Παρή Σπίνου,
Ναταλί Χατζηαντωνίου
Εάν οι εκτελέσεις των αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μας και πέρασαν ως αφήγηση, στίχος ή εικόνα στις νεότερες γενιές, χρωστάμε αναμφίβολα πολλά στην τέχνη.
Οι εκτελέσεις των αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης τον Μάιο του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και κυρίως αυτή της Πρωτομαγιάς, από τις μαζικότερες, αγριότερες και πιο αιματηρές θηριωδίες των Γερμανών στην Ελλάδα, καταχωρίστηκε ως ένα από τα συγκλονιστικότερα γεγονότα της περιόδου, χαράχτηκε μέχρι εδώ ανεξίτηλα στη μνήμη της νεότερης Ελλάδας και πέρασε ως αφήγηση, στίχος ή εικόνα στις νεότερες γενιές με τη βασική συμβολή της τέχνης.
Και ίσως απ’ όλες τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις καταγραφής, σχολιασμού και πένθους για το Μπλόκο της Καισαριανής πιο ακαριαία να αντέδρασε η ποίηση και δημιουργοί ταυτισμένοι με την Αριστερά όπως ο Βάρναλης, ο Ρίτσος και ο Λειβαδίτης και το τραγούδι με στίχους αντίστοιχων περιπτώσεων στρατευμένων στην Αριστερά όπως ο Νότης Περγιάλης, ο Κώστας Βίρβος κ.ά.
Ποιος είναι όμως πραγματικά ο πρώτος που άκουσε σε μουσική αυτή τη συγκλονιστική στιγμή; Την απάντηση έδινε χθες σ’ ένα ποστ ο συνθέτης και μουσικός ερευνητής Κωστής Ζουλιάτης θυμίζοντας: «Ηταν ο Νίκος Σκαλκώτας το 1944 – σχεδόν έναν μήνα μετά. Κρατούμενος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, με μοναδικό παράπτωμά του την παρουσία του στη νεοσύστατη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (σεσημασμένη τότε ως άντρο συνδικαλιστών και ΕΑΜιτών), ο «δύσκολος» συνθέτης γράφει την «Πρωτομαγιά του ’44».
Στον κοντά ενάμιση μήνα της κράτησής του, γράφει και άλλα κομμάτια με σχετικό περιεχόμενο: «Προσκλητήριο», «6 Ιουνίου» (πιθανώς αναφορά στην απόβαση της Νορμανδίας), «Κλούβες» (για τα μικρά φορτηγά που φόρτωναν κρατούμενους για εκτέλεση), «Φόβος», «Τζαμτζής». Οσο για τον τελευταίο τίτλο, «τζαμτζής» ήταν ο κρατούμενος που αναλάμβανε την επισκευή τυχόν σπασμένων τζαμιών στο στρατόπεδο. Μαζί με τους εργάτες που ήταν απαραίτητοι για τις δουλειές της μέρας, εντός και εκτός στρατοπέδου (λ.χ. τα οχυρωματικά έργα στο Φάληρο), όλοι άκουγαν τα ονόματά τους στο τέλος του προσκλητηρίου, μετά από τα ονόματα εκείνων που πήγαιναν για εκτέλεση. Με το κάλεσμα αυτό ήξεραν πως είχαν αποφύγει για μία ακόμα μέρα το απόσπασμα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει η μουσική – όλα αυτά τα έργα θεωρούνται σήμερα χαμένα. Οι πληροφορίες που έχουμε προκύπτουν από τη μαρτυρία του συγκρατούμενου του Σκαλκώτα, Δημήτρη Ευθυμιόπουλου. Αυτός ήταν που μέσα στο στρατόπεδο τον προμήθευσε κρυφά κάτι δεκάδες φύλλα με πεντάγραμμα, φύλαγε τσίλιες για να μπορεί ο συνθέτης να γράφει, αλλά και έδωσε τίτλους στα κομμάτια».
