Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Ο αναγκαίος λαϊκισμός: Συνέντευξη του Ερνέστο Λακλάου

 
 
Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε τον Ιούνιο του 2008 στον Νίκο Χρυσολωρά, αλλά η σημερινή ευρωπαϊκή συγκυρία της χρηματοπιστωτικής κρίσης την καθιστά και πάλι επίκαιρη. Τι είναι και τι δεν είναι «λαϊκισμός»; Πόση αξία έχει ο κυρίαρχος απαξιωτικός για κάθε διεκδίκηση λόγος της εξουσίας; Τη συνέντευξη αναδημοσιεύουμε από το τελευταίο τεύχος (τ. 110) των «Σύγχρονων Θεμάτων», που περιλαμβάνει σχετικό αφιέρωμα στο λαϊκισμό με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα κείμενα.
 
Στον Νίκο Χρυσολωρά, από την εφημερίδα Η Εποχή
 
Πότε ασχοληθήκατε για πρώτη φορά με το θέμα του λαϊκισμού και τι σας έκανε να επιστρέψετε σ’ αυτό στην πρόσφατη δουλειά σας;
Το πρώτο μου κείμενο για το λαϊκισμό δημοσιεύθηκε το 1977. Πρόκειται για τη μονογραφία Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία.1 Από τότε, βέβαια, ποτέ δεν εγκατέλειψα τη θεματική αυτή, η οποία θίγεται συχνά στα γραπτά μου. Στην ουσία, το βασικό ερευνητικό μου ενδιαφέρον υπήρξε πάντοτε η κατασκευή του λαού ως συλλογικού δρώντος. Τα κεντρικά παραδείγματα που χρησιμοποίησα προέρχονται από τη Λατινική Αμερική, αν και έχω αναφερθεί και σε μερικές περιπτώσεις από τη Δυτική Ευρώπη.
 
Πώς εξηγείται η δυναμική των λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια;
Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, το επίκεντρο των κινητοποιήσεων εναντίον τού συστήματος εντοπιζόταν σε οργανώσεις της εργατικής τάξης. Στη συνέχεια, όμως, αυτός ο «κόσμος» άρχισε να αποσυντίθεται εξαιτίας της τάσης προς «τριτογενοποίηση» της ευρωπαϊκής οικονομίας (καθώς ο πλούτος παράγεται πλέον κυρίως από τον τομέα των υπηρεσιών). Οι «θύλακες» της εργατικής τάξης στις πόλεις έπαψαν να είναι αποτελεσματικοί στην αναπαραγωγή μιας «προλεταριακής» κουλτούρας. Έτσι, οι κοινωνικές συμμαχίες των μη προνομιούχων έλαβαν νέα μορφή, πολύ πιο ρευστή, αφού το ιδεολογικό της περιεχόμενο κινείται ενίοτε προς τα αριστερά και άλλοτε προς τα δεξιά. Οι επικλήσεις προς το «προλεταριάτο» δεν βρίσκουν πλέον ανταπόκριση, γιατί οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούν πολύ μικρό μέρος του εργατικού δυναμικού. Εν ολίγοις, η πολυδιάστατη έννοια του λαού αντικατέστησε εκείνη του προλεταριάτου στο επίκεντρο του αντισυστημικού/αντιπολιτευτικού πολιτικού λόγου.
 
Δηλαδή, η άνθηση του λαϊκισμού οφείλεται στην κρίση που διήλθαν παραδοσιακές μορφές κινητοποίησης της εργατικής τάξης;
Ναι. Για παράδειγμα, στη Γαλλία, μέχρι τη δεκαετία του 1960, υπήρχε κάτι που ονομαζόταν «ο κόσμος της αριστεράς». Ο όρος αναφέρεται σε εκείνο το πλέγμα των συνδικάτων, των θεσμών και των πολιτιστικών μορφών που προσέδιδε μια συγκεκριμένη ταυτότητα στην εργατική τάξη. Αυτό δεν υπάρχει πλέον.
 
Ο λαϊκισμός εντοπίζεται, όμως, σε αμφότερες τις πλευρές του ιδεολογικού φάσματος. Υπάρχουν ειδοποιοί διαφορές ανάμεσα στον «αριστερό» και τον «δεξιό» λαϊκισμό;
Υπάρχουν διαφορές ως προς το περιεχόμενο. Ωστόσο, η δομή του λαϊκιστικού λόγου και οι συνθήκες που γεννούν τον λαϊκισμό είναι κοινές. Για παράδειγμα, όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας αποφάσισε να συμμετάσχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, η ψήφος διαμαρτυρίας μετακινήθηκε στα δεξιά. Πολλοί από τους σημερινούς ψηφοφόρους του Λε Πεν υπήρξαν στο παρελθόν υποστηρικτές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη γαλλική πολιτική αργκό, το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «αριστερός Λεπενισμός» (gauche lepenism).
 
Με δύο λόγια, τι ακριβώς σημαίνει λαϊκισμός;
Η λαϊκιστική λογική, είτε προέρχεται από τα αριστερά, είτε από τα δεξιά, έχει ένα και μόνο βασικό χαρακτηριστικό: τη διχοτόμηση του κοινωνικού πεδίου ανάμεσα στους «προνομιούχους» και τους «μη προνομιούχους». Ο λαϊκιστής απευθύνεται στους τελευταίους –παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας– και ζητά την υποστήριξή τους, ώστε να ανατραπεί το υπάρχον «κατεστημένο». Αυτή είναι κλασική μορφή του λαϊκισμού.
Για παράδειγμα, στην Αργεντινή, πριν από την εμφάνιση του περονισμού, το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα βασιζόταν στις πελατειακές σχέσεις. Υπήρχαν τρία επίπεδα μεσαζόντων: στη βάση, υπήρχαν οι «puteros» [«νταβαντζήδες»], οι άνθρωποι του υποκόσμου που ήλεγχαν συγκεκριμένα σημεία της πόλης και δωροδοκούσαν τις αρχές όποτε ήθελαν κάποια εξυπηρέτηση. Αν ήθελες να προσληφθείς στο δημόσιο, να βρεις κρεβάτι στο νοσοκομείο, ή να ξεμπλέξεις με την αστυνομία, έπρεπε να απευθυνθείς σε αυτούς. Εσείς στην Ελλάδα, ξέρετε τι εννοώ. Στο δεύτερο επίπεδο υπήρχαν οι «caudillos» [«αξιωματικοί»], τα αφεντικά των puteros. Και στο τρίτο, οι «doctores» [«γιατροί»], η αστική τάξη των γιατρών, των δικηγόρων και των εμπόρων, οι οποίοι συνήθως εκλέγονταν σε θέσεις εξουσίας (π.χ. στη Γερουσία), με τη βοήθεια των caudillos. Σε αντάλλαγμα, μετά την εκλογή τους όφειλαν να ικανοποιούν τα αιτήματα των caudillos και των puteros. Έτσι, η πυραμίδα αναπαραγόταν επ’ αόριστον.
Με την οικονομική κρίση του 1930, όμως, τα αιτήματα της βάσης δεν μπορούσαν πλέον να ικανοποιηθούν από την κορυφή της πυραμίδας. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, ο λαϊκισμός αναπτύσσεται όταν συσσωρεύεται ένας μεγάλος όγκος κοινωνικών και οικονομικών αιτημάτων, τα οποία δεν μπορούν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου πελατειακού θεσμικού συστήματος. Εντέλει, εμφανίζεται κάποιος στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, ο οποίος απορρίπτει τους μεσάζοντες, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον ηγέτη και τους πολίτες, και αυτοπαρουσιάζεται ως άμεσος εκπρόσωπος του «λαού».
Αυτό συνέβη και με τον Περόν. Ανέβηκε στην εξουσία με την υπόσχεση ότι οι μεσάζοντες δεν θα είναι πλέον αναγκαίοι. Στην ουσία, αμφισβητήθηκε έτσι συνολικά η λογική του πελατειακού συστήματος εξουσίας.
 
