Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Ο Σεφέρης, ο Σωκράτης και ο Βούδας

Σεφέρης, Σωκράτης, Βούδας
    
Εξακολουθεί να προκαλεί κάθε λογής σχόλια η νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Εσωτερικών να καθιερώσει «ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού την 20ή Μαΐου, ημερομηνία που ταυτίζεται με τη γέννηση του κορυφαίου των φιλοσόφων και διαμορφωτών του παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού, Σωκράτη» (βλ. τη συζήτηση στο μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου).
Τα σχόλια αφορούν κυρίως την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, όπου περιγράφονται οι αρετές της ελληνικής γλώσσας με εκφραστικό στιλ που θα ζήλευε ο Μποστ, ενώ η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας συνοδεύεται με ξεκαρδιστικές νοητικές ακροβασίες.
Αντιγράφω: «Επιπρόσθετα, η 20ή Μαΐου αποτελεί ημερομηνία ενάρξεως της 1ης Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας, η οποία λειτούργησε κομβικά για την Ελληνορθόδοξη παράδοση και τη μεταγενέστερη πολιτιστική επιρροή της ανά τον κόσμο.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ενώ η 21η Μαΐου ως επέτειος της Μάχης της Κρήτης. Συνεπώς, με την καθιέρωση της 20ής Μαΐου ως Ημέρας Παγκόσμιας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού, δημιουργείται ένα τρίπτυχο, που συνδέει τη γλώσσα και τον πολιτισμό με το ιστορικό γίγνεσθαι, καθώς και τη διαχρονική και διατοπική παρουσία του Ελληνισμού».
Θα περίμενε κανείς από ένα νομοσχέδιο που αναφέρεται στη γλώσσα και τον πολιτισμό και μάλιστα προορίζεται για τη διεθνή προβολή της πολιτισμικής παράδοσης της χώρας να επιδεικνύει την ελάχιστη σοβαρότητα.
Αλλά εδώ ο άγνωστος συντάκτης της αιτιολογικής έκθεσης πραγματικά δίνει τα ρέστα του.
Το κακό είναι ότι, καθώς φαίνεται, η κατάθεση του νομοσχεδίου έγινε άρον άρον, κάτω από την πίεση κοινοβουλευτικής ερώτησης στελεχών της αντιπολίτευσης.
Στις 22.4.2016 επτά βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας (Αν. Δημοσχάκης, Ντ. Μπακογιάννη, Χ. Αθανασίου, Θ. Καράογλου, Ι. Κεφαλογιάννης, Κ. Κοντογεώργος, Μ. Χαρακόπουλος) επέκριναν την κυβέρνηση ότι καθυστερεί τη σχετική ρύθμιση, δίνοντας δραματικό τόνο στην υπόθεση:
 
«Τι θα συμβεί εάν την 20ή Μαΐου οι απόδημοι Ελληνες και τοπικοί άρχοντες συμμετέχουν σε τελετές για κάτι που δεν θα υφίσταται επισήμως; Πώς θα αμυνθεί η χώρα μας απέναντι στα επικριτικά σχόλια των Ελλήνων του εξωτερικού;»

Τα γενέθλια

Μικρή λεπτομέρεια: η βεβαιότητα για την ημερομηνία γέννησης του Σωκράτη είναι κι αυτή δείγμα του σχεδιασμού της όλης υπόθεσης.
Γιατί είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει σιγουριά ούτε καν για το έτος της γέννησής του (370 ή 369 π.Χ.).
Η 20ή Μαΐου προκύπτει από την αντιστοίχηση της «έκτης του μηνός Θαργηλιώνος», την οποία αναφέρουν ο Διογένης Λαέρτιος, αντιγράφοντας τα Χρονικά του Απολλοδώρου («Βίοι Φιλοσόφων», Β’, 44) και ο Αιλιανός («Ποικίλη Ιστορία», Β’, 25).
Ομως το αττικό ημερολόγιο ήταν σεληνιακό και ο μήνας Θαργηλιών δεν έχει σταθερή αντιστοίχηση με το σημερινό ημερολόγιο.
Αλλά ας δεχτούμε ως συμβατικό τον ορισμό της 20ής Μαΐου για τη γέννηση του Σωκράτη και ας παρακολουθήσουμε πώς φτάσαμε ώς εδώ.
Η αλήθεια είναι ότι η υπόθεση αυτή ξεκίνησε με κάπως σοβαρότερο τρόπο.
Πρόκειται για μια πρόταση που διατυπώθηκε από την Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων Ιταλίας (ΟΕΚΑΙ) με επιστολές στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους υπουργούς Εξωτερικών, Παιδείας, Πολιτισμού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης τον Ιούνιο του 2014.
Στην επιστολή προτεινόταν να καθιερωθεί Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, κάτι που συμβαίνει με άλλες γλώσσες, και υποδεικνυόταν ως ημερομηνία η 10η Δεκεμβρίου, η ημέρα δηλαδή που έγινε από τη Σουηδική Ακαδημία η τελετή απονομής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Γιώργο Σεφέρη, το 1963.
Πώς μπλέξαμε λοιπόν με τον Θαργηλιώνα; Μα, όταν η υπόθεση έφτασε στην αρμόδια Ειδική Μόνιμη Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελληνισμού της Διασποράς στις 16.10.2014, η πρόεδρος της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής UNESCO Μαρία-Αικατερίνη Τζιτζικώστα-Παπαχριστοπούλου παρατήρησε ότι η 10η Δεκεμβρίου είναι «κλεισμένη», εφόσον έχει οριστεί από τον ΟΗΕ ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
Ακολούθησε αμηχανία έως ότου κάποιος αντιπρότεινε την 24η Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία ανακοινώθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία η βράβευση του Σεφέρη.
Από εκείνο το σημείο ακολούθησε το παιχνίδι της κολοκυθιάς, με νέα αντιπρόταση να οριστεί η 18η Οκτωβρίου, για να τιμηθεί η απονομή στο άλλον Ελληνα κάτοχο βραβείου Νόμπελ, τον Οδυσσέα Ελύτη.
Για να μην μπλέξουμε τον Σεφέρη με τον Ελύτη, κάποιο μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής πρότεινε να γίνει κλήρωση μεταξύ 18ης και 24ης Οκτωβρίου.
Διαισθανόμενος τον κίνδυνο της γελοιοποίησης, ο πρόεδρος της Επιτροπής Σάββας Αναστασιάδης εξανέστη: «Ε, όχι και με κλήρωση! Να πούμε 24, αφού ξεκινήσαμε με Σεφέρη».
Μπορεί να «ξεκινήσαμε» με Σεφέρη, αλλά δεν έμελλε να τελειώσουμε μ’ αυτόν. Λίγους μήνες αργότερα, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού, Δ. Πλευράκης, επισήμανε ότι και η 24η Οκτωβρίου είναι ακατάλληλη, εφόσον έχει οριστεί ως Παγκόσμια Ημέρα ΟΗΕ.
Αρχισαν τότε να αναζητούνται νέες ημερομηνίες, έως ότου κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα με τη γέννηση του Σωκράτη.
 

Βούδας και πανσέληνος

Φοβάμαι πάντως ότι και η νέα λύση προσκρούει σε άλλη ήδη καθιερωμένη «παγκόσμια ημέρα».
Στις 20 Μαΐου 2016, ο ΟΗΕ γιορτάζει την «Ημέρα του Βέζακ», δηλαδή τη γέννηση του Βούδα.
Η απόφαση αυτή (54/116) έχει ληφθεί στις 8.2.2000 από τη Γ.Σ. του ΟΗΕ. Σύμφωνα με την απόφαση, η ημέρα της πανσέληνου τον μήνα Μάιο κάθε έτους αναγνωρίζεται ως η ιερή ημέρα του βουδισμού.
Και βέβαια φέτος η πανσέληνος του Μαΐου είναι στις 20 του μήνα. Μπορεί να μην το πήραν χαμπάρι οι αρμόδιοι, επειδή το 2015 η πανσέληνος έπεφτε δέκα μέρες αργότερα.
Αλλά, είπαμε, το ημερολόγιο των βουδιστών είναι κι αυτό σεληνιακό, όπως το αττικό.
Εως ότου πάντως βρεθεί η πολυπόθητη τελεσίδικη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα της εθνικής κολοκυθιάς, καλό είναι να αποσυρθεί η «αιτιολογική έκθεση» που εκθέτει όχι μόνο όσους τη συνέταξαν αλλά και όσους καλούνται να την υπογράψουν, δηλαδή τους υπουργούς Π. Κουρουμπλή, Ν. Κοτζιά, Ν. Φίλη, Αρ. Μπαλτά και Ι. Αμανατίδη.

Το κίνημα των γαλλικών πλατειών δεν πρέπει να φοβάται την πολιτική

Συνέντευξη του Φρεντερίκ Λορντόν στον Στάθη Κουβελάκη

Ο οικονομολόγος και φιλόσοφος Φρεντερίκ Λορντόν είναι από τους πιο γνωστούς διανοούμενους στη Γαλλία, με καθοριστική συμβολή στην θεωρητική και πολιτική συζήτηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Συγγραφέας περίπου δέκα βιβλίων, είναι τακτικός αρθογράφος της Μοντ Ντιπλοματικ, μπλόγκερ και τακτικός προσκλημένος των εναλλακτιών μήντια. Το θεωρητικό του έργο κινείται μεταξύ των ετερόδοξων οικονονικών της γαλλικής «σχολής της ρύθμισης» και της κοινωνιολογίας του Πιέρ Μπουρντιέ, με έντονες αναφορές στον μαρξισμό και στη σκέψη του Σπινόζα.
Ο Λορντόν έγινε ευρύτερα γνωστός ως άτεγκτος πολέμιος του ευρωπαϊσμού κάθε απόχρωσης – ίσως ειδικά της «αριστερής» - και θερμός υποστηρικτής της εξόδου από το ευρώ ως απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε ρήξης με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και λειτουργίας της λαϊκής κυριαρχίας. Σχετικό κείμενό του, που ήταν και πρωτοσέλιδο της Μοντ Ντιπλοματίκ τον Αυγουστο του 2013 υπό τον τίτλο «Πως θα φύγουμε από το ευρώ», έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&id=12951:lornton-frenterik&Itemid=182) ενώ σύντομα προβλέπεται να κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο Τόπος το πρόσφατο βιβλίο του «Ετσι αποτελειώνουν τους Ελληνες», μια συλλογή κειμένων που γράφτηκαν τον περασμένο χρόνο και ασκούν έντονη, και εξαντλητικά επιχειρηματολογημένη, πολεμική προς τον εμμονικό ευρωπαϊσμό που οδήγησε στην ατιμωτική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Τσίπρα.
Ο Φρεντερίκ Λορντόν συμμετείχε από την αρχή στις πρωτοβουλίες που προετοίμασαν και εγκαινίασαν το κίνημα των πλατειών, και ειδικότερα στη συγκρότηση της συλλογικότητας «Σύγκλιση των Αγώνων» (Convergence des luttes) γύρω από το ανεξάρτητο αριστερό έντυπο Φακίρ του συνεργάτη και φίλου του Φρανσουά Ρουφέν. Η τεράστια απήχηση της ταινίας «Ευχαριστώ αφεντικό!» του Ρουφέν, ένα σπαρταριστό ντοκυμαντέρ για μια οικογένεια απολυμένων εργατών που καταφέρνει να αποτρέψει την κατάσχεση του σπιτιού της «εκβιάζοντας» τα πρώην αφεντικά ότι θα δώσουν δημοσιότητα την περίπτωσή τους, έδωσε ισχυρό έναυσμα στη συγκρότηση μιας ευρύτερης συσπείρωσης ατόμων και κινηματικών συλλογικοτήτων που είχαν ήδη αρχίσει την μάχη ενάντια στο νομοσχέδιο για τα εργασιακά που κατέθεσε στα τέλη Φλεβάρη η υπουργός Εργασίας Μυριάμ Ελ Κομρί.
Το νομοσχέδιο αυτό, που ισοδυναμεί με πλήρη διάλυση του ισχύοντος συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης και εργατικής νομοθεσίας, είναι εδώ και πάνω από δύο μήνες ο στόχος μιας δυναμικής κινητοποιήσης που συγκλονίζει την γαλλική κοινωνία και στην οποία, πέρα από τα συνδικάτα, ισχυρή παρουσία έχει και η φοιτητική και μαθητική νεολαία καθώς φυσικά και το κίνημα των πλατειών. Παρά την κλιμακούμενη αστυνομική καταστολή, η κινητοποίηση δεν λέει να κοπάσει και αποσκοπεί στο να εμποδίσει την ψήφιση του νόμου στην κοινοβουλευτική διαδικασία που άρχισε στις 3 Μαϊου. Ισως να βαδίζουμε προς έναν από αυτούς τους θερμούς Μάηδες τη χημεία των οποίων γνωρίζει καλά η «κόκκινη Γαλλία» που σηκώνει ξανά κεφάλι.
Στάθης Κουβελάκης
 
Ακολουθεί η συνέντευξη στον Στάθη Κουβελάκη:
 
Το κίνημα των γαλλικών πλατειών Nuit Debout (=Ορθια τη Νυχτα), όπως και τα αντίστοιχα που προηγήθηκαν σε άλλες χώρες, παρουσιάζεται ως ένα κίνημα χωρίς ηγέτες, εντελώς αυθόρμητο και με αποκλειστικά οριζόντιες δομές. Σε ποιό βαθμό όμως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η εικόνα; Πιο συγκεκριμένα τι ρόλο έπαιξαν στην προετοιμασία και την έναρξη του κινήματος συλλογικότητες όπως αυτή του Φακίρ και η «Σύγκλιση των Αγώνων» (Convergence des luttes) στην οποία συμμετέχεις;
Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με τον Ντέηβιντ Γκρέμπερ, ο οποίος, όπως ήταν αναμενόμενο, υμνούσε τον οριζόντιο χαρακτήρα του κινήματος, είχα την ευκαιρία να τον αντικρούσω λέγοντας ότι όσοι πλέκουν το εγκώμιο των αυθόρμητων εκρήξεων μου θυμίζουν τους πιστούς του δόγματος της Αμώμου Συλλήψεως. Στην πραγματικότητα τίποτε δεν μπορεί να προκύψει εκ του μη όντος, και αυτό αφορά τόσο το κίνημα Ορθια τη Νυχτα όσο οτιδήποτε άλλο.
Στο ξεκίνημα της κινητοποίησης βρέθηκε λοιπόν ένας πολύ μικρός κύκλος ανθρώπων που πίστευαν ότι η κατάσταση στη Γαλλία είναι λιγότερο καταθλιπτική απ’ότι φαίνεται, ότι υποβόσκει ένας μεγάλος θυμός που ψάχνει μια ευκαιρία να εκφραστεί. Η ταινία του Φρανσουά Ρουφέν «Ευχαριστώ αφεντικό!» θα μπορούσε να αποδειχθεί ο καταλύτης. Κατόπιν ένας κάπως ευρύτερος κύκλος ανθρώπων αποφάσισε να κάνει τον λόγο πράξη. Σ’αυτήν την συγκυρία κατατίθεται και ο νόμος για τα εργασιακά, ο νόμος Ελ Κομρί, που πυροδοτεί μεγάλες αντιδράσεις. Με ορόσημο τις μεγάλες διαδηλώσεις της 31ης Μαρτίου το σύνθημα «δεν γυρίζουμε σπίτι μετά τη διαδήλωση» αρχίζει να παίρνει διαδίδεται ευρύτατα.
Παρ’όλα αυτά, για να μπορέσει να παραμείνει ο κόσμος στην πλατεία, έπρεπε να υπάρχει κάτι που να καταστούσε δυνατή την παραμονή και όχι το απόλυτο κενό: ηχητική εγκατάσταση, σκηνές, τραπεζάκια, φαγητό, μια οθόνη για την προβολή του «Ευχαριστώ αφεντικό!». Ολα αυτά δεν έγιναν με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος! Χρειάστηκε η επίμονη δουλειά δεκάδων ανθρώπων δια μέσου, πράγματι, των συλλογικοτήτων στις οποίες αναφέρεσαι , το Φακίρ και η «Σύγκλιση των Αγώνων». Πάνω σ’αυτή τη βάση ξεδιπλώθηκε η δυναμική του κινήματος.
 
Σ’αυτό το σημείο προκύπτει και το ερώτημα κατά πόσο οι δομές που δημιούργησε το ίδιο το κίνημα, όπως οι γενικές συνελεύσεις και οι ομάδες, οι οποίες σημειωτέον δεν είναι μόνο θεματικές στο βαθμό που δημιουργήθηκαν και οι ονομαζόμενες «δομικές» (περιφρούρηση, δημοκρατία δράσεις, εποκοινωνία), όντως ανταποκρίνονται σε μια καθαρά οριζόντια σχέση;
Στα μάτια των περισσότερων αυτές οι δομές – καθημερινή γενική συνέλευση, συνέλευση συντονισμού ομάδων – αντιστοιχούν σε ένα οριζόντιο μοντέλο. Και όμως, αν και εκ πρώτης όψως αυτή η πλευρά μοιάζει να αποτελεί ένα θεωρητικό ζήτημα, η εικόνα μιας καθαρά οριζόντιας δομής είναι συζητήσιμη. Η λατρεία του οριζόντιου και η απέχθεια προς οτιδήποτε «κάθετο», την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε και να μοιραστούμε μέχρις ενός σημείου, μπορεί να οδηγήσει στην παραγνώριση κάθετων δομών ακόμη και όταν αυτές εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μας. Και κάτι τέτοιο πράγματι συμβαίνει με το κίνημα Ορθια τη Νυχτα.
Ακόμη και η γενική συνέλευση, για παράδειγμα, που υποτίθεται πως αποτελεί την πεμπτουσία της οριζόντιας δομής, δεν ανταποκρίνεται εντελώς σε αυτό το καθαρό μοντέλο. Υπάρχουν κανόνες που έχουν επιτακτικό χαρακτήρα – σχετικά με τον χρόνο ομιλίας και τους τρόπους τήρησής του, τον συντονισμό των συνελεύσεων, τις χειρονομίες και παρεμβάσεις που επιτρέπονται – και που ακριβώς για αυτό τον λόγο, γιατί είναι κανόνες, αποτελούν έκφραση μιας κάθετης σχέσης, που έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και επιβάλλεται σε όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία. Εδώ ξαναβρίσκουμε την κλασική ιδέα του Ρουσώ: το να είσαι ελεύθερος στο πεδίο της πολιτικής δεν σημαίνει απουσία κάθε καταναγκασμού αλλά συμμόρφωση στους κανόνες που έχουν τεθεί από κοινού, σύμφωνα με μια κάθετη σχέση, μια πολιτική μορφή που προκύπτει ως συλλογική επιλογή και απόφαση.
Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι δεν υπάρχει συλλογικότητα που να μην συνδυάζει και να αρθρώνει με κάποιον τρόπο την οριζόντια με την κάθετη δομή. Κατά συνέπεια το να τίθεται διαζευκτικά το ερώτημα «οριζόντιο ή κάθετο κίνημα» δεν έχει κανένα νόημα. Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι πως αυτά τα δύο αρθρώνονται μεταξύ τους. Αυτό που πρέπει να πούμε σε κάθε συλλογικότητα είναι ότι οφείλει να κοιτάξει κατάματα τις «κάθετες» πλευρές που προκύπτουν μέσα από την ίδια την δράση της και όχι να τις απωθεί. Και τούτο διότι είναι ο μοναδικός τρόπος να τις θέσει υπό έλεγχο, όπως είναι και ο μοναδικός τρόπος να συγκροτηθεί η ίδια και να μπορέσει να είναι στοιχειδώς παραγωγική στο πολιτικό επίπεδο.
 
Στις παρεμβάσεις σου στις διαδικασίες του κινήματος τόνισες ιδιαίτερα την ανάγκη ενός πολιτικού προσανατολισμού εάν και εφόσον το κίνημα θέλει να αποφεύγει τον διπλό κίνδυνο μιας ζύμωσης σε κλειστό κύκλο και της ακίνδυνης συνάθροισης πολιτών. Τι εννοείς όμως πιο συγκεκριμένα με τον όρο «πολιτικό προσανατολισμό»;
Στην αρχή της κινητοποίησης τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα, αυτό που θόλωσε κατόπιν τα νερά ήταν οι απολίτικες τάσεις που πριμοδοτούσαν μια συναινετική λογική που επικέντρωνε στην «ελευθερία του λόγου» και της εσωστρεφούς ζύμωσης άνευ πρακτικού αντικρύσματος. Ο αρχικός στόχος όπως τον είχε διατυπώσει η ομάδα του Φακίρ ήταν «να τους φοβίσουμε». Κατόπιν αυτό μετασχηματίστηκε σε «ανατροπή του νόμου Ελ Κομρί και του κόσμου του». Η εύστοχη αυτή διατύπωση εμπνέεται από το σύνθημα των καταληψιών που αγωνίζονται ενάντια στην κατασκευή του αεροδρομίου στο Νοτρ-Νταμ-Ντε-Λαντ, κοντά στη Ναντ.
Μ’αυτόν τον τρόπο μπορεί να ξεδιπλωθεί ένα φάσμα στόχων, από το πιο άμεσο έως τον πιο συνολικό, από μια κλασική διεκδίκηση – απαιτούμε την απόσυρση ενός νομοσχεδίου – έως κάτι πιο φιλόδοξα πολιτικό. Μπορούμε έτσι να βγούμε από την αμυντική λογική και να θέσουμε κάτι που πάει πιο πέρα από μια συγκεριμένη διεκδίκηση, κάτι πιο καταφατικό που θα μας οδηγήσει να υπερβούμε αυτό που κάνουμε εδώ και δεκαετίες: να πούμε επιτέλους τι θέλουμε!
Αν δεν καταφέρουμε να το κάνουμε θα βρεθούμε πολύ γρήγορα αντιμέτωποι με κάτι αντίστοιχο με το νομοσχέδιο για τα εργασιακά, γι αυτό και πρέπει να στραφούμε ενάντια στον «κόσμο», στο σύστημα που παράγει κατά συρροή τέτοιους νόμους.
 
Κατά τη διάρκεια του κινήματος το ζήτημα της σύγκλισης, της συνάντησης μεταξύ των πλατειών Ορθια τη Νυχτα και του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος τέθηκε με δύναμη. Πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια σύγλιση;
Ακριβώς αυτό είναι που επιδιώκουμε! Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή η σύγκλιση είναι ζωτικής σημασίας. Και τούτο για έναν απλό λόγο, που προκύπτει από έναν τετράγωνο συλλογισμό: για να ανατρέψουμε έναν κόσμο, αλλά ακόμη και έναν νόμο, χρειαζόμαστε ένα μαζικό λαϊκό κίνημα. Και ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συμμετοχή ενός μεγάλου αριθμού εργαζόμενων. Γι αυτό και πρέπει να απευθυνθούμε στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Υπάρχουν βέβαια πολλά εμπόδια σε μια τέτοια σύγκλιση. Εμπόδια κατ’αρχήν κοινωνιολογικού χαρακτήρα. Οι εργαζόμενες τάξεις και τα συνδικάτα έχουν τις δικές τους μορφές οργάνωσης και αγώνα που δεν είναι ταυτόσημες με αυτές τις μορφωμένης νεολαίας που ζει στα κέντρα των μεγάλων πόλεων. Δεν πρόκειται να πείσουμε τους οργανωμένους εργάτες να έρθουν στις πλατείες να κάτσουν οκλαδόν κουνώντας τα χέρια τους για να συμμετέχουν σε μια γενική συνέλευση...
Υπάρχει επίσης και μια εκατέρωθεν επιφύλαξη μεταξύ οριζόντιων κινημάτων και οργανώσεων που εκλαμβάνονται από τέτοια κινήματα ως άκρως κάθετες και γραφειοκρατικοποιημένες, ύποπτες είτε για διάθεση καπελώματος είτε για αδράνεια. Τα προβλήματα είναι υπαρκτά αλλά οφείλουμε να τα υπερβούμε. Κατόπιν πρότασης του Φρανσουά Ρουφέν, του υπεύθυνου του έντυπου Φακίρ, εκπρόσωποι από όλες τις μεγάλες συνδικαλιστικέ ς συνομοσπονδίες ήρθαν στην πλατεία της Ρεπουμπλίκ στο Παρίσι και πήραν το λόγο μπροστά στη γενική συνέλευση.
Ξέρουμε πολύ καλά ότι τα χρειάζεται να θέσουμε τα συνδικάτα υπό πίεση. Για παράδειγμα είναι η έκκληση που διακινήθηκε μέσω YouTube και διαδικτύου ενάντια στο νόμο για τα εργασιακά που τα έσπρωξε να αναλάβουν κινητοποιήσεις. Σ’αυτό τείνουν και άλλες μορφές πάλης. Η ομάδα Δράσης της πλατείας έστειλε αντιππροσωπείες φοιτητών σε εργασιακούς χώρους, για παράδειγμα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε ΜακΝτόναλντ και σε εργοστάσιο της Ρενό. Πρόκειται για συγκεκριμένες και παραδειγματικές δράσεις. Συνδικαλιστές επίσης πήραν το λόγο στην έκτακτη συνέλευση που έγινε στις 20 Απρίλη στο Εργατικό Κέντρο Παρισιού. Πρέπει να πολλαπλασιαστούν οι επαφές κάθε είδους για να πάρει σάρκα και οστά αυτή η σύγκλιση.
 
Η νεολαία με υψηλό μορφωτικό επίπεδο αποτελεί με ιδιαίτερα προφανή τρόπο τον ενεργό πυρήνα του κνήματος Ορθια τη Νυχτα. Η απουσία των άλλων κοινωνικών ομάδων, και εδικά στης νεολαίας των λαϊκών προαστείων, επισημαίνεται συχνά αλλά με κάπως αφηρημένο, ρητορικό τρόπο. Πως θα μπορούσε να διευρυνθεί το κίνημα σε αυτό το τμήμα της νεολαίας, που υφίσταται ένα βαρύ καθεστώς ρατσιστικών διακρίσεων και αστυνομικής καταστολής;
Εάν μεταξύ της μορφωμένης νεολαίας και της οργανωμένης εργατικής τάξης ορθώνονται αόρατα εμπόδια στην αναμεταξύ τους σύγκλιση, τότε μεταξύ του κινήματος των πλατειών και της νεολαίας των προαστείων που υφίσταται τον ρατσισμό μπορούμε να μιλήσουμε για τείχη. Εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή. Στη δεκαετία του 2000 είδαμε την απαρχή μιας προσπάθειας πολιτικής συγκρότησης σ’αυτές τις περιοχές, μεταξύ άλλων με το Κίνημα Μεταναστών και Προαστείων (MIB: Mouvement Immigration Banlieue). Αλλά δυστυχώς δεν είχε διάρκεια.
Οι ονομαζόμενες «ταραχές» του 2005, που ήταν στην πραγματικότητα ένας κατ’εξοχήν πολιτικός ξεσηκωμός, δημιούργησαν τους όρους μιας ευρείας πολιτικοποίησης στα λαϊκά προάστεια. Δυστυχώς όμως αυτή η ευκαιρία έμεινε ανεκμετάλλευτη. Η γενικευμένη εγκατάλειψη αυτών των περιοχών δεν άφησε χώρο παρά για δύο δυνατότητες: την ανάπτυξη της «μαύρης οικονομίας», με επίκεντρο το εμπόριο ναρκωτικών, και την θρησκεία. Τα εμπόδια είναι λοιπόν τεράστια, ξεκινάμε από το μηδέν.
Οφείλουμε κατάρχήν να εκδηλώσουμε την αλληλεγγύη μας με τους κατοίκους αυτών των περιοχών ειδικά έναντι της αστυνομικής καταστολής που υφίστανται. Πρέπει επίσης να αποφύγουμε κάθε απόπειρα πολιτικοποίησης με τον τρόπο των «ιεραπόστολων». Υπάρχει ένας κόσμος που αγωνίζεται, εδώ και πολύ μάλιστα, σ’αυτές τις περιοχές, κανείς δεν μπορεί να πάει να τους υποδείξει τι πρέπει να κάνουν. Και όμως, παρά τις δυσκολίες, αρχίζουν και εμφανίζονται πρωτοβουλίες για κινητοποιήσεις στις πλατείας ακόμη κι εκεί. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα διεύρυνσης του κινήματος είναι υπαρκτή.
Τετάρτη 4 Μαϊου 2016

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Όλα στην TTIP πληρώνονται

 
Οι δημόσιες επιχειρήσεις και η παροχή φθηνών αγαθών και υπηρεσιών δεν αρέσουν στην ΤΤΙP, κάτι που φαίνεται από τις περισσότερες ρυθμίσεις του κεφαλαίου της συμφωνίας που τις αφορά. Το 14ο κεφάλαιο της διαρροής των 248 σελίδων της συμφωνίας από την Greenpeace ρίχνει φως στη μελλοντική διαχείριση αυτών των εταιρειών από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κείμενο αποκαλύπτει το εξής απλό: Καλό το δημόσιο συμφέρον, αλλά όλα έχουν την τιμή τους
 
του Θάνου Καμήλαλη
 
Σε περίπτωση που τεθεί σε εφαρμογή το κείμενο που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κυβερνήσεις θα χάσουν τη δυνατότητα να παρέχουν φθηνές υπηρεσίες και αγαθά στους πολίτες τους.
Αυτό θα συμβεί γιατί η TTIP λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Αφενός θέτει πολύ σκληρούς όρους για τα κρατικά μονοπώλια στις υπηρεσίες, που ουσιαστικά τα οδηγούν σε εξαφάνιση και προκαλούν την είσοδο νέων οικονομικών παικτών στην αγορά, κάτι που εκ πρώτης όψεως ίσως να μην μοιάζει αρνητικό. Αφετέρου όμως, με σειρά διατάξεων απαγορεύει σε εταιρείες ελεγχόμενες άμεσα ή έμμεσα από το κράτος να κάνουν χρήση «ειδικών προνομίων», να κοστολογούν της υπηρεσίες τους φθηνότερα από τους ανταγωνιστές τους, ή ακόμα και  να τις προσφέρουν δωρεάν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Αυτό εύλογα σημαίνει ότι ακόμα κι αν μιλάμε για βασικά αγαθά, όπως το ρεύμα ή το νερό, η τιμή θα διαμορφώνεται από την (ιδιωτική) αγορά χωρίς το κράτος να μπορεί να παρέμβει.
Όπως προβλέπει ρητά το κεφάλαιο που, μεταξύ άλλων, διέρρευσε η Greenpeace, όσες δημόσιες εταιρείες προσφέρουν υπηρεσίες επί πληρωμή θα πρέπει να μην επηρεάζουν τα συμφέροντα των πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά.  Το κράτος δηλαδή δεν θα μπορεί να προσφέρει φθηνότερα αγαθά από τους ιδιώτες, καθώς κάτι τέτοιο θα θεωρείται «ανεπιθύμητο γεγονός» (σύμφωνα με πρόταση των ΗΠΑ που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση)  και θα αποτελεί παραβίαση της συμφωνίας.
Από την πλευρά της η Ε.Ε. δεν πάει πίσω: Προτείνει την ακύρωση οποιουδήποτε ειδικού προνομίου σε κρατική εταιρεία, με μόνη εξαίρεση αυτές που λειτουργούν «υπέρ του δημοσίου συμφέροντος». Το ποιες είναι αυτές όμως δεν συγκεκριμενοποιείται σε κανένα σημείο της συμφωνίας. Ως παράδειγμα σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η συμφωνία TISA που αφορά το εμπόριο των υπηρεσιών και βρίσκεται επίσης υπό διαπραγμάτευση. Η TISA ορίζει  ως «υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος μόνο τα μονοπώλια που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν. Η TTIP προχωράει ένα βήμα παραπέρα. Στο κέιμενο οι ΗΠΑ προτείνουν ότι αν μια υπηρεσία προσφέρεται δωρεάν από το κράτος και προξενεί βλάβη στους «επενδυτές», τότε η δωρεάν παροχή πρέπει να καταργηθεί…

Η Επιτροπή για τις κρατικές εταιρείες
Εντύπωση επίσης προκαλεί η διάταξη που προτείνεται από τις ΗΠΑ και αφορά τη δημιουργία μιας Επιτροπής, με στελέχη και των δύο πλευρών, που θα διαχειρίζεται όλες τις κρατικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για ακόμα μία από τις ανεξάρτητες αρχές που προβλέπονται σε κείμενα διεθνών οικονομικών συμφωνίων (π.χ. τα μνημόνια που έχει υπογράψει η Ελλάδα με τους δανειστές της) και αναλαμβάνουν κρατικές αρμοδιότητες
Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του προσχεδίου της συμφωνίας, η Επιτροπή αυτή
  • Θα λειτουργήσει μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας
  • Θα διαχειρίζεται οποιαδήποτε κρατική εταιρεία μετά από αίτημα της αρμόδιας πλευράς (ΗΠΑ ή Ε.Ε.), κάτι που σημαίνει ότι θα αντικαταστήσει τα κράτη σε αυτόν τον τομέα
  • Θα φροντίζει για την εφαρμογή της TTIP, των τακτικών και των υποχρεώσεων που αυτή προωθεί.
  • Θα έχει απόλυτη ανεξαρτησία και ασυδοσία, καθώς όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο, θα ενεργεί «όπως επιθυμεί»
Αλλά ακόμα κι αν η πρόταση για την «υπερ-Επιτροπή» δεν συμπεριληφθεί στο τελικό κείμενο, δεν σημαίνει ότι τα κράτη θα μπορούν να διαχειρίζονται ελεύθερα τις περιουσίες τους

Τα πάντα ανήκουν στην TTIP
To συγκεκριμένο κεφάλαιο της TTIP κάνει σαφές (αναφέροντας το μάλιστα δύο φορές) ότι οποιοσδήποτε κυβερνητικός φορέας με ρυθμιστικές, διοικητικές ή κυβερνητικές αρμοδιότητες θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της συμφωνίας Το ίδιο συμβαίνει με οποιαδήποτε κρατική εταιρεία ή οργανισμό.
Παράλληλα, στο κείμενο της διαπραγμάτευσης για την διατλαντική συμφωνία περιέχεται και μία διάταξη που συμπυκνώνει όλο το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας. Σε ένα σημείο του άρθρου 6 διαβάζουμε ότι οποιαδήποτε απόφαση ή νόμος που έχει προηγηθεί της TΤΙP, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός «ανεπιθύμητου γεγονότος» και να παραβιάσει τη συμφωνία, πολύ απλά δεν έχει πλέον καμία ισχύ. Η φιλοσοφία της TTIP σε λίγες γραμμές
Ολόκληρο το κείμενο της συμφωνίας σχολιασμένο στο OpenProject
www.thepressproject.gr

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Είναι η μεγάλη Άνοιξη που ξημερώνει!,

 
 Η #ΝύχταΟρθίων, στα χνάρια μιας εξέγερσης;
 
της Ιωάννας Κασάπη
 
Μια ακόμη μαζική πορεία καταλήγει, ως είθισται, στην πλατεία République, όπου στεγάζεται τον τελευταίο μήνα το κίνημα #NuitDebout. Ακολουθεί γενική συνέλευση, με την παρουσία και συμμετοχή συνδικαλιστικών δυνάμεων. Εκεί αποφασίζεται κοινή κατάληψη της πλατείας έως και την Κυριακή για την προετοιμασία μιας κολασμένης πρωτομαγιάς[1]. Τα ξημερώματα, ωστόσο, της Παρασκεύης 29 Απrιλίου, η αστυνομία επεμβαίνει βίαια και εκκενώνει το χώρο, χρησιμοποιώντας εκατοντάδες δακρυγόνα, τραυματίζοντας και προσάγοντας δεκάδες διαδηλωτές, σε ένα ευρύτερο δόγμα μηδενικής ανοχής και αιματηρής καταστολής σε κάθε μορφή αντίστασης. Αξίζει να σημειώσουμε τη συμβολική σημασία της συγκεκριμένης πλατείας, καθώς και της γενιάς που την οικειοποιείται: είναι η πλατεία που τον περασμένο Νοέμβριο αποτέλεσε τον κυριότερο στόχο του τρομοκρατικού χτυπήματος.
Είναι γεγονός πως οι μήνες της άνοιξης, και κυρίως ο Μάρτης, σηματοδοτούν την έναρξη πολλών διεκδικητικών κινημάτων ανά τον κόσμο. Υπενθυμίζουμε, χωρίς να μπούμε σε λεπτομερείς αναφορές, πως σε ότι αφορά τον γαλλικό Μάη του 1968, οι κινητοποιήσεις είχαν ήδη ξεκινήσει από τους φοιτητές στα τέλη Μαρτίου, πριν υπάρξει η κλιμάκωση του Μαΐου και του Ιουνίου.
Επιστροφή στο 2016, λοιπόν. Τι συνέβη το φετινό Μάρτιο στη Γαλλία και ξαφνικά, από τις 31 Μάρτη, ασχολούμαστε με τους όρθιους νυχτοβάτες της Παρισινής πρωτεύουσας;
Καταρχάς, το πολιτικοκοινωνικό context: στη Γαλλία τελούμε σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης μετά τις επιθέσεις του Νοέμβρη. Στα τέλη Φεβρουαρίου προστίθεται επιπλέον και η κατάθεση του νομοσχεδίου του κώδικα εργασίας, από την υπουργό εργασίας Ελ Κομρί, με την αμέριστη υποστήριξη του πρόεδρου της δημοκρατίας Φρανσουά Ολάντ, του πρωθυπουργού Εμανουέλ Βαλς, και του υπουργού Οικονομικών Εμανουέλ Μακρόν. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο εν λόγω προσχέδιο, το οποίο grosso modo εγκαθιδρύει εργασιακές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις: καταρρίπτει οποιαδήποτε μονιμότητα, και ως εκ τούτου τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, επιτρέπει κάθε περιθώριο ευελιξίας/αυθαιρεσίας στην εκάστοτε εργοδοσία και καταργεί το όριο των 35 εργατοωρών ανά εβδομάδα. Ευθύς εξαρχής, αρκετοί φοιτητικοί και μαθητικοί σύλλογοι της πρωτεύουσας αποφασίζουν και ξεκινούν σταδιακά τις κινητοποιήσεις με καταλήψεις των πανεπιστημίων και λυκείων, καθώς και εβδομαδιαίες πορείες σε κοινά καλέσματα με ορισμένα συνδικάτα, με κύριο και πρωταγωνιστικό αίτημα την ολική απόσυρση/κατάργηση των προτεινόμενων κυβερνητικών εργασιακών μεταρρυθμίσεων[2].
Σε αυτή την αρχή εγγράφεται η αρχή του κινήματος της Νύχτας των Ορθίων #NuitDebout. Μετά τη μαζική και πετυχημένη πορεία της Πέμπτης 31 Μαρτίου, νέες και νέοι αποφασίζουν αυθόρμητα την κατάληψη της Πλατείας Δημοκρατίας, καθότι δεν θέλουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους μετά το πέρας της πορείας: Θέλουν να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις με την εγκαθίδρυση της ολονυχτίας: NuitDebout. Από εκείνο το βράδυ καθιερώνονται οι γενικές συνελεύσεις. Με τον τρόπο αυτό, διαμαρτύρονται εφόλης της ύλης για την κυβερνητική πολιτική Ολάντ και αφετέρου, επανοικειοποιούνται το δημόσιο χώρο: φτιάχνουν το δικό τους πολιτικό χωροχρόνο. Οι θέσεις τους συνοψίζονται στο εξής τρίπτυχο: οριζόντια λήψη αποφάσεων, πολιτική εκπροσώπηση χωρίς διαμεσολάβηση (είτε από αρχηγό πολιτικού κόμματος είτε από πολιτική οργάνωση), κλιμάκωση και σύγκληση των κινητοποιήσεων σε εθνικό, ευρωπαϊκό, διεθνές επίπεδο.
Πώς βιώνεται σε καθημερινό επίπεδο αυτή η επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου; Σε καθημερινή βάση, εδώ και ένα μήνα κάθε απόγευμα οργανώνονται πέραν των γενικών συνελεύσεων, επιμέρους συνελεύσεις των διάφορων συντονιστικών επιτροπών αγώνα. Στο χώρο της πλατείας επίσης βρίσκει κανείς μια δανειστική ανταλλακτική βιβλιοθήκη, έναν ξεχωριστό χώρο αντιπληροφόρησης και συντονισμού, καθώς και συναυλίες, προβολές, ομιλίες. Δημιουργείται επιπλέον, αστραπιαία ένας νέος πομπός διάδοσης κι ένα εναλλακτικό δίκτυο οριζόντιας ενημέρωσης και εξάπλωσης του κινήματος σε όλα τα μέσα του διαδικτύου με καλέσματα σε όλη τη γαλλική επικράτεια, ώστε να ακολουθήσουν το παρισινό παράδειγμα της Νύχτας των Ορθίων. Όντως, η επιτυχία του παρισινού παραδείγματος εξαπλώνονται, και ως εκ τούτου, οι καταλήψεις των πλατειών διαχέονται σε πολλές γαλλικές πόλεις, καθώς και σε ορισμένα λαϊκά παρισινά προάστια [3].
Παράλληλα με την πιο ειρηνική έκφραση του κινήματος στις πλατείες, υφαίνεται κι ένα δυναμικότερο τμήμα διεκδίκησης, το οποίο εκφράζεται αφενός στα οδοφράγματα που στήνονται κυρίως σε κεντρικούς δρόμους του Παρισιού, και αφετέρου στις καταλήψεις σε λύκεια και πανεπιστήμια της χώρας, καθώς και σε εργασιακούς χώρους. Αναφέρουμε ενδεικτικά το δημοφιλές παράδειγμα των καταλήψεων θεατρικών χώρων από επισφαλείς εργαζόμενες/εργαζόμενους στο χώρο του θεάματος, όπως λόγου χάρη του θεάτρου Odéon, που είναι κατειλημμένο από την περασμένη Κυριακή, και λίγες μέρες αργότερα η ιστορική θεατρική αίθουσα Richelieu της Comédie Française στο Παρίσι, καθώς και σε όλη την επικράτεια: Théâtres Nationaux de Strasbourg, Centres Dramatiques Nationaux de Bordeaux, Caen, Lille και Montpellier. Ακόμη και οι πιο ακτιβιστικές κινήσεις έχουν ως σημείο αναφοράς τη Νύχτα των Ορθίων. Διακρίνεται ένα σαφές αίτημα, απ’όλες τις πλευρές και τους διαφορετικούς ορίζοντες, σύμπλευσης και σύγκλησης των δράσεών τους, με τελικό σκοπό την απόσυρση του νομοσχεδίου.
Πώς υποδέχεται το γαλλικό κράτος όλες αυτές τις ριζοσπαστικού τύπου κινητοποιήσεις, μέχρι τη βίαιη εκκένωση της Πλατείας Δημοκρατίας; Μα φυσικά όπως αρμόζει σ’ ένα κράτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: αυξημένη καταστολή κι εντυπωσιακή αστυνομική αυθαιρεσία! Σχεδόν κάθε βράδυ, τα σώματα ασφαλείας επεμβαίνουν στην πλατεία και διαλύουν τις σκηνές που είναι στημένες, μη κατορθώνοντας ωστόσο να πτοήσουν το ηθικό των διαδηλωτών, οι οποίοι επιστρέφουν τα πρωινά και επανακαταλαμβάνουν την πλατεία. Επιπλέον, πραγματοποιούνται δεκάδες συλλήψεις κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων, έντονες συμπλοκές μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών, ενώ δεν λείπουν τέλος οι δεκάδες τραυματίες. Σε επίπεδο πολιτικού λόγου, οι κύριοι εκπρόσωποι του κυβερνητικού τόξου εμφανίζονται ν’αδιαφορούν και ν’ απαξιώνουν το κίνημα που δημιουργείται, μη θεωρώντας το επικίνδυνο για την πολιτική σταθερότητα της χώρας, παραβλέποντας σκόπιμα πως η κοινωνική δυσαρέσκεια στο πρόσωπο τόσο του Ολάντ όσο και του Σαρκοζύ καλπάζει. Στον αντίποδα, η δημοτικότητα της Λεπέν και του Εθνικού Μετώπου αυξάνεται: σ’ένα χρόνο από τώρα θα διεξαχθούν οι γαλλικές προεδρικές εκλογές.
Κατά πόσο το συγεκριμένο δυναμικό εγχείρημα της Νύχτας των Ορθίων δύναται να αρθρώσει ένα νέο τρόπο πολιτικής, ηθικής και ταυτόχρονα, ριζοσπαστικής διεκδίκησης χωρίς ηγέτες/πλοηγούς; Είναι αδύνατο; Κι αν είναι εφικτό, υπό ποιες προϋποθέσεις; Θα κατορθώσει η γαλλική αριστερά να αποδώσει στο κίνημα έναν πιο θεσμικό χαρακτήρα; Θα αναδυθούν νέες ηγετικές προσωπικότητες ικανές να μεταφέρουν στο πολιτικό προσκήνιο διακυβέρνησης τις εν λόγω διεκδικήσεις; Πρόκειται, μήπως, για την ανάδυση μιας νέας γενιάς που αντιστέκεται; Μένει να απαντηθούν, όλα τα ανωτέρω ερωτήματα-προβληματισμοί, τόσο από τα ίδια τα πολιτικά υποκείμενα, όσο και από την ίδια την Ιστορία.
Μέχρι τότε, και καθώς διανύουμε την εξηκοστή νύχτα του Μάρτη, εν αναμονή της κατάθεσης του νομοσχεδίου την προσεχή Τρίτη στην Εθνοσυνέλευση, υπενθυμίζουμε την πρωτοβουλία για κοινή οργάνωση και συντονισμό του κινήματος των καταλήψεων των πλατειών. Είναι στις 7 και 8 Μαΐου, σε Παγκόσμια κλίμακα #GLOBALDEBOUT [4].
 
Η Ιωάννα Κασάπη ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Το κείμενο γράφτηκε λίγες ώρες πριν από τη συγκέντρωση της Κυριακής στην Πλατεία Δημοκρατίας.
Φωτογραφία: Stephane Burlot
________________________________________
[1] 1er mai d'enfer
[2] Να σημειώσουμε απλώς πως το τελευταίο νικηφόρο κίνημα στην Γαλλία έλαβε χώρα το 2006 έπειτα απο πολύμηνες κινητοποιήσεις για την απόσυρση του νομοσχεδίου που αφορούσε επισφαλή μέτρα για την εισχώρηση των νέων στην αγορά εργασίας (Contrat Première Embauche-CPE).
[3] Δείτε τη λίστα με τις πόλεις εδώ
[4]Διβάστε το κάλεσμα στα ελληνικά εδώ

Revanchist Europe

 
«Εκδικητική πόλη»: εάν έτσι, revanchist city, περιγράφεται το φαινόμενο του λεγόμενου εξευγενισμού των πόλεων και η στάση των επικυρίαρχων απέναντι στους διαμένοντες στο άστυ προλετάριους, σήμερα, με ανάλογους όρους, μπορούμε να μιλάμε για την «εκδικητική Ευρώπη». Και αν στη δεύτερη περίπτωση στόχος είναι οι νεοπρολετάριοι του Νότου και όχι των άστεων, εντάσσεται και τούτο στη συνολικότερη διαδικασία ανάπτυξης του καπιταλισμού: έτσι καλύπτονται οι βαθιές μελανές ουλές που δημιούργησαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και, κυρίως, έτσι, συντρίβοντας τους "από κάτω", ενισχύονται οι προσπάθειες για την αναδιάταξη του συστήματος. Εδώ ο «εξευγενισμός» συντελείται δια της συμμόρφωσης των σελέμηδων με τα ελλείμματα. Η κατακρεούργηση του κοινωνικού κράτους, η αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, οι ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ. αποτελούν τη ρεβάνς του κεφαλαίου, με πρόσχημα των εκσυγχρονισμό των δήθεν καλοπερασάκηδων, για τις παραχωρήσεις στις οποίες είχε υποχρεωθεί τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
«Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρ­χία για να διατηρούν την εκμετάλλευση, δηλαδή για [να υπερασπίζονται] τα ιδιοτελή συμφέροντα μιας μηδαμινής μειοψηφίας [του κεφαλαίου], ενάντια στην τεράστια πλειοψηφία του λαού (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση). Στη διαδικασία του εξευγενισμού, με όρους κεφαλαίου, του Νότου, οι κατέχοντες την πολιτική εξουσία σήμερα φαίνεται πως διαθέτουν τις εμμονές εκείνων που δεν διείδαν την επικινδυνότητα της εξαθλίωσης που επέφερε στα εργατικά στρώματα και στη μεσαία τάξη η Μεγάλη Ύφεση. Επιμένουν να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της μειοψηφίας του κεφαλαίου λησμονώντας πως κάπως έτσι εκκολάφτηκε το αβγό του φιδιού.
Ο φασισμός αναβιώνει επικίνδυνα: αν το παράδειγμα της Αυστρίας δεν εγείρει τα ανακλαστικά του homo europeus, οι ρεβανσιστικές πολιτικές της διαρκούς λιτότητας είναι περίπου βέβαιο πως θα οδηγήσουν σε νέες τραγωδίες. Στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, οι νέοι ημιπαράφρονες ενδέχεται να προκύψουν από την αντίπερα του Ατλαντικού, την ώρα που η Ευρώπη θα στερείται αντιπαραδείγματος. Η πολυδιασπασμένη αριστερά αδυνατεί να αποτελέσει ανάχωμα, τα δε "από τα κάτω" κινήματα δεν είναι παρά αναιμικές αντι-δράσεις στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού.
Η Ευρώπη μοιάζει να εκδικείται τους αδύναμους, παντού στα εδάφη της. Τα νομοσχέδιο για τα εργασιακά στη Γαλλία, τα προβλήματα στη Μεγάλη Βρετανία ή το πολιτικό αδιέξοδο στην Ισπανία καταδεικνύουν το μέγεθος της νόσου.
«Δεν μπορούμε να ζητάμε από την Ελλάδα να λάβει πρόσθετα μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι κάποια "γεράκια" θέλουν να σκοτώσουν την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε αυτόν τον εκβιασμό. Το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο για την Ευρώπη…»: ο Τζιάνι Πιτέλα, επικεφαλής της πολιτικής ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, μοιάζει να κατανοεί το πρόβλημα. Όμως, το ζήτημα είναι εάν εκείνοι που εκπροσωπεί επιθυμούν να παρέμβουν, ώστε το σκότος να διαρραγεί, ή να παραμείνουν αθύρματα των ιδεοληπτικών του κεφαλαίου.  
Αλλά εάν όντως «η βία είναι η μαμή της ιστορίας», η κοντινή μας επόμενη σελίδα προδιαγράφεται εξίσου αιματηρή με την προηγούμενη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Προς νέα υποχώρηση ο Τσίπρας