Δεκάδες ήταν τα σχετικά τραγούδια που γράφτηκαν, άλλα με απευθείας αναφορά στο γεγονός, άλλα με ποιητικούς υπαινιγμούς.
● Στην πρώτη περίπτωση ανήκει όλη η «Καταχνιά» (1964) του Χρήστου Λεοντή σε στίχους του Κώστα Βίρβου, αλλά και κυρίως τα «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» και «Ενας ξύλινος σταυρός», που ερμήνευσε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Οπως θύμισε και πάλι ο Ζουλιάτης, «τους στίχους είχε γράψει ο Βίρβος το ’44 μαθαίνοντας το νέο, ενώ βρισκόταν στην απομόνωση του κρατητηρίου της οδού Ελπίδος 5 – εκεί που δύο μήνες μετά μαρτύρησε η Ηλέκτρα Αποστόλου». Το 1975 ο Λεοντής μελοποιεί στο «Καπνισμένο τσουκάλι» για τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη και τα συγκλονιστικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, όπως το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα. Ολο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,/μπορεί να ‘ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο».Από τα δεκάδες άλλα τραγούδια που έχουν γραφτεί κατά καιρούς για τα γεγονότα του ‘44 να αναφέρουμε ενδεικτικά:● Το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή», το περίφημο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου που σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου ηχογραφήθηκε το 1965 με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση χωρίς τη δεύτερη στροφή («Ηρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια/κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή») η οποία είχε κοπεί από τη λογοκρισία της εποχής. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους» θυμόταν πώς εμπνεύστηκε τους στίχους: «Ημουν στο νοσοκομείο για να κάνω εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Φοβόμουν ότι θα… πεθάνω! Σκέφτηκα τους νέους που εκτελούσαν οι Γερμανοί στην Καισαριανή. Μπήκα στη θέση ενός από τους εκτελεσθέντες. Ο Ξαρχάκος στη μουσική του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από χασάπικο το γυρνάει (ρεφρέν) στο ζεϊμπέκικο».● «Οι διακόσιοι της Καισαριανής»: τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη σε στίχους Γιώργου Καλαμαριώτη (ψευδώνυμο του Γ. Μπέρτσου) που έλεγε μεταξύ άλλων «διακόσιοι στην Καισαριανή/κι έμεινε ο κόσμος μόνος/διακόσιοι στην Καισαριανή και μίκρυνε ο κόσμος». Πρωτοερμηνεύτηκε από τη Ρένα Κουμιώτη στον δίσκο «Μονά Ζυγά» (1973 Lyra).● «Το Μπλόκο της Καισαριανής» που σε στίχους Νότη Περγιάλη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ερμήνευσε η Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο της «24 Τραγούδια» το 1977. Το τραγούδι είχε γραφτεί καταρχάς για ένα θεατρικό έργο του Περγιάλη που ανέβηκε το 1974 από τον θίασο Χατζίσκου - Νικηφοράκη.● «Η κομμαντατούρα»: σε στίχους του Ξενοφώντα Φιλέρη και μουσική - ερμηνεία του Γιώργου Ζαμπέτα το τραγούδι περιέγραφε: «Οποιος περνούσε τη στοά/Τον ήλιο χαιρετούσε/Στο φρουραρχείο έμπαινε/Το Χάρο συναντούσε». Κυκλοφόρησε από την Polygram (1975) στον δίσκο «Ντοκουμέντα».● «Ο Γιάγκος από την Καισαριανή»: τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα σε στίχους του Κώστα Βίρβου με ερμηνευτή τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη από τον κύκλο τραγουδιών «Οι ξεριζωμένοι», που κυκλοφόρησε το 1977 από την Columbia. Εγραφε ο Βίρβος: «Εκεί που ντουφεκίσανε διακόσους κάποια μέρα/κι ο Γιάγκος την εγλίτωσε μονάχα με μια σφαίρα/από το μπλόκο ξέφυγε και βγήκε στα βουνά/και δεν εξαναγύρισε στο σπίτι του ξανά».● Ο Νίκος Καββαδίας στο ποίημα «Federico Garcia Lorca», που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος για να το ερμηνεύσει ο Γιάννης Κούτρας στον «Σταυρό του Νότου» (1979) έκανε σαφέστατη αναφορά στους 200: «Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω/Κι ίσα ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό».● «Σκοπευτήριο»: το σπουδαίο τραγούδι σε μουσική Ηλία Ανδριόπουλου και στίχους Μιχάλη Μπουρμπουλη ήταν ένα από όσα ερμήνευσε μοναδικά η Μπέλλου στα «Λαϊκά Προάστια» (1980). Ξεκινούσε βέβαια ως εξής: «Πίσω απ’ τη μάντρα την παλιά/Και μες στο Σκοπευτήριο/Μου ‘δωσες τριαντάφυλλο/Κι ο Χάρος διαβατήριο».● «Τα παιδιά της ερημιάς»: από τα πιο πρόσφατα στην ελληνική δισκογραφία, ενταγμένο στον δίσκο «Θαλασσινά παλάτια» (2016) είναι σε μουσική και στίχους του Βαγγέλη Κορακάκη και έχει ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Είναι σαφής η αναφορά του στην εκτέλεση της Πρωτομαγιάς: «Χάρε σκληρέ κι αν στήνεις μνήματα/Είσαι πεντάρφανος και φουκαράς/Τα φόρτωσαν σε καμιόνια κάποια άνοιξη στερνή/Και βουβάθηκαν τα αηδόνια πάνω στην Καισαριανή».
Οι 200 στη λογοτεχνία και την ποίηση
«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού» / «Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, / μόν’ ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους / κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος».
Αυτοί οι λαϊκοί στίχοι είναι ο τρόπος που επέλεξε ο ανώνυμος ποιητής να αποτυπώσει σε δεκαπεντασύλλαβο την εκτέλεση των 200 αγωνιστών στην Καισαριανή από τους Γερμανούς κατακτητές την Πρωτομαγιά του 1944. Η κορυφαία αυτή πράξη αυτοθυσίας και παράδειγμα ανθρωπισμού και πίστης σε υψηλά ιδανικά απαθανατίστηκε έντονα στη λογοτεχνία και την ποίηση, καθώς οι ίδιοι οι αγωνιστές ήταν έμπλεοι, πέραν του αγωνιστικού/ιδεολογικού, και πολιτισμικού φρονήματος: τραγουδούσαν στον δρόμο προς την εκτέλεσή τους, έριχναν σημειώματα με στίχους στους περαστικούς...
Το «Σκοπευτήριο Καισαριανής» (γνωστό και από το ποίημα «Πρωτομαγιά ‘44») του Γιάννη Ρίτσου είναι ένας συγκλονιστικός ύμνος στους 200 κομμουνιστές αγωνιστές που εκτελέστηκαν, το οποίο εμπεριέχει τον εμβληματικό στίχο: «Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί. Γυμνοί· κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες μας. [...] Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον θυμηθείτε το: αν η ελευθερία δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας». Στον Ρίτσο η μνήμη γίνεται εντολή συνέχειας, όχι θρήνος.
Ο Βασίλης Ρώτας έγραψε το «Ανθούς Πρωτομαγιά» («Δεν ήντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά/παρ’ ήντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά/Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά/κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά») και το «Διακόσια παλικάρια», ο Κώστας Βάρναλης το «Πρωτομαγιά του 1944» («Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα/με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη/όποιος και να ‘σαι, όθε και να ‘σαι κι ό,τι – άνθρωπος να ‘σαι!»).
Η ποιήτρια της Εθνικής Αντίστασης Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη (μεταξύ άλλων, δικοί της είναι και οι στίχοι του ύμνου του ΕΛΑΣ) έγραψε το «Θυσιαστήριο Λευτεριάς» («Μακάβρια τη γαλήνη ομοβροντία/από τουφέκια βάρβαρα ταράζει/Τινάζεται απ’ τον ύπνο η συνοικία/κι ω ξέρει τι σημαίνει, και στενάζει»). Η βραβευμένη ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παπά, επίσης μέλος της Εθνικής Αντίστασης, έγραψε την ίδια μέρα της εκτέλεσης στο εκκλησάκι της Ανάληψης στον Υμηττό το «Οι διακόσιοι» («Τέσσερις ώρες γάζωναν οι σφαίρες την καρδιά σας/και πέφτοντας αμίλητοι κατά οκτάδες/αγκάθινο στεφάνι μας φορέσατε/χαλκά ζεματιστό στην εποχή μας/να ντρέπεται αιώνια για τη φρίκη της και τα εγκλήματά της»). Ο Φώτης Αγγουλές έγραψε τους «Σταυρούς» («Τόσοι σταυροί που στήθηκαν/τόσοι σταυροί που θα στηθούνε/εμάς μονάχα με σταυρούς μπορούν να μας μετρούνε»). Ο Νίκος Γκάτσος στη συλλογή «Ξένα» έκανε αναφορά στους 200 της Καισαριανής με το «Παράξενη πρωτομαγιά/μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια/ηρθ’ ο καιρός του “έχε γεια”/τι να την κάνεις πια την περηφάνια», όπως και οι Γιάννης Αρβανιτάκης, Ηλίας Σιμόπουλος και ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης που έγραψε σε ποντιακή διάλεκτο.
Οσον αφορά την πεζογραφία, δεν έχει γραφεί αυτόνομο μυθιστόρημα που να έχει ως αποκλειστικό και μοναδικό θέμα την εκτέλεση της 1ης Μαΐου 1944, όπως αντίστοιχα υπάρχει το «Ζ» του Β. Βασιλικού για τη δολοφονία Λαμπράκη. Υπάρχουν όμως λογοτεχνικά χρονικά και μαρτυρίες με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα όπως το «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου» του Θέμου Κορνάρου, όπου η σκηνή της επιλογής των 200 και η στάση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη φέρουν καθαρή λογοτεχνική ένταση, υπάρχουν οι «Πρωτομαγιές 1886-1945» της Μέλπως Αξιώτη και το «Σκοπευτήριο Καισαριανής – Η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας» του Γιάννη Κουβά, ένα τεκμηριωμένο έργο που συγκεντρώνει μαρτυρίες, επιστολές και λίστες ονομάτων, όπως και το «Χαϊδάρι. Κάστρο και βωμός της εθνικής αντίστασης» του Αντώνης Φλούντζη που αναφέρεται και στην εκτέλεση της Καισαριανής. Δυστυχώς σχεδόν όλα είναι εξαντλημένα – ελπίζουμε οι εκδότες να τα επαναφέρουν στην κυκλοφορία και φυσικά σε νέα αναγνώσματα.
Απίστευτο και όμως αληθινό. Ο Α. Τάσσος (1914-1985), ο σπουδαίος χαράκτης, ο κομμουνιστής εικαστικός, παρότι δεν ήταν παρών, μοιάζει να «φωτογράφισε» με το κοπίδι του από την πρώτη στιγμή τον τουφεκισμό των 200 αγωνιστών από τους Γερμανούς κατακτητές. Πρόσωπα με καθαρό, σπινθηροβόλο βλέμμα, γεμάτα περηφάνια κοιτούν αγέρωχα τους εκτελεστές τους, υψώνουν τα χέρια τους στις ρεαλιστικές ξυλογραφίες όπως «Πρωτομαγιά», «Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή» που ο Α. Τάσσος φιλοτέχνησε για την επέτειο του ενός χρόνου της «ματωμένης Πρωτομαγιάς» στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εργα που αποδίδουν με δραματικότητα και εκφραστική ένταση την ηρωική θυσία, που κουβαλούν τη σημασία και την αξία του ιστορικού ντοκουμέντου πριν αποκαλυφτούν τα συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα.
«Στα έργα μου υπάρχει ανθρώπινη οδύνη, αλλά και η αποφασιστικότητα…» έλεγε ο στρατευμένος καλλιτέχνης. «Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ώς το τέλος. Ορθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου».
Τα δεινά της Κατοχής, την πείνα, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις, αλλά και την αντίσταση του λαού, τους αγώνες για την ελευθερία αποτύπωσαν πολλοί καλλιτέχνες που έζησαν στην ταραγμένη εποχή: από τη Βάσω Κατράκη, τον Μέμο Μακρή, τον Σπύρο Βασιλείου, τον Κώστα Γραμματόπουλο ώς τους Αγήνορα Αστεριάδη, Χρίστο Δαγκλή, Γιώργο Σικελιώτη, Γιάννη Στεφανίδη, Αντώνη Κανά κ.ά.
Την Πρωτομαγιά του 1945, με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την εκτέλεση των 200 πατριωτών, κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οργανισμό «Ο Ρήγας» το λεύκωμα «Το θυσιαστήριο της λευτεριάς» με ξυλογραφίες των Α. Τάσσου, Βάσως Κατράκη, Γιώργου Μανουσάκη, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Γιώργου Βελισσαρίδη και Λουκίας Μαγγιώρου. Οπως επισημαίνει ο Γιάννης Μπόλης στον τόμο «Εικαστικές τέχνες στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940» (Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης):
«Η σύλληψη και το μαρτύριο του Αθανασίου Διάκου, η πρώτη εικόνα του λευκώματος, χαραγμένη από τη Μαγγιώρου και συνοδευμένη από το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι, είναι ο αναπόφευκτος ιστορικός πρόλογος πριν την παράθεση του μαρτυρολόγιου των χρόνων της Κατοχής. Η θυσία του Διάκου εξισώνεται με τις θυσίες των σύγχρονων αγωνιστών, των αθώων θυμάτων που το αίμα τους γίνεται υπόμνηση χρέους. Εικόνες σκληρές, δυνατές και αιχμηρές, δραματικές και αποκαλυπτικές που περιγράφουν τα βασανιστήρια και τους κρεμασμένους στους δρόμους της Αθήνας, τους “εθνομάρτυρες” ανάπηρους, τους τόπους των εκτελέσεων και των μαζικών σφαγών: Καισαριανή, Κοκκινιά, Κρήτη, Δοξάτο, Δίστομο, Καλάβρυτα. Τα κείμενα που πλαισιώνουν τις εικόνες ενέχουν τώρα την αξία της ιστορικής μαρτυρίας, της αντικειμενικής καταγραφής των γεγονότων, έρχονται να αναδείξουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τη συμβολή της Αριστεράς στην απελευθέρωση, να απαιτήσουν απόδοση δικαιοσύνης και καταδίκη όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές-δωσίλογους “τσολιάδες, χωροφύλακες, χαφιέδες” – να καλέσουν σε συστράτευση, ενότητα και λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στη ζοφερή πραγματικότητα που διαμορφώνεται μετά τα Δεκεμβριανά».
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις μέρες μας ένας σύγχρονος διακεκριμένος καλλιτέχνης, ο Μιχάλης Αρφαράς, δημιούργησε ένα χαρακτικό με τίτλο «Στη μνήμη του Τάσσου». Εικονίζει ένα ακέφαλο νεκρό σώμα να κρέμεται πάνω από μια μορφή σκελετωμένη (τον θάνατο;) και δίπλα το έργο του σπουδαίου χαράκτη «Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή», που κάνει την καρδιά να χτυπάει δυνατά όσες φορές και αν το αντικρίσει κανείς.





