Ένα εξαιρετικό κείμενο σχετικά με την έλλειψη αισθητικής στην αρχιτεκτονική και στη ζωή μας. Υπογράφεται από την αρχιτέκτονα Τζίνα Σωτηροπούλου και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parallaximag
Έχουμε χάσει την αίσθηση της ομορφιάς, της κλίμακας, του ρυθμού, της απλότητας, της αφαίρεσης, της γεωμετρίας, της υλικότητας, της σύνθεσης. Όχι μόνο στην αρχιτεκτονική. Παντού..
Έχουμε χάσει εκείνη την ενστικτώδη ικανότητα να καταλαβαίνουμε πότε κάτι είναι αρκετό. Πότε ένα κτίσμα δεν πρέπει να φωνάζει αλλά να τραγουδάει, πότε μια πόλη έχει ανάγκη τόσο τα κενά όσο και τα πλήρη, πότε ένα νησί έχει ξεπεράσει τη φέρουσα ικανότητά του και αρχίζει να χάνει τη μαγεία του, πότε μια πολιτική αντιπαράθεση παύει να είναι διάλογος και μετατρέπεται σε θόρυβο, πότε ακόμη και μια ανθρώπινη σχέση συρρικνώνεται σε μερικά απόμακρα μηνύματα που συχνά μένουν στο «διαβάστηκε».
Κάπου ανάμεσα στις πισίνες υπερχείλισης, στα υπόσκαφα και στα iconic ξενοδοχεία που κατέλαβαν τόπους άγριους και μέχρι πρότινος σχεδόν ανέγγιχτους, ανάμεσα στα reels των δεκαπέντε δευτερολέπτων, στα 124 αδιάβαστα μηνύματα και στα πάνελ των ειδήσεων και των fake news, εξοστρακίσαμε συλλογικά το less is more, δίνοντας τη θέση του στο περισσότερο. Περισσότερα τετραγωνικά. Περισσότερες εικόνες. Περισσότερες εμπειρίες. Περισσότερες απόψεις. Περισσότερη όχληση. Και κάπου εκεί χάσαμε το μέτρο. Θα έλεγε κανείς πως κάπου εκεί γεννήθηκε το λεξιλόγιο του «premium experience».
Η αρχιτεκτονική καθρεφτίζει εκκωφαντικά αυτή την απώλεια. Η κλίμακα υποχωρεί μπροστά στην αξία του τετραγωνικού μέτρου, η υλικότητα μπροστά στην εικόνα, η σύνθεση μπροστά στον άμεσο εντυπωσιασμό. Τα κτίρια σχεδιάζονται συχνά για να φωτογραφηθούν πριν ακόμη σκεφτούμε πώς θα κατοικηθούν. Η απλότητα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως έλλειψη αρχιτεκτονικής φιλοδοξίας. Και μια διεθνής αισθητική πολυτέλειας στο όνομα του υπερτουρισμού εξαπλώνεται από τόπο σε τόπο, ισοπεδώνοντας ακριβώς εκείνες τις διαφορές που έκαναν κάποτε τον κάθε τόπο ξεχωριστό. Όλα πρέπει να γίνουν «προορισμός» και «εμπειρία».
Κι όμως η κλίμακα δεν είναι κάτι μεγάλο ή μικρό. Δεν αφορά μόνο τις διαστάσεις. Είναι η σχέση του ανθρώπου με αυτό που τον περιβάλλει. Το ύψος μιας πόρτας – συχνά στα ξωκλήσια χαμηλότερης από το ύψος του ανθρώπου, ώστε να σκύψεις για να περάσεις- μια χειρονομία που μοιάζει σχεδόν με υπόκλιση προς το Θείο. Η ποδιά ενός παραθύρου αρκετά πλατιά ώστε να χωρέσει έναν βασιλικό κι ένα γεράνι. Ο όγκος ενός μονόχωρου που δεν ανταγωνίζεται το τοπίο αλλά ενσωματώνεται σε αυτό. Η ξερολιθιά χτισμένη με τοπική πέτρα. Ο πλάτανος που φυτεύεις σήμερα γνωρίζοντας ότι κάποτε θα σκιάζει την αυλή σου.
Είναι η συνθήκη της ανάγκης, η προσαρμογή στο κλίμα, η γνώση της τοπογραφίας, μια σχεδόν αυτονόητη αίσθηση αναλογίας. Μικρά ανοίγματα εκεί όπου φυσάει ο βοριάς. Πλατώματα για τις μαζώξεις. Επαναλαμβανόμενες γεωμετρίες που δεν γεννήθηκαν από κάποιο moodboard, αλλά από αιώνες δοκιμών, αποτυχιών και προσαρμογής. Είναι η ομορφιά μιας αρχιτεκτονικής που αγκαλιάζει τη μικροκλίμακα και χαϊδεύει την υλικότητα. Που συνταιριάζει τη φύση με τον άνθρωπο. Που ακολουθεί το φως και τον αέρα βουτώντας στην χρωματική παλέτα του ουρανού και της γης. Που αγαπά τους ενδιάμεσους χώρους: τα κατώφλια, τις στοές, τα πλατώματα, τα λιακωτά, τα καλαμωτά σκίαστρα. Που βλέπει τα μέταλλα να οξειδώνονται, τις πέτρες να κρατούν τη θερμοκρασία των κτισμάτων, τα ξύλα να γερνούν, τους σοβάδες να απορροφούν το φως. Που αναγνωρίζει την αλήθεια των υλικών. Η πατίνα του χρόνου δεν μπορεί να συγκριθεί με την τεχνητή «παλαίωση». Η υλικότητα έχει βάρος, θερμοκρασία, μυρωδιά, ατέλεια. Αναμετριέται με τον χρόνο. Δεν προσποιείται ότι υπάρχει.
Σήμερα η απώλεια κλίμακας και υλικότητας είναι σχεδόν βίαιη. Τα κτίσματα αντί να συνομιλούν με το τοπίο και να εντάσσονται αρμονικά σε αυτό, το ανταγωνίζονται. Θέλουν να γίνουν τα ίδια το θέαμα. Κι όμως θα έπρεπε να χτίζουμε με τη φύση, όχι απλώς στη φύση. Να την αφουγκραζόμαστε. Να διατηρούμε ζωντανή τη συλλογική μνήμη κάθε τόπου μέσα από ιστορίες και παραδοσιακές τεχνικές. Να μελετούμε το κλίμα και τα τοπικά υλικά. Να τα αγγίζουμε. Να τα αφήνουμε να γερνούν. Η απλότητα δεν είναι απουσία σχεδιασμού. Είναι ίσως η δυσκολότερη μορφή του. Χρειάζεται να ξέρεις τι να αφήσεις έξω. Να δώσεις χώρο στον άνθρωπο να σταθεί, να κινηθεί, να αναπνεύσει. Να αναζητήσει τις παύσεις.
Ο τουρισμός, βέβαια, φοβάται τη σιωπή. Έχει μια σχεδόν μεταφυσική δυσανεξία στο κενό. Θέλει μουσική, δραστηριότητα, κατανάλωση, εμπειρίες. Βλέπει μια άδεια παραλία και σκέφτεται ξαπλώστρες. Έναν βράχο και αναζητά sunset bar. Ένα μονοπάτι και να τη η «experience». Ένα χωριό που μεταμορφώνεται σε boutique hotels. Δεν μπορεί απλώς να υπάρχει κάτι. Πρέπει να αποδίδει. Αλλά όταν «αξιοποιούνται» τα πάντα, στο τέλος δεν μένει τίποτα. Και κάπως έτσι ένας τόπος χάνει τον ρυθμό του, τις παύσεις του. Την δυνατότητα να υπάρχει κάπου ένα κενό χωρίς να πρέπει να αποφέρει εισόδημα, περιεχόμενο ή θέαμα. Πισίνες, τζακούζι, μπεζ λείες επιφάνειες παντού, φωτογενής ουδετερότητα. Τεράστια ανοίγματα προς τη δύση για να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα από το κρεβάτι, από την μπανιέρα, από την πισίνα, από παντού. Όλα κοιτούν τη θέα. Και τελικά κανείς δεν κοιτάζει πραγματικά το τοπίο.