Προς νέα υποχώρηση ο Τσίπραςτου Γιώργου Δελαστίκ

Ωχ, ο Τσίπρας στήνει το σκηνικό για νέα υποχώρηση! Όταν ο Αλέξης Τσίπρας προβαίνει σε μεγαλόστομες διακηρύξεις περί σύγκλησης έκτακτης συνόδου κορυφής, αυτό σημαίνει ότι κάνει κινήσεις αντιπερισπασμού για να συγκαλύψει προετοιμαζόμενες υποχωρήσεις του σε νέες απαιτήσεις των Γερμανών δανειστών και των υπόλοιπων Ευρωπαίων τοκογλύφων. Αυτό έχει δείξει η μέχρι τώρα πείρα της διακυβέρνησης Τσίπρα και η ανικανότητά του να περάσει στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, οποιοδήποτε φιλολαϊκό μέτρο σε οποιονδήποτε τομέα.
Από τότε που ο Τσίπρας πέρασε με το γερμανικό στρατόπεδο, λογικό είναι και αντιμετωπίζει προβλήματα από τους Αμερικανούς, οι οποίοι τον στριμώχνουν με εκτελεστικό όργανο το ΔΝΤ. Φυσικά, η απαίτηση του ΔΝΤ να νομοθετήσει η ελληνική Βουλή …προληπτικά (!) μέτρα για το 2018 (!) τα οποία να εφαρμοστούν σε περίπτωση που το πρωτογενές πλεόνασμα εκείνης της χρονιάς δεν είναι τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ, είναι εντελώς παράλογη. Αγανάκτησε – ή υποκρίθηκε ότι δήθεν αγανάκτησε – ακόμη και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν – Κλοντ Γιουνκέρ. «Σε καμιά δημοκρατία στον κόσμο δεν θα γινόταν αποδεκτή μια τέτοια απαίτηση», τόνισε. «Καμιά Βουλή στον κόσμο δεν θα το δεχόταν» υποτίθεται ότι είπε. Πιο συγκρατημένος ήταν ο Γάλλος κομισάριος Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί. «Βρισκόμαστε, πραγματικά μόλις ένα βήμα μακριά από τη συμφωνία που αναζητούσαμε τόσο καιρό», τόνισε, προσθέτοντας όμως ότι «μένουν και άλλα θέματα». Κάρφωσε τον Τσίπρα δε αναφερόμενος σε έναν «μηχανισμό», ο οποίος θα είναι «αυτόματος» και «θεσμοθετημένος» και ο οποίος θα επιτρέπει «τη λήψη δράσης», αν επαληθευτεί ότι αυτά τα μέτρα «δεν είναι αρκετά για την επίτευξη του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2018».
Στο πλαίσιο της προσέγγισης του ΣΥΡΙΖΑ προς την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αυτός που ήταν ο πιο θερμός υποστηρικτής της Ελλάδας ήταν ο Ιταλός πρόεδρος της ομάδας των σοσιαλιστών στο Ευρωκοινοβούλιο Τζιάνι Πιτέλα. «Δεν μπορούμε να ζητάμε από την Ελλάδα να λάβει πρόσθετα μέτρα» υπογράμμισε και συνέχισε με ιταλικό στόφο: «Αυτό σημαίνει ότι κάποια γεράκια θέλουν να σκοτώσουν την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε αυτό τον εκβιασμό… Αν η Ευρωομάδα δεν μπορεί να βρει μια λύση παρά τις προσπάθειες της Κομισιόν, τότε η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε μια έκτακτη σύνοδο της Ευρωζώνης την ερχόμενη εβδομάδα. Θέλουμε μια δίκαιη συμφωνία για την Ελλάδα, η οποία να περιλαμβάνει επίσης και τη συζήτηση σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους», τόνισε ο επικεφαλής των ευρωσοσιαλιστών στο Ευρωκοινοβούλιο.
Ιδιαίτερη δυσφορία έχει προκαλέσει η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης Τσίπρα, για τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στα εξελισσόμενα οικονομικά μεγέθη της χώρας μας, με αποτέλεσμα τα νέα μέτρα να είναι προαποφασισμένα και να μη χρειάζεται καν να συζητηθούν! Η κυβέρνηση Τσίπρα έχει κάνει σημαία της αυτή την πανάθλια πρόταση. Ανώνυμες κυβερνητικές πηγές του Μεγάρου Μαξίμου δήλωναν στην Αυγή ότι «είναι σαφές πως αυτοί που αντιδρούν στη συγκεκριμένη πρόταση δεν επιδιώκουν περισσότερη αξιοπιστία, αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβάλουν περισσότερα μέτρα από όσα προβλέπει η συμφωνία του περασμένου Ιουλίου. Για το λόγο αυτό αρνούνται επιδεικτικά να λάβουν υπόψη και την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat), τις εκτιμήσεις της οποίας θα είχαν επικαλεστεί κατά κόρον, αν ήταν επιβαρυντικές για την ελληνική οικονομία», σημείωναν οι ίδιες πηγές του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος. Αυτοί του Μεγάρου Μαξίμου, για να «ηρωποιήσουν» τις δήθεν αντιστάσεις τους, προσέθεταν: «Είναι λυπηρό, αλλά αληθές, ότι κάποιοι για τους δικούς τους λόγους και τις δικές τους επιδιώξεις, ελπίζουν είτε η διαπραγμάτευση να μην καρποφορήσει, είτε η κυβέρνηση να εξαναγκαστεί στη νομοθέτηση προληπτικών μέτρων. Με τις τελευταίες εξελίξεις, δυσκολεύονται πια να κρατήσουν ακόμη και τα προσχήματα, παρέχοντας ανέλπιστη στήριξη σε όσους επιδιώκουν να δυναμιτίσουν τη διαπραγμάτευση».
Εκείνος όμως που παρέμενε «βράχος» ήταν ο Γερμανός επικεφαλής του μηχανισμού στήριξης (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ. «Πρέπει να γίνουν περισσότερα», δήλωσε μιλώντας στο αμερικανικό πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων Μπλούμπεργκ. «Πρέπει να προτείνουμε ορισμένα προληπτικά μέτρα», δήλωσε επίσης, συντασσόμενος πλήρως με τη σκληρή γραμμή του ΔΝΤ, με την οποία υποτίθεται ότι διαφωνεί η Γερμανία και ο Γερμανός υπουργός Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ορισμένες μεταρρυθμίσεις δεν είναι εύκολες, είπε, καθώς υπάρχουν όχι μόνο τεχνικές, αλλά και πολιτικές δυσκολίες. Γι’ αυτό και βλέπουμε νέο γύρο υποχωρήσεων του Αλέξη Τσίπρα.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Η ματαίωση μιας ελπίδας

 
Ορισμένες σκέψεις για την τροχιά του ΣΥΡΙΖΑ
 
Όσο απομακρυνόμαστε από τα γεγονότα του 2015 βλέπουμε πιο καθαρά την πραγματική εικόνα και μας εμφανίζεται πλέον ένας ΣΥΡΙΖΑ εντελώς «αγνώριστος», αλλά και εμείς νιώθουμε πολύ μακριά από αυτό το μόρφωμα που αποτέλεσε μιαν ελπίδα σε μια συγκεκριμένη στιγμή της πρόσφατης περιό­δου. Κι όσο πιέζει η ανάγκη να ασχοληθούμε ουσιαστικά με τα ζητήματα που θέτει ο νέος κύκλος που άνοιξε δραματικά (3ο μνημόνιο, προσφυγικό, πόλεμος στην περιοχή, διάλυση της χώρας) τίθεται επίμονα από πολλούς ανθρώπους το ερώτημα πώς και γιατί φθάσαμε σε αυτήν την κατάσταση.
Στο σημείωμα αυτό θα εκτεθούν ορισμένες σκέψεις κι όχι οριστικές απα­ντήσεις με την προσοχή στραμμένη στο να απαντηθούν τα ζητήματα που είναι μπροστά μας κι όχι πίσω μας.
 
Ήττα αυταπατών
Ορισμένοι θεωρούν την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή την οριστική παρά­δοσή του, αντί κυβερνητικού πινακίου φακής, ως «ιστορική ήττα» του λαϊκού κινήματος. Η άποψη αυτή δεν στέκει. Η ήττα υπήρξε, αλλά δεν είναι ιστορική, και δεν μπορεί καν να συγκριθεί με πραγματικές μεγάλες ιστορικές ήττες του λαϊκού κινήματος στην χώρα μας ή και σε άλλα μέρη του κόσμου.
Αν θέλουμε να σκεφτούμε λίγο, ίσως είναι καλύτερο να μιλήσουμε για ήττα – και συντριβή ακόμα – αυταπατών που είχαν καλλιεργηθεί. Η ήττα των αυτα­πατών αφορούν τρία διακριτά επίπεδα.
Η πρώτη μεγάλη αυταπάτη που ηττήθηκε-συντρίφτηκε, αφορά την μη κα­τανόηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για μιαν μεγάλη αλλαγή. Ο λαός ποθούσε πολύ μια αλλαγή, ένα σταμάτημα της μνημονιακής κατρακύλας, ένα φρένο στην διάλυση της χώρας και της κοινωνίας. Δεν συναισθανόταν ποιες προϋποθέσεις έπρεπε να πληρούνται για την πραγματοποίηση μιας μεγάλης αλ­λαγής, τι απαιτήσεις είχε μια σύγκρουση με την ευρωκρατία και την εσωτερική διαπλοκή. Έτσι, σε πολιτικό επίπεδο, μετά από την κατάλληλη διεργασία, πε­ριορίστηκε στην ανάθεση σε ένα νέο κόμμα και κατ’ επέκταση σε μια κυβέρνηση που θα συγκροτούσε το κόμμα αυτό, σαν τις βασικές και απαραίτητες προϋπο­θέσεις, ενώ ο ρόλος του λαϊκού παράγοντα παραμερίστηκε, υποβαθμίστηκε στο βαθμό του ψηφοφόρου, παθητικού παρατηρητή.
Η δεύτερη αυταπάτη που ηττήθηκε-συντρίφθηκε, ήταν η ιδέα πως ένα κόμ­μα σαν τον ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να φέρει την αλλαγή, μπορούσε να τα βγάλει πέρα με την ευρωκρατία και την διαπλοκή. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς πρό­γραμμα, χωρίς ικανά στελέχη, χωρίς πολιτική γραμμή για καίρια ζητήματα, χωρίς προτάσεις για την κοινωνία, έτσι όπως είχαν μάθει μέσα στην πρωτύτερη κομματική τους δράση, οι διάφοροι παράγοντες και παραγοντίσκοι, ζαλισμένοι από την προοπτική να κυβερνήσουν, ανέκραζαν το περίφημο «ήρθε η ώρα της Αριστεράς», δηλαδή «ήρθε η ώρα μας», χωρίς να αντιλαμβάνονται την στιγμή και κρισιμότητα της κατάστασης που θα έπρεπε να διαχειριστούν. Με μια έννοια ένα απροετοίμαστο «μπουλούκι», χωρίς πρόγραμμα και προτάσεις, χωρίς αξι­ολόγηση των καίριων ζητημάτων, αναλαμβάνει την ευθύνη ενός τόπου, σε μια ταραγμένη περίοδο: ποιος άλλος μπορεί να είναι ο ορισμός του τυχοδιωκτισμού;
Η τρίτη αυταπάτη που ηττήθηκε-συντρίφτηκε ήταν οι βασικές ιδέες της ηγε­σίας, ότι ένας συμβιβασμός με την ευρωκρατία ήταν σχετικά εύκολη υπόθεση, αφού εσωτερικά εξουδετερωνόταν ο επικίνδυνος Σαμαράς. Συντρίφθηκαν όλες οι αυταπάτες που υπήρχαν για το γεωπολιτικό πεδίο και τα πιθανά στηρίγμα­τα που θα υπήρχαν (κυρίως από ΗΠΑ). Η πραγματικότητα αποδείχθηκε και για την ηγεσία πολύ σκληρή: όχι μόνο έπρεπε να συμβιβαστεί, αλλά έπρεπε να γίνει ολόκληρη – ψυχή τε και σώματι – μέρος του μνημονιακού-αποικιακού συστήματος, περιοριζόμενη σε μια ανούσια κεντροαριστερή ρητορική. Και αυτό «μέχρι νεωτέρας»…
Το κύριο στοιχείο των πρώτων μηνών του 2016 είναι η κατακόρυφη φθορά της κυβέρνησης Τσίπρα και η αδυναμία διαχείρισης αυτής της πτώσης, που οδηγεί μαθηματικά σε πολιτικές εξελίξεις. Αυτή η φθορά εισάγει τον ΣΥΡΙΖΑ στην τροχιά όλων των κομμάτων που στήριξαν την μνημονιακή πολιτική που είχαν χρόνο ζωής 1 με δύο χρόνια. Η εκμετάλλευση της φθοράς του κλασι­κού δικομματισμού έχει στερέψει, ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτεται γυμνός στα μά­τια των ψηφοφόρων που τον ψήφισαν, βλάπτει την γενική εικόνα (έστω όπως αυτή υπήρχε) της Αριστεράς. Η εκλογική του βάση νιώθει εξαπατημένη από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, αποτραβιέται, οργίζεται, χάνει κάθε αξιοπιστία. Κι όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ και οι κυβερνήσεις του σηκώνουν το βάρος και την ευθύνη της διάλυσης της χώρας, φέρνουν πιο κοντά μια μεγάλης κλίμακας εθνική και κοινωνική καταστροφή. Η υποτίμηση των γεωπολιτικών ζητημάτων, η ασχε­τοσύνη, οι δεσμεύσεις προς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, οδηγούν την χώρα στην καταστροφή, συρρικνώνουν την κυριαρχία της. Ο τυχοδιωκτισμός μιας παρέας θα χρεωθεί και μια καταστροφή μικρασιατικών διαστάσεων…
Τελευταίο ζήτημα όσον αφορά αυτή την τάξη εκτιμήσεων. Είχαν δίκιο όσοι κρατήθηκαν μακριά και αντιθετικά με το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ; Έχουν δίκιο όσοι διατείνονται ότι «εμείς τα βλέπαμε και τα λέγαμε από την πρώτη στιγ­μή;» Δεν έχουν δίκιο για τον απλούστατο λόγο ότι στον πυρήνα της σκέψης τους δεν υπάρχει καν η υποψία ότι κάτι σοβαρό έγινε στην χώρα τα τελευταία 5-6 χρόνια, ότι το μαζικό λαϊκό κίνημα έκανε βήματα, τρόμαξε όχι μόνο το ελληνικό κατεστημένο αλλά και το διεθνές και γέννησε ελπίδα και ενδιαφέρον σε εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η Ελλάδα ήταν (και με μια έννοια παραμένει) ένα θερμό επίκεντρο εξελίξεων με κύριο χαρακτηριστικό την αντίσταση του «πειραματόζωου» στο απάνθρωπο πείραμα που διεξάγεται στην Ελλάδα. Αντίθετα παρέμειναν εγκλωβισμένοι στην «καθαρότητά» τους χωρίς να συμβάλουν καθόλου σε μια εμβάθυνση της πάλης, των στόχων, των προϋποθέσεων. Αυτός ο εγγενής σεχταρισμός πηγάζει από μιαν ανικανότητα να «διαβαστεί» η νεοελληνική πραγματικότητα, ειδικά με την «κατασκευή» πως η Ελλάδα αποτελεί ιμπεριαλιστική χώρα, και την συνεπαγόμενη πλήρη αδυναμία να συσχετιστούν οι εσωτερικοί με τους διεθνείς όρους ιδιαίτερα στην μνημονιακή εποχή.
 
Υπήρξε σοβαρή αντίδραση;
Το δεύτερο ζήτημα που προκύπτει ως ερώτημα είναι αν έγινε και πότε αντι­ληπτή αυτή η πορεία και τι αντιπαρατέθηκε σε αυτήν. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 4% δεν ενδιέφερε τον λαό και τον ριζοσπαστισμό που κυοφορούνταν. Όταν όμως αυτός ο αντιφατικός πολιτικός οργανισμός πρόβαλε ως πιθανός διαμεσολαβητής και εκ­φραστής ενός κοινωνικού ρεύματος που ήθελε να μπει ένα τέρμα στην μνημονιακή καταστροφή, προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και εκτινάχτηκε η εκλογική επιρροή του. Οι αυταπάτες για τις οποίες κάναμε λόγο δεν καλλιεργήθηκαν σε κενό αέ­ρος, αλλά μέσα σε ένα οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον αγώνων, κατάρρευσης του κλασικού δικομματισμού, δημιουργίας μιας ελπίδας, καθώς και χειρισμών για τον κατευνασμό και την ποδηγέτηση του ριζοσπαστισμού.
Τα χρόνια 2012-2014 ήταν χρόνια προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ στον συστημι­κό λόγο, εγκατάλειψης ριζοσπαστικών θέσεων και φρασεολογίας. Ήταν χρόνια «προετοιμασίας» μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησης σε κεντροαριστερά πλαίσια, με τιθασευμένο το λαϊκό παράγοντα και με αλλοιωμένα τα κεντρικά «θέλω» που είχαν προβάλει οι πλατείες και οι διαδηλώσεις στις παρελάσεις. Τότε στή­θηκε η υπόθεση της «διαπραγμάτευσης» και της κυβέρνησης της Αριστεράς που θα μπορούσε να πετύχει έναν έντιμο αμοιβαίο συμβιβασμό με τους δανειστές. Τα ταξίδια του Τσίπρα (ΗΠΑ και Ευρώπη) είχαν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα και χρησίμευαν για να δοθούν διαπιστευτήρια καλής θελήσεως και συστημικής νοο­τροπίας. Εσωτερικά, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα, σημαδεύτηκε από την συνασπισμοποίηση του όλου εγχειρήματος και «φορέθηκαν» όλα τα κοστούμια του ΣΥΝ στο νέο κόμμα: φράξιες, κόμμα μέσα στο κόμμα, μηχανι­σμοί, καριερισμοί, βιλαέτια κ.λπ. Στην ηγεσία, μια ομάδα που είχε καθαρό πως θα κυβερνήσει με όποιο κόστος και με όποια ανοίγματα (κυρίως προς ΠΑΣΟΚ πλευρά). Μετά τις ευρωεκλογές του 2014 αλλάζει και επίσημα όλος ο προσα­νατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ, με την πολιτική του «προωθητικού συμβιβασμού» και της «διαπραγμάτευσης χωρίς ρήξη με Ευρώπη». Η ομάδα που στηρίζει αυ­τήν την επιλογή έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι θα υπάρξει και εσωτερική ρήξη μέσα στο κόμμα. Τον Φλεβάρη του 2015 με την πρώτη συμφωνία με τους δανειστές το πράγμα είχε κριθεί ως προς την κατεύθυνση. Όσοι τον Ιούλιο αναγκάστηκαν να διαχωριστούν και τον Αύγουστο να καταψηφίσουν το 3ο μνημόνιο, πολιτικά χρεώνονται και το γιατί δεν αντέδρασαν τον Φλεβάρη, γιατί κινήθηκαν με την γραμμή «στηρίζουμε την κυβέρνηση – καταψηφίζουμε το μνημόνιο» μέχρι το τέλος, και φυσικά δεν είδαν τον σχεδιασμό του Τσίπρα να καταφύγει σε γρήγο­ρες εκλογές καλοκαιριάτικα.
Στο εσωτερικό του κόμματος (του όποιου κόμματος και της όποιας λει­τουργίας του) υπήρξαν κριτικές, φωνές, καταγγελίες, διαχωρισμοί σε πολλά ζητήματα και θέματα, πλην όμως οι χειρισμοί και τα πλασαρίσματα εμπόδισαν να διαφανούν διαφορετικές πλατφόρμες και απόψεις σε καίρια ζητήματα. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα σημειώσει πως εκφράστηκε μια μαζική αμφισβή­τηση των συστημικών επιλογών – όχι ενιαία και σε βάθος – όπως εκφράστηκε και μια έστω στρεβλή πάλη γραμμών με τοποθετήσεις στα ανώτατα όργανα του κόμματος (γραμματεία και ΚΕ) όπως και μέσω δηλώσεων και αρθρογραφίας. Ζητήματα όπως το γεωπολιτικό, της εθνικής ανεξαρτησίας, του ιμπεριαλισμού, του Κυπριακού, των συμμαχιών και της ηγεμονίας, της σχέσης πολιτικής και ηθικής, του ιστορικού αναθεωρητισμού θίχτηκαν και επισημάνθηκαν, σε συν­θήκες που δεν ευνοούσαν μια ιδεολογική και πολιτική πάλη. Εδώ ο Τσίπρας είχε περίπου μεθοδεύσει την συνθηκολόγηση και συγκαλούσε ΚΕ με μοναδικό ζήτημα αν θα πάμε σε διαρκές ή έκτακτο συνέδριο. (Στην συνεδρίαση αυτή παραιτήθηκαν 17 μέλη της ΚΕ καταγγέλλοντας την εφαρμογή του μνημονίου και της συνθηκολόγησης 30/7/15 – Σε λίγες μέρες 13/8 θα άνοιγε έκτακτα η Βουλή για να ψηφίσει το 3ο μνημόνιο…)
Υπήρξαν λοιπόν αντιδράσεις αλλά ήταν μικρές, χωρίς πολιτική εμβέλεια και με αδυναμία να αντιστρέψουν την πορεία ή να δημιουργήσουν ένα σοβαρό ρήγμα. Η δύναμη των αυταπατών ήταν μεγάλη και επιδρούσε σε όλους. Αυτό πολιτικά σημαίνει ότι κάποιοι άργησαν να αντιληφθούν το τι γινόταν, δεν πή­ραν όλα τα μέτρα τους, δεν είχαν προετοιμαστεί όπως έπρεπε. Με έναν τρόπο και αυτοί φέρουν μιαν ευθύνη γιατί ανεξάρτητα από προθέσεις άνοιξαν τον δρό­μο σε αυτό που ακολούθησε. Δηλαδή, δεν κατορθώσαμε να αναδείξουμε μιαν αξιόλογη δημοκρατική ριζοσπαστική πατριωτική αντιιμπεριαλιστική πρόταση και εναλλακτική, με ειδικό βάρος και αποτελεσματικότητα.
Το γενικό συμπέρασμα δεν οδηγεί στην απουσία από ενδιαφέροντα εγχει­ρήματα ή ιστορικά κινήματα. Οδηγεί στην ανάγκη να υπάρξουν περισσότερες απαιτήσεις στον υποκειμενοποιητικό παράγοντα, να βαθύνει η κριτική του κυ­βερνητισμού και της ανάθεσης και να αναζητηθούν φόρμουλες πιο κοντά σε μια συμμετοχική – κινηματική μορφή και όχι σε παγιωμένες δομές και ιδιαίτερα προσωποκεντρικού χαρακτήρα. Οι πολιτικοί στόχοι και η πολιτικοποίηση των διαδικασιών αφορούν μια διαδικασία που δεν μπορεί να αφεθεί στην ικανότητα ενός περφόρμερ (Τσίπρας), στον κύκλο «βασικών μετόχων» (π.χ. Δραγασάκης, Φλαμπουράρης, Βούτσης) τουριστών (π.χ. Βαρουφάκης, Τσακαλώτος), των σκληρών τάχα «πατριωτών αντιγερμανών» που όμως χορεύουν καμαρώνοντας στους ήχους του «we are the world» σε συνάξεις του ΝΑΤΟ (π.χ. Κοτζιάς), αδιάφορων μποέμ (π.χ. Σταθάκης) και πλήθος, μεγάλο πλήθος Πασόκων που έχουν υπηρετήσει πολλούς αφεντάδες και ψηφίσει τα μνημόνια 1 και 3…
Μεγάλες ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται συχνά. Κι αν είναι να καταλήγουν σε φάρσα σαν αυτή των Σύριζανελ για 1,5 χρόνο, κάποιοι δεν κάναμε καλά αυτό που έπρεπε, κι όσο έπρεπε… Μια ήττα υπήρξε, δεν ήταν ιστορική ούτε οριστική.
Έτσι κι αλλιώς ο αγώνας για μια διαφορετική Ελλάδα, για να μην έχουμε λιγότερη Ελλάδα και κατεστραμμένο τον λαό της, συνεχίζεται!

*Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης της εφημ. «Δρόμος της Αριστεράς», πρώην μέλος της Π.Γρ. και της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ
**Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα Τετράδια τ.65 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016/ Εκδ. Στοχαστής)

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Η Ιστορία και το χρέος

Πρωτομαγιά
Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν γεννήθηκε τυχαία. Ούτε αυθαίρετα επιλέχθηκε η 1η Μαΐου κάθε έτους να είναι η ημέρα όπου η εργατική τάξη σε όλο τον πλανήτη θα απεργεί και θα διεκδικεί μαχητικά την ικανοποίηση των αιτημάτων της.
Ολα ξεκίνησαν το 1884, στο συνέδριό της νεοσύστατης, τότε, Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας όπου αποφασίστηκε ότι η 1η Μαΐου του 1886 θα είναι ημέρα ενός εκτεταμένου απεργιακού αγώνα των εργατών με σκοπό την καθιέρωση του οκταώρου. Ετσι και έγινε.
Στην πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 στις ΗΠΑ περίπου στο μισό εκατομμύριο εργάτες παράτησαν τη δουλειά τους και συνενώθηκαν στους δρόμους.
Επίκεντρο όμως του αγώνα αναδείχτηκε το Σικάγο, με 90.000 διαδηλωτές και με πολυήμερες κινητοποιήσεις, που είχαν αποτέλεσμα την ένοπλη επίθεση των δυνάμεων καταστολής στους εξεγερμένους εργάτες.
Η κατάληξη εκείνων των συγκρούσεων ανάμεσα στους διαδηλωτές και στην αστυνομία ήταν ένα εκτεταμένο κύμα διώξεων κατά των εργατών καθώς και η σύλληψη και σκηνοθετημένη δίκη οκτώ ηγετών τους.
Τελικά, από τους οκτώ οι τέσσερις απαγχονίστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887, ένας βρέθηκε νεκρός στο κελί του και άλλοι τρεις καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα.
Η πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε όμως και θετικά αποτελέσματα, καθώς 185.000 εργάτες κέρδισαν το 8ωρο και τουλάχιστον 200.000 εργάτες μείωσαν τον χρόνο εργασίας τους από τις 12 στις 10 και 9 ώρες.
Επίσης, σε πολλές περιοχές αναγνωρίστηκε η ημιαργία του Σαββάτου ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία.
 
Στην Ελλάδα
Μετά την εξέγερση στο Σικάγο, στις 20 Ιουλίου του 1889, το ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς κατέληξε σε μια απόφαση που σφράγισε την ιστορία του εργατικού κινήματος σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ορισε την 1η Μαΐου του 1890 ως ημέρα διεξαγωγής μεγαλειώδους διαδήλωσης «ώστε ταυτόχρονα σ’ όλες τις χώρες και σ’ όλες τις πόλεις, την ίδια συμφωνημένη ημέρα, οι εργάτες να απαιτήσουν απ’ τις δημόσιες αρχές να μειώσουν με νόμο την εργάσιμη ημέρα στις οκτώ ώρες και να εφαρμόσουν στην πράξη τις υπόλοιπες αποφάσεις του Συνεδρίου του Παρισιού».
Ετσι καθιερώθηκε η Πρωτομαγιά, η οποία άρχισε να γιορτάζεται από το 1890.
Η πρώτη εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα γιορτάστηκε το 1893 με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη.
Η απόφαση για τον εορτασμό της πάρθηκε στη συνεδρίαση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου στις 21 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους.
Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι επειδή η 1η Μαΐου του 1893 έπεφτε ημέρα Σάββατο, οι διοργανωτές αποφάσισαν να γιορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα της Εργατικής Τάξης την επομένη 2 Μαΐου που ήταν Κυριακή «όπου οι εργάται θα δυνηθώσι να λάβωσι μέρος σ’ αυτήν».
Οπως ακριβώς είχε καθοριστεί, στις 2 Μαΐου του 1893, ημέρα Κυριακή και ώρα 5 μ.μ. οι Σοσιαλιστές της ομάδας Καλλέργη και εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο.
Οι πληροφορίες στον Τύπο της εποχής παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση αναφορικά με τον αριθμό των συγκεντρωμένων, οπότε και δεν είναι εύκολο να αποφανθεί κάποιος σήμερα με ακρίβεια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.
 
Εφημερίδα «Σοσιαλιστής»    

Εφημερίδα «Σοσιαλιστής»- Μαΐος 1896 |
 
       
 
         
Ο «Σοσιαλιστής» του δευτέρου 15νθήμερου του Μαΐου 1896 κάνει λόγο για περισσότερα από 2 χιλιάδες συγκεντρωμένους.
Αντίθετα η «Εφημερίς» παρουσίασε ένα κοινό που δεν ήταν πάνω από 200 άτομα.
Οπως ήδη αναφέρεται στα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής ομιλητής στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση του 1893 ήταν ο Σταύρος Καλλέργης, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε:
«Ο σκοπός της συναθροίσεώς μας ενταύθα είναι να υπογράψωμεν ψήφισμα διά να δοθή εν καιρώ εις την Βουλήν, το ψήφισμα δε έχει ως εξής:
Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω αρχαίω Σταδίω οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" και υπό μισθόν πασχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ' όλην την ημέραν, και οι πολίται ν' αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν' απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν...».
Υστερα από την ομιλία του Καλλέργη -πάντα κατά το ρεπορτάζ του «Σοσιαλιστή»- συγκεντρώθηκαν μέσα σε μισή ώρα 500 υπογραφές κάτω από το ψήφισμα.
Η συγκέντρωση των υπογραφών συνεχίστηκε και στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και το ψήφισμα κατατέθηκε στη Βουλή την 1η Δεκεμβρίου του 1893.
Η παράδοσή του ήταν επεισοδιακή. Ο Καλλέργης συνελήφθη από την αστυνομία, δικάστηκε και καταδικάστηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης 10 ημερών στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα.

Εργατική Πρωτομαγιά
 
Η Πρωτομαγιά του 1894 -πολυπληθέστερη της προηγούμενης- γιορτάστηκε την 1η του Μαΐου στο Στάδιο με ομιλητές τον Πλάτωνα Δρακούλη, τον Στ. Καλλέργης του οποίου η ομιλία ήταν σε πολεμικό τόνο και γεμάτη «μίσος κατά της πλουτοκρατίας» και τους φοιτητές Ευάγγ. Μαρκαντωνάτο και Δ. Γραμματικό.
Επίσης η συγκέντρωση εξέδωσε ψήφισμα με τα αιτήματα των εργατών.
Μετά το 1894 -και για αρκετό χρονικό διάστημα- δεν φαίνεται να υπήρξαν εορτασμοί της Εργατικής Πρωτομαγιάς με συγκεντρώσεις.
Τα πολιτικά γεγονότα, και ιδιαιτέρα το γεγονός ότι η χώρα παράδερνε στη δίνη μιας οξύτατης κοινωνικοπολιτικής κρίσης (ως αποτέλεσμα της χρεοκοπίας του 1893, της ήττας της χώρας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και της επιβολής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου την επόμενη χρονιά) σε συνδυασμό με την καθυστέρηση του εργατικού κινήματος που και στα πιο πρωτοπόρα τμήματά του έμενε πολύ πίσω από το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα, εξηγούν το φαινόμενο.
Εντούτοις η εργατική κίνηση δεν σταμάτησε ποτέ.
Η Πρωτομαγιά ήταν πάντα το σημείο αναφοράς των εργατικών αγώνων και ο εορτασμός της στοίχισε πολύ αίμα.

Η ανάσταση της ανθρωπιάς αργεί

 
Ανθίζουν τα όνειρα και τα θαύματα. Άνοιξη. Αλλά τι όνειρα να βλέπουν τα παιδιά κάτω από τα βομβαρδισμένα ερείπια στο Χαλέπι; Τι όνειρα να βλέπουν οι πρόσφυγες της Ειδομένης και οι δουλοπάροικοι της Μανωλάδας; Εφιάλτες σίγουρα. Τους βλέπω να περιπλανώνται στους αιώνες. Να φεύγουν από τις στέπες για να έρθουν στην Ευρώπη. Να κατακλύζουν ύστερα την Αμερική. Τους ξαναβλέπω στη Λεκάνη της Σκόνης (Dustbowl), στην περιοχή των κεντρικών ΗΠΑ, τη φοβερή εκείνη δεκαετία του 1930, που ακολούθησε το μεγάλο κραχ, με την παρατεταμένη ξηρασία και τις θύελλες σκόνης, όπως η κόκκινη σκόνη της Σαχάρας που σκεπάζει τις ψυχές και τις σκηνές των σημερινών απόκληρων. Τους βλέπω να στήνουν και να ξεστήνουν τις «Χούβερβιλς», τις κατασκηνώσεις των τσαντιριών (σαν τη dogville του Φρίερς), να τους κυνηγούν οι σερίφηδες, ο «κοινωνικός αυτοματισμός», η Κου Κλουξ Κλαν και η μαφία, να τους καταγγέλλουν στο τμήμα μετανάστευσης, αφού πρώτα κάνουν τη δουλειά στα βαμβακοχώραφα, ή να τους σκοτώνουν σαν τους αρουραίους και να μη το μαθαίνει κανείς. Και τώρα εδώ, με τα πρόσωπα κολημένα στα συρματοπλέγματα που ύψωσαν οι.. πολιτισμένοι της μεσευρώπης.
Βλέπω τους γιους και τις θυγατέρες των ανέστιων, των πεινασμένων και των άνεργων όλων των καιρών να πολιορκούν τη ζωή, εκεί όπου αυτή εξακολουθεί να καρπίζει. Έρχονται από παντού. Πάνε παντού. Κι απέναντι οι θεατές, οι δήθεν συμπάσχοντες με τα πάθη του Χριστού, θεϊκά όμορφοι μες στην άνοιά τους και με την πλήρη αυτοπεποίθηση της βλακείας τους, να θεωρούν πως ό,τι βλέπουν δεν είναι παρά μία ακόμη τηλεοπτική παράσταση. Αλλά να, ένας εθελοντής γιατρός στο Χαλέπι δείχνει με τη θυσία του ότι πάντα θα υπάρχει ο de l’ un, η εξαίρεση, αυτή που θα διατηρεί τον αρχαίο σπόρο της ανθρωπιάς και της ουσιαστικής Αγάπης για τον Άλλο… Χτυπάει η καμπάνα. Πρώτη Ανάσταση. Αλλά η ανάσταση της ανθρωπιάς αργεί ακόμα… 

Η αγία ζώνη του ευρώ

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των ΣυντακτώνΣυντάκτης: Περικλής Κοροβέσης   
   
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο ορισμός της υγείας δεν είναι η έλλειψη ασθένειας (μη σθένους δηλαδή) αλλά η στέρηση της ψυχικής, φυσικής, κοινωνικής ευφορίας. Oλοι μας διαπιστώνουμε πως με τα τέσσερα μνημόνια η χώρα μας οδηγείται συστηματικά στην πλήρη καταστροφή. Το μοντέλο αυτό δεν είναι καινούργιο.
Είναι ένα κλασικό σύστημα που δοκιμάστηκε σε όλες τις αποικίες του κόσμου. Και αυτό σημαίνει πως «οι κατώτεροι λαοί» που έχασαν τη χώρα τους πρέπει να δίνουν όλο τον πλούτο τους στην κατακτήτρια ιμπεριαλιστική δύναμη. Και αυτό δεν άλλαξε με το τέλος της αποικιοκρατίας.
Eφυγαν τα ξένα στρατεύματα, όπου έφυγαν δηλαδή, άφησαν ένα δουλικό και διεφθαρμένο καθεστώς και ξαναποικιοκράτησαν τη χώρα με το χρέος, καταδικάζοντας τους λαούς σε μόνιμη και σταθερή φτώχεια. Και αυτό μαζί με τους πολέμους δημιούργησε τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα που κατευθύνονται προς τον πλούσιο Βορρά. Και ακόμα η τρίτη μεταναστευτική ροή δεν έχει αρχίσει. Η καταστροφή του περιβάλλοντος θα διαλύσει χώρες και θα δημιουργήσει εκατομμύρια μετανάστες.
Ο Ευρωπαϊκός ανθρωπισμός είναι πια κάτι ξεχασμένες διακηρύξεις που χρησιμοποιούνται μόνο για δημαγωγία. Η πολιτισμένη και πλούσια Ευρώπη ντύθηκε με τα πλουμιστά λεπιδοφόρα-συρματοφόρα φράγματά της για να απωθήσει τους απελπισμένους και να τους κλείσει σε στρατόπεδα σε μια χώρα-αποθήκη, μακριά από τον πλούσιο Βορρά. Και σε μας έλαχε αυτή η μοίρα.
Και δείξαμε ανθρωπισμό. Οπως και ηλιθιότητα βέβαια με τον φράχτη στον Εβρο και τον κ. Σαμαρά να φωτογραφίζεται μπροστά του, με το τηλεοπτικό του χαμόγελο, λες και εγκαινίαζε κάποιο δημόσιο έργο. Κανείς δεν του είπε πως υπάρχει και Αιγαίο; Αυτή η πολιτική των Ευρωπαίων εταίρων μας απέναντι στους πρόσφυγες εφαρμόζεται και στην Ελλάδα με την ίδια σκληρότητα. Και η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου θα υποχωρήσει σε όλα.
Οι περίφημες διαπραγματεύσεις είναι επικοινωνιακό παιχνίδι. Αλλά αυτή τη φορά χαμένο. Μπορεί προεκλογικά ο Τσίπρας να ήταν ένας γοητευτικός νέος και άριστος δημαγωγός με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην τέχνη του ψεύδους, αλλά τώρα μετρούν τα έργα.
Και το έργο του είναι μισητό. Και αυτό κάποτε θα το πληρώσει. Σε τι βαθμό, είναι άγνωστο. Και εδώ υπάρχουν πολλά σενάρια. Μπορεί να χάσει τη θέση του ως πρωθυπουργός αν το κουαρτέτο θελήσει οικουμενική. Ακόμα και η θέση του ως αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δεδομένη. Αν το διαλυμένο κόμμα της Αριστεράς συγκροτηθεί, ίσως μετά από ακόμα μια διάσπαση, σίγουρα θα ακολουθήσει άλλο δρόμο.
Και τότε ίσως ο κ. Τσίπρας να βρει για παρηγοριά τον πρώην ομόλογό του, κ. Γ. Παπανδρέου, και ο ένας να κλαίει για τον άλλονε στο ωραίο Καστελόριζο. Αλλά δεν ξέρω αν θα υπάρχουν κάμερες. Οπότε μπορεί και να μην πάνε. Για το πού θα πάνε, ας είμαστε διακριτικοί και ας σεβαστούμε τα προσωπικά δεδομένα. Εκτός αν η Δικαιοσύνη αποφασίσει αλλιώς.
Και έχουμε και την τραγελαφική αντιπολίτευση, εκτός βέβαια ΚΚΕ και Χ.Α. Είναι όλοι τους ευρωπαϊστές και στην αγία ζώνη του ευρώ. Αντί να συγχαρούν τον κ. Τσίπρα για τη διάλυση της Αριστεράς και τη συνέχιση της δικιάς τους πολιτικής, επιτίθενται λάβροι κατά του Τσίπρα. Και εδώ ένας εχέφρων άνθρωπος τρελαίνεται.
Και καταλήγει στο συμπέρασμα πως όλοι τους είναι ίδιοι. Και αυτό σημαίνει στροφή της κοινωνίας προς την Ακρα Δεξιά. Στην Ελλάδα, η πολιτική δεν είναι το πρόταγμα κάποιου οράματος, η πρόταση μιας εναλλακτικής λύσης, αλλά να τραφείς με τη φθορά του αντιπάλου.
Γι' αυτό συχνά ο κοινοβουλευτικός λόγος χάνει τα επιχειρήματά του, όποια και αν ήταν αυτά, και έχουμε έναν πρωταθλητισμό ύβρεων. Οπου βέβαια ο τραμπουκισμός παρουσιάζεται σαν μαχητικότητα. Κολλάς και από δίπλα κάποιο «Εθνος» και καμιά «Πατρίδα» και γίνεσαι ο σωτήρας της χώρας.
Τι γίνεται άραγε με μας; Ευτυχώς υπάρχουν πολλοί που στηρίζονται σε κάποια ασήμαντα πράγματα. Κάποια γωνιά στην επαρχία με μοσχομυριστά αγριολούλουδα. Μια βουνοκορφή που την κατοικούν θεοί. Δέντρα και χωράφια που καρποφορούν.
Και φυσικά η απέραντη θάλασσα. Δηλαδή η ζωή. Ξέρουμε πως όλοι είμαστε κοινωνικά άρρωστοι. Αν αυτή η αρρώστια μεταφερθεί στην ψυχή μας και το σώμα μας, τότε πεθάναμε και αν ακόμα αναπνέουμε. Να πάμε με αυτούς που αντιστέκονται και δημιουργούν. Αυτό είναι το αντίδοτο. Η αντίσταση είναι Υγεία. Η δημιουργία, υπέρβαση του μικρού εαυτού μας.

Η αβάσταχτη παιδικότητα της ενηλικίωσης μας

 
 
Ενηλικιώνονται άραγε οι κοινωνίες; Περνούν κι αυτές, κατά κάποιο τρόπο, τα στάδια ψυχικής ανάπτυξης από τα οποία διέρχεται και η ατομικότητα; Γεννιούνται, παίζουν σαν παιδιά, «επαναστατούν» σαν έφηβοι, «συμβιβάζονται» σαν μικροαστοί νοικοκυραίοι και στο τέλος «φεύγουν»,μην τολμώντας να ονοματίσουν καν το θάνατο τους; Ερωτήματα που μάλλον, έτσι ή αλλιώς, έχουν απαντηθεί από την Κοινωνική Ψυχολογία

 
Αν ισχύουν αυτά, θα ριψοκινδύνευα να υποθέσω πως η ελληνική κοινωνία ενηλικιώθηκε ή μάλλον σύρθηκε στην ενηλικίωση της, μέσα από την ανολοκλήρωτη επανάσταση του ’21, δίχως ποτέ να κατορθώσει να ησυχάσει αυτό το θυμωμένο και πληγωμένο παιδί που κουβαλάει εδώ και δεκαετίες στα σπλάχνα της. Η κοινωνία μας φιλοξενεί εντός της έναν πιτσιρικά, που ίσως από «μια αιτία τυφλή», πάνε χρόνια τώρα, που μας «γαμάει τα Λύκεια».
Μιλώ για μια κοινωνία που δεν έχει επαφή με τα δικά της συναισθήματα, τις δικές της ανάγκες και τις δικές της επιθυμίες, που απλά εκλογικεύει και πιθηκίζει ανάγκες, επιθυμίες και συμπεριφορές άλλων και που τη βλέπω να προσπαθεί με το στανιό να χωρέσει μέσα στα βαφτιστικά ρουχαλάκια που της κάνανε δώρο οι νονοί της «ανεξαρτησίας» της. Ανυποψίαστη για τη δική της ανάγκη για «ευρυχωρία» και φαρδιά μανίκια, βιάστηκε -κυριολεκτικά- να ντυθεί στα στενά.  Κι όποιος δεν ακολουθεί τις δικές του ανάγκες, όποιος δεν ιεραρχεί της ανάγκες σύμφωνα με το δικό του τρόπο, όχι μόνο είναι πάντα υποχρεωμένος να υιοθετεί τις ανάγκες άλλων, αλλά είναι και καταδικασμένος να σπουδάζει καθημερινά την απώλεια της ταυτότητας του. Ώσπου, κάπως έτσι, μια ολόκληρη κοινωνία, οδηγήθηκε να εξαρτηθεί από κάπου έξω από την ίδια την εαυτότητα της, μπας και βρει εκεί τη χαμένη της ταυτότητα. Θες να το πεις Ευρώπη, θες να το πεις Ρωσικό Κόμμα, θες να το πεις Κοραϊκή προγονοπληξία, θες να το πεις εμφύλιο, θες χούντα, θες Πα.Σο.Κ. ή ΣΥΡΙΖΑ, θες να το πεις γκρίνγκλις, τα ίδια πράγματα λέμε.  Αυτό που νιώθουμε, αυτό που έχουμε ανάγκη, αυτό που λαχταρά η ψυχούλα μας, είναι κάτι ξένο, κάτι έξω, από εμάς.  Η ταυτότητα της κοινωνίας αυτής μοιάζει να είναι εισαγόμενη. Για να μπορέσουμε να έχουμε μια ταυτότητα, υποχρεωθήκαμε να στραφούμε κάπου έξω από εμάς, αλλά και να αρνηθούμε «μετά βδελυγμίας» οτιδήποτε «δικό μας». Πεισθήκαμε, μέσα σε λιγότερο από διακόσια χρόνια, πως το κοινωνικό μας περιβάλλον ήταν γεμάτο από «τίποτα» και έτσι έπρεπε αναγκαστικά να απευθυνθούμε κάπου έξω απ’ αυτό. Σαν ένας πιτσιρικάς που εισπράττει στην οικογένεια του μονάχα βία και αδιαφορία και έτσι δεν έχει άλλο τρόπο να κρατηθεί, παρά να παραμυθιαστεί πως επιτέλους «βρήκε κάπου αλλού τον εαυτό του».
Κάθε κοινωνία, κάθε συλλογικότητα, έχει ορισμένες πυρηνικές ανάγκες για να αναπτυχθεί.
Χρειάζεται, πριν απ’ όλα, ένα αίσθημα βασικής Ασφάλειας. Στην ελληνική περίπτωση, η απειλή της εξ’ ανατολών «κακοποίησης» ήταν πάντα εκεί για να υπενθυμίζει το «τραύμα», ενώ ταυτόχρονα, η εκ δυσμών «εγκατάλειψη» αύξανε -ίσως και επιτήδεια- το αίσθημα της εθνικής μας ευαλωτότητας, για να εδραιώνει τον προστατευτικό της ρόλο. Κι’ όπως ένα βρέφος που κακοποιήθηκε ή εγκαταλείφθηκε, δεν θα μπορέσει σχεδόν ποτέ στην ενήλικη ζωή του να νιώσει ασφάλεια, έτσι κι εμείς νιώθουμε τόσο εύθραυστοι και ασταθείς, τόσο παρορμητικοί και αυτοκαταστροφικοί. Τόσο εθισμένοι στην αστάθεια.
Χρειάζεται ακόμη να αναπτυχθεί ένα αίσθημα «διεθνικής κοινωνικότητας», καθώς κάθε συλλογικότητα έχει ανάγκη από σεβασμό και κατανόηση, τόσο από το κοντινό, όσο και από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον. Είναι το αίσθημα ότι ετούτη η κοινωνία είναι μέλος μιας ευρύτερης συλλογικότητας, ότι κάπου συναντιέται με κάποιους Άλλους. Και αυτήν την ανάγκησυνάντησης, οι εξαρτημένες παρασιτικές ελίτ την μετέτρεψαν σε ανάγκη υπαγωγής, σε «ανήκομεν εις την Δύσιν»! Αυτή η στρεβλωμένη και εν πολλοίς ανεκπλήρωτη ανάγκη, οδήγησε στην πράξη σε ένα βαθύ αίσθημα «αποκοπής», εθνικής μοναξιάς και αναδελφότητας. Λες και σαν συλλογικότητα «μεγαλώσαμε» μέσα σε ένα συναισθηματικό κενό, έχοντας απορρίψει τον μεσαιωνικό πατέρα μας    ως δεσποτικό, θρησκόληπτο και απόμακρο, ενώ γνωρίσαμε τον αρχαίο παππού μας απ’ αυτά που μας διηγήθηκαν οι «ξένοι» γι’ αυτόν.  Για τη μάνα μας, ούτε κουβέντα.
Η ανάγκη μας για Αυτονομία, η ικανότητα μας να αποχωριστούμε από τους «γονείς» μας και να λειτουργήσουμε ανεξάρτητα στον κόσμο, όπως και οι άλλες συλλογικότητες, η ανάγκη μας να έχουμε τη δική μας ζωή, τη δική μας ταυτότητα, στόχους και κατευθύνσεις που δεν θα στηρίζονται και δεν θα εξαρτώνται από άλλους, η ικανότητα μας να είμαστε ένας «συλλογικός εαυτός», υποθηκεύτηκε εν τη γενέσει από τους «μαιευτήρες» της νεότερης ιστορίας μας. Από τα πρώτα δάνεια του Ορλάνδου, η αυτονομία μας ήταν πάντα ακρωτηριασμένη. Ενώ οι ντόπιοι και ξένοι νονοί μας, έκαναν τα πάντα για να υπονομεύσουν κάθε προσπάθεια μας για αυτενέργεια. Από τον εξ’ ανατολών κίνδυνο, μέχρι την αντικομουνιστική υστερία και τον από βορρά κίνδυνο, ο κόσμος,για την ελληνική κοινωνία, ήταν ένας κόσμος εξαιρετικά ανασφαλής, γεμάτος απειλές και κινδύνους. Παντού εκεί έξω, εκτός των ορίων του κρατιδίου των Αθηνών, όλοι μας προειδοποιούσαν διαρκώς πως δεν μπορούμε να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις, στη συλλογική μας κρίση ή στις αποφάσεις μας, εμποδίζοντας μας να καλλιεργήσουμε τις δυνατότητες και τις κλίσεις μας. Η ικανότητα μας για συλλογική αυτονομία τέθηκε σε διαρκή αναστολή μαζί με το αίσθημα συλλογικής επάρκειας, αυτοβουλίας και ενός διακριτού συλλογικού εαυτού. Κάθε ιστορική προσπάθεια αυτενέργειας πλήττονταν βάναυσα, κλονίζοντας την λαϊκή αυτοπεποίθηση και διαμορφώνοντας μια αίσθηση εθνικής ανικανότητας να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την πραγματικότητα, δίχως την ξένη καθοδήγηση, δίχως την οικονομική στήριξη των Άλλων που έχουν μεγαλύτερη ισχύ και εκείνων που «ξέρουν καλύτερα». Με παραπεταμένους τους γονείς και τους παππούδες μας, είμαστε σε διαρκή αναζήτηση του καλύτερου νονού, ως υποκατάστατο της χαμένης γονεϊκής μας φιγούρας.  Κι΄ όπως οι εξαρτημένοι άνθρωποι έχουν μια μη αναπτυγμένη ή μπερδεμένη αίσθηση του εαυτού, έτσι κι εμείς. Η ταυτότητα μας συγχωνεύτηκε με την ταυτότητα των επικυρίαρχων μας, όπως ένας/μία εξαρτημένος/η σύζυγος αντλεί τα ταυτοτικά του/της χαρακτηριστικά από αυτά του/της συντρόφου του/της. Ακόμη κι’ όταν μιλάμε πια, δεν μιλάμε για μας, μιλάμε μονάχα για τη ζωή του/της «συζύγου» μας. Λες κι εμείς, αφομοιωθήκαμε.
Λένε πως τα παιδιά που είχαν ένα γονιό ή έναν αδερφό που τα επέκρινε διαρκώς, τα παιδιά που ένιωθαν πως κανείς δεν τα αγαπούσε ή που τα απέρριπταν οι συνομήλικοι τους, τα παιδιά που ένιωθαν κάπως σαν ανεπιθύμητοι, συνεχίζουν ακόμη και σαν ενήλικοι να νιώθουν κατώτεροι απέναντι στους άλλους. Γίνονται υπερευαίσθητοι στην κριτική και στην απόρριψη και οι προκλήσεις τους αναστατώνουν. Γι’ αυτό, μάλιστα, τις αποφεύγουν ή τις αντιμετωπίζουν χωρίς επιτυχία, ενώ είναι πλημμυρισμένοι από ένα αίσθημα αναξιότητας που κάνουν ό,τι μπορούν για να κρύψουν. Σαν να ντρέπονται γι’ αυτό που είναι. Και μου φαίνεται δεν θα είμαστε πολύ μακριά από την ιστορική αλήθεια αν υποθέσουμε ότι κάπως έτσι, ήδη από τα πρώτα βήματα της εθνικής μας -ας πούμε- ολοκλήρωσης, δεν έπαψε στιγμή αυτή η ευρωπαϊκή «αδερφική» επίκριση σε οτιδήποτε νεοελληνικό, μέχρι που μπόλιασε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα με μια εγγενή ντροπή γι’ αυτό που είμαστε.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των ανεκπλήρωτων αναγκών, άντε να βρει κανείς την ελευθερία να εκφράσει τον εαυτό του, τις ανάγκες του, τα συναισθήματα και τις ιδιαίτερες κλίσεις του. Άντε κανείς να καλύψει την ανάγκη της αυτο-έκφρασης, που στέκει κι αυτή βουβή αντάμα με τις άλλες. Άντε να υιοθετήσει την πεποίθηση ότι οι ανάγκες του -ως συλλογικότητα- είναι το ίδιο σημαντικές με τις ανάγκες των άλλων λαών. Άντε να γίνει δημιουργικός και καινοτόμος. Έχω την άποψη ότι η νεοελληνική συλλογικότητα «ενηλικιώθηκε» μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που υπήρξε εξόχως τιμωρητικό, κάθε φορά που τόλμησε να εκφράσει τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τα συναισθήματα της. Κάθε φορά, από το «μαύρο 1897» μέχρι την ήττα στη Μικρασία και από την Εθνική Αντίσταση μέχρι την εισβολή και κατοχή της Κύπρου, πάντοτε η «κάθε» Κύπρος «κείται μακράν», ως πιστοποιητικό ενός αισθήματος αδυναμίας. Οι επιθυμίες του Λαού μας, ο ενθουσιασμός, η δημιουργική ανεμελιά του, οι ανάγκες του για εθνική ανεξαρτησία, αληθινή δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, δεν έπρεπε να λαμβάνονται υπόψιν στη λήψη των σοβαρών αποφάσεων ή έπρεπε να παροχετεύονται εκτονωτικά στα κομματικοποιημένα καφενεία, στα σκυλάδικα και στο πελατειακό κράτος με τις μίζες και τις αντιπαροχές.
Όπως ένα παιδί που οι ανάγκες του δεν ικανοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα, σαν ενήλικος, να μην ξέρει ποιος είναι, ποια είναι η ταυτότητα του, έτσι και η κοινωνία μας. Ζει στην εξορία της, προσπαθώντας ακόρεστα να βρει μια εκπλήρωση από «εκεί έξω».  Κι’ όλο επαναλαμβάνει, με αυτοκαταστροφικό τρόπο, τις τραυματικές εμπειρίες της «πρώιμης παιδικότητας» της. Δεν χρειάζεται δεινότητα ιστορικού αναλυτή για να αντιληφθεί κανείς την καταναγκαστική επανάληψη της εθνικής μας πραγματικότητας,από την πρώτη ημέρα της επανάστασης του ’21, μέχρι και σήμερα. Καμιά φορά, συναντά κανείς ακόμη και τα ίδια ονοματεπώνυμα.
«Είναι το αδιάλυτο συναίσθημα από το παρελθόν, που συχνά στρέφεται ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό». Κι είναι απαραίτητο κάτι να κάνουμε γι’ αυτό, να το συνειδητοποιήσουμε και να ενηλικιωθούμε.