Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ποιον να τραγουδήσω πρώτονε


«Ποιον να τραγουδήσω πρώτονε/στο μπλόκο στην Καισαριανή»

Νόρα Ράλλη
, 
Παρή Σπίνου, 
Ναταλί Χατζηαντωνίου

Εάν οι εκτελέσεις των αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μας και πέρασαν ως αφήγηση, στίχος ή εικόνα στις νεότερες γενιές, χρωστάμε αναμφίβολα πολλά στην τέχνη.
Οι εκτελέσεις των αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης τον Μάιο του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και κυρίως αυτή της Πρωτομαγιάς, από τις μαζικότερες, αγριότερες και πιο αιματηρές θηριωδίες των Γερμανών στην Ελλάδα, καταχωρίστηκε ως ένα από τα συγκλονιστικότερα γεγονότα της περιόδου, χαράχτηκε μέχρι εδώ ανεξίτηλα στη μνήμη της νεότερης Ελλάδας και πέρασε ως αφήγηση, στίχος ή εικόνα στις νεότερες γενιές με τη βασική συμβολή της τέχνης.
Και ίσως απ’ όλες τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις καταγραφής, σχολιασμού και πένθους για το Μπλόκο της Καισαριανής πιο ακαριαία να αντέδρασε η ποίηση και δημιουργοί ταυτισμένοι με την Αριστερά όπως ο Βάρναλης, ο Ρίτσος και ο Λειβαδίτης και το τραγούδι με στίχους αντίστοιχων περιπτώσεων στρατευμένων στην Αριστερά όπως ο Νότης Περγιάλης, ο Κώστας Βίρβος κ.ά.
Ποιος είναι όμως πραγματικά ο πρώτος που άκουσε σε μουσική αυτή τη συγκλονιστική στιγμή; Την απάντηση έδινε χθες σ’ ένα ποστ ο συνθέτης και μουσικός ερευνητής Κωστής Ζουλιάτης θυμίζοντας: «Ηταν ο Νίκος Σκαλκώτας το 1944 – σχεδόν έναν μήνα μετά. Κρατούμενος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, με μοναδικό παράπτωμά του την παρουσία του στη νεοσύστατη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (σεσημασμένη τότε ως άντρο συνδικαλιστών και ΕΑΜιτών), ο «δύσκολος» συνθέτης γράφει την «Πρωτομαγιά του ’44».
Στον κοντά ενάμιση μήνα της κράτησής του, γράφει και άλλα κομμάτια με σχετικό περιεχόμενο: «Προσκλητήριο», «6 Ιουνίου» (πιθανώς αναφορά στην απόβαση της Νορμανδίας), «Κλούβες» (για τα μικρά φορτηγά που φόρτωναν κρατούμενους για εκτέλεση), «Φόβος», «Τζαμτζής». Οσο για τον τελευταίο τίτλο, «τζαμτζής» ήταν ο κρατούμενος που αναλάμβανε την επισκευή τυχόν σπασμένων τζαμιών στο στρατόπεδο. Μαζί με τους εργάτες που ήταν απαραίτητοι για τις δουλειές της μέρας, εντός και εκτός στρατοπέδου (λ.χ. τα οχυρωματικά έργα στο Φάληρο), όλοι άκουγαν τα ονόματά τους στο τέλος του προσκλητηρίου, μετά από τα ονόματα εκείνων που πήγαιναν για εκτέλεση. Με το κάλεσμα αυτό ήξεραν πως είχαν αποφύγει για μία ακόμα μέρα το απόσπασμα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει η μουσική – όλα αυτά τα έργα θεωρούνται σήμερα χαμένα. Οι πληροφορίες που έχουμε προκύπτουν από τη μαρτυρία του συγκρατούμενου του Σκαλκώτα, Δημήτρη Ευθυμιόπουλου. Αυτός ήταν που μέσα στο στρατόπεδο τον προμήθευσε κρυφά κάτι δεκάδες φύλλα με πεντάγραμμα, φύλαγε τσίλιες για να μπορεί ο συνθέτης να γράφει, αλλά και έδωσε τίτλους στα κομμάτια».
Δεκάδες ήταν τα σχετικά τραγούδια που γράφτηκαν, άλλα με απευθείας αναφορά στο γεγονός, άλλα με ποιητικούς υπαινιγμούς.
Στην πρώτη περίπτωση ανήκει όλη η «Καταχνιά» (1964) του Χρήστου Λεοντή σε στίχους του Κώστα Βίρβου, αλλά και κυρίως τα «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» και «Ενας ξύλινος σταυρός», που ερμήνευσε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Οπως θύμισε και πάλι ο Ζουλιάτης, «τους στίχους είχε γράψει ο Βίρβος το ’44 μαθαίνοντας το νέο, ενώ βρισκόταν στην απομόνωση του κρατητηρίου της οδού Ελπίδος 5 – εκεί που δύο μήνες μετά μαρτύρησε η Ηλέκτρα Αποστόλου». Το 1975 ο Λεοντής μελοποιεί στο «Καπνισμένο τσουκάλι» για τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη και τα συγκλονιστικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, όπως το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα. Ολο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,/μπορεί να ‘ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο».
Από τα δεκάδες άλλα τραγούδια που έχουν γραφτεί κατά καιρούς για τα γεγονότα του ‘44 να αναφέρουμε ενδεικτικά:
Το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή», το περίφημο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου που σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου ηχογραφήθηκε το 1965 με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση χωρίς τη δεύτερη στροφή («Ηρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια/κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή») η οποία είχε κοπεί από τη λογοκρισία της εποχής. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους» θυμόταν πώς εμπνεύστηκε τους στίχους: «Ημουν στο νοσοκομείο για να κάνω εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Φοβόμουν ότι θα… πεθάνω! Σκέφτηκα τους νέους που εκτελούσαν οι Γερμανοί στην Καισαριανή. Μπήκα στη θέση ενός από τους εκτελεσθέντες. Ο Ξαρχάκος στη μουσική του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από χασάπικο το γυρνάει (ρεφρέν) στο ζεϊμπέκικο».
«Οι διακόσιοι της Καισαριανής»: τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη σε στίχους Γιώργου Καλαμαριώτη (ψευδώνυμο του Γ. Μπέρτσου) που έλεγε μεταξύ άλλων «διακόσιοι στην Καισαριανή/κι έμεινε ο κόσμος μόνος/διακόσιοι στην Καισαριανή και μίκρυνε ο κόσμος». Πρωτοερμηνεύτηκε από τη Ρένα Κουμιώτη στον δίσκο «Μονά Ζυγά» (1973 Lyra).
«Το Μπλόκο της Καισαριανής» που σε στίχους Νότη Περγιάλη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ερμήνευσε η Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο της «24 Τραγούδια» το 1977. Το τραγούδι είχε γραφτεί καταρχάς για ένα θεατρικό έργο του Περγιάλη που ανέβηκε το 1974 από τον θίασο Χατζίσκου - Νικηφοράκη.
«Η κομμαντατούρα»: σε στίχους του Ξενοφώντα Φιλέρη και μουσική - ερμηνεία του Γιώργου Ζαμπέτα το τραγούδι περιέγραφε: «Οποιος περνούσε τη στοά/Τον ήλιο χαιρετούσε/Στο φρουραρχείο έμπαινε/Το Χάρο συναντούσε». Κυκλοφόρησε από την Polygram (1975) στον δίσκο «Ντοκουμέντα».
«Ο Γιάγκος από την Καισαριανή»: τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα σε στίχους του Κώστα Βίρβου με ερμηνευτή τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη από τον κύκλο τραγουδιών «Οι ξεριζωμένοι», που κυκλοφόρησε το 1977 από την Columbia. Εγραφε ο Βίρβος: «Εκεί που ντουφεκίσανε διακόσους κάποια μέρα/κι ο Γιάγκος την εγλίτωσε μονάχα με μια σφαίρα/από το μπλόκο ξέφυγε και βγήκε στα βουνά/και δεν εξαναγύρισε στο σπίτι του ξανά».
Ο Νίκος Καββαδίας στο ποίημα «Federico Garcia Lorca», που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος για να το ερμηνεύσει ο Γιάννης Κούτρας στον «Σταυρό του Νότου» (1979) έκανε σαφέστατη αναφορά στους 200: «Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω/Κι ίσα ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό».
«Σκοπευτήριο»: το σπουδαίο τραγούδι σε μουσική Ηλία Ανδριόπουλου και στίχους Μιχάλη Μπουρμπουλη ήταν ένα από όσα ερμήνευσε μοναδικά η Μπέλλου στα «Λαϊκά Προάστια» (1980). Ξεκινούσε βέβαια ως εξής: «Πίσω απ’ τη μάντρα την παλιά/Και μες στο Σκοπευτήριο/Μου ‘δωσες τριαντάφυλλο/Κι ο Χάρος διαβατήριο».
«Τα παιδιά της ερημιάς»: από τα πιο πρόσφατα στην ελληνική δισκογραφία, ενταγμένο στον δίσκο «Θαλασσινά παλάτια» (2016) είναι σε μουσική και στίχους του Βαγγέλη Κορακάκη και έχει ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Είναι σαφής η αναφορά του στην εκτέλεση της Πρωτομαγιάς: «Χάρε σκληρέ κι αν στήνεις μνήματα/Είσαι πεντάρφανος και φουκαράς/Τα φόρτωσαν σε καμιόνια κάποια άνοιξη στερνή/Και βουβάθηκαν τα αηδόνια πάνω στην Καισαριανή».

Οι 200 στη λογοτεχνία και την ποίηση
«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού» / «Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, / μόν’ ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους / κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος».

Αυτοί οι λαϊκοί στίχοι είναι ο τρόπος που επέλεξε ο ανώνυμος ποιητής να αποτυπώσει σε δεκαπεντασύλλαβο την εκτέλεση των 200 αγωνιστών στην Καισαριανή από τους Γερμανούς κατακτητές την Πρωτομαγιά του 1944. Η κορυφαία αυτή πράξη αυτοθυσίας και παράδειγμα ανθρωπισμού και πίστης σε υψηλά ιδανικά απαθανατίστηκε έντονα στη λογοτεχνία και την ποίηση, καθώς οι ίδιοι οι αγωνιστές ήταν έμπλεοι, πέραν του αγωνιστικού/ιδεολογικού, και πολιτισμικού φρονήματος: τραγουδούσαν στον δρόμο προς την εκτέλεσή τους, έριχναν σημειώματα με στίχους στους περαστικούς...
Το «Σκοπευτήριο Καισαριανής» (γνωστό και από το ποίημα «Πρωτομαγιά ‘44») του Γιάννη Ρίτσου είναι ένας συγκλονιστικός ύμνος στους 200 κομμουνιστές αγωνιστές που εκτελέστηκαν, το οποίο εμπεριέχει τον εμβληματικό στίχο: «Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί. Γυμνοί· κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες μας. [...] Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον θυμηθείτε το: αν η ελευθερία δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας». Στον Ρίτσο η μνήμη γίνεται εντολή συνέχειας, όχι θρήνος.
Ο Βασίλης Ρώτας έγραψε το «Ανθούς Πρωτομαγιά» («Δεν ήντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά/παρ’ ήντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά/Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά/κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά») και το «Διακόσια παλικάρια», ο Κώστας Βάρναλης το «Πρωτομαγιά του 1944» («Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα/με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη/όποιος και να ‘σαι, όθε και να ‘σαι κι ό,τι – άνθρωπος να ‘σαι!»).
Η ποιήτρια της Εθνικής Αντίστασης Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη (μεταξύ άλλων, δικοί της είναι και οι στίχοι του ύμνου του ΕΛΑΣ) έγραψε το «Θυσιαστήριο Λευτεριάς» («Μακάβρια τη γαλήνη ομοβροντία/από τουφέκια βάρβαρα ταράζει/Τινάζεται απ’ τον ύπνο η συνοικία/κι ω ξέρει τι σημαίνει, και στενάζει»). Η βραβευμένη ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παπά, επίσης μέλος της Εθνικής Αντίστασης, έγραψε την ίδια μέρα της εκτέλεσης στο εκκλησάκι της Ανάληψης στον Υμηττό το «Οι διακόσιοι» («Τέσσερις ώρες γάζωναν οι σφαίρες την καρδιά σας/και πέφτοντας αμίλητοι κατά οκτάδες/αγκάθινο στεφάνι μας φορέσατε/χαλκά ζεματιστό στην εποχή μας/να ντρέπεται αιώνια για τη φρίκη της και τα εγκλήματά της»). Ο Φώτης Αγγουλές έγραψε τους «Σταυρούς» («Τόσοι σταυροί που στήθηκαν/τόσοι σταυροί που θα στηθούνε/εμάς μονάχα με σταυρούς μπορούν να μας μετρούνε»). Ο Νίκος Γκάτσος στη συλλογή «Ξένα» έκανε αναφορά στους 200 της Καισαριανής με το «Παράξενη πρωτομαγιά/μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια/ηρθ’ ο καιρός του “έχε γεια”/τι να την κάνεις πια την περηφάνια», όπως και οι Γιάννης Αρβανιτάκης, Ηλίας Σιμόπουλος και ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης που έγραψε σε ποντιακή διάλεκτο.
Οσον αφορά την πεζογραφία, δεν έχει γραφεί αυτόνομο μυθιστόρημα που να έχει ως αποκλειστικό και μοναδικό θέμα την εκτέλεση της 1ης Μαΐου 1944, όπως αντίστοιχα υπάρχει το «Ζ» του Β. Βασιλικού για τη δολοφονία Λαμπράκη. Υπάρχουν όμως λογοτεχνικά χρονικά και μαρτυρίες με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα όπως το «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου» του Θέμου Κορνάρου, όπου η σκηνή της επιλογής των 200 και η στάση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη φέρουν καθαρή λογοτεχνική ένταση, υπάρχουν οι «Πρωτομαγιές 1886-1945» της Μέλπως Αξιώτη και το «Σκοπευτήριο Καισαριανής – Η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας» του Γιάννη Κουβά, ένα τεκμηριωμένο έργο που συγκεντρώνει μαρτυρίες, επιστολές και λίστες ονομάτων, όπως και το «Χαϊδάρι. Κάστρο και βωμός της εθνικής αντίστασης» του Αντώνης Φλούντζη που αναφέρεται και στην εκτέλεση της Καισαριανής. Δυστυχώς σχεδόν όλα είναι εξαντλημένα – ελπίζουμε οι εκδότες να τα επαναφέρουν στην κυκλοφορία και φυσικά σε νέα αναγνώσματα.
Απίστευτο και όμως αληθινό. Ο Α. Τάσσος (1914-1985), ο σπουδαίος χαράκτης, ο κομμουνιστής εικαστικός, παρότι δεν ήταν παρών, μοιάζει να «φωτογράφισε» με το κοπίδι του από την πρώτη στιγμή τον τουφεκισμό των 200 αγωνιστών από τους Γερμανούς κατακτητές. Πρόσωπα με καθαρό, σπινθηροβόλο βλέμμα, γεμάτα περηφάνια κοιτούν αγέρωχα τους εκτελεστές τους, υψώνουν τα χέρια τους στις ρεαλιστικές ξυλογραφίες όπως «Πρωτομαγιά», «Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή» που ο Α. Τάσσος φιλοτέχνησε για την επέτειο του ενός χρόνου της «ματωμένης Πρωτομαγιάς» στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εργα που αποδίδουν με δραματικότητα και εκφραστική ένταση την ηρωική θυσία, που κουβαλούν τη σημασία και την αξία του ιστορικού ντοκουμέντου πριν αποκαλυφτούν τα συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα.
«Στα έργα μου υπάρχει ανθρώπινη οδύνη, αλλά και η αποφασιστικότητα…» έλεγε ο στρατευμένος καλλιτέχνης. «Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ώς το τέλος. Ορθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου».
Τα δεινά της Κατοχής, την πείνα, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις, αλλά και την αντίσταση του λαού, τους αγώνες για την ελευθερία αποτύπωσαν πολλοί καλλιτέχνες που έζησαν στην ταραγμένη εποχή: από τη Βάσω Κατράκη, τον Μέμο Μακρή, τον Σπύρο Βασιλείου, τον Κώστα Γραμματόπουλο ώς τους Αγήνορα Αστεριάδη, Χρίστο Δαγκλή, Γιώργο Σικελιώτη, Γιάννη Στεφανίδη, Αντώνη Κανά κ.ά.
Την Πρωτομαγιά του 1945, με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την εκτέλεση των 200 πατριωτών, κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οργανισμό «Ο Ρήγας» το λεύκωμα «Το θυσιαστήριο της λευτεριάς» με ξυλογραφίες των Α. Τάσσου, Βάσως Κατράκη, Γιώργου Μανουσάκη, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Γιώργου Βελισσαρίδη και Λουκίας Μαγγιώρου. Οπως επισημαίνει ο Γιάννης Μπόλης στον τόμο «Εικαστικές τέχνες στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940» (Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης):
«Η σύλληψη και το μαρτύριο του Αθανασίου Διάκου, η πρώτη εικόνα του λευκώματος, χαραγμένη από τη Μαγγιώρου και συνοδευμένη από το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι, είναι ο αναπόφευκτος ιστορικός πρόλογος πριν την παράθεση του μαρτυρολόγιου των χρόνων της Κατοχής. Η θυσία του Διάκου εξισώνεται με τις θυσίες των σύγχρονων αγωνιστών, των αθώων θυμάτων που το αίμα τους γίνεται υπόμνηση χρέους. Εικόνες σκληρές, δυνατές και αιχμηρές, δραματικές και αποκαλυπτικές που περιγράφουν τα βασανιστήρια και τους κρεμασμένους στους δρόμους της Αθήνας, τους “εθνομάρτυρες” ανάπηρους, τους τόπους των εκτελέσεων και των μαζικών σφαγών: Καισαριανή, Κοκκινιά, Κρήτη, Δοξάτο, Δίστομο, Καλάβρυτα. Τα κείμενα που πλαισιώνουν τις εικόνες ενέχουν τώρα την αξία της ιστορικής μαρτυρίας, της αντικειμενικής καταγραφής των γεγονότων, έρχονται να αναδείξουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τη συμβολή της Αριστεράς στην απελευθέρωση, να απαιτήσουν απόδοση δικαιοσύνης και καταδίκη όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές-δωσίλογους “τσολιάδες, χωροφύλακες, χαφιέδες” – να καλέσουν σε συστράτευση, ενότητα και λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στη ζοφερή πραγματικότητα που διαμορφώνεται μετά τα Δεκεμβριανά».
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις μέρες μας ένας σύγχρονος διακεκριμένος καλλιτέχνης, ο Μιχάλης Αρφαράς, δημιούργησε ένα χαρακτικό με τίτλο «Στη μνήμη του Τάσσου». Εικονίζει ένα ακέφαλο νεκρό σώμα να κρέμεται πάνω από μια μορφή σκελετωμένη (τον θάνατο;) και δίπλα το έργο του σπουδαίου χαράκτη «Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή», που κάνει την καρδιά να χτυπάει δυνατά όσες φορές και αν το αντικρίσει κανείς.

Δεν με όρισε ποτέ μια σφραγίδα, ούτε θα με σβήσει ένα έγγραφο..

 .
Λίτσα Ρέπα

Παρέλαβα σήμερα την επίσημη ενημέρωση για τη διαγραφή μου από το μητρώο φοιτητών του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών της Σχολής Οικονομικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Από σήμερα έπαψα να είμαι "βάρος: ως αριθμός στα φοιτητικά μητρώα… Γιατί ΠΟΤΕ δεν κόστισα σ’ αυτό το Κράτος, ως εγγεγραμμένη φοιτήτρια, ούτε μία δραχμή ούτε ένα λεπτό του ευρώ…
Δεν χρωστάω τίποτα στο Ελληνικό Κράτος…
Μου χρωστάει μια άλλη ζωή για δεκαετίες που ήμουν γι’ αυτό αόρατη…
Για τα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια που μεγάλωνα με μια βαριά άρρωστη μάνα, χωρίς πατέρα, δουλεύοντας από τα 14 μου χρόνια για να επιβιώσουμε σ’ αυτό το Κράτος που αγνοούσε την ύπαρξή μας…
Για τα ξενύχτια που έπλενα πιάτα, τα χιλιόμετρα που περπατώντας μάτωναν τα πόδια μου μοιράζοντας φυλλάδια, τα εγκαύματα στα παιδικά μου χέρια από απορρυπαντικά με βαριά χημικά στα συνεργεία καθαρισμού όπου δούλευα ανήλικη κι ανασφάλιστη και τις φορές που λιποθυμούσα από αναθυμιάσεις…
Για εκείνη τη φορά που δούλεψα πωλήτρια και το αφεντικό είδε σ’ ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι το θύμα για να δοκιμάσει να ικανοποιήσει τις διαστροφές του, κι αφού γλίτωσα, η αστυνομία αυτού του Κράτους τον προστάτευσε με κάθε τρόπο…
Και όλα αυτά πηγαίνοντας παράλληλα σχολείο...
Για το διάβασμα μέσα σε λεωφορεία και τρένα, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά.
Για το κερί που έφεγγε για να διαβάσω όταν μας έκοβε η κρατική ΔΕΗ το ρεύμα, γιατί η κρατική σύνταξη χηρείας της μάνας μου, ώσπου εγώ να μπορέσω να μεγαλώσω λίγο για να δουλέψω, έφτανε ίσα ίσα για να μπορεί να ταΐζει το παιδί της, εμένα, κι έμενε πολλές φορές εκείνη νηστική…
Κι όταν πέρασα εκείνη τη χρονιά που τέλειωσα το Λύκειο στη σχολή, έκλαψα πρώτη φορά στη ζωή μου από χαρά…
Στην πρώτη αίτηση μεταγραφής που απορρίφθηκε έκλαψα από στεναχώρια, στη δεύτερη που απορρίφθηκε από θυμό, στην τρίτη που απορρίφθηκε από οργή…
Γιατί για το Κράτος τότε σημασία δεν είχαν τα κριτήρια που τα είχα όλα: χωρίς πατέρα, με μάνα βαριά άρρωστη και εισόδημα πείνας…
Για το Κράτος τότε είχαν σημασία τα ραβασάκια των βουλευτών κι εγώ δεν είχα τέτοιο…
Έθαψα τη στεναχώρια, τον θυμό και την οργή μαζί με τ’ όνειρό μου και συνέχισα τη ζωή μου, έχοντας το για πάντα παράπονο και δίκαιο απωθημένο, το μόνο μου απωθημένο…
Γιατί ό,τι άλλο ονειρεύτηκα και δεν εξαρτιόταν, ευτυχώς, από το Κράτος αν θα το βρω αλλά από εμένα, το βρήκα…
Σήμερα βρήκα και την επιστολή της διαγραφής μου ως φοιτήτρια… Μα πώς μπορεί κάποιος να σε βγάλει από κάπου που, χτίζοντας την πόρτα, δεν σ’ άφησε ποτέ να μπεις…
Σήμερα το Κράτος έκανε τη μοναδική του δαπάνη για εμένα ως φοιτήτρια… το κόστος του χαρτιού και του courier για να μου ανακοινώσει ότι παίρνει πίσω ό,τι ποτέ δεν μου έδωσε…
Δεν με όρισε ποτέ μια σφραγίδα, ούτε θα με σβήσει ένα έγγραφο. Ό,τι δεν μου έδωσε το Κράτος, το έχτισα με ιδρώτα, πόνο και πείσμα.
Δεν ήμουν ποτέ σε μητρώα με Χασάπηδες και Φραπέδες.
Κι αν κάποτε ένα όνειρό μου περίμενε να ανοίξει μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, σήμερα ξέρω πως έμαθα να στέκομαι όρθια, γκρεμίζοντας εμπόδια και χτίζοντας τη ζωή μου με αξιοπρέπεια και περηφάνια.
Γιατί εγώ δεν ήμουν ποτέ αριθμός. Ήμουν και είμαι μια ζωή που δεν λύγισε.
Και είμαι πολύ μα πάρα πολύ περήφανη για όσα κατάφερα να ξεπεράσω κόντρα σ ότι μου προδιεγραφαν οι "συνθήκες"
Δεν ζητώ πια δικαίωση. Είμαι η δικαίωση. Για κάθε παιδί που μεγάλωσε αόρατο, για κάθε όνειρο που πάλεψε μόνο του να αναπνεύσει. 
Πηγή: Facebook

Αφού ήταν πατριώτες, γιατί ήταν στη φυλακή;


Οι 200 της Καισαριανής βαφτίζονται «πατριώτες» για να μη λεχθεί ότι ήταν κομμουνιστές και η αντίφαση εκθέτει την κυβέρνηση

Πέτρος Κατσάκος

Το υπουργείο Πολιτισμού και μαζί του η κυβέρνηση βρήκαν έναν ευρηματικό τρόπο να τιμήσουν τους 200 της Καισαριανής χωρίς να πουν αυτό που ήταν. Κομμουνιστές. Τους αποκαλούν «πατριώτες». Και κάπως έτσι, στην προσπάθεια αποφυγής μιας λέξης, σκοντάφτουν σε μια ιστορική αντίφαση που δεν κρύβεται.
Οι διακόσιοι εκτελεσμένοι της Πρωτομαγιάς του ’44 δεν συνελήφθησαν από τους Γερμανούς ως «πατριώτες». Δεν φυλακίστηκαν ως «ήρωες». Διώχθηκαν, βασανίστηκαν και παραδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στους κατακτητές επειδή ήταν κομμουνιστές. Το ελληνικό κράτος τούς είχε ήδη χαρακτηρίσει «επικίνδυνους», «αντεθνικούς» και «προδότες». Αυτή ήταν η επίσημη γλώσσα. Σήμερα, η συνέχεια του κράτους αποφεύγει επιμελώς την πολιτική τους ταυτότητα και επιλέγει έναν ουδέτερο τίτλο τιμής.
Η λέξη «πατριώτης» χρησιμοποιείται τώρα σαν μια βολική ομπρέλα. Αποπολιτικοποιεί, εξισώνει, λειαίνει τις συγκρούσεις. Όμως εδώ δεν πρόκειται για γλωσσική λεπτομέρεια, πρόκειται για αναθεώρηση του ίδιου του πλαισίου. Διότι αν οι κομμουνιστές της Καισαριανής ήταν πατριώτες όταν εκτελέστηκαν από τους Ναζί, τότε πώς ορίζεται το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος τούς είχε φυλακίσει ως εχθρούς της πατρίδας και τους είχε παραδώσει στα χέρια των Ναζί; Ποια «πατρίδα» τους αναγνωρίζει τώρα και ποια τους καταδίκαζε τότε;
Η αντίφαση είναι πολιτική. Δεν μπορείς να τιμάς το αποτέλεσμα και να αποσιωπάς την αιτία. Δεν μπορείς να υψώνεις στεφάνια στη μνήμη τους και ταυτόχρονα να διαγράφεις την ιδεολογία που τους οδήγησε στο απόσπασμα.
Η Ιστορία δεν χρειάζεται ανώδυνες λέξεις αλλά αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι οι 200 της Καισαριανής ήταν κομμουνιστές που φυλακίστηκαν από το ελληνικό κράτος εκτελέστηκαν από τους κατακτητές για τις ιδέες τους.

Ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερία


Η υπόθεση Έπσταϊν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανενός είδους δημοκρατία και ελευθερία.

του Θέμη Τζήμα

Η υπόθεση Έπσταϊν (για την οποία σε ό,τι μας αφορά δεν θα σταματήσουμε να γράφουμε, κινούμενοι με βάση την αλήθεια και με όσα ο πλανήτης δικαίως συζητά σε αντίθεση με το άθλιο εγχώριο μιντιακό τοπίο για το οποίο η υπόθεση δεν υπάρχει) συνεχίζει μέσα από την αφόρητη ψυχοπαθολογία και εγκληματικότητά της να ρίχνει φως (έστω εν μέρει μόνο και δυστυχώς) στο ποιο είναι το σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε. Αν το περιγράψουμε με μια λέξη πρόκειται για μια ψευδαίσθηση.
Η κύρια ψευδαίσθηση συνίσταται στο ότι έχουμε κάποιου είδους δημοκρατία και ελευθερία. Αφού ψηφίζουμε και διαθέτουμε ορισμένες επιλογές θα πρέπει να διαθέτουμε και από τα δύο, έτσι δεν είναι; Πρόκειται για έναν συνδυασμό προπαγάνδας, ακρωτηριασμού της αναλυτικής ικανότητας σε μαζική κλίμακα, εξαγοράς της «διανόησης» και τοποθέτησης ελεγχομένων και διεφθαρμένων προσώπων στο κέντρο της πολιτικής ζωής προκειμένου η ψευδαίσθηση αφενός να παραμένει κυρίαρχη στους λαούς, αφετέρου ο κανιβαλισμός και η ερημοποίηση του ανθρωπίνου ψυχικού κόσμου να εμφανίζονται ως αυτονόητες και επιθυμητές/ηδονοκεντρικές συνιστώσες μιας ορισμένης εκδοχής «ελευθερίας».
Η υπόθεση Έπσταϊν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανενός είδους δημοκρατία και ελευθερία. Το παρακάτω βίντεο σύνοψης ορισμένων εκ των γεγονότων τα οποία μαθαίνουμε από τα αρχεία της υπόθεσης Έπσταϊν, συγκεντρώνει σε 10 λεπτά ίσως τη θεμελιωδέστερη αποκάλυψη περί της απουσίας δημοκρατίας και ελευθερίας: η σύμφυση μυστικών υπηρεσιών, με κομβικότατο τον ρόλο των Ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, χειραγωγούμενων, ψυχοπαθολογικών, εγκληματικών προσωπικοτήτων που τοποθετούνται εξαιτίας αυτών των ιδιοτήτων τους στις ηγεσίες κρατών, με κυριότερη περίπτωση τις ΗΠΑ και τους προέδρους τους, πολύ μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών με καταλυτική την πανοπτική παρακολούθηση από πλευράς τους κάθε εκδοχής ηλεκτρονικής επικοινωνίας όλων μας, διεφθαρμένων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών τα οποία φτάνουν τις κοινωνικές ανισότητες σε επίπεδα 19ου αιώνα, ακαδημαϊκών και επιστημόνων προθύμων να υπηρετήσουν την πλέον ανήθικη εξουσία, κρατικών υπηρεσιών που συγκαλύπτουν (δικαστικών, αστυνομιών,) έχουν ήδη αφαιρέσει κάθε περιεχόμενο από τους όρους δημοκρατία και ελευθερία.
Νομίζουμε ότι επιλέγουμε, νομίζουμε ότι θέλουμε αλλά κατά μείζονα λόγο πρόκειται για μια μηχανή επιβολής, η οποία έχει κεντρική καθοδήγηση και η οποία δεν αφορά μόνο την κατεξοχήν πολιτική λειτουργία αλλά το σύνολο σχεδόν (ή απολύτως το σύνολο) των επιλογών μας στον δημόσιο και προσωπικό βίο.
Δεν μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε εκδοχή ελευθερίας και δημοκρατίας όταν οι μυστικές υπηρεσίες αφενός υπάρχουν (θυμίζουμε ότι η ίδια η ίδρυση της CIA μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις ως εμπνευσμένη από το πρότυπο της ναζιστικής Γκεστάπο υπό την έννοια της μόνιμης παρουσίας ενός μηχανισμού διαρκούς παρακολούθησης του πληθυσμού) αφετέρου έχουν πια γιγαντωθεί σε ένα αδιανόητο επίπεδο σαφώς εγκληματικών δραστηριοτήτων σε συνεργασία με τα ολιγοπώλια του πολύ μεγάλου κεφαλαίου.
Δεν υπάρχει ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερία όταν οι κοινωνικές ανισότητες έχουν γιγαντωθεί σε βαθμό διαμόρφωσης εδώ και δεκαετίες ενός απολύτως ανεξέλεγκτου κατεστημένου δεδομένου όχι μόνο του βαθμού κατοχής αλλά ακόμα περισσότερο ελέγχου της ροής των κεφαλαίων.
Δεν υφίστανται τίμιες εκλογές όταν η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού ελέγχεται, εκβιάζεται, χειραγωγείται, ξεπουλιέται ή αλλιώς εξοντώνεται και δυσφημείται. Η περίπτωση Κόρμπιν είναι μία από τις πολλές τέτοιες περιπτώσεις, ως προς το πώς το Ισραήλ και οι πράκτορές του στο πολιτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου τον εκπαραθύρωσαν από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, προκειμένου να τοποθετήσουν τον εκλεκτό τους.
Η ίδια η κρατική κυριαρχία των ΗΠΑ, υπό την έννοια του κράτους τους ως εποικοδομήματος των ταξικών σχέσεων αποδεικνύεται μια απάτη: όλοι οι τελευταίοι (τουλάχιστον αυτοί αν και προφανώς όχι μόνο οι τελευταίοι) πρόεδροι των ΗΠΑ αποδεικνύονται εκβιάσιμοι και πρακτορεύοντες συμφέροντα μιας ξένης δύναμης ως προς τις ίδιες τις ΗΠΑ, δηλαδή του Ισραήλ και των σιωνιστικών λόμπι. Αλλά και πίσω από αυτά τα λόμπι υπάρχει ένα βαθύτερο, εκφασισμένο κατεστημένο του πολύ μεγάλου πλούτου, στα χέρια του οποίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι εργαλεία σώρευσης πλούτου και εξόντωσης πληθυσμών (τμήματος του πληθυσμού των ίδιων των ΗΠΑ όπως και κατεξοχήν άλλων κρατών). Η σχετική αυτονομία του κρατικού εποικοδομήματος ως προς τις ταξικές αντιθέσεις έχει αρθεί εδώ και δεκαετίες «χάρη» στο νεοφιλελευθερισμό ο οποίος ζέχνει ελαχίστως καλυμμένο φασισμό.
Δεν υφίσταται δυνατότητα ελέγχου του κατεστημένου όταν τα μίντια αποτελούν μοχλό επιρροής αυτού ακριβώς του κατεστημένου, όντας στελεχωμένα από εξαγορασμένους, ημιμαθείς εκφωνητές της φωνής των αφεντικών τους που παριστάνουν τους δημοσιογράφους. Ακόμα περισσότερο όταν οι τεχνικές εξελίξεις με τον συγκεκριμένο τρόπο αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης σηματοδοτούν την από- φυσικοποίηση του ανθρώπου και το πέρασμα του κοινωνικού και προσωπικού του βίου στη σφαίρα της τεχνολογίας μέσα στον καπιταλισμό, δηλαδή της τεχνολογίας που υπηρετεί το κατεστημένο των τυράννων της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Οι μηχανισμοί μαζικής επιρροής είναι τόσο μεγάλοι μάλιστα και τόσοι πολύπτυχοι (στα αρχεία Έπσταϊν υπάρχουν αναφορές σε όπλα και εργαλεία επηρεασμού του νου τόσο σε εξατομικευμένη, όσο και σε μαζική κλίμακα) ώστε η ιδέα πως ο εγκέφαλός και όσα γεννά είναι δικός μας, μοιάζει παρωχημένη.
Όλα τα παραπάνω δεν αναφέρονται στο πλαίσιο μιας τρόπον τινά απαισιόδοξης καταγραφής. Αντιθέτως, μέσα στην αθλιότητα που καταγράφεται σε αυτά τα αρχεία, για πρώτη φορά αναδεικνύεται σαφώς εκείνο το οποίο ο «αντί- λαϊκισμός» και η «κοινή λογική» εξόριζαν στο περιθώριο: δεν υπάρχει θεσμική οδός απελευθέρωσης και ανάπτυξης για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία στο εθνικό και στο διεθνές επίπεδο. Η πρώτη απελευθερωτική πράξη συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι ζούμε σε ένα μάτριξ, σε μια προσομοίωση, σε ένα ομοίωμα και τελικώς σε μια καρικατούρα των εννοιών τις οποίες ακούμε διαρκώς. Μας έχουν στερήσει την ελευθερία, τη δημοκρατία, τον πλούτο και εν τέλει την προσωπική αυτονομία που δικαιούμαστε. Δε θα μας τα δώσει πίσω κανένας οικειοθελώς. Θα μας δίνουν μόνο την επιλογή να πραγματοποιούμε ασήμαντες επιλογές. Μόνο ο επαναστατικός, ο ουσιαστικώς και στρατηγικώς επαναστατικός δρόμος, είναι ικανός να μας δώσει πίσω αυτά που μας ληστεύουν και τελικώς τη δυνατότητα να υπάρχουμε ως αυτόνομες και ως ευημερούσες υπάρξεις.

Πηγή: kosmodromio.gr

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Εις Μνημόσυνον (Άϊ Γαρούφαλλό μου) | The Last Note - Το τελευταίο σημείωμα


Τραγούδι: Εις Μνημόσυνον (Άϊ Γαρούφαλλό μου).
Μουσική: Αργύρης Κουνάδης (βασισμένο στο ισπανικό Gallo Rojo, Gallo Negro)
Στίχοι: Βαγγέλης Γκούφας. 
Τραγουδούν: Ασπασία Στρατηγού, Γιώργος Νταλάρας.

Αποσπάσματα από την ταινία "Το Τελευταίο Σημείωμα" (2017), σκηνοθεσίας Παντελή Βούλγαρη.

Βγήκαν λάμιες στο ποτάμι / σύννεφο έβαλαν γιορντάνι / κι άντρας ζωνει τ’ άρματά του / 
πάει ταμένος του θανάτου / Και ποιος θα σου κρατήσει / άσπρο στο χορό μαντήλι / 
μαγιάπριλο του κόσμου / πίκρα περπατάει στα χείλη / άι... γαρούφαλλό μου... / άι... γαρούφαλλό μου... 
Άλογο φαρί καβάλα / δράκοι του'στησαν κρεμάλα / μπρος στο μαρμαρένιο αλώνι / 
στέκει και το πεταλώνει / Ανέμη να γυρίσει / παραμύθι ν’ αρχινήσει / 
μαύρο κρασί να πιούμε / το φεγγάρι έχει μεθύσει / άι... γαρούφαλλό μου... / άι... γαρούφαλλό μου... / 
και στην άκρη, στο ποτάμι / μια φλογέρα, ένα καλάμι / κάνει τον καημό φλογέρα / 
το παράπονό του αέρα / Και ποιος θα σου κρατήσει / άσπρο στο χορό μαντήλι / 
μαγιάπριλο του κόσμου / πίκρα περπατάει στα χείλη / άι... γαρούφαλλό μου... / άι... γαρούφαλλό μου... 
Ποιος πονεί και ποιος το θέλει / του ανέμου οι Αρχαγγέλοι / του καπνού `ναι και τ’ ανέμου / 
δεν το βάσταξα ποτέ μου / Ανέμη να γυρίσει / παραμύθι ν’ αρχινήσει / μαύρο κρασί να πιούμε / το φεγγάρι έχει μεθύσει άι... γαρούφαλλό μου... / άι... γαρούφαλλό μου...

Αγάπη μου, συρρίκνωσα τις γεννήσεις!

 
Είναι δυνατόν να μας παραμυθιάζει η κυβέρνησή μας και να μας παραπλανούν οι εκπρόσωποί της;

Χρήστος Ξανθάκης

Καλά, αξέχαστη η απορία με την οποία έκλειναν τις συζητήσεις τους στο πάλαι ποτέ Alter ο άνκορμαν Νίκος Ευαγγελάτος με τον ρεπόρτερ Νίκο Τσιαμτσίκα:
“Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;”
Τη θυμάμαι ως μόνιμη επωδό χαρντκοράδικων ρεπορτάζ για τα όχι και τόσο παρφουμέ κοινωνικά συμβάντα της εποχής, που τάραζαν τα σώψυχα των τηλεθεατών.
Στο τέλος έγινε προφορικό meme, ακόμη κι εγώ το είχα πετάξει στον Τσιαμτσίκα τότε που έγραψα media στην “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία” και του πήρα  συνέντευξη για τη μπλουζ μπάντα του.
Ευτυχώς ο Νικόλας εκτός από ερευνητικό δαιμόνιο διέθετε και χιούμορ, οπότε δεν με διαολόστειλε!
Καμιά εικοσαριά έτη αργότερα, το ερώτημα θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί ως εξής:
Θα φέρουμε, άραγε, παιδιά σε αυτόν τον κόσμο;
Και η απάντηση θα ήταν κοφτή  και σύντομη:
Όχι…
Με βάση τα πρώτα στοιχεία, το περασμένο έτος καταγράφηκαν οι λιγότερες γεννήσεις στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, από το 1932.
Σύνολον 66.532, με πτωτική πορεία διαρκή από το 2010, το πρώτο έτος των μνημονίων δηλαδή, οπότε και καταγράφηκαν 114.766 γεννήσεις. Μια σχετική συγκράτηση της πτώσης είχαμε από το 2015 ως το 2020 και από εκεί και πέρα η κατηφόρα απέκτησε δραματικές διαστάσεις.
Η τελευταία τετραετία ήταν πραγματικά και  μακράν η χειρότερη.
Και είναι ν’ αναρωτιέται κανείς γιατί, αφού από τη μία πετάει η οικονομία μας και από  την άλλη χάρις στο brain regain επέστρεψαν από το εξωτερικό οι ηλικίες από 25 ως 35 έτη!
Ποιο οικονομικό άγχος σα να λέμε, που κρατάει μακριά τα ζευγάρια από τα μαιευτήρια και ποιες δυσκολίες γονιμότητας, να εδώ είναι οι πιο καρπεροί και οι πιο καρπερές;
Είναι δυνατόν να μας παραμυθιάζει η κυβέρνησή μας και να μας παραπλανούν οι εκπρόσωποί της;
Θα ρώταγα τον Τζάμπα, αλλά, ως γνωστόν, ο Τζάμπας πέθανε…
Εκείνο, πάντως, που παραμένει ολοζώντανο είναι το κύμα των δημοσιευμάτων για το πως “πεθαίνουμε σα χώρα”.
Μέρα δεν περνάει που να μη μας προκύψει ένα πιο τσίλικο,  ένα πιο καυτό, ένα πιο ζόρικο.
Με τίτλους φωτιά, που θα έκαναν ακόμη και τους παλιούς εφημεριδάδες να κοκκινίσουν απ’ τη ζήλεια τους.
Και εδώ είναι που καταφεύγει κανείς στη χείρα βοηθείας τόσο του σερτς όσο και του κόπυ πάστε για να θυμίσει κάτι που έγραφα πέρυσι, στα τέλη Αυγούστου στο Newpost:
“Επειδή σας έχω για έξυπνα παλικάρια και ακόμη πιο έξυπνες γοργόνες, θα σημειώσω το εξής:
Αν δεν δείτε να πληθαίνουν τα δημοσιεύματα για την “κρισιμότητα” του δημογραφικού εντός των προσεχών εβδομάδων, κοιμηθείτε χαλαρά άνευ Ζάναξ.
Αν δείτε να πληθαίνουν τα δημοσιεύματα για την «κρισιμότητα» του δημογραφικού εντός των προσεχών εβδομάδων, ετοιμαστείτε για τρεξίματα με τις αμβλώσεις.
Όπως νερό ένα πράγμα, αλλά αυτό το ξέρετε ήδη…”
Τα ανωτέρω πριν από εξήμιση μήνες, όταν δεν μας είχαν προκύψει ακόμη οι όχι και τόσο κομψές δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού στη Μίνα Καραμήτρου για το ζήτημα των αμβλώσεων.
Τις πέρασε ένα καλιμπράρισμα την επόμενη μέρα ομολογουμένως και σημείωσε ότι δεν αμφισβητεί τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά το αυτί του πρωτοκλασάτου στελέχους της που επέμεινε πως “οι αμβλώσεις είναι έγκλημα”, δεν είδα να το τραβάει.
Άλλωστε επανήλθε και η ιδία στο θέμα λίγες μέρες αργότερα, μιλώντας για οικονομικούς λόγους που οδηγούν πολλές γυναίκες στην άμβλωση και κάνοντας λόγο για 250.000 αμβλώσεις το χρόνο στη χώρα μας.
Το πρώτο ισχύει, όλοι  και όλες το ξέρουμε, το δεύτερο από που της προέκυψε, μόνο η Καρυστιανού το ξέρει…
Εν κατακλείδι;
Εν κατακλείδι, έχω την εντύπωση ότι δεν την γλυτώνουμε τη μετωπική.
Η οποία πολύ φοβούμαι ότι θα αποκτήσει και προεκλογικό χαρακτήρα, μιας και μεγάλος αριθμός ιεραρχών θα σπεύσει να καταθέσει στο τραπέζι σχέδιο περιορισμού των αμβλώσεων με αντάλλαγμα στήριξη στις κάλπες.
Και τότε;
Θα έχει ένα ενδιαφέρον, αναμφιβόλως, να μετρήσει κάποιος μέσα σε πόσα δέκατα του δευτερολέπτου οι μειλίχιοι φιλελεύθεροι θα μεταμορφωθούν σε βαρβάτους σκοταδιστές…

Υ.Γ.: Μην αγχώνεστε πάντως, δεν θα ξεμείνει η μαμά πατρίδα από κατοίκους:
Όπως έγραψε η “Καθημερινή”, πέρυσι εγκρίθηκαν συνολικά 8.879 άδειες παραμονής μέσω golden visa, αύξηση κατά 95 % σε σχέση με τις 4.535 που είχαν εγκριθεί το 2024!

H ανθρωπιά είναι και η τελευταία μας επανάσταση


Κυκλοθυμικός

Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους που χάρηκαν όταν 15 ψυχές κομματιάστηκαν στα νερά του αιγαίου, σε εκείνους που ενώ είχαν 5 νεκρές συναδέλφισσές τους, για ένα κομμάτι ψωμί ξεπούλησαν την αξιοπρέπεια τους. Σε εκείνους που βλέπουν το κτήνος δίπλα τους να γιγαντώνεται και αποφασίζουν να γίνουν ίδιοι με αυτό…
Η ιστορία μας ξεκινά στο καφενείο μίας μικρής Γαλλικής πόλης. Ο Μπερανζέ, ένας απλός άνθρωπος συναντά τον Ζαν. Καθώς κουβεντιάζουν, ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος! Ένας ρινόκερος περνά μέσα από την πόλη! Οι περαστικοί σοκάρονται, μα οι περισσότεροι προσπαθούν να βρουν εξηγήσεις για αυτό το απίθανο γεγονός… ήταν αφρικανικός ή ασιατικός; Είχε ένα ή δύο κέρατα; Μήπως είναι ψευδαίσθηση ή όχι; Σιγά σιγά, όμως, η ανησυχία μετατρέπεται σε αδιαφορία και οι περισσότεροι συνεχίζουν τη ζωή τους.
Η υπόθεση μετά από λίγο μεταφέρεται στο γραφείο όπου εργάζεται ο Μπερανζέ, εκεί βρίσκεται και η Νταίζη, με την οποία είναι ερωτευμένος. Στο γραφείο έχει ξεσπάσει καυγάς ανάμεσα στον Ντιντάρ και τον ευέξαπτο Μποτάρ. Ο Μποτάρ δεν πιστεύει ότι υπάρχουν ρινόκεροι παρά τους ισχυρισμούς διαφόρων αυτοπτών μαρτύρων, μέχρι που φεύγει εκνευρισμένος. Μετά από λίγο, ένας ρινόκερος εισβάλλει στο γραφείο, ενώ οι υπάλληλοι δραπετεύουν με κάθε τρόπο πανικόβλητοι. Αυτός ο ρινόκερος δεν είναι άλλος από τον Μποτάρ…
Ο Μπερανζέ αφού καταφέρνει να δραπέτευσε πηγαίνει να επισκεφθεί τον Ζαν τον οποίο βρίσκει βαριά άρρωστο. Ο Ζαν, ενώ στην αρχή είναι κατά των ρινόκερων, σταδιακά γίνεται πιο επιεικής απέναντί τους. Αρχίζει να τους υπερασπίζεται και να υποστηρίζει ότι είναι πιο φυσικό να είσαι ρινόκερος από το να είσαι άνθρωπος. Καθώς η σκηνή εξελίσσεται το πρόσωπό του αλλοιώνεται. Ένα κέρατο φυτρώνει στο κεφάλι του, το δέρμα του σκληραίνει, και η ομιλία του μετατρέπεται σταδιακά σε άναρθρα μουγκρητά. Ξαφνικά ο Ζαν επιτίθεται στον Μπερανζέ με οργή, σπάζει αντικείμενα, και στο τέλος βγαίνει στο δρόμο ως ρινόκερος, αφήνοντας τον φίλο του τρομοκρατημένο.
Οι μέρες περνούν και η πόλη έχει βυθιστεί στο χάος. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε ρινόκερους. Τα πάντα έχουν παραλύσει. Ο Μπερανζέ έχει κλειστεί στο σπίτι του. Προσπαθεί να πλυθεί, να ντυθεί, να κρατήσει την αξιοπρέπειά του. Η Νταίζη τον επισκέπτεται. Αρχικά αγκαλιάζονται, μιλούν για το μέλλον, φαντάζονται να φτιάξουν μαζί έναν δικό τους κόσμο. Εκείνος βρίσκει επιτέλους κουράγιο. Σιγά σιγά όμως η Νταίζη αλλάζει. Της φαίνεται γοητευτική η ελευθερία των ρινόκερων, το πόσο δυνατοί και αληθινοί φαίνονται, αρχίζει να λέει πως δεν αντέχει την ανθρώπινη αδυναμία, τις ενοχές, τα προβλήματα. Οι ρινόκεροι είναι χαρούμενοι. Τελικά, τον εγκαταλείπει και βγαίνει έξω να ενωθεί με το κοπάδι…
Ο Μπερανζέ μένει μόνος. Απελπισμένος, σκέφτεται ότι δεν έχει νόημα να μείνει άνθρωπος. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη, προσπαθεί να μουγκρίσει σαν ρινόκερος αλλά δεν μπορεί. Το πρόσωπό του παραμένει ανθρώπινο, η φωνή του ασθενική, και η μορφή του εύθραυστη. Στο τέλος, με όλη του τη δύναμη φωνάζει “Δεν θα υποχωρήσω! Δεν θα γίνω ρινόκερος!” Το έργο τελειώνει με τον ήχο του κοπαδιού των ρινόκερων να καλπάζει στους δρόμους, ενώ ο Μπερανζέ στέκει μόνος, αλλά άνθρωπος, μέσα στον απόλυτο τρόμο.
Και γιατί γράφω για το θεατρικό έργο του Ιονέσκο που με αυτόν τον τρόπο ήθελε να περιγράψει την σταδιακή αποκτήνωση των ανθρώπων στην περίοδο του μεσοπολέμου και την άνοδο του ναζισμού και του φασισμού; Επειδή κάτι τέτοιο ζούμε και εμείς από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και μετά.
Αρχικά ήταν η Χρυσή Αυγή και η τεράστια υποστήριξη που είχε. Άγριοι, επιθετικοί, ογκώδεις, αναίσθητοι, οργανωμένοι σε αγέλες με σκοπό να σαρώσουν τα πάντα, με μια στρατιωτική ομοιότητα που έχει κατασπαράξει την μοναδικότητα και την προσωπικότητα των μελών της. Τρομακτικοί για εμάς, εντυπωσιακοί για την απαίδευτη μάζα. Αυτή που εξαιτίας της έλλειψης ταξικής συνείδησης δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς προκαλεί τις κρίσεις, την φτώχια και την ανέχεια. Άλλωστε ο φασισμός δεν επικρατεί μόνο με φόβο, αλλά και με τη γοητεία που ασκεί η επίδειξη ισχύος. Επέλεξε λοιπόν η μάζα να τους μοιάσει, να τους ακολουθήσει στην “ελευθερία” που φαίνεται να είχαν. Έγιναν και αυτοί κτήνη. Επιτέθηκαν σε γείτονες τους, σε μετανάστες, σε κάθε έναν που θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζε στο κτήνος που και οι ίδιοι επέλεξαν να μεταμορφωθούν. Κανονικοποίησαν την βία, τις δολοφονίες, τις απειλές. Αποδέχτηκαν να γίνουν ένα με την μάζα, με την αγέλη των παχύδερμων.
Και αν η Χρυσή Αυγή κατέρρευσε, η λογική του κτήνους παραμένει… Στον δρόμο και τις γειτονίες όπου η λογική του κάτσε φρόνιμα μην σε στείλω στο νοσοκομείο από το ξύλο, έχει επικρατήσει. Μαγκιά, κουτσαβακισμός και συνήθως σε αγέλες. Στις πορείες και στην αστυνομική βία που έφτασε να θεωρείται κάτι αυτονόητο. Μπάτσοι ντυμένοι εντυπωσιακά, γυμνασμένοι, πάνω σε μηχανές μεγάλου κυβισμού, με εξοπλισμό που τρομάζει και προκαλεί δέος, στην λογική της αγέλης να ξυλοκοπούν πολίτες, να καταχρώνται την εξουσία τους. Στους χώρους εργασίας όπου η ρουφιανιά και η λογική του πατώ πάνω στο πτώμα σου είναι μια κανονικότητα που ενισχύεται από όλους. Θέλουμε killers και όχι αλληλεγγύη θα σου πουν στις συνεντεύξεις για δουλειά. Είσαι πολύ ευαίσθητος για να αντέξεις. Εδώ είναι ο λάκκος με τα κτήνη, θα μεταμορφωθείς ή θα σε φάμε ζωντανό. Στην κοινωνική αλληλεγγύη, όπου πολύ συχνά ακούμε την φράση και εμένα τι με νοιάζει; Τι με νοιάζει που πέθανε σε ένα απαξιωμένο εθνικό σύστημα υγείας; Ας έκανε τα κουμάντα του να πλήρωνε το Υγεία ή το Metropolitan. Τι με νοιάζει που του παίρνουν το σπίτι και δεν έχει να πληρώσει για το ρεύμα; Ας πρόσεχε ο βλάκας. Τι με νοιάζει που έχει παιδί με αυτισμό, με σύνδρομο Down, ανάπηρο; Να μην το γεννούσε. Τι με νοιάζει ρε φίλε που είσαι ανάπηρος και θες να κυκλοφορήσεις; Κάτσε σπίτι σου ρε. Την βίασαν; Τι με νοιάζει. Ποιος ξέρει τι φορούσε, καλά της έκαναν δεν θα έπαθε και κάτι. Εξαϋλώθηκε μέσα σε ένα εργοστάσιο που ήταν ωρολογιακή βόμβα; Και μένα τι με νοιάζει; Εγώ ζω και θέλω να συνεχίσω να δουλεύω στο κάτεργο για τρεις και εξήντα. Έπεσε πάνω του σκάφος του λιμενικού και του διέλυσε το κορμί; Και λοιπόν; Να μην ερχόταν, να καθόταν στην χώρα του να πεθαίνει λίγο λίγο από την πείνα.
Και αν αυτή είναι η άμεση συμπεριφορά του κτήνους, υπάρχει και αυτή που είναι καμουφλαρισμένη με γραβάτες και ωραία λόγια περί αριστείας και τεχνοκρατών. Θα στηρίξεις τα κτήνη και θα γίνεις ένα με αυτά για μια θέση στο Δημόσιο, για μια θέση μετακλητού ή μπάτσου. Θα δεις 57 ψυχές να κομματιάζονται στις λαμαρίνες 2 τρένων που συγκρούστηκαν, αλλά εσένα τι σε νοιάζει ρε; Δικά σου παιδιά ήταν άλλωστε; Ας πρόσεχαν, ας είχαν λεφτά για αμάξι, για αεροπλάνο. Ένα κωλοτρένο θα σου χαλάσει την μπίζνα ρε; Πάμε καλά; Εσύ έχεις την επιδότηση, βρήκες το κόλπο. Λεβέντης ρε, μάγκας. Θα γίνεις ένα με τον τοπικό κομματάρχη, με το παχύδερμο, θα μπεις στην αγέλη και συ, άλλωστε τα λεφτά είναι πολλά, η εξουσία γλυκιά. Δεν είμαι μόνος μου ρε κοιτά. Είναι και άλλοι. Είναι όλο το νησί στο κόλπο και όλη η Ελλάδα. Εγώ επιδοτήσεις, ο άλλος διορισμό, ο άλλος ΕΣΠΑ κάποιος ακόμα κάτι μικρορουσφέτια. Και κοίτα τον όχλο, κοίτα τους ρινόκερους, πως κινούνται τόσο εντυπωσιακά σε κοπάδι, τίποτα δεν τους αναχαιτίζει, τίποτα δεν τους σταματά. Τόση δύναμη, τόση ισχύς. Άλλωστε ο ρινόκερος δεν είναι ένα ζώο με κακία από τη φύση του, είναι απλά ένα κτήνος χωρίς συνείδηση. Αυτό άλλωστε δεν επιδιώκει και η πιο ακραία μορφή του καπιταλισμού; Αυτού του συστήματος που γεννάει φασίστες, ανθρώπους δίχως κριτική σκέψη, μόνο με ένστικτα. Ένστικτο επιβίωσης… και ορμούν μόνο με το θυμικό του κοπαδιού.
Και μεις; Εμείς κάπου κλεισμένοι στο “σπίτι”, στον δικό μας μικρόκοσμο. Στο τελευταίο καταφύγιο ανθρωπιάς στην πόλη που καταρρέει. Στο μόνο μέρος που διατηρούμε μια ψευδαίσθηση κανονικότητας, να προσπαθούμε να κρατήσουμε την αξιοπρέπεια μας μέσα στο χάος και όσο “χάνουμε” φίλους και σχέσεις που κάποτε αγαπήσαμε, βλέποντάς τους και αυτούς στην αγέλη να φτάνουμε στο σημείο να κάνουμε τον εσωτερικό διάλογο… Άραγε αξίζει άραγε αυτό που ζω; Αξίζει να μην βγαίνει ο μήνας; Αξίζει να δουλεύω και στο τέλος να καταλήγω στους ψυχολόγους από την πίεση; Αξίζει να προσπαθώ να παραμείνω άνθρωπος; Αλλά ρε διάολε δεν γίνεται να είμαστε κάτι άλλο πέρα από άνθρωποι, δεν μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε κτήνη. Μπερναζέ και μεις αρνούμενοι να υποταχθούμε στην ισχύ του κοπαδιού.
Άλλωστε στο τέλος, η ανθρωπιά είναι και η τελευταία μας επανάσταση, ένας σιωπηλός θρίαμβος μέσα στην βαβούρα των ρινόκερων έξω από το σπίτι, που μας θυμίζει ότι η αληθινή δύναμη είναι να πεις “Δεν θα γίνω κτήνος”, ακόμα κι αν είσαι μόνος.

Πηγή: Facebook

Η Ιστορία ξαναφορά γερμανική στολή

Από NewsRoom3

Ένας από τους μεγάλους στοχαστές του γερμανικού πνεύματος, ο Φρίντριχ Χέγκελ, προσπαθώντας να συλλάβει τη λογική της Ιστορίας, κατέληξε στην ιδέα της επανάληψης των γεγονότων. Μια πρώτη φορά ως τραγωδία, μια δεύτερη ως γελοιοποίηση. Η φράση πέρασε στη συλλογική μνήμη μέσω του Καρλ Μαρξ, ο οποίος της έδωσε πολιτικό βάθος και ιστορική ειρωνεία. Η ακριβής πατρότητα ελάχιστα έχει σημασία μπροστά στο ερώτημα που τίθεται σήμερα με όρους αγωνιώδεις: μήπως η Ιστορία ετοιμάζεται να επαναληφθεί για τρίτη φορά. Και αυτή τη φορά όχι ως φάρσα, αλλά ως εφιάλτης. Όταν το υποκείμενο είναι η Γερμανία, η πιθανότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η συστηματική επιχείρηση αναθεώρησης του παρελθόντος, με τεχνικές εξωραϊσμού, συμψηφισμών και απονεύρωσης της μνήμης για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου η γερμανική παρουσία άφησε πίσω της ένα αιματοβαμμένο αποτύπωμα που δύσκολα χωρά σε λέξεις.
Linkwise
Στη χώρα αυτή συντελέστηκε ένα ολοκαύτωμα περιορισμένης γεωγραφίας και απόλυτης αγριότητας. Από την Κρήτη έως το Κομμένο, από τα Καλάβρυτα έως τον Χορτιάτη. Ένα ολοκαύτωμα χωρίς φυλετική ή ρατσιστική ιδεολογία. Ένα ολοκαύτωμα καθαρά τιμωρητικό, σχεδιασμένο για να συντρίψει το ηθικό ενός λαού που τόλμησε να αντισταθεί. Το ήθος αυτής της αντίστασης αποτυπώνεται στα πρόσωπα των εκτελεσμένων. Στα βλέμματα ανθρώπων που γνωρίζουν τη μοίρα τους και παρ’ όλα αυτά δεν εκλιπαρούν. Δεν καταρρέουν. Στέκονται όρθιοι με οργή και αξιοπρέπεια.
Οι εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο, οι μαζικές σφαγές σε χωριά και πόλεις, οι δολοφονίες αμάχων έξω από τα σπίτια τους, δεν αποτελούν παρεκκλίσεις. Αποτελούν τον κανόνα της κατοχικής πρακτικής. Γέροντες, γυναίκες, παιδιά, ανυπεράσπιστοι πολίτες, εξοντώθηκαν με μεθοδικότητα. Η νεότερη Ιστορία δεν προσφέρει πολλά αντίστοιχα παραδείγματα τέτοιας κλίμακας ωμής βίας. Ελάχιστοι λαοί μπορούν να σταθούν στον ίδιο κατάλογο αγριότητας.
Αυτή η πραγματικότητα δεν ξέφυγε από την αντίληψη των νικητών του πολέμου. Προς το τέλος της σύγκρουσης, όταν η ναζιστική μηχανή είχε καταρρεύσει, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ εξέφρασε με ωμότητα την πεποίθησή του ότι το γερμανικό πρόβλημα δεν επιδέχεται επιφανειακές λύσεις. Η αγανάκτησή του ήταν τέτοια που οδήγησε σε σκέψεις ακραίας τιμωρίας, δείγμα του φόβου ότι το φαινόμενο θα επανεμφανιστεί.
Ο Χένρι Μόργκενταου, πιο ψύχραιμος αλλά όχι λιγότερο αποφασισμένος, πρότεινε έναν διαφορετικό δρόμο: την οριστική αποστέρηση της Γερμανίας από τα μέσα που της επέτρεψαν να μετατρέψει τις φιλοδοξίες της σε παγκόσμια καταστροφή. Ένα μεταπολεμικό σχέδιο αποβιομηχάνισης που θα ακύρωνε τις γεωστρατηγικές της δυνατότητες. Η συζήτηση έκλεισε με μια ξεκάθαρη απαίτηση: να μην υπάρξει ποτέ ξανά γερμανικός στρατός, γερμανική αεροπορία, γερμανικό πηλήκιο.
Η Ιστορία πήρε άλλη τροπή. Ο Ρούζβελτ πέθανε, ο Μόργκενταου παραμερίστηκε, οι νέες προτεραιότητες της Ουάσιγκτον στράφηκαν αλλού. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε, η Γερμανία ανασυγκροτήθηκε, χρηματοδοτήθηκε, ενισχύθηκε. Η ίδια βιομηχανική βάση που υπηρέτησε τον Χίτλερ επανήλθε ως πυλώνας της ευρωπαϊκής ισχύος και σήμερα στηρίζει ενεργά έναν ακόμη πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η στρατιωτική επιστροφή υπήρξε πλήρης. Στολές και σύμβολα επανεμφανίστηκαν, η Λουφτβάφε ανασυστάθηκε, γερμανικά αεροσκάφη συμμετείχαν σε βομβαρδισμούς στα Βαλκάνια. Σήμερα, το Βερολίνο προβάλλει ως υποψήφιος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Χωρίς κοινωνική αντίδραση, χωρίς ιστορικό φρένο, οικοδομείται ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, σε απόλυτη αντιστοιχία με τις παραμονές των προηγούμενων καταστροφών.
Παράλληλα, ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση σύρεται σε έναν αγώνα εξοπλισμών, με τη Γερμανία να ορίζει και τον αντίπαλο. Η Ρωσία ανακηρύσσεται υπαρξιακή απειλή, σε μια επανάληψη παλιών λογαριασμών που ποτέ δεν έκλεισαν. Η ήττα του 1945 παραμένει αφομοίωτη, η πορεία του Κόκκινου Στρατού προς το Βερολίνο παραμένει τραύμα.
Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ζει πλέον σε καθεστώς υστερίας. Ένας ολόκληρος πολιτικός και μιντιακός μηχανισμός καλλιεργεί την ιδέα ενός επικείμενου ρωσικού κινδύνου, επενδύοντας σε μια ιστορική ρεβάνς που εξυπηρετεί τους ηττημένους του παρελθόντος. Η γερμανική φιλοδοξία να ελέγξει την άμυνα της ηπείρου αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη. Η μνήμη των ευρωπαϊκών λαών τίθεται σε αναστολή.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα γερμανική επιδίωξη για συμμετοχή στον πυρηνικό σχεδιασμό της Ευρώπης. Μέσω της αναδιάταξης της πυρηνικής αρχιτεκτονικής και της απομάκρυνσης από την αμερικανική ομπρέλα, η Γερμανία αποκτά ρόλο συνδιαχειριστή στρατηγικών αποφάσεων ύψιστου κινδύνου. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζονται, οι ευθύνες διαχέονται, οι παλιές εμμονές επανέρχονται.
Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο μπροστά στις εικόνες των εκτελεσμένων της Καισαριανής. Είναι δυνατόν οι ίδιοι μηχανισμοί που αιματοκύλισαν την Ευρώπη να παρουσιάζονται σήμερα ως προστάτες της; Είναι δυνατόν μια ανύπαρκτη απειλή να δικαιολογεί μια πραγματική πυρηνική περιπέτεια;
Αυτό που διαμορφώνεται δεν συνιστά ασφάλεια για τις επόμενες γενιές. Συνιστά ένα επικίνδυνο στοίχημα με την Ιστορία. Η Γερμανία επιστρέφει, επενδύοντας στην αμνησία και στη διάλυση της συλλογικής μνήμης. Γι’ αυτό η υπενθύμιση του παρελθόντος παραμένει πράξη πολιτικής ευθύνης. Και γι’ αυτό τέτοια κείμενα δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.

Η σταθερότητα ως άλλοθι


του Απόστολου Αποστόλου

Η προεκλογική περίοδος άρχισε πριν ακουστεί το επίσημο σφύριγμα. Άρχισε με δίλημμα: «Μια Ελλάδα ασφαλής ή ακυβέρνητο καράβι;». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Γραμματείας Οργανωτικού της ΝΔ δήλωσε: «Η μάχη των επόμενων εκλογών έχει ήδη ξεκινήσει. Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει; Θα ρισκάρει τις κατακτήσεις της για να μετατραπεί σ’ ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά;»  Έτσι λοιπόν, το πολιτικό αφήγημα συμπυκνώθηκε σε θαλασσινή μεταφορά. Η χώρα εισήλθε ξαφνικά σ’ ένα  σκηνικό διαφήμισης και οι πολίτες ως κομπάρσοι θα πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στον φόβο και στον… μεγαλύτερο φόβο.  Κανένας  απολογισμός, καμιά ουσιαστική αυτοκριτική, μόνο ένα τιμόνι υψωμένο σαν τρόπαιο και μια κοινωνία που καλείται να χειροκροτήσει, σαν να ήταν οι πολίτες της χώρας θεατές σε παράσταση τρόμου.
Η «ασφάλεια» έγινε λέξη πασπαρτού. Στην οικονομία, στους θεσμούς, στη γεωπολιτική. Μα όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται, τόσο αδειάζει. Σε  ποια ασφάλεια αναφέρεται ο πρωθυπουργός;  Σε μια  ασφάλεια με υποκλοπές που τραυμάτισαν τον πυρήνα του κράτους δικαίου;  Σε μια ασφάλεια με τα Τέμπη να υπενθυμίζουν ότι οι υποδομές δεν λειτουργούν;  Σε μια ασφάλεια με σκάνδαλα που ξεπηδούν σαν υποσημειώσεις σε κρατικούς οργανισμούς; Και κάθε φορά, όταν η πραγματικότητα διαψεύδει τη ρητορική, επιστρατεύεται το «διαχρονικό»: φταίει το παρελθόν. Το παρόν απλώς… διαχειρίζεται.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα εκατομμύρια έφυγαν, οι ευθύνες χάθηκαν και οι υπογραφές έμοιαζαν  με λουλούδια σε μπουκέτο που κανείς δεν τα  άγγιξε. Και σα να μην έφταναν αυτά, ήρθε η υπόθεση της ΓΕΣΕ φάκελοι, καταγγελίες, ερωτήματα για διαχείριση και ελέγχους, όλα μπερδεμένα σ’ ένα δακτυλοδεικτικό παιχνίδι, σαν να λένε «δείτε πόσο πολύ προσπαθούμε να είμαστε νομότυποι».  Και έρχεται και η  ΔΥΠΑ, ο οργανισμός που υποτίθεται ότι στηρίζει ανέργους και ευάλωτους και εκεί καταγράφηκαν επίσης σοβαρά ερωτήματα για διαδικασίες, διαγωνισμούς και διαφάνεια. Κάθε φορά όμως,  η ίδια απάντηση: «Η Δικαιοσύνη θα κρίνει». Σωστό. Μα η πολιτική ευθύνη δεν είναι παράρτημα της ποινικής διαδικασίας, είναι η καρδιά που χτυπάει ή δεν χτυπάει στο σώμα της διακυβέρνησης.
Κι ενώ οι φάκελοι παραμένουν ανοιχτοί, εμφανίζεται το «παραθυράκι» για μείωση ΦΠΑ σύμφωνα με όσα είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σε συνέντευξη του. Παραθυράκι  όμως,  όχι καθαρή δέσμευση. Η ακρίβεια δεν λύνεται με υπαινιγμούς, ούτε τα νοικοκυριά πληρώνουν τον λογαριασμό του ρεύματος με δηλώσεις προθέσεων. Το καράβι συνεχίζει να βαφτίζει τις ρωγμές «αναπόφευκτες», ενώ η κοινωνία καταλαβαίνει ότι η «ασφάλεια» που προβάλλεται είναι προϊόν συμβιβασμού, φόβου και επικοινωνιακής μαγείας, όχι ουσίας.
Και όσο τα σκάνδαλα σωρεύονται, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης φαίνεται να παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Η κριτική περιορίζεται σε «ήπια σχόλια», ενώ η κυβέρνηση αναπαράγει θριαμβευτικά τα επικοινωνιακά σποτ της. Κάθε αμήχανη ερώτηση ανασκευάζεται ή χάνει τον τόνο της, ενώ οι αντιπολιτευτικές αστοχίες μεγεθύνονται σε επικίνδυνες κρίσεις. Οι ειδήσεις μοιάζουν με καθρέφτη που κολακεύει τον καπετάνιο και αγνοεί τα μπουρίνια στο κατάστρωμα. Η ενημέρωση γίνεται θεατρική παράσταση. Έτσι  οι πολίτες βλέπουν θέαμα, όχι λογοδοσία. Το παιχνίδι είναι απλό,  προστασία εξουσίας και καλλιέργεια αίσθησης «αναγκαίας σταθερότητας». Οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε καπετάνιους μικρού μεγέθους, που φουσκώνουν τα πανιά των κυρίων και αγνοούν τη φουρτούνα.
Στο φόντο, η κυβέρνηση υψώνει το ενεργειακό αφήγημα. Εξορύξεις, γεωπολιτική αναβάθμιση, διεθνείς συνεργασίες. Η χώρα ως ενεργειακός κόμβος, η Chevron αναλαμβάνει έρευνες και η ρητορική γίνεται πανηγυρική. Όμως οι ερωτήσεις επιμένουν. Ποιοι είναι  οι όροι; Ποιες  είναι οι εγγυήσεις; Ποιος ελέγχει τις συμβάσεις; Πώς διασφαλίζονται τα κυριαρχικά δικαιώματα σε περιοχές ευαίσθητες, όπως νότια του Καστελόριζου; Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή φιέστα. Οι θαλάσσιες ζώνες δεν είναι γραμμές σε PowerPoint. Η χώρα δεν είναι οικόπεδο για business plan.
Να πούμε λοιπόν, ότι οι υποκλοπές δεν ήταν απλώς «μια δύσκολη στιγμή», ήταν ρήγμα στον πυρήνα της δημοκρατίας. Τα Τέμπη δεν ήταν «ανθρώπινο λάθος», ήταν τραγωδία που αποκάλυψε χρόνιες παθογένειες και κυρίως  πολιτική αδράνεια των τελευταίων ετών. Οι πολίτες παρακολουθούν μια πολιτική που βαφτίζει την αδράνεια «διαχείριση κρίσης» και την εγκληματική αμέλεια «αναπόφευκτο γεγονός». Ο καπετάνιος όμως συνεχίζει να χαμογελάει στον καθρέφτη.
Μπροστά σε όλα αυτά, το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία» μοιάζει όλο και πιο απλουστευτικό. Σταθερότητα σε τι; Στη διαχείριση κρίσεων που επαναλαμβάνονται; Στη συνήθεια των σκανδάλων που βαφτίζονται «μεμονωμένα»; Στην επικοινωνιακή υπεροχή που υποκαθιστά τον ουσιαστικό έλεγχο; Η ΝΔ γνωρίζει ότι η αυτοδυναμία δεν είναι αυτονόητη. Η πίεση προς τον ενδιάμεσο χώρο εντείνεται. Ενώ η πόλωση  λειτουργεί ως εργαλείο. Ή μαζί μας ή με το χάος. Μα η δημοκρατία δεν είναι παιδικό παιχνίδι με δύο στρατόπεδα. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κρίνουν με βάση το σύνολο: έργο, αστοχίες, θεσμική συμπεριφορά.
Οι πολίτες δεν ζητούν αλάνθαστους κυβερνώντες, ζητούν καθαρές απαντήσεις. Ζητούν να μη μετατρέπεται κάθε σκάνδαλο σε επικοινωνιακή διαχείριση. Ζητούν να μη ακούν διαρκώς ότι «όλα είναι νόμιμα» όταν το θέμα αφορά ηθική και πολιτική ευθύνη. Και θέλουν να ξέρουν αν οι φορείς που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα  (ΟΠΕΚΕΠΕ,ΓΕΣΕ ΔΥΠΑ, ΓΕΣΕ) λειτουργούν με διαφάνεια ή με λογική «παραθυράκι για επικοινωνιακή ασφάλεια».
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν το καράβι θα έχει καπετάνιο. Είναι αν ο καπετάνιος δέχεται έλεγχο. Αν αναγνωρίζει λάθη. Αν αλλάζει ρότα όταν οι ενδείξεις το απαιτούν. Αν κατανοεί ότι η σταθερότητα δεν είναι άλλοθι για ακινησία.
Γιατί στο τέλος, το ακυβέρνητο καράβι δεν είναι εκείνο που θα  αλλάζει πορεία μέσα από δημοκρατική επιλογή, είναι εκείνο που θα επιμένει να διαφημίζει νηνεμία ενώ τα κύματα θα  χτυπούν ήδη τα πλευρά του. Και όταν οι πολίτες μπουν στο παραβάν, δεν θα ψηφίσουν τη μεταφορά του καραβιού. Θα ψηφίσουν αν πιστεύουν ότι η σταθερότητα που τους προτείνεται είναι εγγύηση διαφάνειας, ή απλώς ένα καλοτυπωμένο σωσίβιο επικοινωνίας.
--------------------------------------------------------------------
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Federiciana Ρώμης.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

«Στην Ελλάδα κάποιοι δεν αναζητούν συμμάχους για τη χώρα αλλά νταβατζήδες»! Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος


«Η Ελλάδα κινδυνεύει να συνθλιβεί μεταξύ των συμφερόντων Τουρκίας-Ισραήλ…Κάποιοι λένε ότι αντί να γίνουμε τουρκικό σαντζάκι ας γίνουμε καλύτερα ισραηλινό προτεκτοράτο! Υπάρχει και η λύση να γίνουμε ανεξάρτητο κράτος κι αυτό υποστηρίζω». Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλά για το τρίγωνο Ελλάδας-Ισραήλ-Τουρκίας και εξηγεί γιατί η Ελλάδα κινδυνεύει να βγει χαμένη απ΄αυτό. Μιλά για την πολιτική ελίτ η οποία «ψάχνει υποστηρικτές όχι για τη χώρα, αλλά για το πως θα παραμείνει στην εξουσία. Στην Ελλάδα κάποιοι αναζητούν νταβατζήδες κι όχι συμμάχους», λέει. Ο κ. Κωνσταντακόπουλος κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση για τα ελληνοτουρκικά, την Κύπρο και τον ρόλο Ισραήλ και ΗΠΑ.

Καισαριανή: «Το τελευταίο σημείωμα» του Γιώργου Κρόκου


Δάσκαλος από την Ικαρία, πολιτικός κρατούμενος, εκτελεσμένος την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, σύμβολο αξιοπρέπειας και αντίστασης μέχρι τέλους

Πέτρος Κατσάκος


Οι πρόσφατες φωτογραφίες-ντοκουμέντα που είδαν το φως της δημοσιότητας, απεικονίζοντας τις συγκλονιστικές τελευταίες στιγμές των 200 αγωνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, έχουν κινητοποιήσει μια μεγάλη ιστορική έρευνα. Σκοπός της προσπάθειας, που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι να δοθεί ξανά «πρόσωπο» και ονοματεπώνυμο στους ήρωες της Πρωτομαγιάς του 1944 που χαράχτηκε με αίμα στη συλλογική μνήμη. Διακόσιοι πολιτικοί κρατούμενοι – στην πλειοψηφία τους κομμουνιστές – οδηγήθηκαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκτελέστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Ανάμεσά τους και ο Γιώργος Κρόκος, ένας δάσκαλος από την Ικαρία, ένας άνθρωπος που η ζωή του σφραγίστηκε από τις ιδέες και τη συνέπειά του.
Γεννημένος το 1905 ή το 1906 στο χωριό Στελί της Ικαρίας, μεγάλωσε σε πολύτεκνη οικογένεια. Από τα δεκαέξι παιδιά που έφερε στον κόσμο η μητέρα του, επέζησαν τα δέκα, μια σκληρή υπενθύμιση των δυσκολιών της εποχής. Ο Γιώργος τελείωσε το Γυμνάσιο στην Ικαρία και συνέχισε τις σπουδές του στη Μυτιλήνη, στο Διδασκαλείο, επιλέγοντας τον δρόμο της εκπαίδευσης. Παράλληλα, εντάχθηκε στην αρχειομαρξιστική οργάνωση, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στους πολιτικούς αγώνες της περιόδου. Για τις ιδέες και τη δράση του κυνηγήθηκε από το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά, συνελήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με άλλους κομμουνιστές και τροτσκιστές στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Εκεί τον βρήκε ο πόλεμος του 40 και η γερμανική κατοχή αφού μαζί με τους υπόλοιπους πολιτικούς κρατούμενους παραδόθηκε στους ναζί.
Το 1942, οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας μεταφέρονται στο Μεταγωγών Πειραιά, με προορισμό τόπους εξορίας στις Κυκλάδες. Ο Γιώργος Κρόκος προοριζόταν για τη Σίκινο. Στις 16 Μαρτίου 1942 στέλνει επιστολή στους δικούς του, πιθανότατα στην αδελφή του Άννα. Περιγράφει τον συνωστισμό, την εξαθλίωση και τους καθημερινούς θανάτους στα κρατητήρια. «Τον προηγούμενο μήνα πέθαναν 23 σε 28 μέρες σε αυτό το τμήμα», γράφει, ζητώντας, αν προλάβει κάποιος συγγενής, να τον επισκεφθεί.
Η Σίκινος, όμως, δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δεχθεί εξόριστους. Αντί γι’ αυτό, μεταφέρεται στην Εύβοια μαζί με περίπου εβδομήντα ακόμη κρατούμενους τον Ιούλιο του 1942 και μοιράζεται σε τμήματα χωροφυλακής. Όσοι παρέμειναν, οδηγήθηκαν αργότερα στη Λάρισα και κατόπιν στο Χαϊδάρι.
Το πρωί της 1ης Μαΐου 1944, τα στρατιωτικά φορτηγά ξεκινούν για την Καισαριανή. Στον δρόμο προς τον τόπο της εκτέλεσης, ο Γιώργος Κρόκος ρίχνει ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα. Δέκα λέξεις όλες κι όλες, λιτές και συγκλονιστικές:
«Να σταλή: Άνναν Κ. Πλακίδη, Κάμπος Ικαρίας. Γιώργης Κρόκος. Σας φιλώ όλους. Απ’ τον τόπο της εκτέλεσης. 1-5-1944 πρωί».
Δέκα λέξεις που συμπυκνώνουν μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή αφιερωμένη στη γνώση, στην πίστη στις ιδέες, στην αξιοπρέπεια μέχρι το τέλος. Ένα όνομα ανάμεσα στα διακόσια, που παραμένει ζωντανό στη μνήμη ως σύμβολο αντίστασης και θυσίας.

Μετράει στην κάλπη η Αναθεώρηση;


Η συζήτηση περί την Αναθεώρηση όχι μόνο δεν θα φέρει την κυβέρνηση εγγύτερα προς το μικρό αλλά πολύτιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα κομμάτι του δημοκρατικού Κέντρου αλλά θα της γυρίσει μπούμερανγκ.

Βίβιαν Ευθυμιοπούλου

 
Στο άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, ο αγαπητός συνάδελφος και φίλος Ευτύχης Βαρδουλάκης απαντάει, με την ανάλυσή του, στο ερώτημα αν η Συνταγματική Αναθεώρηση μπορεί να επηρεάσει και αυτή το εκλογικό αποτέλεσμα:
«Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει μεν θεσμική βαρύτητα, η εκλογική της βαρύτητα, ωστόσο, είναι περιορισμένη. Τα θέματα που θα κρίνουν τις ερχόμενες εκλογές είναι κυρίως αυτά που σχετίζονται με την οικονομία, την καθημερινότητα των πολιτών και τη γενική εικόνα της χώρας. Ζητήματα όπως αυτά που τίθενται στην εν λόγω συζήτηση έχουν την αξία τους, αλλά δεν θα κρίνουν τις εκλογές ως αυτοτελή διακυβεύματα», γράφει.
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.
Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια, δεν υπάρχει ούτε μία έρευνα κοινής γνώμης που να δείχνει πως ό,τι άπτεται των θεσμών ιεραρχείται ψηλά από τους πολίτες. Ναι, η Διαφθορα δηλώνεται ως σημαντικό πρόβλημα της χώρας αλλά η λειτουργία των θεσμών δεν απασχολεί ιδιαίτερα την κοινή γνώμη και αυτό το διατυπώνω με μεγάλο σεβασμό προς τους συμπολίτες μας που έχουν πέσει θύματα της απαξιωσης τους (πχ στην υπόθεση των υποκλοπών).
Οι θεσμοί και η λειτουργία τους «δεν πουλάνε» και οι λόγοι έχουν αναλυθεί πολλάκις και από πολλούς με στιβαρή θεωρητική κατάρτιση, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω παπαγαλιζοντας.
Διαφωνώ όμως με όσα γράφει ο Ευτύχης Βαρδουλάκης για τον τρόπο που πρέπει να τοποθετηθεί το ΠΑΣΟΚ και τα υπόλοιπα κόμματα της δημοκρατικής Αντιπολίτευσης στην πρόσκληση του Πρωθυπουργού για διάλογο.
«Αν επιλέξει μια στρατηγική άρνησης ή απαξίωσης της θεσμικής διαδικασίας, κινδυνεύει να παραχωρήσει «μέτρα» στη Ν.Δ. Πολλώ δε μάλλον όταν συνοδεύεται από επιχειρήματα τύπου «επειδή κάνατε το Α ή το Β, δεν δικαιούστε σήμερα να πράξετε το Γ», που θυμίζουν περισσότερο φοιτητικό αμφιθέατρο παλαιότερων δεκαετιών παρά μια διαδικασία με θεσμική βαρύτητα», γράφει ο Ευτύχης Βαρδουλάκης.
Όχι. Σε καμία περίπτωση.
Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να προσποιηθεί ότι συζητάει σοβαρά το ζήτημα της Αναθεώρησης με μια κυβερνητική πλειοψηφία που όχι μόνον απαξιώνει συστηματικά το Σύνταγμα αλλά χρησιμοποιεί την Αναθεώρησή του είτε για να προσεγγίσει, όπως διαρρέει στις στήλες παραπολιτικής, το Κέντρο είτε για να καμωθει τη θεσμική, τον έβδομο χρόνο της διακυβέρνησής της και μετά απ’ όσα έχουν συμβεί.
Γιατί το ΠΑΣΟΚ να δεχτεί να γίνει κομπάρσος του Κυριάκου Μητσοτάκη και μάλιστα για ένα θέμα που δεν καίει τους πολίτες;
Αν η συζήτηση αφορούσε την Παιδεία ή την Υγεία ή τη διαχείριση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης (όσα έχουν απομείνει, τέλος πάντων) τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αλλά γι αυτά, που καίνε τους Έλληνες, η κυβέρνηση και μάλιστα με τρόπο επιδεικτικό, αρνείται να συζητήσει το ο,τιδήποτε, με τον οποιονδήποτε.
Μάλιστα, τα στελέχη και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο να μπαίνουν σε αυτή τη συζήτηση στα πάνελ και σε κάθε δημόσια συζήτηση:
«Ας φέρει η κυβέρνηση τις προτάσεις της και θα δούμε. Για την ώρα αυτά που «καίνε» τους πολίτες είναι τα θηριώδη προβλήματα της καθημερινότητας και η ανικανότητα της Νέας Δημοκρατίας να τα επιλύσει».
Αυτή είναι μια καλή απάντηση που φέρνει ψήφους.
Θα έλεγα ακόμα ότι είναι εξαιρετικά έξυπνο αλλά κυρίως αποτελεσματικό για το ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του να αφήσει τον π. Πρόεδρο του κόμματος Βαγγέλη Βενιζέλο «να καθαρίσει» εκείνος με την κυβέρνηση.
Είναι ο καταλληλότερος λόγω της αναμφισβήτητης θεωρητικής του επάρκειας αλλά κυρίως γιατί πείθει το δημοκρατικό Κέντρο που τον εμπιστεύεται και με το οποίο ποτέ δεν έχασε την επαφή του, αντίθετα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη που δείχνει να θυμάται τον κόσμο αυτό μόνο όταν ζορίζεται.
Θα τολμήσω και μια πρόβλεψη: η συζήτηση περί την Αναθεώρηση όχι μόνο δεν θα φέρει την κυβέρνηση εγγύτερα προς το μικρό αλλά πολύτιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα κομμάτι του δημοκρατικού Κέντρου αλλά θα της γυρίσει μπούμερανγκ.
Ο λόγος είναι ότι η κυβέρνηση, οι υπουργοί και τα στελέχη της ΝΔ, αδυνατούν να τοποθετούνται με τη μετριοπάθεια που αξιώνουν από το ΠΑΣΟΚ. Είναι διαρκώς εριστικοί, επιθετικοί και απειλούν τους πάντες. Αν η συζήτηση για την Αναθεώρηση απαιτεί μετριοπάθεια τότε η παρούσα ΚΟ της ΝΔ είναι η πλέον ακατάλληλη για να την ξεκινήσει.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποφύγει την παγίδα της συζήτησης για την Αναθεώρηση και μάλιστα χωρίς κόστος, αν την αφήσει στον Βαγγέλη Βενιζέλο. Αυτός ξέρει.

Η αόρατη φυλακή του φόβου και η μηχανική της υποταγής

 
από NewsRoom3

Η ανθρωπότητα κινείται μέσα σε έναν αθέατο κλοιό, δεμένη όχι με αλυσίδες, αλλά με τους ίδιους της τους φόβους. Ο τρόμος απέναντι στην αβεβαιότητα, την απώλεια και τη μεταβολή έχει μετατραπεί σε εργαλείο κυριαρχίας, σε μια αθόρυβη αλλά απόλυτα αποτελεσματική τεχνική εξουσίας. Κάθε ρωγμή αυτοπεποίθησης, κάθε ανασφάλεια και κάθε εσωτερικός δισταγμός αξιοποιείται συστηματικά ως μοχλός χειραγώγησης. Οι κοινωνίες δεν υποτάσσονται από άγνοια, αλλά επειδή οι μηχανισμοί εξουσίας γνωρίζουν πώς να μετατρέπουν τις ανθρώπινες αδυναμίες σε μέσα ελέγχου.
Η προπαγάνδα λειτουργεί με ακρίβεια. Διαχέει ψευδείς αφηγήσεις, κατασκευάζει φαινομενικές επιλογές που στην πράξη είναι προσχεδιασμένες παγίδες και εγκλωβίζει τη συνείδηση σε έναν φαύλο κύκλο άγχους, ενοχής και διαρκούς ανασφάλειας. Η υποταγή δεν επιβάλλεται πάντα με βία· παράγεται μέσα από τον φόβο που καλλιεργείται και συντηρείται. Ο φόβος έχει εξελιχθεί στο πιο αποτελεσματικό όπλο της εποχής.
Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού αποτελεί το πρώτο ρήγμα στο οικοδόμημα της εξάρτησης. Όποιος αντιμετωπίζει χωρίς υπεκφυγές τις φοβίες του και αποδέχεται την αλήθεια, αποκτά πρόσβαση σε μια μορφή ελευθερίας που δεν παραχωρείται, αλλά κατακτάται. Η σιωπηλή αυτή υποταγή δεν είναι τυχαία· αποτελεί προϊόν ενός ψυχολογικού μηχανισμού μελετημένου, καταγεγραμμένου και αξιοποιημένου.
Ο μηχανισμός αυτός φέρει το όνομα γνωστική ασυμφωνία. Πρόκειται για τον όρο που εισήχθη στην ψυχολογία στα μέσα του 20ού αιώνα, για να περιγράψει την εσωτερική σύγκρουση που βιώνει ο άνθρωπος όταν οι πεποιθήσεις, οι αξίες και οι σκέψεις του αλληλοαναιρούνται. Η σύγκρουση αυτή γεννά έντονη ψυχική δυσφορία και πίεση. Για να μειωθεί, ο άνθρωπος αναζητά διεξόδους που συχνά δεν περνούν από τη λογική, αλλά από τη δικαιολόγηση, την άρνηση και την επιλεκτική τύφλωση απέναντι στα γεγονότα.
Η γνωστική ασυμφωνία δεν περιορίζεται σε ένα ατομικό ψυχολογικό σύμπτωμα. Συνιστά πεδίο σύγκρουσης της συνείδησης με την πραγματικότητα. Κάθε φορά που η αλήθεια διαψεύδει τις βεβαιότητές μας, προκαλεί αναστάτωση και αποδιοργάνωση. Η ανακούφιση αναζητείται συχνά στην αυταπάτη και στη σύγχυση, όχι στην αναθεώρηση στάσεων.
Στην καθημερινή ζωή, το φαινόμενο εκδηλώνεται με απλότητα και σκληρότητα. Άνθρωποι επιμένουν σε συμπεριφορές που γνωρίζουν ότι τους βλάπτουν, αδιαφορούν για συνέπειες που βλέπουν να εξελίσσονται μπροστά τους και εξοικειώνονται με την αδικία μέσω γενικευμένων δικαιολογιών. Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς ψυχική αμηχανία, αλλά μορφή εσωτερικής αιχμαλωσίας.
Σε συλλογικό επίπεδο, η γνωστική ασυμφωνία μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος. Κρατικοί μηχανισμοί, πολυεθνικά συμφέροντα και δομές επιρροής παράγουν αντιφατικά μηνύματα που διασπείρουν σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Η κοινωνία βομβαρδίζεται με διακηρύξεις περί ελευθερίας και προόδου, την ίδια στιγμή που εγκαθιδρύονται πρακτικές ελέγχου και περιορισμού. Τα ψεύδη εκτίθενται, αλλά η συμμόρφωση συνεχίζεται, επειδή η εσωτερική σύγκρουση προκαλεί φόβο μεγαλύτερο από την ίδια την αλήθεια.
Ολόκληρες κοινωνίες λειτουργούν μέσα σε μια συλλογική ψευδαίσθηση. Η προπαγάνδα γίνεται αποδεκτή όχι λόγω έλλειψης πληροφόρησης, αλλά επειδή η αλήθεια παράγει ένταση που πολλοί αδυνατούν να αντέξουν. Η ασφάλεια της αυταπάτης φαντάζει προτιμότερη από την αβεβαιότητα της ελευθερίας. Η ιστορική επανάληψη αυτού του μοτίβου αποκαλύπτει ανθρώπους που βλέπουν την πραγματικότητα να απογυμνώνεται και παρ’ όλα αυτά προσκολλώνται σε κατασκευασμένες αφηγήσεις.
Η γνωστική ασυμφωνία συνιστά τη σιωπηλή φυλακή της εποχής. Η απελευθέρωση δεν πηγάζει από εξωτερικές ρυθμίσεις ή θεσμικές παρεμβάσεις, αλλά από την απόφαση να αντιμετωπιστεί η εσωτερική σύγκρουση χωρίς παραμορφώσεις. Η αναγνώριση της αντίφασης και η αποδοχή της αλήθειας αποτελούν πράξεις ρήξης με τη μαζική χειραγώγηση.
Η εποχή της ασυμφωνίας λήγει μόνο όταν ο άνθρωπος καλλιεργεί αντίληψη, ασκεί κριτική σκέψη και παύει να φοβάται την αλήθεια. Τότε η γνώση παύει να είναι παθητική πληροφορία και μετατρέπεται σε δύναμη, σε αντίσταση και σε πλήρη απελευθέρωση.

82 χρόνια μετά, σύντροφε, είδα το πρόσωπό σου…


Οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν από χθες το βράδυ με τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές στην Καισαριανή αποτελούν ντοκουμέντο με μεγάλο ιστορικό βάρος για τη σύγχρονη Ελλάδα.

Δήμητρα Μυρίλλα

Μέχρι χθες ήσουν ένα σχεδόν μυθικό, μεταφυσικό πρόσωπο. Η θυσία σου μπροστά στο τοίχο της Καισαριανής ήταν ο τροχειοδείκτης μας για μια στάση ζωής που έστω λίγο θα ακουμπούσε την δική σου καθάρια και ακλόνητη συνείδηση.
Είχες όνομα, μα δεν είχες πρόσωπο.
Το παράστημά σου μόνο να το φανταστώ μπορούσα, να το πλάσω μέσα στο μυαλό μου έτσι όπως αρμόζει στους αντρειωμένους. Την περήφανη κορμοστασιά σου μπροστά σε εκείνον τον τοίχο τη σχημάτιζα όπως πρόσταζε η απόφασή σου να παλέψεις για έναν κόσμο που ταιριάζει στον Ανθρωπο, χωρίς να υποχωρήσεις ούτε σπιθαμή πίσω από αυτό το ιδανικό. Οπως προστάζει η απόφαση να είσαι κομμουνιστής και να πράττεις ως κομμουνιστής, χωρίς ναι μεν, αλλά, ίσως και διότι… μπροστά στο ναζιστικό τέρας.
Και ναι, ήξερα, όλοι μας ξέραμε, πως μόνο το ξάστερο βλέμμα, το  όρθιο κορμί, το αγέρωχο στήθος, σου ταίριαζε καθώς κοιτούσες την κάνη των ναζί λίγο πριν την τελευταία βολή.
Βέβαια, ήταν κι εκείνη η συγκλονιστική περιγραφή της Μέλπως Αξιώτη στις "Πρωτομαγιές 1886-1945", όταν μιλάει για στην Πρωτομαγιά του 1944. «Απ’ το κατώφλι κι ύστερα, τους τρέχανε μες στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί, κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι, σα να ‘ταν κιόλας ψόφιο πράμα, κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή το ‘μαθε. «Κουβαλούν μελλοθάνατους από το Χαϊδάρι στο Θυσιαστήριο! (…) Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν «40 παλικάρια» «έχε γεια, καημένε κόσμε» και τον εθνικό ύμνο μας. Στο πέρασμά τους πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ’ όνομα, ξέσκισε μια γυναίκα λουρίδα απ’ το ρούχο της και την πέταξε, και πολλοί επιμένουν πως πέταξαν κι ένα άσπρο κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένα: «Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία». Δεν επιτρέπονταν μολύβι και χαρτί απάνω τους. Γιατί να μην είνε αλήθεια; Οσα που κάμανε, ήταν λιγότερα απ’ αυτό;»
Ηταν και οι σπαρακτικές προφορικές μαρτυρίες:
«Με το τελευταίο αυτοκίνητο στην τελευταία παρτίδα ένα παιδί που δεν θάταν ούτε 16 χρονών κατέβηκε με τον πατέρα του. Το σήκωσα ανάλαφρα και το έβαλα μαζί με τον πατέρα του μέσα στο αυτοκίνητο για να πάνε έτσι αντάμα και στον τάφο. Στο μεταξύ σαν να επρόκειτο για “σφαχτάρια” έπεφταν στα καμιόνια τα κορμιά. (…)», περιγράφει Σπύρος Δημητρίου το 1980 (Ριζοσπάστης, 27 Απρίλη 1980, ρεπορτάζ του αείμνηστου κομμουνιστή δημοσιογράφου, Νίκου Καραντηνού)
Ηταν και το χαρακτικό του Τάσσου που αποτυπώνει όλη την τραγικότητα και τον ηρωισμό σου. 

Πολιτισμός - Χαρακτική - Τάσσος - Πρωτομαγιά, 1944
 - Καισαριανή - 200 εκτελεσμένοι κομμουνιστές
Ηταν και τα σημειώματα που έριξες εσύ και οι άλλοι μελλοθάνατοι σύντροφοί σου μέσα από τα γερμανικά στρατιωτικά καμιόνια και διασώθηκαν από τον κόσμο που σας αποχαιρετούσε. 
«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου», (Ναπ. Σουκατζίδης). 
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος», (Ν. Μαριακάκης). 
Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές», (Μ. Ρεμπούτσικας). 
Ναι, ήταν όλα αυτά,  αλλά το πρόσωπό σου έλειπε…
Και ξαφνικά, η ιστορία, η μνήμη, η απόδοση τιμής, απέκτησαν υλική υπόσταση.

82 χρόνια μετά…
Εχεις βλέμμα, φωνή, βάδισμα. Σε ακούω να τραγουδάς και νιώθω τον χτύπο της καρδιάς σου καθώς αγέρωχος κοιτάς τον εκτελεστή σου.
Είδα το πρόσωπό σου, το ύστατο κοίταγμά σου στη ζωή εκείνο το πρωτομαγιάτικο πρωϊνό, την περπατησιά σου όταν βάδιζες στο Σκοπευτήριο, την κορμοστασιά σου όταν στάθηκες στον μαρτυρικό τοίχο.
Ορθοστατών και ορθοβαδίζων.
Είδα την υψωμένη γροθιά σου, είδα το προτεταμένο στήθος σου μπροστά στην κάνη πριν ο ναζί αξιωματικός φωνάξει «Πυρ».
Σε βλέπω να ψηλώνεις πάνω από το μπόι σου, έτσι όπως σε είχα φανταστεί. 
“Φως όλα μέσα κ’ έξω”, λέει ο Ποιητής (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)
«Χτυπάτε», λέει το σώμα σου. «Μα όσο κι οσο κι χτυπήσετε θα έρθει η στιγμή που το δίκιο θα υψωθεί και θα σας τσακίσει.»
Είδα τα χείλη σου μισάνοιχτα καθώς βαδίζεις τα τελευταία μέτρα στη ζωή μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής. Κι έτσι το υλικό τεκμήριο ήρθε και ταίριαξε με την γραπτή και προφορική αφήγηση.
Πήγες στο θάνατο τραγουδώντας. Οχι σαν μελλοθάνατος, αλλά σαν τελετουργία συλλογικού αγώνα και παρακαταθήκη για το μέλλον.
Οι φωτογραφίες, αυτό το αναπάντεχο δώρο, που εντελώς απρόσμενα ήρθαν στο φώς – λίγο πριν βγουν σε δημοπρασία – και αποτυπώνουν την τελευταία πορεία των 200 αντρειωμένων από το Χαϊδάρι ως τον τοίχο του Σκοπευτηρίου, προκαλούν κυριολεκτικό ρίγος συγκίνησης και πραγματικό συγκλονισμό.
Δεν είναι και λίγο να βλέπεις τα πρόσωπα των «ιερών και οσίων» αυτού του βασανισμένου τόπου.
Δεν είναι και λίγο να αποκτά σάρκα, οστά και ήχο εκείνη η τελευταία φράση της Μέλπως Αξιώτη:
“Ετσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.”
Οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν από χθες το βράδυ αποτελούν ντοκουμέντο με μεγάλο ιστορικό βάρος για τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ετούτη η ιστορία ανήκει στο λαό. Αλλά και αυτές οι μικρές φωτογραφίες, μεγάλης ιστορικής αξίας στο λαό ανήκουν επίσης…
Το αίμα των κομμουνιστών και των αντρειωμένων δεν βγαίνει σε δημοπρασία. Ιστορικά τεκμήρια τέτοιας βαρύτητας χρήζουν ανάλογου σεβασμού και διαχείρισης. Δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο ιδιωτικής και εμπορικής εκμετάλλευσης.

ΥΓ του blog: ...χωρίς λόγια....μια σκηνή μόνο από την ταινιά του Παντελή Βούλγαρη ¨Το Τελευταίο Σημείωμα.¨ με αναφορά στο ίδιο γεγονός....