Όταν παιδοβιαστές και οπεκεπέδες κυκλοφορούν ελεύθεροι, εύλογα η κοινή γνώµη δυσανασχετεί για δύο µέτρα και δύο σταθµά.
Χρύσα Κακατσάκη
Στον πρώτο τόµο του έργου «Από τον Εµφύλιο στη χούντα» ο Σπύρος Λιναρδάτος αφιερώνει ένα µεγάλο κεφάλαιο στην εποχή Πιουριφόι. Ηταν ο Αµερικανός πρεσβευτής κατά την ταραγµένη περίοδο 1950-53 που ταυτίστηκε µε την ασφυκτική κηδεµονία των ΗΠΑ στην Ελλάδα, παρεµβαίνοντας απροκάλυπτα στις πολιτικές εξελίξεις. Αναφέρει τραγελαφικά επεισόδια, όπως τότε που αποκάλεσε τον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο «µικρό µπάσταρδο» ή όταν ξεγέλασε τον Πλαστήρα µε µια καφετζού ώστε να τον πείσει να επιλέξει το πλειοψηφικό σύστηµα.
Στον ντόρο που ξέσπασε για την υπόθεση Γιωτόπουλου, αυτή η πλευρά της αµερικανικής επέµβασης που κάλεσε ανοιχτά την ελληνική κυβέρνηση «να πράξει ό,τι είναι δυνατόν ώστε να επιστρέψει στη φυλακή» είτε υποβαθµίστηκε είτε αποσιωπήθηκε. Μοναδική εξαίρεση η Ενωση ∆ικαστών και Εισαγγελέων που επιχείρησε να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία των αποφάσεών της. Οι Αµερικανοί µιλάνε µε περισσό θράσος αφού είχαν επικηρύξει τον Τζολάνι ως ηγετικό στέλεχος της τροµοκρατικής οργάνωσης του ISIS και στη συνέχεια τον έχρισαν ηγέτη της Συρίας. Χρειάζεται σ’ αυτό το σηµείο να επισηµάνουµε ότι καµία τροµοκρατική οργάνωση είτε γεννήθηκε µέσα στους κόλπους των δυτικών δηµοκρατιών είτε την εξέθρεψε ο ισλαµικός φονταµενταλισµός ούτε έκανε τον κόσµο καλύτερο ούτε ανέτρεψε τον καπιταλισµό.
Η συζήτηση λοιπόν στη δηµόσια σφαίρα επικεντρώθηκε στο πρόσωπο του «Λάµπρου» της 17 Νοέµβρη, τον ρόλο που του απέδωσαν η ΕΛΑΣ και το δικαστήριο, αν υπήρξε ευπειθής κρατούµενος ή αν παραµένει ένας κοινός εγκληµατίας. Τα στρατόπεδα διχάστηκαν, χωρίς να εξετάζουν το βαθύτερο ζήτηµα της διάκρισης των εξουσιών και τη λειτουργία της ∆ικαιοσύνης. Αµερικανική διαταγή και τα σκυλιά δεµένα, το πρώτο κρατούµενο. Τόσο ο Τζαβέλλας που αρχειοθέτησε τις υποκλοπές όσο και οι υπόλοιποι αρεοπαγίτες που αναίρεσαν το βούλευµα των εφετών είναι εποµένως έκθετοι στη νοµική κριτική, εφόσον η απόφαση της αποφυλάκισης αναµφίβολα σε κάποια δικονοµικά κριτήρια στηρίχτηκε: διαγωγή, χρόνος έκτισης ποινής, κίνδυνος τέλεσης νέων αδικηµάτων κ.λπ. Κράµερ εναντίον Κράµερ, το δεύτερο κρατούµενο.
Η σοβαρότητα είναι πολύ εύθραυστη έννοια. Καταρρακώθηκε ωστόσο από την αιτιολογία του Αρειου Πάγου. Ενας άνθρωπος που δεν έχει παραδεχτεί τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε δεν µπορεί να δηλώσει µεταµέλεια, γιατί κάτι τέτοιο αντιβαίνει στην κοινή λογική. Παράλογο και αντιφατικό επίσης το γεγονός ότι, αφού ο σωφρονισµός δεν επήλθε στα 24 χρόνια φυλακής, θα λειτουργήσει στο ελάχιστο διάστηµα που αποµένει;
Οταν οι περισσότεροι πραξικοπηµατίες αποφυλακίστηκαν προτού εκτίσουν τα πραγµατικά ισόβια, όταν παιδοβιαστές και οπεκεπέδες κυκλοφορούν ελεύθεροι, εύλογα η κοινή γνώµη δυσανασχετεί για δύο µέτρα και δύο σταθµά. ∆εν πρόκειται για συµψηφισµό, αλλά για την ουσία της ισονοµίας.
Ετσι το έλλειµµα αξιοπιστίας της ∆ικαιοσύνης γιγαντώνεται και η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων καταντάει τόσο πικρή όσο του πατρικίου που ανακαλύπτει στο γενεαλογικό του δένδρο έναν ελάχιστα λαµπρό πρόγονο. Η πόρτα της φυλακής εποµένως δεν είναι ούτε ανοιχτή ούτε κλειστή. Βρίσκεται σε διαρκή ταλάντωση, όπως ακριβώς και η εµπιστοσύνη των πολιτών στους θεσµούς, όπως οι διασταλτικές ερµηνείες των νόµων, όπως η δηµοκρατία και η ∆ικαιοσύνη που άλλοτε συµπεριφέρονται µεγαλόψυχα κι άλλοτε εκδικητικά ανάλογα µε το ποιον έχουν απέναντί τους. Η δηµοκρατία δεν απειλείται από έναν έγκλειστο ηλικιωµένο, σίγουρα όµως κινδυνεύει από τη δραµατική αντιστροφή του νοήµατός της και τη βολική υποταγή στο απαράδεκτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου