Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

Η Μαριάν Φέιθφουλ… σε σπαστά αγγλικά


Επιστροφή στο Broken English, το τραγούδι από το άλμπουμ με το οποίο η Μαριάν Φέιθφουλ δήλωσε ζωντανή. (Μαριάν Φέιθφουλ, 1946-2025)

Χρήστος Τράμπας

Βρισκόμαστε στο 1979 και συμβαίνει κάτι τελείως απρόσμενο. Κάτι που όχι μόνο δεν περίμενε κανείς, αλλά έμελλε να αποτελέσει μια ιστορία που θα έλεγαν οι επόμενες γενιές όταν θα ήθελαν να μιλήσουν για τα εκπεσόντα είδωλα της ροκ, τις αναστάσεις τους, τη θέληση για ζωή. Ή, απλά, για την Μαριάν Φέιθφουλ. Η οποία, από πρώην είδωλο των «Swinging 60s», ως ερωτική σύντροφος του Μικ Τζάγκερ (και των υπόλοιπων Rolling Stones), μια εύθραυστη κοπέλα που παράτησε το καθολικό σχολείο για να κυλήσει στον σύμπαν της σεξουαλικής επανάστασης, ένα πλάσμα που του επιφύλασσαν ρόλους δεύτερους στο τραγούδι και τον κινηματογράφο θεωρώντας την κάτι περίπου σαν συνοδευτικό, περνώντας όλη τη δεκαετία του ‘70 κάνοντας χρήση ηρωίνης έχοντας αποτραβηχτεί στα χαλάσματα που έβρισκε στο Σόχο του Λονδίνου, επιστρέφει ξαφνικά, δηλώνοντας πρωτίστως ζωντανή.
Με σπασμένη, διαλυμένη φωνή από τις καταχρήσεις ετών, με φαρυγγίτιδα και αμφίβολες ερμηνευτικές ικανότητες, καταφέρνει να κυκλοφορήσει το «Broken English», το άλμπουμ που σηματοδότησε την προσωπική της γραφή και την έφερε ακόμα και στο να συμπεριληφθεί στις υποψηφιότητες των βραβείων Grammy. Ακόμα και οι ζωντανές εμφανίσεις της σε τηλεοπτικές εκπομπές της εποχής στα πλαίσια αυτής της επιστροφής, έμειναν στην ιστορία καθώς σε μια τουλάχιστον από αυτές η φωνή της «έσπασε» τελείως με αποτέλεσμα να σημειώσει ακόμη ένα προσωπικό ρεκόρ, πέραν εκείνου της νεκρανάστασης. Άλλοι λένε ότι έφταιγε το αποτύπωμα των παλιών της συνηθειών σε συνδυασμό με τη χρήση ελαφρύτερων ουσιών, το οποίο υπήρξε βαρύ. Άλλοι λένε ότι λίγο πριν εμφανιστεί στο στούντιο του τηλεοπτικού σταθμού, συνάντησε στα παρασκήνια τον μοιραίο για εκείνη άντρα, Μικ Τζάγκερ.
Γεγονός πάντως είναι ότι το άλμπουμ χαιρετίστηκε από τους κριτικούς τόσο στην εποχή που αυτό κυκλοφόρησε και κυρίως από εκείνους που θα επέστρεφαν σε αυτό ξανά και ξανά. Μια δισκογραφική δουλειά γεμάτη θυμό και ειρωνεία, που μιλάει για τις απατημένες γυναίκες, τις καθώς πρέπει νοικοκυρές που εθελοτυφλούν, τις εξαρτήσεις ασφαλώς, ακόμα και για τους ήρωες της εργατικής τάξης (σε μια διασκευή του «Working Class Hero» του Τζον Λένον). Σε ένα μεταίχμιο προσωπικό δικό της, αλλά και σε μια εποχή που βρίσκεται ολόκληρη σε μεταίχμιο, η Φέιθφουλ εδώ μπλέκει ροκ και πανκ ήχους με το beat της ντίσκο και τα ταξιδιάρικα μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής. Εισάγει κατά κάποιο τρόπο το New Wave, χωρίς ποτέ κανείς να της έχει αποδώσει αυτά τα εύσημα. Καταφέρνει να είναι η μόνη από το «κατεστημένο» της δεκαετίας του ΄60 που την αγκαλιάζει το πανκ κίνημα, ενώ όλους τους άλλους τους φτύνει κατάμουτρα και μάλιστα κυριολεκτικά. Η Φέιθφουλ παίρνει μέρος σε αυτό, η ίδια άλλωστε στα τραγούδια της πια φτύνει κατάμουτρα τον σεξισμό, τις δισκογραφικές, διεκδικεί μια καλύτερη θέση για την ίδια και τις γυναίκες. Διεκδικεί την αναγνώριση.
Ο πατέρας της, υπάλληλος της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών και μετέπειτα καθηγητής της ιταλικής γλώσσας. Η μητέρα της, μια χορεύτρια μπαλέτου αλλά και βαρόνη με καταγωγή από τους Αψβούργους. Ο πατέρας της, αντίθετος στο να φοιτήσει σε καθολικό σχολείο καθώς φοβόταν ότι οι καλόγριες θα της δημιουργούσαν θέμα με τη σεξουαλικότητά της. Η μητέρας της, την αντιμετώπιζε όπως αντιμετώπιζε τις γάτες της. Ως κατοικίδιο. Μεγάλωσε σε ένα κοινόβιο πλουσίων. Η ίδια στην αυτοβιογραφία της το περιέγραψε ως «ένα μείγμα από υψηλές ουτοπικές ιδέες και χυδαίο σεξ». Όταν το 1964 θα πήγαινε σε ένα πάρτι των Rolling Stones, η μοίρα της θα σφραγιζόταν. 
Ο περίφημος παραγωγός τους, Άντριου Λουγκ Όλνταμ, δεν θα έβλεπε σε αυτή μόνο έναν «άγγελο», προορισμένο φυσικά για το πλευρό των κανακάρηδων του. Αλλά κι ένα δεύτερο project, ένα παράλληλο προϊόν της ροκ υποκουλτούρας της εποχής, έστω και β’ διαλογής. Μέχρι και ο Μπομπ Ντίλαν θαμπώθηκε από την Φέιθφουλ. Παρόλα αυτά, εκείνη το 1965 θα παντρευόταν τον Τζον Ντουνμπάρ και θα αποκτούσε μαζί του τον γιο της, την επιμέλεια του οποίου έχασε λίγα χρόνια αργότερα. Για το κοινό θα έμενε η γυναίκα των Rolling Stones, ο πόθος του Λονδίνου, εκείνη που σε μια από τις εφόδους της αστυνομίας θα φορούσε μια ροζ φλοκάτη που χωρίς δισταγμό θα άφηνε να πέσει. Για να οδηγηθεί όλο και βαθύτερα στην απαξίωση, την ανασφάλεια και τις σκληρές ουσίες.
Το ομώνυμο τραγούδι, το «Broken English», υποτίθεται ότι το εμπνεύστηκε βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για την τρομοκρατική δράση της ομάδας Μπάαντερ-Μάινχοφ, την ακροαριστερή οργάνωση που διεξήγαγε αντάρτικο πόλεων και έδρασε στη Δυτική Γερμανία. Ότι κάτι είδε σε κάτι υπότιτλους για «σπαστά αγγλικά». Η ίδια το αναφέρει μόνο σε μια συνέντευξη, αλλά οι συνεντεύξεις που έδινε εκείνη την εποχή έκαναν τους δημοσιογράφους να αφήνουν αιχμές για τη χρήση ουσιών, με κομψό πάντα τρόπο. 
Μπορεί να είναι κι ένας αστικός μύθος. Ή εκεί να απέδωσε το κοινό το νόημα των στίχων. Η Φέιθφουλ μιλά για έναν πόλεμο που δεν είναι ψυχροπολεμικός, αλλά παλιός, κάτι σαν αρχαίος. Για εκείνη το να πεθαίνουν οι δικοί σου άνθρωποι στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης ιδέας μοιάζει να μην έχει κανένα νόημα. Είτε το πεις στα ρώσικα, τα κινέζικα ή τα γερμανικά. Είτε το πεις σε σπαστά αγγλικά. Μπορεί, πάλι, να αναφέρεται στις πολιτικές ανησυχίες της δεκαετίας του ‘60 που τις είδε να εκφυλίζονται, να παίρνουν μια άλλη μορφή. Από ειρηνικές να γίνονται αιμοσταγείς. Μπορεί όμως τα σπαστά αγγλικά για τη Φέιθφουλ να ήταν η σπασμένη της φωνή, όχι μόνο εκείνη που έβγαινε ή δεν έβγαινε από τις φωνητικές της χορδές. Αλλά εκείνη η εσωτερική, η επί χρόνια καταπιεσμένη, η φιμωμένη, μια φωνή που κατάφερε να αρθρωθεί και πάλι, γεμάτη φλέμα και πόνο, να πει πράγματα για τις ρημαγμένες ζωές, την τιμωρία και την αυτοτιμωρία, τα σαθρά ιδεώδη, αλλά και τα πραγματικά ιδανικά αυτού του βίου.
«What are you fighting for?», ακούγεται συνέχεια, ξανά και ξανά στο τραγούδι, «για ποιο πράγμα αγωνίζεσαι;». Για ποιο πράγμα αξίζει να αγωνιστείς, λέει η πνιχτή φωνή σε αυτό το μελαγχολικό ντίσκο με τις πανκ μπότες και τις ροκ αφέλειες. Κι αν το αναγάγουμε στο σήμερα, την εποχή των μακρόσυρτων αποσιωπητικών, της αντιστροφής των πολιτικών πόλων, της εκμηδένισης των ιδεολογιών και της απροκάλυπτης χειραγώγησης, ξέρουμε στ’ αλήθεια ν’ απαντήσουμε για ποιο πράγμα αγωνιζόμαστε ή για ποιο θα έπρεπε να αγωνιζόμαστε;
----------------------------------------------------
Ο Χρήστος Τράμπας γεννήθηκε το 1976.Σπούδασε δημοσιογραφία και μπαινοβγαίνει σε αυτή ανάλογα με το πώς τα φέρνει η ζωή. Εργάστηκε σε περιοδικές εκδόσεις, το ραδιόφωνο, αρκετές άσχετες δουλειές και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα στον τουριστικό κλάδο. Λυπάται, αγωνιά και χαίρεται τη ζωή όπως όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου