Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026
Ποιοι ήταν οι μαυραγορίτες της Κατοχής;
Νησιά του Αιγαίου απαγορευμένα για τους Έλληνες, ελεύθερα προσβάσιμα για τους Τούρκους
Επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Λέσβο, Παρασκευή 19 Απριλίου 2024. Στιγμιότυπο από το τελωνείο Μυτιλήνης, όπου συναντήθηκε με Τούρκους τουρίστες και συνομίλησε με άντρες του Λιμενικού. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
Τα αποτελέσματα από τη visa express που δίνει τη δυνατότητα σε Τούρκους να επισκέπτονται νησιά του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων είναι εντυπωσιακά, από το 2024 που εφαρμόζεται το μέτρο. Θυμόμαστε όλοι τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να σπεύδει τον Απρίλιο του 2024 στη Λέσβο για να υποδεχτεί προσωπικά και να χαιρετήσει δια χειραψίας τους Τούρκους τουρίστες. Μια κίνηση που εκθειάστηκε από τα φιλικά του μέσα ενημέρωσης.
Αυτά τα δύο χρόνια οι Τούρκοι τουρίστες κατακλύζουν τα νησιά και όπως λέει ο εμπορικός κόσμος είναι και καλοί πελάτες.
Είναι κακό αυτό; Όσο η οικονομία των νησιών δεν θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό -ίσως και αποκλειστικά- από τον τουρκικό τουρισμό, όχι δεν είναι καθόλου κακό. Μόνο που όλα δείχνουν ότι οδεύουμε, αν δεν βρισκόμαστε ήδη, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο!
Στα περισσότερα από τα ακριτικά νησιά που υποδέχονται τους Τούρκους τουρίστες με τη visa express, η επορική κίνηση στηρίζεται όλο και περισσότερο στους Τούρκους. Την ίδια ώρα που άλλες οικονομικές δραστηριότητες ,όπως η κτηνοτροφία στη Λέσβο για παράδειγμα, καταρρέουν! Χωριά αδειάζουν όλο και περισσότερο, γη και ακίνητα πωλούνται σε ξένους, ειδικά σε Τούρκους και Ισραηλινούς , αλλά η κυβέρνηση «πουλάει» το αφήγημα «σας φέραμε τους Τούρκους και τονώσαμε τον τουρισμό»! Οι έμποροι ,οι επιχειρηματίες της εστίασης, οι ξενοδόχοι μπορεί να δηλώνουν ικανοποιημένοι αλλά ακόμη κι αυτοί έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι η οικονομική επιρροή και διείσδυση των «γειτόνων» δεν είναι κάτι υγιές.
Επισκεπτόμενοι τη Λέσβο τον Αύγουστο διαπιστώσαμε ότι το νησί είναι εύκολα και φθηνά προσβάσιμο για τους Τούρκους που το κατακλύζουν αλλά απαγορευμένο για τους Έλληνες!!! Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια είναι απαγορευτικά για τις ελληνικές οικογένειες σε αντίθεση με τους Τούρκους που με 30 ευρώ περνάνε όποτε θέλουν στο νησί, όπου οι τιμές στην εστίαση και στη διαμονή είναι ακόμη απολύτως λογικές. Οι Έλληνες πολίτες όμως δεν μπορούν να φθάσουν στο νησί αφού πρέπει να πληρώσουν εκατοντάδες ευρώ για να κάνουν το ταξίδι. Και ως γνωστόν φέτος σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες δεν μπόρεσε να κάνει διακοπές, έστω και για λίγες ημέρες…
Απασχολούν όλα αυτά κάποιους στην Αθήνα και ειδικά την κυβέρνηση; Ούτε για αστείο! Η άποψη ότι «η οικονομία μπορεί να αμβλύνει ή και να λύσει τα προβλήματα με την Τουρκία», κυριαρχεί ,ακόμη και τώρα που η Άγκυρα έχει αποθρασυνθεί όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα. Οι «νεοφιλελεύθεροι φωστήρες» που πιστεύουν ότι όλα μπορούν λυθούν με το χρήμα, είναι «τσακωμένοι» με την ιστορία και πολλές φορές και με την πραγματικότητα. Κι όπως προαναφέραμε αυτή η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι νησιά του Αιγαίου είναι ελεύθερα για τους Τούρκους και απαγορευμένα για τους Έλληνες…
Η Ιθάκη πέραν του Νόλαν
Πως χάνεται ένας λαός χωρίς να εξαφανιστεί
Μπορεί να χαθεί ένας λαός χωρίς να εξαφανιστούν οι άνθρωποί του; Να εξακολουθούν να γεννιούνται (πολύ λιγότερα) παιδιά, να υπάρχουν πόλεις και χωριά, να κυματίζει η σημαία, να μιλιέται ακόμη η γλώσσα, να λειτουργεί το κράτος, να γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, κι όμως κάτι βαθύτερο να έχει αρχίσει να υποχωρεί;
Να μην χαθεί δηλαδή η βιολογική παρουσία του λαού, αλλά να εξαφανιστεί η βεβαιότητά του ότι ο δικός του τρόπος να υπάρχει έχει αξία και αξίζει να συνεχιστεί;
Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μορφή πολιτισμικής ήττας. Όχι όταν σου παίρνουν απλώς κάτι που έχεις, αλλά όταν αρχίζεις να αμφιβάλλεις για αυτό που είσαι. Όταν ο πολιτισμός σου παύει να αποτελεί πηγή νοήματος και γίνεται είτε αιτία ντροπής είτε ένα όμορφο αντικείμενο προς έκθεση. Όταν δεν "κατοικείς" πια πραγματικά την παράδοσή σου, αλλά την παρατηρείς από απόσταση, περίπου όπως ο επισκέπτης παρατηρεί ένα έκθεμα σε μουσείο.
Η ιστορία των Αυτόχθονων λαών της Βόρειας Αμερικής προσφέρει ένα ακραίο και οδυνηρό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας, όσο κι αν δεν μπορεί να υπάρξει ιστορική εξίσωση ανάμεσα στην εμπειρία των Native Americans και στη νεότερη ελληνική εμπειρία. Βέβαια, οι Αυτόχθονες λαοί υπέστησαν και αυτοί κατάκτηση, βίαιες μετακινήσεις, απώλεια εδαφών, σφαγές, καταστολή γλωσσών και θρησκευτικών πρακτικών και οργανωμένες πολιτικές αφομοίωσης. Εντούτοις, ο παραλληλισμός που επιχειρείται εδώ αφορά όχι την κλίμακα της βίας αλλά έναν ψυχοκοινωνικό μηχανισμό: τι συμβαίνει όταν ένας λαός αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια ενός ισχυρότερου πολιτισμικού Άλλου.
Στην περίπτωση των Native Americans η απώλεια άρχισε από τον τόπο. Και ο τόπος δεν ήταν απλώς ιδιοκτησία. Δεν ήταν στρέμματα γης με μια συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ήταν μνήμη, πρόγονοι, τροφή, τελετουργία, κοσμολογία. Ήταν το σημείο όπου συναντιούνταν οι ζωντανοί με τους νεκρούς και οι άνθρωποι με τη φύση. Η αφαίρεση του εδάφους επομένως δεν σήμαινε μόνο οικονομική αποστέρηση. Σήμαινε ρήξη ενός ολόκληρου συστήματος νοήματος.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που δυσκολεύεται να κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχουμε μάθει να θεωρούμε τον τόπο κυρίως χώρο. Ένα σημείο στον χάρτη. Ένα οικόπεδο. Ένα ακίνητο. Μια επένδυση. Για τις παραδοσιακές κοινότητες όμως ο τόπος ήταν κάτι πολύ περισσότερο: ήταν ένας τρόπος να απαντάς στην ερώτηση «ποιος είμαι;».
Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη, πολύ προσεκτική, γέφυρα προς την Ελλάδα. Δεν μας αφαιρεί κάποιος βίαια τον τόπο. Έχουμε όμως αποξενωθεί πια από αυτόν. Το χωριό αδειάζει. Η μικρή κοινότητα γερνά. Ο νέος μετακινείται στην πόλη και από την πόλη στο εξωτερικό. Το πατρικό γίνεται εξοχικό και ύστερα ακίνητο προς αξιοποίηση. Το νησί μετατρέπεται σε destination. Η κατοικία σε επενδυτικό προϊόν. Η γειτονιά σε περιοχή βραχυχρόνιας διαμονής. Το τοπίο εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η σχέση μαζί του αλλάζει.
Και ένας λαός αρχίζει να αποεδαφικοποιείται πολύ πριν χάσει το έδαφός του. Αποεδαφικοποιείται όταν ο τόπος παύει να του λέει ποιος είναι.
Ύστερα έρχεται η ρήξη ανάμεσα στις γενιές. Αυτό υπήρξε ένα από τα πιο δραματικά στοιχεία της πολιτικής αφομοίωσης των Native Americans. Η απομάκρυνση παιδιών από τις οικογένειες και η μεταφορά τους στα boarding schools δεν είχε μόνο εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Το παιδί έπρεπε να απομακρυνθεί από εκείνους που μπορούσαν να του μεταδώσουν τη γλώσσα, τις τελετουργίες, τη μνήμη, την κοσμοθεωρία, ακόμη και την αίσθηση του ποιος είναι.
Γιατί κάθε πολιτισμός γνωρίζει, ακόμη κι αν δεν το ομολογεί, ότι η σημαντικότερη μονάδα πολιτισμικής μετάδοσης δεν είναι το μουσείο. Είναι η σχέση. Είναι ο παππούς που διηγείται. Η γιαγιά που μαγειρεύει. Ο πατέρας που δείχνει. Η μητέρα που ονομάζει.
Το παιδί που ρωτά. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται στο τραπέζι.
Το τραγούδι που κάποιος μαθαίνει χωρίς ποτέ να θυμάται πότε ακριβώς το έμαθε.
Όταν κοπεί αυτή η αλυσίδα, ο πολιτισμός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στα βιβλία και στα αρχεία, αλλά αρχίζει να παύει να υπάρχει μέσα στα σώματα των ανθρώπων.
Δεν χρειάζεται ασφαλώς να αναζητήσουμε στην Ελλάδα κάποιο ανάλογο των boarding schools. Δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσα από όσα γνώριζε μια γενιά εξακολουθεί να θεωρεί σημαντικό να μεταδώσει στην επόμενη;
Δεν μιλώ μόνο για δημοτικά τραγούδια, συνταγές ή έθιμα. Μιλώ για τον τρόπο που φροντίζεις έναν ηλικιωμένο. Για το πώς πενθείς. Για το πώς υποδέχεσαι τον ξένο. Για το τι σημαίνει γειτονιά. Για τις οικογενειακές αφηγήσεις. Για τη γνώση του τόπου. Για τα ονόματα των φυτών. Για τις λέξεις της διαλέκτου. Για τις μικρές τεχνικές που δεν γράφτηκαν ποτέ σε εγχειρίδιο. Για εκείνο το παράξενο απόθεμα βιωμένης γνώσης που περνούσε κάποτε από άνθρωπο σε άνθρωπο χωρίς κανείς να το ονομάζει «πολιτιστική κληρονομιά».
Μια κοινωνία γίνεται πολιτισμικά εύθραυστη όταν τα παιδιά της γνωρίζουν περισσότερα για την παγκόσμια καταναλωτική κουλτούρα απ' όσα γνωρίζουν για την ιστορία των ανθρώπων που κάθονται μαζί τους στο ίδιο τραπέζι.
Και ύστερα έρχεται η γλώσσα. Στους Ινδιάνους της Αμερικής η καταστολή των γλωσσών υπήρξε άμεση και συστηματική. Παιδιά τιμωρούνταν επειδή μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Και το τραύμα αυτής της εμπειρίας μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και όταν η εξωτερική απαγόρευση είχε τελειώσει. Ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η γλώσσα των γονιών του προκαλεί ταπείνωση μπορεί αργότερα να αποφασίσει να μη τη διδάξει στα δικά του παιδιά. Όχι επειδή τη μισεί, αλλά επειδή θέλει να τα προστατεύσει.
Κι εκεί βρίσκεται μια από τις πιο παράξενες νίκες κάθε πολιτισμικής κυριαρχίας: όταν ο γονιός, προσπαθώντας να προστατεύσει το παιδί του, διακόπτει ο ίδιος το νήμα που το συνδέει με τους προγόνους του.
Στην Ελλάδα κανείς δεν απαγορεύει τα ελληνικά. Το ζήτημα είναι διαφορετικό. Είναι η σταδιακή φτωχοποίηση του βιωμένου λεξιλογίου, η υποχώρηση των διαλέκτων, η απώλεια λέξεων που περιέγραφαν σχέσεις, συναισθήματα, τόπους, εργασίες και τρόπους ζωής που δεν υπάρχουν πια. Μια γλώσσα δεν φτωχαίνει μόνο όταν χάνει λέξεις. Φτωχαίνει όταν χάνει εμπειρίες που χρειάζονταν αυτές τις λέξεις για να ειπωθούν. Και η γλώσσα που έρχεται να καλύψει το κενό δεν είναι ουδέτερη. Performance, branding, networking, lifestyle, brunch, success, management, investment. Χρειαζόμαστε ασφαλώς νέες λέξεις για έναν καινούργιο κόσμο. Το ερώτημα όμως είναι αν, μαζί με αυτές, χάνουμε σιγά σιγά τη γλώσσα με την οποία μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο σχέσεων και όχι μόνο συναλλαγών.
Κάπου εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο κρίσιμο στάδιο: η ντροπή.
Ο Frantz Fanon είχε καταλάβει ότι η αποικιοκρατία δεν ολοκληρώνεται όταν ο κυρίαρχος κατακτήσει το έδαφος. Ολοκληρώνεται όταν καταφέρει να εγκαταστήσει το βλέμμα του μέσα στον ίδιο τον αποικιοκρατούμενο. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να κοιτάζει τον εαυτό του με τα μάτια εκείνου που τον θεωρεί κατώτερο. Τότε δεν χρειάζεται πλέον να του πεις ότι η γλώσσα του είναι πρωτόγονη. Ντρέπεται μόνος του να τη μιλήσει. Δεν χρειάζεται να του πεις ότι οι γονείς του είναι καθυστερημένοι. Αρχίζει ο ίδιος να τους κρύβει. Δεν χρειάζεται να του απαγορεύσεις την παράδοση. Αρχίζει να τη θεωρεί εμπόδιο στην πρόοδό του. Η εξωτερική υποτίμηση έχει γίνει εσωτερικός μονόλογος.
Και εδώ ο ελληνικός παραλληλισμός γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων. «Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά». «Εδώ είναι Βαλκάνια». «Τι περιμένεις από τον Έλληνα;» «Αυτή η χώρα δεν αλλάζει». «Τι γίδια είμαστε». «Καλά να πάθουμε». «Όλοι μαζί τα φάγαμε».
Οι φράσεις αυτές μπορεί να μοιάζουν απλώς με εκφράσεις αγανάκτησης απέναντι σε πραγματικές ελληνικές παθογένειες. Και πολλές φορές αυτό ακριβώς είναι. Η Ελλάδα έχει λόγους να ασκεί αυστηρή κριτική στον εαυτό της: θεσμικές ανεπάρκειες, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά, αναξιοκρατία, ανοχή στην αυθαιρεσία.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην αυτοκριτική και στην αυτοπεριφρόνηση. Η αυτοκριτική λέει: «Αυτό που κάνουμε είναι λάθος». Η αυτοπεριφρόνηση λέει: «Εμείς είμαστε λάθος». Η πρώτη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα αλλαγής. Η δεύτερη την κλείνει.
Γιατί αν ένα πρόβλημα βρίσκεται σε έναν θεσμό, μπορώ να αλλάξω τον θεσμό. Αν βρίσκεται σε μια πολιτική, μπορώ να αλλάξω την πολιτική. Αν βρίσκεται σε μια συμπεριφορά, μπορώ να αλλάξω τη συμπεριφορά.
Αν όμως το πρόβλημα είναι ότι «τέτοιος λαός είμαστε», τότε τι ακριβώς απομένει να κάνουμε; Τίποτε. Μόνο να ντραπούμε. Και η ντροπή, σε αντίθεση με την ευθύνη, σπάνια κινητοποιεί. Συχνά παθητικοποιεί. Η ευθύνη ρωτά: «Τι έκανα και τι μπορώ να αλλάξω;» Η ντροπή ψιθυρίζει: «Κάτι δεν πάει καλά με μένα».
Κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να καταλάβουμε και την ελληνική εμπειρία της οικονομικής κρίσης. Τα χρόνια των Μνημονίων δεν υπήρξαν μόνο περίοδος οικονομικής δοκιμασίας. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας υπήρξαν και μια κρίση συλλογικής αυτοεικόνας. Οι οικονομικές και πολιτικές αποτυχίες μεταφράστηκαν συχνά σε ηθικές κατηγορίες για έναν ολόκληρο λαό: τεμπέληδες, σπάταλοι, διεφθαρμένοι, ανεύθυνοι.
Βεβαίως υπήρχαν ελληνικές ευθύνες. Η αναγνώρισή τους είναι προϋπόθεση πολιτικής ωριμότητας. Άλλο όμως είναι να πεις «έχουμε ευθύνη για συγκεκριμένες ιστορικές επιλογές» και άλλο «είμαστε ένας αποτυχημένος λαός». Το πρώτο είναι αυτογνωσία.
Το δεύτερο είναι ταυτότητα ντροπής.
Και ίσως εδώ αρχίζει μια άλλη, πολύ πιο λεπτή μορφή πολιτισμικής εξάρτησης. Όταν ο άλλος δεν είναι πλέον απλώς κάποιος από τον οποίο θέλεις να μάθεις, αλλά γίνεται το μέτρο με το οποίο αξιολογείς αν αξίζεις. Για τους Ιθαγενείς της Αμερικής ο κυρίαρχος λευκός πολιτισμός παρουσιάστηκε ως ο πολιτισμός στον οποίο έπρεπε να αφομοιωθούν. Το μήνυμα ήταν ωμό: για να προχωρήσεις, πρέπει να γίνεις περισσότερο σαν εμάς και λιγότερο σαν εσένα.
Η Ελλάδα έχει μια εντελώς διαφορετική ιστορία, αλλά κουβαλά εδώ και δύο περίπου αιώνες μια παράξενη αμφιθυμία απέναντι στη Δύση. Θέλει να ανήκει σ' αυτήν, αλλά συγχρόνως αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς στην περιφέρειά της. Θέλει να αναγνωριστεί ως ευρωπαϊκή, αλλά συχνά κοιτάζει τον εαυτό της σαν μαθητή που περιμένει τον βαθμό του δασκάλου.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η έννοια της αυτο-αποικιοποίησης του Alexander Kiossev: η περίπτωση κοινωνιών που, χωρίς να έχουν υποστεί την κλασική αποικιακή κατάκτηση, συγκροτούν την αυτοεικόνα τους υπό το βλέμμα ενός πολιτισμικού κέντρου το οποίο θεωρούν ανώτερο.
Τότε η ερώτηση παύει να είναι «τι μπορούμε να μάθουμε από τη Δύση;» - μια απολύτως γόνιμη ερώτηση. Γίνεται: «Πόσο ακόμη πρέπει να αλλάξουμε για να γίνουμε επιτέλους σαν αυτούς;» Και αυτή είναι εντελώς διαφορετική ερώτηση. Γιατί η πρώτη προϋποθέτει συνομιλία. Η δεύτερη προϋποθέτει μειονεξία.
Η πολιτισμική αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει να πιστεύεις ότι ο πολιτισμός σου είναι ανώτερος. Σημαίνει να μπορείς να συναντήσεις έναν άλλο πολιτισμό χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον υποτιμήσεις ούτε να εξαφανιστείς μέσα του. Όταν αυτή η αυτοπεποίθηση χαθεί, ο ξένος πολιτισμός παύει να είναι ένας πολιτισμός ανάμεσα σε άλλους και γίνεται το μέτρο του ανθρώπινου.
Και τότε φτάνουμε σε μια από τις πιο παράξενες αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας. Την ίδια στιγμή που ο βιωμένος ελληνικός κόσμος υποχωρεί, η «ελληνικότητα» αποκτά τεράστια εμπορική αξία. Το πανηγύρι γίνεται event. Η φιλοξενία γίνεται hospitality.
Το σπίτι γίνεται accommodation ή Airbnb. Η παραδοσιακή διατροφή γίνεται brand. Το χωριό γίνεται destination. Το σπίτι γίνεται location. Το νησί γίνεται product. Η θέα γίνεται asset.
Ο τόπος γίνεται real estate. Και η παράδοση επιβιώνει ως αισθητική ακριβώς τη στιγμή που μπορεί να χάνει τη λειτουργία της ως κοινωνικός δεσμός.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της πολιτισμικής ήττας: ένας πολιτισμός μπορεί να είναι εξαιρετικά επιτυχημένος ως προϊόν την ίδια στιγμή που αποδυναμώνεται ως βιωμένος κόσμος.
Μπορούμε να πουλάμε «Greek lifestyle» σε ολόκληρο τον πλανήτη και ταυτόχρονα να χάνουμε τη γειτονιά, το κοινό τραπέζι, τον διαθέσιμο χρόνο, την αίσθηση του ανήκειν και τη δυνατότητα των νέων ανθρώπων να κατοικήσουν στον ίδιο τον τόπο που διαφημίζεται ως παράδεισος στους άλλους.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά τον πολιτισμό με τη στενή έννοια. Γίνεται υπαρξιακή. Γιατί ένας πολιτισμός δεν συνεχίζεται απλώς επειδή επιβιώνουν τα μνημεία του ή επειδή αναπαράγονται τα έθιμά του. Συνεχίζεται όταν μια νέα γενιά αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι μέσα σε αυτόν τον κόσμο που αξίζει να μεταφέρει στην επόμενη.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα της πολιτισμικής συνέχειας:
Υπάρχει κάτι εδώ που αξίζει να συνεχιστεί; Και ίσως αυτή η ερώτηση βρίσκεται κρυμμένη πίσω από πολλά από τα προβλήματα που συζητούμε σήμερα ξεχωριστά. Πίσω από τη δημογραφική συρρίκνωση. Πίσω από τη φυγή των νέων. Πίσω από την εγκατάλειψη της περιφέρειας. Πίσω από την αποδυνάμωση των κοινοτήτων. Πίσω από την αίσθηση ότι η επιτυχία σημαίνει συχνά να καταφέρεις να φύγεις.
Όταν για έναν νέο άνθρωπο το «τα κατάφερα» σημαίνει σχεδόν αυτονόητα «έφυγα από εδώ», τότε ίσως δεν έχουμε μόνο οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πρόβλημα πολιτισμικής αυτοσυνέχειας.
Και εδώ ακριβώς η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής προσφέρει κάτι περισσότερο από μια ιστορία καταστροφής. Προσφέρει και μια ιστορία αντίστασης. Γιατί οι ινδιάνικοι πολιτισμοί δεν εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά. Παρά την καταστροφή, πολλές κοινότητες διατήρησαν ή ανακτούν σήμερα γλώσσες, τελετουργίες, ιστορική μνήμη, εκπαιδευτικές πρακτικές, κοινοτικές μορφές ζωής και σχέσεις με τον τόπο. Και αυτή η αναγέννηση έχει ένα εξαιρετικά σημαντικό μήνυμα: η πολιτισμική αποκατάσταση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Δεν σημαίνει να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Σημαίνει να αποκατασταθεί η συνέχεια. Να μπορέσει μια κοινότητα να πει: «Δεν χρειάζεται να πάψω να είμαι αυτό που είμαι για να συμμετέχω στον σύγχρονο κόσμο».
Και ίσως εδώ βρίσκεται και το ελληνικό ζητούμενο. Η απάντηση δεν είναι να επιστρέψουμε στην Ελλάδα του 1950. Δεν είναι ίσως να αρνηθούμε τη Δύση. Δεν είναι να φοβηθούμε. Δεν είναι να κατασκευάσουμε έναν εθνικιστικό μύθο περί ενός ανώτερου, καθαρού και αυτάρκους ελληνικού πολιτισμού.
Ο εθνικιστικός ναρκισσισμός και η πολιτισμική αυτοπεριφρόνηση είναι, κατά βάθος, δύο όψεις της ίδιας ανασφάλειας. Ο ένας φωνάζει «είμαστε καλύτεροι από όλους». Η άλλη ψιθυρίζει «είμαστε χειρότεροι από όλους». Και οι δύο χρειάζονται τους άλλους για να αποφασίσουν ποιοι είμαστε.
Η πολιτισμική ωριμότητα βρίσκεται αλλού. Στη δυνατότητα να πεις: Δεν είμαστε ανώτεροι. Δεν είμαστε κατώτεροι. Είμαστε ένας ιδιαίτερος ιστορικός τρόπος ανθρώπινης ύπαρξης που έχει δικαίωμα να συνομιλεί ισότιμα με τους άλλους.
Και ίσως γι' αυτό η θεραπεία της ελληνικής πολιτισμικής ανασφάλειας δεν χρειάζεται τόσο μια «επιστροφή στο παρελθόν» όσο μια επιστροφή στη σχέση με το παρελθόν. Να ξαναρωτήσουμε τι υπήρχε μέσα σε λέξεις και πρακτικές που βιαστήκαμε να θεωρήσουμε παρωχημένες. Τι σήμαινε κοινότητα. Τι σήμαινε γειτονιά. Τι σήμαινε φιλοξενία. Τι σήμαινε κοινό τραπέζι. Τι σήμαινε γιορτή και πένθος. Τι σήμαινε τόπος. Τι σήμαινε μέτρο. Όχι για να τα αντιγράψουμε. Αλλά για να αναρωτηθούμε αν περιείχαν κάποια ανθρώπινη γνώση που ο σύγχρονος κόσμος, μέσα στην ταχύτητα και στην ατομικότητά του, έχει αρχίσει να χρειάζεται ξανά.
Γιατί παράδοση δεν είναι να λατρεύεις τις στάχτες. Είναι να αναρωτιέσαι αν υπάρχει ακόμη φωτιά μέσα τους.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας. Όχι ότι κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Αλλά ότι κινδυνεύει να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να συνεχίσει. Να κρατήσει το όνομα και να χάσει το νόημα. Να διατηρήσει τα μνημεία και να χάσει τη μνήμη. Να πουλήσει τον τόπο και να χάσει το ανήκειν. Να εξάγει την ελληνικότητα και να μην ξέρει πια πώς να την κατοικήσει. Να μιμείται το αλλού επειδή δεν έχει αποφασίσει τι αξίζει από το εδώ. Σαν ένα "πουκάμισο αδειανό".
Και τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι: «Πώς θα γίνουμε επιτέλους σαν τους άλλους;» Ούτε: «Πώς θα ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς μπορούμε να γίνουμε σύγχρονοι χωρίς να γίνουμε ξένοι προς τον ίδιο μας τον εαυτό;
Η ιστορία των ιθαγενών της Αμερικής μας θυμίζει κάτι θεμελιώδες. Μπορεί να σου πάρουν έναν τόπο. Μπορεί να καταστείλουν μια γλώσσα. Μπορεί να διαρρήξουν τη συνέχεια των γενεών. Μπορεί να προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι ο πολιτισμός σου αποτελεί εμπόδιο στην πρόοδό σου.
Η βαθύτερη ήττα όμως έρχεται αργότερα. Έρχεται όταν αρχίσεις εσύ ο ίδιος να πιστεύεις ότι τίποτε από όσα σου παραδόθηκαν δεν αξίζει να παραδοθεί παρακάτω.
Και ίσως εκεί ακριβώς αρχίζει και η θεραπεία ενός συλλογικού τραύματος. Όχι όταν ένας λαός πείσει τον εαυτό του ότι υπήρξε πάντοτε αθώος. Ούτε όταν κατασκευάσει έναν μύθο ότι υπήρξε πάντοτε σπουδαίος. Αλλά όταν μπορέσει να κοιτάξει την ιστορία του ολόκληρη -τις δημιουργίες και τις αποτυχίες, τις αδικίες που υπέστη και εκείνες που προκάλεσε, το φως και τη σκιά του- χωρίς ούτε να την εξιδανικεύσει ούτε να τη μισήσει.
Και να πει: Αυτός είναι ο τόπος μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Δεν είναι ανώτερη από την ιστορία των άλλων. Δεν είναι κατώτερη. Είναι δική μου. Και δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψω για να μπορέσω να προχωρήσω.
Γιατί ίσως ένας λαός αρχίζει πραγματικά να χάνεται όταν παύει να αισθάνεται σπίτι μέσα στην ίδια του την ιστορία. Και αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του όταν μπορεί να επιστρέψει σ' αυτήν όχι για να κλειστεί μέσα της, αλλά για να αποκτήσει επιτέλους κάπου να σταθεί, ώστε να μπορέσει να πάει παραπέρα.
----------------------------------------------------------------------------
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος καθώς και Διδάσκων Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Neapolis Pafos.
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026
Ο καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, Γιάννης Ιωαννίδης, στον καναπέ του «Studio στις 3»
Η Νάνσυ Ζαμπέτογλου και ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος βρίσκονται καθημερινά, Δευτέρα με Παρασκευή, στο «Studio στις 3» στον ΣΚΑΪ! Οι δύο δημοσιογράφοι παρουσιάζουν ένα πολυθεματικό μαγκαζίνο που εστιάζει στην ουσία της επικαιρότητας, της καθημερινότητας και της ψυχαγωγίας. Μαζί με τους αγαπημένους συνεργάτες τους, στήνουν μια ζωντανή εκπομπή, γεμάτη κουβέντα για όλα όσα χωράνε στο απόγευμά μας και το κάνουν λίγο καλύτερο. Φιλτράρουν την επικαιρότητα και εστιάζουν σε θέματα που συζητάμε και μας απασχολούν, συναντούν ανθρώπους που μοιράζονται τις ιστορίες τους και προτείνουν αφορμές για μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας. Και όλα αυτά με φρέσκια δημοσιογραφική ματιά, θετική ενέργεια και χιούμορ.
ΥΓ του blog: ...προσέξτε από το 16:00 και μετά τι λέει ο διακεκριμένος καθηγητής για όσα ακούσαμε από άφρονες φανατικούς επιστήμονες την περίοδο της πανδημίας που τους χαρακτηρίζει ειδικά η φράση του "Πολλές φορές κάποιος 'αμόρφωτος' έχει πιο πολλή λογική από 'ειδικούς' των 120 πτυχίων". Δεν ξέχασε να αναφέρει και την παραπληροφόρηση από την μεριά των ΜΜΕ, αλλά και ξεκαθάρισε τα περί συνομωσιολόγων, ψεκασμένων και λοιπών επιθέτων που κόλλησαν διάφοροι πανεπιστήμονες, πολιτικοί και δημοσιογράφοι στην επιβεβλημένη επιστημονικά διαφορετικής άποψης.
Αλγοριθμικό «μπλόκο» σε πολίτες για οφειλές 100 και 500 ευρώ, την ώρα που τα χρέη της ΝΔ ξεπερνούν τα 600 εκατομμύρια ευρώ
Μια αγεφύρωτη αντίφαση ανάμεσα στην εξονυχιστική ψηφιακή επιτήρηση των πολιτών και στην οικονομική πραγματικότητα των κομματικών ταμείων φέρνει στην επιφάνεια η εφαρμογή της νέας ενιαίας «ταυτότητας οικονομικής αξιοπιστίας» μέσω του gov.gr.
- Ως «ουσιώδες ληξιπρόθεσμο ποσό» ορίζεται το όριο των 100 ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και των 500 ευρώ για τα νομικά πρόσωπα, εφόσον η καθυστέρηση διατηρηθεί για 90 ημέρες.
- Η αξιολόγηση συνυπολογίζει το ύψος του εισοδήματος και το βάρος των υποχρεώσεων, προβλέποντας ρητά υποβαθμίσεις της βαθμίδας ανάλογα με το συνολικό ετήσιο εισόδημα του πολίτη.
- Συνολικές υποχρεώσεις: 602.139.154,80 ευρώ.
- Τραπεζικές υποχρεώσεις: 592.950.327,28 ευρώ.
- Τόκοι και ανατοκισμός: Περίπου 508,53 εκατομμύρια ευρώ.
- Ετήσια διόγκωση: Μέσα σε ένα μόνο έτος, το κομματικό χρέος αυξήθηκε κατά 60,27 εκατομμύρια ευρώ (από 541.866.905,86 ευρώ το 2024).
Κατήφορος…
Κυβέρνηση «θερμοκήπιο» συμφερόντων για τράπεζα και ιδιωτικό ΑΕΙ
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026
Ο νεοαποικισμός της Λατινικής Αμερικής από ΗΠΑ-Ισραήλ και η αντίσταση των λαών της
Το παιδί στην κατάψυξη δεν είναι μια είδηση
Η μεγάλη φιέστα της ΔΕΘ και το «ρωμαϊκό» θέαμα
Όλα είναι έτοιμα. Η φιέστα της ΔΕΘ ετοιμάζεται να δώσει τη μεγάλη της παράσταση. Η φετινή διοργάνωση, άλλωστε, έχει τη δική της συμβολική βαρύτητα: 90 διοργανώσεις και 100 χρόνια από τις απαρχές του θεσμού, το 1926. Ένα σκηνικό ιδανικό για μια κυβέρνηση που γνωρίζει καλά τη δύναμη της εικόνας και της πολιτικής παράστασης.
Τα κανάλια και τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα ηλεκτρονικής ενημέρωσης έχουν ήδη προαναγγείλει τους πέντε συν έναν στόχους των μέτρων που αναμένεται να παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Την ίδια ώρα, η «απόβαση» των υπουργών της γαλάζιας παράταξης στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, μαζί με την εκστρατεία τους προς τους ψηφοφόρους της Μακεδονίας. Όλα μοιάζουν προσεκτικά σχεδιασμένα, ώστε η πολιτική εξαγγελία να μετατραπεί σε τηλεοπτικό σόου.
Στην αίθουσα όπου ο πρωθυπουργός θα ανακοινώσει τα οικονομικά μέτρα, οι γαλάζιοι φρουροί θα καταλάβουν τις θέσεις τους. Τα χειροκροτήματα θα είναι γενναιόδωρα και σαφώς διατεταγμένα, οι υπουργοί θα σηκωθούν όρθιοι, τα χαμόγελα θα φωτίσουν τα πρόσωπα των κυβερνητικών στελεχών και των γονατισμένων αυλικών και το σκηνικό θα συμπληρωθεί από την εικόνα μιας πανηγυρικής, σχεδόν αυτοκρατορικής τελετής.
Ένα είναι σίγουρο ότι θα δούμε για μια ακόμη φορά μια ρωμαϊκή ρεπλίκα, μια ανούσια ρωμαϊκή τελετουργία με προβολή ψευδώνυμων στόχων και αυτοσκοπών. Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι δημόσιες τελετές αποτελούσαν βασικό εργαλείο άσκησης εξουσίας. Η μεγαλοπρέπεια, η προσωπολατρία και η δημόσια επίδειξη ισχύος λειτουργούσαν ως μέσα εμπέδωσης της πολιτικής κυριαρχίας. Ο αυτοκράτορας έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο και το πλήθος να αντιλαμβάνεται την παρουσία του ως πηγή ασφάλειας, τάξης και ευημερίας.
Και, βέβαια, υπήρχαν τα congiaria: έκτακτες παροχές προς τον λαό, που ενίσχυαν το κοινωνικό έρεισμα του αυτοκράτορα και λειτουργούσαν ως μέσο κατευνασμού και πολιτικής νομιμοποίησης. Το γνωστό «άρτον και θεάματα» δεν ήταν απλώς μια φράση, αλλά αποτελούσε μια πολιτική τεχνική. Όταν η εξουσία προσφέρει στο πλήθος θέαμα και υλικές παροχές, μπορεί ευκολότερα να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από τις βαθύτερες αντιφάσεις της κοινωνίας και της πολιτικής ζωής. (Ο Ρωμαίος ποιητής Ιουβενάλης (Juvenal) είχε σχολιάσει την κατάσταση με καυστική σάτιρα, πικρία και βαθιά περιφρόνηση για την κατάντια του ρωμαϊκού λαού, στο πιο διάσημο έργο του, τις Σάτιρες (Σάτιρα ΙΧ, 10ος αιώνας μ.Χ.), ήταν εκείνος που επινόησε την παγκόσμια γνωστή φράση «Άρτον και Θεάματα» “Panem et Circenses”).
Άραγε πόσο απέχει το σημερινό πολιτικό θέαμα από εκείνη την πραγματικότητα; Όταν οι οικονομικές παροχές παρουσιάζονται ως προσωπικό επίτευγμα του αρχηγού και όταν ο πρωθυπουργός εμφανίζεται ως ο μοναδικός εγγυητής της οικονομικής ανακούφισης, τότε η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε σχέση εξάρτησης ανάμεσα στον ηγέτη και στον πολίτη.
Την ίδια στιγμή, όμως, η δημοκρατία μας δοκιμάζεται από παντού. Ο «προσοδοθητικός καπιταλισμός» της εποχής μας αποσύρει σταδιακά τον πολίτη από τα πεδία όπου θα μπορούσε να συμμετέχει, να διεκδικεί και να αποφασίζει. Η αδράνεια αποκτά χαρακτηριστικά κανονικότητας. Το πολιτικό μήνυμα «μην ασχολείσαι, όλα τα φροντίζει ο αρχηγός» αποδεικνύεται επικίνδυνα αποτελεσματικό.
Ο πολίτης μετατρέπεται έτσι από ενεργό υποκείμενο της δημοκρατίας σε παθητικό καταναλωτή πολιτικών παροχών. Και όσο περισσότερο η πολιτική παρουσιάζεται ως υπόθεση ενός προσώπου, τόσο περισσότερο αδειάζει από περιεχόμενο η ίδια η έννοια της δημοκρατικής συμμετοχής.
Ίσως γι’ αυτό οι λέξεις δημοκρατία, ελευθερία, συλλογικότητα και κοινωνική συμμετοχή μοιάζουν σήμερα για πολλούς τόσο μακρινές. Σαν υλικά που έχουν απομείνει από ένα παλιό κοίτασμα και θεωρούνται άχρηστα, σαν gangue ή waste rocks, πετρώματα χωρίς οικονομική αξία. Κι όμως, χωρίς αυτά ακριβώς τα «άχρηστα» υλικά δεν υπάρχει δημοκρατία.
Τελικά, μπορεί να έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά το πολιτικό θέαμα δεν άλλαξε και τόσο. Άλλαξαν τα φώτα, οι κάμερες και τα τηλεοπτικά στούντιο. Άλλαξαν οι λέξεις και τα επικοινωνιακά εργαλεία. Η λογική, όμως, παραμένει γνώριμη: παροχές, θέαμα, χειροκρότημα και ένας ηγέτης στο κέντρο της σκηνής.
Και κάπως έτσι, η Ρώμη επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Όχι με άρματα και μονομάχους, αλλά με κάμερες, εξαγγελίες και χειροκροτήματα. Το ερώτημα είναι αν, πίσω από τη λάμψη της φιέστας, θα υπάρχει ακόμη χώρος για τον πολίτη.
--------------------------------------------------------------------------------------------
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026
ΟΧΙ στην ΕΕ από το 53% των Ισλανδών
Ηχηρό χαστούκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήρθε από την Ισλανδία με αφορμή το δημοψήφισμα που διεξήχθη για την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 53% των ψηφοφόρων ψήφισε «Όχι» («Nei») και μόνο το 47% απάντησε «Ναι», ενώ η συμμετοχή έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ, ξεπερνώντας το 82%, όταν η συμμετοχή στις πρόσφατες εθνικές εκλογές έφτασε το 80%.
Η απάντηση των Ισλανδών ήταν σοβαρό πλήγμα για τις Βρυξέλλες, παρά το μικρό μέγεθος της χώρας, για τρεις κυρίως λόγους:
Πρώτο, επειδή το ερώτημα του δημοψηφίσματος αφορούσε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις κι όχι την ένταξη στην ΕΕ. Καθόλου τυχαία, οι εκπρόσωποι του «Ναι» στην προεκλογική περίοδο δεν διαφήμιζαν την ΕΕ αλλά τις διαπραγματεύσεις και τα σημαντικά περιθώρια επίτευξης μιας ικανοποιητικής συμφωνίας ένταξης. Υπόσχονταν μάλιστα νέο δημοψήφισμα για την ένταξη. Επομένως, οι κάλπες έβγαλαν ότι οι Ισλανδοί δεν θέλουν ούτε καν να συζητήσουν την προοπτική ένταξης, απορρίπτοντας εξ αρχής κάθε προοπτική συμμετοχής.
Δεύτερο, επειδή οι Βρυξέλλες ειδικά μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία έχουν επιταχύνει τις διαδικασίες ένταξης στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, θέτοντας στο επίκεντρο των προσπαθειών τους την Ουκρανία και την Μολδαβία, καθώς και την Αλβανία και το Μαυροβούνιο, αντίστοιχα. Το χαρακτηριστικό και των τεσσάρων αυτών χωρών είναι το πολύ χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους: 5.147 δολ., 9.350 δολ., 12.490 δολ. και 16.380 δολ, αντίστοιχα, όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ ανέρχεται σε 51.047 δολ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ισλανδίας είναι ωστόσο 98.323 δολ., σχεδόν διπλάσιο ακόμη και από της ΕΕ! Οι Ισλανδοί επομένως έγκαιρα κατάλαβαν ότι αν κάτι ήθελαν οι Βρυξέλλες ήταν να δείξουν πώς δεν αποτελούν δεξαμενή επιδοτήσεων και καταφύγιο των φτωχών και διεφθαρμένων ελίτ κι απλώς αρνήθηκαν να τους κάνουν την χάρη και να χρηματοδοτήσουν την διεύρυνση της ΕΕ.
Τρίτο, επειδή η ΕΕ απέτυχε να εμφανιστεί ως αποτελεσματική άμυνα απέναντι στις αμερικανικές απειλές. Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα των οπαδών της ΕΕ ήταν ότι οι Βρυξέλλες θα ενισχύσουν την γεωστρατηγική θέση της Ισλανδίας απέναντι στις ΗΠΑ κι έτσι η χώρα τους δεν θα βρεθεί ποτέ στην θέση της Γροιλανδίας. Ωστόσο, η Ισλανδία, που συμμετέχει στο ΝΑΤΟ ακόμη και στην «συμμαχία των προθύμων» οι οποίοι εξοπλίζουν την Ουκρανία, δεν πείσθηκε, αποδεικνύοντας ότι η ΕΕ δεν αποτελεί εμπόδιο ούτε καν αντίβαρο στα αμερικανικά επεκτατικά σχέδια. Οι Βρυξέλλες έτσι πλήρωσαν την απελπιστική συρρίκνωση της θέσης τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, από τη στιγμή που απαρνήθηκαν της αυτοτέλειάς τους κι έγιναν όργανα των ΗΠΑ.
Το θέμα που κυριάρχησε στις αντιπαραθέσεις πριν στηθούν οι κάλπες ήταν τα δικαιώματα αλιείας. Η αλιευτική βιομηχανία της Ισλανδίας, που είναι για τη χώρα ότι είναι η αυτοκινητοβιομηχανία για την Γερμανία, εκμεταλλεύεται μια τεράστια αποκλειστική οικονομική ζώνη στον βόρειο Ατλαντικό, παράγει το 8% του ΑΕΠ και το 40% των εξαγωγών της χώρας. Η προστασία αυτών ακριβώς των αλιευτικών δικαιωμάτων οδήγησε την Ισλανδία από το 1958 ως το 1976 στους λεγόμενους “πολέμους του μπακαλιάρου” με την Αγγλία, που ως αποτέλεσμα είχαν την νίκη του Ρέικιαβικ έναντι του Λονδίνου. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ θα υπονόμευε σε βαθμό ακύρωσης τα αλιευτικά δικαιώματα της Ισλανδίας στον Ατλαντικό.
Δεν ήταν όμως μόνο ο μπακαλιάρος και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, που έχουν πάψει να γίνονται σεβαστά εδώ και δεκαετίες από το ευρωπαϊκό ιερατείο.
Οι κάτοικοι της Ισλανδίας αν συνεχίζουν σήμερα να απολαμβάνουν μια τέτοια ευημερία είναι επειδή το 2008, όταν η χώρα χρεοκόπησε, ακολούθησαν τον μόνο σωστό δρόμο: εθνικοποίησαν τις τράπεζες, αρνήθηκαν να αποζημιώσουν τους κερδοσκόπους και έκλεισαν στη φυλακή του απατεώνες τραπεζίτες. Το εντελώς αντίθετο δηλαδή απ’ ότι έκαναν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες που με την καθοδήγηση της ΕΕ φτώχυναν τους λαούς, αποζημίωσαν τους κερδοσκόπους και άφησαν αλώβητη την τραπεζοκρατία να κυβερνά τις χώρες της και να απολαμβάνει τα προνόμια του παρελθόντος. Ενώ οι λαοί βρίσκονται σε πολύ χειρότερη θέση. Η Ελλάδα είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Αν η Ισλανδία ήταν τότε μέλος της ΕΕ, σήμερα θα ήταν σαν την Ελλάδα…
Η ίδια η Ισλανδία επίσης στάθηκε στο πλευρό της Νότιας Αφρικής όταν προσέφυγε κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Η στάση του Ρέικιαβικ ήρθε να ευθυγραμμιστεί με τη στάση της κοινωνίας που επί χρόνια συμπαραστέκεται στον λαό της Παλαιστίνης και ζητάει να επιβληθούν κυρώσεις, αποεπένδυση και να διακοπούν οι διπλωματικές σχέσεις με το κράτος των γενοκτόνων. Η ΕΕ αντίθετα χρηματοδοτεί και στηρίζει πολιτικά και διπλωματικά το ισραηλινό απαρτχάιντ διατηρώντας μια ειδική σχέση προς όφελος του Ισραήλ, παρά την αντίθεση που έχουν εκφράσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ευρωβουλευτές.
Παρόλα αυτά, η σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της χώρας Κριστρούν Φροσταντότιρ, οπαδός του «Ναι», αν και δήλωσε ότι θα σεβαστεί το «Όχι» που πλειοψήφησε, τόνισε επίσης ότι η ετυμηγορία των ψηφοφόρων σήμανε ότι επιλέγουν να συνεχιστεί η σημερινή ειδική σχέση όπως απορρέει από την συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ζώνη. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι αυτή η σχέση θα συνεχιστεί και θα ενταθεί, σε εμφανή αντίθεση με τα αποτελέσματα της κάλπης, αποδεικνύοντας ότι παντού υπάρχει ένας Αλέξης…
Κυρίως όμως αποδεικνύει το οριστικό διαζύγιο των οπαδών της ΕΕ με την δημοκρατία!


.jpg)

