Η 25η Απριλίου πραγματικά ξεβολεύει όλους τους δεξιούς πολιτικούς. Γιατί σε τούτη την ημερομηνία συμπυκνώνεται ένας αγώνας που πήγαζε από τα στήθη των πολιτών.
Η εθνική γιορτή της 25ης Απριλίου για την Ιταλία έχει ένα ξεχωριστό νόημα γιατί σηματοδοτεί την περίτρανη νίκη της Ιταλικής Αντίστασης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέναντι στη ναζιστική κατοχή και τη Δημοκρατία του Σαλό και άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας και την ουσιαστική εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Μία εθνική απελευθέρωση που δεν προέκυψε μέσα από τον βολονταρισμό κάποιων βασιλικών οίκων ή ως αποτέλεσμα κάποιων γεωπολιτικών συμφερόντων -όπως εκείνα που πρυτάνευσαν για τη δημιουργία του ιταλικού κράτους τον 19ο αιώνα.Η 25η Απρίλη νοηματοδοτεί την απελευθέρωση του ιταλικού έθνους από έναν βαρύτατο ζυγό, ταυτόχρονα από μία ξένη κατοχή και μία δυναστική εικοσάχρονη δικτατορία, αλλά τούτη τη φορά από το χέρι του λαού, χάρις στη μεγαλειώδη μάχη της Αντίστασης στον Ναζι-φασισμό. Για τον λόγο τούτο, η ημερομηνία αυτή και η επέτειος της Ημέρας της Δημοκρατίας, υπήρξε πάντοτε «άβολη» και ηχεί παράταιρα, όχι μόνον για τα νεο-φασιστικά υπολείμματα -τα οποία όχι μόνον δεν εκκαθαρίσθηκαν, αλλά και συσπειρώθηκαν γύρω από το κόμμα του MSI-, μα ακόμη για τις αστικές κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν το καθεστώς Μουσολίνι.
Από το 2022 ιδίως η 25η Απριλίου έχει αποκτήσει νέο νόημα. Διότι στην ηγεσία της χώρας βρίσκεται εκατό χρόνια μετά το καθεστώς που κατέλυσε τη δημοκρατία ένα κόμμα και ένα πολιτικό προσωπικό που νοσταλγεί απροκάλυπτα την περίοδο Μουσολίνι. Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρξει η 25η Απριλίου και η εικόνα του Μουσολίνι και της ερωμένης του Πετάτσι να κρέμονται ανάποδα στην πιατσέτα Λορέτο στο Μιλάνο, με τον 2ο τη τάξει -μετά τον πρόεδρο της Δημοκρατίας- πρόεδρο της Γερουσίας Λα Ρούσα που περήφανα διατηρεί στο γραφείο του άγαλμα του Ντούτσε κι απερίφραστα εκδηλώνει τον θαυμασμό στο «έργο» του; Ή με τις καταγεγραμμένες δηλώσεις της νεοφασίστριας πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι για τις δάφνες της φασιστικής εποχής. Όπως κι άλλων μελών της κυβέρνησης, που επί χρόνια δοξολογούν το κλέος της κι ονειρεύονται να το αποκαταστήσουν σε όλες του τις αποχρώσεις;
Η 25η Απριλίου πραγματικά ξεβολεύει όλους τους δεξιούς πολιτικούς. Γιατί σε τούτη την ημερομηνία συμπυκνώνεται ένα λαϊκό έπος, ένας αγώνας που πήγαζε από τα στήθη των πολιτών. Ήταν ένας πραγματικός, αιματηρός και ένδοξος αγώνας και όχι μία «μεγάλη» πορεία-οπερέτα, προϊόν λαϊκιστικής προπαγάνδας και παρακρατικής τρομοκρατίας, που είχε αίσια έκβαση επειδή το πολιτικό σύστημα ήταν αδύναμο και κοντόφθαλμο, αλλά κυρίως γιατί η ιταλική οικονομική κι ηγεμονική τάξη του 1922 βολευόταν με τη φασιστική δικτατορία. Στην ιταλική Αντίσταση αναδείχθηκε το πραγματικό πνεύμα του ιταλικού λαού και κυρίως η βούλησή του για κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Τούτη η συνέχεια του πνεύματος της Αντίστασης, η υπενθύμιση του αγώνα για την κοινωνική αλλαγή, είναι το μήνυμα της 25ης Απρίλη, που για τις δεξιές και τώρα τη νεοφασιστική κυβέρνηση καλό θα ήταν να εξαλειφθεί. Και πράγματι, για μία φορά το πέτυχε.
25η Απρίλη και Πρωτομαγιά του 1977 θύματα της κρίσης (ποιας όμως);
Ήταν πράγματι το 1977, όταν η κυβέρνηση του Τζούλιο Αντρεότι, την οποία στήριζε στο Κοινοβούλιο το ΙΚΚ στο πλαίσιο της στρατηγικής του «Ιστορικού Συμβιβασμού», αποφάσισε με πρόσχημα την ενεργειακή κι οικονομική κρίση να καταργήσει επτά θρησκευτικές επί το πλείστον αργίες, ξεκινώντας από τα Θεοφάνεια -τα οποία επέστρεψαν στο ημερολόγιο ως αργία μόλις δέκα χρόνια αργότερα από τον Μπετίνο Κράξι, ο οποίος επανάφερε τη γιορτή, εφαρμόζοντας τη συμφωνία που υπογράφηκε με την Αγία Έδρα για την ανανέωση των Συνθηκών του Λατερανού. Και παράλληλα, αποφασίσθηκε η «μεταφορά» των εορτασμών για την 25η Απριλίου, αλλά και της Πρωτομαγιάς. Οι εορτασμοί για την 25η Απριλίου, την ημέρα της Δημοκρατίας, συγχωνεύονταν στην ίδια ημέρα, της 2ας Ιουνίου, επετείου της Εθνικής Ενότητας.
Ήταν πράγματι το 1977, όταν η κυβέρνηση του Τζούλιο Αντρεότι, την οποία στήριζε στο Κοινοβούλιο το ΙΚΚ στο πλαίσιο της στρατηγικής του «Ιστορικού Συμβιβασμού», αποφάσισε με πρόσχημα την ενεργειακή κι οικονομική κρίση να καταργήσει επτά θρησκευτικές επί το πλείστον αργίες, ξεκινώντας από τα Θεοφάνεια -τα οποία επέστρεψαν στο ημερολόγιο ως αργία μόλις δέκα χρόνια αργότερα από τον Μπετίνο Κράξι, ο οποίος επανάφερε τη γιορτή, εφαρμόζοντας τη συμφωνία που υπογράφηκε με την Αγία Έδρα για την ανανέωση των Συνθηκών του Λατερανού. Και παράλληλα, αποφασίσθηκε η «μεταφορά» των εορτασμών για την 25η Απριλίου, αλλά και της Πρωτομαγιάς. Οι εορτασμοί για την 25η Απριλίου, την ημέρα της Δημοκρατίας, συγχωνεύονταν στην ίδια ημέρα, της 2ας Ιουνίου, επετείου της Εθνικής Ενότητας.
Μόνο που η σκοπιμότητα να μεταφερθούν και να μην εορτασθούν στον χρόνο και φυσικά με τον τρόπο που έπρεπε 25η Απριλίου όπως και η Εργατική Πρωτομαγιά, δεν υπαγορευόταν εκείνα τα χρόνια από την προσχηματική ενεργειακή κι οικονομική κρίση, αλλά το διάταγμα που το αποφάσισε ήταν προϊόν μίας πολιτικής αναγκαιότητας για τα κόμματα εξουσίας.
Κι αυτό γιατί το 1977 δεν ήταν ένα συμβατικό έτος. Απεναντίας, υπήρξε μία κομβική στιγμή στο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα της Αυτονομίας και της αντιεξουσιαστικής πάλης στην Ιταλία. Η χρονιά εκείνη χαρακτηρίσθηκε από την έκρηξη του «Κινήματος του ‘77», που ξεκίνησε από τα γεγονότα στο Παν/μιο Σαπιέντσα της Ρώμης -με την ‘εκπαραθύρωση’ του εκπροσώπου του ΙΚΚ Λάμα- και μέχρι τον Απρίλιο είχε κορυφωθεί στα γεγονότα της Μπολόνιας. Τότε, που στο μεγάλο συνέδριο για την Αυτονομία, ο κομμουνιστής δήμαρχος ζήτησε να κατεβάσει τα τανκς στην πόλη για να καταπνίξει τις διαδηλώσεις από τον διαβόητο υπουργό Εσωτερικών Κοσίγκα. Ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας και παραιτήθηκε… οποία σύμπτωσις, στις 25 Απριλίου του 1992, εν μέσω μεγάλης καταισχύνης υπό το βάρος των σκανδάλων που έφερε στο φως η έρευνα «Καθαρά Χέρια». Εκείνον τον Απρίλη το πολιτικό σκηνικό βάραινε ακόμη η κατακραυγή για τη δολοφονία από αστυνομικά πυρά στις διαδηλώσεις για την κάθοδο των τανκς στη Μπολόνια του αριστερού ακτιβιστή Φραντσέσκο Λορούσο, η εισβολή και το κλείσιμο του ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice και λίγες ημέρες αργότερα, στις διαδηλώσεις για τη μνήμη του Λορούσο, η πισώπλατη δολοφονία στη Ρώμη της Τζιορντάνας Μάζι. Ένα κίνημα που μάταια η κυβέρνηση κι οι μυστικές υπηρεσίες της Ιταλίας και των ΗΠΑ είχαν προσπαθήσει να καταπνίξουν στο πλαίσιο της ‘Στρατηγικής της Έντασης’, με τη συνέργεια των παρακρατικών νεοφασιστικών ομάδων και των προκλήσεών τους, που κατέληγαν σε συχνές συγκρούσεις στους δρόμους, βόμβες και δολοφονίες.
Κι αυτό γιατί το 1977 δεν ήταν ένα συμβατικό έτος. Απεναντίας, υπήρξε μία κομβική στιγμή στο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα της Αυτονομίας και της αντιεξουσιαστικής πάλης στην Ιταλία. Η χρονιά εκείνη χαρακτηρίσθηκε από την έκρηξη του «Κινήματος του ‘77», που ξεκίνησε από τα γεγονότα στο Παν/μιο Σαπιέντσα της Ρώμης -με την ‘εκπαραθύρωση’ του εκπροσώπου του ΙΚΚ Λάμα- και μέχρι τον Απρίλιο είχε κορυφωθεί στα γεγονότα της Μπολόνιας. Τότε, που στο μεγάλο συνέδριο για την Αυτονομία, ο κομμουνιστής δήμαρχος ζήτησε να κατεβάσει τα τανκς στην πόλη για να καταπνίξει τις διαδηλώσεις από τον διαβόητο υπουργό Εσωτερικών Κοσίγκα. Ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας και παραιτήθηκε… οποία σύμπτωσις, στις 25 Απριλίου του 1992, εν μέσω μεγάλης καταισχύνης υπό το βάρος των σκανδάλων που έφερε στο φως η έρευνα «Καθαρά Χέρια». Εκείνον τον Απρίλη το πολιτικό σκηνικό βάραινε ακόμη η κατακραυγή για τη δολοφονία από αστυνομικά πυρά στις διαδηλώσεις για την κάθοδο των τανκς στη Μπολόνια του αριστερού ακτιβιστή Φραντσέσκο Λορούσο, η εισβολή και το κλείσιμο του ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice και λίγες ημέρες αργότερα, στις διαδηλώσεις για τη μνήμη του Λορούσο, η πισώπλατη δολοφονία στη Ρώμη της Τζιορντάνας Μάζι. Ένα κίνημα που μάταια η κυβέρνηση κι οι μυστικές υπηρεσίες της Ιταλίας και των ΗΠΑ είχαν προσπαθήσει να καταπνίξουν στο πλαίσιο της ‘Στρατηγικής της Έντασης’, με τη συνέργεια των παρακρατικών νεοφασιστικών ομάδων και των προκλήσεών τους, που κατέληγαν σε συχνές συγκρούσεις στους δρόμους, βόμβες και δολοφονίες.
Είναι φυσικό, η αντιμετώπιση κι εξουδετέρωση του αυτόνομου αριστερού κινήματος ήταν μία προτεραιότητα για το συνεννοημένο πολιτικό σύστημα. Συνεννοημένο γιατί οι Κομμουνιστές του Μπερλιγκουέρ τότε όχι μόνον συνέπρατταν, αλλά φοβούμενοι ότι θα χάσουν την επιρροή τους στις λαϊκές τάξεις κι ιδίως στους νέους από τη ριζοσπαστικοποίησή τους μέσω των αυτόνομων κινημάτων, απαιτούσαν την άμεση καταστολή του, με πρόσχημα ότι, παραφράζοντας τον Λένιν, ο αριστερισμός είναι η παιδική ασθένεια του κινήματος και ο σποντανεϊσμός τέτοιων κινημάτων δεν βοηθούν τη σοσιαλιστική πορεία προς την εξουσία!
Κι η οικονομική κρίση προσέφερε την Πατρόκλου πρόφασιν για την κυβέρνηση Αντρεότι να εκδώσει σχετικό διάταγμα για την κατάργηση της Ημέρας της Δημοκρατίας -γιατί η συγχώνευσή της με την Ημέρα της Εθνικής Ενότητας ουσιαστικά τούτο εσήμαινε, καθώς αλλοίωνε κι υπέκρυπτε το νόημά της, μετέβαλε την πολιτική σημασία των εορτασμών και καπέλωνε το δίδαγμά τους. Με βάση το διάταγμα, καταργείτο «για λόγους οικονομίας» (αλλά για τη Ρώμη και τον Έπαρχό της και ασφάλειας) κάθε δημόσιος εορτασμός μέχρι τις 31 Μαΐου. Δηλ. κι η Πρωτομαγιά, απόλυτη έκφραση της δυναμικής του εργατικού κινήματος και των αγώνων του για δικαιώματα κι ελευθερία, έπεφτε κι εκείνη θύμα της Στρατηγικής της Έντασης και του πολιτικού καιροσκοπισμού του, υποτιθέμενου, θεματοφύλακά τους, το ΙΚΚ.
Γιώργης-Βύρων Δάβος
Η αντίσταση της Αυτονομίας στο επαίσχυντο διάταγμα
Η κίνηση τούτη δεν πέρασε στο απυρόβλητο, όπως είναι φυσικό, από τη μαχητική Αυτονομία. Από την πρώτη στιγμή, η εφημερίδα Lotta Continua κατήγγειλε την έκδοση του διατάγματος, υπογραμμίζοντας πως ούτε η κυβέρνηση Ταμπρόνι (η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση που είχε τολμήσει να συσταθεί από τις 25 Μαρτίου έως τις 26 Ιουλίου με τη στήριξη των νεοφασιστών του ΜSI στο Κοινοβούλιο) δεν είχε τολμήσει να καταργήσει, έστω και προσχηματικά την 25η Απριλίου.
Και φυσικά, πολύς κόσμος δεν υπάκουσε στις απαγορεύσεις των Αντρεότι και Κοσίγκα και στη σιωπή του Μπερλινγκουέρ. Χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, κατέβηκαν στους δρόμους στα προάστια Τριονφάλε και Τουφέλο στη Ρώμη, πάνω από 10.000 πλημμύρισαν την Μπολόνια, με εκδηλώσεις στη μνήμη του Λορούσο, ενώ στο Μιλάνο μία μεγάλη πορεία είχε ως επικεφαλής στρατιώτες (τότε, με τη στρατιωτική θητεία -έστω και με το σύστημα των «κληρωτών»- σε ισχύ βρισκόταν στις δόξες της κι η οργάνωση «Ένστολοι Προλετάριοι» (Proletari in divisa), που πρωταγωνιστούσε σε πολλούς αγώνες). Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις, χιλιάδες, κυρίως νέοι, αψήφησαν τα αστυνομικά μέτρα, δεν τρομοκρατήθηκαν από τους νεοφασίστες παρακρατικούς και τις προκλήσεις τους και διατράνωσαν το πνεύμα της Αντίστασης. Μία Αντίσταση, που κάτω από τέτοιες συνθήκες έπαιρνε πάλι νόημα και μία νέα διάσταση, αλλά πάντα με το ίδιο αίτημα: την αλλαγή της κοινωνίας και του απάνθρωπου οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου, που κατακρεουργεί την ανθρώπινη υπόσταση κι αξιοπρέπεια, αλλοιώνει τις αξίες της ζωής και ισοπεδώνει τις κοινωνικές σχέσεις και την αλληλεγγύη.
