Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Τσίπρας και Καρυστιανού: Από την κρίση αντιπροσώπευσης στην κρίση του πολιτικού φαντασιακού


Η αντικατάσταση συλλογικών πολιτικών σχεδίων από πρόσωπα-φετίχ.

Χάρης Φραντζής

Για δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία στηριζόταν σε ένα ισχυρό, αν και συχνά πολωτικό, φαντασιακό. Τα μεγάλα κόμματα δεν ήταν απλοί διαχειριστές εξουσίας, αλλά φορείς που άρθρωναν αντιτιθέμενες, πλην σαφείς, σημασίες και αξίες για τη συλλογική ζωή. Αυτή η συνθήκη, ακόμα και μέσα από τις οξύτατες συγκρούσεις που την χαρακτήριζαν, παρήγαγε ένα πεδίο σχετικά σταθερής αστικής αντιπροσώπευσης, όπου η πολιτική πράξη διατηρούσε μια θεσμοποιητική ορμή, μια ικανότητα να μετασχηματίζει τις κοινωνικές προσδοκίες σε νόμους και θεσμούς. Η πολιτική σύγκρουση είχε νόημα επειδή ακριβώς υπήρχαν διακριτές, αντιθετικές νοηματοδοτήσεις του κόσμου.
Σήμερα, αυτή η πηγή έχει στερέψει. Δεν βιώνουμε μια απλή κρίση του κομματικού συστήματος, αλλά μια βαθύτερη κρίση του πολιτικού φαντασιακού. Η κοινωνία αδυνατεί να παραγάγει νέες συνεκτικές σημασίες που να νοηματοδοτούν τη συλλογική ύπαρξη και να προσανατολίζουν τη δράση προς ένα μέλλον που δεν είναι απλή προέκταση του παρόντος. Αντί για σκοπούς, στόχους και σχέδια έχουμε θυμικού τύπου αντανακλαστικά. Αντί για οράματα, μια αναδίπλωση σε ένα διαρκές παρόν έμπλεο οργής. Η πολιτική, από πεδίο δημιουργίας αξιών και πρακτικών του βίου, μετατρέπεται σε μια αγορά διαμαρτυρίας, όπου τα πάντα ανταλλάσσονται ως εμπορεύματα συναισθηματικής εκτόνωσης, χωρίς να παράγουν πολιτικές που θα άνοιγαν νέους ορίζοντες.

Η νέα μορφή του ευτελούς
Σε αυτό το κενό νοήματος, τη θέση των συλλογικών σχεδίων καταλαμβάνουν τα πρόσωπα-φετίχ. Ο σύγχρονος εκπεσμός της πολιτικής δεν συνίσταται τόσο σε χυδαιολογία ή τοξικές συμπεριφορές –παρόλο που βαίνουν ολοένα αυξανόμενα και αυτά– αλλά στη ριζική υποκατάσταση της πολιτικής πράξης από μαρκετινίστικες λογικές με όρους κατανάλωσης. Τα νέα κομματικά μορφώματα δεν γεννιούνται από την ανάγκη να απαντήσουν στο ερώτημα «σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζούμε και τι πρέπει να κάνουμε για να τη δημιουργήσουμε;», αλλά από την επιθυμία ενός προσώπου να λειτουργήσει ως καθρέφτης της λαϊκής δυσφορίας. Η νομιμοποίηση δεν αντλείται από ένα πρόγραμμα που λειτουργεί ως φορέας συγκεκριμένων πολιτικών και αξιών, αλλά από την ίδια την προσωπική αφήγηση του εκάστοτε επίδοξου ηγέτη, η οποία συχνά συγχέεται με ένα «αντισυστημικό» ρεύμα της κοινωνίας.
Όταν η πολιτική πρόταση εξαντλείται σε μια γενική καταγγελία, χωρίς να μπορεί να συλλάβει θετικά το αντικείμενό της, τότε δεν έχουμε πλέον πολιτική αλλά ένα είδος κοινωνικής ψυχοθεραπείας, στις μέρες μας μάλιστα διαμεσολαβημένης από την οθόνη. Το υποκείμενο δεν καλείται να γίνει πολίτης, δηλαδή συνδημιουργός θεσμών και κοινωνικών σημασιών, αλλά απλός θεατής και επικροτητής μιας διαρκούς παράστασης διαμαρτυρίας και της εναλλαγής στην εξουσία. Αυτή η κατάσταση, που είναι ίδιον του κομφορμισμού, δεν γεννάει τομές παρά μόνο ανακυκλώνεται αενάως ως αυτοαναφορικό θέαμα.

Το παράδειγμα της αοριστίας
Η περίπτωση σχηματισμών που συσπειρώνονται γύρω από πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα και δήθεν αντισυστημικό προφίλ, όπως π.χ. η Μαρία Καρυστιανού, είναι ενδεικτικά αυτής της συνθήκης. Δεν πρόκειται για συγκροτημένες ιδεολογικές κοινότητες με σαφείς αναφορές σε κοινωνικά συμφέροντα και παραδόσεις αγώνα, αλλά για ετερόκλητα πλήθη που τα ενώνει αποκλειστικά μια διάχυτη δυσπιστία απέναντι σε ό,τι υπάρχει. Το φαντασιακό που τα συνέχει είναι καθαρά αρνητικό, μια διαρκής άρνηση χωρίς κατάφαση, που δεν τολμά να ονομάσει καθαρά τον εαυτό της και έτσι παραμένει εγκλωβισμένη στην ίδια της την αοριστία. Στο εσωτερικό αυτών των μορφωμάτων, η συγκίνηση, η πολιτισμική ανασφάλεια και η συνομωσιολογική καχυποψία συγκολλώνται σε ένα άμορφο μείγμα, το οποίο δεν μπορεί να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένο σχέδιο εξουσίας, ακριβώς επειδή του λείπει η κεντρική σημασία που θα του προσέδιδε συνοχή και προσανατολισμό.
Αυτή η αδυναμία θετικότητας είναι το βαθύτερο σημάδι του εκχυδαϊσμού. Διότι το χυδαίο στην πολιτική δεν είναι το άμεσο ή το λαϊκό –αυτά μπορεί να είναι φορείς γνήσιας δημοκρατικής ορμής– αλλά η απουσία εκείνου του δημιουργικού πυρήνα που υπερβαίνει το απλώς δεδομένο και ανοίγει δυνατότητες για νέες μορφές του συλλογικού βίου. Όταν ένα πολιτικό εγχείρημα δεν μπορεί να αρθρώσει ένα νέο όραμα για την κοινωνία, όταν απλώς εκφράζει την αγανάκτηση χωρίς να τη μετουσιώνει σε πραγματικά ενναλακτική πρόταση, τότε λειτουργεί ως σύμπτωμα της ίδιας της ασθένειας που υποτίθεται ότι πολεμά. Πρόκειται για πολιτικό σχηματισμό που αυτοπαγιδεύεται στην εικόνα του, όντας ανίκανος να ασκήσει πολιτική με τη ριζική έννοια του όρου, δηλαδή ως κάτι που στοχεύει στη μεταβολή του θεσμισμένου τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.

Το παράδειγμα της πολυσημίας
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, η περίπτωση του νέου κομματικού εγχειρήματος που συγκρότησε ο Αλέξης Τσίπρας είναι εξόχως διαφωτιστική αυτής της λογικής, αλλά και των ορίων της. Αυτό που χαρακτηρίζει την εν λόγω προσπάθεια δεν είναι μια επεξεργασμένη ιδεολογική σύνθεση που γεννιέται από τη γόνιμη σύγκρουση διαφορετικών ρευμάτων, αλλά μια στρατηγική σκόπιμης σημασιολογικής αμφισημίας. Η ταυτόχρονη επίκληση πατριωτικών συμβόλων, «αντισυστημικής» ρητορικής και αναφορών σε εμβληματικές στιγμές της Αριστεράς δεν υπακούει σε μια εσωτερική αναγκαιότητα της σκέψης, αλλά σε μια εξωτερική αναγκαιότητα πολιτικής επιβίωσης. Ο καταστατικός σκοπός που υπαγορεύει το πάντρεμα αντιπαραθετικών, συχνά αμοιβαία αναιρούμενων, πολιτικών παραδόσεων είναι η πάση θυσία επαναφορά στην εξουσία. Πρόκειται για μια εργαλειακή συγκόλληση ετερόκλητων στοιχείων, όπου η ιστορική μνήμη της αντίστασης στους ναζί μπορεί να συνυπάρξει με έναν αόριστο συνταγματικό πατριωτισμό και ο λαϊκισμός με τον αποκαλούμενο «δημοκρατικό καπιταλισμό», υπό τον όρο ότι όλα μαζί θα παραγάγουν εκλογικό πλεόνασμα ικανό να ανοίξει ξανά το δρόμο για τη διακυβέρνηση.
Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι, σε βάθος χρόνου, αποκαλύπτει την αδυναμία να γεννηθεί εκείνη η κεντρική σημασία που θα μπορούσε να ξαναδώσει νόημα στη συλλογική δράση πέραν της απλής κατάληψης της εξουσίας. Διότι η πολιτική δεν είναι απλώς η διαχείριση υπαρχουσών επιθυμιών, δυσαρεσκειών και των πραγμάτων, αλλά πρωτίστως η δημιουργία καινών τρόπων κοινωνικής ύπαρξης και νέων οριζόντων νοήματος. Όταν όμως η δημιουργία αυτή υποτάσσεται πλήρως στον στόχο της επαναφοράς στην εξουσία, τότε η διεύρυνση καταλήγει σε ένα εύθραυστο άθροισμα αντιθέσεων, που μπορεί να διαλυθεί μόλις έρθει αντιμέτωπο με την ανάγκη συγκεκριμένων επιλογών διακυβέρνησης και που αναπόφευκτα θα προδώσουν κάποιο από τα ετερόκλητα ακροατήρια που συσπειρώθηκαν υπό τη σημαία της αμφισημίας. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε ανάλογες ιστορικές περιπτώσεις πάντα ο κόσμος της αριστεράς ήταν αυτός που έβγαινε προδομένος. Αυτό που παρουσιάζεται ως ευρυχωρία και ανοιχτότατα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συγκρότηση ενός αυθεντικού πολιτικού υποκειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου