Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
Ο GOAT είναι ιδεολογικό ζήτημα;
Το ταλέντο χωρίς θετική επιδραστικότητα μπορεί να είναι ένα αδειανό πουκάμισο – το ίδιο ισχύει και στην τέχνη- αλλά από την άλλη τόση αυστηρότητα και φανατισμός δεν βοηθάει κανέναν και κυρίως εμάς τους ίδιους. Πάρε από αυτούς τους ανθρώπους αυτό που μπορείς, πέτα εκείνο που δεν θέλεις.
Το ποδόσφαιρο και κυρίως οι διεθνείς οργανώσεις εθνικών ομάδων, σχετιζόταν πάντα με την πολιτική. ‘Ένα τουρνουά αποκτά πρόσημο ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία ή κάποιο ιστορικό πλαίσιο με βάθος δεκαετιών. Κι επειδή καμία χώρα, κανένα κράτος- πόσο μάλλον λαός- δεν είναι χαρακτηρισμένοι οριστικά στην Ιστορία, αλλάζουμε κι εμείς τις συμπάθειές μας επηρεαζόμενοι από κάπως πιο πρόσφατες μνήμες. Μία χώρα δέχεται απρόκλητη επίθεση, ο λαός της λιμοκτονεί και εξοντώνεται, είμαστε με το μέρος της όπου την συναντάμε, και φυσικά και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα.
Σε τριάντα χρόνια η ίδια χώρα παίρνει τα πάνω της, αποκτά εξουσία έναντι των γειτόνων της, και χρησιμοποιεί την εξουσία της. (Η εξουσία πάντα ασκείται, είναι στην φύση της, πάντα κάποιοι την υφίστανται. Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις και διαφορετικό ήθος στην άσκηση και την επιβολή της, αλλά ασκείται).
Σε τριάντα χρόνια λοιπόν σε οποίο διεθνές γήπεδο συναντήσουμε αυτήν την χώρα θα είμαστε με τον αντίπαλο. Πώς σου ακούγεται αυτό; Αφελές; Παιδικό; Ανώριμο; Δεν θα συμφωνήσω. Αν έχουμε μία υποχρέωση είναι να είμαστε παρόντες και ενεργοί στον καιρό μας, όχι στο βάθος της Ιστορίας, κανένας μας δεν θα ζήσει στο βάθος της Ιστορίας παρά μόνο στα λίγα χρονάκια που μας αναλογούν. Στον καιρό μας οφείλουμε να είμαστε με τους αδύναμους τους αδικημένους, τους κυνηγημένους.
Για παράδειγμα, αν μου φέρεις ένα μηχανηματάκι που διαβάζει το μέλλον, και μου δείξεις πως σε πενήντα χρόνια οι Παλαιστίνιοι θα πάρουν την εξουσία της περιοχής και θα κάνουν ακριβώς τα ίδια στους Ισραηλινούς – αρκετά πιθανό με βάση την ιστορική εμπειρία της ανθρώπινης φύσης- αυτό δεν είναι ικανό να μου αλλάξει ούτε στο ελάχιστο την σημερινή μου υποστήριξη στον παλαιστινιακό λαό. Ας φροντίσουν οι σύγχρονοί τους, σε πενήντα χρόνια να πάρουν το μέρος εκείνου που διώκεται και σφαγιάζεται, δεν είναι αυτό δική μου δουλειά σήμερα. Είπαμε, ουδείς έχει κερδίσει κάποιον μόνιμο χαρακτηρισμό μέσα στην Ιστορία. Δεν υπάρχουν λαοί για πάντα καλοί και λαοί για πάντα κακοί, είναι αστείο να υποστηρίζεις κάτι τέτοιο. Οι λαοί δεν τσουβαλιάζονται κάτω από γενικές ταμπέλες για να ταξινομηθούν οριστικά σε κάποιο ράφι λαών. Μήπως ο ελληνικός λαός είναι ένα πράγμα;
Βέβαια ποτέ κανένας ποδοσφαιρικός αγώνας δεν άλλαξε τίποτα επί της ουσίας, πέρα από το ότι χάρισε μία πρόσκαιρη ικανοποίηση του θυμικού. Αλλά γιατί αυτό είναι λίγο η δευτερεύον; Άθροισμα μικρών νικών είναι η ζωή μας, δεν υπάρχουν οριστικοί και αμετάκλητοι θρίαμβοι, μην τους ονειρευόμαστε. Είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες, ατελείς φύσεις -ευτυχώς- και δεν γίνεται να ακυρώσουμε το συναίσθημα, ακόμη κι εκείνο που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως κρεσέντο επιπολαιότητας.
Το συναίσθημα δεν οφείλεται σε κάποια διέγερση νευρικών απολήξεων, είναι αποτέλεσμα ιδεολογίας και ματιάς στον κόσμο και τους ανθρώπους.
Μας είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε την αντικειμενική αξία ενός ανθρώπου από την συμπεριφορά του σε τομείς που δεν άπτονται άμεσα της όποιας δεξιότητά τους. Και πραγματικά δεν έχω καταλήξει πόσο δίκαιο ή άδικο είναι αυτό. Δηλαδή το να θεωρείς μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών τον Μαραντόνα, και να συνυπολογίζεις στην αξιολόγησή σου το ότι είχε tattoo τον Τσε και ήταν προσωπικός φίλος τους Κάστρο, ακυρώνοντας, υποβαθμίζοντας, ή και χλευάζοντας τις απίστευτες θυσίες, κόπο και ταλέντο ενός ανθρώπου σαν τον Μέσι, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι.
Το ταλέντο χωρίς θετική επιδραστικότητα μπορεί να είναι ένα αδειανό πουκάμισο – το ίδιο ισχύει και στην τέχνη- αλλά από την άλλη τόση αυστηρότητα και φανατισμός δεν βοηθάει κανέναν και κυρίως εμάς τους ίδιους. Και η επιδραστικότητα δεν μετριέται μόνο με κοινωνικοπολιτική επιρροή αλλά και με πόσες χιλιάδες παιδιά τα «μάζεψες» από τον δρόμο και τα έβαλες σε γήπεδα να μαθαίνουν μπάλα. Εντάξει, θα μου πεις, το δεύτερο το πέτυχαν όλοι οι μεγάλοι. Εν κατακλείδι, πάρε από αυτούς τους ανθρώπους αυτό που μπορείς, πέτα εκείνο που δεν θέλεις.
Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, ο μεγαλύτερος συνθέτης όλων των εποχών, μπορεί να μην είχαν την ίδια ιδεολογία με εμένα. Άβολο, αλλά προσωπικά είναι κάτι που μπορώ να το αντέξω.
Η ληστεία του ανθρώπινου νου
Η έκρηξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI) παρουσιάστηκε από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ως η αρχή μιας νέας εποχής προόδου. Υποσχέσεις για επανάσταση στην υγεία, την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης συνοδεύουν τη δημόσια αφήγηση της Silicon Valley. Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια αναπτύσσεται ένα ισχυρό διεθνές ρεύμα επιστημονικής και φιλοσοφικής κριτικής, το οποίο δεν αμφισβητεί απλώς τις υπερβολικές προσδοκίες, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης.
Στην πρώτη γραμμή αυτής της κριτικής βρίσκεται η Καναδή συγγραφέας και ακτιβίστρια Ναόμι Κλάιν. Η Κλάιν χαρακτηρίζει την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη “τη μεγαλύτερη ληστεία στην ανθρώπινη ιστορία”. Ο ισχυρισμός της βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα εκπαιδεύτηκαν πάνω σε τεράστιους όγκους βιβλίων, άρθρων, έργων τέχνης, φωτογραφιών και μουσικής, που συλλέχθηκαν χωρίς προηγούμενη συναίνεση ή οικονομική αποζημίωση των δημιουργών τους. Με άλλα λόγια, η συλλογική ανθρώπινη γνώση μετατράπηκε σε πρώτη ύλη ιδιωτικών αλγορίθμων, οι οποίοι πλέον παράγουν εμπορικά προϊόντα υψηλής αξίας.
Για την Κλάιν, πρόκειται για μια πρωτοφανή διαδικασία ιδιωτικοποίησης του κοινού πολιτισμικού αποθέματος. Η ελεύθερη ανθρώπινη δημιουργία μετασχηματίζεται σε ιδιόκτητο κεφάλαιο, ελεγχόμενο από ελάχιστους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι στη συνέχεια πωλούν πίσω στην κοινωνία υπηρεσίες βασισμένες στην ίδια τη συλλογική γνώση που προηγουμένως ιδιοποιήθηκαν.
Η κριτική της γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή, όταν χαρακτηρίζει την ίδια την υπόσχεση της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης ως μια βαθιά αυταρχική ακόμη και “φασιστική” ιδέα. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται ιστορικά, αλλά φιλοσοφικά. Γιατί η τεχνολογία υπόσχεται ότι μπορεί να σκέφτεται αντί του ανθρώπου. Κατά την Κλάιν, η εκχώρηση της κρίσης, της δημιουργικότητας και της πνευματικής εργασίας σε αλγοριθμικά συστήματα οδηγεί σταδιακά σε αποδυνάμωση της ανθρώπινης αυτονομίας και της δημοκρατικής σκέψης.
Παράλληλα, η ίδια επισημαίνει ότι πίσω από την εικόνα της “άυλης” τεχνολογίας κρύβεται ένα ιδιαίτερα βαρύ οικολογικό αποτύπωμα. Τα μεγάλα υπολογιστικά κέντρα απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και νερού για τη λειτουργία και την ψύξη τους, συμβάλλοντας στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και στην πίεση των φυσικών πόρων. Η ενεργειακή κατανάλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης εξελίσσεται πλέον σε αντικείμενο εντατικής επιστημονικής έρευνας, ενώ διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η αλματώδης ανάπτυξη των data centers ενδέχεται να δυσχεράνει τους στόχους για την κλιματική ουδετερότητα.
Ο ψηφιακός ιμπεριαλισμός και το αλγοριθμικό όνειρο
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της βραβευμένης δημοσιογράφου για την τεχνολογία Κάρεν Χάο. Στο βιβλίο της “Empire of AI” περιγράφει την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη ως μια νέα μορφή ψηφιακού ιμπεριαλισμού. Όπως οι ιστορικές αυτοκρατορίες εξήγαν πρώτες ύλες από τις αποικίες τους, έτσι και οι σημερινές εταιρείες εξορύσσουν δεδομένα, ανθρώπινη εργασία, ενέργεια και φυσικούς πόρους από ολόκληρο τον πλανήτη, συγκεντρώνοντας πρωτοφανή οικονομική και πολιτική ισχύ.
Η Χάο έχει επίσης αναδείξει τις συχνά αόρατες μορφές εργασίας που στηρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη. Για παράδειγμα χιλιάδες χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι στην Κένυα, την Ινδία και άλλες χώρες αναλαμβάνουν την ψυχοφθόρα διαδικασία φιλτραρίσματος βίαιου και τοξικού περιεχομένου, ώστε τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα να εμφανίζονται ασφαλέστερα στους τελικούς χρήστες. Η εικόνα της πλήρως αυτοματοποιημένης μηχανής αποδεικνύεται έτσι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα.
Πολύ σημαντική όμως είναι και η συμβολή του Ιταλού φιλοσόφου της επιστήμης Ερνέστο Ιππόλιτι. Ο Ιππόλιτι ασκεί κριτική σε αυτό που αποκαλεί “αλγοριθμικό όνειρο”. Δηλαδή την πεποίθηση ότι τα μεγάλα δεδομένα και η μηχανική μάθηση μπορούν από μόνα τους να αντικαταστήσουν την επιστημονική μέθοδο και την ανθρώπινη ερμηνεία. Προειδοποιεί μάλιστα, ότι οι αλγόριθμοι συχνά παράγουν ψευδείς συσχετίσεις, συγχέοντας τη στατιστική συνάφεια με την αιτιότητα. Για τον ίδιο, η ουσιαστική πρόκληση δεν είναι κάποιο υποθετικό σενάριο “εξαφάνισης της ανθρωπότητας”, αλλά οι άμεσοι κοινωνικοί κίνδυνοι, όπως είναι η αδιαφάνεια των αλγορίθμων, οι μεροληψίες και η άκριτη εμπιστοσύνη στην αυτοματοποίηση.