Κάποιες δεκαετίες αργότερα, το 2011, πάλι με πρόσχημα την οικονομική κρίση, μία άλλη κυβέρνηση, του «δοτού» από την Τρόικα πρωθυπουργού Μόντι τέθηκε πάλι το ζήτημα να συγχωνευθεί η 25η Απρίλη με τη 2α Ιουνίου, για λόγους «εξοικονόμησης». Ή, άλλο σενάριο, να μεταφερθεί ο εορτασμός της στο επόμενο Σαββατοκύριακο, επειδή έπεφτε σε εργάσιμη ημέρα, ώστε να μην πληγεί η παραγωγή κι η κερδοφορία των επιχειρήσεων και των καταστημάτων, αλλά και να μην επηρεασθεί κι ο τουρισμός! Βέβαια, λίγο νωρίτερα, ο εκλεγμένος με την «Αριστερά» δήμαρχος τότε της Φλωρεντίας Ματέο Ρέντσι είχε κρατήσει ανοικτά τα καταστήματα μία Πρωτομαγιά, ανοίγοντας πάλι μία σχετική διαμάχη.
Βέβαια, μπορεί η μεταφορά της επετείου σε μία, ούτως ή άλλως, ημέρα αργίας, όπως είναι το Σαββατοκύριακο ή να την κάνουμε να συμπέσει με μία άλλη επέτειο, να φαίνεται σε πολλούς μία εύλογη επιλογή. Όμως μία επέτειος και ιδίως μιας τέτοιας σημασίας δεν είναι απλά μία ημέρα διακοπών. Το νόημά της είναι πως διαταράσσοντας τον κανονικό ρυθμό της (παραγωγικής) ζωής, αναγκάζει το υποκείμενο να σκεφθεί για ποιόν λόγο εορτάζεται αυτό το γεγονός, ποια είναι η σημασία του και δη το επικαιροποιημένο νόημά του για το σήμερα. Γιατί τα ιδανικά, για την απελευθέρωση, την ανεξαρτησία, το δικαίωμα στη δουλειά, την ελευθερία στην έκφραση, είναι τα ίδια που συνέχουν την ύπαρξη του ανθρώπου σε όλες τις εποχές και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής του μέσα στην κοινωνία και την ίδια του την ταυτότητα. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να παραχαράσσονται ούτε και με «αθώες», φαινομενικά, μετατοπίσεις και μεταβολές.
Βέβαια, μπορεί η μεταφορά της επετείου σε μία, ούτως ή άλλως, ημέρα αργίας, όπως είναι το Σαββατοκύριακο ή να την κάνουμε να συμπέσει με μία άλλη επέτειο, να φαίνεται σε πολλούς μία εύλογη επιλογή. Όμως μία επέτειος και ιδίως μιας τέτοιας σημασίας δεν είναι απλά μία ημέρα διακοπών. Το νόημά της είναι πως διαταράσσοντας τον κανονικό ρυθμό της (παραγωγικής) ζωής, αναγκάζει το υποκείμενο να σκεφθεί για ποιόν λόγο εορτάζεται αυτό το γεγονός, ποια είναι η σημασία του και δη το επικαιροποιημένο νόημά του για το σήμερα. Γιατί τα ιδανικά, για την απελευθέρωση, την ανεξαρτησία, το δικαίωμα στη δουλειά, την ελευθερία στην έκφραση, είναι τα ίδια που συνέχουν την ύπαρξη του ανθρώπου σε όλες τις εποχές και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής του μέσα στην κοινωνία και την ίδια του την ταυτότητα. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να παραχαράσσονται ούτε και με «αθώες», φαινομενικά, μετατοπίσεις και μεταβολές.
-----------------------------------------------------------------------
Ο Γιώργης-Βύρων Δάβος εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός Τέχνης και διδάσκει Αισθητική στην Ακαδημία της Μπρέρα (Μιλάνου) και Κοινωνιογλωσσολογία και Λογική Φιλοσοφία της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βίγο (Ισπανία), ενώ στον ελεύθερο χρόνο του….γράφει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου