Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Συνταγματική αναθεώρηση: Το σχέδιο Μητσοτάκη για λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη εξουσία

από Νίκος Κυριακάκης

Η συνταγματική αναθεώρηση που εισηγείται η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως κατάλογος τεχνικών παρεμβάσεων στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας. Πίσω από τη ρητορική του «εκσυγχρονισμού», της «αποτελεσματικότητας» και της «θεσμικής σταθερότητας», διαμορφώνεται ένα βαθύτερο πολιτικό σχέδιο: η ανακατανομή ισχύος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας, η αποδυνάμωση κοινωνικών εγγυήσεων και η συνταγματική κατοχύρωση επιλογών που μέχρι σήμερα εμφανίζονταν ως απλές κυβερνητικές πολιτικές.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει την αναθεώρηση ως αναγκαίο βήμα προσαρμογής της χώρας στις ανάγκες της εποχής. Στην πραγματικότητα, όμως, αρκετές από τις προτάσεις της δείχνουν να αξιοποιούν πραγματικές παθογένειες του κράτους για να περάσουν βαθύτερες ιδεολογικές μεταβολές. Η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης γίνεται όχημα για την αμφισβήτηση της μονιμότητας. Τα προβλήματα των πανεπιστημίων γίνονται επιχείρημα για τη συνταγματική νομιμοποίηση μη κρατικών ιδρυμάτων. Η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα γίνεται πρόσχημα για μείωση της αντιπροσώπευσης. Η κόπωση απέναντι στην ακυβερνησία μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ ενός πιο συγκεντρωτικού μοντέλου κυβερνησιμότητας.
Το άρθρο 16 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση εμφανίζει τη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων ως αυτονόητη ευρωπαϊκή κανονικότητα και ως απάντηση στη φυγή Ελλήνων φοιτητών στο εξωτερικό. Το ισχύον άρθρο 16, όμως, έχει στον πυρήνα του την κρατική ευθύνη για την Παιδεία και την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ η πρόταση της ΝΔ επιχειρεί να μετακινήσει το κέντρο βάρους από το δημόσιο πανεπιστήμιο στην αγορά της ανώτατης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται μόνο για άνοιγμα σε νέους φορείς εκπαίδευσης. Πρόκειται για αλλαγή φιλοσοφίας: η Παιδεία παύει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως δημόσιο αγαθό και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πεδίο ανταγωνισμού, επενδύσεων και ιδιωτικών πιστοποιήσεων.
Το κρυφό σημείο εδώ δεν είναι η ίδρυση κάποιων μη κρατικών ιδρυμάτων. Είναι η σταδιακή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου μέσα από τη σύγκριση με ιδιωτικά ή ημι-ιδιωτικά σχήματα που θα διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία, χρηματοδοτική άνεση και δυνατότητα επιλογής φοιτητών, προσωπικού και προγραμμάτων. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν λύνει το πρόβλημα του δημόσιου πανεπιστημίου. Δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα, το οποίο μακροπρόθεσμα μπορεί να πιέσει το δημόσιο προς συρρίκνωση, ταξική διαφοροποίηση και λειτουργία με όρους αγοράς.
Ανάλογη είναι η δεύτερη ανάγνωση στο άρθρο 103 για τους δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση μιλά για αξιολόγηση, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα. Κανείς σοβαρός πολίτης δεν μπορεί να υπερασπιστεί ένα Δημόσιο χωρίς έλεγχο, χωρίς απόδοση και χωρίς ευθύνη. Το ζήτημα, όμως, είναι ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια, με ποιες εγγυήσεις και υπό ποιο πολιτικό καθεστώς. Το ισχύον άρθρο 103 περιγράφει τους δημοσίους υπαλλήλους ως εκτελεστές της θέλησης του κράτους που υπηρετούν τον λαό, με συνταγματικές εγγυήσεις για την υπηρεσιακή τους κατάσταση.
Η μονιμότητα δεν θεσπίστηκε για να προστατεύει την αδράνεια. Θεσπίστηκε για να προστατεύει τη διοίκηση από την κομματική αυθαιρεσία. Αν αποδυναμωθεί χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν θα γίνει αναγκαστικά πιο παραγωγικός. Μπορεί να γίνει πιο φοβισμένος, πιο εξαρτημένος και πιο ευάλωτος σε πιέσεις. Σε ένα κράτος όπου η κομματική επιρροή, οι μετακλητοί, οι απευθείας αναθέσεις και η επιλεκτική πειθαρχική αυστηρότητα αποτελούν υπαρκτές πληγές, η αποσύνδεση της μονιμότητας από τη θεσμική προστασία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πειθάρχησης της διοίκησης από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών εμφανίζεται ως πεδίο αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Και πράγματι, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί πραγματική λογοδοσία των πολιτικών προσώπων. Το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει ειδικό καθεστώς δίωξης υπουργών, με κεντρικό ρόλο της Βουλής. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η προτεινόμενη αλλαγή θα καταργήσει ουσιαστικά την αίσθηση πολιτικής ασυλίας ή αν θα λειτουργήσει ως θεσμικό ξέπλυμα ενός συστήματος που διατηρεί τον έλεγχο της ευθύνης μέσα στο πολιτικό προσωπικό.
Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη κρυφό σημείο. Η κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζεται ως δύναμη κάθαρσης, ενώ στην πράξη να περιορίζεται σε βελτιώσεις που δεν θίγουν τον πυρήνα του προβλήματος: την εξάρτηση της διερεύνησης πολιτικών ευθυνών από κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Αν η πλειοψηφία εξακολουθεί να ελέγχει τον κρίσιμο χρόνο, το βάθος και την κατεύθυνση της διερεύνησης, τότε η αναθεώρηση δεν αποκαθιστά τη λογοδοσία. Την επανασυσκευάζει.
Η μείωση των βουλευτών από 300 σε 200 είναι ίσως η πιο επικοινωνιακά ελκυστική πρόταση. Απευθύνεται στο αντιπολιτικό ένστικτο της κοινωνίας, στην αγανάκτηση απέναντι στο πολιτικό προσωπικό και στην εύκολη εντύπωση ότι «λιγότεροι βουλευτές σημαίνει λιγότερο κόστος και περισσότερη αποτελεσματικότητα». Όμως το Κοινοβούλιο δεν είναι εταιρικό διοικητικό συμβούλιο. Είναι όργανο αντιπροσώπευσης. Όσο μειώνεται ο αριθμός των εδρών, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περιοριστεί η φωνή μικρότερων κομμάτων, περιφερειών και κοινωνικών ομάδων.
Η πρόταση αυτή, ενώ εμφανίζεται ως μέτρο εξορθολογισμού, μπορεί να οδηγήσει σε πιο κλειστό πολιτικό σύστημα. Λιγότερες έδρες σημαίνουν υψηλότερο πραγματικό κόστος εκπροσώπησης. Σε συνδυασμό με εκλογικούς κανόνες που προτάσσουν την κυβερνησιμότητα, μπορεί να ενισχυθεί η κυριαρχία των μεγάλων κομμάτων και να μειωθεί η δυνατότητα εισόδου ή ουσιαστικής επιρροής μικρότερων πολιτικών σχηματισμών. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα δημοκρατικής αναλογικότητας.
Η συνταγματική κατοχύρωση της επιστολικής ψήφου παρουσιάζεται ως διεύρυνση της συμμετοχής. Σε μια δημοκρατία, η διευκόλυνση της ψήφου είναι θεμιτός στόχος. Ωστόσο, η καθολική επέκταση της επιστολικής ψήφου απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές εγγυήσεις ταυτοπροσωπίας, μυστικότητας, ακεραιότητας και ελέγχου της διαδικασίας. Το κρυφό σημείο δεν είναι ότι η επιστολική ψήφος είναι από μόνη της προβληματική. Είναι ότι, αν κατοχυρωθεί συνταγματικά χωρίς πλήρη θεσμική θωράκιση, μετατρέπει ένα εκλογικό εργαλείο σε μόνιμο μηχανισμό αναδιάταξης του εκλογικού σώματος.
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η πρόταση για συνταγματική θωράκιση βασικών αρχών του εκλογικού συστήματος με έμφαση στην κυβερνησιμότητα. Η λέξη ακούγεται ουδέτερη. Στην πράξη, όμως, μπορεί να σημαίνει συνταγματική προτεραιότητα της κυβερνητικής σταθερότητας έναντι της αναλογικής εκπροσώπησης. Δηλαδή, η λαϊκή ψήφος να ερμηνεύεται πρωτίστως ως εργαλείο παραγωγής κυβέρνησης και δευτερευόντως ως έκφραση κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών. Αυτό είναι βαθιά πολιτική επιλογή, όχι τεχνική διόρθωση.
Η εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και η κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής λόγω «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» παρουσιάζονται ως κινήσεις σταθερότητας. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της πρότασης, η ΝΔ εισηγείται εξαετή προεδρική θητεία και αλλαγές στον τρόπο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Εδώ η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά, ο περιορισμός προσχηματικών πρόωρων εκλογών μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Από την άλλη, κάθε αλλαγή στη σχέση κυβέρνησης, Βουλής και Προεδρίας πρέπει να εξετάζεται με βάση το συνολικό ισοζύγιο εξουσιών.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να εμφανίσει το πακέτο ως ώριμη θεσμική μεταρρύθμιση. Όμως η συνολική εικόνα δείχνει κάτι ευρύτερο: λιγότερες κοινωνικές εγγυήσεις, μεγαλύτερη ευελιξία της εκτελεστικής εξουσίας, πιο ισχυρό φίλτρο κυβερνησιμότητας, πιο περιορισμένη αντιπροσώπευση, πιο ανοιχτό πεδίο για ιδιωτικούς φορείς στην Παιδεία και πιο πειθαρχημένη δημόσια διοίκηση. Αυτά τα σημεία δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Συνθέτουν ένα νέο υπόδειγμα κράτους.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το Σύνταγμα χρειάζεται αναθεώρηση. Κάθε Σύνταγμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αναθεωρείται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αναθεωρεί, με ποιον σκοπό και υπέρ ποιων ισορροπιών. Άλλο πράγμα η θεσμική ανανέωση και άλλο η συνταγματική μονιμοποίηση μιας κυβερνητικής ιδεολογίας.
Η αναθεώρηση που προτείνει η ΝΔ, με βάση τα βασικά της σημεία, δεν αφορά απλώς την Παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, την ευθύνη υπουργών, τον αριθμό των βουλευτών ή την επιστολική ψήφο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία θέλει να οργανώσει το κράτος για τις επόμενες δεκαετίες. Και ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει με όρους επικοινωνιακών συνθημάτων. Πρέπει να γίνει με πολιτική καχυποψία, θεσμική μνήμη και δημοκρατική εγρήγορση.
Διότι το Σύνταγμα δεν είναι εργαλείο κυβερνητικής ευκολίας. Είναι φραγμός στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Όταν μια κυβέρνηση ζητά να αλλάξει τον φραγμό, οι πολίτες οφείλουν να κοιτούν όχι μόνο τι γράφεται στην πρόταση, αλλά κυρίως τι μπορεί να συμβεί όταν η πρόταση γίνει κανόνας. Και στην περίπτωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η δεύτερη ανάγνωση δείχνει ότι πίσω από τη βιτρίνα του εκσυγχρονισμού υπάρχει μια σαφής επιδίωξη: λιγότερα αντίβαρα, περισσότερη κυβερνητική ευχέρεια και ένα κράτος περισσότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εξουσίας παρά στις εγγυήσεις της κοινωνίας.

Tι μπορεί να πάει στραβά με την Γενετική Μηχανική και τα Designer Babies?


Τι γίνεται με τη χρήση γενετικής μηχανικής για μη ιατρικά πράγματα όπως το ύψος και το χρώμα των μαλλιών; Επιτρέπει ο Ιουδαϊσμός τη Γενετική Μηχανική και τα Σχεδιασμένα Mωρά; [Genetic Engineering and Designer Babies?]

By Yehuda Shurpin/
Chabad.org

Όσον αφορά το πολύπλοκο και ευαίσθητο θέμα της χρήσης της γενετικής μηχανικής για την παραγωγή απογόνων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι υπάρχουν πολλές ιατρικές τεχνικές και μέθοδοι που αναφέρονται ως «γενετική μηχανική-genetic engineering», καθώς και διάφοροι λόγοι για τους οποίους κάποιος μπορεί να επιλέξει να τις χρησιμοποιήσει.
Μια κοινή μέθοδος γενετικής μηχανικής είναι η χρήση της PGD (Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση-Preimplantation Genetic Diagnosis), η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο προεμφυτευμένων γονιμοποιημένων ωαρίων για να διαπιστωθεί εάν φέρουν συγκεκριμένες μεταλλάξεις που μπορεί να προκαλέσουν ορισμένες ασθένειες όπως η νόσος Tay-Sachs ή η κυστική ίνωση. Μετά τον έλεγχο, μόνο τα έμβρυα που διαπιστώνεται ότι δεν έχουν αυτές τις γενετικές μεταλλάξεις επιλέγονται για εμφύτευση.
Πιο πρόσφατα αναπτυγμένες μέθοδοι περιλαμβάνουν την επεξεργασία γονιδίων CRISPR-Cas9, η οποία επιτρέπει την προσθήκη, την αφαίρεση ή την τροποποίηση γενετικού υλικού σε συγκεκριμένες θέσεις στο γονιδίωμα. Αν και αυτές οι μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξάλειψη διαφόρων μεταλλάξεων που προκαλούν ασθένειες, μπορούν επίσης θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν για την επιλογή συγκεκριμένων επιθυμητών χαρακτηριστικών για το μελλοντικό μωρό.
Όπως είναι αναμενόμενο, αυτό οδηγεί σε κάθε είδους ηθικά και χαλαχικά διλήμματα.
Υποβοηθούμενες Αναπαραγωγικές Τεχνολογίες
Κάθε μέθοδος και διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των πολλών που δεν αναφέρθηκαν εδώ, έχει το δικό της σύνολο πιθανών χαλαχικών ζητημάτων-halachic issues.
Επιπλέον, ως επί το πλείστον, όλες οι διάφορες μέθοδοι γενετικής μηχανικής εξαρτώνται από την Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγική Τεχνολογία, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση, η οποία από μόνη της είναι γεμάτη με πιθανά χαλαχικά ζητήματα.
Σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης, ορισμένες διαδικασίες μπορεί να επιτραπούν με την καθοδήγηση ενός ειδικού ραβίνου για να διασφαλιστεί ότι όλα γίνονται με χαλαχικά [halachically] αποδεκτό τρόπο.1
Υποθέτοντας ότι η πραγματική αναπαραγωγική διαδικασία γίνεται σύμφωνα με τη halachah, μπορούμε τώρα να στραφούμε στο γενικό ζήτημα της γενετικής μηχανικής.

Είναι τα πράγματα επιτρεπτά εξ ορισμού;
Όπως αναμένεται με τις νέες και αναδυόμενες τεχνολογίες, υπάρχει σημαντική συζήτηση σχετικά με την επιτρεπτότητα της γενετικής μηχανικής και, εάν επιτρέπεται, ποιες είναι οι παράμετροί της.
Τα διάφορα ζητήματα που εγείρονται για ηθικούς λόγους περιλαμβάνουν το «παιχνίδι του Θεού» και το γεγονός ότι είναι μια «ολισθηρή πλαγιά-slippery slope».
Ωστόσο, ορισμένοι χαλαχικοί ειδικοί 2 επισημαίνουν μια αρχή που διατυπώθηκε από τον Ραβίνο Yisrael Lipschutz, συγγραφέα του κλασικού σχολίου στο Mishnah γνωστό ως Tiferet Yisrael, το οποίο αναφέρει: «Οποιαδήποτε δραστηριότητα που δεν έχουμε λόγο να απαγορεύσουμε επιτρέπεται στη halachah χωρίς να χρειάζεται να βρούμε λόγο για την επιτρεπτότητά της, διότι η Τorah δεν αναφέρει κάθε επιτρεπόμενο πράγμα, αλλά μάλλον αναλύει μόνο εκείνα τα πράγματα που είναι απαγορευμένα».3
Έτσι, ελλείψει οποιουδήποτε πειστικού λόγου να πιστεύουμε ότι πολλές από αυτές τις διαδικασίες και τεχνικές είναι στην πραγματικότητα απαγορευμένες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι επιτρέπονται.
Άλλοι ειδικοί, 4 ωστόσο, αντιτείνουν ότι το Tiferet Yisrael δεν αναφέρει ότι «όποτε δεν αναφέρεται απαγόρευση, επιτρέπεται». Αντίθετα, δηλώνει, «όποτε δεν βρίσκουμε λόγο για απαγόρευση…». Έτσι, σε μια κατάσταση όπου ακόμη και ο μέσος άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται διαισθητικά ότι ορισμένες πτυχές μπορεί να είναι αμφισβητήσιμες, δεν μπορεί κανείς απλώς να δηλώσει ότι η «προεπιλογή» είναι ότι επιτρέπεται πριν εξετάσει προσεκτικά τα ζητήματα.5

Σώζοντας μια Ζωή
Υπάρχει διαφορά μεταξύ της χρήσης γενετικής μηχανικής για τη θεραπεία μιας κληρονομικής ασθένειας και της χρήσης της για την αλλαγή των χαρακτηριστικών του παιδιού, όπως το ύψος, η επιδερμίδα, η νοημοσύνη, το χρώμα των μαλλιών κ.λπ.
Εάν γίνεται απλώς για τη θεραπεία ή την πρόληψη μιας κληρονομικής ασθένειας, τότε οι περισσότερες χαλαχικές αυθεντίες συμφωνούν ότι θα επιτρεπόταν, καθώς είναι παρόμοια με άλλες ιατρικές θεραπείες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια δυνητικά σωτήρια θεραπεία. Άλλωστε, υπάρχει ένας χαλαχικός κανόνας ότι το pikuach nefesh (σωτηρία μιας ζωής) υπερισχύει των περισσότερων απαγορεύσεων της Torah. 6

Συνεργασίες με τον Θεό
Τι γίνεται με τη χρήση γενετικής μηχανικής για μη ιατρικά πράγματα όπως το ύψος και το χρώμα των μαλλιών;
Ορισμένες αρχές υποστηρίζουν ότι, παρόλο που δεν έχουμε απόλυτη αυτονομία στη χρήση ιατρικών παρεμβάσεων (για παράδειγμα, η ευθανασία απαγορεύεται ακόμη και όταν το τέλος πλησιάζει), οι άνθρωποι χρησιμεύουν ως «συνεργάτες του Θεού στη διαδικασία της δημιουργίας».7
Με βάση αυτό, είναι της άποψης ότι «εάν οι τεχνολογίες επεξεργασίας γονιδίων χρησιμοποιούνται για την αλλαγή του χρώματος των μαλλιών με ελάχιστους ή καθόλου κινδύνους για την υγεία, τότε η halachah θα επέτρεπε σε ένα άτομο να χρησιμοποιήσει αυτήν την τεχνολογία για τον εαυτό του. Ωστόσο, εάν η χρήση αυτής της διαδικασίας σχετίζεται με ελάχιστους ή σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, τότε η halachah θα απαγόρευε τις διαδικασίες επεξεργασίας γονιδίων για την αλλαγή του χρώματος των μαλλιών ή την ενίσχυση της αθλητικής ικανότητας χωρίς έγκυρο ιατρικό ή ψυχολογικό λόγο. Ομοίως, η halachah θα απαγόρευε επίσης τις μη ιατρικές εφαρμογές επεξεργασίας γονιδίων στο γονιμοποιημένο ωάριο ή το παιδί τους».8
Άλλοι, ωστόσο, είναι της άποψης ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αυτές οι τεχνικές για μη ιατρικούς σκοπούς. Παρόλο που ο Θεός έδωσε ρητά στην ανθρωπότητα όχι μόνο την ικανότητα αλλά και την ευθύνη να θεραπεύει και να προλαμβάνει ασθένειες,
Η πραγματοποίηση μη ιατρικών αλλαγών σε ένα συγκεκριμένο σημείο μπορεί να θεωρηθεί αλαζονική, σαν να γνωρίζουμε καλύτερα από τον Θεό πώς να κάνουμε ένα συγκεκριμένο άτομο. Επιπλέον, σε αυτό το στάδιο δεν γνωρίζουμε απαραίτητα τις συνέπειες αυτών των μη ιατρικών αλλαγών.

Επιλογή Φύλου
Όσον αφορά το ζήτημα της χρήσης τεχνητών διαδικασιών για την επιλογή του φύλου ενός παιδιού, ο Ραβίνος Shlomo Zalman Auerbach ,9 μία από τις κορυφαίες αυθεντίες της halachic του 20ού αιώνα, αναφέρει το ακόλουθο περιστατικό που καταγράφεται στο Talmud:10
Ο βασιλιάς Εζεκίας ήταν άρρωστος και ο Θεός διέταξε τον προφήτη Ησαΐα να πάει να τον επισκεφτεί. Όταν έφτασε, ο Ησαΐας διακήρυξε: «Έτσι είπε ο
Κύριος: Τακτοποίησε τις υποθέσεις σου, γιατί πρόκειται να πεθάνεις· δεν θα γίνεις καλά [με άλλα λόγια «θα πεθάνεις και δεν θα ζήσεις»11]». Όταν ο Εζεκίας ρώτησε για τον λόγο της τιμωρίας του, ο Ησαΐας απάντησε: «Επειδή δεν παντρεύτηκες και δεν έκανες τεκνοποίηση».
Ο βασιλιάς Εζεκίας εξήγησε ότι είχε προβλέψει με θεϊκή έμπνευση ότι άχρηστα παιδιά ήταν προορισμένα να αναδυθούν από αυτόν. (Πράγματι, ο μελλοντικός γιος του ήταν ο κακός βασιλιάς Menashe.) Σε αυτό ο προφήτης απάντησε: «Γιατί ασχολείσαι με αυτά τα κρυφά πράγματα του Ελεήμονα!; Αυτό που σου έχει δοθεί εντολή να κάνεις (δηλαδή, τη mitzvah της αναπαραγωγής) πρέπει να το κάνεις, και αυτό που ο Θεός θέλει να κάνει, θα το κάνει!»
Με βάση αυτό, ο Ραβίνος Auerbach ορίζει ότι δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τεχνητές διαδικασίες για να επιλέξει το φύλο του παιδιού (εκτός αν αυτό γίνεται κατά την πρόληψη κάποιου είδους ασθένειας). Προφανώς, το ίδιο θα ίσχυε και για την επιλογή άλλων χαρακτηριστικών.

Συμπερασματικά
Υπάρχει σημαντική συζήτηση γύρω από το επιτρεπτό της χρήσης της γενετικής μηχανικής στους ανθρώπους. Αν και οι περισσότεροι είναι της άποψης ότι θα ήταν επιτρεπτή για ιατρικούς σκοπούς, όταν πρόκειται για τη χρήση της για μη ιατρικούς σκοπούς, πολλοί είναι της άποψης ότι δεν πρέπει να γίνεται. Επιπλέον, ακόμη και όσοι υποστηρίζουν την επεξεργασία γονιδίων είναι της άποψης ότι τουλάχιστον προς το παρόν, μέχρι να γίνουν γνωστές όλες οι επιπτώσεις της επεξεργασίας γονιδίων σε μακρο και μικροεπίπεδο, αυτές οι τεχνολογίες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για ιατρικούς σκοπούς και όχι για μη ιατρικές βελτιώσεις. 12

Υποσημειώσεις
1.  See Nishmat Avraham, Even HaEzer 1:5.
2. See John D. Loike and Rabbi Moshe D. Tendler, “Tampering with the Genetic Code of Life: Comparing Secular and Halakhic Ethical Concerns,” Ḥakirah, the Flatbush Journal of Jewish Law and Thought, vol. 18 (2014).
3. Tiferet Yisrael, Yadayim 4:3, note 27.
4. See Nishmat Avraham, Choshen Mishpat 425:2.
5. See Nishmat Avraham ibid. for many proofs that the Torah held people accountable for actions even when there was no specific prohibition.
6. Ibid.
7. Ramban, Genesis 1:28.
8. See Loike and Tendler, “Tampering with the Genetic Code of Life.”
9. See Nishmat Avraham, Even HaEzer 1:5 and Choshen Mishpat 425:2.
10. Talmud, Berachot 10a.
11. Isaiah 38:1.
12. See Loike and Tendler, “Tampering with the Genetic Code of Life.”

2 Ιουνίου: Διεθνής ημέρα των ιερόδουλων

Χρύσα Κακατσάκη
εκπαιδευτικός

Εγινε τρεις φορές άγαλμα από τον Πραξιτέλη και ζωγραφιά από τον Απελλή. Για χάρη της κονταροχτυπήθηκαν δεινοί Αθηναίοι ρήτορες στα δικαστήρια. Η Μνησαρέτη από τη Βοιωτία, η πιο διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, έμεινε στην Ιστορία ως Φρύνη. Επέλεξε αυτό το ψευδώνυμο λόγω του λευκού και διάφανου δερματός της, όπως έχουν τα μικρά βατράχια. Απέκτησε τόσα πλούτη που ήταν διατεθειμένη να αναλάβει τα έξοδα για να ξαναχτιστούν τα τείχη της Θήβας .
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ωστόσο έχουν οι κατηγορίες των γυναικών που πρόσφεραν τις ερωτικές τους υπηρεσίες. Οι ιερόδουλες ήταν ιέρειες αφιερωμένες σε κάποιο ναό (συνήθως της Αφροδίτης) και συνευρίσκονταν με τους άνδρες σε παραπλήσια κτίσματα.
Οι απλές πόρνες, δούλες αιχμάλωτες πολέμου ή αγορασμένες, δούλευαν υπό τον πλήρη έλεγχο των πορνοβοσκών – προαγωγών. Άλλωστε η λέξη πόρνη προερχεται ετυμολογικά από το πέρνημι= πουλώ.
Οι χαμαιτύπες ψάρευαν πελάτες από το δρόμο και έκαναν σεξ ξαπλώνοντας χάμω. (εξού και το χαμαιτυπείο)
Οι λεωφόροι, φορούσαν ειδικά σανδάλια με καρφιά στις σόλες που χάραζαν στο έδαφος καθώς περπατούσαν τη λέξη «ακολούθει» .
Οι εταίρες ήταν οι πιο καλλιεργημένες, είχαν υψηλή μόρφωση, χόρευαν και τραγουδούσαν, κρατούσαν συντροφιά στους άνδρες στη διάρκεια των συμποσίων, χωρίς να είναι απαραίτητη η ερωτική συνεύρευση.
Τα περισσότερα πορνεία που ιδρύθηκαν επισήμως επί Σόλωνα βρίσκονταν στον Κεραμεικό και στον Πειραιά λόγω του πλήθους εμπόρων και ναυτικών που σύχναζαν στο λιμανι. Στην Κόρινθο, όταν επρόκειτο να προσευχηθεί η πόλη στην Αφροδίτη για ζητήματα υψίστης σημασίας, προσκαλούσαν όσο το δυνατόν περισσότερες εταίρες για να συνενώσουν την φωνή τους και να θυσιάσουν μαζί.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Νανά συναντήθηκε με την Γαβριέλα, η Λόλα με τη Λολίτα, οι κοπέλες από τα Κόκκινα Φανάρια με την Ευδοκία, η Ωραία της Ημερας με την Pretty woman, η China Blue με την Kουκλίτσα της Νεας Ορλεάνης.
Μα το πιο ωραίο συναπάντημα ήταν αυτό που δεν εγινε ποτέ . Όταν ο Γ. Γ. Μάρκες αναπολούσε τις θλιμμένες πουτάνες της ζωής του, ο Λειβαδίτης του απαντούσε με ένα ποίημα:
"Ενας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια», / πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο, /  ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει / νὰ κλάψει στὰ πόδια της" 
Σ.Σ.:  Η Διεθνής Ημέρα Ιερόδουλων γιορτάζεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα ως φόρος τιμής στις ιερόδουλες όλου του κόσμου και για καλύτερες συνθήκες δουλειάς, σ’ ένα χώρο, όπου βασιλεύει η εκμετάλλευση.
Όλα ξεκίνησαν στις 2 Ιουνίου 1976, όταν περισσότερες από 100 ιερόδουλες κατέλαβαν την εκκλησία του Αγίου Νικητίου (Saint Nizier) στην πόλη Λιόν της Γαλλίας για να προσελκύσουν την προσοχή της τοπικής κοινωνίας για τις απάνθρωπες συνθήκες του επαγγέλματός τους, την εις βάρος τους αστυνομική βία και την απροθυμία της γαλλικής κυβέρνησης να επιλύσει τα χρονίζοντα προβλήματά τους. 
Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα σπίτια με κόκκινα φανάρια, γιατί η πορνεία έχει αλλάξει πίστα. Γνωριμίες, ραντεβού και πληρωμές γίνονται μέσω διαδικτυου . Αλλαξε και η ονομασία λόγω πολιτικής ορθότητας και λέγονται εργάτριες του σεξ. Αρκετά χλιδάτα ξενοδοχεία περιλαμβάνουν και μια κοπέλα στις υπηρεσίες τους, αν τους ζητηθεί από τους πελάτες . Στην Βαρκελώνη και την Ιμπιζα οι σεξεργάτριες εχουν ιδρύσει δυναμικά σωματεία για τις διεκδικήσεις τους.
Φωτό: Αντιγραφο από την Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη. Ο γλύπτης απεικόνισε την ομορφιά της θεάς, εμπνευσμένος από τη Φρύνη.

Τσίπρας και Καρυστιανού: Από την κρίση αντιπροσώπευσης στην κρίση του πολιτικού φαντασιακού


Η αντικατάσταση συλλογικών πολιτικών σχεδίων από πρόσωπα-φετίχ.

Χάρης Φραντζής

Για δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία στηριζόταν σε ένα ισχυρό, αν και συχνά πολωτικό, φαντασιακό. Τα μεγάλα κόμματα δεν ήταν απλοί διαχειριστές εξουσίας, αλλά φορείς που άρθρωναν αντιτιθέμενες, πλην σαφείς, σημασίες και αξίες για τη συλλογική ζωή. Αυτή η συνθήκη, ακόμα και μέσα από τις οξύτατες συγκρούσεις που την χαρακτήριζαν, παρήγαγε ένα πεδίο σχετικά σταθερής αστικής αντιπροσώπευσης, όπου η πολιτική πράξη διατηρούσε μια θεσμοποιητική ορμή, μια ικανότητα να μετασχηματίζει τις κοινωνικές προσδοκίες σε νόμους και θεσμούς. Η πολιτική σύγκρουση είχε νόημα επειδή ακριβώς υπήρχαν διακριτές, αντιθετικές νοηματοδοτήσεις του κόσμου.
Σήμερα, αυτή η πηγή έχει στερέψει. Δεν βιώνουμε μια απλή κρίση του κομματικού συστήματος, αλλά μια βαθύτερη κρίση του πολιτικού φαντασιακού. Η κοινωνία αδυνατεί να παραγάγει νέες συνεκτικές σημασίες που να νοηματοδοτούν τη συλλογική ύπαρξη και να προσανατολίζουν τη δράση προς ένα μέλλον που δεν είναι απλή προέκταση του παρόντος. Αντί για σκοπούς, στόχους και σχέδια έχουμε θυμικού τύπου αντανακλαστικά. Αντί για οράματα, μια αναδίπλωση σε ένα διαρκές παρόν έμπλεο οργής. Η πολιτική, από πεδίο δημιουργίας αξιών και πρακτικών του βίου, μετατρέπεται σε μια αγορά διαμαρτυρίας, όπου τα πάντα ανταλλάσσονται ως εμπορεύματα συναισθηματικής εκτόνωσης, χωρίς να παράγουν πολιτικές που θα άνοιγαν νέους ορίζοντες.

Η νέα μορφή του ευτελούς
Σε αυτό το κενό νοήματος, τη θέση των συλλογικών σχεδίων καταλαμβάνουν τα πρόσωπα-φετίχ. Ο σύγχρονος εκπεσμός της πολιτικής δεν συνίσταται τόσο σε χυδαιολογία ή τοξικές συμπεριφορές –παρόλο που βαίνουν ολοένα αυξανόμενα και αυτά– αλλά στη ριζική υποκατάσταση της πολιτικής πράξης από μαρκετινίστικες λογικές με όρους κατανάλωσης. Τα νέα κομματικά μορφώματα δεν γεννιούνται από την ανάγκη να απαντήσουν στο ερώτημα «σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζούμε και τι πρέπει να κάνουμε για να τη δημιουργήσουμε;», αλλά από την επιθυμία ενός προσώπου να λειτουργήσει ως καθρέφτης της λαϊκής δυσφορίας. Η νομιμοποίηση δεν αντλείται από ένα πρόγραμμα που λειτουργεί ως φορέας συγκεκριμένων πολιτικών και αξιών, αλλά από την ίδια την προσωπική αφήγηση του εκάστοτε επίδοξου ηγέτη, η οποία συχνά συγχέεται με ένα «αντισυστημικό» ρεύμα της κοινωνίας.
Όταν η πολιτική πρόταση εξαντλείται σε μια γενική καταγγελία, χωρίς να μπορεί να συλλάβει θετικά το αντικείμενό της, τότε δεν έχουμε πλέον πολιτική αλλά ένα είδος κοινωνικής ψυχοθεραπείας, στις μέρες μας μάλιστα διαμεσολαβημένης από την οθόνη. Το υποκείμενο δεν καλείται να γίνει πολίτης, δηλαδή συνδημιουργός θεσμών και κοινωνικών σημασιών, αλλά απλός θεατής και επικροτητής μιας διαρκούς παράστασης διαμαρτυρίας και της εναλλαγής στην εξουσία. Αυτή η κατάσταση, που είναι ίδιον του κομφορμισμού, δεν γεννάει τομές παρά μόνο ανακυκλώνεται αενάως ως αυτοαναφορικό θέαμα.

Το παράδειγμα της αοριστίας
Η περίπτωση σχηματισμών που συσπειρώνονται γύρω από πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα και δήθεν αντισυστημικό προφίλ, όπως π.χ. η Μαρία Καρυστιανού, είναι ενδεικτικά αυτής της συνθήκης. Δεν πρόκειται για συγκροτημένες ιδεολογικές κοινότητες με σαφείς αναφορές σε κοινωνικά συμφέροντα και παραδόσεις αγώνα, αλλά για ετερόκλητα πλήθη που τα ενώνει αποκλειστικά μια διάχυτη δυσπιστία απέναντι σε ό,τι υπάρχει. Το φαντασιακό που τα συνέχει είναι καθαρά αρνητικό, μια διαρκής άρνηση χωρίς κατάφαση, που δεν τολμά να ονομάσει καθαρά τον εαυτό της και έτσι παραμένει εγκλωβισμένη στην ίδια της την αοριστία. Στο εσωτερικό αυτών των μορφωμάτων, η συγκίνηση, η πολιτισμική ανασφάλεια και η συνομωσιολογική καχυποψία συγκολλώνται σε ένα άμορφο μείγμα, το οποίο δεν μπορεί να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένο σχέδιο εξουσίας, ακριβώς επειδή του λείπει η κεντρική σημασία που θα του προσέδιδε συνοχή και προσανατολισμό.
Αυτή η αδυναμία θετικότητας είναι το βαθύτερο σημάδι του εκχυδαϊσμού. Διότι το χυδαίο στην πολιτική δεν είναι το άμεσο ή το λαϊκό –αυτά μπορεί να είναι φορείς γνήσιας δημοκρατικής ορμής– αλλά η απουσία εκείνου του δημιουργικού πυρήνα που υπερβαίνει το απλώς δεδομένο και ανοίγει δυνατότητες για νέες μορφές του συλλογικού βίου. Όταν ένα πολιτικό εγχείρημα δεν μπορεί να αρθρώσει ένα νέο όραμα για την κοινωνία, όταν απλώς εκφράζει την αγανάκτηση χωρίς να τη μετουσιώνει σε πραγματικά ενναλακτική πρόταση, τότε λειτουργεί ως σύμπτωμα της ίδιας της ασθένειας που υποτίθεται ότι πολεμά. Πρόκειται για πολιτικό σχηματισμό που αυτοπαγιδεύεται στην εικόνα του, όντας ανίκανος να ασκήσει πολιτική με τη ριζική έννοια του όρου, δηλαδή ως κάτι που στοχεύει στη μεταβολή του θεσμισμένου τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.

Το παράδειγμα της πολυσημίας
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, η περίπτωση του νέου κομματικού εγχειρήματος που συγκρότησε ο Αλέξης Τσίπρας είναι εξόχως διαφωτιστική αυτής της λογικής, αλλά και των ορίων της. Αυτό που χαρακτηρίζει την εν λόγω προσπάθεια δεν είναι μια επεξεργασμένη ιδεολογική σύνθεση που γεννιέται από τη γόνιμη σύγκρουση διαφορετικών ρευμάτων, αλλά μια στρατηγική σκόπιμης σημασιολογικής αμφισημίας. Η ταυτόχρονη επίκληση πατριωτικών συμβόλων, «αντισυστημικής» ρητορικής και αναφορών σε εμβληματικές στιγμές της Αριστεράς δεν υπακούει σε μια εσωτερική αναγκαιότητα της σκέψης, αλλά σε μια εξωτερική αναγκαιότητα πολιτικής επιβίωσης. Ο καταστατικός σκοπός που υπαγορεύει το πάντρεμα αντιπαραθετικών, συχνά αμοιβαία αναιρούμενων, πολιτικών παραδόσεων είναι η πάση θυσία επαναφορά στην εξουσία. Πρόκειται για μια εργαλειακή συγκόλληση ετερόκλητων στοιχείων, όπου η ιστορική μνήμη της αντίστασης στους ναζί μπορεί να συνυπάρξει με έναν αόριστο συνταγματικό πατριωτισμό και ο λαϊκισμός με τον αποκαλούμενο «δημοκρατικό καπιταλισμό», υπό τον όρο ότι όλα μαζί θα παραγάγουν εκλογικό πλεόνασμα ικανό να ανοίξει ξανά το δρόμο για τη διακυβέρνηση.
Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι, σε βάθος χρόνου, αποκαλύπτει την αδυναμία να γεννηθεί εκείνη η κεντρική σημασία που θα μπορούσε να ξαναδώσει νόημα στη συλλογική δράση πέραν της απλής κατάληψης της εξουσίας. Διότι η πολιτική δεν είναι απλώς η διαχείριση υπαρχουσών επιθυμιών, δυσαρεσκειών και των πραγμάτων, αλλά πρωτίστως η δημιουργία καινών τρόπων κοινωνικής ύπαρξης και νέων οριζόντων νοήματος. Όταν όμως η δημιουργία αυτή υποτάσσεται πλήρως στον στόχο της επαναφοράς στην εξουσία, τότε η διεύρυνση καταλήγει σε ένα εύθραυστο άθροισμα αντιθέσεων, που μπορεί να διαλυθεί μόλις έρθει αντιμέτωπο με την ανάγκη συγκεκριμένων επιλογών διακυβέρνησης και που αναπόφευκτα θα προδώσουν κάποιο από τα ετερόκλητα ακροατήρια που συσπειρώθηκαν υπό τη σημαία της αμφισημίας. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε ανάλογες ιστορικές περιπτώσεις πάντα ο κόσμος της αριστεράς ήταν αυτός που έβγαινε προδομένος. Αυτό που παρουσιάζεται ως ευρυχωρία και ανοιχτότατα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συγκρότηση ενός αυθεντικού πολιτικού υποκειμένου.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Στάθης Σταυρόπουλος "Ευθύνη της κοινωνίας να σπάσει ο φαύλος κύκλος ενός ελεγχόμενου πολιτικού συστήματος"