Στο πεδίο των χρηματοοικονομικών, ο Ιππόλιτι θεωρεί ότι ακόμη και οι πλέον εξελιγμένοι αλγόριθμοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως την ανθρώπινη στρατηγική, καθώς οι αγορές αποτελούν σύνθετα κοινωνικά συστήματα γεμάτα απρόβλεπτες αλληλεπιδράσεις. Το μέλλον, υποστηρίζει, ο Ιππόλιτι αναμένεται να είναι υβριδικό. Δηλαδή, μια συνεργασία ανθρώπου και μηχανής και όχι κυριαρχία της δεύτερης.
Οι κοινές διαπιστώσεις για την τεχνητή νοημοσύνη
Στην ίδια συζήτηση παρεμβαίνει και ο Ιταλός φιλόσοφος Μαουρίτσιο Φεράρις, ο οποίος έχει αναλύσει το φαινόμενο της “Digital Humanities” και της ψηφιακής καταγραφής κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Κατά τον Φεράρις, ο αλγοριθμοκεντρισμός είναι η ιδεολογία που αντιμετωπίζει τους αλγορίθμους ως αντικειμενικούς και ουδέτερους κριτές της κοινωνικής πραγματικότητας.
Στην πραγματικότητα όμως οι αλγόριθμοι ενσωματώνουν ανθρώπινες επιλογές, οικονομικά συμφέροντα και σχέσεις εξουσίας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι μεγάλες πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης στηρίζονται σε τεράστιες ποσότητες απλήρωτης ανθρώπινης εργασίας. Έτσι κάθε αναζήτηση, ανάρτηση, διόρθωση ή ψηφιακή αλληλεπίδραση μετατρέπεται σε δεδομένο που αυξάνει την αξία των εταιρειών χωρίς αντίστοιχη ανταμοιβή των πολιτών.
Οι παραπάνω προσεγγίσεις δεν συγκροτούν ένα ενιαίο ιδεολογικό μέτωπο κατά της τεχνητής νοημοσύνης. Αντιθέτως, προέρχονται από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, όπως την πολιτική οικονομία, τη δημοσιογραφία, τη φιλοσοφία της επιστήμης, τη θεολογία και την ηθική και καταλήγουν σε μια κοινή διαπίστωση που λέει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι ισχυρή, αλλά ποιος την ελέγχει, με ποιους κανόνες λειτουργεί και ποιος τελικά επωμίζεται το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος της ανάπτυξής της. Η πραγματική δημόσια συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά κυρίως τη δημοκρατία, την εργασία, τη γνώση και τα κοινά αγαθά στον 21ο αιώνα.
-----------------------------------------------------------------Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
Πηγή: slpress.gr
Γεώργιος Αποστολάκης: Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία; Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει!
Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη δεν άφησαν πίσω τους απλώς έναν μακρύ κατάλογο σκανδάλων. Ανέδειξαν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, στο οποίο η αδιαφάνεια, η πελατειακή συναλλαγή, η συγκάλυψη και η θεσμική ατιμωρησία τείνουν να μεταβληθούν από παρεκτροπή σε κανονικότητα.
γράφει ο Γεώργιος Αποστολάκης,
Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.
Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.
Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.
Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.
Δεν έχουμε πια μεμονωμένες υποθέσεις χρηματισμού ή προσωπικού πλουτισμού. Έχουμε ένα πλέγμα εξουσίας που εκτείνεται σχεδόν παντού: στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις κρατικές συμβάσεις και απευθείας αναθέσεις, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στην ενημέρωση, στις τηλεπικοινωνίες, στις μυστικές υπηρεσίες, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην αστυνομική και διοικητική λειτουργία, ακόμη και στους ίδιους τους μηχανισμούς δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Η διαφθορά εδώ δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολιτική, θεσμική και ηθική. Δεν εκδηλώνεται μόνο όταν κάποιος ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα. Εκδηλώνεται και όταν η εξουσία παρακολουθεί τους αντιπάλους της, όταν χειραγωγεί την ενημέρωση, όταν αλλοιώνει τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών, όταν δυσχεραίνει τη διερεύνηση μιας τραγωδίας ή όταν χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προστατεύσει κυβερνητικά πρόσωπα.
Από τη «Λίστα Πέτσα» στα Τέμπη
Από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, η περίφημη «Λίστα Πέτσα» ανέδειξε τη χρήση του δημόσιου χρήματος ως μέσου διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ακολούθησαν η πλημμυρίδα των απευθείας αναθέσεων, η αδιαφάνεια σε συμβάσεις και προμήθειες, οι υποθέσεις Πάτση και άλλων κυβερνητικών στελεχών, οι καταγγελίες για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.
Ύστερα ήλθε το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφοι, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Και όλα αυτά ενώ η ΕΥΠ είχε υπαχθεί, με μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του 2019, απευθείας στον πρωθυπουργό.
Η πολιτική ευθύνη ήταν επομένως αδιαμφισβήτητη, ακόμη και αν δεν αποδεικνυόταν προσωπική γνώση κάθε επιμέρους παρακολούθησης. Αντί όμως να φωτισθεί πλήρως η υπόθεση, το κράτος επικαλέστηκε το «απόρρητο», οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι προσέκρουσαν σε τείχος σιωπής και η έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες κρατικών προσώπων τέθηκε στο αρχείο. Χρειάστηκε η απόφαση ενός κατώτερου δικαστηρίου, τον Φεβρουάριο του 2026, για να καταδικαστούν τέσσερα πρόσωπα συνδεόμενα με την Intellexa και να διαβιβασθεί εκ νέου η υπόθεση για διερεύνηση βαρύτερων αδικημάτων, ακόμη και ενδεχόμενης κατασκοπείας. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε φαντασίωση ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν ένα πραγματικό πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Στα Τέμπη, πάλι, δεν έχουμε μόνον την εγκληματική κατάρρευση του σιδηροδρομικού κράτους. Έχουμε τις πολιτικές ευθύνες για τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, τις συμβάσεις που καθυστερούσαν και μια κυβέρνηση που, μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, έσπευσε αρχικά να ενοχοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τον σταθμάρχη.
Ακολούθησαν η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, οι αντιφατικές κυβερνητικές δηλώσεις, η επιλεκτική διαχείριση στοιχείων και η ενεργοποίηση ολόκληρου επικοινωνιακού μηχανισμού για την αποδυνάμωση των συγγενών. Είτε κάθε καταγγελία αποδειχθεί τελικά βάσιμη είτε όχι, η συνολική συμπεριφορά της εξουσίας δημιούργησε εύλογη και βαθιά κοινωνική πεποίθηση ότι δεν αναζητήθηκε εξαρχής ολόκληρη η αλήθεια, αλλά επιδιώχθηκε ο περιορισμός της πολιτικής ζημίας.
Η Δικαιοσύνη μεταξύ εξάρτησης και ατολμίας
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το σοβαρότερο ίσως πρόβλημα: η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Δεν είναι δίκαιο να ισοπεδώνεται ολόκληρο το δικαστικό σώμα. Υπάρχουν δικαστές και εισαγγελείς που επιτελούν με ευσυνειδησία και θάρρος το καθήκον τους. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις στις οποίες η ανώτατη δικαστική ηγεσία έδωσε την εντύπωση ότι περισσότερο προστάτευσε τη θεσμική ηρεμία της κυβέρνησης παρά αναζήτησε μέχρι τέλους την αλήθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη κινήθηκε με τέτοια καθυστέρηση και ατολμία, ώστε ο χρόνος λειτούργησε υπέρ των ελεγχόμενων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στον αδύναμο αλλά διστακτικά στον υπουργό, στον κομματικό παράγοντα ή στον οικονομικά ισχυρό, δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς. Καταρρέει η ίδια η πεποίθηση ότι η δημοκρατία διαθέτει κοινό κανόνα για όλους.
Η εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από κυβερνητικές επιλογές, οι κλειστές διαδικασίες, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καθυστερήσεων καλλιεργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ατιμωρησία δεν χρειάζεται πάντοτε ωμή παρέμβαση. Αρκούν η αναβολή, η κατάτμηση των δικογραφιών, η επίκληση του απορρήτου, η παραγραφή ή μία πρόωρη αρχειοθέτηση.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως κορύφωση του συστήματος
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μέχρι τώρα κορύφωση, επειδή αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών, αλλά τη διάχυσή της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο.
Εδώ δεν φαίνεται να δρούσε ένας απομονωμένος αξιωματούχος. Ερευνάται ένας μηχανισμός στον οποίο φερόμενοι ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι δήλωναν ανύπαρκτα βοσκοτόπια, ζώα ή εκτάσεις που δεν κατείχαν, με τη συνδρομή υπαλλήλων, μεσαζόντων και πολιτικών παραγόντων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να ενισχύουν τους πραγματικούς παραγωγούς, μετατρέπονταν σε μέσο πελατειακής εξαγοράς και παράνομου πλουτισμού.
Αυτό εξηγεί και γιατί η διαφθορά κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κοινωνικό βάθος. Όταν το πολιτικό σύστημα διδάσκει επί δεκαετίες ότι το κράτος δεν είναι κοινό αγαθό αλλά λάφυρο, δημιουργεί γύρω του συνενοχές: πολίτες που αποδέχονται την παρανομία επειδή ωφελούνται, διοικητικούς υπαλλήλους που εξυπηρετούν, κομματάρχες που μεσολαβούν και πολιτικούς που μετατρέπουν το δημόσιο χρήμα σε εκλογική πελατεία.
Η κοινωνική συμμετοχή στην παρανομία δεν απαλλάσσει την πολιτική εξουσία. Την επιβαρύνει. Διότι η κορυφή είναι εκείνη που καθορίζει τους κανόνες, επιλέγει τις διοικήσεις, διαθέτει τους μηχανισμούς ελέγχου και, τελικά, ωφελείται πολιτικά από τη διανομή των προνομίων.
Στις 16 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε διώξεις κατά 22 στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα ηλεκτρονικής απάτης. Για επτά άλλους βουλευτές οι καταγγελίες αρχειοθετήθηκαν λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, ενώ άλλες έρευνες, για διαφορετικές περιόδους και πράξεις, συνεχίζονται.
Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Όμως δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε τεκμήριο πολιτικής αθωότητας ολόκληρου του συστήματος. Η μη δίωξη ορισμένων προσώπων δεν εξαφανίζει ούτε τις διώξεις των υπολοίπων ούτε το οργανωμένο σχήμα απάτης που ερευνάται ούτε τις πολιτικές ευθύνες για τη λειτουργία του Οργανισμού επί σειρά ετών.
Όταν ο πρωθυπουργός επιτίθεται στον ελεγκτή
Αντί ο πρωθυπουργός να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αφεθεί απερίσπαστη να ολοκληρώσει όλες τις έρευνές της, επέλεξε να υποστηρίξει ότι «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
Πρόκειται για θεσμικά βαρύτατη δήλωση. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός στρέφεται τόσο ευθέως κατά ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, την ώρα μάλιστα που αυτός ερευνά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί το τεκμήριο αθωότητας. Αμφισβήτησε την αμεροληψία του ίδιου του ελεγκτικού θεσμού, αποδίδοντάς του κομματική λειτουργία.
Η δήλωση είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όχι μόνο άσκησε διώξεις σε τέσσερις βουλευτές, αλλά αρχειοθέτησε τις καταγγελίες για άλλους επτά. Δηλαδή έπραξε ακριβώς αυτό που οφείλει να πράττει ένας δικαστικός θεσμός: διέκρινε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις αρχειοθετήσεις ως επιχείρημα εναντίον εκείνου του ίδιου θεσμού που τις αποφάσισε, παραβλέποντας τις διώξεις και τις έρευνες που συνεχίζονται.
Τι σηματοδοτεί αυτή η επίθεση;
Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας: από ελεγχόμενη η κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής ανάμιξης. Μπορεί να αποβλέπει στην απονομιμοποίηση των εισαγγελέων πριν από την αποκάλυψη νέων στοιχείων. Μπορεί ακόμη να είναι μια προκαταβολική άμυνα απέναντι στον φόβο ότι ο έλεγχος θα επεκταθεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε άλλες χρονικές περιόδους και σε υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ευθύνης.
Δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε τι θα αποκαλύψουν οι συνεχιζόμενες έρευνες. Η χρονική όμως στιγμή και το περιεχόμενο της επίθεσης επιτρέπουν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: φοβάται το Μέγαρο Μαξίμου μια νέα, μεγαλύτερη σειρά διώξεων και αποκαλύψεων; Και επιχειρεί από τώρα να πείσει την κοινωνία ότι όσα ενδεχομένως ακολουθήσουν δεν αποτελούν απονομή δικαιοσύνης αλλά πολιτική δίωξη;
Η απάντηση ανήκει στα στοιχεία και στους εισαγγελείς. Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να εκφοβίζει, να απαξιώνει ή να απονομιμοποιεί τον ελεγκτή του.
Το «επιτελικό κράτος» ως σύστημα συγκέντρωσης και διάχυσης ευθύνης
Η αντίφαση του λεγόμενου επιτελικού κράτους είναι αποκαλυπτική. Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει επιτυχίες, αυτές αποδίδονται στην προσωπική αποτελεσματικότητα του πρωθυπουργού. Όταν όμως αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, κανείς στο κέντρο της εξουσίας δεν γνώριζε τίποτε.
Για τις παρακολουθήσεις ευθύνονται υπηρεσιακοί παράγοντες. Για τα Τέμπη ο σταθμάρχης και οι χρόνιες παθογένειες. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι διοικήσεις, οι υπάλληλοι και οι πολίτες. Για τις απευθείας αναθέσεις οι έκτακτες ανάγκες. Για κάθε αποτυχία υπάρχει ένας κατώτερος υπεύθυνος· για κάθε επιτυχία ένας πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι επιτελικό κράτος. Είναι συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας με αποκεντρωμένη ευθύνη.
Και αυτή ακριβώς είναι η ποιοτική μεταβολή της διαφθοράς: δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί ότι κάθε πολιτικός έλαβε προσωπικά χρήματα. Αρκεί ένα σύστημα να νέμεται το κράτος, να εξαγοράζει ανοχή, να παρακολουθεί αντιπάλους, να ελέγχει την πληροφορία και να αποτρέπει ή να καθυστερεί τη λογοδοσία. Η διαφθορά γίνεται τότε μέθοδος διακυβέρνησης.
Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Οι επόμενες εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία ή θα μοιράσει περισσότερες παροχές. Το πρώτο πολιτικό πρόταγμα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας: Πλήρης αποκάλυψη όλων των υποθέσεων. Απρόσκοπτη πρόσβαση των ελεγκτικών αρχών στα στοιχεία. Κατάργηση κάθε προσχηματικού απορρήτου. Προστασία μαρτύρων και ερευνητών. Κοινοβουλευτικός έλεγχος χωρίς μεθοδεύσεις. Επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων ποσών. Παραπομπή κάθε υπευθύνου, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Δίκαιη και ταχεία δίκη από πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.
Τα κόμματα που θα προσφέρουν ουσιαστική υπηρεσία στον τόπο δεν είναι απλώς εκείνα που θα απομακρύνουν εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εκείνα που θα δεσμευθούν να ελέγξουν σε βάθος τον μητσοτακισμό ως σύστημα εξουσίας — χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς ασυλίες, χωρίς εκδικητικότητα, αλλά και χωρίς κουκούλωμα.
Υπό αυτή την έννοια, η σκέψη μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αντιδημοκρατική. Θα μπορούσε να αποτελέσει αναγκαία μεταβατική λύση, εφόσον στηριχθεί σε σαφή, περιορισμένη και δημόσια συμφωνία: αποκατάσταση των θεσμών, διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, συγκρότηση πραγματικών εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, παράδοση όλων των στοιχείων στις αρμόδιες αρχές και θεσμικές εγγυήσεις ώστε κανένα κυβερνητικό κέντρο να μην μπορεί ξανά να ελέγχει τον ελεγκτή του.
Μια κυβέρνηση, βέβαια, δεν «δικάζει» ούτε προαποφασίζει ενοχές. Αυτό θα ήταν εξίσου αυταρχικό. Οφείλει όμως να άρει τα εμπόδια, να επιτρέψει την έρευνα, να διασφαλίσει ότι οι νόμιμοι δικαστές θα φθάσουν ανεπηρέαστοι μέχρι το τέλος και ότι η πολιτική εξουσία δεν θα προστατεύσει κανέναν.
Το αίτημα δεν είναι να αντικατασταθεί μία κομματική αυθαιρεσία από μία άλλη. Είναι να επανέλθει η ισχύς του νόμου πάνω από την ισχύ της κυβέρνησης.
Γιατί ένα πολιτικό σύστημα που δεν λογοδοτεί δεν αυτοδιορθώνεται. Αναπαράγεται. Και μια κοινωνία που συγχωρεί τη διαφθορά επειδή «όλοι τα ίδια κάνουν» παραιτείται τελικά από το δικαίωμά της στη δημοκρατία.
Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον εναλλαγή προσώπων. Χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και κάθαρση. Χωρίς αυτά, η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι διαφορετική· η εξουσία όμως θα παραμείνει ίδια.
Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026
Μια χώρα χωρίς αναπτυξιακή πυξίδα
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης χωρίς να μπορεί να πείσει ότι έχει ένα πραγματικό σχέδιο
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Παρότι τυπικά λήγει στις 31 Αυγούστου, επί της ουσίας για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η ώρα του απολογισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο το πόσα έργα απεντάχθηκαν από το πρόγραμμα γιατί δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθούν εντός των χρονοδιαγραμμάτων και της σαφούς ημερομηνίας λήξης. Αφορά και το χνάρι που άφησαν τελικά τα έργα που χρηματοδοτήθηκαν.
Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, σπεύδει να κάνει θετικό απολογισμό. Βεβαίως, ο απολογισμός της αναμειγνύει επενδύσεις με ιατρικές εξετάσεις (που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρονταν ούτως ή άλλως), έργα υποδομών με διαδραστικούς πίνακες στα σχολεία, ενεργειακά έργα με το ψηφιακό φροντιστήριο.
Δεν θέλω να φανώ μίζερος και να υποτιμήσω την αναγκαιότητα του ενός ή του άλλου έργου. Κυρίως θέλω να σταθώ στο εάν αυτά τα χρήματα, 36 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, όντως αξιοποιήθηκαν για να αλλάξει η χώρα. Για να ανοίξει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, με έμφαση σε οικονομικούς κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στη βιωσιμότητα, στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική.
Και εκεί τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα. Σίγουρα, κάποια έργα εντάσσονται σε αυτή την αναπτυξιακή στρατηγική, όπως είναι όλα όσα αφορούν την ενέργεια και ειδικότερα την πράσινη μετάβαση. Κάποια άλλα, όπως είναι οι επενδύσεις στους οδικούς άξονες, ή στο να φτάσουν οι οπτικές ίνες παντού, επίσης εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια των υποδομών που προωθούν την ανάπτυξη. Σίγουρα αρκετές ενισχύσεις μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων πήγαν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Όμως, πέραν αυτών; Και επίσης μια σειρά από μεγάλα project στη ευρύτερη κατηγορία real estate, που επίσης ενισχύθηκαν, σε ποιο βαθμό θα δημιουργήσουν μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική; Εκτός και εάν όντως θέλουμε μια ανάπτυξη Golden Visa…
Γνωρίζω τον αντίλογο: όλα αυτά μετράνε αυτή τη στιγμή ως επένδυση και ως χρήμα που γίνεται εισόδημα που με τη σειρά του θα γεννήσει θέσεις εργασίας. Όμως, στην οικονομία δεν μετρούν όλες οι επενδύσεις το ίδιο. Γιατί κάποιες απλώς αποτυπώνονται ως «άμεση επένδυση» τη μία χρονιά, αλλά δεν οδηγούν σε νέες επενδύσεις την επόμενη.
Δεν αντιλέγω, η χώρα θα έχει μια πολύ πιο «πράσινη» ενεργειακή υποδομή – και ούτως ή άλλως η ενέργεια είναι και εξαγόμενο προϊόν, και ο τουρισμός παραμένει «βαριά βιομηχανία», μαζί εσχάτως με το real estate. Όμως, ούτε ο τουρισμός, ούτε το real estate έχουν την αναπτυξιακή δυναμική που δίνουν οι βιομηχανικοί κλάδοι, ιδίως σε τομείς αιχμής.
Δεν τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η κυβέρνηση; Θα ήταν άδικο να πούμε πως όχι. Όμως, την ίδια ώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη για την οικονομία που δεν μπορεί να κάνει πράξη τέτοιους σχεδιασμούς. Όταν το πολιτικό δυναμικό της κυβερνητικής παράταξης είναι διαπαιδαγωγημένο στην αντίληψη ότι δεν χρειάζεται κράτος και σχεδιασμός και όλα θα τα λύσει η αγορά, τότε πολύ δύσκολα θα μπορεί να δει τέτοιες χρηματοδοτικές δυνατότητες ως ευκαιρίες για ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αντιθέτως, κυρίως θα προσπαθήσει να τονώσει την επιχειρηματικότητα, ελπίζοντας ότι αυτό θα πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικότερης δυναμικής.
Τα πράγματα δεν κάνει καλύτερα μια άλλη διάσταση της πρακτικής αυτής της κυβέρνησης. Και αυτή είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι γενικά προσανατολισμένη στο να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σε τελική ανάλυση εφόσον έχουμε οικονομία της αγοράς, κάθε κυβέρνηση πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς τις στηρίζει, στο εάν έχει ένα σχέδιο, στο εάν βάζει προτεραιότητες, ή εάν, αντίθετα, αυτό που κάνει είναι πρωτίστως να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και μάλιστα συγκεκριμένες. Γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι προφανώς οι επιχειρήσεις που ενισχύονται να είναι χαρούμενες, να έχουν πολύ καλύτερους ισολογισμούς, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα να παραμένει ασαφές.
Σε αυτό συμβάλλει, όπως έχω ξαναγράψει, ο τρόπος που αυτή η διακυβέρνηση έχει συνειδητά υπονομεύσει το κράτος. Γιατί μπορεί να διακήρυξε ότι φτιάχνει «επιτελικό κράτος» όμως στην πράξη πρωτίστως έκανε έναν μηχανισμό εξυπηρέτησης και όχι σχεδιασμού. Με την έννοια της «εξυπηρέτησης» πολύ συχνά να περιλαμβάνει και κοντόθωρες πρακτικές προνομιακής μεταχείρισης επιχειρήσεων που αργότερα «ανταποδίδουν» με τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.
Όμως, όλα αυτά, ακόμη και όταν δεν καταλήγουν σε πρακτικές διασπάθισης, έχουν ως αποτέλεσμα να μην παράγουν την αναπτυξιακή δυναμική που θα μπορούσαν. Και αυτή δεν θα κριθεί φέτος, που ακόμη ρέει χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και υλοποιούνται έργα, αλλά του χρόνου και αργότερα, οπότε θα φανεί εάν αυτά τα χρήματα έπιασαν τόπο ή απλώς μοιράστηκαν.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς παρακολουθούσα τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον σχεδόν επίσημα χρισμένο «διάδοχο» Κυριάκο Πιερρρακάκη και τον αρμόδιο υπουργό Νίκο Παπαθανάση να παρουσιάζουν το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) για την περίοδο 2026-2030. Το πρόγραμμα αυτό, που πατάει πάνω σε 23 δισεκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σημαντικό εργαλείο, ιδίως εάν συνδυαστεί αποτελεσματικά και με τους πόρους από το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, το επόμενο ΕΣΠΑ (γιατί προς το παρόν τρέχει το προηγούμενο 2021-2027).
Όμως, εάν άκουγε κανείς την παρουσίαση θα παρατηρούσε το εξής. Από τη μια υπήρχαν όλες οι αναμενόμενες μεγαλοστομίες για το πώς τα 23 δισεκατομμύρια θα οδηγήσουν στην περιφερειακή ανάπτυξη, θα συμβάλουν στην πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, θα ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και θα φέρουν ακόμη περισσότερες επενδύσεις και έργα, που θα φτάσουν «και στους 1008 ταχυδρομικούς κωδικούς που έχει η χώρα μας» όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πρωθυπουργός.
Από την άλλη, τίποτε πιο συγκεκριμένο. Καμία παρουσίαση συγκεκριμένων αξόνων. Καμιά αναφορά σε συγκεκριμένα έργα, σαφή χρονοδιαγράμματα ή δεσμευτικούς στόχους ανά περιφέρεια, πέραν μιας γενικής κατανομής ανά «αναπτυξιακούς στόχους» και περιφέρεια, που δεν διαφέρουν πολύ από άλλα προηγούμενα. Και βέβαια καμία πειστική παρουσίαση για το πώς αυτά τα χρήματα θα αξιοποιηθούν πολύ πιο αποτελεσματικά στη βάση συγκεκριμένων αλλαγών στο πώς το κράτος διαχειρίζεται, σχεδιάζει και αξιοποιεί τελικά τέτοιους πόρους. Ουσιαστικά, όλα παραπέμπονται στις εξαγγελίες στη ΔΕΘ και προφανώς στην επίσημη κήρυξη της προεκλογικής εκστρατείας. Μόνο που αυτή η έμμεση παραδοχή μιας πολιτικής και σε τελική ανάλυση κομματικής εργαλειοποίησης τέτοιων πολιτικών, απλώς συμπυκνώνει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή τη στιγμή: και αυτό δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πόροι, ή ότι κυριαρχούν οι οριζόντιες περικοπές, όπως στην περίοδο των μνημονίων, αλλά ότι οι πόροι αυτοί δεν αξιοποιούνται στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά τελικά πρωτίστως ως «ζεστό χρήμα» για την αγορά. Μόνο που το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας δεν μπορεί να είναι η μετάβαση από τη μία «χρηματοδοτική ένεση» στην άλλη. Τουλάχιστον, εάν θέλουμε αυτό το αναπτυξιακό μέλλον να μας βγάλει από το περιθώριο της Ευρώπης στο οποίο διαρκώς σπρωχνόμαστε.
Παρότι τυπικά λήγει στις 31 Αυγούστου, επί της ουσίας για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η ώρα του απολογισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο το πόσα έργα απεντάχθηκαν από το πρόγραμμα γιατί δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθούν εντός των χρονοδιαγραμμάτων και της σαφούς ημερομηνίας λήξης. Αφορά και το χνάρι που άφησαν τελικά τα έργα που χρηματοδοτήθηκαν.
Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, σπεύδει να κάνει θετικό απολογισμό. Βεβαίως, ο απολογισμός της αναμειγνύει επενδύσεις με ιατρικές εξετάσεις (που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρονταν ούτως ή άλλως), έργα υποδομών με διαδραστικούς πίνακες στα σχολεία, ενεργειακά έργα με το ψηφιακό φροντιστήριο.
Δεν θέλω να φανώ μίζερος και να υποτιμήσω την αναγκαιότητα του ενός ή του άλλου έργου. Κυρίως θέλω να σταθώ στο εάν αυτά τα χρήματα, 36 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, όντως αξιοποιήθηκαν για να αλλάξει η χώρα. Για να ανοίξει μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, με έμφαση σε οικονομικούς κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στη βιωσιμότητα, στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική.
Και εκεί τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα. Σίγουρα, κάποια έργα εντάσσονται σε αυτή την αναπτυξιακή στρατηγική, όπως είναι όλα όσα αφορούν την ενέργεια και ειδικότερα την πράσινη μετάβαση. Κάποια άλλα, όπως είναι οι επενδύσεις στους οδικούς άξονες, ή στο να φτάσουν οι οπτικές ίνες παντού, επίσης εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια των υποδομών που προωθούν την ανάπτυξη. Σίγουρα αρκετές ενισχύσεις μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων πήγαν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Όμως, πέραν αυτών; Και επίσης μια σειρά από μεγάλα project στη ευρύτερη κατηγορία real estate, που επίσης ενισχύθηκαν, σε ποιο βαθμό θα δημιουργήσουν μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική; Εκτός και εάν όντως θέλουμε μια ανάπτυξη Golden Visa…
Γνωρίζω τον αντίλογο: όλα αυτά μετράνε αυτή τη στιγμή ως επένδυση και ως χρήμα που γίνεται εισόδημα που με τη σειρά του θα γεννήσει θέσεις εργασίας. Όμως, στην οικονομία δεν μετρούν όλες οι επενδύσεις το ίδιο. Γιατί κάποιες απλώς αποτυπώνονται ως «άμεση επένδυση» τη μία χρονιά, αλλά δεν οδηγούν σε νέες επενδύσεις την επόμενη.
Δεν αντιλέγω, η χώρα θα έχει μια πολύ πιο «πράσινη» ενεργειακή υποδομή – και ούτως ή άλλως η ενέργεια είναι και εξαγόμενο προϊόν, και ο τουρισμός παραμένει «βαριά βιομηχανία», μαζί εσχάτως με το real estate. Όμως, ούτε ο τουρισμός, ούτε το real estate έχουν την αναπτυξιακή δυναμική που δίνουν οι βιομηχανικοί κλάδοι, ιδίως σε τομείς αιχμής.
Δεν τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά η κυβέρνηση; Θα ήταν άδικο να πούμε πως όχι. Όμως, την ίδια ώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη για την οικονομία που δεν μπορεί να κάνει πράξη τέτοιους σχεδιασμούς. Όταν το πολιτικό δυναμικό της κυβερνητικής παράταξης είναι διαπαιδαγωγημένο στην αντίληψη ότι δεν χρειάζεται κράτος και σχεδιασμός και όλα θα τα λύσει η αγορά, τότε πολύ δύσκολα θα μπορεί να δει τέτοιες χρηματοδοτικές δυνατότητες ως ευκαιρίες για ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Αντιθέτως, κυρίως θα προσπαθήσει να τονώσει την επιχειρηματικότητα, ελπίζοντας ότι αυτό θα πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικότερης δυναμικής.
Τα πράγματα δεν κάνει καλύτερα μια άλλη διάσταση της πρακτικής αυτής της κυβέρνησης. Και αυτή είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι γενικά προσανατολισμένη στο να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σε τελική ανάλυση εφόσον έχουμε οικονομία της αγοράς, κάθε κυβέρνηση πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς τις στηρίζει, στο εάν έχει ένα σχέδιο, στο εάν βάζει προτεραιότητες, ή εάν, αντίθετα, αυτό που κάνει είναι πρωτίστως να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και μάλιστα συγκεκριμένες. Γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι προφανώς οι επιχειρήσεις που ενισχύονται να είναι χαρούμενες, να έχουν πολύ καλύτερους ισολογισμούς, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα να παραμένει ασαφές.
Σε αυτό συμβάλλει, όπως έχω ξαναγράψει, ο τρόπος που αυτή η διακυβέρνηση έχει συνειδητά υπονομεύσει το κράτος. Γιατί μπορεί να διακήρυξε ότι φτιάχνει «επιτελικό κράτος» όμως στην πράξη πρωτίστως έκανε έναν μηχανισμό εξυπηρέτησης και όχι σχεδιασμού. Με την έννοια της «εξυπηρέτησης» πολύ συχνά να περιλαμβάνει και κοντόθωρες πρακτικές προνομιακής μεταχείρισης επιχειρήσεων που αργότερα «ανταποδίδουν» με τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.
Όμως, όλα αυτά, ακόμη και όταν δεν καταλήγουν σε πρακτικές διασπάθισης, έχουν ως αποτέλεσμα να μην παράγουν την αναπτυξιακή δυναμική που θα μπορούσαν. Και αυτή δεν θα κριθεί φέτος, που ακόμη ρέει χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και υλοποιούνται έργα, αλλά του χρόνου και αργότερα, οπότε θα φανεί εάν αυτά τα χρήματα έπιασαν τόπο ή απλώς μοιράστηκαν.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς παρακολουθούσα τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον σχεδόν επίσημα χρισμένο «διάδοχο» Κυριάκο Πιερρρακάκη και τον αρμόδιο υπουργό Νίκο Παπαθανάση να παρουσιάζουν το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) για την περίοδο 2026-2030. Το πρόγραμμα αυτό, που πατάει πάνω σε 23 δισεκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σημαντικό εργαλείο, ιδίως εάν συνδυαστεί αποτελεσματικά και με τους πόρους από το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, το επόμενο ΕΣΠΑ (γιατί προς το παρόν τρέχει το προηγούμενο 2021-2027).
Όμως, εάν άκουγε κανείς την παρουσίαση θα παρατηρούσε το εξής. Από τη μια υπήρχαν όλες οι αναμενόμενες μεγαλοστομίες για το πώς τα 23 δισεκατομμύρια θα οδηγήσουν στην περιφερειακή ανάπτυξη, θα συμβάλουν στην πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, θα ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και θα φέρουν ακόμη περισσότερες επενδύσεις και έργα, που θα φτάσουν «και στους 1008 ταχυδρομικούς κωδικούς που έχει η χώρα μας» όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πρωθυπουργός.
Από την άλλη, τίποτε πιο συγκεκριμένο. Καμία παρουσίαση συγκεκριμένων αξόνων. Καμιά αναφορά σε συγκεκριμένα έργα, σαφή χρονοδιαγράμματα ή δεσμευτικούς στόχους ανά περιφέρεια, πέραν μιας γενικής κατανομής ανά «αναπτυξιακούς στόχους» και περιφέρεια, που δεν διαφέρουν πολύ από άλλα προηγούμενα. Και βέβαια καμία πειστική παρουσίαση για το πώς αυτά τα χρήματα θα αξιοποιηθούν πολύ πιο αποτελεσματικά στη βάση συγκεκριμένων αλλαγών στο πώς το κράτος διαχειρίζεται, σχεδιάζει και αξιοποιεί τελικά τέτοιους πόρους. Ουσιαστικά, όλα παραπέμπονται στις εξαγγελίες στη ΔΕΘ και προφανώς στην επίσημη κήρυξη της προεκλογικής εκστρατείας. Μόνο που αυτή η έμμεση παραδοχή μιας πολιτικής και σε τελική ανάλυση κομματικής εργαλειοποίησης τέτοιων πολιτικών, απλώς συμπυκνώνει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή τη στιγμή: και αυτό δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πόροι, ή ότι κυριαρχούν οι οριζόντιες περικοπές, όπως στην περίοδο των μνημονίων, αλλά ότι οι πόροι αυτοί δεν αξιοποιούνται στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά τελικά πρωτίστως ως «ζεστό χρήμα» για την αγορά. Μόνο που το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας δεν μπορεί να είναι η μετάβαση από τη μία «χρηματοδοτική ένεση» στην άλλη. Τουλάχιστον, εάν θέλουμε αυτό το αναπτυξιακό μέλλον να μας βγάλει από το περιθώριο της Ευρώπης στο οποίο διαρκώς σπρωχνόμαστε.
Για τον νόμο «Ελέγχου των Συνομιλιών» που κατάφερε να περάσει η ευρωγραφειοκρατία στις 9 Ιουλίου
του Κωστή Μηλολιδάκη
Με μια διαδικασία απολύτως διαβλητή και απίθανης αντιδημοκρατικότητας, η ευρωγραφειοκρατία πέτυχε να περάσει νόμο στο Ευρωκοινοβούλιο, παρά την σαφή έλλειψη πλειοψηφίας, ο οποίος επιβάλλει τον πλήρη έλεγχο των σχολίων, συνομιλιών, e-mails και αναρτήσεων των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις πλατφόρμες παροχής ηλεκτρονικών υπηρεσιών μέσω της αυτόματης σάρωσής τους (σκανάρισμα)—πλην όμως όχι και των από άκρου σε άκρο κωδικοποιημένων μηνυμάτων). Στα ΜΜΕ ο νόμος αυτός έχει κωδικοποιηθεί ως “Έλεγχος των Συνομιλιών 1.0” (αγγλιστί “Chat Control1.0”).
Ο CEO του Telegram Πάβελ Ντούροφ σχολίασε την διαδικασία με την οποία κατατέθηκε και ψηφίστηκε ο νόμος ως εξής: «Τέτοια τεχνάσματα, που κάποτε ήταν χαρακτηριστικά των Μπανανιών, χρησιμοποιούνται πλέον από την ΕΕ για να περάσει νόμους περί επιτήρησης».
Σχολιάζοντας την εξέλιξη αυτή, ο Rand Hammoud από το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τη Δημοκρατία και την Τεχνολογία δήλωσε στο Euractiv: «Όταν η μεγαλύτερη ομάδα χρησιμοποιεί την πολιτική της επιρροή για να επιβάλει νέα ψηφοφορία σχετικά με ένα μέτρο μαζικής σάρωσης που έχει ήδη απορριφθεί, αυτό θα πρέπει να ανησυχεί όποιον ενδιαφέρεται για τη θεσμική ακεραιότητα».
«Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δέχεται πισώπλατο χτύπημα από την ίδια του την πρόεδρο», παρατήρησε ο Σιμόν ντε Μπράουερ από το δίκτυο της κοινωνίας των πολιτών Edri, όπως ανέφερε το μέσο ενημέρωσης. Προειδοποίησε ότι ο νόμος «Chat Control» επιτρέπει στις εταιρείες τεχνολογίας να «κατασκοπεύουν εκατομμύρια συνομιλίες χωρίς ένταλμα, με ελάχιστη έως καθόλου εποπτεία και χωρίς νομική βάση».
Τώρα που καταλάβαμε τι προβλέπει ο νόμος που πέρασε, ας δούμε και την διαδικασία που χρησιμοποίησαν, η οποία είναι κατά τη γνώμη μου ακόμη πιο εντυπωσιακή και έκανε τον Ντούροφ να αποκαλεί την ΕΕ “Μπανανία”.
Εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, αλλά θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω για να γίνει κατανοητό το κόλπο γκρόσο με το οποίο πέρασαν τον νόμο, παρά την έλλειψη πλειοψηφίας, στο Ευρωκοινοβούλιο και παρόλο που αυτός είχε ήδη απορριφθεί στο παρελθόν.
Η «Οδηγία της ΕΕ για την Ηλεκτρονική Ιδιωτική Ζωή» απαγορεύει αυστηρά στις εταιρείες τεχνολογίας να διαβάζουν ή να σαρώνουν τα προσωπικά μηνύματα των χρηστών. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2021, η ΕΕ ψήφισε μια ‘προσωρινή εξαίρεση’ (Κανονισμός 2021/1232). Η εξαίρεση αυτή επέτρεψε στους τεχνολογικούς γίγαντες (όπως η Google, η Meta και η Microsoft) να παρακάμψουν τους νόμους περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και να σαρώνουν, με δική τους πρωτοβουλία και επιλογή, μη κρυπτογραφημένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιδιωτικά άμεσα μηνύματα και αποθηκευμένο υλικό στο cloud, με σκοπό τον εντοπισμό υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (CSAM). Εννοείται ότι το θέμα είναι η παρακολούθηση των μηνυμάτων του κάθε πολίτη και τα περί ‘σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων’ αποτελούν το φύλο συκής πίσω από το οποίο κρύβεται ο Οργουελικός ‘Μεγάλος Αδελφός’.
Ο προσωρινός αυτός νόμος παρατάθηκε μία φορά, αλλά έφτασε στην τελική, αμετάκλητη προθεσμία του και έληξε επίσημα στις 3 Απριλίου 2026. Για ένα διάστημα τριών μηνών, η μαζική σάρωση στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος κατέστη παράνομη στην ΕΕ, γεγονός που προκάλεσε τρομερή ανησυχία στην ευρωγραφειοκρατία.
Ο τρόπος που διαχειρίστηκε το ζήτημα η Κομισιόν της κας Ούρσουλας ήταν να στείλει στο Ευρωκοινοβούλιο ένα σχέδιο νόμου που παράτεινετο καθεστώς ελέγχου των συνομιλιών. Το σχέδιο απορρίφθηκε στις 26 Μαρτίου του 2026 με ψήφους 311 έναντι 228.
Για να περάσει ένας νόμος στην ΕΕ απαιτείται η σύμφωνη γνώμη δύο σωμάτων: του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου των Υπουργών, δηλαδή το σύστημα είναι bicameral (όπως στις ΗΠΑ με την Βουλή και την Γερουσία). Σύμφωνα με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, όποιο σώμα ψηφίσει δεύτερο απαιτείται, για να μπλοκάρει ή να τροποποιήσει έναν νόμο που ήδη έχει εγκριθεί από το σώμα που ψήφισε πρώτο, αυξημένη πλειοψηφία. Αυτή η αυξημένη πλειοψηφία για το Ευρωκοινοβούλιο είναι 361 ψήφοι (δηλαδή το μισό συν ένας των 720 μελών του), με άλλα λόγια απόλυτη πλειοψηφία. Οι απόντες μετράνε αρνητικά στην λήψη της απόφασης, δηλαδή εις βάρος της πλειοψηφίας. Αντίστοιχος κανόνας ισχύει και για το Συμβούλιο, αν αυτό ψηφίσει δεύτερο, αλλά δεν θα μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Άρα, ποια ήταν η στρατηγική της ευρωγραφειοκρατίας στο συγκεκριμένο ζήτημα που θεωρούσε “εκ των ουκ άνευ”; Κράτησε όλες τις διατάξεις του απορριφθέντος από το Ευρωκοινοβούλιο νόμου περί “Ελέγχου των Συνομιλιών”, άλλαξε το εισαγωγικό σημείωμα, και τον απέστειλε ως ΝΕΟ σχέδιο νόμου, αλλά αυτή τη φορά στο «Συμβούλιο των Υπουργών», το οποίο τον ψήφισε με ευχαρίστηση. Επομένως, αυτή τη φορά δεύτερο στη διαδικασία ήταν του Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο είχε ήδη απορρίψει τον νόμο και τώρα καλούνταν να τον ξανα-απορρίψει, αλλά αυτή τη φορά με απόλυτη πλειοψηφία.
Συνήθως η διαδικασία ψήφισης σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι πολύμηνη καθώς το σχέδιο νόμου περνά από διάφορες επιτροπές γνωμοδότησης κ.ο.κ., αλλά η πρόεδρος τους Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα από την ‘κεντροδεξιά’ ομάδα του λεγόμενου “Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος” χρησιμοποίησε τις εξουσίες της για να το φέρει άμεσα σε ψηφοφορία με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Και μάλιστα επέλεξαν την Πέμπτη 9 Ιουλίου για να πετύχουν τη μέγιστη δυνατή απουσία ευρωβουλευτών από το Στρασβούργο. Πράγματι, το στρατήγημα πέτυχε καθώς 112 βολευτές από τους 720 είχαν ήδη φύγει για διακοπές. Στην ψηφοφορία, το Ν/Σ καταψηφίστηκε από 314 βουλευτές και υπερψηφίστηκε από 276, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το Ν/Σ να καταστεί νόμος καθώς πλέον για την καταψήφισή του απαιτούνταν 361 αρνητικές ψήφοι, σύμφωνα με τον κανονισμό της λεγόμενης “Δεύτερης Ανάγνωσης“.
Επομένως η τάξη αποκαταστάθηκε και η παρακολούθηση των επικοινωνιών των πολιτών θα συνεχιστεί απρόσκοπτα. Τρέμετε παιδεραστές!
Αλλά η νίκη της ευρωγραφειοκρατίας είναι Πύρρειος καθώς αποκαλύφθηκε πλήρως το απεχθές πρόσωπο των παρακολουθήσεων του συνόλου των πολιτών ενώ τα διαδικαστικά τερτίπια που χρησιμοποιήθηκαν κάνουν απολύτως σαφή τον τεράστιο φόβο που τρέφουν οι Ούρσουλες και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέναντι στην ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών που θα μπορούσε να δημιουργήσει ‘ανατρεπτικές’ συνθήκες και άρα είναι εκ των ουκ άνευ η παρακολούθηση και ο έλεγχος των συνομιλιών.
►Ο δρόμος προς τη δουλεία περνάει από το Chat Control
Της Μαρίας Δεναξά
Επιπλέον, στις 9 Ιουλίου οι πολέμιοι του Ν/Σ πέτυχαν να περάσουν δύο “προστατευτικές” διατάξεις με απόλυτη πλειοψηφία (369 και 362 ψήφους). Αυτές οι τροποποιήσεις αποκλείουν ρητά την πιθανότητα να υποβληθούν ποτέ σε σάρωση οι υπηρεσίες με κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο (όπως το Signal ή το WhatsApp), γεγονός που έθεσε άμεσα στο προσκήνιο την ανάγκη ενός νέου νόμου (του “Chat Control 2.0“, δηλαδή του “Ελέγχου των Συνομιλιών 2.0“, όπως αποκλήθηκε) για να ακυρωθούν οι προστατευτικές αυτές διατάξεις.
Οι μηχανορραφίες της ευρωγραφειοκρατίας προφανώς θα συνεχιστούν, αλλά ας πούμε πώς έχει τώρα το πράγμα από διαδικαστική άποψη. Το Συμβούλιο έχει πλέον ένα χρονικό περιθώριο τριών μηνών (μέχρι περίπου τις 9 Οκτωβρίου 2026) για να αντιδράσει. Υπάρχουν δύο σενάρια.
Σενάριο Α: Το Συμβούλιο αποδέχεται τα μέτρα προστασίας της κρυπτογράφησης που ψήφισε το Ευρωκοινοβούλιο και ο νόμος πλέον ισχύει. Σενάριο Β: Το Συμβούλιο απορρίπτει τις τροπολογίες. Εάν αρνηθεί να υποχωρήσει, το νομοσχέδιο παραπέμπεται σε μια τελική «Επιτροπή Συμφιλίωσης». Εάν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός εκεί, ολόκληρο το νομοσχέδιο για την αναβίωση του «Chat Control 1.0» απορρίπτεται οριστικά.
Είναι προφανές ότι η εκδοχή της οριστικής απόρριψης του “Ελέγχου των Συνομιλιών 1.0” δεν θα περπατήσει με δεδομένη την λύσσα της ευρωγραφειοκρατίας να ελέγξει την ελευθερία λόγου και να παρακολουθεί τις απόψεις που διαμορφώνονται από την κυκλοφορία των ιδεών. Αλλά οι αντιστάσεις που διαμορφώνονται πρέπει να αξιοποιηθούν για να καταπολεμηθεί, όσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί, το κυριολεκτικά φασιστικό καθεστώς του “Μεγάλου Αδελφού” που επιδιώκει να επιβάλει στους λαούς της ΕΕ η ευρωγραφειοκρατία.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------Κωστής Μηλολιδάκης, Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μαθηματικών του ΕΚΠΑ.
Πηγή:www.antapocrisis.gr
Άγχος Μητσοτάκη: Η “μία Κυριακή” και το 70% που τον απειλεί…
Σε περιπτώσεις που το εκλογικό σώμα θέλει να τιμωρήσει αυτούς που κυβερνούν, μπορεί να επιβάλει τον αντίπαλο που ο Μητσοτάκης και η ΝΔ νομίζουν ότι δεν υπάρχει.
Κατακαλόκαιρο. Τα «μπάνια του λαού» είναι σε εξέλιξη, αλλά ο πρωθυπουργός εκλογολογεί.
Ναι μεν «οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027», αλλά μάζεψε τους βουλευτές του μέσα στον καύσωνα, για να τους πει να είναι «στην τσίτα». Περίεργο. Να έχουν οκτώ ή δέκα μήνες μπροστά τους και να τους λέει «σαν να είναι αύριο»;
Αυτό φανερώνει άγχος. Το ίδιο και το άλλο που τους είπε, ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια των δύο εκλογικών Κυριακών: «Η Κυριακή είναι μία και μοναδική». Άλλα έλεγε στο πρόσφατο παρελθόν: Και μία και δύο και τρεις εκλογές, αν χρειαστεί…
Τι άλλαξε; Ένας αριθμός, που προβάλλει απειλητικός για εκείνον και η διαφαινόμενη πιθανότητα αυτήν τη φορά να μην παίξει μπάλα μόνος του, να έχει υπολογίσιμο αντίπαλο.
Πρώτον, ο νυν πρωθυπουργός φοβάται αυτό που λένε οι δημοσκοπούμενοι ψηφοφόροι εδώ και καιρό. Ότι, δηλαδή, θέλουν πολιτική αλλαγή και όχι τη «σταθερότητα» που προβάλλει η κυβερνητική προπαγάνδα. Με άλλη διατύπωση, η μεγάλη πλειονότητα όσων ερωτώνται θέλει «άλλη κυβέρνηση» και όχι συνέχεια της σημερινής.
Τα ποσοστά υπέρ της αλλαγής της κυβέρνησης κυμαίνονται από 60% (METRON Analysis) και φτάνουν στο 68% (GPO) και στο 69,5% (MRB).
Δεύτερον, αυτό το εύρημα από μόνο του δεν αρκεί, αν δεν μετουσιωθεί σε πράξη. Αν, δηλαδή, το εκλογικό σώμα δεν βρίσκει το κόμμα ή το πρόσωπο, στον οποίο θα δώσει την ψήφο του, ώστε να κάνει πράξη και την απόφασή του «αλλάζω την κυβέρνηση».
Μετά τις δεύτερες εκλογές του 2023, που έφεραν την «απόλυτη κυριαρχία» της ΝΔ και του Μητσοτάκη, οι ίδιοι πίστεψαν ότι εκείνοι θα ρυθμίζουν όπως θέλουν το παιχνίδι ελλείψει υπολογίσιμου αντιπάλου: ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοδιαλυόταν μετά την αποχώρηση Τσίπρα (Κασσελάκης, διασπάσεις κ.α) και το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε. Ο Μητσοτάκης και οι δικοί του κοιμούνταν ήσυχοι, πιστεύοντας ότι, με τέτοιους αντιπάλους, έχουν την τρίτη θητεία στο τσεπάκι τους.
Μόνο που υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο, που είναι το εκλογικό σώμα. Το οποίο τάραξε το μακάριο ύπνο τους στις ευρωεκλογές του 2024, κάνοντας σκόνη και θρύψαλα τις βεβαιότητες: οι «προβλέψεις» για το ασφαλές 33%, που τους έδιναν όλες οι δημοσκοπήσεις, πήγαν στον κουβά: πέντε μονάδες κάτω και 28%.
Τότε θεώρησαν αυτό το αποτέλεσμα «συγκυριακό» και ήταν βέβαιοι ότι, με την πάροδο του χρόνου, η δυσαρέσκεια θα απορροφούνταν και όσοι λάκισαν θα επανέρχονταν στη στρούγκα. Ματαίως. Αυτό το εκλογικό σώμα δεν δείχνει τέτοια σημάδια κι έτσι ο κίνδυνος να έχουμε ένα είδος επανάληψης των εκλογών 2012 (στις πρώτες κανένα κόμμα δεν έπιασε το 20% και στις δεύτερες κανένα το 30%) δεν είναι αμελητέος.
Ο κ. Μητσοτάκης και οι δικοί του το ξέρουν και το φοβούνται. Γι’ αυτό και ξορκίζουν το φάντασμα των δύο ή και περισσότερων (εκλογικών) Κυριακών.
Απομένει κάτι ακόμα που δεν μπορούν να υπολογίσουν: μήπως αυτή τη φορά ή έντονη επιθυμία του 70% για αλλαγή κυβέρνησης «φτιάξει» τον επικίνδυνο αντίπαλο, που μέχρι τώρα η ΝΔ και ο Μητσοτάκης δεν υπολογίζουν.
Τέτοιος μπορεί να είναι πλέον μόνον ο επανακάμψας Αλέξης Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ του. Δεν περίμεναν να στρογγυλοκαθίσει, με το που εμφανίστηκε, στη δεύτερη θέση. Δεν «ξεφούσκωσε», όπως περίμεναν, έχει ανοδική τάση. Δεν φαίνεται να πείθει ακόμη το κρίσιμο ποσοστό που θα τον «σπρώξει» σε «επικίνδυνη» για τη ΝΔ απόσταση. Αυτό θα φανεί από το φθινόπωρο.
Όμως, ο Τσίπρας έχει ένα πλεονέκτημα, που μπορεί να αποβεί καθοριστικό. Είναι το ερώτημα: «Έχουμε κάποιον άλλο;».
Σε περιπτώσεις που το εκλογικό σώμα θέλει να τιμωρήσει και να αποκαθηλώσει αυτούς που κυβερνούν (ακριβώς αυτό που λέει ότι θέλει σήμερα το 70%), μπορεί να επιβάλει αυτόν τον αντίπαλο, που ο Μητσοτάκης και η ΝΔ νομίζουν ότι δεν υπάρχει.
Είναι αυτό που λέει η αυτή ανώνυμη ρήση: «Η ήττα ξεκινάει από τη στιγμή που αρχίζεις να αμφιβάλλεις»…
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Κώστας Καρυωτάκης «Κάθαρσις»
Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ έγραψε πολύ λίγα πεζά· ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση. Τα περισσότερα από τα πεζά του, που πιθανώς γράφτηκαν τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του, δημοσιεύτηκαν ύστερα από το θάνατό του. Το Κάθαρσι, αν με τη φράση «Το ψωμί της εξορίας με τρέφει» εννοεί τη ζωή του στην επαρχία, προφανώς αναφέρεται στην Πρέβεζα. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα εξής: α) Κατά το 1927-28 είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση (ήταν γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών), που δείχνει κάποια ευρύτερα ενδιαφέροντα κι αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά της ζωής του. β) Στις 14 Φεβρουαρίου 1928 μετατίθεται στην Πάτρα και στις 18 Ιουνίου 1928 στην Πρέβεζα, όπου πολύ σύντομα αυτοκτονεί.
Το πεζό, έστω κι αν δεχτούμε ότι γράφτηκε στην Πρέβεζα, αναφέρεται σε εμπειρία του ποιητή από τη ζωή του στην Αθήνα. Διαρθρώνεται σε δύο βασικά θεματικές ενότητες: 1. Βέβαια... φθάσω. 2. Κανάγιες... η νύχτα... Στην πρώτη ο αφηγητής, με εμφανή την ειρωνική διάθεση, υποκρίνεται τον υποτακτικό των τεσσάρων αντιπροσωπευτικών τύπων, των κυρίων Άλφα, Βήτα, Γάμμα και Δέλτα. Στη δεύτερη, ξεσπάει απότομα με οργή. Τα φαντάσματά του όμως τον κυνηγούν κι εκεί. Το κείμενο διακρίνεται για τον εξομολογητικό του χαρακτήρα και το πάθος, στοιχεία που προσιδιάζουν στην ποίηση.
Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ* —παφ, παφ, παφ, παφ—, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα ‘χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...».
Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’ αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...».
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!*
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...
σεβιότ: μάλλινο σκοτσέζικο ύφασμα.
κανάγιας: πρόστυχος άνθρωπος, κάθαρμα.
ΣΣ: Ο Καρυωτάκης, υπάλληλος του Υπουργείου Πρόνοιας, βρέθηκε στην Πρέβεζα λαμβάνοντας μια ακόμη δυσμενή μετάθεση λόγω των συγκρούσεών του με τον τότε Υπουργό Πρόνοιας, Μιχαήλ Κύρκο, υπεύθυνο για τη διαχείριση των χρημάτων που προορίζονταν για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο ποιητής, ευσυνείδητος υπάλληλος, αλλά και ενεργός συνδικαλιστής, γνώριζε τις παρατυπίες και τη σκανδαλώδη δράση των στελεχών του υπουργείου, και δε δίσταζε να υποβάλει σχετικές αναφορές διαμαρτυρόμενος για όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Η στάση του αυτή και η άρνησή του να αποδεχτεί τις παρανομίες των άλλων υπαλλήλων και στελεχών, τον κατέστησαν ανεπιθύμητο στα μάτια του Υπουργού, ο οποίος όχι μόνο δεν του απέδωσε τις προαγωγές που αντιστοιχούσαν στα προσόντα του, αλλά και τον μετέθετε διαρκώς, με σκοπό να εκμηδενίσει τη διάθεση του ποιητή για περαιτέρω αντίδραση απέναντι στις σκανδαλώδεις ενέργειες του ίδιου του υπουργού, αλλά και των συνεργατών του.
Ο Καρυωτάκης, όπως αυτό καταγράφεται στο ποίημά του «Κάθαρσις», γνώριζε πολύ καλά τι θα έπρεπε να κάνει και πώς θα έπρεπε να φερθεί προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη των στελεχών του υπουργείου, ώστε να καταφέρει να μπει κι ο ίδιος στις κλειστές ομάδες, που καταχρόνταν μεγάλα οικονομικά ποσά. Η πορεία που περιγράφει ο ποιητής αποδίδει την ηθική κατάπτωση και τη διαφθορά που επικρατούσε και επικρατεί σε υπουργεία και τμήματα του κρατικού μηχανισμού.
Πηγή: latistor.blogspot.com
Μια φωτογραφία τα λέει όλα: Μας έφαγαν τα σπίτια!
Δώστε τα σπίτια μας πίσω!
Αυτά που τους άρπαξαν οι μαυραγορίτες στην κατοχή εκμεταλλευόμενοι την πείνα και συνεργαζόμενοι με τον κατακτητή.
Δώστε τα σπίτια μας πίσω!
Φωνάζουν οι Έλληνες τώρα!
Που τους πήραν τις περιουσίες τους οι Τράπεζες εκμεταλλευόμενες την φοβερή, προγραμματισμένη και όχι τυχαία οικονομική κρίση.
Αλήθεια ποιος δικαστής θα τις ελέγξει για τα δάνεια που έδωσαν στους δανειολήπτες με την δραχμή και που πληρώθηκαν με ευρώ; Με εκτόξευση του ποσού 350 φορές πάνω. Όταν ένα δάνειο για παράδειγμα 100.000 δρχ και με μεσαίο μισθό του δανειολήπτη τότε 10.000 δρχ και με μηνιαία δόση τότε του δανείου 1500 δρχ, όσο δύσκολο ήταν να είναι συνεπής με την πληρωμή της δόσης του; Καθόλου δύσκολο δεν ήταν. Ήταν άνετο. 10.000 δρχ μηνιαίος μισθός δανειολήπτη 1500 δρχ η δόση δανείου. Λογικότατο.
Όταν όμως η Τράπεζα το δάνειο των 100.000 δρχ. δεν το διαίρεσε διά του 350 για να το μετατρέψει σε ευρώ αλλά άλλαξε απλά την ονομασία και τις 100.000 δρχ αυτομάτως τις ονόμασε 100.000 ευρώ τότε και η δόση των 1500 δρχ μετατρέπεται σε 1500 ευρώ. Εκτόξευση πυραυλική!
Έλα σου, όμως, που οι μισθοί, τα έσοδα γενικά προσαρμόσθηκαν με το ευρώ και οι 10.000 δρχ μισθός δεν έγινε απλά όπως στα δάνεια 10.000 ευρώ. αλλά στην καλλίτερη των περιπτώσεων έγινε 1500 ευρώ. Τότε, πως θα συνέχιζε να είναι συνεπής με το δάνειο του; Όταν ο μισθός του ήταν ίδιος ή και λιγότερος με την διαμορφωμένη δόση του;
Αυτό δεν είναι κλοπή; Δεν είναι λεηλασία; Δεν είναι σωτηρία των Τραπεζών και μόνο; Δεν είναι προγραμματισμένος τρόπος υφαρπαγής των περιουσιών του λαού;
Που το εφάρμοσαν οι Τράπεζες αυτό; Στους γνώστες; Στους κεφαλαιούχους;
ΌΧΙ!
Στους μη γνώστες;
ΝΑΙ! Στον ΛΑΟ!
Έχομε πολλά να πούμε! Γι’ αυτήν την ιδιότυπη κατοχή που ζούμε. Για την λεηλασία της ζωής μας.
Σ.Σ. Στη φωτογραφία, μεταπολεμική αφίσα της Ομοσπονδίας Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής, την περίοδο που τα χιλιάδες μέλη της διεκδικούσαν την ακύρωση των κατοχικών αγοραπωλησιών ακινήτων. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη ‘’Οι Δοσίλογοι’’. Το κείμενο είναι δικό μας.
Πηγή: agonaskritis.gr
Ποιοι επιδιώκουν την ελληνική «φινλανδοποίηση»; (Μέρος Β)
Ιστορικός αναθεωρητισμός και εθνική μειοδοσία
Τον Οκτώβριο του 2020, με νωπή την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις από τα επεισόδια στον Εβρο, εξαιτίας της υποκινούμενης λαθροεισβολής, αλλά και τις βόλτες του « Ορούτς Ρέις» στο Αιγαίο, η εφημερίδα «Καθημερινή», γνωστή για τις «διαλλακτικές» θέσεις της στα εθνικά θέματα, δημοσίευσε ένα…καταπραϋντικό άρθρο του ιστορικού Νίκου Μαραντζίδη επίσης γνωστού για τη αναθεωρητική του ματιά στην ανάλυση των γεγονότων.
Το άρθρο είχε τον παρελκυστικό τίτλο: «Ο Πέλκας στη Φενερμπαχτσέ», αλλά έγινε περισσότερο γνωστό για την ατάκα «Θα φινλανδοποιηθούμε λοιπόν; Ε, και;».
Στο σχετικό αυτό πόνημα, ο γνωστός καθηγητής, που το προηγούμενο διάστημα εκτελούσε χρέη αναλυτή δημοσκοπήσεων στον ΣΚΑΪ, αφού εξέφραζε με ιερή συγκίνηση τις οπαδικές του πεποιθήσεις και δήλωνε περήφανος που ένας Ελληνας παίκτης βρήκε περιθώριο μεταγραφής σε μια μεγάλη τουρκική ομάδα, επιβεβαιώνοντας τη λογική ότι «ο αθλητισμός ενώνει», καλούσε τις δύο χώρες να θάψουν επιτέλους το… τσεκούρι του πολέμου. Πώς όμως; Με την άνευ όρων πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα της ισλαμικής Τουρκίας που ο ίδιος, αν και ιστορικός, εντελώς ανιστόρητα, βαφτίζει με τον όρο «φινλανδοποίηση».
Ο Μαραντζίδης εξηγεί ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα 85 εκατομμυρίων την οποία όλοι παίρνουν σοβαρά και εν ολίγοις εμείς μπροστά της δεν τα βγάζουμε πέρα και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια αναίμακτη συνθηκολόγηση, που όμως, κατά την άποψή του, δεν θα είναι και τόσο επώδυνη…
Θα φινλανδοποιηθούμε, λοιπόν; Ε, και (τι έγινε); Γράφει ο…νοήμων Μαραντζίδης, προσθέτοντας ότι δεν αξίζει να τσακωνόμαστε διαρκώς με τους γείτονες για βραχονησίδες και μερικά χιλιόμετρα βυθού που δεν ξέρουμε αν ποτέ θα αξιοποιηθούν.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι Φινλανδοί, μετά την άτυπη μεταπολεμική συνθηκολόγηση που οδήγησε στην πρόσδεσή τους στο σοβιετικό άρμα, δεν πέρασαν καθόλου άσχημα. Απλώς προσάρμοσαν την εξωτερική πολιτική τους σε στάση «ευμενούς ουδετερότητας» απέναντι στη Μόσχα και έζησαν ήσυχοι τη ζωή τους. Αυτό εξηγεί είναι το (ασήμαντο κατά τη γνώμη του) τίμημα μιας μικρότερης χώρας που προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική έναντι μιας μεγαλύτερης γειτονικής της, υπό τον φόβο πιθανής σύρραξης, από την οποία θα είχε περισσότερα να χάσει.
Το πιάσατε; Το ‘πιασε ευτυχώς τότε και ένας Φινλανδός φιλέλληνας που απάντησε στον Μαραντζίδη εξευτελίζοντάς τον κατά τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Με άρθρο του επίσης στην «Καθημερινή», ο Τέμου Λέχτινεν, σοβαρός πολιτικός αναλυτής, κυριολεκτικά κονιορτοποιεί τα ψευτοεπιχειρήματα του Ελληνα ιστορικού με τις ποδοσφαιρικές ανησυχίες.
Ο Λέχτινεν, καταγράφοντας την προσωπική του εμπειρία, εξηγεί τι συμβαίνει όταν μια χώρα διατηρεί ονομαστικά την εθνική της κυριαρχία, αλλά στην πραγματικότητα την έχει χάσει. «Είναι σα να ζεις δίπλα σε ένα θηρίο που φοβάσαι» γράφει. «Αποφεύγεις να το αναστατώσεις με κάθε κόστος. Ο φόβος διεισδύει στην κοινωνία από πάνω προς τα κάτω, και το αντίστροφο. Αλλάζει την πολιτική, τον πολιτισμό, τη δημοσιογραφία, την καθημερινή ζωή και τις σκέψεις. Τα πάντα υπαγορεύονται από τις ιδιοτροπίες που μπορεί να έχει το θηρίο – ή απ’ ό,τι πιστεύουν οι εκλεκτοί πολιτικοί στη μικρότερη χώρα ότι μπορεί να είναι οι ιδιοτροπίες του. Με την πάροδο του χρόνου, το θηρίο αναπτύσσει ισχυρό δίκτυο στο εσωτερικό της χώρας. Κι όπως συνέβη στην περίπτωση της Φινλανδίας, το θηρίο επέλεξε ποιες εμπορικές συμφωνίες ήταν καλές για τη Φινλανδία και σε ποιες οργανώσεις θα μπορούσε να ενταχθεί. Το θηρίο επέλεξε ακόμα αρχηγούς κομμάτων, κατάλληλους προεδρικού υποψηφίους, αρχισυντάκτες εφημερίδων, διευθύνοντες συμβούλους της κρατικής τηλεόρασης. Η εξωτερική κυριαρχία κερδήθηκε, αλλά η εσωτερική κυριαρχία χάθηκε» καταλήγει ο Λέχτινεν.
Φανταστείτε λοιπόν τώρα τη μεταφορά στην ελληνική περίπτωση με απέναντι μια βουλιμική, νεο-οθωμανική και αλλόθρησκη Τουρκία που έχει σαφείς εδαφικές βλέψεις έναντι της χώρας μας. Γιατί, όπως ομολογεί κι ο Μαραντζίδης, στο επικό άρθρο του, εκτός από τα νησιά λαχταρά και τη Θεσσαλονίκη, την πατρίδα του Κεμάλ, με τον ίδιο τρόπο που κι εμείς νοσταλγούμε την Κωνστατινούπολη!
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε την ειδοποιό διαφορά που αγνοεί ο Μαραντζίδης, σε σημείο ανησυχητικό για καθηγητή ιστορίας, και μάλλον θα πρέπει να προσέχουν και αυτοί που συνυπογράφουν βιβλία μαζί του, εκτός και αν δεν πρόκειται περί άγνοιας, αλλά περί σκόπιμης παράλειψης.
Η Φινλανδία ποτέ δεν παραδόθηκε αμαχητί στους Σοβιετικούς. Ούτε μια ωραία μέρα αποφάσισε ότι θα συνταχθεί με τη Μόσχα για να έχει την ησυχία της. Είχε προηγηθεί ο πολύ πικρός και δύσκολος «χειμερινός πόλεμος» του 1939-40, όπου οι Φινλανδοί αν και ηττήθηκαν χάνοντας σημαντικό τμήμα της επικράτειάς τους, στρίμωξαν πολύ άσχημα τους Σοβιετικούς προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες και δείχνοντας ότι το τίμημα για μια ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας θα ήταν δυσβάστακτο.
Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Φινλανδοί συνεργάστηκαν στρατιωτικά με τους ναζί και ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη, αλλά μετά την ήττα της Γερμανίας αναγκάστηκαν να τα επιστρέψουν. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), η Φινλανδία παραχώρησε στην ΕΣΣΔ τις εδαφικές ζώνες που ο Στάλιν θεωρούσε στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της Αγίας Πετρούπολης: Πρωτίστως δηλαδή τη χερσόνησο της Καρελίας και την περιοχή του Πέτσαμο. που αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο στον Αρκτικό Ωκεανό.
Στη μεταπολεμική περίοδο οι Σοβιετικοί άφησαν τους Φινλανδούς σε χαλαρή επιτήρηση ακριβώς επειδή είχαν εκπληρώσει τις εδαφικές τους επιδιώξεις. Δεν αποσκοπούσαν σε περαιτέρω επέκταση προς τη Σκανδιναβική Χερσόνησο. Γι’ αυτό τους επέτρεψαν να κινηθούν αυτόνομα, να υιοθετήσουν δικό τους οικονομικό μοντέλο και στο τέλος να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση!
Αυτή είναι και η κρίσιμη διαφορά με την περίπτωση της Ελλάδας. Οι Ρώσοι πήραν ό,τι ήθελαν και άφησαν τους Φινλανδούς ήσυχους. Η Τουρκία, αντίθετα, διατηρεί ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες για επέκταση προς δυσμάς. Θέλει να ελέγξει το Αιγαίο και θεωρεί όλα τα νησιά ανατολικότερα του 25ου μεσημβρινού δικά της. Εχει βλέψεις και στη Θράκη. Σύμφωνα με τον Μαραντζίδη δικαιούται να νοσταλγεί ακόμα και τη Θεσσαλονίκη.
Επομένως η ελληνική «φινλανδοποίηση» που προτείνουν αβασάνιστα οι εγχώριοι αναθεωρητές της ιστορίας,οι ξενόδουλες δεξαμενές σκέψης τύπου ΕΛΙΑΜΕΠ και οι διάφοροι σύμβουλοι που περιστοιχίζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και τον επίδοξο διάδοχό του, Αλέξη Τσίπρα, δεν αποτελεί κανενός είδους λύση. Γιατί απλούστατα το τουρκικό «θηρίο» δεν κατευνάζεται. Η ελληνική ενδοτικότητα και οι συνεχείς επικύψεις στην πράξη τού ανοίγουν την όρεξη για νέες εδαφικές αξιώσεις…
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Γιώργος Χαρβαλιάς, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Γιαβόλ! Αίμα, Λήθη και Υποτέλεια»
Πηγή: www.dimokratia.gr
Τρίτη 21 Ιουλίου 2026
Απόφαση-σταθμός: Αποζημίωση σε γιατρό του ΕΣΥ για burnout
| Γιατρός με εμφανή σημάδια κόπωσης |
Σε μία απόφαση-σταθμό για τους γιατρούς του ΕΣΥ, δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και η ανεπαρκής ανταπόκριση της διοίκησης του Νοσοκομείου Ρεθύμνου συνέβαλαν καθοριστικά στην επαγγελματική εξουθένωση και την παραίτηση της γιατρού.
Μια δικαστική απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για τις συνθήκες εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία εκδόθηκε στην Κρήτη, καθώς επιδικάστηκε αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη σε γιατρό του ΕΣΥ που εμφάνισε σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης.
Η απόφαση αφορά την παθολόγο-λοιμωξιολόγο Ελένη Ιωαννίδου, πρώην διευθύντρια του Παθολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, η οποία είχε παραιτηθεί, καταγγέλλοντας ότι οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας την οδήγησαν σε ψυχική και σωματική εξάντληση.
Η δικαστική απόφαση για το burnout
Tο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή της γιατρού, κρίνοντας ότι οι συνθήκες εργασίας, σε συνδυασμό με τη μη ουσιαστική ανταπόκριση της διοίκησης στα επανειλημμένα αιτήματά της, συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση burnout και, τελικά, στην απόφασή της να παραιτηθεί.
Το δικαστήριο επιδίκασε στην Ελένη Ιωαννίδου χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη, με νόμιμο τόκο από τις 21 Αυγούστου 2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.
Την απόφαση γνωστοποίησε η ίδια η γιατρός με ανάρτησή της, σημειώνοντας ότι πρόκειται για τη δεύτερη δικαστική δικαίωσή της απέναντι στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου.
Όπως ανέφερε, μετά την παραίτησή της κατέθεσε δύο αγωγές κατά της διοίκησης του νοσοκομείου. Η πρώτη αφορούσε την αποζημίωσή της για 180 ημέρες άδειας, τις οποίες, σύμφωνα με την ίδια, δεν είχε λάβει εξαιτίας της χρόνιας υποστελέχωσης.
Η δεύτερη αγωγή αφορούσε την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες εργαζόταν.
Η Ελένη Ιωαννίδου περιγράφει ένα καθεστώς συνεχών υπερεφημεριών, συμμετοχής σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, περικοπών αδειών και ρεπό, καθώς και ανάληψης πολλαπλών καθηκόντων.
Όπως υποστηρίζει, η παρατεταμένη πίεση την οδήγησε σε πλήρη ψυχική και σωματική εξάντληση, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει μια θέση την οποία είχε επιλέξει και αγαπούσε.
Ελένη Ιωαννίδου·Μετά από 3 χρόνια και την επιμονή της δικηγόρου μου και φίλης Βασιλικής Γκόγκου Βίκυ Γκόγκου βγήκε η δεύτερη καταδικαστική για το νοσοκομείο Ρεθύμνου απόφαση.Μετά τον εξαναγκασμό μου σε παραίτηση από τη θέση της διευθύντριας του παθολογικού τμήματος του νοσοκομείου Ρεθύμνου, έκανα αγωγή στη διοίκηση του νοσοκομείου για δύο λόγους.Ο ένας ήταν η αποζημείωση των αδειών (180 ημερών) που δεν έλαβα, λόγω σταθερής υποστελέχωσης τα τελευταία 5 χρόνια και το δεύτερο και κυριότερο για μένα, η ηθική βλάβη που υπέστην λόγω του εξαναγακγασμου μου σε υπερεφημέρευση, σε συμμετοχή σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, σε περικοπή αδειών και ρεπό, την υπερφόρτωση σε πολλαπλές εργασίες και πόστα τα τελευταία έτη, και την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος μου, λόγω της αντίδρασης μου και στάσης μου σε όλα αυτά. Ως αποτέλεσμα οδηγήθηκα σε αδυναμία να κρατήσω ένα επίπεδο στη νοσηλεία των ασθενών μου, την οποία έκρινα επικίνδυνη πολλές φορές και επακόλουθα τη σωματική και ψυχική μου κατάρρευση. Στο πρώτο δικαστήριο δικαιώθηκα για την αποζημείωση των αδειών που μου χρωστούσε με δική του υπαιτιότητα το νοσοκομείο. Και ενώ η ίδια η διοίκηση και ο νομικός της σύμβουλος με προέτρεψαν να διεκδικήσω νομικά την αποζημείωση των αδειών που δεν μπόρεσαν λόγω αυξημένων αναγκών και υποστελέχωσης να μου δώσουν, άσκησαν έφεση στην απόφαση που με δικαιώνει!!!Λόγω μη συνάφειας των δύο υποθέσεων έγινε δεύτερο δικαστήριο για το θέμα της ηθικής βλάβης στο οποίο δικαιώθηκα επίσης πρόσφατα.Να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά πανελληνίως που γίνεται ένα τέτοιο δικαστήριο με διακύβευμα τον εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών στο δημόσιο τομέα. Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση με δεδομένο ότι εξαναγκάστηκα λόγω των συνθηκών να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις που συνάδελφοι οδηγήθηκαν σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους.Παρακάτω παραθέτω το βασικό σκεπτικό της απόφασης η οποία είναι 14 σελίδες και υιοθετεί ουσιαστικά τη δική μου θέση.«Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρατεταμένη στάση της διοίκησης του νοσοκομείου, η μη ουσιαστική ανταπόκριση στα επανειλημμένα αιτήματα της ενάγουσας και οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εξάντλησε τα νόμιμα μέσα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, χωρίς αποτέλεσμα, και ότι τελικά οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης που υπέστη.Ως προς την αποζημίωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του νοσοκομείου για ηθική βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της επιβάρυνσης, τις επιπτώσεις στην υγεία και την επαγγελματική ζωή της ενάγουσας και τη βαρύτητα της παράνομης παράλειψης της διοίκησης. Για τους λόγους αυτούς έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, με νόμιμο τόκο από 21.08.2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.»
«Δεν αφορά μόνο εμένα»
Η πρώην διευθύντρια του Παθολογικού Τμήματος τόνισε ότι η απόφαση δεν αποτελεί μόνο προσωπική δικαίωση, αλλά μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία και για άλλους γιατρούς που οδηγήθηκαν σε παραίτηση υπό αντίστοιχες συνθήκες.
«Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση, με δεδομένο ότι εξαναγκάστηκα λόγω των συνθηκών να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει, αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις που συνάδελφοι οδηγήθηκαν σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους», ανέφερε.
Το σκεπτικό του δικαστηρίου
Σύμφωνα με το βασικό μέρος του σκεπτικού που δημοσιοποίησε η γιατρός, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ελένη Ιωαννίδου είχε εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα στον χώρο εργασίας της, χωρίς να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, έκρινε ότι η παρατεταμένη εργασιακή επιβάρυνση και η απουσία αποτελεσματικής ανταπόκρισης από τη διοίκηση συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση του συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης και στην παραίτησή της.
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο αναγνώρισε ευθύνη του νοσοκομείου για την ηθική βλάβη που υπέστη η γιατρός.
----------------------------------------------------------------------------------------
Ο Γιάννης Δεβετζόγλου είναι ο διαπιστευμένος συντάκτης του NEWS 24/7 στο υπουργείο Υγείας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Δημοσιογραφία στο ΑΠΘ. Έχει λάβει το Δημοσιογραφικό Βραβείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2011 (EU Health Prize For Journalist) και το 2012 έλαβε υποτροφία από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ για μετεκπαίδευση σε Ουάσιγκτον και Μαϊάμι (International Exchange Alumni, US Department of State). Τα τελευταία 20 χρόνια καλύπτει ιατρικό ρεπορτάζ (πολιτικό και επιστημονικό), ενώ παράλληλα εργάζεται και ως κριτικός εστιατορίων. Έχει εργαστεί επί σειρά ετών στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Το Βήμα» και «Τα Νέα», καθώς και στο «Protagon.gr». Είναι, επίσης, ανταποκριτής σε γερμανικά και βρετανικά Μέσα Μαζική Ενημέρωσης.
Ο δικαστής Ντρεντ στο Άργος
Στο Άργος φάνηκε που οδηγεί μια εκπαίδευση των αστυνομικών σε μια αυταρχική λογική, που ανάγοντας την «ασφάλεια» σε υπέρτατο αγαθό, μετατρέπει σε «απειλή» κάθε υποψία παραβατικότητας
Στα παιδικά μου χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό «Αγόρι» ο Δικαστής Ντρεντ. Τοποθετημένο σε ένα δυστοπικό μέλλον, το συγκεκριμένο κόμικ αφηγείτο τις περιπέτειες ενός δικαστή που ήταν ταυτόχρονα και εκτελεστής των καταδικαστικών αποφάσεων, με την ποινή να είναι συνήθως ο θάνατος, σε ένα όχι και τόσο συγκαλυμμένο σχόλιο για που οδηγεί μια αυταρχική λογική. Το θυμήθηκα ύστερα από τα τραγικά γεγονότα στο Άργος και τον θάνατο του 20χρονου Θοδωρή, ενός ανθρώπου με αποδεδειγμένη νευροδιαφορετικότητα, από πυρά αστυνομικών, στη διάρκεια μιας καταδίωξης στην οποία πραγματικός κίνδυνος για αυτούς δεν υπήρξε, και όπου έπεσαν πλήθος πυροβολισμοί υποτίθεται για να τον προειδοποιήσουν, με αποτέλεσμα, όμως, να τον σκοτώσουν.
Γνωρίζω ότι ο αρμόδιος υπουργός έσπευσε να υπογραμμίσει ότι οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δεν ακολούθησαν τους κανονισμούς που διέπουν τη χρήση όπλων, άλλωστε μπορούμε να υποθέσουμε ότι την ώρα που προσπαθεί να προβάλει την διαλεύκανση υποθέσεων πολιτικής βίας με μεγάλη φόρτιση, δεν θα ήθελε να φανεί ότι δικαιολογεί την αστυνομική βία. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: γιατί οι αστυνομικοί στο Άργος επέλεξαν να μην τηρήσουν τις σχετικές διαταγές και να πυροβολήσουν, κατ’ επανάληψη (το ηχητικό ντοκουμέντο είναι ανατριχιαστικό), προς το μέρος ενός ανθρώπου, σε συνθήκες που ήταν βέβαιο ότι έθεταν τη ζωή του σε κίνδυνο, χωρίς ούτε οι ίδιοι ούτε κάποιος άλλος να αντιμετωπίζει κάποιον κίνδυνο. Ιδίως όταν δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε τέτοιου είδους πρακτικές που οδηγούν σε απώλειες ζωών.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η έλλειψη εκπαίδευσης. Θα μπορούσα να πω ότι είναι το ακριβώς αντίθετο: το πρόβλημα είναι η υπερβολική εκπαίδευση των αστυνομικών σε μια αυταρχική λογική, που ανάγοντας την «ασφάλεια» σε υπέρτατο αγαθό, μετατρέπει σε «απειλή» κάθε υποψία παραβατικότητας, και δικαιολογεί την άσκηση υπέρμετρης βίας. Μια εκπαίδευση που τροφοδοτείται από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια όλες οι αλλαγές που γίνονται στην ποινική νομοθεσία αφορούν την αυστηροποίηση των ποινών. Μια εκπαίδευση που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε πρακτική «τιμωρού» την ώρα που π.χ. κάποιος προσπαθεί διαφύγει τη σύλληψη, ακόμη και εάν αυτή θα αφορούσε την υπερβολική ταχύτητα και τους επικίνδυνους ελιγμούς μια που στο Άργος αυτές οι παραβάσεις έδωσαν την αφορμή για την καταδίωξη.
Με αυτή την έννοια ούτε η απαράδεκτη ανακοίνωση του Δημάρχου Άργους, ήρθε απλώς να υπενθυμίσει τον βαθύ συντηρητισμό μερίδας των κατοίκων της περιοχής, ούτε η αντίστοιχη της τοπικής ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων κάποιον κακώς εννοούμενο συντεχνιασμό. Και οι δύο υπογράμμισαν το ίδιο πρόβλημα: τον τρόπο που μια βαθιά εμπεδωμένη αυταρχική λογική, όχι μόνο μπορεί να τροφοδοτήσει μια συστηματική αστυνομική παραβατικότητα (την οποία, άλλωστε, ανατροφοδοτούν οι πολλές περιπτώσεις ατιμωρησίας αστυνομικών που άσκησαν παράνομη βία), αλλά και να καταλήξει στο ότι δεν μετρούν όλες οι ζωές το ίδιο και ότι η τόνωση του «αισθήματος ασφάλειας των πολιτών» μπορεί να περιλαμβάνει και ορισμένες δολοφονίες ανθρώπων που για τον όποιο λόγο βαφτίστηκαν «παραβατικοί».
Πηγή: www.in.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





