Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε»: Οι Δράκοι (Draghi) αναβιώνουν στην Ε.Ε.


Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι, όπως και οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

«Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε». Ο «Σούπερ Μάριο» Ντράγκι ξαναχτυπά δύο φορές, επαναφέροντας με κάποιες επίκαιρες μεταβολές στο περίγραμμά του το ξαναδιατυπωμένο σχέδιο-όραμά του για την ανάπτυξη στην Ευρώπη. Πρώτα με τις βαρύγδουπες ιερεμιάδες που εξαπέλυσε στην ομιλία του κατά την παραλαβή του ευρωπαϊκού βραβείου «Καρλομάγνος». Και κατά δεύτερον με την κυκλοφορία (εντός ολίγου από τις εκδόσεις Rizzoli) του βιβλίου του, με αυτόν ακριβώς τον τίτλο «Να ανταγωνιστούμε ή να εξαφανιστούμε», που από τις προδημοσιεύσεις προκύπτει πως είναι μία επανάληψη στις αναλύσεις και τις πολιτικές που περιέχονταν στην περίφημη Έκθεση για «το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας» του Σεπτεμβρίου 2024,  με επικαιροποιημένο περιεχόμενο ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι νέες συνθήκες που δημιουργούν σε παγκόσμια κλίμακα  τ’ «ανδραγαθήματα» του Ντόναλντ Τραμπ, που παθητικά και δουλικά ακολουθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κι οι άρχουσες τάξεις της ηπείρου.
Ο Ντράγκι, όπως κι οι άλλοι Ευρωπαίοι, «ανακαλύπτει» όψιμα πως η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της, χωρίς πια τη στήριξη των Αμερικανών μιας και τα συμφέροντα των ΗΠΑ έχουν αλλάξει. Κι ακόμη χειρότερα, έχει υποβιβασθεί σε απλό υποχείριο της Ουάσιγκτον, όχι μόνον πλέον στους στρατηγικούς της στόχους, αλλά πολύ χειρότερα στο οικονομικό, ενεργειακό και τεχνολογικό επίπεδο. Ο Ντράγκι, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα εκείνης της άρχουσας τάξης (των αμιγώς τεχνοκρατών πολιτικών, των λόμπι και των υποτελών τους ΜΜΕ) που είναι υπεύθυνη για την πνευματική, ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ίδιου του μορφώματος που δημιούργησε, την Ε.Ε., μιας ελίτ απρόθυμης για οποιαδήποτε λογοδοσία, προτρέπει την ίδια αυτή κάστα να καθοδηγήσει το μέλλον της ηπείρου, λειτουργώντας αμιγώς ως μία επιχείρηση.

Η Ε.Ε. ως επιχείρηση, χωρίς κράτος δικαίου και θεσμικές δεσμεύσεις
Απηχώντας τα προηγούμενα μηνύματά του ενάντια στην «αδράνεια» και «απάθεια» (που όπως έλεγε στις 16 του περασμένου Σεπτεμβρίου στις Βρυξέλλες: «Μερικές φορές η αδράνεια παρουσιάζεται ακόμη και ως σεβασμός στο κράτος δικαίου. (η υπογράμμιση δική μας) Το να συνεχίσουμε ως συνήθως σημαίνει ότι συμβιβαζόμαστε με το να μείνουμε πίσω. (…) Μια διαφορετική πορεία απαιτεί νέα ταχύτητα»). Ο Ντράγκι αποφαίνεται πως η «συλλογικότητα» και η εμμονή στην «ομοφωνία» στη λήψη  των αποφάσεων καταδικάζει την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητα στην Ε.Ε.. Στην «αγωνιώδη κραυγή» του Ντράγκι, ως φερέφωνου των επιχειρηματικών ελίτ το άγχος να μείνουμε πίσω δεν χωρεί δικαιολογίες: ούτε καν επίκληση στο κράτος δικαίου. Περιττό να πούμε ότι τα λόγια του καταχειροκροτήθηκαν. 
Για τον Ντράγκι λοιπόν η Ε.Ε. βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα συνεχίσει όπως έκανε μέχρι τώρα και θα υποκύψει στις αδήριτες ιστορικές συνθήκες, είτε θα βρει το θάρρος να επανεκκινήσει και να μεταρρυθμιστεί. Αρχίζοντας από την ξεπερασμένη αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις και την επεξεργασία των αποφάσεων από επιτροπές (οι οποίες «νερώνουν ή μετριάζουν» τα τελικά μέτρα), την εμμονή στους κανονισμούς που παραλύει ουσιαστικά την Ευρώπη. Ο Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να «αφυπνίσει» τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε., υπογραμμίζοντάς τους πως:
Ο κόσμος που κάποτε συνέβαλε στην ευημερία της Ευρώπης δεν υπάρχει πια και σ’ αυτόν τον κόσμο για πρώτη φορά όσο θυμούνται οι άνθρωποι, είμαστε πραγματικά μόνοι μας.
Τώρα, σε τούτη την κρίσιμη καμπή της Ιστορίας μας προσφέρεται η ευκαιρία να ολοκληρώσουμε το έργο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σύμφωνα με το ευαγγέλιο των κοινοτικών αποβλέψεων. Που με βάση τη λειτουργική ρητορική τους, η κρίση λειτουργεί ως μαία της ολοκλήρωσης, όπως την εννοούν, στο  όνομα της έκτακτης ανάγκης και συνθηκών, που απαιτεί ένα πανεθνικό σμιτιανό «κράτος εξαίρεσης στην Ε.Ε.». Όταν η ταχύτητα είναι ο αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από τον προορισμό (η έννοια της ανάπτυξης παραμένει αφηρημένη, γιατί δεν περιγράφει προς όφελος ποιων και πώς θα διαμοιρασθεί) και ελλείψει ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος νομιμοποιημένου από τους λαούς, αυτή η επάρατη αρχή της ομοφωνίας στο Συμβούλιο της Ε.Ε. πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί.
Ο Ντράγκι υπενθυμίζει πως ούτε η Κίνα, ούτε πλέον οι ΗΠΑ, μπορούν να θεωρούνται εταίροι μας σε κανέναν τομέα -μάλιστα οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον, έπειτα από δεκαετίες υποτέλειας, σήμερα ανάγονται σε υπαρξιακό δίλημμα για την Ε.Ε.. Πλέον, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι μόνον στρατιωτική, αλλά στη νεροσυρμή της τεχνολογικής πλημμυρίδας η πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμμαχος, όπως απέδειξε το πολιτεύεσθαι του Τραμπ. Για τον Ντράγκι, με την αλλαγή του αμερικανικού δόγματος «δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι οι θεματοφύλακες της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων εξακολουθούν να είναι δεσμευμένοι στη διατήρησή τους» και «η αλλαγή της αμερικανικής στάσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως κίνδυνος. Είναι επίσης μια απαραίτητη αφύπνιση».
Άρα στις περίπλοκες τούτες εξαρτήσεις, η Ε.Ε. θα πρέπει να τρέξει για την ουσιαστική ολοκλήρωσή της, που περνά από την αλλαγή του τρόπου λήψης αναγκαίων αποφάσεων, που θα υπερβαίνει την προσχηματική προστασία των συμφερόντων των επιμέρους χωρών, των συμβάσεων του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων. Όταν η ήπειρος θα πρέπει να τρέξει, προκειμένου να επιτύχει την ενεργειακή  μετάβαση, την τεχνολογική ανάπτυξη και την οικονομική υπέρβαση, γεγονός που απαιτεί ότι η «χρηματοδότηση» προς τις μεγάλες εταιρείες που θα μετουσιώσουν το όραμα τούτο, θα πρέπει να αποφασίζεται με μεταβλητές πλειοψηφίες, να είναι γρήγορη κι ανεμπόδιστη, βλέπε ανεξέλεγκτη, ώστε να μη δημιουργούνται αγκυλώσεις. Γιατί, ο Ντράγκι το λέει σχεδόν απερίφραστα,  περί αυτού πρόκειται: για το ευρωπαϊκό χρήμα που θα δοθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις (που δε θα βάλουν χέρι στις τσέπες τους για ιδιωτικές επενδύσεις) και με όρους και συνθήκες που δε θα δεσμεύονται από τις εθνικές πολιτικές ή άλλους (περιβαλλοντικούς, νομικούς κ.α.) περιορισμούς. «Οι χώρες που αισθάνονται περισσότερο το βάρος αυτής της στιγμής και που κατανοούν ότι το παράθυρο ευκαιρίας για δράση δεν θα παραμείνει ανοιχτό επ’ αόριστον, πρέπει να είναι ελεύθερες να προχωρήσουν», τόνισε στην ομιλία του ο Ντράγκι, αναφερόμενος φυσικά στις ‘μεγάλες’ χώρες (και τις επιχειρήσεις τους) που ασφυκτιούν από την ‘αδράνεια’ και τους κανονισμούς της Ε.Ε..

Φεντεραλισμός και αλληλεγγύη υπέρ των πλουσίων
Αυτή η ανεμπόδιστη ελευθερία στις χώρες που «θέλουν να τρέξουν» είναι η ακρογωνιαία  έκφραση του (ετεροβαρούς) φεντεραλισμού, όπως τον εννοεί ο Ντράγκι, που σημαίνει, στην πράξη, ότι «οι χώρες που έχουν τη βούληση να δράσουν, θα πρέπει να εντείνουν τη συνεργασία τους σε συγκεκριμένους τομείς». Ο Ντράγκι θέλει διακαώς μία ενιαία αγορά: τραπεζική, στην κεφαλαιαγορά, για να μπορούν εύκολα να χρηματοδοτούνται, χωρίς άλλους περιορισμούς,
Για τον Ντράγκι βέβαια, «η προσέγγιση θα είναι αναγκαστικά πειραματική», γιατί μοιραία «ορισμένες πρωτοβουλίες θα πετύχουν, άλλες όχι», δηλ. οι χώρες που θα ‘αποτυγχάνουν’ θα εξοβελίζονται «γιατί τα πειράματα δεν είναι τυχαία». Βέβαια, θα εξακολουθεί (τύποις) να αποκαλείται ‘φεντεραλισμός’ καθώς αυτά «καθοδηγούνται από έναν κοινό στόχο: την πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να μάθουν να ασκούν την εξουσία μαζί, αν θέλουν να διαφυλάξουν τις αξίες τους». Δηλ. να μαθαίνουν, στο πλαίσιο της συνεργασίας, πότε θα πρέπει να αποσύρονται οι αδύνατοι και ν’ αφήνουν τους ισχυρούς να οδηγούν τις τύχες τους – μιας κι όπως θέλουν να μας διδάξουν οι γενικότερες αξίες ταυτίζονται με τα συμφέροντά τους. Και κυρίως να μάθουν να μη διεκδικούν επιδοτήσεις κλπ γιατί όπως τονίζει ο «Σούπερ Μάριο» (επικαλούμενος και τους παντογνώστες του ΔΝΤ) «έχει αποδειχθεί πως κάθε επιδότηση σε ένα κράτος, επηρεάζει την ανάπτυξη ενός άλλου!»
Για τον Ντράγκι, το δημόσιο, ευρωπαϊκό, χρήμα δεν θα πρέπει να σπαταλάται σε επιχειρήσεις που δεν μπορούνε να εξυπηρετήσουν τους στόχους που θα βοηθήσουν στην κούρσα τούτη της ανάπτυξης. Και ποιες είναι τούτες οι επιχειρήσεις που θα πρέπει να προταχθούν; Μα εκείνες που είχε περιγράψει και στο διαβόητο σχέδιο για την ανάπτυξη της Ε.Ε.: της ενέργειας, της τεχνολογικής καινοτομίας και φυσικά του τομέα που αμιγώς σχετίζεται με αυτήν (δεδομένου ότι η αυτοκινητοβιομηχανία, λόγω και της έλλειψης κρίσιμων πρώτων υλών/ορυκτών δεν μπορεί να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στην πορεία τούτη) η στρατιωτική βιομηχανία. Άλλωστε οι γεωπολιτικές συνθήκες ευνοούν την διαιώνιση πολεμικών συγκρούσεων και την ανάγκη για προηγμένα όπλα, ενώ – όπως κι ο ίδιος επισημαίνει – οι άλλες εμπορικές (αγροτικές κατά βάση και χαμηλής τεχνολογικής καινοτομίας μηχανημάτων) συνεργασίες, όσο εκτεταμένες και να είναι (βλέπε Mercosur) «δεν συμβάλλουν σε μία αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ πάνω από 0,5%. Οπότε ας αφήσουμε στην άκρη τις κοστοβόρες αγροτικές πολιτικές (που απαιτούν εξάλλου κι εργατικά χέρια, που δημιουργούν και μεταναστευτικό πρόβλημα λόγω των αναγκών αυτών) και ας επενδύσουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τη στρατιωτική βιομηχανία, που χάρις στην πρώτη μπορεί να ρομποτοποιηθεί και να μη χρειάζεται παρά μόνον ειδικευμένο προσωπικό.
Όμως προκύπτει αναπόφευκτα ένα ερώτημα: Προς ποια κατεύθυνση θα διευθυνθεί αυτή η «φυγή προς τα εμπρός» και ποιος θα είναι ο προορισμός της, δηλ. ποιο θα είναι το αποτύπωμα και το όφελος για τους πολίτες της Ευρώπης;  Τρέχουμε; Ποιο είναι το νόημα της κούρσας; Σε ποιον ανθρώπινο προορισμό φτάνουμε πιο γρήγορα; Σε ποια κοινωνία; Σε ποια Ευρώπη; Θα ήταν καιρός να απαντήσουμε στα ερωτήματα, χωρίς αφέλεια και χωρίς να αποφεύγουμε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα: οδεύουμε προς τον πόλεμο ως μόνη δυνατότητα των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν την κερδοφορία και τα συμφέροντά τους, αδιαφορώντας για τις τύχες ολάκερων λαών και του περιβάλλοντος. Η αριστοκρατία μας δεν θέτει ερωτήματα κι ο Σούπερ Μάριο Ντράγκι επιμένει, γιατί κατ’ αυτόν έχουμε δημιουργήσει λίγη αγορά, ιδίως στις κεφαλαιαγορές.
Στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, που η Ε.Ε. ακολουθεί με πεισματική προσήλωση ακόμη κι όταν δεν λειτουργεί, η κούρσα την οποία ευαγγελίζεται ο Ντράγκι (και την οποία έχει εφαρμόσει μέχρι κεραίας η Ένωση) έχει γίνει πια μη βιώσιμη. Η κοινωνική εργασία, που καταναλώνει ακόμη και τον ελεύθερο (κι όχι απελευθερωμένο χρόνο) των εργαζομένων, ιδίως τώρα με την εφαρμογή της ΤΝ, η οποία αποικεί κάθε δραστηριότητα, απομονώνει τους ανθρώπους που έχουν την αυταπάτη ότι μπορούν – όπως τους ζητούν – να γίνουν επιχειρηματίες του εαυτού τους. Ο ανταγωνισμός κι η αναζήτηση του πλούτου, της νεότητας και τις ευεξίας διαβρώνει τους ηθικούς και κοινοτικούς δεσμούς κάτω από την εμμονική πίεση για διαρκή απόδοση. Φορτώνει αποκλειστικά στο άτομο (στην προσωπική μικροκλίμακα) και σε ολάκερες κοινωνίες κι έθνη (με μνημόνια, κόφτες, πλεονάσματα) το βάρος της αποτυχίας στο πλαίσιο ενός πανταχού παρόντος και ριζικά αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδίως μέσα σε τούτη την πολυδιαφημισμένη ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Κυρίως, ο ευρωπαϊκός κοινός χώρος, ενώ ιδιωτικοποιεί τα κέρδη και κοινωνικοποιεί τις απώλειες των κοινοτικών κι εθνικών πολιτικών (παντοτινά προσδεδεμένα με τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων) αποποιείται στην ουσία τις ευθύνες της πολιτικής των Βρυξελλών, η οποία έχει μετατραπεί σε θεραπαινίδα των κυρίαρχων συμφερόντων.
Ο Ντράγκι επικαλείται την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, αλλά η αλληλεγγύη για την οποία μιλάει είναι η θεσμική ανταπόκριση του ευρώ στην κρίση χρέους, ο καταμερισμός του χρηματοπιστωτικού κινδύνου μεταξύ τους, που έχει κάνει τους Ευρωπαίους, που αυτοί ουσιαστικά δικαιούνται το βραβείο που του απονεμήθηκε,  να ματώσουν ίσαμε σήμερα. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται στην πραγματική υλική αλληλεγγύη, προς τους πολίτες που υποφέρουν, στην ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες υπάρχουν μόνο ως παραγωγικές μονάδες, υποκείμενα που οικοδομούν την ανάπτυξη με τον ιδρώτα τους, αλλά χωρίς δικαιώματα και που θα πρέπει να θυσιαστούν στον βωμό της ανάπτυξης, με την ελπίδα πως μία σταγόνα από τα υπερκέρδη θα ράνει κι αυτούς.
Ο Ντράγκι επικαλείται το Ευρωβαρόμετρο, λέγοντας πως εννέα στους δέκα πολίτες θέλουν μεγαλύτερη Ένωση στην Ε.Ε., περισσότερη Ευρώπη. Μόνο που δεν αναφέρει πως όταν οι πολίτες αξιώνουν περισσότερη Ευρώπη, δεν ζητούν περισσότερη αγορά. Θέλουν περισσότερη προστασία, μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, ευρύτερη κοινωνική συνοχή. Δεν ζητά υψηλότερους δασμούς κατά της Κίνας, ούτε και πόλεμο κατά της Ρωσίας ή ενάντια στο Ιράν. Απαιτεί τα παιδιά του να έχουν ίσες ευκαιρίες να σπουδάσουν, όταν αρρωσταίνει να έχει νοσοκομεία και γιατρούς να τον θεραπεύσουν χωρίς να τον αφαιμάξουν οικονομικά, να έχει μία αξιοπρεπή, καλά αμειβόμενη, εργασία και μία επαρκή σύνταξη. Όταν ο Ντράγκι εννοεί Ενιαία Ευρώπη, είναι σα να μιλάει άλλη γλώσσα.

Η κοινωνική πολιτική στον κάλαθο των αχρήστων του Ντράγκι
Στον λόγο του Ντράγκι, περιγράφηκαν πολλές δυνατότητες για την ανάπτυξη και την απαραίτητη «κούρσα» για την επίτευξή της, όμως σε όλο το κείμενο μόνο μία λέξη  δεν αναφέρθηκε: η λέξη κοινωνική πολιτική και κοινωνικό κράτος/πρόνοια(welfare ). Ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ δεν ενδιαφέρθηκε για τις ευρωπαϊκές  κοινωνίες, που γηράσκουν και που συνθλίβονται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που το μοντέλο της ευρωπαϊκής «αδράνειας» έχει δημιουργήσει επί χρόνια η ταύτιση του «προγράμματος για την ενιαία Ευρώπη των πολιτών» και των αξιών της με το οικονομικό πρόγραμμα που έχει εκπονήσει κι ακολουθεί η ηγεσία της Ε.Ε. και οι μεγάλες χώρες. Ο Ντράγκι ήταν εξαιρετικά αναλυτικός για τον κατάλογο με τις δαπάνες που θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν μαζί με την ενεργειακή μετάβαση, την άμυνα και την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά οι κοινωνικές δαπάνες, που στριμώχνονται κάπου μεταξύ των ευρωπαϊκών επενδύσεων-επιχορηγήσεων, μοιάζουν ένα ακολούθημα, που θα πάρουν κάτι εάν περισσέψει.  Αποτελούν μία εξαρτημένη μεταβλητή στις επιτρεπτές δαπάνες, όχι  ένα βασικό στοιχείο στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Δεν πρόκειται όμως για μία απλή παράλειψη. Και για τον Ντράγκι, όπως και για τους ομοίους του, η αδιαφορία για την προτεραιότητα στην κοινωνική πολιτική αποτελεί την ίδια τη δομή της σκέψης του. Σύμφωνα με την  απλουστευτική (κι ουδέποτε εκπληρούμενη) «αρχή της σταγόνας» η οικονομία πρέπει να επιστρέψει στην ανάπτυξη για να χρηματοδοτήσει, όποτε το ποτήρι φθάσει στο χείλος του, με τις σταγόνες που θα πέφτουν όσο γεμίζει κι όλα τα υπόλοιπα. Η ανάπτυξη είναι η προϋπόθεση για κάθε άλλο πράγμα. Τα 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως για στρατηγικές επενδύσεις, στα οποία αναφέρεται, περιλαμβάνουν τον επανεξοπλισμό, την ενέργεια, την τεχνολογία. Όχι όμως και το κοινωνικό κράτος. Μόνο που εάν αυξηθούν οι δαπάνες για την άμυνα και τις ψηφιακές υποδομές και δεδομένου ότι οι δημόσιοι πόροι δεν είναι άπειροι, κάτι θα πρέπει να μειωθεί. Αυτό το κάτι, το γνωρίζουμε ήδη, θα είναι οι κοινωνικές δαπάνες. Συμβαίνει ήδη και θα συμβεί ακόμα περισσότερο.
Ωστόσο, είναι το κοινωνικό μοντέλο εκείνο που ακριβώς διαφοροποιεί την Ευρώπη να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο, όπου η παραγωγή είναι αποχωρισμένη από τη φροντίδα για τον άνθρωπο. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, για το οποίο πολλοί επικαλούνται τις χριστιανικές κι ουμανιστικές ρίζες του πολιτισμού της που ξεκινά από την κλασσική αρχαιότητα, περνά από τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση και κορυφώνεται στους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες και την βούληση να αποφευχθεί ξανά η φρίκη των δύο Παγκόσμιων Πολέμων που θέρισε τόσες γενεές και υποδομές, δεν είναι επ’ ουδενί η ενιαία αγορά – παρ’ ότι γέννησε τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό – ούτε η βιομηχανική βάση, που οι ΗΠΑ κι η Κίνα υπερτερούν. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, ιδίως μεταπολεμικά, βάζει τον άνθρωπο, την υγεία και την παιδεία και τα εργασιακά δικαιώματα στο επίκεντρο της κρατικής πολιτικής, ως παράγοντες που εξασφαλίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη και τη συνοχή του κράτους και των θεσμών του. Χωρίς κοινωνικό κράτος, η Ευρώπη είναι απλώς μια οικονομική ζώνη μεταξύ άλλων. Με το κοινωνικό κράτος, είναι ένας πολιτισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου