Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Καλό Μήνα Απρίλη


 Καλό Μήνα Απρίλη.....ψεύτη

αν και τα ψέματα εμείς τα τρώμε overdose τα τελευταία χρόνια από τους κυβερνήτες και κτήτορες αυτής της χώρας Να’ μαστε όλοι κι όλες καλά

Μετά τον Μητσοτάκη, τι;


Θανάσης Καρτερός

Στην πολιτική, υπάρχει ένα ερώτημα που συνήθως το διατυπώνει, το τυπώνει, το εντυπώνει, το φουσκώνει εκείνος που έχει τη βολική απάντηση. Και το αποφεύγει, υπεκφεύγει ή καταφεύγει σε άρες μάρες εκείνος που δεν την έχει. Σε κάπως χυδαία, κατά κανόνα δεξιά απόδοση, το ερώτημα είναι: Μετά από μένα, ή από μας, τι; Κάπως έτσι το θέτουν σήμερα ο Μητσοτάκης και η Ν.Δ. Και το καταληκτικό «τι» είναι εντελώς σκοτεινό και δυσοίωνο. Εννοεί και υπονοεί ότι μπορεί να κάνουμε «λάθη», να μας βαραίνουν σκάνδαλα, ακόμα και εγκλήματα, αλλά προσέξτε: Μετά από μας, καραδοκούν η αστάθεια, η ανασφάλεια, η αναστάτωση, οι περιπέτειες. Ακόμα πιο παραστατικό και επίφοβο, αν και χιλιοπαιγμένο: Το χάος!
Ο Τσίπρας προχτές στη Λαμία έθεσε το ίδιο ερώτημα πιο πολιτικά. Οι δημοσκοπήσεις και η εμπειρία καταγράφουν το «όχι» στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτό είναι καλό, αλλά παραμένει μισό και μετέωρο, εφόσον δεν υπάρχει το «ναι». Εφόσον δεν δίνεται σαφές, ρεαλιστικό, προοδευτικό περιεχόμενο στο «τι». Εφόσον δεν υπάρχει, δεν έχει διαμορφωθεί μια συνεκτική και αξιόπιστη απόδραση από τα σύρματα της Δεξιάς. Ενας πολιτικός σχηματισμός ικανός να αντιπαρατεθεί στη Ν.Δ. του Μητσοτάκη, αλλά και να πείσει ταυτόχρονα ότι είναι σε θέση να κυβερνήσει χωρίς κλυδωνισμούς και περιπέτειες. Με αίσθηση της ανάγκης για βαθιές αλλαγές, αλλά και συναίσθηση των συσχετισμών και των κινδύνων.
Η κατάσταση αυτή είναι βούτυρο στο ψωμί μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης, την οποία είναι ζήτημα αν στηρίζει πια το ένα δέκατο της κοινωνίας. Είναι όμως και κάτι ίσως ακόμα χειρότερο: μια βαριά κάκωση της δημοκρατίας, ένας ακρωτηριασμός του πολιτεύματος, που εκπίπτει έτσι σε αυταρχικό μονόδρομο. Πράγμα που δεν θέλουν, ή απλώς δεν μπορούν -δεν διαφέρουν αυτά και τόσο-, να αντιληφθούν οι δυνάμεις που θα έπρεπε να έχουν χάσει τον ύπνο τους. Και αρκούνται σε ξόρκια νίκης, καβγάδες αν θα συνεργαστούν με τη Δεξιά, αδιέξοδες προτάσεις συγκόλλησης, διασπάσεις, παραιτήσεις, εκφυλιστικές μετακινήσεις. Και αφορισμούς του γνωστού απίστου από πρόσφατα χειροτονημένους ιερείς της αριστερής καθαρότητας.
Είναι κοινός δημοκρατικός τόπος ότι πρέπει να μπει τέρμα σ’ αυτή την παγίδευση στον μονόδρομο του Μητσοτάκη. Γιατί το «τι» θα διαπράξει η Δεξιά του, αν κερδίσει άλλη μια τετραετία, δεν το ξέρει μόνο η Αριστερά του. Το φωνάζουν τα πεπραγμένα του. Από κει και πέρα οι προτάσεις έχουν κατατεθεί. Και όταν έρθει η ώρα -που δεν φαίνεται να αργεί- το δίλημμα θα είναι σαφές: Με τη «διεύρυνση», τη συγκόλληση, την αναπαραγωγή μηχανισμών, τα γνωστά και προβλέψιμα, ή με μια νέα συλλογική προσπάθεια να υπάρξει επιτέλους αντίπαλος πόλος. Και να μην παίζει ο Μητσοτάκης μόνος του. Με τις τύχες της χώρας…

Ο Θάνος Πλεύρης εκκολάφθηκε από το αυγό του φιδιού


Τι ακριβώς νοσταλγεί σήμερα ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής; 

Ζωή Χαλιδιά

Ο υπουργός της κυβέρνησης είναι γέννημα θρέμμα μισαλλόδοξων ιδεών, κυριολεκτικά και ιδεολογικά. Υιός του αμετανόητου φασίστα Κων/νου Πλεύρη γαλουχήθηκε ως άξιο τέκνο του κακού. Τούτων δοθέντων η πολιτική του πορεία ξεκινά από τα σκοτάδια της ακροδεξιάς. Κι επί της ουσίας τέτοια παραμένει. Τι κι αν διαχώρισε την θέση του από τον πατέρα του που επιμένει να χαιρετά ναζιστικά, ο υιός με υπουργική γραβάτα και κοστούμι ταΐζει κυνισμό, μίσος, ξενοφοβία κι εμφυλιοπολεμική ρητορική το εκλογικό σώμα.
Ο Θάνος Πλεύρης είναι συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης που επιδιώκει τον απανθρωπισμό του πλήθους. Την διευκολύνει δηλαδή να περάσει στο εκλογικό της ακροατήριο να μη θεωρεί τα θύματα ισότιμα ή άξια μέλη της κοινωνίας.
Βασικός του ρόλος είναι να νομοθετεί με σκληρότητα κατά προσφύγων και μεταναστών. Λίγο καλύτερα απ΄ όταν έλεγε να τους σκοτώνουμε στα σύνορα. Επικουρικά όμως, ως γνήσιος ακροδεξιός βραχίονας της κυβέρνησης, έχει χρεωθεί την αναπαραγωγή του αντικομουνισμού δίνοντας έμφαση στη δεκαετία του ’40 και την αμέσως μεταπολεμική περίοδο.
Δεν επιχειρεί απλά μια στερεότυπη αντικομουνιστική προπαγάνδα. Ασχημονεί εξοργιστικά εις βάρος χιλιάδων νεκρών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που υπερασπίστηκαν την εθνική ανεξαρτησία της χώρας και την αξιοπρέπεια του λαού και εναντίον όσων εξ αυτών στη συνέχεια συκοφαντήθηκαν, φυλακίστηκαν, εκτελέστηκαν και για χρόνια ήταν υπό διωγμό επί πάλευαν για μια κοινωνία ισοτιμίας και δικαιοσύνης.
Και τα ερωτήματα είναι:
Σε τι εξυπηρετεί αυτή η προκλητική στάση Πλεύρη, όταν είμαστε η μοναδική χώρα, όπου δεν δικάστηκαν δωσίλογοι, μαυραγορίτες, οικονομικοί και πολιτικοί συνεργάτες των Γερμανών, αλλά αντιθέτως χρίσθηκαν πατριώτες και αξιότιμοι;
Γιατί αποκαλεί την Αριστερά βάρος του έθνους θυμίζοντας τον Ιωάννη Ράλλη που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρα το ’43 λέγοντας «Υψώ την σημαίαν του αντικομουνιστικού αγώνος» και ίδρυσε τα Τάγματα Ασφαλείας ευρέως γνωστά ως Γερμανοτσολιάδες;
Τι ακριβώς νοσταλγεί σήμερα ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής;
Ποια απριλιανή εθνικοφροσύνη ονειρεύεται;

Εκλογές ως απόηχος μέσα σε κλειστούς διαδρόμους


Είναι εκείνο το θολό σημείο όπου το «νόμιμο» μπλέχτηκε επικίνδυνα με το «παράνομο».

του Απόστολου Αποστόλου
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας  

Η πολιτική ατμόσφαιρα στο Μαξίμου θυμίζει αυτές τις παλιές, ξεχασμένες σοφίτες, που είναι γεμάτη σκόνη, με βαριά υγρασία και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του «κάτι κρύβουμε αλλά δεν το ανοίγουμε». Και κάπου μέσα σε αυτή τη θολούρα, σαν ψίθυρος που δεν λέει να γίνει κραυγή, διαρρέει ότι «τον Μάη πάμε για εκλογές». Όχι επίσημα βεβαίως γιατί ποτέ δεν είναι επίσημα αυτά τα πράγματα. Πάντα έρχονται ντυμένα με τον μανδύα της «εκτίμησης», της «πληροφορίας», της «αίσθησης των κύκλων».
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές. Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τώρα; Και κυρίως, γιατί έτσι;
Μήπως πρόκειται για μια κλασική δοκιμαστική διαρροή; Ένα πολιτικό «μπαλόνι», από αυτά που αφήνονται στον αέρα για να μετρηθεί η φορά του ανέμου; Να δουν αντιδράσεις, να καταγράψουν νεύρα, να αφουγκραστούν τη σιωπή που συχνά λέει περισσότερα από τις φωνές. Γιατί σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί να εκπλήσσεται, η απουσία αντίδρασης είναι ίσως η πιο ηχηρή αντίδραση απ’ όλες.
Ή μήπως το Μαξίμου αναζητά κάτι βαθύτερο; Ίσως μια νέα αφήγηση; Μια υποψία συναίνεσης που θα μπορούσε να φυτρώσει μέσα σε ένα πολιτικό τοπίο που μοιάζει περισσότερο με ξερό χωράφι παρά με εύφορη γη; Γιατί οι συναινέσεις δεν προκύπτουν πια από ιδεολογικές συγκλίσεις, αλλά προκύπτουν από ανάγκη, από κόπωση, από το «ας τελειώνουμε με αυτό».
Και εδώ αρχίζει η ειρωνεία να γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Γιατί όταν ένα κυβερνητικό κέντρο σκέφτεται εκλογές όχι ως κορύφωση πολιτικής στρατηγικής αλλά ως πιθανή έξοδο κινδύνου, τότε η διαδικασία μοιάζει λιγότερο με δημοκρατική ανανέωση και περισσότερο με διαχείριση κρίσης. Σαν να τραβάς το χειρόφρενο ενώ το αυτοκίνητο τρέχει, όχι επειδή θέλεις να σταματήσεις, αλλά επειδή δεν ξέρεις πια πώς να το οδηγήσεις.
Και ποια είναι αυτή η κρίση;
Είναι εκείνο το θολό σημείο όπου το «νόμιμο» μπλέχτηκε επικίνδυνα με το «παράνομο». Όχι απαραίτητα με την αυστηρή νομική έννοια αυτή άλλωστε έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ελαστική όταν χρειάζεται, αλλά με την πολιτική και ηθική έννοια. Εκεί όπου οι θεσμοί αρχίζουν να μοιάζουν περισσότερο με εργαλεία παρά με όρια, όπου οι μηχανισμοί λειτουργούν όχι για να υπηρετούν, αλλά για να προστατεύουν. Και όπου τα πρόσωπα παύουν να είναι φορείς ευθύνης και γίνονται απλώς ρόλοι σε ένα κακογραμμένο έργο.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα «κλειστά δωμάτια» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, δεν είναι απλώς μεταφορά, είναι σχεδόν γεωγραφικός όρος. Εκεί όπου λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς φως, χωρίς θόρυβο, χωρίς την ενοχλητική παρουσία της δημόσιας λογοδοσίας. Οι διάδρομοι γεμίζουν ψιθύρους, από συμφωνίες που δεν καταγράφονται, μαζί με συνεννοήσεις που δεν επιβεβαιώνονται ποτέ και όλα γίνονται ένα παιχνίδι ειδικού σκοπού που όλοι το γνωρίζουν ότι υπάρχει αλλά το κρύβουν πίσω από τα σκηνικά της πολιτικής παράστασης.
Και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται η ιδέα των εκλογών, σαν καθαρτήριο, σαν επανεκκίνηση, σαν να μπορεί η κάλπη να ξεπλύνει ό,τι δεν ξεπλένεται αλλιώς.
Αλλά μπορεί;
Ή μήπως πρόκειται απλώς για μια προσπάθεια διάσωσης; Να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί όπως οι μηχανισμοί που έχουν ήδη φθαρεί, οι φορείς που έχουν ήδη εκτεθεί, τα πρόσωπα που έχουν ήδη ταυτιστεί με επιλογές που δύσκολα εξηγούνται. Να διατηρηθεί μια ισορροπία που δεν στηρίζεται πια σε πολιτική δυναμική, αλλά σε φόβο απώλειας και ελέγχου.
Σε αυτό το σημείο, η διακωμώδηση δεν είναι επιλογή, είναι σχεδόν υποχρέωση.
Διότι η εικόνα ενός πολιτικού κέντρου που διαρρέει εκλογικά σενάρια για να δει «πώς θα κάτσει» θυμίζει περισσότερο εργαστήριο δημοσκοπήσεων παρά κυβέρνηση. Σαν να δοκιμάζουν τίτλους πριν γράψουν το κείμενο, σαν να αποφασίζουν το τέλος πριν καταλάβουν την πλοκή.
Και η κοινωνία; Εκείνη παρακολουθεί ως συνήθως. Όχι απαραίτητα αδιάφορη, αλλά σίγουρα πιο δύσπιστη από ποτέ. Γιατί έχει δει πολλές φορές αυτό το έργο και έχει μάθει να αναγνωρίζει τις κινήσεις, να προβλέπει τις διαρροές, να καταλαβαίνει πότε μια «πληροφορία» είναι στην πραγματικότητα μήνυμα.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές τον Μάιο.
Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, θα μπορέσουν να βγάλουν τη χώρα από τη σκόνη ή απλώς θα την ανακατέψουν λίγο ακόμα.

Η κανονικοποίηση του θανάτου ως «δικαίωμα»

 

Όταν η αφαίρεση ζωής ενός αθώου και βαθιά τραυματισμένου ανθρώπου παρουσιάζεται ως κορύφωση μιας «δημοκρατικής» διαδικασίας, τότε διαμορφώνεται ένα πλαίσιο όπου η ίδια η έννοια της προστασίας αναστρέφεται. Η κρατική συμμετοχή σε μια τέτοια κατάληξη εγγράφεται ως επιλογή, ως πράξη που βαφτίζεται δικαίωμα και προβάλλεται ως αποτέλεσμα προόδου, σε μια πραγματικότητα όπου τα όρια μεταξύ φροντίδας και εγκατάλειψης γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.
Η σύγχρονη αφήγηση γύρω από τον υποβοηθούμενο θάνατο διαμορφώνεται μέσα από μια γλώσσα που επικαλείται τη συμπόνια, την ελευθερία και την αυτοδιάθεση. Στην πράξη, όμως, το βάρος μετατοπίζεται από την υποχρέωση της κοινωνίας να στηρίζει, στην αποδοχή της εξόδου ως λύσης. Η έννοια της επιλογής αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν διατυπώνεται μέσα σε συνθήκες απελπισίας, ψυχικού τραύματος και κοινωνικής απομόνωσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση δεν προκύπτει σε κενό, αλλά μέσα από μια αλυσίδα γεγονότων που έχουν προηγουμένως διαμορφώσει το αδιέξοδο.
Linkwise
Η υπόθεση της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο στην Ισπανία αναδεικνύει με ωμό τρόπο αυτές τις αντιφάσεις. Πρόκειται για μια διαδρομή που ξεκινά από μια διαλυμένη οικογενειακή πραγματικότητα και εξελίσσεται σε μια πορεία ψυχικής κατάρρευσης. Από νεαρή ηλικία, η Νοέλια βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρά τραύματα, με επαναλαμβανόμενες απόπειρες αυτοκαταστροφής και με μια διαρκή εναλλαγή μεταξύ ιδρυμάτων και θεραπευτικών δομών. Το κράτος, αντί να λειτουργήσει ως σταθερός μηχανισμός προστασίας, τη μετέφερε σε ένα περιβάλλον που αποδείχθηκε επικίνδυνο, όπου υπέστη κακοποίηση που δεν τιμωρήθηκε και δεν διερευνήθηκε σε βάθος.
Η απόπειρα αυτοκτονίας που ακολούθησε την άφησε ζωντανή αλλά με σοβαρή σωματική αναπηρία. Από εκεί και πέρα, η ζωή της εξελίχθηκε μέσα σε συνθήκες πόνου, τόσο σωματικού όσο και ψυχικού. Η απομόνωση, η αίσθηση εγκατάλειψης και η έλλειψη ουσιαστικής στήριξης δημιούργησαν ένα πλαίσιο όπου ο θάνατος εμφανίστηκε ως διέξοδος. Το αίτημα για ευθανασία κατατέθηκε σε αυτή τη συγκυρία, όχι ως αφηρημένη φιλοσοφική επιλογή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πορείας που είχε ήδη οδηγήσει σε πλήρη εξάντληση.
Η αντίδραση του πατέρα της, που προσπάθησε να μπλοκάρει τη διαδικασία φτάνοντας μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανέδειξε τη σύγκρουση μεταξύ προσωπικής βούλησης και θεσμικής απόφασης. Παρά την αντίσταση, η διαδικασία ολοκληρώθηκε και δόθηκε το τελικό πράσινο φως. Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε δημόσια μέσα από έναν λόγο που εστίασε στην «υπομονή» και στην «ικανοποίηση» ενός αιτήματος, αποφεύγοντας να εξετάσει το σύνολο των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτό.
Στον δημόσιο διάλογο, η υπόθεση παρουσιάστηκε μέσα από ένα πρίσμα που υπογράμμισε την ελευθερία της επιλογής, χωρίς να δοθεί αντίστοιχη έμφαση στην προηγούμενη κακοποίηση, στην ατιμωρησία των δραστών και στην ευθύνη των δομών που όφειλαν να προστατεύσουν. Οι φωνές που θα μπορούσαν να αναδείξουν αυτές τις πτυχές παρέμειναν περιορισμένες, ενώ η προσοχή μετατοπίστηκε στη θεσμική κατοχύρωση της διαδικασίας.
Η διαμόρφωση αυτής της αφήγησης συνοδεύεται από μια ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση. Η έννοια της φροντίδας υποχωρεί και αντικαθίσταται από την αποδοχή της αποχώρησης ως λύσης. Η ευθύνη της κοινωνίας να στηρίζει τα ευάλωτα μέλη της μετατρέπεται σε δυνατότητα να διευκολύνει την έξοδό τους. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται συμβάλλει σε αυτή τη μετατόπιση, καθώς όροι όπως «ανακούφιση» και «αξιοπρέπεια» επαναπροσδιορίζουν την ίδια την πράξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργείται μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων, από την άλλη, η ίδια η προστασία αποσύρεται όταν το άτομο βρίσκεται στο πιο ευάλωτο σημείο του. Η επιλογή αποκτά διαφορετική σημασία όταν δεν συνοδεύεται από πραγματικές εναλλακτικές. Όταν η στήριξη είναι ανεπαρκής και οι δομές δεν ανταποκρίνονται, η «ελευθερία» περιορίζεται σε ένα στενό πεδίο.
Η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συζήτησης για τα όρια της ιατρικής, της πολιτικής και της ηθικής. Η ιατρική, από χώρος θεραπείας, καλείται να διαχειριστεί και το τέλος της ζωής. Η πολιτική, από πεδίο προστασίας, μετατρέπεται σε ρυθμιστή της αποχώρησης. Η κοινωνία καλείται να επαναπροσδιορίσει τη στάση της απέναντι στον πόνο, την ασθένεια και την ευαλωτότητα.
Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα της ισότητας. Ποιοι έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές δομές στήριξης και ποιοι οδηγούνται σε συνθήκες όπου ο θάνατος εμφανίζεται ως λύση. Η κοινωνική ανισότητα επηρεάζει άμεσα τις επιλογές, καθώς οι πιο ευάλωτοι βρίσκονται συχνά χωρίς επαρκή υποστήριξη. Σε αυτό το περιβάλλον, η θεσμική κατοχύρωση του υποβοηθούμενου θανάτου αποκτά διαφορετική διάσταση.
Η δημόσια συζήτηση παραμένει περιορισμένη ως προς τις βαθύτερες αιτίες. Η έμφαση δίνεται στο αποτέλεσμα και όχι στη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό. Η κακοποίηση, η ψυχική υγεία, η κοινωνική απομόνωση και η λειτουργία των δομών παραμένουν στο περιθώριο. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αποσπασματική, αφήνοντας εκτός το σύνολο των παραγόντων.
Η υπόθεση της Νοέλια Καστίγιο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για μια ευρύτερη προβληματική. Αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός συστήματος που καλείται να ισορροπήσει μεταξύ προστασίας και επιλογής, μεταξύ φροντίδας και αποδοχής της αποχώρησης. Η κατανόηση αυτών των αντιφάσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια ουσιαστική συζήτηση.
Η υπόθεση της Νοέλια Καστίγιο έδειξε ορθάνοιχτο το βάραθρο στο οποίο κατακρημνίζεται η νεοταξική κοινωνία. Το σύνθημα «my body – my choice» που επιστρατεύτηκε για τις εκτρώσεις, έφτασε τώρα στον τελικό προορισμό του που είναι η αυτοδιάθεση του σώματος στην αυτοκτονία. Η θεσμοποιημένη θανάτωση όλων των αθώων και των απροστάτευτων. Καλώς ήρθαμε στην εποχή του ψηλαφητού σκότους…

Ο Νετανιάχου στηρίζεται σε μία Αμερική που δεν υπάρχει πια


Ο πόλεμος δεν θα σταματήσει όταν ο Νετανιάχου το θέλει. Θα σταματήσει όταν ο Τραμπ θα έχει βαρεθεί.

Κώστας Ράπτης

O Joshua Leifer, ιστορικός, υποψήφιος διδάκτορας του πανεπιστημίου Yale και αρθρογράφος, θεωρεί ότι ο εν εξελίξει πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν είναι βγαλμένος από μιαν άλλη εποχή. Σε άρθρο του στην αγγλόφωνη έκδοση της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz υποστηρίζει ότι η προθυμία της ισραηλινής ηγεσίας να σύρει τους υπερατλαντικούς της φίλους σε αυτή την αναμέτρηση βασίζεται σε παρωχημένες αντιλήψεις για τη μεταξύ τους σχέση και κυρίως για την αμερικανική ισχύ. Και είναι το Ισραήλ αυτό που πρωτίστως θα πληρώσει το τίμημα αυτής της παρανάγνωσης της πραγματικότητας.
Όπως αναφέρει, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζιαμιν Νετανιάχου πέρασε μεγάλο μέρος της εφηβείας του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν η χώρα βρισκόταν στο απόγειο της μεταπολεμικής της ισχύος. Ο νεαρός Μπίμπι αποφοίτησε το 1967 από το Λύκειο Τσέλτεναμ στα προάστια της Φιλαδέλφειας (όπου οι μαθητές προσπαθούν τώρα να αφαιρέσουν τη φωτογραφία του από τo hall of fame των αποφοίτων του σχολείου).
Γεννημένος το 1949, ο Νετανιάχου είναι, με άλλα λόγια, ένας αρχετυπικός «boomer» και ως εκ τούτου, ένας αληθινός πιστός στην εξαιρετική καλοσύνη των Ηνωμένων Πολιτειών και στην παντοδυναμία των ενόπλων δυνάμεών τους -ασπίλωτη από ήττες στο Βιετνάμ ή μεταγενέστερες καταστροφές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Η συνεχιζόμενη κοινή αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν είναι το αποκορύφωμα αυτού που ο Νετανιάχου, τις πρώτες ημέρες του πολέμου, είπε ότι «λαχταρούσε να κάνει εδώ και 40 χρόνια». Και, πράγματι, από τότε που εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ως ο τηλεγενής Ισραηλινός πρεσβευτής στα Ηνωμένα Έθνη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το όνειρό του για μια επίθεση στην Ισλαμική Δημοκρατία δεν είχε εξασθενίσει, ακόμη και όταν κάθε πρόεδρος των ΗΠΑ αρνήθηκε να ρισκάρει αμερικανικό αίμα σε μια τόσο προφανώς επικίνδυνη και δυνητικά καταστροφική προσπάθεια.
Αυτό, μέχρι που ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να στοιχηματίσει την κληρονομιά του στην επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος, την οποία ο Ισραηλινός πρωθυπουργός λαχταρούσε εδώ και καιρό.
Κατά τον Leifer, η βασική στρατηγική υπόθεση του Νετανιάχου φαίνεται να ήταν ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς της Αμερικής θα αποδεικνυόταν η απαραίτητη μεταβλητή (ο παράγοντας Χ, αν θέλετε) που σχεδόν θα εγγυόταν την επιτυχία στο Ιράν. Αλλά αυτό που ο Νετανιάχου δεν έλαβε υπόψη είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της μεταπολεμικής παιδικής του ηλικίας στα προάστια: ότι ενώ η Αμερική εξακολουθεί να είναι μια υπερδύναμη, αν όχι η κυρίαρχη στον κόσμο, βρίσκεται επίσης στη δίνη μιας εξουθενωτικής παρακμής, της οποίας η επαναλαμβανόμενη εκλογή του μεγιστάνα των ριάλιτι είναι ένα εμφανές σύμπτωμα. Οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι του Ισραήλ συχνά αστειεύονται για τις διαφορές μεταξύ της οργανωτικής κουλτούρας του αμερικανικού στρατού και της δικής τους. Οι Αμερικανοί προετοιμάζουν λεπτομερείς παρουσιάσεις PowerPoint σκιαγραφώντας τις επιχειρήσεις βήμα προς βήμα. Οι Ισραηλινοί λειτουργούν ενστικτωδώς και αυτοσχεδιάζουν εν κινήσει. Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για αυτή την σχολαστική προετοιμασία για τον τρέχοντα πόλεμο.
Αν μη τι άλλο -κρίνοντας από τις παραληρηματικές, μανιακές συνεντεύξεις τύπου του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και τους φλύαρους, αντιφατικούς στοχασμούς του προέδρου των ΗΠΑ- είναι οι Αμερικανοί αυτή τη φορά που φαίνεται να προχωρούν λιγότερο σύμφωνα με μια στρατηγική και περισσότερο σύμφωνα με (πώς να το πούμε;), τις διαισθήσεις τους.
Η φαινομενική έλλειψη σχεδιασμού εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών υποδηλώνει ένα ιστορικό επίπεδο ανικανότητας, που ξεπερνά κατά πολύ αυτό που κάποτε θεωρούνταν η θρυλική βλακεία της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους τζούνιορ. Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν μια επιχείρηση που γρήγορα επεκτάθηκε, όπως είχε προβλεφθεί, σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο, ωστόσο δεν συγκέντρωσαν κανέναν πραγματικό περιφερειακό ή διεθνή συνασπισμό – σε έντονη αντίθεση με το τεράστιο δίκτυο συμμαχιών που ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος κατάφερε να συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια του πρώτου Πολέμου του Κόλπου για να εκδιώξει τις δυνάμεις του Σαντάμ Χουσεΐν από το Κουβέιτ.
Αντίθετα, ο Τραμπ πέρασε τους μήνες που προηγήθηκαν του πολέμου του Ιράν απειλώντας να καταλάβει τη Γροιλανδία με τη βία, εναντιούμενος στους συμμάχους στην Ευρώπη που η κυβέρνησή του έκτοτε επιδίωξε να στρατολογήσει.
Προφανείς απρόβλεπτες καταστάσεις είτε αγνοήθηκαν είτε απορρίφθηκαν ως εύκολα επιλύσιμες. Παρά τις προηγούμενες απειλές του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, η κυβέρνηση Τραμπ φαινομενικά δεν προέβλεψε την πιθανότητα και μέχρι στιγμής αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση που τώρα απειλεί να καταστρέψει την παγκόσμια οικονομία. Ούτε φαίνεται να έχουν προετοιμάσει κανένα σχέδιο για το σενάριο στο οποίο οι επιθέσεις αποκεφαλισμού κατά της ηγεσίας του Ιράν θα αποτύγχαναν να ρίξουν το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας πέρα από το «συνεχίστε τους βομβαρδισμούς και ελπίζετε για το καλύτερο».
Ένας τρόπος για να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ και εκείνης των Ρεπουμπλικανών προκατόχων της είναι ότι πρόκειται για μια ριζοσπαστικοποίηση τάσεων που υπάρχουν εδώ και καιρό στην αμερικανική δεξιά. Η βασική υπόθεση του νεοσυντηρητισμού της εποχής του Τζορτζ Μπους ήταν ότι το σύστημα διεθνούς δικαίου και κανόνων που η ισχύς των ΗΠΑ είχε υποστηρίξει μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε φτάσει να εμποδίζει, αντί να διευκολύνει, τους αμερικανικούς γεωπολιτικούς στόχους. Ο Μπουσισμός στόχευε να ξεφύγει από αυτό το σύστημα, αποδεικνύοντας παράλληλα ότι μπορούσε ακόμα να κινητοποιήσει έναν «συνασπισμό των προθύμων», ενωμένο μέσω συναίνεσης πίσω από την αμερικανική ηγεμονία.
Ο Τραμπισμός, στον βαθμό που έχει μια συνεκτική λογική, όχι μόνο απορρίπτει την εργασία μέσω των πολυμερών θεσμών που κάποτε όριζαν την φιλελεύθερη τάξη. Απορρίπτει και κάθε μορφή διεθνούς συνεργασίας που δεν βασίζεται στην πλήρη κυριαρχία των ΗΠΑ, στην υποταγή στα αμερικανικά προνόμια. Αυτό είναι το νόημα του συνθήματος «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ. Είναι επίσης αυτό που προσδίδει στην προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στον πόλεμο την αλαζονική, ακόμη και παραισθησιογόνο ιδιότητά της: την πεποίθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος μπορεί να υποταχθεί στη βούληση της Αμερικής, με την απειλή όπλου αν χρειαστεί.
Παρά τις διαδόσεις για το πώς ο Νετανιάχου ώθησε τον Τραμπ να χτυπήσει το Ιράν, αυτός ο πόλεμος είναι πόλεμος της Αμερικής. Οι παράμετροί του, το είδος των αποδεκτών στόχων, τα μέσα με τα οποία επιτρέπονται οι επιθέσεις, ακόμη και αν συχνά μεταβάλλονται, καθορίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πόλεμος δεν θα σταματήσει όταν ο Νετανιάχου το θέλει. Θα σταματήσει όταν ο Τραμπ θα έχει βαρεθεί, θα τρομάξει από τις χρηματιστηριακές αγορές ή θα χάσει το ενδιαφέρον του.
Ενώ η Αμερική, μια ηπειρωτική αυτοκρατορία που προστατεύεται από ωκεανούς και στις δύο πλευρές της, θα είναι σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη από οποιαδήποτε καταστροφική κατάσταση θα γνωρίζει πιθανώς η Μέση Ανατολή όταν τελειώσει ο πόλεμος (μια τραυματισμένη αλλά ανυπότακτη Ισλαμική Δημοκρατία στο Ιράν, μια νέα επισφαλή κατάσταση στις χώρες του Κόλπου, μια πιθανή παγκόσμια ύφεση που προκαλείται από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου) το Ισραήλ δεν θα είναι τόσο τυχερό.
Σε περίπτωση αποτυχίας του πολέμου, το Ισραήλ θα πρέπει να ζήσει σε μια περιοχή στην οποία αυτό θα θεωρείται όλο και περισσότερο ως απειλή για τη σταθερότητα, ως μια επεκτατική δύναμη που απειλεί την κυριαρχία όχι μόνο των γειτόνων του, αλλά ακόμη και εκείνων των κρατών με τα οποία δεν μοιράζεται σύνορα.
Ο Νετανιάχου ήλπιζε να συμμετάσχει στην επιτυχία ενός κοινού πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν. Αλλά φαίνεται ότι δεν φαντάστηκε ότι ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου μπορεί να μην καταφέρει να επιτύχει τους στόχους του -ούτε ότι το Ισραήλ θα αναγκαστεί να υπολογίσει τις συνέπειες αυτής της αποτυχίας, να φέρει την ευθύνη γι’ αυτήν, να πληρώσει το τίμημα, με τρόπο που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν το κάνουν και δεν θα το κάνουν ποτέ.
Όντας ίσως ο τελευταίος αμετανόητος νεοσυντηρητικός της Δύσης, ο Νετανιάχου, πίεσε για τον πόλεμο στο Ιράν με την πεποίθηση ότι η αμερικανική ισχύς είναι ουσιαστικά απεριόριστη. Μαθαίνει, πολύ καθυστερημένα, ότι δεν είναι, καταλήγει ο Leifer.
Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο capital.gr