Ο Στάθης του σκίτσου και του δημόσιου λόγου μέσα από αιχμηρά άρθρα, ο Στάθης Σταυρόπουλος, μιλάει στον 98.4 για την γεωπολιτική παράνοια που δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη και την Ανατολική Μεσόγειο (www.militaire.gr) και την αναγκαιότητα η Ελλάδα με τα σοβαρά υπαρξιακά της ζητήματα, να αποκτήσει μια διακυβέρνηση προς όφελος του λαού και των αναγκών του αλλά που θα μπορεί να υπερασπιστεί ταυτόχρονα μία πατρίδα που βαθμηδόν μετατρέπεται όπως λέει σε προτεκτοράτο. Όποια αναδιευθέτηση επιχειρείται σήμερα, υποστηρίζει ο Στάθης, στο πολιτικό σύστημα και τους διάφορους πόλους του, δεν είναι παρά  μια ελεγχόμενη κατάσταση από ολιγάρχες και οικονομική ελίτ, στα πλαίσια αναδιανομής ρόλων. Η κοινωνία πλέον έχει ευθύνη με τις επιλογές της και στη κάλπη να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο ενός πολιτικού συστήματος, που απλά αναπαράγεται για την επιβίωση του, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Πρέπει επιτέλους να πάψει η δυστυχία να "στεφανώνει " αυτό τον τόπο, αλλά αυτό είναι στο χέρι κυριολεκτικά της κοινωνίας, που δεν μπορεί  να βολεύεται με τις λύσεις που της σερβίρουν άνωθεν… 

Στημένο παιχνίδι


Χρύσα Κακατσάκη, 
εκπαιδευτικός

Παρακολούθησα χθες τη δημοσκόπηση της Opinion . Θα σταθώ σε δυο σημεία .
Ερώτηση: Θα ψηφίσετε για σταθερότητα ή για διαμαρτυρία. 
Προσέξτε. Παραλείπεται το τρίτο και σημαντικότερο σκέλος «ή θα ψηφίσετε για τις προγραμματικές θέσεις των κομμάτων». Δεν μιλάμε για την παγίδα του Θουκυδίδη αλλά για την παγίδα της γλώσσας
Ερώτηση: Πόσο σημαντικό είναι για σας ποιος πρωθυπουργός θα σηκώσει το τηλέφωνο σε μια κρίση; 
Εδώ δηλαδή παίρνουν στα μουλωχτά τη φραση του Μητσοτάκη του οποίου το κόμμα συμμετέχει στις εκλογές και την θέτουν στην κρίση των πολιτών. Γιατί δεν έκαναν ερωτημα φράσεις και άλλων πολιτικών αρχηγών;
 
Υ/Γ: Η χειραγώγηση δεν είναι επαρκής λέξη για το στημένο παιχνίδι. 
Λάθος ερωτήσεις, βγάζουν και λάθος συμπερασματα
Σ.Σ.:   Επειδή κάποιοι κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, διευκρινίζω ότι οι παρατηρήσεις μου είναι φιλολογικού τύπου και το πώς παγιδεύονται οι ερωτώμενοι από τον τρόπο διατύπωσης. 
Το πιο σημαντικό εύρημα, (αν υπάρχει αξιοπιστία) είναι ότι οι αναποφάσιστοι είναι 2ο κόμμα
Με τη γλώσσα των αριθμών να θυμίσω το μεγάλο φιάσκο στο δημοφήφισμα του 15 που όλες οι εταιρείες έβλεπαν ντέρμπι μεταξύ του ΟΧΙ και του ΝΑΙ με ελαφρό προβάδισμα στο ΝΑΙ. 
Δεν φοβάμαι, τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα είμαι ελεύθερη.

Πολεμούν τον Αλέξη Τσίπρα ή το Σύνταγμα;


Το επιτελικό κράτος τον καταγγέλλει ως υπερασπιστή των εφοπλιστών, επειδή σεβόταν το Σύνταγμα!

του Δημήτρη Ψαρρά


24 ώρες πριν από τη γενέθλια συγκέντρωση του νέου κόμματος που είχε ανακοινώσει ο Αλέξης Τσίπρας, τα στελέχη του επιτελικού κράτους ήταν καρφωμένα στην τηλεόραση του «Σκάι», προκειμένου να παρακολουθήσουν το 4ο επεισόδιο της σειράς «Στο χιλιοστό», της τηλεοπτικής μεταφοράς του βιβλίου «Η τελευταία μπλόφα» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, για το οποίο έχει ασχοληθεί αρκετά το «Χωρίς Εφημερίδα».      
Ο πρωθυπουργός και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναζητούσαν μια ιδέα για να αντιπαρατεθούν προκαταβολικά στο νέο εγχείρημα του Τσίπρα και να στρέψουν αλλού τα πειθήνια μέσα ενημέρωσης της Λίστας Πέτσα. Και βέβαια τη βρήκαν, μεταφέροντας τη δήλωση του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι το 2015, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν δέχτηκε την πρότασή του να φορολογήσει τους …εφοπλιστές. Γέμισαν σήμερα, τηλεοράσεις, δικτυακά μέσα και εφημερίδες από τη νέα «αποκάλυψη». Τα είπε σήμερα το πρωί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης με ειδική δήλωση:
«Χθες, στο ντοκιμαντέρ του “Σκάι” “Στο χιλιοστό”, των Ε. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού, ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jan Claude Juncker τα είπε όλα. Σύμφωνα με τον ίδιο, και καθώς η Ευρώπη με την Ελλάδα απείχαν 380 εκατομμύρια από μια συμφωνία, ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν πρότεινε στον κ. Τσίπρα τη φορολόγηση εφοπλιστών, αντί των συνταξιούχων για να εξασφαλίσει το ποσό. Και τι έκανε ο “προστάτης των αδυνάτων”; Επέλεξε να φορολογήσει τους συνταξιούχους».
Πρόκειται βέβαια για μια πολυκαιρισμένη αθλιότητα. «Πολυκαιρισμένη», επειδή είχε χρησιμοποιηθεί από τους αντιπάλους της κυβέρνησης Τσίπρα στο εσωτερικό και το εξωτερικό από το 2015 και «αθλιότητα», επειδή εμφανίζονται όλοι όσοι την επαναλαμβάνουν ότι δεν έχουν διαβάσει ποτέ το ελληνικό Σύνταγμα.
Για όσους εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν παραπέμπω στο κείμενο που είχαμε γράψει ως «Ιός» (Τάσος Κωστόπουλος, Άντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς) στην «Εφημερίδα των Συντακτών» («Υπάρχουν στην Ελλάδα ολιγάρχες; Η σκανδαλώδης φορολογική προστασία των εφοπλιστών», 20.6.2015). Μεταφέρω παρακάτω μερικά χαρακτηριστικά σημεία:

Το κείμενο του «Ιού» (αποσπάσματα)
Δεν είχαν περάσει ούτε λίγες μέρες από το σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και στη Γερμανία άρχισαν να ακούγονται διάφορες καινούριες παραινέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, και να προτείνονται νέοι τρόποι για την αντιμετώπιση της κρίσης. Και σ’ αυτές τις προτάσεις εμφανιζόταν η γερμανική πλευρά να προσαρμόζεται στην αριστερή στροφή του ελληνικού εκλογικού σώματος και να ζητά να πληρώσουν οι πλούσιοι Έλληνες. Μόλις μια βδομάδα μετά τις εκλογές, στις 3.2.2015, η γνωστή για τις φιλελληνικές της ευαισθησίες εφ. «Bild» φιλοξενούσε ρεπορτάζ με τίτλο «Για ποιο λόγο δεν πληρώνουν φόρους οι ζάμπλουτοι Έλληνες;» και υπέρτιτλο «Η κυβέρνηση της Αθήνας δεν ζητά χρήματα από τους εφοπλιστές». Μάλιστα η εφημερίδα συνόδευε το ρεπορτάζ με τη σχετική δήλωση του Μίκαελ Φουκς, αντιπροέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοσοσιαλιστών: «Έφτασε επιτέλους  η στιγμή να φορολογήσει η Ελλάδα τους εφοπλιστές της». Στην ίδια κατεύθυνση και οι δηλώσεις των βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας Βόφγκανγκ Μπόσμπαχ και Καρλ-Γκέοργκ Βέλμαν: «Προτού θιγεί η τσέπη των Γερμανών θα ’πρεπε καλύτερα να στραφούν οι Ελληνες στους δικούς τους δισεκατομμυριούχων». Και ο Πρόεδρος της Ένωσης των Φορολογουμένων Ράινερ Χόλτσνάγκελ πρόσθετε: «Αντί να πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι για τα ελληνικά χρέη, πρέπει να ενεργοποιηθεί ο ελληνικός φορολογικός μηχανισμός. Τώρα πρέπει επιτέλους να οδηγηθούν οι πλούσιοι Έλληνες στο ταμείο».     
Περίεργα πράγματα! Έρχονται τα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα στελέχη του γερμανικού κυβερνώντος κόμματος να υποδείξουν στην Αριστερά να φορολογήσει τους πλούσιους; Μην ανησυχείτε. Δεν μετατράπηκαν οι συνεργάτες της κυρίας Μέρκελ σε κοινωνικούς επαναστάτες. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η φορολογική προστασία την οποία απολαμβάνουν οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ακόμα και συνταγματικά κατοχυρωμένη. Το μόνο που θέλουν να πετύχουν μ’ αυτές τις αναφορές είναι να στρέψουν την προσοχή του γερμανικού κοινού μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, μακριά από τα πραγματικά θύματα της κρίσης, τα στρώματα που εξαθλιώνονται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό επί πέντε χρόνια. 
Άλλωστε ουδέποτε αυτές οι προτάσεις δεν περιλήφθηκαν στα προαπαιτούμενα της Τρόικας και των Θεσμών. Γνωρίζουν κι εκείνοι ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα εκείνη που παρέχει αυτή τη σκανδαλώδη φορολογική ασυλία στους εφοπλιστές της. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την ίδια τη Γερμανία. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό το ζήτημα η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 στη χώρα μας ισχύει η φορολόγηση των ποντοπόρων πλοίων επί του τονάζ, σύμφωνα με την οποία καταβάλλονται λίγες πενταροδεκάρες για κάθε 100 τόνους φορτίου και μάλιστα ανάλογα με την ηλικία του σκάφους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια εικονική φορολόγηση, η οποία επεκτείνεται και σε όλες τις δραστηριότητες των ναυτιλιακών εταιρειών. Μετά την Ελλάδα υιοθέτησε την ίδια φορολογική ασυλία για τους εφοπλιστές η Κύπρος, η οποία διέθετε κάτω από τη σημαία της πολλά ελληνόκτητα πλοία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το μοντέλο της φορολόγησης του τονάζ εξαπλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και το 1997 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το υιοθέτησε ως νόμιμο φορολογικό μέτρο. Από το 1999 το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται και στη Γερμανία, καθιστώντας τις ναυτιλιακές εταιρείες ουσιαστικά αφορολόγητες. Μάλιστα προκειμένου να απολαμβάνουν αυτή τη φορολογική ασυλία οι εφοπλιστές δεν υποχρεούνται να διατηρούν τα πλοία τους υπό γερμανική σημαία. Αρκεί να έχουν έδρα σε κάποια γερμανική πόλη. Με τον τρόπο αυτό ο καγκελάριος Σρέντερ κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να πολλαπλασιαστεί ο γερμανικός εμπορικός στόλος.
[…]
Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει δεμένα τα χέρια της, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν συνταγματική ισχύ. Το άρθρο 107 του ισχύοντος Συντάγματος είναι σαφές:
«1. Η πριν από την 21 Απριλίου 1967 νομοθεσία, με αυξημένη τυπική ισχύ για την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού, διατηρεί την αυξημένη τυπική ισχύ που είχε και εφαρμόζεται και στα κεφάλαια που θα εισάγονται στο εξής. Την ίδια ισχύ έχουν και οι διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ έως και Δ΄ του τμήματος Α΄ του νόμου 27/75 ‘περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων’.  2. Νόμος, που εκδίδεται μία φορά μόνο μέσα σε τρεις μήνες από την ισχύ του Συντάγματος, ορίζει τους όρους και τη διαδικασία για την αναθεώρηση ή λύση των εγκριτικών διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν με οποιονδήποτε τύπο κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 2687/1953 ή των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από 21 Απριλίου 1967 έως 23 Ιουλίου 1974 για επενδύσεις κεφαλαίων εξωτερικού, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν τη νηολόγηση πλοίων με ελληνική σημαία».
Την περασμένη βδομάδα συμπληρώθηκαν 40 χρόνια [σ.σ. ήδη 50] από την ψήφιση του Συντάγματος στη Βουλή της Μεταπολίτευσης. Το εν λόγω άρθρο (είχε τότε τον αριθμό 108) αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς συζήτησης στην Ολομέλεια, με την τότε αντιπολίτευση (Ένωση Κέντρου, ΠΑΣΟΚ, Αριστερά) να διαφωνεί και να το καταψηφίζει. Στις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις είχε αντιταχθεί με αγόρευσή του ο Ανδρέας Παπανδρέου, λέγοντας ότι «ο νόμος 2687 μπορεί να θεωρηθεί νόμος προστασίας εξαγωγής και όχι εισαγωγής συναλλάγματος». 
Αλλά εκείνος που υπήρξε αποκαλυπτικός για τις ρυθμίσεις αυτές ήταν ο Γεώργιος Μαύρος, ο οποίος ανέλυσε το ιστορικό της υπόθεσης, ξεκινώντας από τις νομοθετικές ρυθμίσεις του 1951:
«Ήτο η εποχή κατά την οποίαν ήτο ουσιαστικώς ανύπαρκτος η ελληνική ναυτιλία. Και εγένετο μία πρώτη δοκιμή διά να ίδωμεν πώς είναι δυνατόν να προσελκύσωμεν προς την ελληνικήν σημαίαν σκάφη. Είναι νόμος διακομματικός, τον εψήφισαν τα δύο μεγάλα κόμματα της Βουλής τότε. […] Ο κλάδος αυτός της οικονομίας εζήτησε να έχη μείζονα κατοχύρωσιν και έγιναν σχετικές συζητήσεις και υπό τον όρον της αποδοχής από τα δύο μεγάλα κόμματα τότε εγένετο ο νόμος αποδεκτός από την Βουλήν. Και τι έκαμε ο νόμος αυτός. Καθιέρωνε δοκιμαστικώς ένα πάγιον ποσοστόν φορολογίας επί των ακαθαρίστων εσόδων από τας ναυλώσεις των πλοίων. Δεν απέδωσε το νομοθέτημα εκείνο. Ησαν πολύ ολίγες νηολογήσεις που έγιναν ελληνικών σκαφών και το 1952 έπεσε η ιδική μας κυβέρνησις, ήλθε η κυβέρνησις του Συναγερμού. Τότε εψηφίσθη ο νόμος 2687 και βάσει αυτού εγένετο η χάραξις της οριστικής ναυτικής πολιτικής, η οποία έφθασε μέχρι της υπερβολής να καθιστά τελείως αφορολόγητον την ναυτιλίαν. Ίσως αυτό της επέτρεψε να αναπτυχθή, αλλά κατέστη η ελληνική σημαία, σημαία ευκολίας».
Η ωμή παραδοχή από τα χείλη ενός συντηρητικού πολιτικού έχει βέβαια ιδιαίτερο βάρος. Στην ίδια αγόρευσή του ο Γ. Μαύρος έδωσε απάντηση και στα επιχειρήματα που ακούγονται μέχρι σήμερα από όσους επιμένουν στη διατήρηση της φορολογικής ασυλίας των εφοπλιστών: «Δεν νομίζω ότι το θέμα της χρησιμοποιήσεως ελληνικών πληρωμάτων αποτελεί επιχείρημα διά την διατήρησιν ενός τέτοιου καθεστώτος. Τα πληρώματα δεν τα παίρνουν διότι έχουν ελληνική σημαία, τα παίρνουν διότι δεν ευρίσκουν άλλα. Η απασχόλησις των ναυτεργατών θα ήτο η ιδία, οιανδήποτε σημαίαν και εάν είχον τα πλοία».
Ο πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου επισήμαινε και έναν βαθύτερο κίνδυνο: «Καταγγέλλεται ότι αυτή η διόγκωσις, αυτή η αύξησις του ελληνικού τονάζ, ώστε να φαινώμεθα πρώτοι, δεν δίδει την εικόνα των πράγματι ελληνικών συμφερόντων, τα οποία υπάρχουν υπό την ελληνική σημαία. Είναι πιθανόν επειδή κατέστη σημαία ευκαιρίας να στεγάζωνται υπό την ελληνική σημαία συμφέροντα άλλων κρατών και υπήκοοι άλλων εθνοτήτων. Είναι γεγονός και πιθανόν αυτό να δημιουργήση ωρισμένα προβλήματα εις το μέλλον, διότι αυτή η νηολόγησις υπό ελληνική σημαία, με τους όρους υπό τους οποίους γίνεται και με την ιδιότητα του νηολογούντος εφοπλιστού του πλοίου υπό την ελληνικήν σημαία να το αποσύρη αμέσως, διά μονομερούς πράξεως και να ξαναγίνη πάλιν ξένο, ουσιαστικώς καθιστά αμφίβολον την αξίαν αυτής της πολιτικής».
Η προφητική αυτή ανάλυση κατέληγε σε μια υπόδειξη που ουδέποτε απασχόλησε τις ελληνικές κυβερνήσεις: «Νομίζω ότι θα πρέπει και εις τον τομέα αυτόν να χαραχθή μία άλλη πολιτική από εδώ και εις το εξής. Δεν πρέπει, κύριοι βουλευταί, να αγνοούμεν ότι η ελληνική ναυτιλία αποτελεί κλάδον της οικονομίας μας, ο οποίος ανεπτύχθη εκτός της Ελλάδος, ανήκει εις άλλον οικονομικόν χώρον».
Στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος είχε αποκαλέσει «Δούρειο Ίππο» αυτές τις ρυθμίσεις και είχε απομυθοποιήσει την ενίσχυση του στόλου υπό ελληνική σημαία κατά την περίοδο της χούντας, εξηγώντας ότι επρόκειτο για πλοία ξένων συμφερόντων. Μάλιστα ο Α. Κανελόπουλος αποκάλυψε ότι την ίδια περίοδο είχε έρθει στην Ελλάδα ο αδελφός του προέδρου των ΗΠΑ Νίξον, και έλαβε «δάνειο 10 εκατ. δολ. από την ΕΤΒΑ, υπό το πρόσχημα μιας ναυτιλιακής εταιρείας που εφέρετο ως ελληνική. Η Ελλάς εδάνεισε την Αμερική! Ο τρόπος με τον οποίον επραγματοποιείτο αυτό, είναι πάρα πολύ απλός. Τα κενά από τη νομοθεσία για την προστασία της ναυτιλίας μας ήσαν τέτοια, ώστε θαυμάσια έσπευσαν να τα εκμεταλλευθούν. Μην έχουμε λοιπόν την ψευδαίσθηση ότι επετύχαμε με τον νόμο αυτό, το λεγόμενο θαύμα της ελληνικής ναυτιλίας».
Περιττό να παρατηρήσουμε ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η σκανδαλώδης ρύθμιση και βέβαια δεν περιλήφθηκε σε καμιά από τις αναθεωρήσεις που επιχειρήθηκαν κατά τα 40 χρόνια που πέρασαν.
[…]
Αυτά γράφαμε το 2015, όταν η Δεξιά (ελληνική και ευρωπαϊκή) επιχειρούσε να παρασύρει την κυβέρνηση της Αριστεράς στην παραβίαση του Συντάγματος. Η επανάληψη του «επιχειρήματος» Γιούνκερ προδίδει την αμηχανία και τον φόβο του επιτελικού κράτους, ενόψει του νέου κόμματος που αναγγέλλει σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας.

H Eξέλιξη του Eλληνικού Δημοσίου Χρέους από το 1970 [3 δις] έως σήμερα [470 δις] ανά πενταετία


Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των International Monetary Fund, World Bank, Organisation for Economic Co-operation and Development, and Bank for International Settlements η εξέλιξη του Eλληνικού Δημοσίου Χρέος από το 1970 έως σήμερα ανά πενταετία έχει ως εξής:
World Insightsστο X: 
-Έχετε διαβάσει κάτι πιο απειλητικό;

Ο Ερντογάν μιλά για «αίμα και σύνορα» και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετρά… ήρεμα νερά;


Η επικίνδυνη αφέλεια απέναντι στην Τουρκία

του Βασίλη Λύκου

Την ώρα που ο Recep Tayyip Erdogan επαναφέρει το 1453 ως πολιτικό όπλο, μιλά για σύνορα που «ξαναχαράσσονται με αίμα και δάκρυα», εμφανίζεται στην Αγία Σοφία σαν σύγχρονος συνεχιστής ενός νεοοθωμανικού αφηγήματος και προαναγγέλλει «νέες νίκες», η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να πουλά το αφήγημα των «ήρεμων νερών».
Ένα αφήγημα που μοιάζει όλο και περισσότερο με επικοινωνιακή βιτρίνα παρά με σοβαρή εθνική στρατηγική.
Η ομιλία Erdogan για την επέτειο της Άλωσης δεν ήταν μια ακόμη συναισθηματική αναφορά στο παρελθόν. Δεν ήταν μια απλή εσωτερική πολιτική τελετουργία για το τουρκικό ακροατήριο.
Ήταν μια σαφής πολιτική διακήρυξη ισχύος. Όταν ένας ηγέτης δηλώνει ότι υπάρχουν όσοι «δεν έχουν χωνέψει το 1453», όταν στοχοποιεί όσους μιλούν για βυζαντινή κληρονομιά και όταν υπενθυμίζει ότι «τίποτα δεν θα παραδοθεί στο πεδίο», το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία συνεχίζει να σκέφτεται με όρους γεωπολιτικής επιβολής και ιστορικού αναθεωρητισμού.
Και τι κάνει απέναντι σε αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
Σχεδόν τίποτα που να δημιουργεί αίσθηση αποφασιστικής εθνικής στάσης. Επένδυσε πολιτικά στη θεωρία των «ήρεμων νερών», επιχείρησε να παρουσιάσει μια εύθραυστη αποκλιμάκωση ως στρατηγική νίκη και δημιούργησε την εντύπωση ότι το πρόβλημα της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής μπορεί να λυθεί με χαμηλούς τόνους, χαμόγελα κορυφής και διπλωματικά τετ-α-τετ.
Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη «Γαλάζια Πατρίδα». Δεν απέσυρε τις θεωρίες περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Δεν έπαψε να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Δεν αναθεώρησε ούτε κατ’ ελάχιστο το casus belli απέναντι στην Ελλάδα.
Αντιθέτως, ενισχύει τη στρατιωτική της βιομηχανία, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία στην αμυντική παραγωγή και διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης από τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο.
Κι ενώ η Άγκυρα εξοπλίζεται, οργανώνεται και διαπραγματεύεται σκληρά με όλους, η Αθήνα δείχνει συχνά να λειτουργεί με όρους πολιτικής διαχείρισης εντυπώσεων. Η κυβέρνηση έσπευσε να εμφανίσει ως «νέα εποχή» μια προσωρινή αποκλιμάκωση, χωρίς ποτέ να απαντήσει πειστικά στο βασικό ερώτημα: τι ακριβώς έχει αλλάξει στην ουσία της τουρκικής στρατηγικής;
Η απάντηση είναι απλή: τίποτα.
Αντιθέτως, σε μια περίοδο που η Τουρκία ανεβάζει συνεχώς τον πήχη της επιθετικής ρητορικής, στην Ελλάδα άνοιξε ακόμη και δημόσια συζήτηση για μετακινήσεις οπλικών συστημάτων και αμυντικού υλικού, στο πλαίσιο των ευρύτερων δυτικών αναγκών και δεσμεύσεων.
Και εδώ γεννάται ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια χώρα με ανοιχτή απειλή απέναντί της, με διακηρυγμένο casus belli και καθημερινές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, να δίνει την εικόνα ότι αποδυναμώνει — έστω και προσωρινά — κρίσιμες αποτρεπτικές δυνατότητες στα νησιά της;
Η κυβέρνηση οφείλει καθαρές απαντήσεις. Γιατί ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν οι εθνικές προτεραιότητες παραμένουν αδιαπραγμάτευτες ή αν υπερισχύουν γεωπολιτικές ισορροπίες τρίτων.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν δει κανείς τη διεθνή εικόνα. Η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ επενδύουν τεράστια πολιτικά και οικονομικά κεφάλαια στην Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή — και ορθώς στηρίζουν μια χώρα που δέχεται επίθεση. Όμως την ίδια στιγμή, η Τουρκία καταφέρνει να βρίσκεται παντού κερδισμένη.
Παρουσιάζεται ως διαμεσολαβητής, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, ενισχύει το γεωοικονομικό της αποτύπωμα, αποσπά ανταλλάγματα από τη Δύση, πιέζει για εξοπλιστικά οφέλη και συνεχίζει να εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό. Με λίγα λόγια, η Άγκυρα παίζει σε πολλαπλά ταμπλό και συχνά ανταμείβεται για τον ρόλο της.
Και ενώ η Τουρκία αξιοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να ισχυροποιηθεί, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια εξωτερική πολιτική χαμηλών προσδοκιών, με βασικό στόχο να μην «διαταραχθεί το κλίμα».
Αλλά η Ιστορία δεν συγχωρεί τις ψευδαισθήσεις. Ιδίως όταν απέναντί σου δεν έχεις έναν προβλέψιμο γείτονα, αλλά μια δύναμη που επενδύει στον εθνικισμό, στη στρατιωτική ισχύ και στον αναθεωρητισμό ως κεντρικά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής.
Ο Erdogan μίλησε ξανά με τη γλώσσα της ισχύος, του αίματος και των συνόρων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν στην Αθήνα συνεχίζουν να πιστεύουν ότι όλα αυτά είναι απλώς επικοινωνία. Γιατί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα «ήρεμα νερά» αρκούν ως στρατηγική, τότε ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται μόνο στην τουρκική προκλητικότητα — αλλά και στην ελληνική πολιτική αυταπάτη.
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Βασίλης Λύκος είναι Βιολόγος, Μ.Sc. περιβαλλοντολόγος και υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Κρήτης.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Η AI οδηγεί στην ανεργία και τον ολοκληρωτισμό;


Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Οι «τεχνοφεουδάρχες» ήδη πανηγυρίζουν καθώς απαλλάσσονται μέσω της AI από το κόστος της ανθρώπινης εργασίας:
Ο Ίλον Μασκ λέει πως «Η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ θα αντικαταστήσουν όλες τις θέσεις εργασίας». Ο Μουσταφά Σουλεϊμάν της Microsoft διατείνεται ότι οι περισσότερες εργασίες γραφείου «θα αυτοματοποιηθούν πλήρως» σε 12-18 μήνες. Τώρα δηλαδή! Επίσης ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic προαναγγέλλει ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι το «γενικό υποκατάστατο της ανθρώπινης εργασίας».
«Το Κογκρέσο πρέπει να δράσει ΤΩΡΑ για να προστατεύσει τους Αμερικανούς εργαζόμενους.» αντιδρά ο ανεξάρτητος Αμερικανός γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς. Όμως η πλειοψηφία των μελών του Κογκρέσου ελέγχεται από τους ολιγάρχες και όχι από τους εργαζόμενους. Βέβαια, δεν αποκλείεται να συμφωνήσουν για το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», το οποίο θα παρουσιάσουν σαν μέγιστο μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλά αυτό είναι σήμερα ένα αναγκαίο μέτρο για να αναπαράγεται το σύστημα το οποίο χρειάζεται τους καταναλωτές των προϊόντων που παράγουν οι ολιγάρχες. Έτσι το κράτος θα γίνει για μια ακόμη φορά το όχημα αναδιανομής του πλούτου μεταξύ των τεχνοφεουδαρχών, εξασφαλίζοντας τόσο τους καταναλωτές των προϊόντων τους, όσο και την κοινωνική συνοχή.
Το κράτος γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο το όχημα για τη μετάβαση του καπιταλισμού στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης και της ρομποτικής. Το ίδιο εξάλλου συνέβη και κατά τη βιομηχανική επανάσταση. Η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν προήλθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε στην «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου» (Τ. Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη» (operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία νέα μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το τελευταίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές, όπως τον νεοφιλελευθερισμό.
Ο νεοφιλελευθερισμός εφάρμοσε την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας. Σήμερα, όμως, εγκαταλείπεται και ο νεοφιλελευθερισμός και επιστρέφουμε εκ νέου στην «κοινωνικοποίηση του κράτους» με στόχο την μέσω αυτού μετάβαση στην ψηφιοποίηση και ρομποτικοποίηση της εργασίας.

Η μετάβαση στην εποχή της ρομποτικής
Στην βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά στην αστική επανάσταση, είχαμε τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξειδίκευσης.
Το κεφάλαιο συνεχίζει να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία θα βρίσκει πλέον στα ρομπότ-εργάτες "που σκέφτονται" και όχι στους ανθρώπους-εργάτες υψηλής εξειδίκευσης. Οι τελευταίοι εντούτοις (όπως και όλοι οι εργαζόμενοι) είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη. Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα μοντέλο ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο. Από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Το κράτος πρέπει τώρα να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών (με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας, αεργίας και την μερική απασχόληση του πρεκαριάτου). Σύμφωνα με τους Κλάους Όφε και Βαν Πάριιτζ ένα σχήμα βασικού εισοδήματος χωρίς εισοδηματικά κριτήρια θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις γραφειοκρατίες πρόνοιας της βόρειας Ευρώπης με ένα απλούστερο σύστημα, καθώς "Όλοι θα μπορούσαν να αγοράσουν παιδεία, ιατρική περίθαλψη, πενιχρές συντάξεις στην ελεύθερη αγορά". Όμως, προκύπτουν μια σειρά νέα ζητήματα, όπως η βιοαφήγηση, η ταυτότητα, η σύσταση του Εγώ, η αναγνώριση της χρησιμότητας κάθε ανθρώπου (R. Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού), ό,τι δηλαδή συνιστά το Πρόσωπο του Ανθρώπου καθώς και την Αξιοπρέπειά του. 
Η προοπτική μιας σύγκρουσης του μεγάλου πλανητικού πλήθους των «κάτω» με τις παγκόσμιες ελίτ, δηλαδή μια παγκόσμια πολιτική αντιπαράθεση των «πάνω» και των «κάτω», δεν φαίνεται επί του παρόντος ορατή. Η πιθανότητα μιας νέας εξέγερσης μπορεί να είναι κατά της επιφανειακής κουλτούρας του "νέου καπιταλισμού", γράφει ο Σέννετ, εναντίον μιας κουλτούρας του ναρκισσισμού των μικρών διαφορών, της κουλτούρας των κοινωνικών, πολιτιστικών, εργασιακών "μη δεσμεύσεων", εναντίον μιας κοινωνίας που θα μοιάζει με μια πολύχρωμη σκωτσέζικη φούστα καταναλωτικών "αναγκών" όπου ο άνθρωπος σαν τον χαμαιλέοντα θα τρελαίνεται γιατί δεν θα ξέρει σε ποιο χρώμα να προσαρμοστεί! 

Υπάρχει άραγε προοπτική αντίστασης;
Το πρόβλημα σε πολιτικό επίπεδο είναι η χειραγώγηση τόσο των πολιτών όσο και των πολιτικών από τους νέους τεχνοφεουδάρχες αλλά και τους παραδοσιακούς ολιγάρχες. Τα μοντέλα AI των τεχνοφεουδαρχών έχουν πρόσβαση σε τεράστια δεδομένα και μπορούν να αναλύουν τις συμπεριφορές μας σε τέτοιο βάθος, ώστε να ελέγχουν όχι μόνο το πού είμαστε και τι κάνουμε, αλλά και να καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε.
Οδηγούμαστε έτσι από τη δημοκρατία των πολιτών στον ολοκληρωτισμό των αλγορίθμων, καθώς η βάση της καθημερινής μας ζωής (επικοινωνία, εργασία, ενημέρωση, πρόσβαση σε υπηρεσίες) θα ανήκει σε δύο-τρεις ανθρώπους. Ο αλγόριθμος θα καθορίζει τι θα δεις, τι θα πιστέψεις και ποια πληροφορία θα σου κρυφτεί. Για να συμμετέχεις στην κοινωνία θα «πληρώνεις» με τα δεδομένα σου, παραχωρώντας το δικαίωμα στους κατόχους της τεχνολογίας να σε επιτηρούν και να προβλέπουν τις κινήσεις σου, δηλαδή να σε χειραγωγούν.
Στο ολοκληρωτικό καθεστώς της AI, η καταστολή δεν χρειάζεται τη βία, αρκεί ο αποκλεισμός σου από το ψηφιακό σύστημα ή η χειραγώγηση της σκέψης σου.
Μπορεί κανείς να αρνηθεί την Τεχνητή Νοημοσύνη ως μορφή αντίστασης; Η απάντηση είναι «Όχι». Δεν ευθύνονται οι αλγοριθμικές μηχανές για τη χρήση που τους κάνουν οι τεχνοφεουδάρχες της Σίλικον Βάλεϊ. Η απάντηση στην χρήση της τεχνολογίας από τους τεχνοφεουδάρχες δεν είναι η αποχή, αλλά η εναλλακτική τεχνολογία: Η ενίσχυση μοντέλων AI που δεν ανήκουν σε εταιρείες-κολοσσούς και που επιτρέπουν στους χρήστες να ελέγχουν τα δεδομένα τους και να μην εξαρτώνται από "ψηφιακά ενοίκια". Πρωτοβουλίες όπως το "EuroStack" προτείνουν μια ανεξάρτητη ψηφιακή υποδομή (cloud, chips, AI) που θα λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και όχι ως μέσο εκμετάλλευσης. Μια πρώτη πρακτική μορφή αντίδρασης είναι οι «τοπικές αντιστάσεις» στο παγκόσμιο μοντέλο που ελέγχει τα πάντα, όπως αυτές που αναπτύσσουν κοινότητες και πανεπιστήμια. Αυτό εμποδίζει τη συγκέντρωση όλων των δεδομένων μας στη "μαύρη τρύπα" της Σίλικον Βάλεϊ.
Επίσης, η "τεχνοφεουδαρχία" βασίζεται στην εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων (cloud serfs) που παράγουν δεδομένα δωρεάν και στη βάση αυτή αναπτύσσεται ένας Νέος Συνδικαλισμός με την ανάδειξη κινημάτων που διεκδικούν δικαιώματα επί των δεδομένων και προστασία από την αλγοριθμική διαχείριση της εργασίας.
Επιπλέον, αναπτύσσεται μια συλλογική δράση και προσπάθειες "πολιτικής ανυπακοής" στον ψηφιακό χώρο με απαίτηση για διαφάνεια στους αλγορίθμους λήψης αποφάσεων. 
 Ήδη έχουμε νέες μορφές συνδικαλισμού, καθώς στους παραδοσιακούς εργαζόμενους προστίθενται και οι "ψηφιακοί εργάτες" (data labelers, moderators) που αντιδρούν στις άθλιες συνθήκες εργασίας. Υπάρχουν επίσης διεθνείς οργανισμοί όπως ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO) που προσπαθούν να επιβάλουν κανόνες προστατεύοντας τους ανθρώπους από την αυθαίρετη αντικατάσταση από τα ρομπότ.
Στην συλλογική αντίσταση εντάσσεται και ο πολιτισμός. Η άρνηση της κανονικοποίησης του ελέγχου περνάει μέσα από τη σάτιρα, την τέχνη και την πολιτική κριτική καταγγέλλοντας την "τεχνοφεουδαρχία" ως ένα παρωχημένο και άδικο σύστημα και σπάζοντας το μύθο ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι αναγκαστικά ασύμβατη με την ελευθερία και την ισότητα. 
Γενικά, το αίτημα για Δημοκρατία και Ελευθερία καθώς και για αντίσταση απέναντι στον ολοκληρωτισμό της Τεχνητής Νοημοσύνης των τεχνοφεουδαρχών επανατίθεται σήμερα ακόμη πιο επιτακτικά και από την περίοδο του Μεσοπολέμου…

ΤΙ ΥΠΟΚΡΥΠΤΕΙ η σύγκρουση Βαξεβάνη – Μαραντζίδη...


Dimitris Tsirkas

Η σύγκρουση Βαξεβάνη – Μαραντζίδη είναι η σύγκρουση του πρώην με τον νυν - του παλιού με τον νέο στενό σύμβουλο του Τσίπρα.
Ο Βαξεβάνης κατείχε αποκλειστικά τη θέση μέχρι το 2022, σε σημείο τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και οι δημοσιογράφοι της Αυγής να διαβάζουν το Documento για να μάθουν τα νέα του κόμματός τους.
Από το 2023 και έκτοτε, τη θέση καλύπτει ο Μαραντζίδης. Δική του πρόταση ήταν το άνοιγμα προς το κέντρο στις εκλογές του 23 και ακόμα περισσότερο σήμερα.
Η κόντρα τους είναι τόσο σφοδρή, όχι μόνο γιατί ανταγωνίζονται για την ίδια θέση . Αλλά και γιατί αντιπροσωπεύουν δύο τελείως διαφορετικές πολιτικές λογικές.
Ο Βαξεβάνης είναι άνθρωπος της σύγκρουσης και της λογικής της πλήρους κατίσχυσης επί του αντιπάλου – τη διαπλοκή – φλερτάροντας ώρες ώρες με το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», απέναντι σε φίλους και εχθρούς.
Ιδίως απέναντι σε φίλους που «λιποψυχάνε» μπροστά στον ιερό σκοπό.
Η εσωκομματική αντιπολίτευση στον Τσίπρα δεν πέρασε καλά από τις σελίδες του Documento μέχρι το 2022.
Ο Μαραντζίδης, βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της λογικής, τουλάχιστον στην τωρινή του φάση και όχι τότε που ήταν προωθημένος αξιωματικός του μνημονιακού στρατοπέδου – χονδρικά μέχρι το 2017.
Δανειζόμενοι από τη Σαντάλ Μουφ, θα λέγαμε ότι είναι πιο κοντά σε μια αγωνιστική αντίληψη της πολιτικής - πιο ήπιας, πιο συναινετικής - παρά σε μια ανταγωνιστική. Βλέπει πολιτικούς αντιπάλους και όχι πολιτικούς εχθρούς.
Με όρους διαφορετικών χαρακτήρων του καλύτερου φίλου του ανθρώπου - αν ο Βαξεβάνης είναι πίτμπουλ, ο Μαραντζίδης είναι λαμπραντόρ.
Ο Βαξεβάνης ταίριαζε στον Τσίπρα όταν η αίσθηση που κυριαρχούσε στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν το «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», εξ ου και λειτούργησε ως η δημοσιογραφική προμετωπίδα της τότε κυβέρνησης απέναντι στους αντιπάλους της, κυρίως με την υπόθεση Νοβάρτις και τις offshore της οικογένειας Μητσοτάκη.
Αυτό όπως γνωρίζουμε δεν πήγε πολύ καλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί μπορεί ο Σεν Ζυστ να έλεγε (δικαίως) ότι όποιος κάνει μισή επανάσταση σκάβει τον λάκκο του, αλλά ισχύει και πώς όποιος την κάνει χωρίς επαρκή όπλα, στρατό και σχέδιο μάχης πέφτει στον λάκκο που του σκάβουν οι άλλοι.
Ο Τσίπρας το αντιλήφθηκε αυτό – αν και κάπως αργά – και έκανε «διορθωτικές» κινήσεις, στην αρχή πιο ντροπαλά, τώρα τελευταία πιο αποφασιστικά. Η λογική του δεν είναι πλέον «να τους τελειώσουμε», αλλά «να τα βρούμε» - if you can’t beat them, join them, που λένε και στο χωριό μου.
Όχι βέβαια, ανοικτά, «μπροστά στα παιδιά», εδώ διατηρεί ακόμα μια συγκρουσιακή ρητορική, αλλά ξεθυμασμένη - μιλά για ολιγαρχία και καρτέλ, αλλά αποφεύγει να δώσει «ονόματα και διευθύνσεις».
Κοινώς, φταίει το (απρόσωπο) σύστημα. Plausible deniability που λένε στο άλλο μου χωρίο, από τη μεριά της μάνας μου.
Είναι με δυο λόγια πιο κοντά σε mood Μαραντζίδη, παρά Βαξεβάνη – να αράξουμε στη Βαλτετσίου και να κοιτάμε περιφρονητικά τη διμοιρία των ΜΑΤ έξω από τα γραφείο του ΠΑΣΟΚ, αλλά όχι και να αρχίσουμε να της πετάμε πέτρες και μολότοφ.
Αυτό όμως ο Βαξεβάνης δεν θέλει να το αποδεχτεί με τίποτα – σου λέει, έβαλε εκείνος το κεφάλι του στον ντορβά, πλακώθηκε με τους πάντες, φίλους και εχθρούς, κουβαλάει καμιά εικοσαριά μηνύσεις ως παράσημα – και τώρα τον πετάει σαν στυμμένη λεμονόκουπα;
Έφτασε μέχρι να ζητήσει συγγνώμη από τον Βενιζέλο για τη Νοβάρτις.
Και όχι απλώς τον πετάει, αλλά παίρνει δίπλα του τον Μαραντζίδη of all people!
Είναι σαν να σε χωρίζει το αίσθημά σου - εσένα το γνήσιο, λαϊκό, πλην όμως αθυρόστομο, παιδί - για εκείνο τον καθωσπρέπει χλεχλέ από τα Βόρεια Προάστια.
Ξεχνά, ωστόσο, ότι αυτός είναι ο ρόλος (και η συχνά η μοίρα) των κονσιλιέρι.
Να είναι δίπλα στον αρχηγό, να τον συμβουλεύουν, να τρώνε τα χτυπήματα αντί για εκείνον, αλλά αν φτάσει ο κίνδυνος πολύ κοντά του ή αν αλλάξουν τα πράγματα, τότε θα τους πετάξει χωρίς δεύτερη σκέψη για να σώσει τον εαυτό του.
It comes with the job, που λένε στο τρίτο χωριό μου, από τη μεριά της γιαγιάς μου.
Εδώ ο Μητσοτάκης πέταξε εκτός τον πιο στενό σύμβουλο και ανιψιό του και τον έστειλε να δέρνεται με τον κουμπάρο της αδερφής του στις κερκίδες του ΟΑΚΑ.
Έτσι, ο πρώην κονσιλιέρι γυρνά τώρα πικραμένος και εξοργισμένος και καταγγέλλει τον πρώην αρχηγό του όπου σταθεί και όπου βρεθεί, μαζί με τον νέο του κονσιλιέρι - που είναι «μπήξε» «δείξε» - μέχρι και «μισθοδοτούμενος από τις Βρετανικές Υπηρεσίες και το Foreign Office»!
Όσοι έχουν περάσει δύσκολους χωρισμούς καταλαβαίνουν. Ωστόσο, ελάχιστοι τον συμπονούν.
Αφενός διότι ο προδομένος έχει δημιουργήσει - λόγω χαρακτήρα και προηγούμενης δράσης - πολλούς εχθρούς.
Αφετέρου, οι περισσότεροι (πρώην) φίλοι του ακολούθησαν τον αρχηγό – όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις - και τώρα εξοργίζονται με τις "ανοιίκειες" επιθέσεις του εναντίον του.
Ο Μαραντζίδης από την άλλη απαντά, εύλογα, με δικαστήρια – ε ρε μηνύσεις που θα πέσουν...
Κάνει όμως και μια περίεργη σύνδεση – λέει ότι ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος είναι «πράκτορας» των Βρετανών μπορεί να δώσει το πρόσχημα σε κάποιους άλλους με ΕΥΠ και Predator στα χέρια τους, να παρακολουθήσουν τον Αλέξη, του οποίου είναι σύμβουλος.
Ίσως επειδή μεταπήδησε πολύ απότομα από το ακραίο κέντρο στην «ελασίτικη» αριστερά, ξέχασε ότι η συνεργασία – πραγματική ή φέικ - με μυστικές υπηρεσίες συμμάχων χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ, Γερμανία κλπ), δεν είναι πρόβλημα, αλλά ευλογία για έναν πολιτικό που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στα δημόσια πράγματα της χώρας.
Αυτές οι μυστικές υπηρεσίες είναι δικές τους και δικές μας!
Πρόβλημα είναι μόνο η συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες του Άξονα του Κακού (Ιράν, Ρωσία, Κίνα κλπ.).
Γενικά δεν θα πλήξουμε μέχρι τις εκλογές, Μπορεί να μην παράγουμε πολιτική ουσία, παράγουμε όμως περισσότερο πολιτικό θέαμα από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε.

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε»: Οι Δράκοι (Draghi) αναβιώνουν στην Ε.Ε.


Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι, όπως και οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε». Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι ξαναχτυπά δύο φορές, επαναφέροντας με κάποιες επίκαιρες μεταβολές στο περίγραμμά του το ξαναδιατυπωμένο σχέδιο-όραμά του για την ανάπτυξη στην Ευρώπη. Πρώτα με τις βαρύγδουπες ιερεμιάδες που εξαπέλυσε στην ομιλία του κατά την παραλαβή του ευρωπαϊκού βραβείου «Καρλομάγνος». Και κατά δεύτερον με την κυκλοφορία (εντός ολίγου από τις εκδόσεις Rizzoli) του βιβλίου του, με αυτόν ακριβώς τον τίτλο «Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε», που από τις προδημοσιεύσεις προκύπτει πως είναι μία επανάληψη στις αναλύσεις και τις πολιτικές που περιέχονταν στην περίφημη Έκθεση για «το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας» του Σεπτεμβρίου 2024,  με επικαιροποιημένο περιεχόμενο ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι νέες συνθήκες που δημιουργούν σε παγκόσμια κλίμακα  τ’ «ανδραγαθήματα» του Ντόναλντ Τραμπ, που παθητικά και δουλικά ακολουθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κι οι άρχουσες τάξεις της ηπείρου.
Ο Ντράγκι, όπως κι οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της, χωρίς πια τη στήριξη των Αμερικανών μιας και τα συμφέροντα των ΗΠΑ έχουν αλλάξει. Κι ακόμη χειρότερα, έχει υποβιβασθεί σε απλό υποχείριο της Ουάσιγκτον, όχι μόνον πλέον στους στρατηγικούς της στόχους, αλλά πολύ χειρότερα στο οικονομικό, ενεργειακό και τεχνολογικό επίπεδο. Ο Ντράγκι, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα εκείνης της άρχουσας τάξης (των αμιγώς τεχνοκρατών πολιτικών, των λόμπι και των υποτελών τους ΜΜΕ) που είναι υπεύθυνη για την πνευματική, ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ίδιου του μορφώματος που δημιούργησε, την Ε.Ε., μιας ελίτ απρόθυμης για οποιαδήποτε λογοδοσία, προτρέπει την ίδια αυτή κάστα να καθοδηγήσει το μέλλον της ηπείρου, λειτουργώντας αμιγώς ως μία επιχείρηση.

Η Ε.Ε. ως επιχείρηση, χωρίς κράτος δικαίου και θεσμικές δεσμεύσεις
Απηχώντας τα προηγούμενα μηνύματά του ενάντια στην «αδράνεια» και «απάθεια» (που όπως έλεγε στις 16 του περασμένου Σεπτεμβρίου στις Βρυξέλλες: «Μερικές φορές η αδράνεια παρουσιάζεται ακόμη και ως σεβασμός στο κράτος δικαίου. (η υπογράμμιση δική μας) Το να συνεχίσουμε ως συνήθως σημαίνει ότι συμβιβαζόμαστε με το να μείνουμε πίσω. (…) Μια διαφορετική πορεία απαιτεί νέα ταχύτητα»). Ο Ντράγκι αποφαίνεται πως η «συλλογικότητα» και η εμμονή στην «ομοφωνία» στη λήψη  των αποφάσεων καταδικάζει την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητα στην Ε.Ε.. Στην «αγωνιώδη κραυγή» του Ντράγκι, ως φερέφωνου των επιχειρηματικών ελίτ το άγχος να μείνουμε πίσω δεν χωρεί δικαιολογίες: ούτε καν επίκληση στο κράτος δικαίου. Περιττό να πούμε ότι τα λόγια του καταχειροκροτήθηκαν. 
Για τον Ντράγκι λοιπόν η Ε.Ε. βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα συνεχίσει όπως έκανε μέχρι τώρα και θα υποκύψει στις αδήριτες ιστορικές συνθήκες, είτε θα βρει το θάρρος να επανεκκινήσει και να μεταρρυθμιστεί. Αρχίζοντας από την ξεπερασμένη αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις και την επεξεργασία των αποφάσεων από επιτροπές (οι οποίες «νερώνουν ή μετριάζουν» τα τελικά μέτρα), την εμμονή στους κανονισμούς που παραλύει ουσιαστικά την Ευρώπη. Ο Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να «αφυπνίσει» τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε., υπογραμμίζοντάς τους πως:
Ο κόσμος που κάποτε συνέβαλε στην ευημερία της Ευρώπης δεν υπάρχει πια και σ’ αυτόν τον κόσμο για πρώτη φορά όσο θυμούνται οι άνθρωποι, είμαστε πραγματικά μόνοι μας.
Τώρα, σε τούτη την κρίσιμη καμπή της Ιστορίας μας προσφέρεται η ευκαιρία να ολοκληρώσουμε το έργο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σύμφωνα με το ευαγγέλιο των κοινοτικών αποβλέψεων. Που με βάση τη λειτουργική ρητορική τους, η κρίση λειτουργεί ως μαία της ολοκλήρωσης, όπως την εννοούν, στο  όνομα της έκτακτης ανάγκης και συνθηκών, που απαιτεί ένα πανεθνικό σμιτιανό «κράτος εξαίρεσης στην Ε.Ε.». Όταν η ταχύτητα είναι ο αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από τον προορισμό (η έννοια της ανάπτυξης παραμένει αφηρημένη, γιατί δεν περιγράφει προς όφελος ποιων και πώς θα διαμοιρασθεί) και ελλείψει ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος νομιμοποιημένου από τους λαούς, αυτή η επάρατη αρχή της ομοφωνίας στο Συμβούλιο της Ε.Ε. πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί.
Ο Ντράγκι υπενθυμίζει πως ούτε η Κίνα, ούτε πλέον οι ΗΠΑ, μπορούν να θεωρούνται εταίροι μας σε κανέναν τομέα -μάλιστα οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον, έπειτα από δεκαετίες υποτέλειας, σήμερα ανάγονται σε υπαρξιακό δίλημμα για την Ε.Ε.. Πλέον, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι μόνον στρατιωτική, αλλά στη νεροσυρμή της τεχνολογικής πλημμυρίδας η πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμμαχος, όπως απέδειξε το πολιτεύεσθαι του Τραμπ. Για τον Ντράγκι, με την αλλαγή του αμερικανικού δόγματος «δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι θεματοφύλακες της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων εξακολουθούν να είναι δεσμευμένοι στη διατήρησή τους» και «η αλλαγή της αμερικανικής στάσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως κίνδυνος. Είναι επίσης μια απαραίτητη αφύπνιση».
Άρα στις περίπλοκες τούτες εξαρτήσεις, η Ε.Ε. θα πρέπει να τρέξει για την ουσιαστική ολοκλήρωσή της, που περνά από την αλλαγή του τρόπου λήψης αναγκαίων αποφάσεων, που θα υπερβαίνει την προσχηματική προστασία των συμφερόντων των επιμέρους χωρών, των συμβάσεων του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων. Όταν η ήπειρος θα πρέπει να τρέξει, προκειμένου να επιτύχει την ενεργειακή  μετάβαση, την τεχνολογική ανάπτυξη και την οικονομική υπέρβαση, γεγονός που απαιτεί ότι η «χρηματοδότηση» προς τις μεγάλες εταιρείες που θα μετουσιώσουν το όραμα τούτο, θα πρέπει να αποφασίζεται με μεταβλητές πλειοψηφίες, να είναι γρήγορη κι ανεμπόδιστη, βλέπε ανεξέλεγκτη, ώστε να μη δημιουργούνται αγκυλώσεις. Γιατί, ο Ντράγκι το λέει σχεδόν απερίφραστα,  περί αυτού πρόκειται: για το ευρωπαϊκό χρήμα που θα δοθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις (που δε θα βάλουν χέρι στις τσέπες τους για ιδιωτικές επενδύσεις) και με όρους και συνθήκες που δε θα δεσμεύονται από τις εθνικές πολιτικές ή άλλους (περιβαλλοντικούς, νομικούς κ.α.) περιορισμούς. «Οι χώρες που αισθάνονται περισσότερο το βάρος αυτής της στιγμής και που κατανοούν ότι το παράθυρο ευκαιρίας για δράση δεν θα παραμείνει ανοιχτό επ’ αόριστον, πρέπει να είναι ελεύθερες να προχωρήσουν», τόνισε στην ομιλία του ο Ντράγκι, αναφερόμενος φυσικά στις ‘μεγάλες’ χώρες (και τις επιχειρήσεις τους) που ασφυκτιούν από την ‘αδράνεια’ και τους κανονισμούς της Ε.Ε..

Φεντεραλισμός και αλληλεγγύη υπέρ των πλουσίων
Αυτή η ανεμπόδιστη ελευθερία στις χώρες που «θέλουν να τρέξουν» είναι η ακρογωνιαία  έκφραση του (ετεροβαρούς) φεντεραλισμού, όπως τον εννοεί ο Ντράγκι, που σημαίνει, στην πράξη, ότι «οι χώρες που έχουν τη βούληση να δράσουν, θα πρέπει να εντείνουν τη συνεργασία τους σε συγκεκριμένους τομείς». Ο Ντράγκι θέλει διακαώς μία ενιαία αγορά: τραπεζική, στην κεφαλαιαγορά, για να μπορούν εύκολα να χρηματοδοτούνται, χωρίς άλλους περιορισμούς,
Για τον Ντράγκι βέβαια, «η προσέγγιση θα είναι αναγκαστικά πειραματική», γιατί μοιραία «ορισμένες πρωτοβουλίες θα πετύχουν, άλλες όχι», δηλ. οι χώρες που θα ‘αποτυγχάνουν’ θα εξοβελίζονται «γιατί τα πειράματα δεν είναι τυχαία». Βέβαια, θα εξακολουθεί (τύποις) να αποκαλείται ‘φεντεραλισμός’ καθώς αυτά «καθοδηγούνται από έναν κοινό στόχο: την πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να μάθουν να ασκούν την εξουσία μαζί, αν θέλουν να διαφυλάξουν τις αξίες τους». Δηλ. να μαθαίνουν, στο πλαίσιο της συνεργασίας, πότε θα πρέπει να αποσύρονται οι αδύνατοι και ν’ αφήνουν τους ισχυρούς να οδηγούν τις τύχες τους – μιας κι όπως θέλουν να μας διδάξουν οι γενικότερες αξίες ταυτίζονται με τα συμφέροντά τους. Και κυρίως να μάθουν να μη διεκδικούν επιδοτήσεις κλπ γιατί όπως τονίζει ο «Σούπερ Μάριο» (επικαλούμενος και τους παντογνώστες του ΔΝΤ) «έχει αποδειχθεί πως κάθε επιδότηση σε ένα κράτος, επηρεάζει την ανάπτυξη ενός άλλου!»
Για τον Ντράγκι, το δημόσιο, ευρωπαϊκό, χρήμα δεν θα πρέπει να σπαταλάται σε επιχειρήσεις που δεν μπορούνε να εξυπηρετήσουν τους στόχους που θα βοηθήσουν στην κούρσα τούτη της ανάπτυξης. Και ποιες είναι τούτες οι επιχειρήσεις που θα πρέπει να προταχθούν; Μα εκείνες που είχε περιγράψει και στο διαβόητο σχέδιο για την ανάπτυξη της Ε.Ε.: της ενέργειας, της τεχνολογικής καινοτομίας και φυσικά του τομέα που αμιγώς σχετίζεται με αυτήν (δεδομένου ότι η αυτοκινητοβιομηχανία, λόγω και της έλλειψης κρίσιμων πρώτων υλών/ορυκτών δεν μπορεί να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στην πορεία τούτη) η στρατιωτική βιομηχανία. Άλλωστε οι γεωπολιτικές συνθήκες ευνοούν την διαιώνιση πολεμικών συγκρούσεων και την ανάγκη για προηγμένα όπλα, ενώ – όπως κι ο ίδιος επισημαίνει – οι άλλες εμπορικές (αγροτικές κατά βάση και χαμηλής τεχνολογικής καινοτομίας μηχανημάτων) συνεργασίες, όσο εκτεταμένες και να είναι (βλέπε Mercosur) «δεν συμβάλλουν σε μία αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ πάνω από 0,5%. Οπότε ας αφήσουμε στην άκρη τις κοστοβόρες αγροτικές πολιτικές (που απαιτούν εξάλλου κι εργατικά χέρια, που δημιουργούν και μεταναστευτικό πρόβλημα λόγω των αναγκών αυτών) και ας επενδύσουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τη στρατιωτική βιομηχανία, που χάρις στην πρώτη μπορεί να ρομποτοποιηθεί και να μη χρειάζεται παρά μόνον ειδικευμένο προσωπικό.
Όμως προκύπτει αναπόφευκτα ένα ερώτημα: Προς ποια κατεύθυνση θα διευθυνθεί αυτή η «φυγή προς τα εμπρός» και ποιος θα είναι ο προορισμός της, δηλ. ποιο θα είναι το αποτύπωμα και το όφελος για τους πολίτες της Ευρώπης;  Τρέχουμε; Ποιο είναι το νόημα της κούρσας; Σε ποιον ανθρώπινο προορισμό φτάνουμε πιο γρήγορα; Σε ποια κοινωνία; Σε ποια Ευρώπη; Θα ήταν καιρός να απαντήσουμε στα ερωτήματα, χωρίς αφέλεια και χωρίς να αποφεύγουμε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα: οδεύουμε προς τον πόλεμο ως μόνη δυνατότητα των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν την κερδοφορία και τα συμφέροντά τους, αδιαφορώντας για τις τύχες ολάκερων λαών και του περιβάλλοντος. Η αριστοκρατία μας δεν θέτει ερωτήματα κι ο Σούπερ Μάριο Ντράγκι επιμένει, γιατί κατ’ αυτόν έχουμε δημιουργήσει λίγη αγορά, ιδίως στις κεφαλαιαγορές.
Στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, που η Ε.Ε. ακολουθεί με πεισματική προσήλωση ακόμη κι όταν δεν λειτουργεί, η κούρσα την οποία ευαγγελίζεται ο Ντράγκι (και την οποία έχει εφαρμόσει μέχρι κεραίας η Ένωση) έχει γίνει πια μη βιώσιμη. Η κοινωνική εργασία, που καταναλώνει ακόμη και τον ελεύθερο (κι όχι απελευθερωμένο χρόνο) των εργαζομένων, ιδίως τώρα με την εφαρμογή της ΤΝ, η οποία αποικεί κάθε δραστηριότητα, απομονώνει τους ανθρώπους που έχουν την αυταπάτη ότι μπορούν – όπως τους ζητούν – να γίνουν επιχειρηματίες του εαυτού τους. Ο ανταγωνισμός κι η αναζήτηση του πλούτου, της νεότητας και τις ευεξίας διαβρώνει τους ηθικούς και κοινοτικούς δεσμούς κάτω από την εμμονική πίεση για διαρκή απόδοση. Φορτώνει αποκλειστικά στο άτομο (στην προσωπική μικροκλίμακα) και σε ολάκερες κοινωνίες κι έθνη (με μνημόνια, κόφτες, πλεονάσματα) το βάρος της αποτυχίας στο πλαίσιο ενός πανταχού παρόντος και ριζικά αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδίως μέσα σε τούτη την πολυδιαφημισμένη ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Κυρίως, ο ευρωπαϊκός κοινός χώρος, ενώ ιδιωτικοποιεί τα κέρδη και κοινωνικοποιεί τις απώλειες των κοινοτικών κι εθνικών πολιτικών (παντοτινά προσδεδεμένα με τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων) αποποιείται στην ουσία τις ευθύνες της πολιτικής των Βρυξελλών, η οποία έχει μετατραπεί σε θεραπαινίδα των κυρίαρχων συμφερόντων.
Ο Ντράγκι επικαλείται την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, αλλά η αλληλεγγύη για την οποία μιλάει είναι η θεσμική ανταπόκριση του ευρώ στην κρίση χρέους, ο καταμερισμός του χρηματοπιστωτικού κινδύνου μεταξύ τους, που έχει κάνει τους Ευρωπαίους, που αυτοί ουσιαστικά δικαιούνται το βραβείο που του απονεμήθηκε,  να ματώσουν ίσαμε σήμερα. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται στην πραγματική υλική αλληλεγγύη, προς τους πολίτες που υποφέρουν, στην ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες υπάρχουν μόνο ως παραγωγικές μονάδες, υποκείμενα που οικοδομούν την ανάπτυξη με τον ιδρώτα τους, αλλά χωρίς δικαιώματα και που θα πρέπει να θυσιαστούν στον βωμό της ανάπτυξης, με την ελπίδα πως μία σταγόνα από τα υπερκέρδη θα ράνει κι αυτούς.
Ο Ντράγκι επικαλείται το Ευρωβαρόμετρο, λέγοντας πως εννέα στους δέκα πολίτες θέλουν μεγαλύτερη Ένωση στην Ε.Ε., περισσότερη Ευρώπη. Μόνο που δεν αναφέρει πως όταν οι πολίτες αξιώνουν περισσότερη Ευρώπη, δεν ζητούν περισσότερη αγορά. Θέλουν περισσότερη προστασία, μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, ευρύτερη κοινωνική συνοχή. Δεν ζητά υψηλότερους δασμούς κατά της Κίνας, ούτε και πόλεμο κατά της Ρωσίας ή ενάντια στο Ιράν. Απαιτεί τα παιδιά του να έχουν ίσες ευκαιρίες να σπουδάσουν, όταν αρρωσταίνει να έχει νοσοκομεία και γιατρούς να τον θεραπεύσουν χωρίς να τον αφαιμάξουν οικονομικά, να έχει μία αξιοπρεπή, καλά αμειβόμενη, εργασία και μία επαρκή σύνταξη. Όταν ο Ντράγκι εννοεί Ενιαία Ευρώπη, είναι σα να μιλάει άλλη γλώσσα.

Η κοινωνική πολιτική στον κάλαθο των αχρήστων του Ντράγκι
Στον λόγο του Ντράγκι, περιγράφηκαν πολλές δυνατότητες για την ανάπτυξη και την απαραίτητη «κούρσα» για την επίτευξή της, όμως σε όλο το κείμενο μόνο μία λέξη  δεν αναφέρθηκε: η λέξη κοινωνική πολιτική και κοινωνικό κράτος/πρόνοια(welfare ). Ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ δεν ενδιαφέρθηκε για τις ευρωπαϊκές  κοινωνίες, που γηράσκουν και που συνθλίβονται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που το μοντέλο της ευρωπαϊκής «αδράνειας» έχει δημιουργήσει επί χρόνια η ταύτιση του «προγράμματος για την ενιαία Ευρώπη των πολιτών» και των αξιών της με το οικονομικό πρόγραμμα που έχει εκπονήσει κι ακολουθεί η ηγεσία της Ε.Ε. και οι μεγάλες χώρες. Ο Ντράγκι ήταν εξαιρετικά αναλυτικός για τον κατάλογο με τις δαπάνες που θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν μαζί με την ενεργειακή μετάβαση, την άμυνα και την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά οι κοινωνικές δαπάνες, που στριμώχνονται κάπου μεταξύ των ευρωπαϊκών επενδύσεων-επιχορηγήσεων, μοιάζουν ένα ακολούθημα, που θα πάρουν κάτι εάν περισσέψει.  Αποτελούν μία εξαρτημένη μεταβλητή στις επιτρεπτές δαπάνες, όχι  ένα βασικό στοιχείο στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Δεν πρόκειται όμως για μία απλή παράλειψη. Και για τον Ντράγκι, όπως και για τους ομοίους του, η αδιαφορία για την προτεραιότητα στην κοινωνική πολιτική αποτελεί την ίδια τη δομή της σκέψης του. Σύμφωνα με την  απλουστευτική (κι ουδέποτε εκπληρούμενη) «αρχή της σταγόνας» η οικονομία πρέπει να επιστρέψει στην ανάπτυξη για να χρηματοδοτήσει, όποτε το ποτήρι φθάσει στο χείλος του, με τις σταγόνες που θα πέφτουν όσο γεμίζει κι όλα τα υπόλοιπα. Η ανάπτυξη είναι η προϋπόθεση για κάθε άλλο πράγμα. Τα 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως για στρατηγικές επενδύσεις, στα οποία αναφέρεται, περιλαμβάνουν τον επανεξοπλισμό, την ενέργεια, την τεχνολογία. Όχι όμως και το κοινωνικό κράτος. Μόνο που εάν αυξηθούν οι δαπάνες για την άμυνα και τις ψηφιακές υποδομές και δεδομένου ότι οι δημόσιοι πόροι δεν είναι άπειροι, κάτι θα πρέπει να μειωθεί. Αυτό το κάτι, το γνωρίζουμε ήδη, θα είναι οι κοινωνικές δαπάνες. Συμβαίνει ήδη και θα συμβεί ακόμα περισσότερο.
Ωστόσο, είναι το κοινωνικό μοντέλο εκείνο που ακριβώς διαφοροποιεί την Ευρώπη να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο, όπου η παραγωγή είναι αποχωρισμένη από τη φροντίδα για τον άνθρωπο. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, για το οποίο πολλοί επικαλούνται τις χριστιανικές κι ουμανιστικές ρίζες του πολιτισμού της που ξεκινά από την κλασσική αρχαιότητα, περνά από τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση και κορυφώνεται στους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες και την βούληση να αποφευχθεί ξανά η φρίκη των δύο Παγκόσμιων Πολέμων που θέρισε τόσες γενεές και υποδομές, δεν είναι επ’ ουδενί η ενιαία αγορά – παρ’ ότι γέννησε τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό – ούτε η βιομηχανική βάση, που οι ΗΠΑ κι η Κίνα υπερτερούν. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, ιδίως μεταπολεμικά, βάζει τον άνθρωπο, την υγεία και την παιδεία και τα εργασιακά δικαιώματα στο επίκεντρο της κρατικής πολιτικής, ως παράγοντες που εξασφαλίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη και τη συνοχή του κράτους και των θεσμών του. Χωρίς κοινωνικό κράτος, η Ευρώπη είναι απλώς μια οικονομική ζώνη μεταξύ άλλων. Με το κοινωνικό κράτος, είναι ένας πολιτισμός.