Η γεωμετρία, η κλίμακα, ο ρυθμός, η υλικότητα και η αφαίρεση δεν είναι απλώς αρχιτεκτονικές έννοιες. Είναι τρόποι να οργανώνουμε τον κόσμο. Μιλούν για όρια, σχέσεις, προτεραιότητες. Για το πότε κάτι πρέπει να επαναληφθεί και πότε να σταματήσει. Για το πότε χρειάζεται παρουσία και πότε κενό. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την ομορφιά δεν αφορά τελικά το αν μας αρέσει κάτι. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να κατοικούμε τον χώρο, να διαχειριζόμαστε τους τόπους, να ασκούμε πολιτική, να ταξιδεύουμε, να συνδεόμαστε.
Η ομορφιά είναι υπόθεση σχέσεων και αναλογιών. Της σχέσης ενός κτιρίου με το σώμα, ενός υλικού με τον χρόνο, ενός ξενοδοχείου με ένα νησί, ενός νησιού με τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό, μιας πόλης με τους κατοίκους της, μιας πολιτικής απόφασης με την κοινωνία που θα τη βιώσει, ενός ανθρώπου με έναν άλλον.
Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στον δημόσιο λόγο. Από-σύνθεση, μια αδιάκοπη ροή θορύβου. Η σιωπή θεωρείται αδυναμία και όχι προϋπόθεση σκέψης. Όλοι πρέπει να έχουν άποψη για όλα και, κατά προτίμηση, αμέσως. Το διαδίκτυο τρέχει με έναν ρυθμό που δεν προλαβαίνουμε. Δυσκολευόμαστε να αφήσουμε κενά χωρίς να τα γεμίσουμε με μηνύματα, ερμηνείες, εξηγήσεις. Κανείς δεν σωπαίνει. Αν δεν απαντήσεις αμέσως, έχασες. Αν πεις «δεν ξέρω», ακόμη χειρότερα.
Και οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν, λίγο-πολύ, τον ίδιο ρυθμό. Γρηγορότερες, πιο άμεσες αλλά τελικά πιο εύθραυστες. Επικοινωνούμε διαρκώς, αλλά σπάνια είμαστε πραγματικά παρόντες.
Αναζητούμε την ένταση, την επιβεβαίωση, την επόμενη εμπειρία. Δυσκολευόμαστε με τη σιωπή, την αναμονή, την παύση. Χάνουμε τον ρυθμό. Δεν συνθέτουμε συναισθήματα, δεν ψάχνουμε την υλικότητα ενός χαδιού στο βάθος ενός βλέμματος. Οι σχέσεις μας δεν εγγράφονται σε κύκλους και καμπύλες, δεν είναι ρευστές, αρμονικές και γήινες. Σχηματίζουν πυραμίδες, εμπεριέχουν οξείες γωνίες. Τεθλασμένες ιεραρχικές μονοκονδυλιές.
Η απώλεια της κλίμακας, του ρυθμού, της υλικότητας και της αφαίρεσης δεν είναι σχεδιαστικό πρόβλημα. Είναι πολιτισμικό. Ζούμε σε μια εποχή που ξέρει εκπληκτικά καλά πώς να προσθέτει και έχει σχεδόν ξεχάσει πώς να αφαιρεί. Η πραγματική πολυτέλεια σήμερα δεν είναι να έχεις περισσότερα. Αλλά να υπάρχει γύρω σου αρκετός χώρος ώστε να καταφέρεις να τα δεις.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Η Τζίνα Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Αρχιτέκτονας μηχανικός ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές σπουδές σκηνογραφίας στο CSSD στο Λονδίνο. Ιδρυτικό μέλος του αρχιτεκτονικού γραφείου architectones02 και πιστοποιημένη εκτιμήτρια ακινήτων. Αρθρογραφεί πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής, πόλης & πολιτισμού στην εφημερίδα Καθημερινή και διατηρεί την διαδικτυακή πολιτιστική πλατφόρμα SLUS.GR. Συμμετείχε στην επιμέλεια του ελληνικού περιπτέρου στην 15η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας στο συμμετοχικό project του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων #ThisIsACo-op. Ζει και εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου