Με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Βότση, τι είναι αυτό που κάνει την ενημέρωση και τη δημοσιογραφία καλύτερη;
Γιατί έχει τέτοια ανταπόκριση στα κοινωνικά δίκτυα ο θάνατος ενός παλιού δημοσιογράφου, όπως ο Γιώργος Βότσης, ο οποίος είχε αποσυρθεί εδώ και πολλά χρόνια από την ενεργό δράση;
Ας παραθέσουμε τρεις λόγους:
1.Διότι ο θάνατος προκαλεί συγκίνηση σε όσους τον γνώριζαν και τον διάβαζαν( ή λένε τώρα ότι τον διάβαζαν).2.Διότι συχνά το παρελθόν εξιδανικεύεται και νομίζουμε ότι τότε η ενημέρωση ήταν καλύτερη και η ελευθεροτυπία «πετούσε». Και αρχίζουμε τα εγκώμια γι’ αυτό το παρελθόν.3.Διότι έχει τέτοια χάλια σήμερα ο χώρος της ενημέρωσης και της επαγγελματικής δημοσιογραφίας που η οριστική απουσία ενός απόντος εδώ και πολλά χρόνια προκαλεί αναπόφευκτες συγκρίσεις.
Είχα την τύχη να ζήσω επαγγελματικά αυτό το παρελθόν, ζω και γνωρίζω και το σημερινό τοπίο, αλλά δυσκολεύομαι να πω ποια από τις τρεις παραπάνω εξηγήσεις είναι η σωστή. Γι’ αυτό θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα: τι είναι αυτό που κάνει την ενημέρωση και τη δημοσιογραφία καλύτερη; Η απάντηση συντίθεται από δύο σκέλη:
Πρώτον, οι καλοί εργοδότες, που ενδιαφέρονται για το προϊόν που παράγουν και δεν το χρησιμοποιούν για τις άλλες δουλειές τους. Και δεύτερον, οι δημοσιογράφοι, που αμείβονται καλά και δεν τρέχουν σε πολλές δουλειές, έχουν την υποστήριξη των εργοδοτών τους και είναι αποφασισμένοι να κάνουν έντιμα τη δουλειά τους και όχι δημόσιες σχέσεις.
Και τα δύο πρέπει να συντρέχουν, αλλιώς έντιμη ενημέρωση (δεν συμφωνώ με τον όρο «αντικειμενική») δεν μπορεί να υπάρξει.
Στην έκδοση της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ το 1975 συνέτρεχαν και οι δύο αυτές προϋποθέσεις.
Ο ιδιοκτήτης της Κίτσος Τεγόπουλος έπιασε το σφυγμό και τις ανάγκες της εποχής και έβγαλε την εμβληματικότερη εφημερίδα της Μεταπολίτευσης. Ήταν μόνο εκδότης και η βιωσιμότητα του «μαγαζιού» του στηριζόταν σε αυτό που πουλούσε, «στο περίπτερο» όπως λέγαμε τότε. Η νέα εφημερίδα «πετούσε» κυκλοφοριακά, τα ταμεία της γέμιζαν κάθε μέρα από το αντίτιμο που πλήρωναν οι χιλιάδες αναγνώστες της και θυμάμαι τον μακαρίτη οικονομικό διευθυντή της Διονύση Αυγουστινιάτο να λέει «όσο πουλάμε τουλάχιστον 50.000 φύλλα δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, είμαστε αυτοδύναμοι». Σήμερα δεν υπάρχει ούτε μία εφημερίδα που να πλησιάζει αυτόν τον αριθμό.
Ο Τεγόπουλος ήξερε ότι, για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να δώσει στο αναγνωστικό κοινό κάτι νέο. Και αυτό ήταν η αίσθηση ότι η εφημερίδα και οι δημοσιογράφοι της δεν έχουν εξαρτήσεις και γράφουν ελεύθερα (για να λέμε όλη την αλήθεια, αυτό δεν είχε καθολική ισχύ, αλλά σε μεγάλο βαθμό). Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού Τύπου που αποτυπώθηκε η αίσθηση αυτή της μεγάλης ελευθερίας και ο Γιώργος Βότσης ένας από τους εκφραστές της, ίσως ο πρώτος.
Ήταν αδιανόητο τότε να μη δημοσιευθεί το άρθρο του Βότση στην 9η σελίδα όσο «προκλητικό» κι αν ήταν. Κοντά σ΄αυτόν και κάποιοι νεότεροι μάθαμε να γράφουμε υπεύθυνα και ελεύθερα, ακόμα κι αν καμιά φορά το άρθρο γνώμης μπορεί να ήταν κόντρα στη «γραμμή» της εφημερίδας. Η πρωτοφανής- μέχρι τότε- αυτή ελευθερία του συντάκτη ήταν συστατικό στοιχείο, αλλά και έξυπνη επιχειρηματική κίνηση, διότι έφερε και τις μεγάλες κυκλοφορίες.
Η άνθηση της ελευθεροτυπίας, λοιπόν, οφειλόταν και στο καλό «μαγαζί» και σε δημοσιογράφους όπως ο Βότσης, που εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία και συνέβαλαν στην οικοδόμηση αυτού που μπορούμε να λέμε ελευθερία της έκφρασης στον (σχεδόν…) ύψιστο βαθμό. Ίσως και να την επέβαλαν.
Κάπως έτσι διαμορφώθηκε ο μεταπολιτευτικός «μύθος» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, που δεν ήταν καθόλου μύθος.
Οι εποχές έχουν αλλάξει άρδην. Σήμερα και περισσότερες πηγές ενημέρωσης υπάρχουν και καλοί δημοσιογράφοι που θέλουν να γράφουν ελεύθερα. Αλλά η αίσθηση ότι δεν υπάρχει έντιμη και ανεξάρτητη ενημέρωση κυριαρχεί. Γιατί; Διότι τα (πλείστα) ΜΜΕ δεν είναι αυτοδύναμα οικονομικά, εξαρτώνται από άλλες δουλειές των ιδιοκτητών τους. Κι αν αυτές οι δουλειές εξαρτώνται από τις κυβερνήσεις ή από άλλες εξουσίες, καταλαβαίνουμε ότι η ελευθεροτυπία έρχεται σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα.
Η ενημέρωση δεν είναι δωρεάν. Για να είναι καλή, πρέπει να πληρώνεται. Η έντυπη οπωσδήποτε. Αλλά η κουλτούρα του τζάμπα έχει κυριαρχήσει. Θυμίζω ότι την «Αυγή», που εξέφραζε ένα μεγάλο κομματικό χώρο, δεν την αγόραζαν ούτε τα κομματικά στελέχη. Και η Εφημερίδα των Συντακτών πουλήθηκε σε μεγάλο επιχειρηματία, επειδή δεν την αγόραζαν λίγες χιλιάδες αναγνώστες που χρειαζόταν για να είναι οικονομικά αυτοδύναμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου