Mpelalis Reviews
Mpelalis Reviews
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026
Η ευηµερία της µιζέριας
Η Ελλάδα, φτερό υπηρεσιών στον άνεµο των αλλαγών, παρουσιάζεται από υπουργούς ως η καλύτερη χώρα, όπου όλα είναι ζάχαρη
Σβήστε φώτα, µην κυκλοφορείτε µε αυτοκίνητο. Η εντολή των Βρυξελλών για την αντιµετώπιση της επερχόµενης κρίσης είναι σαφής: λιτότητα παντού. Με δύο πολέµους να κλείνουν τις στρόφιγγες στην ενέργεια, οδεύουµε προς το σηµείο µηδέν της τέλειας καταιγίδας: χρέος, πληθωρισµός, ενεργειακή επισιτιστική και στεγαστική κρίση, φτωχοποίηση και πόλεµος.
Φόβος, ανασφάλεια, αβεβαιότητα. Το ευρώ ήδη υποχώρησε στα χαµηλότερα επίπεδα εδώ και ενάµιση χρόνο. Το δολάριο επιπλέει σε µια κλυδωνιζόµενη οικονοµία: τα αµερικανικά δεκαετή οµόλογα χτυπούν ιστορικό υψηλό από το 2007: 5,34%. Με σπασµένα φρένα κατρακυλούν οι «ισχυρές» οικονοµίες στα δεκαετή οµόλογα: Γερµανία 3,62% (από αρνητική απόδοση πριν από τέσσερα χρόνια, αλλά ας όψεται ο πόλεµος), Γαλλία 4,96%, Ιαπωνία 3,12%, Βρετανία 5,45%, Ισπανία 4,1% και Ιταλία 4,69% – το ελληνικό κυµαίνεται στο 4,55%.
Το πετρέλαιο µπρεντ έχει σταθεροποιηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ βασικά σηµεία παραγωγής και διακίνησης ενέργειας (φυσικό αέριο και πετρέλαιο) είναι εγκλωβισµένα σε εµπόλεµες ζώνες, µε τη Ρωσία να µπλοκάρει τις εξαγωγές, καθώς τα διυλιστήριά της δέχονται επιθέσεις φθοράς από ουκρανικά drones µε νατοϊκή επίβλεψη. Αποτέλεσµα ο υψηλός πληθωρισµός επιµένει, ακόµη και στις ΗΠΑ (φρέναρε στο 3%), όπου η τιµή της βενζίνης από το 2022 κινείται στις υψηλότερες –για ενεργειακές κρίσεις– τιµές των 4-5 δολαρίων το γαλόνι.
Στη Γαλλία το χρέος αναµένεται στο 121,7% του ΑΕΠ το 2027 και η ανάπτυξη πλέον σέρνεται, όπως και στη Γερµανία, όπου κόβονται δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Στις γαλλικές πόλεις οι µαθητές ξεσηκώθηκαν, αφού ο Μακρόν για να καλύψει τον προϋπολογισµό βάζει δίδακτρα – και αύξηση ορίων στη συνταξιοδότηση.
Η Ελλάδα, φτερό υπηρεσιών στον άνεµο των αλλαγών, παρουσιάζεται από υπουργούς ως η καλύτερη χώρα, όπου όλα είναι ζάχαρη. Εµπιστευόµαστε σοβαρά αυτή την κυβέρνηση (και τη συναινετική αντιπολίτευση) να µας βγάλει από το τούνελ της κρίσης;
Πηγή: www.documentonews.gr
Η ενεργειακή ομηρία των Ελλήνων
Πώς η καθυστέρηση στην αποθήκευση ενέργειας και η απουσία μπαταριών, στέρησαν από την Ελλάδα τη δωρεάν ηλιακή παραγωγή των ΑΠΕ – εγκλωβίζοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και βιομηχανία, στις εξωφρενικές διακυμάνσεις των τιμών του εισαγόμενου φυσικού αερίου. Η σύγκριση με τις γειτονικές χώρες εκθέτει την κυβερνητική ολιγωρία και αποκαλύπτει τους μηχανισμούς υπερκέρδους του εγχωρίου καρτέλ – το οποίο πλέον εξαναγκάζεται σε στροφή 180 μοιρών, λόγω των εκρηκτικών περικοπών. Μια ανατομία της ξεκάθαρης κυβερνητικής αποτυχίας στον σχεδιασμό της ελληνικής αγοράς – με την οποία όμως θησαύρισε το ενεργειακό καρτέλ.
Το ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας στην Ελλάδα, η αναλυτική σύγκριση με γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ιταλία και η Ρουμανία, καθώς επίσης ο άμεσος, καθοριστικός αντίκτυπος στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά, τις εμπορικές επιχειρήσεις και τη βιομη
χανία, αποτελούν το επίκεντρο μιας από τις πιο σοβαρές, έντονες και πολυεπίπεδες οικονομικές και πολιτικές συζητήσεις των τελευταίων ετών.
Η δημόσια αντιπαράθεση συχνά διχάζεται — από τη μία πλευρά ανάμεσα σε καταγγελίες για σοβαρές πολιτικές ευθύνες, δομική αδράνεια και κυβερνητική ολιγωρία, ενώ από την άλλη σε τεχνικές δικαιολογίες, επιχειρήματα περί «στρατηγικής αναμονής» ή επικλήσεις του ευμετάβλητου διεθνούς περιβάλλοντος.
Εντούτοις, για να αποκτήσει κανείς μια πραγματικά ολοκληρωμένη, αντικειμενική εικόνα αυτού του σύνθετου προβλήματος, απαιτείται μια εμπεριστατωμένη ανάλυση — η οποία να εξετάζει τη λειτουργία της εγχώριας αγοράς ενέργειας, τη δομή του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, τη φύση των επιχειρηματικών επενδύσεων στις μπαταρίες, τα κίνητρα και τις στρατηγικές των μεγάλων καθετοποιημένων παικτών, καθώς επίσης τις επιπτώσεις των διεθνών γεωπολιτικών κρίσεων.
Ποιοι είναι τώρα οι μεγάλοι καθετοποιημένοι όμιλοι που θησαυρίζουν από το ενεργειακό χρηματιστήριο και χαρακτηρίζονται ως καρτέλ, φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί — έχοντας τη δυνατότητα να αντισταθμίζουν τα ρίσκα (hedging) ανάμεσα στη χονδρεμπορική αγορά (παραγωγή) και τη λιανική (προμήθεια). Εν προκειμένω, όταν οι τιμές χονδρικής είναι υψηλές, κερδίζουν από την παραγωγή – ενώ όταν είναι χαμηλές, προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους τους στη λιανική. Η Aktor εδώ του καθέτου διαδρόμου, μέσω εισαγωγών αμερικανικού LNG που προωθεί ο υπουργός ενέργειας και η πρέσβειρα των ΗΠΑ, δεν υπάρχει πουθενά – οπότε καταλαβαίνει κανείς τα προβλήματα της.
Για να κατανοήσουμε τώρα τη θεμελιώδη, υπαρξιακή ανάγκη της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο παράγεται, διακινείται και τιμολογείται το ηλεκτρικό ρεύμα στη σύγχρονη Ελλάδα.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η Ελλάδα πραγματοποίησε μια θεαματική, αλματώδη στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) — γεμίζοντας τις κορυφογραμμές των βουνών με εκατοντάδες ανεμογεννήτριες και τους εύφορους κάμπους με εκτεταμένα φωτοβολταϊκά πάρκα.
Η ραγδαία αυτή διείσδυση των ΑΠΕ μετέβαλε ριζικά το τοπίο της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής — όπου τις ώρες της ημέρας με την εντονότερη ηλιοφάνεια, δηλαδή από το πρωί στις οκτώ έως αργά το απόγευμα στις τέσσερις με πέντε, η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας φτάνει σε επίπεδα πλήρους κορεσμού.
Επειδή όμως η προσφορά ρεύματος εκείνες τις ώρες υπερκαλύπτει συντριπτικά τη συνολική ζήτηση του συστήματος, η τιμή της κιλοβατώρας στη χονδρεμπορική αγορά πέφτει κυριολεκτικά στο μηδέν — ενώ αυτή η εικόνα της μηδενικής τιμής τις μεσημεριανές ώρες ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα πριν από τις πρόσφατες γεωπολιτικές αναταράξεις και παραμένει ακριβώς η ίδια, ακόμη και εν μέσω οξυμένων διεθνών συγκρούσεων.
Εντούτοις, αυτή η τεράστια παραγωγή φθηνής πράσινης ενέργειας συνοδεύεται από ένα δομικό, ανυπέρβλητο πρόβλημα: την εγγενή μεταβλητότητα, την εποχικότητα και την αβεβαιότητα της ηλιακής παραγωγής. Όταν ο ήλιος δύει, η παραγωγή των φωτοβολταϊκών συστημάτων μηδενίζεται μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας — ενώ την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή, η συνολική ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια εκτοξεύεται στα ύψη, επειδή τα νοικοκυριά επιστρέφουν στο σπίτι ενεργοποιώντας τις οικιακές συσκευές και η βιομηχανία συνεχίζει τη λειτουργία της.
Αυτό ακριβώς το χαώδες χρονικό χάσμα, μεταξύ της κορύφωσης της παραγωγής το μεσημέρι και της κορύφωσης της κατανάλωσης το βράδυ, συνιστά το περίφημο «φαινόμενο της πάπιας» (duck curve) στην ενεργειακή οικονομία — όπως φαίνεται από το επόμενο γράφημα.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η Ελλάδα πραγματοποίησε μια θεαματική, αλματώδη στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) — γεμίζοντας τις κορυφογραμμές των βουνών με εκατοντάδες ανεμογεννήτριες και τους εύφορους κάμπους με εκτεταμένα φωτοβολταϊκά πάρκα.
Η ραγδαία αυτή διείσδυση των ΑΠΕ μετέβαλε ριζικά το τοπίο της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής — όπου τις ώρες της ημέρας με την εντονότερη ηλιοφάνεια, δηλαδή από το πρωί στις οκτώ έως αργά το απόγευμα στις τέσσερις με πέντε, η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας φτάνει σε επίπεδα πλήρους κορεσμού.
Επειδή όμως η προσφορά ρεύματος εκείνες τις ώρες υπερκαλύπτει συντριπτικά τη συνολική ζήτηση του συστήματος, η τιμή της κιλοβατώρας στη χονδρεμπορική αγορά πέφτει κυριολεκτικά στο μηδέν — ενώ αυτή η εικόνα της μηδενικής τιμής τις μεσημεριανές ώρες ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα πριν από τις πρόσφατες γεωπολιτικές αναταράξεις και παραμένει ακριβώς η ίδια, ακόμη και εν μέσω οξυμένων διεθνών συγκρούσεων.
Εντούτοις, αυτή η τεράστια παραγωγή φθηνής πράσινης ενέργειας συνοδεύεται από ένα δομικό, ανυπέρβλητο πρόβλημα: την εγγενή μεταβλητότητα, την εποχικότητα και την αβεβαιότητα της ηλιακής παραγωγής. Όταν ο ήλιος δύει, η παραγωγή των φωτοβολταϊκών συστημάτων μηδενίζεται μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας — ενώ την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή, η συνολική ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια εκτοξεύεται στα ύψη, επειδή τα νοικοκυριά επιστρέφουν στο σπίτι ενεργοποιώντας τις οικιακές συσκευές και η βιομηχανία συνεχίζει τη λειτουργία της.
Αυτό ακριβώς το χαώδες χρονικό χάσμα, μεταξύ της κορύφωσης της παραγωγής το μεσημέρι και της κορύφωσης της κατανάλωσης το βράδυ, συνιστά το περίφημο «φαινόμενο της πάπιας» (duck curve) στην ενεργειακή οικονομία — όπως φαίνεται από το επόμενο γράφημα.
Για να καλύψει αυτό το τεράστιο βραδινό κενό, το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας αναγκάζεται να ενεργοποιήσει τις παραδοσιακές, ευέλικτες θερμικές μονάδες παραγωγής — οι οποίες στην Ελλάδα, μετά το ανεύθυνο κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων και ειδικά της Πτολεμαΐδας 5, είναι κατά κύριο λόγο οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το ορυκτό φυσικό αέριο.
Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού μοντέλου αγοράς (Target Model) — καθώς επίσης η αρχή της ονομαζόμενης «οριακής τιμολόγησης». Σύμφωνα με αυτό το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, η τιμή με την οποία αποζημιώνονται όλοι ανεξαιρέτως οι ηλεκτροπαραγωγοί για κάθε μεγαβατώρα που διοχετεύουν στο δίκτυο καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα — η οποία απαιτείται να επιστρατευθεί για να καλυφθεί και ο τελευταίος καταναλωτής στη χώρα.
Τις βραδινές ώρες, αυτή η οριακή μονάδα είναι σχεδόν πάντα μια μονάδα φυσικού αερίου – γεγονός που σημαίνει ότι, ακόμη και αν ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται το βράδυ προέρχεται από υδροηλεκτρικά έργα ή από αιολικά πάρκα πολύ χαμηλού κόστους, όλοι οι παραγωγοί πληρώνονται με την εξαιρετικά υψηλή τιμή του φυσικού αερίου.
Όταν λοιπόν οι διεθνείς τιμές του αερίου, όπως αποτυπώνονται στον ευρωπαϊκό δείκτη TTF, εκτινάσσονται λόγω εξωγενών παράλληλων παραγόντων, όπως οι επιθέσεις των Χούθι στις πετρελαϊκές και ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, η στρατιωτική κρίση στα Στενά του Ορμούζ ή οι γενικευμένες πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή, η τιμή της κιλοβατώρας το βράδυ εκτοξεύεται σε αστρονομικά επίπεδα — φτάνοντας τα διακόσια, τα τριακόσια ή ακόμα και τα πεντακόσια ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού μοντέλου αγοράς (Target Model) — καθώς επίσης η αρχή της ονομαζόμενης «οριακής τιμολόγησης». Σύμφωνα με αυτό το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, η τιμή με την οποία αποζημιώνονται όλοι ανεξαιρέτως οι ηλεκτροπαραγωγοί για κάθε μεγαβατώρα που διοχετεύουν στο δίκτυο καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα — η οποία απαιτείται να επιστρατευθεί για να καλυφθεί και ο τελευταίος καταναλωτής στη χώρα.
