωδίες του…