Τις βραδινές ώρες, αυτή η οριακή μονάδα είναι σχεδόν πάντα μια μονάδα φυσικού αερίου – γεγονός που σημαίνει ότι, ακόμη και αν ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται το βράδυ προέρχεται από υδροηλεκτρικά έργα ή από αιολικά πάρκα πολύ χαμηλού κόστους, όλοι οι παραγωγοί πληρώνονται με την εξαιρετικά υψηλή τιμή του φυσικού αερίου.
Όταν λοιπόν οι διεθνείς τιμές του αερίου, όπως αποτυπώνονται στον ευρωπαϊκό δείκτη TTF, εκτινάσσονται λόγω εξωγενών παράλληλων παραγόντων, όπως οι επιθέσεις των Χούθι στις πετρελαϊκές και ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, η στρατιωτική κρίση στα Στενά του Ορμούζ ή οι γενικευμένες πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή, η τιμή της κιλοβατώρας το βράδυ εκτοξεύεται σε αστρονομικά επίπεδα — φτάνοντας τα διακόσια, τα τριακόσια ή ακόμα και τα πεντακόσια ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Ο ρόλος των μπαταριών
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται ο καταλυτικός, σωτήριος ρόλος της αποθήκευσης ενέργειας — σημειώνοντας ότι οι μπαταρίες δεν είναι μονάδες παραγωγής ενέργειας και δεν δημιουργούν νέες κιλοβατώρες από το μηδέν. Η βασική λειτουργία τους είναι να μεταθέτουν την κατανάλωση της ενέργειας σε διαφορετική χρονική στιγμή — λειτουργώντας ως ένας γιγαντιαίος, εξαιρετικά αποδοτικός ηλεκτρικός ταμιευτήρας.
Ειδικότερα το μεσημέρι, όταν τα φωτοβολταϊκά παράγουν τεράστια ποσότητα πλεονάζουσας ενέργειας που η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει, οι μπαταρίες φορτίζουν με μηδενικό ή ελάχιστο κόστος — ενώ το βράδυ, όταν η ζήτηση κορυφώνεται και οι τιμές τείνουν να εκτοξευτούν, οι μπαταρίες αποφορτίζουν, διοχετεύοντας τη φθηνή πράσινη ενέργεια που αποθήκευσαν νωρίτερα πίσω στο δίκτυο. Αυτή η διαδικασία, γνωστή στα χρηματοοικονομικά ως «χρονικό arbitrage», έχει ένα διπλό ευεργετικό αποτέλεσμα:
(α) αποτρέπει την αναγκαστική απόρριψη ή περικοπή της πράσινης παραγωγής το μεσημέρι — διασφαλίζοντας ότι καμία κιλοβατώρα που παράγεται δωρεάν από τον ήλιο δεν πάει χαμένη, και(β) το κυριότερο για τον τελικό καταναλωτή, οι μπαταρίες εκτοπίζουν τις ακριβές θερμικές μονάδες φυσικού αερίου από τη βραδινή αιχμή — εμποδίζοντάς τες έτσι από το να ορίσουν την οριακή τιμή του συστήματος.
Εάν λοιπόν η Ελλάδα διέθετε σήμερα ένα επαρκές, καλά κατανεμημένο δίκτυο αποθήκευσης, η τιμή της κιλοβατώρας τις βραδινές ώρες θα ήταν ασύλληπτα χαμηλότερη — ενώ η εγχώρια οικονομία θα ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό θωρακισμένη, απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις των ορυκτών καυσίμων.
Η σύγκριση της Ελλάδας με γειτονικές χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, ιδιαίτερα με τη Βουλγαρία, αναδεικνύει μια τεράστια, χαοτική απόκλιση — στη στρατηγική, στον προγραμματισμό και στην ταχύτητα υλοποίησης των αναγκαίων υποδομών αποθήκευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ενώ η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών μόλις γύρω στις 1.500 MWh, η Βουλγαρία έχει θέσει ως επίσημο στόχο να φτάσει τις 18.000 MWh, καταγράφοντας μια ασύλληπτη διαφορά της τάξεως του 1.200% — ενώ έχει χρησιμοποιήσει ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης ακριβώς για αυτό το σκοπό.
Παρά το ότι τώρα ορισμένα κυβερνητικά στελέχη προβάλλουν συχνά και προπαγανδιστικά το ερώτημα, γιατί η τιμή της κιλοβατώρας στη Βουλγαρία παραμένει ορισμένες φορές υψηλή παρά την ύπαρξη περισσότερων μπαταριών, η ουσιαστική απάντηση είναι ότι η τελική τιμή εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων — από το συνολικό ενεργειακό μίγμα της χώρας, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, την ποιότητα των δικτύων, τις διασυνοριακές διασυνδέσεις και την τεχνική κατάσταση των υφιστάμενων ηλεκτροπαραγωγικών εγκαταστάσεων.
Η τιμή λοιπόν παραμένει υψηλή και επομένως η κυβερνητική θέση είναι παραπλανητική, επειδή η αποθήκευση δεν ακυρώνει τους υπόλοιπους παράγοντες — αλλά βελτιώνει δραματικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ως εκ τούτου, η ουσία της δίκαιης κριτικής που ασκείται στην ελληνική κυβερνητική πολιτική συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι, ενώ η Βουλγαρία, η Ιταλία και η Ρουμανία προετοίμασαν εγκαίρως το νομοθετικό, αδειοδοτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, χορηγώντας όρους σύνδεσης στα ηλεκτρικά δίκτυα, έτσι ώστε οι επενδυτές να είναι έτοιμοι να εγκαταστήσουν μπαταρίες μόλις οι διεθνείς τιμές τους υποχωρούσαν, η Ελλάδα καθυστέρησε απαράδεκτα.
Όταν οι τιμές των μπαταριών είχαν ήδη πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα διεθνώς, το Ελληνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας άρχισε μόλις τότε να συζητά, να σχεδιάζει και να προκηρύσσει τους πρώτους διαγωνισμούς — οπότε, επειδή η χρονική απόσταση από τη θεσμοθέτηση μέχρι την πραγματική κατασκευή και σύνδεση απαιτεί δύο έως τρία χρόνια, η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε μια σοβαρή χρονική υστέρηση.
Η σύγκριση της Ελλάδας με γειτονικές χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, ιδιαίτερα με τη Βουλγαρία, αναδεικνύει μια τεράστια, χαοτική απόκλιση — στη στρατηγική, στον προγραμματισμό και στην ταχύτητα υλοποίησης των αναγκαίων υποδομών αποθήκευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ενώ η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών μόλις γύρω στις 1.500 MWh, η Βουλγαρία έχει θέσει ως επίσημο στόχο να φτάσει τις 18.000 MWh, καταγράφοντας μια ασύλληπτη διαφορά της τάξεως του 1.200% — ενώ έχει χρησιμοποιήσει ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης ακριβώς για αυτό το σκοπό.
Παρά το ότι τώρα ορισμένα κυβερνητικά στελέχη προβάλλουν συχνά και προπαγανδιστικά το ερώτημα, γιατί η τιμή της κιλοβατώρας στη Βουλγαρία παραμένει ορισμένες φορές υψηλή παρά την ύπαρξη περισσότερων μπαταριών, η ουσιαστική απάντηση είναι ότι η τελική τιμή εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων — από το συνολικό ενεργειακό μίγμα της χώρας, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, την ποιότητα των δικτύων, τις διασυνοριακές διασυνδέσεις και την τεχνική κατάσταση των υφιστάμενων ηλεκτροπαραγωγικών εγκαταστάσεων.
Η τιμή λοιπόν παραμένει υψηλή και επομένως η κυβερνητική θέση είναι παραπλανητική, επειδή η αποθήκευση δεν ακυρώνει τους υπόλοιπους παράγοντες — αλλά βελτιώνει δραματικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ως εκ τούτου, η ουσία της δίκαιης κριτικής που ασκείται στην ελληνική κυβερνητική πολιτική συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι, ενώ η Βουλγαρία, η Ιταλία και η Ρουμανία προετοίμασαν εγκαίρως το νομοθετικό, αδειοδοτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, χορηγώντας όρους σύνδεσης στα ηλεκτρικά δίκτυα, έτσι ώστε οι επενδυτές να είναι έτοιμοι να εγκαταστήσουν μπαταρίες μόλις οι διεθνείς τιμές τους υποχωρούσαν, η Ελλάδα καθυστέρησε απαράδεκτα.
Όταν οι τιμές των μπαταριών είχαν ήδη πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα διεθνώς, το Ελληνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας άρχισε μόλις τότε να συζητά, να σχεδιάζει και να προκηρύσσει τους πρώτους διαγωνισμούς — οπότε, επειδή η χρονική απόσταση από τη θεσμοθέτηση μέχρι την πραγματική κατασκευή και σύνδεση απαιτεί δύο έως τρία χρόνια, η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε μια σοβαρή χρονική υστέρηση.
Το κυβερνητικό επιχείρημα περί «αναμονής»
Συνεχίζοντας, το επιχείρημα που προβάλλεται συχνά από κυβερνητικής πλευράς, ότι δηλαδή η χώρα καθυστέρησε σκόπιμα να επενδύσει στην αποθήκευση επειδή οι μπαταρίες ήταν παλαιότερα πανάκριβες και ότι ήταν δήθεν προτιμότερο να περιμένουμε να φτηνύνουν, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Γιατί; Επειδή η διεθνής τάση πτώσης των τιμών των μπαταριών είναι πασίγνωστη στους ενεργειακούς κύκλους εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία — δημοσιευμένη σε αμέτρητες επιστημονικές μελέτες, σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών και σε εξειδικευμένους ιστοτόπους, γνωστή σε κάθε σοβαρό επενδυτή.
Επιπλέον, η αξιολόγηση μιας ιδιωτικής επένδυσης δεν γίνεται με βάση το εάν το κόστος του εξοπλισμού θα είναι φθηνότερο μετά από μερικά χρόνια — αλλά με βάση το εάν η επένδυση παράγει θετική απόδοση τη χρονιά που πραγματοποιείται. Αν οι αγορές λειτουργούσαν με τη λογική της αναμονής για φθηνότερο εξοπλισμό, κανένας οργανισμός δεν θα αγόραζε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, λογισμικό ή τεχνολογικό εξοπλισμό — αφού την επόμενη χρονιά θα ήταν αναπόφευκτα φθηνότεροι.
Απόδειξη αυτής της θεμελιώδους οικονομικής πραγματικότητας είναι το γεγονός ότι οι μπαταρίες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα το 2026 καταγράφουν εξαιρετικές, εντυπωσιακές αποδόσεις — επειδή εκμεταλλεύονται τις μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ της μηδενικής μεσημεριανής τιμής και της πανάκριβης βραδινής αιχμής.
Ακόμη περισσότερο, οι αποδόσεις αυτών των πρώτων μονάδων αναμένεται να είναι πολύ υψηλότερες από εκείνες που θα εγκατασταθούν το 2027 ή το 2028 — ακόμη και αν ο εξοπλισμός των τελευταίων είναι φθηνότερος κατά 20%.
Παράλληλα, η πολιτική της αναμονής αποδείχθηκε διπλά λανθασμένη, επειδή οι διεθνείς εξελίξεις, όπως η απόφαση για κατάργηση ορισμένων επιδοτήσεων στους Κινέζους κατασκευαστές μπαταριών από τα τέλη του 2026, αναμένεται να αυξήσουν τις τιμές του εξοπλισμού κατά 10% — ανατρέποντας πλήρως τους υπολογισμούς όσων στοιχημάτιζαν σε μια ατέρμονη, γραμμική πτώση του κόστους.
Δευτερευόντως, πρέπει να σταματήσει η τεχνητή σύγχυση μεταξύ των επενδύσεων σε μπαταρίες και των παλαιότερων προγραμμάτων εγγυημένων τιμών στις ΑΠΕ (Feed-in Tariffs).
Ειδικότερα, τα παλαιά φωτοβολταϊκά βασίζονταν σε ένα προστατευτικό πλαίσιο κρατικής στήριξης — όπου το κόστος μετακυλιόταν εγγυημένα στους καταναλωτές, μέσω των λογαριασμών ρεύματος. Αντίθετα, οι μπαταρίες είναι αμιγώς επιχειρηματικές επενδύσεις — οι οποίες λειτουργούν στο ανταγωνιστικό πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς και του χρηματιστηρίου.
Εάν λοιπόν μια επένδυση σε μπαταρία δεν πάει καλά, η οικονομική ζημία επιβαρύνει αποκλειστικά τον ιδιώτη επενδυτή — όχι το δημόσιο ταμείο ή τον καταναλωτή. Επομένως, η κυβέρνηση δεν είχε απολύτως κανέναν λόγο να εμποδίζει ή να καθυστερεί την ιδιωτική πρωτοβουλία από το να αναλάβει το ρίσκο της εγκατάστασης αποθήκευσης.
Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής ενεργειακής αγοράς
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η θεσμική ιδιομορφία της ελληνικής αγοράς ενέργειας — όπου σχεδόν το 100% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας διακινείται υποχρεωτικά μέσω της Αγοράς Επόμενης Ημέρας στο χρηματιστήριο ενέργειας.
Ειδικότερα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας διακινείται εκτός χρηματιστηρίου — μέσω μακροπρόθεσμων διμερών συμβολαίων (PPAs) με σταθερές τιμές, τα οποία προστατεύουν αποτελεσματικά τόσο τους παραγωγούς όσο και τους τελικούς καταναλωτές από τις βίαιες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Αντίθετα στην Ελλάδα, η ιστορική κληρονομιά του κρατικού μονοπωλίου και η καθυστέρηση στη δημιουργία μιας ρευστής, ώριμης προθεσμιακής αγοράς οδήγησαν στην πλήρη, επικίνδυνη εξάρτηση από τη spot αγορά — ενώ αυτή ακριβώς η δομή της αγοράς δημιουργεί σαφείς, διακριτούς νικητές και ηττημένους.
Από τη μία πλευρά, οι καθετοποιημένοι όμιλοι που διαθέτουν μονάδες φυσικού αερίου, το ενεργειακό καρτέλ που αναδείξαμε παραπάνω, ευνοούνται βραχυπρόθεσμα από την απουσία μπαταριών, επειδή χρεώνουν τη βραδινή παραγωγή τους με τις ανώτατες τιμές που επιβάλλει το ακριβό εισαγόμενο καύσιμο, αποκομίζοντας τεράστια υπερκέρδη. Ταυτόχρονα, επειδή οι ίδιοι όμιλοι διαθέτουν και βραχίονα λιανικής πώλησης, έχουν τη μοναδική δυνατότητα εσωτερικής αντιστάθμισης των ζημιών και των κερδών τους. Οι 3 λόγοι λοιπόν που το ενεργειακό καρτέλ βιάζεται τώρα για μπαταρίες, είναι οι εξής:
(α) Ο «κανιβαλισμός» των δικών τους ΑΠΕ: Έχοντας επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ σε νέα φωτοβολταϊκά πάρκα, βλέπουν την παραγωγή τους το μεσημέρι να μηδενίζεται – ενώ τον ΑΔΜΗΕ να τους επιβάλλει εκτεταμένες περικοπές. Χάνουν δηλαδή εκατομμύρια ευρώ από πράσινη ενέργεια που παρήγαγαν αλλά δεν μπόρεσαν να πουλήσουν.
(β) Το ρίσκο της λιανικής (προμήθεια): Ως καθετοποιημένοι παίκτες, προμηθεύουν ρεύμα στους τελικούς καταναλωτές – οπότε, όταν η χονδρική τιμή εκτινάσσεται το βράδυ λόγω αερίου, αν δεν μπορέσουν να μετακυλίσουν ολόκληρη την αύξηση στους λογαριασμούς λόγω ρυθμιστικών πλαφόν, πολιτικών πιέσεων ή ανταγωνισμού, ο πυλώνας της λιανικής καταγράφει μεγάλες ζημίες.
(γ) Το τέλος του φυσικού αερίου (δικαιώματα CO2 & πράσινοι στόχοι): Η σταδιακή αυστηροποίηση των ευρωπαϊκών ρύπων (EU ETS) καθιστά το αέριο δομικά ακριβό με ημερομηνία λήξης – οπότε, χωρίς μπαταρίες, οι όμιλοι κινδυνεύουν να μείνουν εκτός αγοράς όταν οι θερμικές μονάδες καταστούν ασύμφορες.
Ως εκ τούτου, παρά τα βραχυπρόθεσμα υπερκέρδη τους, οι καθετοποιημένοι όμιλοι έχουν καταθέσει τις περισσότερες αιτήσεις για άδειες BESS (=μπαταρίες BESS – Battery Energy Storage Systems)
Από την άλλη πλευρά, οι αμιγείς παραγωγοί φωτοβολταϊκών βλέπουν την παραγωγή τους να μηδενίζεται το μεσημέρι και οι ανεξάρτητοι προμηθευτές συμπιέζονται ασταμάτητα — ενώ ο Έλληνας καταναλωτής, το κράτος (που είναι μεγάλος ενεργειακός καταναλωτής) και η εγχώρια βιομηχανία πληρώνουν το ρεύμα έως και 100% ακριβότερα σε σχέση με προηγούμενους μήνες, την ώρα που ο δείκτης φυσικού αερίου TTF καταγράφει αυξήσεις της τάξεως του 180%.
Εντούτοις, η κατάσταση αυτή έχει φτάσει πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής — επειδή οι ίδιοι οι καθετοποιημένοι όμιλοι, παρά τα βραχυπρόθεσμα κέρδη τους από το φυσικό αέριο, έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ σε νέα πράσινα έργα ΑΠΕ.
Εξαιτίας λοιπόν της παντελούς έλλειψης μπαταριών, οι αναγκαστικές περικοπές ενέργειας από τον διαχειριστή του μεταφορικού δικτύου (ΑΔΜΗΕ) έχουν λάβει εκρηκτικές, εξαιρετικά επικίνδυνες διαστάσεις. Εν προκειμένω, όταν η πράσινη ενέργεια «πετιέται» στα σκουπίδια επειδή το ηλεκτρικό δίκτυο δεν αντέχει τη φόρτιση, τα επιχειρηματικά σχέδια των επενδυτών ανατρέπονται δραματικά — ενώ οι τράπεζες γίνονται πολύ αυστηρότερες αυξάνοντας το κόστος δανεισμού, και οι νέες επενδύσεις στις ΑΠΕ απειλούνται με ολοκληρωτική παράλυση. Έτσι, η ανάγκη για μπαταρίες καθίσταται πλέον επιτακτική — ακόμη και για τους μεγάλους παίκτες της αγοράς.
Επομένως, ενώ το καρτέλ ήταν έως σήμερα αντίθετο με την εγκατάσταση μπαταριών για να μπορεί να θησαυρίζει αδιαφορώντας για τους Έλληνες, είναι υποχρεωμένο πια να αλλάξει πορεία — να στηρίξει δηλαδή τις μπαταρίες. Φυσικά θα το παρουσιάσει δημόσια ως συμφωνία του με τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης, όπως επίσης και η κυβέρνηση.
Τέλος, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης δεν επιβαρύνει μόνο τους ιδιώτες καταναλωτές – προκαλεί επιπλέον σοβαρή αιμορραγία στα δημόσια οικονομικά, για τους εξής λόγους:
(α) Το δημόσιο (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, ΟΤΑ, υποδομές ύδρευσης/αποχέτευσης, στρατιωτικές εγκαταστάσεις) καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας – γεγονός που σημαίνει ότι, οι υψηλοί λογαριασμοί ρεύματος επιβαρύνουν άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό, στερώντας πόρους από την υγεία και την παιδεία.
(β) Για να συγκρατηθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις, το κράτος αναγκάστηκε να διοχετεύσει δισεκατομμύρια ευρώ μέσω του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης (ΤΕΜ) – για την επιδότηση των λογαριασμών. Αντί λοιπόν αυτοί οι πόροι να κατευθυνθούν σε μόνιμες παραγωγικές υποδομές, καταναλώθηκαν για τη συμπίεση των τιμών του ακριβού εισαγόμενου αερίου.
(γ) Η παράλυση των νέων επενδύσεων στις ΑΠΕ λόγω περικοπών, στερεί από το Δημόσιο σημαντικά έσοδα από εταιρική φορολογία, φορολογία μερισμάτων, τέλη διασύνδεσης και θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Επίλογος
Στη δημόσια συζήτηση προβάλλεται συχνά από κυβερνητικά στελέχη ο ισχυρισμός ότι η αλλαγή των σχετικών τιμών στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αποτελεί επίτευγμα το οποίο οφείλεται στον «συνολικό σχεδιασμό» της κυβέρνησης.
Όμως, όταν ο καταναλωτής και η ελληνική βιομηχανία καλούνται να πληρώσουν πολλά δισεκατομμύρια ευρώ σε υπερδιογκωμένους λογαριασμούς, η επίκληση του κυβερνητικού σχεδιασμού λειτουργεί ως αυτοδιάψευση — αφού η πραγματικότητα είναι ότι ο σχεδιασμός αυτός απέτυχε παταγωδώς να συγχρονίσει τη διείσδυση των ΑΠΕ με τις απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης και δικτύων.
Συμπερασματικά, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας στην Ελλάδα δεν ήταν μια αναγκαία ή έξυπνη οικονομική επιλογή — αλλά το αποτέλεσμα μιας σοβαρής κυβερνητικής ολιγωρίας και εσφαλμένης ιεράρχησης προτεραιοτήτων, με έμμεσο στόχο τη στήριξη του ενεργειακού καρτέλ.
Η απουσία μπαταριών στέρησε από την εγχώρια οικονομία τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την άφθονη, δωρεάν ηλιακή ενέργεια τις ώρες αιχμής — αφήνοντας τους καταναλωτές έρμαιο των διεθνών διακυμάνσεων του φυσικού αερίου. Μπορεί πλέον η κατάσταση αυτή να αλλάξει επειδή το ενεργειακό καρτέλ είναι πια υποχρεωμένο να προσαρμοστεί, αλλά εάν δεν δρομολογηθεί παράλληλα η αναδιάρθρωση της αγοράς με μακροπρόθεσμα συμβόλαια (PPAs), οι Έλληνες θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται υπέρογκα.
Υστερόγραφο
Η παντελής έλλειψη εγχώριων ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακας υψηλής ποιότητας) είναι ο πρωταρχικός κινητήριος μοχλός για την επιθετική προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από την ΕΕ – ενώ η κλιματική αλλαγή και η προστασία του περιβάλλοντος είναι μεν το θεσμικό και ηθικό πλαίσιο, αλλά η ενεργειακή ασφάλεια και η γεωπολιτική ανεξαρτησία είναι ο πραγματικός λόγος της απόφασης.
Ειδικότερα, πριν από την έναρξη της μεγάλης ενεργειακής μετάβασης, η ΕΕ εισήγαγε πάνω από το 85% του πετρελαίου της και πάνω από το 90% του φυσικού αερίου της – ενώ έως το 2021, η Ρωσία κάλυπτε πάνω από το 40% των αναγκών της ΕΕ σε φυσικό αέριο, καθιστώντας την ευρωπαϊκή οικονομία ευάλωτη σε γεωπολιτικές πιέσεις και εκβιασμούς.
Η Ευρώπη έστελνε και συνεχίζει να στέλνει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως εκτός των συνόρων της, σε Ρωσία, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική και ΗΠΑ, απλά και μόνο για να εισάγει ορυκτά καύσιμα. Οι 3 βασικοί γεωπολιτικοί και οικονομικοί λόγοι της είναι λοιπόν οι εξής:
(α) Η ενεργειακή αυτονομία: Ο ήλιος και ο άνεμος είναι εγχώριες πηγές – ενώ κανένα ξένο κράτος δεν μπορεί να «κλείσει τη στρόφιγγα» του ανέμου ή της ηλιοφάνειας. Για την ΕΕ, η μετάβαση στις ΑΠΕ είναι ο μοναδικός τρόπος να αποκτήσει ενεργειακή κυριαρχία και να μην εξαρτάται η βιομηχανική της παραγωγή από τις διαθέσεις ξένων ηγετών – ή από πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη.
(β) Η συγκράτηση κεφαλαίων στην εσωτερική αγορά: Τα χρήματα που δαπανώνται για την αγορά πετρελαίου και αερίου φεύγουν οριστικά από την ευρωπαϊκή οικονομία – ενώ, αντίθετα, τα κεφάλαια που επενδύονται σε φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, δίκτυα και μπαταρίες επανεπενδύονται (θεωρητικά) σε υποδομές, τεχνολογία και θέσεις εργασίας εντός της Ευρώπης.
(γ) Η οικονομική σταθερότητα και η πρόβλεψη κόστους: Οι τιμές των ορυκτών καυσίμων είναι εξαιρετικά ασταθείς και εξαρτώνται από γεωπολιτικές κρίσεις – όπως από τον πόλεμο στην Ουκρανία, των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα κλπ. Αντίθετα, το οριακό κόστος παραγωγής μιας κιλοβατώρας από ΑΠΕ είναι σχεδόν μηδενικό – αφού ο ήλιος και ο άνεμος δεν τιμολογούνται.
Η παγίδα
Αν και η στρατηγική της ΕΕ στόχευε στην απελευθέρωση από τα ορυκτά καύσιμα, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα εξάρτηση – εκτός από αυτήν του πανάκριβου αμερικανικού LNG: την τεχνολογική και υλική εξάρτηση από την Κίνα, όπου συμβαίνουν τα εξής:
(α) Η Κίνα ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας παραγωγής φωτοβολταϊκών και πάνω από το 70% της παραγωγής μπαταριών.(β) Πρώτες ύλες & σπάνιες γαίες: Η επεξεργασία κρίσιμων μετάλλων (λίθιο, κοβάλτιο, νεοδύμιο, γραφίτης) που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση γίνεται κατά κύριο λόγο στην Κίνα.
Έτσι η ΕΕ, προσπαθώντας να ξεφύγει από την ενεργειακή εξάρτηση της Ρωσίας, βρέθηκε σε τεχνολογική εξάρτηση από την Κίνα – ενώ για το λόγο αυτό, η ΕΕ ψήφισε πρόσφατα τον νόμο «Critical Raw Materials Act» και το «Net Zero Industry Act», προσπαθώντας να φέρει πίσω στην Ευρώπη την εξόρυξη, την ανακύκλωση και την κατασκευή τεχνολογιών ΑΠΕ.
Συμπερασματικά λοιπόν, η προώθηση των ΑΠΕ από την ΕΕ δεν είναι μια ρομαντική περιβαλλοντική επιλογή – αλλά μια ανάγκη επιβίωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Χωρίς δικό της πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η Ευρώπη είτε θα έπρεπε να παραμείνει αιώνια όμηρος των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, είτε θα έπρεπε να βασιστεί στις μόνες πηγές που διαθέτει σε αφθονία: τον άνεμο, τον ήλιο και το νερό.
Συμπερασματικά λοιπόν, η προώθηση των ΑΠΕ από την ΕΕ δεν είναι μια ρομαντική περιβαλλοντική επιλογή – αλλά μια ανάγκη επιβίωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Χωρίς δικό της πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η Ευρώπη είτε θα έπρεπε να παραμείνει αιώνια όμηρος των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, είτε θα έπρεπε να βασιστεί στις μόνες πηγές που διαθέτει σε αφθονία: τον άνεμο, τον ήλιο και το νερό.
Πηγή: analyst.gr
Τι φέρνει ο Ρούμπιο στην Αθήνα: Ο Κάθετος Διάδρομος, ο GSI και ο τουρκικός παράγοντας
Η επικείμενη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη στάση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών σε συμμαχική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Πίσω από την επίσημη ατζέντα του 6ου Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ βρίσκεται ένας ευρύτερος αμερικανικός σχεδιασμός που συνδέει όλο και στενότερα την ενέργεια με την ασφάλεια και την Ανατολική Μεσόγειο με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη προσδιορίσει τους βασικούς άξονες των συνομιλιών: αμυντική συνεργασία, περιφερειακή ασφάλεια και ενέργεια. Και όλα δείχνουν ότι ειδικά το ενεργειακό σκέλος θα καταλάβει σημαντικό μέρος των συζητήσεων.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, στο επίκεντρο βρίσκεται ο Great Sea Interconnector (GSI), το υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο που σχεδιάζεται να συνδέσει Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ. Πρόκειται πλέον για κάτι πολύ περισσότερο από ένα μεγάλο ενεργειακό έργο. Η διαδρομή του περνά από μια περιοχή όπου τέμνονται ενεργειακά συμφέροντα, αντικρουόμενες διεκδικήσεις θαλάσσιων ζωνών, ελληνοτουρκικές διαφορές και ο ευρύτερος ανταγωνισμός Τουρκίας και Ισραήλ.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που θα βρει μπροστά της η αμερικανική διπλωματία.
Η Άγκυρα έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί έρευνες και εργασίες πόντισης καλωδίου σε περιοχές που θεωρεί ότι ανήκουν στην τουρκική υφαλοκρηπίδα χωρίς προηγούμενο συντονισμό μαζί της. Μόλις την 1η Οκτωβρίου, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε ότι δεν θα επιτρέψει «μη εξουσιοδοτημένη δραστηριότητα» στις συγκεκριμένες περιοχές. Η Αθήνα, από την πλευρά της, δεν αποδέχεται ότι απαιτείται τουρκική άδεια για την υλοποίηση του έργου.
Η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Τον Ιούλιο του 2024 η Τουρκία είχε στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή της Κάσου, όταν το ιταλικό ερευνητικό Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση. Και η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με όσα είπε πρόσφατα ο Άγγελος Συρίγος, υποχώρησε και ανέστειλε τις εργασίες…
Ο GSI μπορεί, επομένως, να αποτελέσει ένα από τα σημεία αμερικανοτουρκικής τριβής στην Ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να εξελιχθεί και σε αντικείμενο μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης Ουάσιγκτον–Άγκυρας. Οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον από μια ενεργειακή αρχιτεκτονική που συνδέει Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ με την Ευρώπη, ενώ η Τουρκία επιμένει ότι κανένα μεγάλο έργο που περνά από περιοχές τις οποίες διεκδικεί δεν μπορεί να προχωρήσει ερήμην της.
Ο κάθετος διάδρομος
Υπάρχει όμως και ο δεύτερος ενεργειακός δρόμος, αυτή τη φορά προς τον Βορρά.
Η Ουάσιγκτον έχει επενδύσει έντονα στον Κάθετο Διάδρομο, μέσω του οποίου αμερικανικό LNG μπορεί να εισέρχεται από τις ελληνικές υποδομές και να διοχετεύεται μέσω Βουλγαρίας και Ρουμανίας προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία. Η Ελλάδα αποκτά έτσι ρόλο πύλης εισόδου και διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς μια μεγάλη αγορά, από την οποία οι ΗΠΑ επιδιώκουν παράλληλα να περιορίσουν τη ρωσική ενεργειακή παρουσία.
Το πόσο έντονο είναι το αμερικανικό ενδιαφέρον για αυτή τη διαδρομή φάνηκε και από όσα αποκάλυψε πρόσφατα η Wall Street Journal για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ, και την αμερικάνικη προσπάθεια προώθησης LNG στα Βαλκάνια.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, σε δείπνο στην Αθήνα τον περασμένο Μάρτιο η πρέσβης των ΗΠΑ φέρεται να προανήγγειλε την πτώση της κυβέρνησης της Ρουμανίας, συνδέοντας τις πολιτικές εξελίξεις με το ενεργειακό παιχνίδι στην περιοχή. Της αποδόθηκε μάλιστα η φράση: «Μπορούμε να το κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε και εδώ».
Η ρουμανική κυβέρνηση πράγματι έπεσε περίπου επτά εβδομάδες αργότερα. Αμερικανική παρέμβαση στην πτώση της δεν έχει τεκμηριωθεί, ενώ η Γκίλφοϊλ έχει αμφισβητήσει την εκδοχή του επεισοδίου που παρουσίασε η Wall Street Journal. Το δημοσίευμα, ωστόσο, ανέδειξε με εντυπωσιακό τρόπο τη βαρύτητα που αποδίδει η Ουάσιγκτον στον ενεργειακό αναπροσανατολισμό της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Δίπλα στην ενέργεια βρίσκεται η άμυνα. Σούδα, Αλεξανδρούπολη, η ελληνοαμερικανική αμυντική συμφωνία και συνολικά η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών αποτελούν το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του ελληνοαμερικανικού Στρατηγικού Διαλόγου.
Eξοπλιστικά
Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν αναπόφευκτα και οι εξοπλιστικές ισορροπίες στο Αιγαίο. Κυρίως η συζήτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, την ώρα που η Ελλάδα προχωρεί στη δική της απόκτησή τους. Ενέργεια και εξοπλισμοί συναντώνται έτσι στο ίδιο γεωπολιτικό πεδίο, ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα τη στρατηγική σχέση της με την Αθήνα και την κρίσιμη αλλά συχνά δύσκολη σχέση της με την Άγκυρα.
Υπάρχει, τέλος, μια λεπτομέρεια στο ταξίδι του Ρούμπιο που, τουλάχιστον προς το παρόν, έχει τη δική της σημασία.
Με βάση το επίσημο πρόγραμμα που έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής, η ευρωπαϊκή περιοδεία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών περιλαμβάνει Ρέικιαβικ, Αθήνα και Λισαβόνα. Δεν περιλαμβάνει την Άγκυρα.
Αυτό ασφαλώς μπορεί να αλλάξει εάν προστεθεί τουρκικός σταθμός στο πρόγραμμα. Και, ακόμη κι αν δεν αλλάξει, η απουσία της Άγκυρας δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ότι υπάρχει μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία. Έχει όμως τη σημασία της. Διότι ο Ρούμπιο έρχεται στην Αθήνα για έναν Στρατηγικό Διάλογο στον οποίο θα συζητηθούν ζητήματα όπου ο τουρκικός παράγοντας είναι διαρκώς παρών: η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, οι θαλάσσιες ζώνες και οι στρατιωτικές ισορροπίες.
Καλώδια και LNG, βάσεις και εξοπλισμοί διαμορφώνουν έτσι έναν ενιαίο γεωπολιτικό χάρτη. Και, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: η Άγκυρα δεν βρίσκεται στο επίσημο δρομολόγιο του Μάρκο Ρούμπιο, αλλά ο τουρκικός παράγοντας δύσκολα θα απουσιάζει από τις συνομιλίες του στην Αθήνα.
Πηγή: www.topontiki.gr
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026
Παύλος Πολάκης: Πώς η κυβέρνηση έκλεινε το «μάτι» στα παρα-ιατρεία
Ο Παύλος Πολάκης καλεσμένος του vidcast της «Εφ. Συν.» μιλά για όλους και για όλα στον χώρο της υγείας
-Για τον Γιώργο Πατούλη-Για τον Άδωνι Γεωργιάδη και τους προκατόχους του στο Υπουργείο Υγείας-Για τον Κωστή Χατζηδάκη
Ο γιατρός και βουλευτής Χανίων του ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. αποκαλύπτει πώς η κυβέρνηση της Ν.Δ. ευνόησε τα ιδιωτικά παραϊατρεία
Ηχογράφηση/Επεξεργασία/Μιξάζ: Αντώνης Παπαβομβολάκης
(EfSyn Studio / Music Row Studio)
«Eίμαστε όλοι Μαρικάρμεν»: Δύο Ελληνίδες ακτιβίστριες στον ξεσηκωμό της Μαδρίτης για τη στέγη
Η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν ξεσήκωσε τη Μαδρίτη. Δύο Ελληνίδες ακτιβίστριες που ήταν εκεί εξηγούν τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα, τη χώρα με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρώπη.
Η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το διαμέρισμα της Μαδρίτης όπου ζούσε επί 70 χρόνια έγινε διεθνές πρωτοσέλιδο και πυροδότησε ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Το ακίνητο είχε περάσει σε μεγάλο όμιλο εκμετάλλευσης ακινήτων, ο οποίος πενταπλασιάσε το ενοίκιο από τα 500 στα 2.650 ευρώ. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας βγήκαν στους δρόμους, απαιτώντας να επιστρέψει η υπέργηρη γυναίκα στο σπίτι της και να μπει φρένο στο rentismo, την κερδοσκοπία μέσω των ενοικίων.
Στα ελληνικά ο όρος θα μπορούσε να αποδοθεί ως «καπιταλισμός της προσόδου», δηλαδή πλουτισμός από ενοίκια, τόκους και μερίσματα, χωρίς παραγωγική εργασία. Πρόκειται για την τάξη που ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε βαφτίσει «ραντιέρηδες της οικονομίας», από το γαλλικό rentier.
Η πίεση των κινημάτων απέδωσε, αλλά μόνο εν μέρει. Με τη μεσολάβηση του δήμου της Μαδρίτης, η Μαρικάρμεν επιστρέφει στο σπίτι της με οκταετές συμβόλαιο και ενοίκιο που δεν θα ξεπερνά το 30% του καθαρού εισοδήματός της. Η κυβέρνηση Σάντσεθ ενέκρινε στις 29 Σεπτεμβρίου δύο διατάγματα-νόμους για τις εξώσεις και τις μισθώσεις, τα λεγόμενα «decretos Maricarmen». Στις 2 Οκτωβρίου όμως το Κογκρέσο τα απέρριψε, με τις ψήφους του Λαϊκού Κόμματος, του Vox και του καταλανικού Junts. Οι Μαδριλένοι δεν το βάζουν κάτω και συνεχίζουν δυναμικά τις κινητοποιήσεις για το δικαίωμα στη στέγη.
«Αυτό το σύστημα πρέπει να καεί, Μαρικάρμεν δεν είσαι μόνη» γράφει το πλακάτ διαδηλωτή στη μεγαλειώδη συγκέντρωση της Μαδρίτης, πηγή: Reuters
Aπό την Αθήνα στη Μαδρίτη
Μαζί με τους Ισπανούς, στις διαδηλώσεις για τη Μαρικάρμεν συμμετείχαν ακτιβιστές και ακτιβίστριες από όλη την Ευρώπη, μεταξύ άλλων και από την Ελλάδα. Βρίσκονταν στη Μαδρίτη για το ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για το Δικαίωμα στη Στέγη και στην Πόλη (European Action Coalition for the Right to Housing and the City). Δύο από αυτές, οι αρχιτεκτόνισσες Εύα Μπεταβατζή, μέλος της Συμμαχίας, και Τόνια Κατερίνη, μέλος της Ενωτικής Πρωτοβουλίας Ενάντια στους Πλειστηριασμούς, μεταφέρουν όσα έζησαν. Κυρίως όμως εξηγούν γιατί όσα συμβαίνουν στην Ισπανία αφορούν και την Ελλάδα, τη χώρα της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης, δηλαδή νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για «ένα κεραμίδι».
Στους δρόμους για τη Μαρικάρμεν
«Βρεθήκαμε στη Μαδρίτη για την προγραμματισμένη συνάντηση της Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για τo Δικαίωμα στη Στέγη και την Πόλη, αλλά ξέραμε ήδη ότι θα γινόταν κινητοποίηση για την έξωση της Μαρικάρμεν, μια υπόθεση με ιστορικό πολλών ετών», λέει η Τόνια Κατερίνη. Στο πλευρό της 87χρονης βρίσκεται από την αρχή το Συνδικάτο Ενοικιαστών της Μαδρίτης (Sindicato de Inquilinas e Inquilinos de Madrid), που δραστηριοποιείται από το 2017. «Εδώ και επτά χρόνια αγωνίζονται για να μείνει η Μαρικάρμεν στο σπίτι της και εδώ και πέντε δίνουν δικαστική μάχη. Ήταν η πέμπτη απόπειρα έξωσης», εξηγεί η Εύα Μπεταβατζή.
Το κίνημα για τη στέγη στην Ισπανία δεν ξεπήδησε από το πουθενά. Οι ρίζες του φτάνουν στην Πλατφόρμα των Πληγέντων από την Υποθήκη (Plataforma de Afectados por la Hipoteca, PAH), που γιγαντώθηκε στα χρόνια της κρίσης, και η συνέχειά του είναι τα συνδικάτα ενοικιαστών, με μεγαλύτερο εκείνο της Μαδρίτης.
«Συναντήσαμε μια πόλη που ήδη έβραζε», συνεχίζει η Τόνια. Την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου, ημέρα της έξωσης, μια αυθόρμητη συγκέντρωση συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Την επομένη ξεκίνησε η συνάντηση του δικτύου, με τίτλο «El Barrio» («Η γειτονιά»), μια επιλογή καθόλου τυχαία.
«Να ξεμπερδεύουμε με την κερδοσκοπία των ενοικίων» (Acabemos Por El Rentismo), απαιτούν οι καταληψίες στην Puerta Del Sol, πηγή: Reuters
«Η Μαδρίτη θα γίνει ο τάφος του rentismo»
Η αντίδραση ήταν τόσο έντονη, που το Συνδικάτο οργάνωσε δεύτερη πορεία το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, με κεντρικό σύνθημα «Ni una Maricarmen más» («Ούτε μία Μαρικάρμεν ακόμη»). Οι αρχές μέτρησαν περίπου 25.000 διαδηλωτές, ενώ το Συνδικάτο ανέβασε τον αριθμό στις 300.000. Η Τόνια, που έχει μακρά εμπειρία σε κινητοποιήσεις και, όπως λέει, έχει χόμπι την καταμέτρηση πλήθους, εκτιμά ότι η συμμετοχή ξεπέρασε τα 200.000 άτομα.
Το κλίμα ήταν έντονα αντιφασιστικό. Οι διαδηλωτές πήραν τα παλιά συνθήματα κατά του Φράνκο και έβαλαν το rentismo στη θέση του φασισμού. «Συγκράτησα δύο. Το «Aquí acabamos con el rentismo», «Εδώ τελειώνουμε με το rentismo», από το αντιφασιστικό «Aquí acabamos con el fascismo». Και το «Madrid será la tumba del rentismo», «Η Μαδρίτη θα γίνει ο τάφος του rentismo», που προέρχεται από το «Madrid será la tumba del fascismo»», λέει η Εύα.
Ακολούθησε κατάληψη της Puerta del Sol, μπροστά στην έδρα της περιφερειακής κυβέρνησης, που είναι αρμόδια για τη στέγαση. Ούτε αυτήν την περίμεναν οι διοργανωτές. Η Τόνια μέτρησε περίπου 150 σκηνές και αυτοοργανωμένα σημεία με νερό και φαγητό, εικόνα που θύμιζε τις πλατείες του 2011. Σύμφωνα με την Εύα, ως τις 30 Σεπτεμβρίου οι σκηνές είχαν φτάσει τις 300 και οι καταληψίες είχαν αποκρούσει απειλές από φασιστικές ομάδες. Οι καταλήψεις συνεχίστηκαν και μετά την καταψήφιση των διαταγμάτων για τη στέγη, παρά την έξαρση των ακροδεξιών επιθέσεων.
Maricarmen
Διαδήλωση έξω από την ισπανική βουλή στις 2/10, την ημέρα της ψηφοφορίας για τα διατάγματα για τη στέγαση, που τελικά απορρίφθηκαν / πηγή: Reuters
Προς μια ευρωπαϊκή απεργία ενοικίου
Η European Action Coalition For the Right To Housing And The City ενώνει περίπου σαράντα κινήματα, και από χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία και η Σερβία. Από την Ελλάδα συμμετέχουν η Ενωτική Πρωτοβουλία Κατά των Πλειστηριασμών, η συλλογικότητα Hart Act από τη Νάουσα, ενώ ετοιμάζεται να ενταχθεί και η Ένωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης. Στη Μαδρίτη βρέθηκαν επίσης κινήματα από τη Βραζιλία, την Αργεντινή και το Λος Άντζελες, καθώς κεντρικό θέμα ήταν η προετοιμασία μιας μεγάλης απεργίας ενοικίου.
Όπως εξηγεί η Τόνια, μια τέτοια απεργία είναι ευκολότερη εκεί όπου απέναντι στέκεται ένας ιδιοκτήτης με χιλιάδες διαμερίσματα, και δυσκολότερη σε χώρες μικροϊδιοκτησίας, όπως η Ελλάδα, η Ρουμανία ή η Σερβία. «Θα βρούμε κι εμείς τους δρόμους μας», λέει.
Η Εύα, πρώην συντονίστρια του δικτύου European Action παρουσίασε την κριτική του στην ευρωπαϊκή πολιτική για την προσιτή στέγη. Κατά τη θέση της, τα funds που δραστηριοποιούνται σε Ισπανία, Ελλάδα και Ιρλανδία αντλούν κεφάλαια και εγγυήσεις χάρη στη στήριξη της ΕΕ. «Είναι τα ίδια funds που πριν από δέκα χρόνια αγόραζαν κόκκινα δάνεια και σήμερα κερδοσκοπούν μέσω των ενοικίων, αυτό που στα αγγλικά λέγεται rentier capitalism (καπιταλισμός της προσόδου). Είδαμε πολλά πανό στη Μαδρίτη ενάντια στα funds – κοράκια, όπως τα αποκαλούμε σε όλο τον κόσμο», συμπληρώνει.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Γιατί στην Ελλάδα, με τόσο σοβαρό στεγαστικό πρόβλημα, δεν υπάρχουν αντίστοιχα μαζικά κινήματα; Η Τόνια ξεκινά αυτοκριτικά. Τα τελευταία χρόνια, με εξαίρεση τη μεγαλειώδη κινητοποίηση για τα Τέμπη, η χώρα είναι κινηματικά πεσμένη σε όλα τα πεδία. «Θεωρούμε ότι στους πλειστηριασμούς έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε ορατότητα. Αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι να ξέρει ο κόσμος ότι, όταν έχει πρόβλημα, υπάρχει κάπου να απευθυνθεί. Η Ενωτική Πρωτοβουλία συνεδριάζει κάθε Τετάρτη, και κάθε Τετάρτη έρχονται καινούργιοι άνθρωποι και ζητούν στήριξη», λέει. Το βαθύτερο ζήτημα, κατά την ίδια, είναι πολιτισμικό. Η Ελλάδα ήταν χώρα ιδιοκατοίκων και η κρίση μείωσε σημαντικά την ιδιοκατοίκηση, κυρίως στις πόλεις. Η κοινωνία όμως δεν έχει αποδεχθεί ακόμη ότι το μέλλον της είναι το ενοίκιο, ενώ το κράτος, με προγράμματα όπως το «Σπίτι μου», ξαναζωντανεύει το όνειρο του στεγαστικού δανείου, που από μόνο του δεν αποτελεί λύση. Την ίδια ώρα, η προστασία του ενοικιαστή έχει χαθεί. Του μένει μόνο το τριετές συμβόλαιο, μετά το οποίο το ενοίκιο μπορεί να διπλασιαστεί. Η Τόνια εκτιμά ότι για όποιον νοικιάζει, το στεγαστικό κόστος απορροφά περίπου το 45% του μέσου μισθού.
Κερδοσκόποι-κοράκια με νύχια γαμψά, σε πανό των καταληψιών της Puerta Del Sol, πηγή: Reuters
Χρηματιστικοποίηση της κατοικίας
Η Εύα θεωρεί ότι η κινηματική απόσταση από την Ισπανία δεν είναι αγεφύρωτη. «Πρώτον, το Συνδικάτο Ενοικιαστών της Μαδρίτης δραστηριοποιείται εδώ και εννιά χρόνια. Αν το πάρουμε πολύ σοβαρά, μπορούμε να κάνουμε κι εμείς κάτι παρόμοιο. Το λέω γιατί πάντα φανταζόμαστε ότι αλλού μπορούν κι εμείς όχι», επιμένει. «Δεύτερον, δραστηριοποιούνται πλέον και στην Ελλάδα συλλογικότητες, όπως το Σωματείο Βάσης Ενοικιαστών Αθήνας», που λειτουργεί εδώ και έναν χρόνο και έχει αναλάβει πολλές υποθέσεις ενοικιαστών που, με τη λήξη του συμβολαίου τους, δεν μπορούν να πληρώσουν το νέο ενοίκιο. «Τρίτον, τα funds διαχείρισης ακίνητης περιουσίας αυξάνονται και ισχυροποιούνται. Η χρηματιστικοποίηση της κατοικίας στην Ελλάδα αναπτύσσεται πολύ έντονα την τελευταία πενταετία».
Στέγη και αγορά εργασίας
Προς το παρόν, πάντως, πέρα από τη βραχυχρόνια και τη μεσοπρόθεσμη μίσθωση (Airbnb, ιδιωτικές φοιτητικές εστίες «all inclusive»), τα funds δεν έχουν εμφανιστεί μαζικά ως εκμισθωτές. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, την Ισπανία ή τη Βρετανία, όπου μεγάλοι όμιλοι διαχειρίζονται χιλιάδες κατοικίες, στην Ελλάδα κυριαρχεί ακόμη ο μικροϊδιοκτήτης που νοικιάζει ένα ή δύο διαμερίσματα.
Εδώ, για την Εύα, βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο. «Αν οι μικροί ιδιοκτήτες αυξάνουν τα ενοίκια, το κάνουν επειδή μπορούν και επειδή τους το επιτρέπει το σύστημα. Αλλά και επειδή δεν αυξάνονται άλλα εισοδήματα. Ένας άνθρωπος με πολύ χαμηλή σύνταξη ή μισθό, που έχει κληρονομήσει ένα σπίτι, θα αυξήσει το ενοίκιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχει έλεγχος στα ενοίκια, είναι ότι τα λεφτά από την εργασία ή τη σύνταξη δεν φτάνουν πια για να ζήσει ο περισσότερος κόσμος. Το στεγαστικό είναι εντελώς συνδεδεμένο με την αγορά εργασίας. Θα έπρεπε να ζητάμε μεγαλύτερους μισθούς και συντάξεις, και τότε δεν θα είχαμε αυτή την τεράστια κερδοσκοπία μέσω του ενοικίου», καταλήγει.
«Κακομοίρηδες» της χώρας, τι τους κοιτάτε…
Ένα ακόμα κρεσέντο αλαζονείας και αντικοινωνικής (κόσμια έκφραση) συμπεριφοράς ήρθε να προσβάλει το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού. Ο Χάρης Θεοχάρης, σε τηλεοπτική εκπομπή του Action24 σχετικά με την ακρίβεια, ανέφερε: «Έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη, υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες». Αν η Ν.Δ. συγκεντρώνει το 30% (όπως δηλώνουν τα κατά παραγγελία γκάλοπ), τότε το υπόλοιπο 70% αποτελείται από «κακομοίρηδες». Ο κ. Θεοχάρης απλώς εξέφρασε την αλαζονεία των εκπροσώπων του πλούτου, της μειοψηφίας του 1% (82.000 εκατομμυριούχων και 21 δισεκατομμυριούχων) που απεχθάνεται και μισεί τον λαό, τον απλό άνθρωπο, τον φτωχό, αλλά παρ’ όλα αυτά ρίχνει και μερικά ψίχουλα στους άχρηστους κακομοίρηδες…
Πριν λίγο καιρό άλλος ένας τέτοιος είχε εκστομίσει το φοβερό «όποιος ομιλεί για μπάζωμα είναι για τα μπάζα»: ο ανεκδιήγητος κ. Φλωρίδης, μέγας τραμπούκος της σημερινής κυβέρνησης. Αυτός έβρισε το 85% του ελληνικού λαού.
Αλλά δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο. Ο Νταν Γιόργκενσεν, Επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε., δήλωσε στους Financial Times: «Έχουμε εκατομμύρια πολίτες που, ουσιαστικά, στο τέλος του μήνα, θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στο να κρυώνουν ή να πεινάνε». Μάλιστα τους μέτρησε: περίπου 50 εκατομμύρια πολίτες…
Η Volkswagen προχωρά στην κατάργηση κι άλλων 50.000 θέσεων εργασίας, φθάνοντας συνολικά στις 100.000 απολύσεις. Παράλληλα, η διοίκηση του ομίλου πιέζει για τη μείωση του κόστους και θέλει να καταργήσει τις συλλογικές συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των γενικών μισθολογικών αυξήσεων ή εγγυήσεων.
Μέσα σε αυτό το χαρμόσυνο τοπίο, μας αναγγέλλεται ο «δύσκολος χειμώνας». Πρώτος και χαρωπός ο κ. Καιρίδης μας τόνισε ότι «αν η βενζίνη πάει στα 2,5 ευρώ δεν είναι κρίση∙ αν πάει στα 5 ευρώ, τότε θα είναι κρίση». Θα πεις, είπε μια μπούρδα ο Καιρίδης. Δεν είναι έτσι. Γιατί έρχεται ο κ. Μητσοτάκης να μας ευεργετήσει λέγοντας ότι το πετρέλαιο θέρμανσης δεν θα υπερβεί τα 1,75 ευρώ! Πέρσι τέτοια εποχή η τιμή του ήταν 1 ευρώ. Πράγμα που σημαίνει ότι αν μία οικογένεια πλήρωνε πέρσι για έναν τόνο 1.000 ευρώ, τώρα πρέπει να πληρώσει 1.750. Και τι τους νοιάζει τους κυβερνήτες και τους πλούσιους του τόπου; Σάμπως αυτοί θα παγώσουν; Στα αποτέτοια τους… (συγγνώμη για την έκφραση, αλλά είναι κυριολεκτική όσον αφορά το μεγάλο ενδιαφέρον τους).
Στην Ελλάδα του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού πέφτουν ύμνοι για την άφιξη του Κρις Ρόκος (Chris Rokos), του 55χρονου Βρετανού δισεκατομμυριούχου μεγαλοεπενδυτή και ιδρυτή της Rokos Capital Management (RCM), μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης hedge funds παγκοσμίως. Αποφάσισε να μεταφέρει τη φορολογική του έδρα στην Ελλάδα και να ανοίξει νέο γραφείο της RCM στην Αθήνα. Φεύγει από τη Μ. Βρετανία για να αποφύγει τις εκεί επικείμενες φορολογικές αλλαγές και την κατάργηση του ευνοϊκού καθεστώτος για τους μη μόνιμους κατοίκους. Ο δισεκατομμυριούχος επέλεξε την Αθήνα αξιοποιώντας το ειδικό ελληνικό φορολογικό πλαίσιο για εύπορους ξένους επενδυτές. Και αυτό το γεγονός πανηγυρίζεται ως «ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία»!
Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι στην Ευρώπη «κάτι» κινείται. Στην Ισπανία, με αφορμή την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας από το σπίτι της (αφού ένα fund είχε αγοράσει ολόκληρο το τετράγωνο προς «αξιοποίηση»), ξέσπασε μια μεγάλη μαζική διαμαρτυρία. Στη Γαλλία φοιτητές και εργαζόμενοι στην εκπαίδευση κατέκλυσαν τους δρόμους πολλών πόλεων ενάντια στις περικοπές στην παιδεία (άλλη μια γενική συνταγή της υπό στρατιωτικοποίηση Ευρώπης). Στη Γερμανία –όπου κάποιοι βλέπουν μόνο άνοδο της ακροδεξιάς και τίποτα άλλο– οι μαθητές πραγματοποίησαν μαζικές κινητοποιήσεις και σχολικές απεργίες, εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή τους στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Το ρεπορτάζ λέει ότι πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 100 διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Κυρίαρχο μήνυμα στις πορείες ήταν το «Δεν θα συμμετάσχουμε στους πολέμους σας», αποτυπώνοντας το αντιπολεμικό κλίμα και την άρνηση της νεολαίας να υποχρεωθεί σε στρατιωτική θητεία.
Εδώ, στην Ελλάδα, έχουμε κοσμοπλημμύρα σε φεστιβάλ και συναυλίες και μερικές σποραδικές κινητοποιήσεις (βλέπε πρόσφατα τους ψαράδες). Δεν έχουμε κινήματα, διεργασίες, κάτι σημαντικό (τα κόμματα ετοιμάζονται για τις «μάχες» των εκλογών). Η δίκη για τα Τέμπη διεξάγεται μέσα σε έρημους χώρους, και το κίνημα των Τεμπών έγινε μια ανάμνηση. (Α, το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού πάει περίφημα: τόσο που ξαναείπε ότι αν δεν μπει στην Βουλή θα φύγει από τη χώρα – οποία σοβαρή δήλωση για τους «κακομοίρηδες» που θα μείνουν εδώ…).
Θυμόσαστε εκείνο το «τι τους κοιτάτε ρε!» του Χάρρυ Κλυνν; Πόση προσαρμοστικότητα πλέον; Πόσο πάτο θα πιάσουμε χωρίς να αντιδράσουμε;
Γιατί δεν πέφτει ο Ζελένσκι
Στα άδυτα του διεθνούς συστήματος που τον στηρίζει…
Με ρωτούν όλο και συχνότερα φίλοι και αναγνώστες πώς είναι δυνατόν έπειτα από όλα όσα συμβαίνουν να παραμένει ο Ζελένσκι στο τιμόνι της Ουκρανίας.
Οι άνθρωποι ενδόμυχα, όπως κι εγώ άλλωστε, αναζητούν ελπίδα στην ανατροπή του μήπως και αποφύγουμε τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έρχεται πλέον με… φόρα από τις ανεύθυνες ηγεσίες των «προθύμων» της Ε.Ε. Ομως, δικαίως, διερωτώνται τι στο καλό συμβαίνει; Βλέπουν καθημερινά τις σκηνές από το εσωτερικό της εμπόλεμης χώρας. Τις φρικώδεις μεθόδους επιστράτευσης στους δρόμους και τις πλατείες, τους κτηνώδεις «φουσκωτούς» ντυμένους με στολές παραλλαγής που αρπάζουν ανθρώπους από τα χέρια των γυναικών και των παιδιών τους. Βλέπουν τους νεοναζιστές της αυτοκέφαλης Ουκρανικής Εκκλησίας να εισβάλλουν ένοπλοι σε ναούς, να σπάνε παγκάρια και να αρπάζουν ιερείς από τα γένια επειδή λειτουργούν στα ρωσικά. Και κάθε μέρα ακούν από ένα καινούργιο σκάνδαλο να σκάει στην αυλή του Ζελένσκι και τους πρωταγωνιστές να το σκάνε φορτωμένοι κάσες με ευρώ και δολάρια για άγνωστους εξωτικούς προορισμούς. Την ώρα που οι απλοί πολίτες σκοτώνονται και υποφέρουν ο κλοιός της διαφθοράς όλο και περικυκλώνει το ουκρανικό καθεστώς και τον αλαζονικό επικεφαλής του, ο οποίος αρνείται πεισματικά να τεθεί στην κρίση του εκλογικού σώματος.
Πώς είναι δυνατόν με όσα περνάει αυτή η δύστυχη χώρα να μην τον ρίχνουν πρώτα απ’ όλα οι δικοί του, με ρωτούν. Θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα με την άποψη μιας πολύ πιο αρμόδιας για να δώσει εξήγηση, της Ουκρανής ιστορικού Μάρτας Χαβρίσκο, η οποία μόνο από φιλορωσικά αισθήματα δεν εμφορείται. Η Χαβρίσκο, που ειδικεύεται στη μελέτη του εβραϊκού ολοκαυτώματος, αρχικά ανέδειξε τα εγκλήματα βίας των ρωσικών δυνάμεων εισβολής εις βάρος Ουκρανών γυναικών. Παράλληλα όμως ασκούσε κριτική ολοένα και πιο έντονη εις βάρος του καθεστώτος Ζελένσκι, αφενός για τις διασυνδέσεις του με νεοναζιστικές φράξιες και αφετέρου για τα φαινόμενα εκμαυλισμού και σήψης στα ανώτατα κλιμάκια του κρατικού μηχανισμού. Γρήγορα περιέπεσε σε δυσμένεια και το 2025 απολύθηκε και επισήμως από το πανεπιστήμιο του Λιβ, αναζητώντας πλέον καταφύγιο στις ΗΠΑ, όπου τα τελευταία χρόνια διδάσκει.
Σε μια πρόσφατη ανάρτησή της στο Χ η Χαβρίσκο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Ζελένσκι «δεν κουνιέται». «Η ισχύς του», επισημαίνει, «ακουμπάει σε πολλαπλούς πυλώνες δυτικών χορηγών. Εχουν κάθε λόγο να συντηρούν μια τέτοια ουκρανική ηγεσία, πρόθυμη να επωμιστεί τον πόλεμο του ΝΑΤΟ εναντίον της Ρωσίας διά αντιπροσώπου. Ο ίδιος ο Ζελένσκι περιστοιχίζεται από παραστρατιωτικές ομάδες πραιτοριανών, εφοδιασμένες με βαρύ και σύγχρονο δυτικό οπλισμό. Είναι μονάδες τύπου Αζόφ, που έχουν πλέον οργανωθεί σε τακτικά στρατιωτικά σώματα μαζί με άλλους εξτρεμιστικούς σχηματισμούς νεοναζί. Ο ιδεολογικός τους πυρήνας αποτελείται από ανθρώπους αφοσιωμένους στον Ζελένσκι, διατεθειμένους να πολεμούν με τους Ρώσους επ’ αόριστον και με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα και αν ολόκληρη η ανθρωπότητα αφανιστεί. Γι’ αυτό και κάθε λογική διαπραγμάτευση για την ειρήνη βαφτίζεται αμέσως ουκρανική συνθηκολόγηση».
«Κι από την άλλη πλευρά», λέει η Χαβρίσκο, «υπάρχουν οι ολιγάρχες και το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Ο πόλεμος είναι μπίζνες και για κάποιους ιδιαιτέρως επικερδής. Εταιρίες όπως η “Fire Point” (σ.σ.: η μεγαλύτερη εταιρία παραγωγής πυραύλων και drones της Ουκρανίας) έχουν κάθε εμπορικό κίνητρο για να κρατούν ζωντανές τις παραγγελίες. Αν ο πόλεμος διαρκέσει ακόμα μία δεκαετία, θα βρουν άλλον στρατηγικό στόχο να πουλήσουν: την ολοκληρωτική συντριβή της Μόσχας και τη διάλυση της σημερινής Ρωσίας».
Υπάρχει όμως και μια τρίτη ομάδα πολεμοκάπηλων που ντύνονται με το κουστούμι του ανθρωπιστή. «Είναι η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών», εξηγεί η Ουκρανή ιστορικός και συνεχίζει: «Εκατοντάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις, που έχουν συστηθεί από δυτικούς φορείς και παρουσιάζουν την αποστολή τους στο όνομα της δημοκρατίας, των μεταρρυθμίσεων, της “απορωσοποίησης” και ό,τι άλλο ακούγεται ελκυστικό στο μενού των ΜΚΟ». Στην πραγματικότητα αυτό το δίκτυο λειτουργεί ως τεράστιος αγωγός δυτικής επιρροής, βοηθώντας να γίνει η Ουκρανία προκεχωρημένο στρατιωτικό φυλάκιο έναντι της Μόσχας.
Και η Χαβρίσκο καταλήγει: «Εξηγήστε μου, λοιπόν, πώς οι απλοί άνθρωποι είναι σε θέση να ξεφορτωθούν όλη αυτή τη χαρούμενη αδελφότητα βρικολάκων, που κραυγάζουν εν χορώ με τις γιορτινές φορεσιές τους Σλάβα Ουκράινι, ενώ στραγγίζουν το αίμα της χώρας;»
Αυτός ο τελευταίος πυλώνας στήριξης του καθεστώτος Ζελένσκι, που τόσο παραστατικά όσο και πικρόχολα περιγράφει η Χαβρίσκο, είναι ίσως η λύση του αινίγματος. Προσέξτε: Με βάση επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ουκρανίας υπάρχουν σήμερα πάνω από… 135.000 ΜΚΟ (οργανώσεις, επιμορφωτικοί φορείς σωματεία, φιλανθρωπικοί οργανισμοί), που έχουν πάρει άδεια λειτουργίας στη χώρα. Πρόκειται για μία ιδιαίτερα πολυπληθή «κοινότητα εθελοντών» που στην πραγματικότητα σιτίζεται αδρά από τον πόλεμο.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Ζελένσκι επιβιώνει. Στηρίζεται από ένα διεθνές σύστημα που λειτουργεί, ακόμη και σε επίπεδο κορυφής, στη λογική «κράτα με να σε κρατώ»… Αν ένας κρίκος σπάσει και ο Ουκρανός σατράπης γκρεμιστεί με πάταγο, το κλίμα στην εμπόλεμη χώρα μπορεί να αλλάξει μονομιάς. Μπορεί να ανοίξουν στόματα, να σπάσει η ομερτά και κάποιοι πολύ ψηλά σε ευρωπαϊκές θέσεις να βρεθούν άσχημα μπλεγμένοι. Γιατί αυτή η συλλογική αγάπη και η απλόχερη χρηματική βοήθεια προς έναν διεφθαρμένο διαχειριστή εξουσίας δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε με αμιγώς πολιτικούς ούτε -πολύ περισσότερο- με οικονομικούς όρους, έχοντας εξαιρέσει ήδη της σφαίρα της ηθικής με την οποία δεν έχουν την παραμικρή σχέση οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες. Κάτι άλλο κρύβεται το οποίο δεν τόλμησε να θίξει η Χαβρίσκο, αλλά νομίζω καθίσταται προφανές για τον μέσο πολίτη. Κάποια από τα λεφτά που προορίζονται για την Ουκρανία επιστρέφονται πίσω, στις τσέπες εκείνων που μονόγραψαν τις επιταγές…
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Γιώργος Χαρβαλιάς, Συγγραφέας του βιβλίου «Γιαβόλ! Αίμα, Λήθη και Υποτέλεια»
Πηγή: www.dimokratia.gr
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026
Αριστεία-Αχρηστία
ΥΓ του blog: .....ολόκληρη η ομιλία, χωρίς την σατιρική παρέμβαση της Εθνικής Ομάδας Μιμιδίων, του καθηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Stanford, Γιάννη Ιωαννίδη, που μιλά στην επετειακή εκδήλωση για τη συμπλήρωση 150 χρόνων από την ίδρυση και την κυκλοφορία της εφημερίδας «Εστία».(ΕΔΩ)
Πώς να πιστέψουν οι νέοι στο μέλλον
Η μαθητική εξέγερση αφορά το ίδιο το μέλλον των παιδιών. Το ζήτημα, δεν είναι μόνο η ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης, αλλά οι πραγματικές συνθήκες πρόσβασης στο μέλλον
Τι συμβαίνει στη Γαλλία και οι μαθητές των Λυκείων έχουν ξεσηκωθεί; Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα ,με βίαιο τρόπο; Πώς και γιατί έχει λάβει εθνική διάσταση μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, μια διαμαρτυρία που ξεκίνησε στις 21 Σεπτεμβρίου σε ένα λύκειο στα περίχωρα του Παρισιού;
Οι διαδηλώσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό ειρηνικές, αλλά σε πολλά μέρη ξέσπασαν συγκρούσεις με την αστυνομία, πυρκαγιές και έγιναν πολυάριθμες συλλήψεις. Όσο και αν οι πολιτικοί παραμένουν έκπληκτοι και εξοργισμένοι από την έκταση αυτής της διαμαρτυρίας των μαθητών λυκείου, η κινητοποίηση πηγάζει από πολύ συγκεκριμένα προβλήματα στην σχολική εμπειρία: τάξεις υπερπλήρεις, έλλειψη καθηγητών , σχολικά κτίρια που χρειάζονται επισκευή, ανεπαρκείς υπηρεσίες.
Οι ίδιοι οι νεαροί διαδηλωτές κάνουν λόγο για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αφέθηκε να σαπίσει.
Πίσω από αυτά τα αιτήματα, ωστόσο, κρύβεται μια βαθύτερη ανησυχία των μαθητών: να μπορούν να απολαμβάνουν τους σχολικούς χώρους όπου περνούν ένα κρίσιμο μέρος της ζωής μας, με επαρκείς συνθήκες για μάθηση και ανάπτυξη.
Για τους έφηβους, το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου αποκτούν γνώσεις: είναι μια από τις κύριες υποδομές μέσω των οποίων εισέρχονται στην ενήλικη ζωή. Είναι επίσης ένα από τα θεμελιώδη εργαλεία για την κοινωνική και επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Αγνοώντας πλήρως τη φύση των αυθόρμητων εξεγέρσεων των μαθητών, η γαλλική κυβέρνηση επιδίδεται πάντως σε θεωρίες συνωμοσίας. Υποστηρίζει ότι το κόμμα «Ανυπότακτη Γαλλία»του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ενορχήστρωσε την εξέγερση των λυκείων. Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν επιταχύνει τη διαμαρτυρία, τα πολιτικά κόμματα μπορούν να προσπαθήσουν να την κατευθύνουν και οι αντιπαραθέσεις με την αστυνομία μπορούν να την ριζοσπαστικοποιήσουν. Αλλά αυτό δεν αλλάζει και δεν πρέπει να επισκιάζει τα υποκείμενα κίνητρα των μαθητών .
Η πρόσβαση στο μέλλον
Γιατί η μαθητική εξέγερση αφορά το ίδιο το μέλλον των παιδιών. Το ζήτημα, δεν είναι μόνο η ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης, αλλά οι πραγματικές συνθήκες πρόσβασης στο μέλλον. Παράλληλα με τα παράπονα για το σχολείο, υπάρχουν φόβοι που εκτείνονται πολύ πέρα από το σχολικό σύστημα: ο αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης στις θέσεις εργασίας και η αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές ευκαιρίες.
Η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί βέβαια να συγκρατήσει τις δημόσιες δαπάνες, παλεύοντας με ένα δημόσιο χρέος που ξεπερνά το 122% και ένα έλλειμμα πάνω από 5,5%.
Αλλά, αν αυτή η συγκράτηση δαπανών καταλήξει να περιορίσει τις επενδύσεις στην εκπαίδευση και τις ευκαιρίες για τους νέους, κινδυνεύει να προκαλέσει συνεχείς εκρήξεις.
Να ακουστεί η φωνή τους
Οι νέοι θεωρούν από αυτές τις εμπειρίες ότι για το κράτος, η εκπαίδευση και η ανάπτυξή τους δεν φαίνεται να αποτελούν προτεραιότητα. Η χώρα έχει άλλα επείγοντα ζητήματα, άλλα μέτωπα στα οποία πρέπει να επικεντρώσει τους πόρους και την προσοχή. Η απαίτηση «να ακουστεί η φωνή τους» είναι από τα βασικά συνθήματα των μαθητών. Τονίζουν την ανάγκη να γίνονται σεβαστοί και να λαμβάνονται υπόψη, να αναγνωρίζονται ως συνομιλητές του συστήματος εκπαίδευσης.
Αυτή είναι μια γενιά που δεν θέλει απλώς να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζει ως δικό της. Απαιτεί, ουσιαστικά, να είναι σε θέση να χτίσει την είσοδό της στην ενηλικίωση σε πιο στέρεες βάσεις. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς να ζητήσουμε από τους νέους να έχουν μεγαλύτερη πίστη στο μέλλον. Πρέπει να δημιουργήσουμε συνθήκες που να καθιστούν αυτή την πίστη, λογική. Το σχολείο είναι ένα από τα πρώτα μέρη όπου αυτή η υπόσχεση πρέπει να γίνει συγκεκριμένη.
Πηγή: www.naftemporiki.gr
Παρεμβάσεις Γκιλφόιλ: Μια αστική τάξη που ψάχνει αποικιοκράτη
Υπάρχουν μερικές πληροφορίες που καταλαμβάνουν θέση στο πίσω μέρος του μυαλού γιατί ενδέχεται κάποτε να φανούν χρήσιμες. Μια τέτοια πληροφορία ήταν το γεγονός ότι ο Υπ. Δικαιοσύνης Γ. Φλωρίδης συνεχίζει να είναι μέλος της κυβέρνησης (και της Νέας Δημοκρατίας), ακόμα και μετά την έμμεση απειλή του προς τους ψηφοφόρους για θερμό επεισόδιο με την Τουρκία αν δεν εκλέξουν τη Νέα Δημοκρατία. Η σημασία δεν βρίσκεται στον ίδιον τον εκλογικό εκβιασμό – οι (πολιτικοί) εκβιασμοί Ά. Γεωργιάδη, Α. Μπέου και Λ. Αυγενάκη προς τους ψηφοφόρους πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2023 ήταν πολύ πιο ευθείς. Πολλώ δε μάλλον που οι δηλώσεις Μπέου και Αυγενάκη έγιναν αμέσως μετά την καταστροφή του Ντάνιελ, με χιλιάδες οικογένειες να έχουν χάσει το σπίτι τους από τις πλημμύρες.
Αντιθέτως, η σημασία αυτής της ήσσονος πληροφορίας για ένα ήσσον πρόσωπο, μπορεί να πει κανείς πως οφείλεται στο άρθρο «Τι σημαίνει το «προληπτικό πλήγμα» που τρέμουν οι Τούρκοι στρατηγοί;», που δημοσιεύτηκε στις 27/9 στα ΝΕΑ (όμιλος Μαρινάκη). Είναι το γεγονός ότι καλλιεργείται ένα κλίμα μέσα στο οποίο είναι αποδεκτή μια τέτοια δήλωση, όπως και ότι αυτή μπορεί να κατανοηθεί μόνο στο πλαίσιο των παρεμβάσεων της πρεσβείας των Η.Π.Α. και του εναγκαλισμού με το Ισραήλ.
Το άρθρο της Wall Street Journal
Όταν ήρθε η νέα Πρέσβειρα των Η.Π.Α., Γκιλφόιλ, στην Ελλάδα, τα κυρίαρχα ΜΜΕ αποφάσισαν ενσυνείδητα να ασχοληθούν με τη «γκαλά» πλευρά της παρουσίας της και τη συμπάθειά της στη νυχτερινή διασκέδαση. Για άλλη μια φορά, οι σημαντικές πληροφορίες έρχονται από το εξωτερικό, λόγω υπόγειας σύγκρουσης συμφερόντων. Αναφερόμαστε στο άρθρο της Wall Street Journal για το Χ. Μαραφάτσο, λομπίστα και φερόμενο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ επιχειρηματικών συμφερόντων.
Όταν ήρθε η νέα Πρέσβειρα των Η.Π.Α., Γκιλφόιλ, στην Ελλάδα, τα κυρίαρχα ΜΜΕ αποφάσισαν ενσυνείδητα να ασχοληθούν με τη «γκαλά» πλευρά της παρουσίας της και τη συμπάθειά της στη νυχτερινή διασκέδαση. Για άλλη μια φορά, οι σημαντικές πληροφορίες έρχονται από το εξωτερικό, λόγω υπόγειας σύγκρουσης συμφερόντων. Αναφερόμαστε στο άρθρο της Wall Street Journal για το Χ. Μαραφάτσο, λομπίστα και φερόμενο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ επιχειρηματικών συμφερόντων.
Το άρθρο παραπέμπει ευθέως σε επιχειρηματική διένεξη, που οδηγεί σε στοχευμένη διαρροή πληροφοριών. Ο Μαραφάτσος εμφανίζεται ως λομπίστας πρώτης γραμμής για την Aktor Group του Αλ. Εξάρχου, ο οποίος εμφανίζεται να έχει μεταφέρει με το ιδιωτικό του τζετ τη Γκιλφόιλ στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πριν την ορκωμοσία της Γκιλφόιλ στις Η.Π.Α., ο Μαραφάτσος (ο οποίος είχε ήδη στενή συνεργασία μαζί της), προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ελληνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ενέργειας και της ναυτιλίας. Στις συναντήσεις αυτές επικαλέστηκε τις σχέσεις του με την επερχόμενη Πρέσβειρα των Η.Π.Α., καθώς και συνεργασία με τους ομίλους ενέργειας Κοπελούζος και Μετλέν (οι οποίοι αρνήθηκαν πως υπήρξε συνεργασία) και φυσικά την Aktor. Οι συνεργασίες του με άλλες ελληνικές εταιρείες, όπως καταγράφονται στο μητρώο για τους λομπίστες των Η.Π.Α., αφορούν την ONEX Technologies του Πάνου Ξενοκώστα, την O&G International Ventures (της οποίας η δήλωση κατονομάζει ως ιδιοκτήτη τον Γεώργιο Τζέλλο και την αμερικανική θυγατρική της ΔΕΗ).
Στο οικονομικό σκέλος, η ουσία του άρθρου βρίσκεται στην αποκάλυψη πως με μεσολάβηση Γκιλφόιλ η αλβανική κυβέρνηση έκλεισε εικοσαετή συμφωνία έξι δισεκατομμυρίων δολλαρίων για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου των Η.Π.Α., που θα παρέχεται από τη Venture Global μέσω κοινοπραξίας της Aktor με τη ΔΕΠΑ. Υπογραμμίζουμε πως οι ιδρυτές της Venture Global βρίσκονται σε άμεση σχέση δούναι και λαβείν με το \περιβάλλον Τράμπ, από το οποίο προέρχεται η Γκιλφόιλ. Η εκτίμησή μας είναι πως το άρθρο υπάρχει λόγω μίας και μόνης φράσης, πως «άλλες αμερικανικές εταιρίες υγροποιημένου φυσικού αερίου, που δεν έχουν συνάψει συμφωνίες με την Aktor, υποστηρίζουν πως δυσκολεύονται να έχουν την προσοχή της Γκιλφόιλ». Φράση η οποία νοηματοδοτεί την πληροφορία πως η Aktor και η κοινοπραξία της με τη ΔΕΠΑ (Atlantic-SEE LNG) έχουν υπογράψει σειρά μνημονίων και εμπορικών συμφωνιών με εταιρίες φυσικού αερίου σε Βουλγαρία, Ουκρανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και Ρουμανία.
Πηγή : info-war.gr
Τα υπερκέρδη των πετρελαϊκών κολοσσών από τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράν
Εν μέσω της αποσταθεροποίησης και της καταστροφής που προκάλεσε ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί αποκομίζουν δισεκατομμύρια. Αν και ο πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν είναι γενικά αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινωνία, ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του Ντόναλντ Τραμπ, τουλάχιστον μία από τις σημαντικότερες βάσεις στήριξης του προέδρου φαίνεται να είναι ικανοποιημένη: οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Ο πόλεμος έχει ασκήσει ισχυρές πιέσεις στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού πετρελαίου και έχει αποφέρει τεράστια κέρδη στις μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Οι δύο μεγαλύτερες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, η ExxonMobil και η Chevron, ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 26,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οκτώ από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου κατέγραψαν κέρδη άνω των 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων — ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 700.000 δολάρια κέρδους κάθε λεπτό κατά το εαρινό τρίμηνο. Η φράση «πετρελαϊκή εταιρεία» μπορεί να φέρνει μόνο στο μυαλό, εικόνες από πετρελαϊκές πλατφόρμες και διυλιστήρια. Πίσω, όμως, από αυτές τις εταιρικές οντότητες βρίσκονται και στελέχη, μέλη διοικητικών συμβουλίων και κορυφαίοι επενδυτές, οι οποίοι αποτελούν τους βασικούς δικαιούχους των πολεμικών κερδών των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών]
Τα πολεμικά κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών
Η ExxonMobil και η Chevron είναι οι δύο μεγαλύτερες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, με συνολική χρηματιστηριακή αξία περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Τον Ιούλιο, οι δύο πετρελαϊκοί κολοσσοί ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 26,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, δηλαδή για την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο, καθώς επωφελήθηκαν από την απότομη άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου και της βενζίνης ως αποτέλεσμα του πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Ιράν.
Οι συγκρίσεις με το προηγούμενο έτος προσφέρουν σαφές μέτρο για το μέγεθος αυτών των αποδόσεων. Το 2025, η ExxonMobil είχε ανακοινώσει συνολικά κέρδη ύψους 7,08 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το δεύτερο τρίμηνο. Ένα χρόνο αργότερα, το ποσό αυτό εκτοξεύθηκε στα 14,53 δισεκατομμύρια δολάρια — αύξηση άνω του 105%. Πρόκειται για τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη της εταιρείας από το 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Το 2025, η Chevron είχε ανακοινώσει κέρδη ύψους 2,49 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το δεύτερο τρίμηνο. Το 2026, το ποσό αυτό αυξήθηκε σχεδόν κατά 4 φορές, κατά 384,7%, φτάνοντας τα 12,07 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη που έχει καταγράψει ποτέ η Chevron.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν εντυπωσιακή μεταφορά πλούτου: τεράστια κέρδη κατευθύνονται σε μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων, την ώρα που σε παγκόσμιο επίπεδο δισεκατομμύρια άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με αυξανόμενες τιμές ενέργειας και τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου. Όπως το θέτει ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Oil Change International: «Λαμβάνει χώρα μια μαζική μεταφορά πλούτου, ενώ δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως παλεύουν με τις υψηλές τιμές ενέργειας, μια μικρή ελίτ βάζει στην τσέπη τα κέρδη». Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει διαταράξει σοβαρά τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού πετρελαίου και φυσικού αερίου, μέσω επιθέσεων σε υποδομές ορυκτών καυσίμων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, αλλά και εξαιτίας του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ, ενός στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Μεταξύ εκείνων που επωφελούνται από τα κέρδη της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων από τον πόλεμο, βρίσκονται και τα κορυφαία στελέχη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι εταιρειών, όπως η ExxonMobil και η Chevron, όχι μόνο λαμβάνουν αστρονομικές αμοιβές, αλλά απολαμβάνουν και συστήματα μπόνους που προβλέπουν ακόμη υψηλότερες ανταμοιβές όταν αυξάνονται τα εταιρικά κέρδη και ενισχύεται η απόδοση για τους μετόχους. Επιπλέον, σημαντικό μέρος των αποδοχών των διευθυνόντων συμβούλων και άλλων κορυφαίων στελεχών προέρχεται από μετοχές της εταιρείας, η αξία των οποίων έχει αυξηθεί σημαντικά.
Άλλοι σημαντικοί δικαιούχοι των κερδών των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών είναι οι βασικοί θεσμικοί επενδυτές τους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Wall Street. Οι εταιρείες αυτές, μεγάλες τράπεζες και διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, επενδύουν συλλογικά δισεκατομμύρια δολάρια στην ExxonMobil και τη Chevron και επωφελούνται από την άνοδο των τιμών των μετοχών και τις πληρωμές μερισμάτων. Για παράδειγμα, το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η ExxonMobil επέστρεψε στους μετόχους της συνολικά 9,4 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω μερισμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, η εταιρεία ουσιαστικά δημιούργησε έναν «διάδρομο μεταφοράς», διοχετεύοντας τεράστια ποσά από τα κέρδη της προς τους μετόχους και, κατ’ επέκταση, προς τη Wall Street.
Φόρος επί των υπερκερδών από το πετρέλαιο
Για τους υπερπλούσιους επενδυτές και τα ανώτατα στελέχη που βρίσκονται στο τιμόνι των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, ο αμερικανικός πόλεμος εναντίον του Ιράν σημαίνει τεράστια κέρδη. Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται η κερδοφορία για τις πετρελαϊκές εταιρείες, οι οποίες επωφελούνται από τη σπανιότητα και τις υψηλές τιμές ενέργειας. Πέρα από την προσπάθεια τερματισμού του παράνομου και αντιδημοφιλούς πολέμου της κυβέρνησης Τραμπ εναντίον του Ιράν, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν την επιβολή ειδικού φόρου στα τεράστια πολεμικά υπερκέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών. Μέλη του Κογκρέσου επανέφεραν τον Νόμο περί Φόρου επί των Απροσδόκητων Κερδών των Μεγάλων Πετρελαϊκών Εταιρειών. Η εφαρμογή του θα μπορούσε να αποφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, φορολογώντας τα τεράστια κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών και επιστρέφοντας μέρος των εσόδων στα αμερικανικά νοικοκυριά, με τη μορφή εκατοντάδων δολαρίων ανά νοικοκυριό. Πρόκειται για ένα μέτρο που θα μπορούσε να περιορίσει την αναίσχυντη κερδοσκοπία των μεγάλων εταιρειών, η οποία συντελείται από ένα πόλεμο που πλήττει την παγκόσμια οικονομία, επιφέρει οικονομική δυστυχία στις ΗΠΑ, καταστρέφει ζωές και εκτρέπει πόρους από την κάλυψη ανθρώπινων αναγκών, που καταλήγουν τελικά στις τσέπες των ανώτατων στελεχών.
Πηγή: www.militaire.gr
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Πικετί, Τσίπρας και φόρος στον… πλούτο: Λαϊκισμός ή ρεαλισμός;
Η βασική θέση του Τομά Πικετί έχει ισχυρό οικονομικό επιχείρημα, στις πολύ μεγάλες περιουσίες, μεγάλο μέρος του πλούτου δεν εμφανίζεται ποτέ ως κανονικό φορολογητέο εισόδημα.
Η βασική θέση του Τομά Πικετί έχει ισχυρό οικονομικό επιχείρημα, στις πολύ μεγάλες περιουσίες, μεγάλο μέρος του πλούτου δεν εμφανίζεται ποτέ ως κανονικό φορολογητέο εισόδημα. Μετοχές, συμμετοχές σε εταιρείες, holdings και υπεραξίες μπορούν να αυξάνουν θεαματικά την καθαρή περιουσία ενός δισεκατομμυριούχου χωρίς να δημιουργούν αντίστοιχο φόρο εισοδήματος.
Γι’ αυτό και η ιδέα ενός ελάχιστου φόρου πάνω στον πολύ μεγάλο πλούτο επιχειρεί να κλείσει ένα υπαρκτό κενό των φορολογικών συστημάτων.
Ο Τσίπρας βάζει τον Πικετί μέσα στην ελληνική πολιτική συζήτηση
Η θεωρία αυτή έχει πλέον περάσει ευθέως και στο πολιτικό πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι αντλεί έμπνευση, μεταξύ άλλων, από τους οικονομολόγους Τομά Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν και έχει προτάξει τη φορολόγηση του πλουσιότερου 1% μέσω της λεγόμενης «πατριωτικής εισφοράς». Παράλληλα δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να αυξήσει τη φορολογία της μεσαίας τάξης ή της επιχειρηματικότητας.
Πολιτικά, η επιλογή αυτή του επιτρέπει να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των επιμέρους δηλώσεων στελεχών του και των αντιδράσεων που αυτές προκαλούν, σε ένα πολύ πιο ευνοϊκό για τον ίδιο δίλημμα, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και αν το μεγαλύτερο βάρος πρέπει να μεταφερθεί στους οικονομικά ισχυρότερους. Είναι ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν από το σύνθημα περνάμε στην εφαρμογή.
Άλλο «να πληρώσουν οι πλούσιοι» και άλλο πόσο θα πληρώσουν
Ο Πικετί δεν περιορίζεται σε έναν συμβολικό φόρο. Οι πιο επιθετικές εκδοχές της σχολής Πικετί αντιμετωπίζουν τον φόρο στον πλούτο όχι μόνο ως μηχανισμό αύξησης των δημοσίων εσόδων αλλά και ως εργαλείο περιορισμού της συσσώρευσης τεράστιων περιουσιών. Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη παγίδα. Άλλο ένας φόρος της τάξης του 1% ή 2% σε εξαιρετικά μεγάλες περιουσίες και άλλο ένας επαναλαμβανόμενος φόρος 5%, 10% ή ακόμη υψηλότερος. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει περιουσία ενός δισεκατομμυρίου χωρίς να έχει ένα δισεκατομμύριο στην τράπεζα. Μπορεί να το έχει σε μετοχές μιας εταιρείας που ίδρυσε. Αν του ζητήσεις κάθε χρόνο 10% της καθαρής περιουσίας του, δεν φορολογείς απλώς το εισόδημά του. Τον υποχρεώνεις σταδιακά να πουλάει την περιουσία του για να πληρώνει τον φόρο.
Και στην Ελλάδα το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο σημείο για την πρόταση Τσίπρα. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε μια οικονομία τεράστιου μεγέθους στην οποία ένας επενδυτής δύσκολα εγκαταλείπει μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Είναι μια μικρή και ανοικτή οικονομία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ, στην οποία κεφάλαια, επενδυτικά χαρτοφυλάκια αλλά και η φορολογική κατοικία φυσικών προσώπων μπορούν να μετακινηθούν πολύ ευκολότερα από ό,τι μπορούν να μετακινηθούν ένα εργοστάσιο ή ένα ακίνητο. Και η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται ξένα κεφάλαια. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι καθαρές εισροές άμεσων επενδύσεων μη κατοίκων στην Ελλάδα έφτασαν τα 6,9 δισ. ευρώ.
Άρα εδώ υπάρχει μια πολύ λεπτή ισορροπία. Θέλεις να φορολογήσεις περισσότερο τον μεγάλο πλούτο χωρίς να εκπέμψεις το μήνυμα ότι η Ελλάδα γίνεται χώρα από την οποία συμφέρει να μεταφέρεις τη φορολογική σου κατοικία, τις holding εταιρείες ή τις επόμενες επενδύσεις σου.
Δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε φόρος πλούτου θα προκαλέσει αυτομάτως φυγή κεφαλαίων. Αυτό θα ήταν υπερβολή. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για τη διεθνή μετακίνηση των πολύ πλούσιων φορολογουμένων είναι περιορισμένα και ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον σχεδιασμό του φόρου.
Σημαίνει όμως ότι όσο υψηλότερος είναι ο φόρος και όσο πιο εύκολα μετακινείται το φορολογούμενο κεφάλαιο, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο φορολογικού σχεδιασμού ή μεταφοράς φορολογικής κατοικίας.
Η Ευρώπη δοκίμασε τους φόρους πλούτου και οι περισσότεροι τους εγκατέλειψαν
Εδώ τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Στη δεκαετία του 1990 περίπου δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες είχαν καθαρό ετήσιο φόρο περιουσίας. Σήμερα έχουν απομείνει ουσιαστικά τρεις: Νορβηγία, Ισπανία και Ελβετία.
Η Αυστρία τον κατάργησε το 1994. Η Δανία το 1997. Η Γερμανία σταμάτησε να τον εφαρμόζει το 1997. Η Φινλανδία το 2006. Το Λουξεμβούργο το 2006 για τα φυσικά πρόσωπα. Η Σουηδία το 2007.
Η Γαλλία αντικατέστησε το 2018 τον γενικό φόρο καθαρής περιουσίας με φόρο που αφορά κυρίως μεγάλη ακίνητη περιουσία. Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι ο φόρος πλούτου «δεν δουλεύει». Δείχνει όμως ότι η εφαρμογή του είναι πολύ δυσκολότερη από όσο αφήνει να εννοηθεί το πολιτικό σύνθημα.
Ο ΟΟΣΑ έχει καταγράψει ως βασικά προβλήματα των προηγούμενων συστημάτων το περιορισμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, τις εξαιρέσεις, τη φοροαποφυγή, το διοικητικό κόστος και τον κίνδυνο μετακίνησης κεφαλαίων.
Το ενδιαφέρον παράδειγμα της Νορβηγίας
Η Νορβηγία έχει ακόμη φόρο καθαρής περιουσίας. Αλλά εδώ βρίσκεται μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια: ο συντελεστής δεν είναι 5%, 10% ή 20%. Για το 2026 βρίσκεται περίπου στο 1%, φτάνοντας στο 1,1% για υψηλότερες περιουσίες. Δηλαδή ακόμη και μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, με ισχυρό κράτος, τεράστιο κρατικό επενδυτικό ταμείο και πολύ υψηλή φορολογική συμμόρφωση, εφαρμόζει έναν φόρο πλούτου σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τις πιο ριζοσπαστικές θεωρητικές προτάσεις. Και παρ’ όλα αυτά στη Νορβηγία έχει υπάρξει έντονη συζήτηση για μεταφορά φορολογικής κατοικίας εύπορων Νορβηγών μετά τις αυξήσεις της φορολογίας.
Η Ισπανία: Μέχρι 3,5%, αλλά με εξαιρέσεις και περιφερειακό ανταγωνισμό
Η Ισπανία είναι το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα για την Ελλάδα. Διατηρεί προοδευτικό φόρο καθαρής περιουσίας και πρόσθετο φόρο αλληλεγγύης για πολύ μεγάλες περιουσίες, με ανώτατο συντελεστή που μπορεί να φτάσει περίπου στο 3,5%. Όμως το σύστημα έχει γεμίσει με περιφερειακές διαφοροποιήσεις και απαλλαγές. Ορισμένες αυτόνομες περιφέρειες έχουν προσφέρει ακόμη και πλήρεις ή σημαντικές απαλλαγές. Και αυτό δείχνει το πρόβλημα σε μικρογραφία, ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα μπορεί να ξεκινήσει φορολογικός ανταγωνισμός για το πού θα εγκατασταθεί ο εύπορος φορολογούμενος. Πόσο μάλλον μέσα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ελβετία αποδεικνύει ότι μπορεί να γίνει αλλά όχι όπως συχνά παρουσιάζεται
Η Ελβετία είναι η ισχυρότερη απάντηση σε όσους υποστηρίζουν ότι κάθε φόρος περιουσίας είναι καταστροφικός. Έχει φόρο πλούτου εδώ και δεκαετίες και εισπράττει σημαντικά ποσά. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια, δεν πρόκειται για έναν ενιαίο, τεράστιο ομοσπονδιακό φόρο. Οι φόροι επιβάλλονται κυρίως σε επίπεδο καντονιών, με διαφορετικούς συντελεστές, αφορολόγητα και ανταγωνισμό μεταξύ τους. Άρα και το ελβετικό παράδειγμα έχει εξαιρέσεις…
Το ελληνικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τσίπρας
Επομένως το κρίσιμο ερώτημα προς τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι αν «πρέπει οι πλούσιοι να πληρώνουν περισσότερο». Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή για την οποία υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα. Το δύσκολο ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:
Ποιο ακριβώς είναι το 1%;
Πόση καθαρή περιουσία πρέπει να έχει κάποιος για να μπει στον φόρο; Θα φορολογούνται οι μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων; Θα φορολογείται η αξία μιας μη εισηγμένης εταιρείας; Πώς θα αποτιμάται κάθε χρόνο; Τι γίνεται αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει την απαιτούμενη ρευστότητα; Πώς εμποδίζεται η μεταφορά φορολογικής κατοικίας σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα; Και κυρίως, πόσα καθαρά χρήματα θα απομείνουν στο Δημόσιο αφού αφαιρεθούν η φοροαποφυγή, οι αλλαγές εταιρικών σχημάτων και πιθανές απώλειες επενδύσεων; Αυτά είναι τα σημεία στα οποία πρέπει να κριθεί η πρόταση και όχι στο σύνθημα «1% εναντίον 99%».
Η μεγάλη αντίφαση
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο. Ο Τσίπρας μπορεί πράγματι να αξιοποιήσει τη θεωρία Πικετί για να αλλάξει την ατζέντα και να θέσει ένα κοινωνικά ισχυρό ερώτημα που χαϊδεύει αυτιά: γιατί να σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος η εργασία και όχι ο συσσωρευμένος μεγάλος πλούτος;
Αλλά από τη στιγμή που η πρόταση γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα, το εύκολο μέρος τελειώνει. Γιατί μια χώρα όπως η Ελλάδα χρειάζεται ταυτόχρονα φορολογική δικαιοσύνη και επενδυτικά κεφάλαια. Και αυτά τα δύο δεν είναι υποχρεωτικά αντίθετα. Γίνονται όμως αντίθετα όταν ένας φόρος σχεδιαστεί τόσο επιθετικά ώστε το όφελος από την παραμονή του κεφαλαίου στη χώρα να γίνεται μικρότερο από το όφελος της μετακίνησής του.
Συμπέρασμα, ο Πικετί έχει ισχυρή ταξική διάγνωση, αλλά η εφαρμογή προϋποθέτει, προφανώς, αλλαγή της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Η ευρωπαϊκή εμπειρία λέει και κάτι ακόμη πιο σημαντικό, οι περισσότεροι γενικοί φόροι καθαρής περιουσίας καταργήθηκαν και όσοι επιβίωσαν έχουν συνήθως πολύ χαμηλότερους συντελεστές από τις πιο επιθετικές θεωρητικές προτάσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταλήγει επίσης ότι οι συγκεκριμένοι φόροι ιστορικά δεν αποτέλεσαν μεγάλη πηγή εσόδων και ότι η απόδοσή τους εξαρτάται καθοριστικά από τις απαλλαγές, τη συμμόρφωση και τον τρόπο σχεδιασμού τους.
Άρα το πραγματικό τεστ για την πρόταση Τσίπρα δεν είναι αν ακούγεται δίκαιη. Είναι αν μπορεί να απαντήσει πειστικά σε μια πολύ πρακτική εξίσωση, πόσα θα εισπράξει το κράτος, πόσα κεφάλαια κινδυνεύει να χάσει και ποιος συντελεστής βρίσκεται στο σημείο όπου ο φόρος παραμένει φόρος και δεν μετατρέπεται σε κίνητρο φυγής; Για μια μεγάλη οικονομία αυτό είναι δύσκολο. Για μια μικρή οικονομία όπως η ελληνική, είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα ολόκληρης της πρότασης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