Αντιδραστικός και προοδευτικός λαϊκισμός
 
Είπατε ότι ο λαϊκισμός απευθύνεται πάντα στους μη προνομιούχους. Αυτό σημαίνει και ότι κάθε πολιτικό πρόγραμμα που στοχεύει στη χειραφέτηση περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων είναι απαραιτήτως και λαϊκιστικό;
Σε ένα βαθμό, ναι. Υπάρχουν δύο ειδών πολιτικές διαδικασίες: στην πρώτη, παρατηρείται ευρεία κινητοποίηση των μαζών στη βάση εκείνου που έχουμε (μαζί με την Chantal Mouffe) ονομάσει «λογική της ισοδυναμίας», στο πλαίσιο της οποίας εμφανίζεται και ο λαϊκισμός. Στη δεύτερη, κυριαρχούν επιμέρους αιτήματα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, τα οποία ικανοποιούνται από διαχειριστές πολιτικούς, στη βάση αυτού που αποκαλούμε «λογική της διαφοράς». Σε κάθε πολιτικό σύστημα οι δύο αυτές διαδικασίες συνυπάρχουν, σε διαφορετικές όμως αναλογίες. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα από την Ελλάδα, άλλες φορές επικρατούν ηγέτες όπως ο Αντρέας, άλλες φορές πολιτικοί όπως ο Σημίτης. Ο πρώτος αποτελεί ένα λαϊκιστικό πόλο και ο δεύτερος ένα θεσμικό πόλο. Η επικράτηση του ενός προσανατολισμού όμως δεν εξαφανίζει τον άλλον.
 
Επομένως, για εσάς ο λαϊκισμός δεν είναι έννοια με αρνητική σημασία.
Όχι, είναι ένας ουδέτερος όρος. Το κατά πόσον ο λαϊκισμός είναι αντιδραστικός ή προοδευτικός, εξαρτάται από το περιεχόμενο των αιτημάτων του και όχι από τη δομή του.
 
Πάντως, πολλοί φιλελεύθεροι και νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί στην Ελλάδα συχνά απορρίπτουν αιτήματα της αριστεράς με το επιχείρημα ότι είναι λαϊκιστικά.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το ίδιο γίνεται και στη Λατινική Αμερική. Η Δεξιά δεν καταδικάζει ποτέ τα αυταρχικά λαϊκιστικά καθεστώτα, όταν αυτά εξυπηρετούν τους σκοπούς της. Από την άλλη πλευρά, σπεύδει να κατακεραυνώσει τον λαϊκισμό των προοδευτικών διακυβερνήσεων. Ωστόσο, η ιστορία της Λατινικής Αμερικής έχει αποδείξει ότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τους λαϊκιστές, αλλά από τους νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι επέβαλαν δικτατορίες, προκειμένου να διασφαλίσουν την εφαρμογή ακραίων μονεταριστικών πολιτικών. Η Χιλή αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
 
Το αντεπιχείρημα είναι ότι ο δεσμός που δημιουργείται ανάμεσα στον χαρισματικό λαϊκιστή ηγέτη και το λαό του είναι εγγενώς επικίνδυνος για τη δημοκρατία και τους θεσμούς της.
Όχι απαραίτητα. Ο πιο χαρισματικός ηγέτης του 20ού αιώνα ήταν ο Ντε Γκολ και δεν θυμάμαι κανέναν να τον χαρακτήρισε απειλή για τη δημοκρατία. Ο λαός αποκτά πάντα συναισθηματικό δέσιμο με τους ηγέτες του, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες όπου το κράτος και οι θεσμοί λειτουργούν τόσο παντοδύναμα που κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο. Αυτό όμως συμβαίνει σπάνια και συνήθως προϋποθέτει ότι η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας απρόσωπης ολιγαρχίας γραφειοκρατών. Όταν κυβερνούν αυτοί οι τεχνοκράτες, τότε η πολιτική και η δημοκρατία καταργούνται. Εξίσου επικίνδυνη, από την άλλη πλευρά, είναι και η πλήρης απαξίωση των θεσμών, κάτι που συνέβη στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταύτιση με τον ηγέτη είναι τόσο απόλυτη, που οδηγεί στη θηριωδία, όπως στην περίπτωση του Χίτλερ. Ο Φρόιντ περιγράφει με πολύ έξυπνο τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στα δύο άκρα, στην Ψυχολογία των μαζών.2
 
Η αναποτελεσματικότητα του κράτους στην Ελλάδα είναι παροιμιώδης, σε σημείο που κάποιοι θα εύχονταν να περάσει μέρος της καθημερινής διακυβέρνησης σε τεχνοκράτες…
Είμαι ιδιαίτερα καχύποπτος απέναντι σε αυτήν τη θέση. Η εν λόγω άποψη έχει υιοθετηθεί από αρκετούς Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, όπως ο Σάμιουελ Χάντιγκτον, ο οποίος υποστηρίζει ότι μόνον οι κεντρικές πολιτικές επιλογές πρέπει να επαφίενται στην κρίση των πολιτών, ενώ οι υποθέσεις της καθημερινότητας θα διεκπεραιώνονται από τους τεχνοκράτες. Πρόκειται για μια βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, που έχει τις ρίζες της στην Πολιτεία του Πλάτωνα και πρεσβεύει ότι μόνο οι επαΐοντες μπορούν να έχουν πολιτική άποψη. Αυτό ήταν και το όραμα του Μαρξ για την κομμουνιστική ουτοπία, όπου τη διακυβέρνηση των ανθρώπων θα αντικαθιστούσε η διαχείριση των πραγμάτων. Καλό θα είναι όμως να είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε τέτοιες απόψεις, αφού καταργούν τον πολιτικό ανταγωνισμό, την ουσία της ίδιας της πολιτικής. Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο απόλυτος λαϊκισμός, μια κοινωνία δηλαδή σε συνεχή κινητοποίηση, χωρίς καμία θεσμική σταθερότητα, δεν αποτελεί τίποτε λιγότερο από μία συνταγή χάους.
 
Λατινική Αμερική, ΗΠΑ και Ευρώπη
 
Εντούτοις, ακόμη και κάποιοι στην ευρωπαϊκή αριστερά κατηγορούν τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις που πρόσφατα εξελέγησαν στην Λατινική Αμερική ως «λαϊκιστικές».
Αυτά είναι ανοησίες. Η Λατινική Αμερική πέρασε δύο μεγάλες κρίσεις. Οι στρατιωτικές δικτατορίες της ψυχροπολεμικής περιόδου κατέστρεψαν τον κοινωνικό ιστό, ενώ τα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα της δεκαετίας του 1990 ολοκλήρωσαν το έργο των στρατηγών. Για να αναταχθεί λοιπόν το πολιτικό σύστημα, χρειαζόταν ευρεία κινητοποίηση των μαζών. Όπως εξήγησα και προηγουμένως, η κινητοποίηση αυτή επιτυγχάνεται μόνο μέσω του λαϊκισμού. Οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής συγκροτούν έναν κεντροαριστερό, κατ’ ουσίαν, λαϊκισμό.
 
Ένας άλλος πολιτικός που κατηγορείται για λαϊκισμό, είναι ο υποψήφιος Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα…
Αναμφισβήτητα, το λαϊκιστικό στοιχείο είναι εμφανές στη ρητορική του. Ήταν όμως αναγκαίο, προκειμένου να κινητοποιήσει ομάδες του πληθυσμού που δεν είχαν μέχρι σήμερα συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα.
 
Ταυτόχρονα, όμως, κατηγορήθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και για «ελιτισμό».
Δεν είναι περίεργο για τα αμερικανικά δεδομένα. Το κομβικό στοιχείο άλλωστε του δεξιού λαϊκισμού στις ΗΠΑ είναι ο «αντι-ελιτισμός». Αρχικά, βέβαια, στο τέλος του 19ου αιώνα, ο αμερικανικός λαϊκισμός αναπτύχθηκε στους κόλπους της αριστεράς. Επρόκειτο για έναν πολιτικό λόγο που υπογράμμιζε την αντίθεση ανάμεσα στον «ανθρωπάκο» και το «κεφάλαιο». Εντέλει ο λαϊκισμός της αριστεράς ηττήθηκε από την «Αμερική των Επιχειρήσεων» στις εκλογές του 1896, κάτι που καθόρισε την πορεία της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι το New Deal. Ωστόσο, η θεματολογία του λαϊκισμού επιβίωσε στο συλλογικό φαντασιακό των ΗΠΑ. Από τη δεκαετία του 1950, παρατηρούμε μια σημαντική αλλαγή. Ο Μακάρθι, ο Γουάλας και αργότερα ο Νίξον και ο Ρέιγκαν απευθύνονται εκ νέου στον «ανθρωπάκο», αλλά δεν παρουσιάζουν ως εχθρό του το «κεφάλαιο», αλλά την προοδευτική φιλελεύθερη ελίτ της Ανατολικής Ακτής. Επί της ουσίας, όμως, το διακύβευμα των εκλογών του 2008 για την Αμερική είναι παρόμοιο με εκείνο των εκλογών του 1896.
 
Η Ευρωπαϊκή Αριστερά χρειάζεται να βρει τον δικό της Ομπάμα, προκειμένου να ανακτήσει την πολιτική ηγεμονία;
Κάποια στιγμή, θα αναγκαστούν να το κάνουν. Με τα σημερινά δεδομένα, τα κόμματα του λεγόμενου Τρίτου Δρόμου και του «ριζοσπαστικού κέντρου», τα οποία αποτελούνται από τεχνοκράτες, ελάχιστα διαφέρουν από τα νεοφιλελεύθερα κόμματα που κυβερνούν. Με αυτό το στελεχιακό δυναμικό, δεν νομίζω ότι μπορούν να πείσουν κανέναν για τις προθέσεις τους ως προς την καταπολέμηση της ανισότητας. Προς το παρόν όμως, δεν βλέπω κάποιον που να μπορεί να αναλάβει τον ρόλο της ανάταξης της αριστεράς, ούτε παρουσιάζονται συμπτώματα που θα μας έκαναν να αναμένουμε την ανάδειξη ενός επιτυχημένου προοδευτικού λαϊκισμού. Ο Πρόντι αποκλείεται, η Σεγκολέν προσπαθεί ανεπιτυχώς. Χρειάζεται μια πιο ριζοσπαστική λύση.
 
Θεωρείτε ότι η εν εξέλιξη πιστωτική κρίση αποτελεί σύμπτωμα μιας ριζοσπαστικοποίησης του καπιταλισμού, ο οποίος γίνεται όλο και πιο «βάρβαρος», ακόμη και στην Ευρώπη;
Αυτό που σίγουρα παρατηρούμε, είναι μια διάβρωση της θεσμικής τάξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Σε κάποιο σημείο, η διάβρωση αυτή θα φτάσει σε σημείο τήξης, όπου θα χρειαστεί η ριζοσπαστική ανασύνθεση της κοινωνίας. Ποιος θα επωμιστεί αυτήν την ανασύνθεση δεν είναι ακόμη σαφές.
 
Τελικώς, μήπως η Ευρωπαϊκή Αριστερά θα πρέπει να επανεξετάσει τις μαρξιστικές της ρίζες;
Αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε από τον Μαρξ είναι η κριτική απέναντι στην ανισότητα. Εντούτοις, οι κοινωνικές ανισότητες δεν περιορίζονται στις ταξικές διαφορές. Υπάρχουν και σε άλλα πεδία. Ο Μαρξ είναι λοιπόν ένας από τους προγόνους μας, δεν είναι ο πατέρας μας.
 
Σημειώσεις:
1. Ernesto Laclau, «Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία», μτφ. Γρηγόρης Ανανιάδης, εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη 1983.
2. Σ. Φρόιντ, «Ψυχολογία των μαζών», μτφ. Κλαίρη Τρικεριώτη, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1994.

Η άνοδος των μετρίων

 
του Προκόπη Μπίχτα
 
"Σήμερα με την έννοια εθνικός δεν σκεπάζουμε τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας, μιας μικρής μερίδας του λαού, που εκμεταλλευότανε την έννοια αυτή για να προσδώσει γενικό χαρακτήρα σ’ εκείνο που ανταποκρινότανε μόνο στα προνόμια και τα συμφέροντά της. Σήμερα η έννοια εθνικός σημαίνει παλλαϊκός. Σήμερα, που συνειδητοποιούνται όλα τα στρώματα του λαού, έθνος και λαός τείνουν και πρέπει να συμπέσουν. Δεν μπορεί να είναι εθνικό ό,τι δεν είναι παλλαϊκό. Και εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο, σημαίνει παλλαϊκό απελευθερωτικό μέτωπο. Και εθνικός αγώνας για τη λευτεριά, σημαίνει παλλαϊκός αγώνας για τη λευτεριά, και για σήμερα και για αύριο και για πάντα…" Δημήτρης Γληνός

Η ιδεολογία της «παγκοσμιοποίησης», ύστερα από πολλά χρόνια προπαγάνδας, οικονομικής κατάστασης και πολιτικών πρακτικών, έχει αλλοτριώσει τις συνειδήσεις των δεξιών, των κεντρώων, των αριστερών και έχει διαστρεβλώσει κάθε έννοια. Η πλειοψηφία των αριστερών ονομάζει «ρατσιστικό» ο,τιδήποτε έχει σχέση με τις διεκδικήσεις του ελληνικού λαού, την λαϊκή κυριαρχία και τον διεθνισμό και, ανάλογα, ονομάζει «διεθνιστικό» και «δημοκρατικό» κάθε επιταγή του ισοπεδωτικού κοσμοπολιτισμού και της απάνθρωπης παγκοσμιοποίησης. (Ανάλογα, οι δεξιοί και κεντρώοι υπηρέτες του κατεστημένου ονομάζουν «λαϊκισμό» ο,τιδήποτε έχει σχέση με οικονομικές και δημοκρατικές διεκδικήσεις του ελληνικού λαού).
Έτσι η Αριστερά, με την απόλυτη ιδεολογική θολούρα της, με την υιοθέτηση των θέσεων της παγκοσμιοποίησης και με την πολιτική της οκνηρία έχει αποκοπεί από τα πραγματικά προβλήματα της εποχής, έχει αποξενωθεί από τις ανάγκες και την πραγματικότητα που βιώνει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Με τον τρόπο αυτόν, ενισχύει έμμεσα αλλά καθοριστικά και με το πείσμα του φανατικού τις φασιστικές και ρατσιστικές θέσεις. Με τις ελιτίστικες αντιλήψεις της και τις καθημερινές της πρακτικές βαθαίνει τον λάκκο κάθε ριζοσπαστικού κινήματος. Οποιαδήποτε κριτική ή πολεμική της ενάντια στον φασισμό και τον ρατσισμό έχει γίνει στείρα κραυγή χωρίς περιεχόμενο και κύρος. Δεν υπάρχει καλύτερο στήριγμα μιας αντιδραστικής κατάστασης από αυτόν που, θεωρητικά, την αντιμάχεται αλλά, πρακτικά, την στηρίζει.
Στο όνομα ενός στρεβλού διεθνισμού και ενός δήθεν αντιεθνικισμού θεωρεί σαν «φίλους λαούς» κρατικές πολιτικές γειτονικών χωρών, που μόνιμα και διαρκώς προβάλλουν εδαφικές και άλλες διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Από την εποχή της μεταπολίτευσης ακόμα, δικαιολογεί αυτή την θέση της με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα «είναι μια καπιταλιστική χώρα και δεν θα αγωνιστούμε για το κεφάλαιο», λες και οι άλλες χώρες έχουν περάσει στην αταξική κοινωνία. «Δεν» καταλαβαίνει ότι αυτή η στάση οδηγεί, αργά η γρήγορα σε αλλαγή συνόρων, δηλαδή σε πόλεμο, νεκρούς, ανάπηρους και πρόσφυγες, ειδικά σήμερα που όλα φλέγονται γύρω μας. «Δεν» καταλαβαίνει ότι μια αλλαγή συνόρων θα φέρει οποιαδήποτε ριζοσπαστική προσπάθεια πίσω για πολλές δεκαετίες κι ότι η κατάσταση των εργαζομένων και όλων των αδύναμων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας θα χειροτερεύσει, οικονομικά και πολιτικά σε ασύλληπτο βαθμό. Η φράση του Τσίπρα «δεν βλέπω σύνορα στη θάλασσα» καλύπτεται και δικαιολογείται από τέτοιου είδους απόψεις.
Τις πρώτες συνέπειες αυτής της Αριστερής θέσης τις ζούμε, με τα κύματα των μεταναστών και των προσφύγων, τις μαζικές παραβιάσεις την τουρκικής αεροπορίας και ναυτικού στο Αιγαίο, την παρουσία της FRONTEX και του στόλου του ΝΑΤΟ, που καταλύουν κάθε υπόλειμμα λαϊκής κυριαρχίας. Η πρόσφατη δήλωση του Στάιενμάγιερ «η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα να αναχαιτίζει τα τουρκικά αεροπλάνα» καθιστά περιττή κάθε ανάλυση. Φυσικά η κυβέρνηση, αλλά και όλη η υπόλοιπη Αριστερά «δεν» ακούν και «δεν» βλέπουν τίποτα.
Η Αριστερά, μαζί με τους κατοχικούς εταίρους και συνεταίρους της έχει «ξεχάσει» ότι τα σημερινά σύνορα της Ελλάδας τα χάραξε ο ελληνικός λαός με το αίμα του και όχι τα μεταξωτά κουστούμια και οι λευκοί γιακάδες.
Μ’ αυτές τις αντιλήψεις η Αριστερά συνηγορεί και ενθαρρύνει τον εθνικισμό των γειτόνων και τις επεκτατικές τους βλέψεις. Η Αριστερά «δεν» αναρωτήθηκε ποτέ, αν ο ελληνικός χώρος συρρικνωθεί, σε ποιόν χώρο και με ποια εργατική τάξη θα γίνει η επανάσταση; Σε ποιόν χώρο και με ποιόν τρόπο η εργατική τάξη θα γίνει «κυρίαρχη τάξη του έθνους» πράγμα που αποτελεί βασική προϋπόθεση για το πέρασμα στον σοσιαλισμό, σύμφωνα με την ρήση των κλασσικών του Μαρξισμού; Ποιος λαός και ποιό έθνος της εργατικής τάξης θα αγωνιστεί για την αυτοδιάθεσή του από τον εφιάλτη του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου;
Η Αριστερά δεν εξετάζει το θέμα των μεταναστών σε διαλεκτική βάση. Βλέπει το ζήτημα αποκομμένο από την καπιταλιστική πραγματικότητα, κάτι «έξω» και «αδιάφορο» προς τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και το αντιμετωπίζει με έναν ηθικό, μεταφυσικό τρόπο.«Δεν» βλέπει ότι στον καπιταλισμό υπήρχε πάντα το φαινόμενο της μετανάστευσης, σε βαθμό που ολόκληρα κράτη όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία δημιουργήθηκαν εξ’ ολοκλήρου από μετανάστες. Κυρίως «έχει ξεχάσει» ότι οι μετανάστες είναι κομμάτι της παγκόσμιας εργατικής τάξης και πρέπει, μαζί με τους Έλληνες εργαζόμενους, να στραφούν ενάντια στον κοινό εχθρό: τo κεφάλαιο. Η Αριστερά δεν έχει παρουσιάσει ποτέ μια ανάλυση τέτοιου είδους και, πολύ περισσότερο ένα ανάλογο σχέδιο. Αντίθετα, όταν δεν σύρεται πίσω από τις ΜΚΟ του Σόρος, παραδίδει τους μετανάστες στην φιλανθρωπία των ΜΜΕ και του κράτους.
Οι διανοούμενοι της Αριστεράς, μέσα σε συνθήκες πλήρους ηγεμονίας των ιδεών της άρχουσας τάξης είτε λόγω αδυναμίας τους να διερμηνεύσουν την πραγματικότητα των τελευταίων πολλών δεκαετιών είτε από την ανάγκη της φυσικής τους επιβίωσης, τάχθηκαν με το μέρος της αστικής τάξης και, μάλιστα με το πιο ισχυρό και αντιδραστικό τμήμα της, το τμήμα της παγκοσμιοποίησης.
Η Αριστερά «έχει ξεχάσει» ότι, σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση, το έθνος είναι μια μορφή συλλογικής ταυτότητας που έχει προκύψει μέσα από μια ιστορική πορεία αγώνων και αίματος και περικλείει τις προσδοκίες ενός λαού για το μέλλον. Η Αριστερά παραβλέπει ότι παράγοντες όπως η οικονομία, το νόμισμα, η ιστορία και οι παραδόσεις, το πολιτισμικό επίπεδο, η εδαφική έκταση, ο αριθμός του πληθυσμού και η σύνθεσή του, το πολίτευμα, ο δημόσιος πλούτος και πολλά άλλα στοιχεία που συγκροτούν την γεωπολιτική ισχύ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, σε κάποια άλλη κατάσταση, προς όφελος των εργαζομένων. Όταν η Αριστερά μιλάει για έθνος λαμβάνει υπ’ όψη της μόνο την αστική άποψη για το «όμαιμον», το γένος και τη φυλή. Η πολεμική που κάνει σ’ αυτή την άποψη δεν είναι από την πλευρά των εργαζομένων του χεριού και του πνεύματος, αλλά από την πλευρά του αντιδραστικού κοσμοπολιτισμού. Τα τελευταία χρόνια, ΚΑΙ σε αυτό το σημείο, έχει συρθεί πίσω από τις θέσεις του αμερικάνικου μεταμοντερνισμού και θετικισμού, δηλ. της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης.
Είναι ευνόητο ότι μέσα από τις αναλύσεις και επιταγές του κοσμοπολιτισμού επιδιώκεται η υποταγή των πιο αδύναμων χωρών στις βουλές των ισχυροτέρων. Το μερίδιο της δυστυχίας πέφτει πάλι στους λαούς. Είναι ευνόητο, αλλά για τους διανοούμενους και το πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς είναι δυσνόητο.
Όταν η Αριστερά μιλάει για αντιρατσιστικές πολιτικές εννοεί την υποκριτική, χριστιανικού τύπου, «αγάπη», «συμπόνια» και «αλληλεγγύη» για τους αλλοδαπούς μετανάστες και πρόσφυγες, χωρίς να αγωνίζεται ενάντια στις αιτίες του κακού. «Αγάπη», «συμπόνια» και «αλληλεγγύη» που εξαντλούνται σε κάποιο συσσίτιο ντροπής, ή στην ανεύρεση κάποιας αμφίβολης και ποντικοκατεχόμενης στέγης και, σε κραυγές υποκριτικής αγανάκτησης για τους δουλεμπόρους και τα πνιγμένα παιδιά. Αυτά τα κάνει κι ο παπάς από τον άμβωνα της εκκλησίας.
Ταυτόχρονα, δείχνει πλήρη αδιαφορία και απραξία που ξεπερνάει τα όρια της περιφρόνησης για τους Έλληνες ανέργους και αστέγους. Η Αριστερά έχει διαχωρίσει, στην ΠΡΑΞΗ τους δυστυχισμένους που ζουν στη χώρα μας σε «καλούς» αλλοδαπούς και «ανάξιους» Έλληνες. Οι δεύτεροι ή είναι ανύπαρκτοι για τις Αριστερές πολιτικές ή είναι άξιοι της μοίρας τους. Αυτή η στάση αποτελεί αντίστροφο ρατσισμό, αλλά πάντα ρατσισμό. Είναι ένα ξεκάθαρο απαρτχάιντ που έχει δημιουργήσει η Αριστερά και οι συνεταίροι της, όχι στην βάση του χρώματος του δέρματος, αλλά στην βάση της εθνικότητας. Αυτή η στάση έχει ποτίσει μέχρι το κόκαλο ακόμα και τα ξεχωριστά άτομα και εκδηλώνεται με καθημερινές πρακτικές κάθε είδους. ΚΑΙ σ’ αυτό το σημείο η Ακροδεξιά χορεύει, έξαλλη από χαρά. 
Αυτές οι πολιτικές μοιάζουν σχιζοφρενικές, αλλά δεν είναι. Είναι απόρροια της πλήρους υποταγής της Αριστεράς στις επιταγές και τις πολιτικές των κέντρων της παγκοσμιοποίησης. Η Αριστερά έχει ενστερνιστεί αυτές τις πολιτικές ίδια κι απαράλλαχτα με το Κέντρο, την Δεξιά και την Ακροδεξιά. Μ’ αυτούς τους τρόπους πριμοδοτεί έμμεσα, αλλά με σαφήνεια και ενισχύει την δράση και ανάπτυξη της ακροδεξιάς, η οποία χρησιμοποιεί τις Αριστερές πολιτικές προς όφελός της. 
Σήμερα, ύστερα από έξι χρόνια κατοχικών κυβερνήσεων και με την ύπαρξη της σημερινής, 100% μνημονιακής βουλής, τα δικαιώματα του ελληνικού λαού και η εθνική του κυριαρχία έχουν τραυματιστεί βαριά και έχουν τυλιχθεί μέσα σε ένα οικονομικό και νομικό ατσάλινο πλέγμα. Τώρα πια, οι κόμποι είναι τόσοι πολλοί και αξεδιάλυτοι, που μόνο μια εξέγερση μπορεί να τους κόψει. Μόνο αν ενώσουν τις φωνές τους και την δράση τους όλοι οι πληττόμενοι από τα μνημόνια, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, μόνο αν βρίσκονται ενωμένοι στους δρόμους με κάθε αφορμή, με κάθε ευκαιρία, θα υπάρξει ελπίδα. Αν όχι… 
Η Ιστορία δεν αστειεύεται. Είναι αμείλικτη και μισεί θανάσιμα τους λαούς που δεν αγωνίζονται.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Το ΟΧΙ το είπαμε αλλά μας τελείωσε. Το ΟΧΙ πέθανε και δεν έχει ιδιοκτήτη

 
 
Ένα χρόνο πριν, το ΟΧΙ γινόταν το λάβαρο της λαϊκής αντίστασης και μετατρεπόταν στο υπόγειο νήμα που θα ηλέκτριζε μια ολόκληρη κοινωνία. Ήταν πιθανότατα η πιο μαγική στιγμή της σύγχρονης ιστορίας αυτού του τόπου, η στιγμή που έκανε την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών να στυλώσει τα πόδια, να ορθώσει ανάστημα και να αψηφήσει τους εκβιασμούς, σπάζοντας έναν κύκλο φόβου. Οι σεισμικές δονήσεις του έγιναν αντιληπτές σε όλη την Ευρώπη. Ένα χρόνο μετά, παρά τις προσπάθειες των κομμάτων να το καπελώσουν και να το εκμεταλλευτούν, εκείνο παραμένει, σε πείσμα τους, ορφανό, περήφανο και δίχως ιδιοκτήτη. Και εντέλει ας το καταλάβουν. Το ΟΧΙ σιγοκαίει σαν βραδύκαυστο φιτίλι που κανένας δεν προσέχει μέχρι τη στιγμή της έκρηξης.
Το ελληνικό δημοψήφισμα καταγράφεται ως η πιο πολωμένη στιγμή της μεταπολεμικής Ελλάδας, οι δέκα μέρες που χώρισαν την ήρα από το στάρι, οι δέκα μέρες στις οποίες άπαντες αναγκάστηκαν να πάρουν θέση, που φάνηκαν τα πραγματικά στρατόπεδα στα οποία χωρίζεται η κοινωνία. Από τη μία βρέθηκαν όλες και όλοι εκείνοι που δεν ήταν βολεμένοι, που είχαν βιώσει τα μνημόνια στο πετσί τους, που έβλεπαν το μέλλον τους όλο και πιο δυσοίωνο, που δεν άντεχαν άλλο μια χώρα που την κυβερνούν οι τραπεζίτες και οι γραφειοκράτες των Βρυξελών. Ήταν εκείνοι που ήθελαν επιτέλους να τρομοκρατήσουν τους τρομοκράτες των καναλιών, που διεκδικούσαν έννοιες ξεχασμένες, όπως δημοκρατία και αξιοπρέπεια. Ήταν όλοι και όλες που έσφιξαν τα δόντια γνωρίζοντας τις δυσκολίες, συνειδητοποιώντας όμως ταυτόχρονα ότι έχουν και τη δύναμη. Ήταν όλες και όλοι εκεί, οι λαϊκές συνοικίες του Πειραιά αλλά και οι αγρότες της Κρήτης, οι νεολαίοι της περιπλάνησης, αλλά και οι εργάτες, οι συνταξιούχοι και οι πιτσιρικάδες. Όλες και όλοι που στις 3 Ιούλη πλημμύρισαν το Σύνταγμα σε μια ενωτική κραυγή για δικαιοσύνη, που είχε να ακουστεί από τις μέρες των Ιουλιανών ή ακόμα πιο πίσω, από την Απελευθέρωση.
Απέναντί τους, συγκεντρωμένο και συνασπισμένο ό,τι σε αυτό τον τόπο σε κάνει να αισθάνεται ντροπή: ο εσμός του «Μενουμευρώπη», το διαχρονικό νήμα που από το «Βάστα, Ρόμελ» καταλήγει στο «Βάστα, Σόιμπλε», ένα δυσώδες κοκτέιλ λαμογιάς, βολέματος και υποτέλειας, σερβιρισμένο με έναν δήθεν ευρωπαϊκό προσανατολισμό σε κολονάτο ποτήρι.
Οι ημέρες αυτού του ΟΧΙ έμελλαν να είναι λίγες. Ήταν, άλλωστε, καταδικασμένο να μείνει ορφανό προτού καλά-καλά εκστομιστεί. Ο Τσίπρας και η κυβέρνηση που το πρότειναν παρακαλούσαν από μέσα τους να ηττηθεί και πανικοβλήθηκαν όταν κατάλαβαν ότι οι πολίτες αυτής της χώρας απαιτούσαν τη ρήξη που εκείνοι ήθελαν να αποφύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Αυτές και αυτοί που το υπερασπίστηκαν, έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και μέσα σε αυτόν, δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν, πώς να γίνει πράξη ακόμη και απέναντι στη συνθηκολόγηση του πρωθυπουργού. Ο κόσμος είπε ένα βροντερό ΟΧΙ, το οποίο εν μια νυκτί μεταλλάχθηκε σε ΝΑΙ από την ίδια την κυβέρνηση που υποσχόταν «πραγματική διαπραγμάτευση» και ρήξη. Ο ελληνικός λαός είδε τους ίδιους που τον καλούσαν σε ανυπακοή να υποτάσσονται, είδε όσους επέμεναν στο ΟΧΙ να καταγγέλλουν αλλά να μην τολμούν καν να ρίξουν την κυβέρνηση, έγινε μάρτυρας απίστευτων ταλαντεύσεων, με αποκορύφωμα τις εκλογές, όπου κατά βάση κλήθηκε να διαλέξει ποιος θα διαχειριστεί το ΝΑΙ. Ενώ ο ίδιος είχε φωνάξει ΟΧΙ!
Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, το ΟΧΙ νίκησε και ηττήθηκε. Και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, τη νίκη διεκδικούν πολλοί πατεράδες, την ήττα όμως κανείς. Ωστόσο, το ΟΧΙ παραμένει ορφανό. Δεν θα αμφισβητήσω ούτε τη βούληση, ούτε την ειλικρίνεια οποιουδήποτε ή οποιασδήποτε μιλάει στο όνομά του. Καλά κάνει. Μόνο που πολλές φορές θυμίζει «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Πολλές φορές η επίκληση του ΟΧΙ από διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς θυμίζει νεκρολογία και μνημόσυνο. Καθώς φαίνεται να αγωνιά να καρπωθεί σε ψηφία την ανάμνηση ενός γεγονότος που δεν είχε καμία σχέση με κοινοβουλευτικές εκλογές, παζάρια καρεκλών και θέσεων. Όποιος θέλει να επικαλείται το ΟΧΙ καλά θα κάνει να σταματήσει την παρελθοντολογία και να κάτσει να σκεφτεί πώς όλος αυτός ο κόσμος σήμερα θα ανακτήσει το θάρρος του. Πώς θα ανακαλύψει ξανά την αυτοπεποίθηση και τη συλλογικότητα, αυτήν που έβρισκε μέρα με τη μέρα εκείνες τις δέκα μέρες του δημοψηφίσματος. Εκείνες τις δέκα μέρες που κάθε εμπόδιο που έμπαινε, κάθε απειλή –από τις κλειστές τράπεζες ως τα καταστροφολογικά σενάρια των καναλιών– η πλειοψηφία έβρισκε τρόπο να το αντιμετωπίσει. Τρόπο που δεν τον είχε έτοιμο από πριν ή τουλάχιστον δεν τον είχε προκάτ. Από το θάρρος των γερόντων στις ουρές των ΑΤΜ να αντιμετωπίσουν τους δαιμόνιους ρεπόρτερ, μέχρι τις ωμές απειλές για κλειστές επιχειρήσεις και απολύσεις από τους επιχειρηματίες, ζήσαμε την προσπάθεια ενός ολόκληρου λαού να δώσει θάρρος ο ένας στον άλλον, να δείξει αλληλεγγύη, να αποδείξει ότι είναι έτοιμος να το πάρει πάνω του.
Όποιος θέλει να «εκπροσωπήσει» το ΟΧΙ, πρέπει να ξεκινήσει από κει. Από την επινοητικότητα και το θάρρος, από τη θέληση εκείνων των ημερών. Από πού πήγαζαν αυτά, πώς ηττήθηκαν και πώς μπορούν να ξαναχτιστούν;
Κάποιος που θα δίνει όραμα και προοπτική στο σήμερα – και όχι λιβανίζοντας το χτες. Κάποιος που να μπορεί να εξηγήσει, χωρίς να μασήσει τα λόγια της/του, πώς, παρά τις δυσκολίες, θα μπορούσε να υπάρξει μια άλλη πορεία. Ιδίως σήμερα που άλλοι λαοί αποφασίζουν –και ορθά– να δραπετεύσουν, όπως έγινε με το βρετανικό δημοψήφισμα. Κάποιος που να κοιτάξει στα μάτια το λαό αυτής της χώρας και του πει πώς μπορεί να φτιαχτεί ένα μέτωπο που θα τους χωράει όλους μέσα, που θα αναζητήσει πολίτες-πρωταγωνιστές και όχι απλώς πελάτες και ψηφοφόρους.
Όμως, αυτό σημαίνει ότι κανείς και καμία δεν θα αντιμετωπίζει το ΟΧΙ σαν χωράφι της/του, σαν το σήμα κατατεθέν της/του, σαν την ταυτότητά της/του, σαν την ταμπέλα της/του. Γιατί το ΟΧΙ, σήμερα βωβό και συχνά εκφρασμένο από σφιγμένα βλέμματα και σε ξεσπάσματα χωρίς συνέχεια, συχνά μπολιασμένο με απελπισία ή αγωνία, παραμένει ενεργό, σαν ένα βραδύκαυστο φιτίλι που κανένας δεν προσέχει μέχρι την ώρα της έκρηξης. Δεν ζητά ιδιοκτήτη, ούτε κομματική σημαία. Αναζητά λόγο και πράξη, σχέδιο και πρόταση, μονοπάτι και αφήγηση ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς. Χωρίς αυτολογοκρισίες για μια Ευρώπη που είναι, όπως και να το δει κανείς, φυλακή των λαών. Με σεμνότητα και ταπεινότητα, ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία. Δεν αναζητά φιλοδοξία και αυταρέσκεια, δεν ψάχνει για σωτήρες, δεν διεκδικεί «εκπροσώπηση». Αναζητά μια συνωμοσία όχι της δραχμής ή του ευρώ, αλλά της ελπίδας που θα του δώσει ξανά μέλλον, ανάσα και όραμα.
Ένα χρόνο μετά, πολλοί προσπαθούν να μιλήσουν εξ ονόματος του ΟΧΙ, ή να το παρουσιάσουν ως παράδειγμα αφροσύνης. Καταρχάς τολμά να το επικαλείται ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, που καλούσε σε ΟΧΙ, αλλά ξεχνά ότι έκανε στροφή 180 μοιρών σε μια νύχτα. Η ΝΔ που πανηγυρίζει για την επικράτηση της «λογικής» της, αλλά ξεχνά ότι η δική της πρόταση ηττήθηκε πανηγυρικά. Το Ποτάμι που θεωρεί ότι οι φτωχοί κάνουν λάθη και προτείνει «συμβούλιο σοφών» για να μας σώσει. Η Χρυσή Αυγή που, θέλοντας να παραπλανήσει για τον βαθιά φασιστικό χαρακτήρα της, παρίστανε την αντιστασιακή δύναμη, αλλά αποδείχτηκε η καλύτερη σύμμαχος των τελευταίων μνημονιακών κυβερνήσεων. Το ΠΑΣΟΚ που απλά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ό,τι μπορεί για την επιβίωσή του. Το ΚΚΕ που δεν είχε καν το θάρρος να συμπορευτεί με μια γνήσια λαϊκή αντίδραση κατά της τρομοκρατίας και της φτωχοποίησης, αλλά επέλεξε τον συνήθη μοναχικό και περιχαρακωμένο δρόμο του.
Αυτές τις ημέρες καταγράφεται η προσπάθεια και των λοιπών δυνάμεων να «αναβιώσουν» το ΟΧΙ. Δεν τα καταφέρνουν και πολύ καλά βέβαια, γιατί δεν θέλουν να δουν το στοιχειώδες: ότι το ΟΧΙ δεν έχει ιδιοκτήτη. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις μικροκομματικές τους σκοπιμότητες ώστε να ενωθούν, έστω και προσωρινά, υπό τη σκέπη μιας παλλαϊκής –και εξ αυτού υπερκομματικής– στιγμής, που ήταν το ΟΧΙ.
Η Πλεύση κάνει συγκέντρωση στον Λυκαβηττό για να σώσει το βράχο από την ιδιωτικοποίηση, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ πραγματοποιούν συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, αλλά, προς Θεού, χωριστά για να μην μπερδευτούν… οι αντιμνημονιακές γραμμές και το πολυπληθές κοινό που θα κατακλύσει στην πρωτεύουσα, ενώ το ΚΚΕ καλεί γενικώς σε ανένδοτο κατά της κυβέρνησης, των μνημονίων, των τραπεζών, κατά της Πλεύσης, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ, κατά του ΟΧΙ, κατά του ΝΑΙ και κατά όλων των λαϊκών αιτημάτων που διατυπώνονται από οποιονδήποτε άλλον πλην των masterminds του Περισσού. Κατά, γενικώς…
Και όσο συμβαίνουν όλα αυτά τα κωμικοτραγικά, όσο τα κόμματα αδυνατούν να γίνουν κοινωνοί των αυτονόητων, αλλά προσμένουν σε πρόσκαιρα εκλογικά κέρδη (που ούτως ή άλλως δεν θα επιτύχουν), ο Αλέξης Τσίπρας θα στρογγυλοκάθεται στο θρόνο του γκουρού της χειραγώγησης των μαζών και θα δίνει μαθήματα στους Ευρωπαίους σχετικά με το πώς αλλάζουν τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος. Όχι σαν τα «κορόιδα» τους Βρετανούς που ψήφισαν Brexit και έχουν το θράσος να το τηρήσουν, στέλνοντας τον ενορχηστρωτή του Bremain, Ντέιβιντ Κάμερον, στο σπίτι του.
Στην τελική ας αποδεχτούμε το αυτονόητο. Το ΟΧΙ το ζήτησε ο Αλέξης Τσίπρας. Δεν έχει σημασία γιατί και τι το ήθελε. Δεν έχει σημασία και ποιοι άλλοι βοήθησαν σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί που αγωνίστηκαν για το ΟΧΙ περισσότερο και από τον Τσίπρα. Ο πολίτες όμως ψήφισαν συντριπτικά ΟΧΙ και του το παρέδωσαν. Αυτός το κέρδισε. Κι ας το έστειλε στον τάφο με τιμές και φανφάρες. Τέλος.
Όλοι οι υπόλοιποι όσο κι αν προσπαθούν, ας γνωρίζουν ότι το ΟΧΙ δεν είναι κανενός άλλου… Και δεν πληρώνει ΕΝΦΙΑ. Πουθενά. Το φιτίλι σιγοκαίει. Όσο κι αν παριστάνουν ότι δεν το βλέπουν, η έκρηξη θα σκάσει στα μούτρα τους. Νομοτελειακά. Με έναν νέο πρωτότυπο τρόπο που θα σχετίζεται με το σήμερα και το αύριο και σίγουρα δεν θα μοιάζει με μνημόσυνο, έστω και κινηματικό…
                                                                                                                      unfollow.com.gr

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Για «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ»

 
Μια συνέντευξη με τους Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο και Χρήστο Λάσκο
 
Με αφορμή τον έναν χρόνο από την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, και την παρουσίαση του βιβλίου «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ», ένα συλλογικό έργο που επιμελήθηκαν οι Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος και Χρήστος Λάσκος που θα γίνει στις 5 Ιουλίου στο βιβλιοπωλείο «Μωβ Σκίουρος», ρωτήσαμε τους δύο επιμελητές πράγματα που αναφέρονται στο βιβλίο, και που ξεκαθαρίζουν τη διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 στη σημερινή εποχή, καθώς και τι πρέπει να γίνει από την ριζοσπαστική αριστερά για να διαμορφωθεί μια άλλη εναλλακτική πρόταση.: 
 
Ένα επιχείρημα όσων υποστηρίζουν τον Σύριζα και την αλλαγή της ρητορικής του σε πιο «μετριοπαθή» τα τελευταία χρόνια πριν βγει κυβέρνηση, το «άνοιγμά» του στον κεντρώο χώρο, ακόμα και στις σχέσεις του με την εκκλησία, είναι ότι αν δεν έκανε αυτά, δεν θα έβγαινε ποτέ κυβέρνηση… ότι η «συντηρητική» κοινωνία, έπρεπε να «δει» τέτοιες κινήσεις για να τον εμπιστευθεί. Είναι τελικά η ελληνική κοινωνία «έτοιμη» για πιο ριζοσπαστικές λύσεις, ή είναι «μονόδρομος» οι φιλοευρωπαϊκές και συντηρητικές πολιτικές;
Δημοσθένης Παπαδάτος: Πόσο έτοιμη ήταν η κοινωνία για ριζοσπαστικές λύσεις το έδειξε η κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων τις μέρες του δημοψηφίσματος. Από αυτή τη σκοπιά, το δημοψήφισμα ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές στην ιστορία, στις οποίες μια κοινωνία συνειδητοποιεί ότι δεν έχει να χάσει τίποτα, γι’ αυτό και «συναντιέται» με μια πολιτική ηγεσία που δείχνει εξίσου αποφασισμένη· δείχνει αποφασισμένη, αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά σε απόγνωση. Οι συντηρητικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η ανταπόκρισή του σε αιτήματα της κοινωνίας γενικώς: είναι η ενστικτώδης κίνηση «αφού δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις ριζοσπαστικές προσδοκίες που δημιούργησα, μετατοπίζω την πολιτική συζήτηση εκεί που τη θεωρώ πιο διαχειρίσιμη: αλλάζω κοινωνικές εκπροσωπήσεις, εθνικοποιώ την Αριστερά». Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση «ρυμουλκώντας» το Κέντρο προς την πλευρά του· ο σημερινός «ρυμουλκείται» και, τουλάχιστον δημοσκοπικά, ο κερδισμένος από τη μετατόπιση αυτή είναι η ΝΔ.
Χρήστος Λάσκος: Να προσθέσω δυό λόγια. Το αν θα γινόταν κυβέρνηση η ριζοσπαστική Αριστερά με άλλον τρόπο είναι –και θα μείνει στο διηνεκές, ίσως– διαφιλονικούμενο. Ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ –και δεν εννοώ το Αριστερό Ρεύμα–, αρνούμενο τον κυρίαρχο πολιτικισμό, ισχυριζόταν πως ο τρόπος για την πλειοψηφία ήταν να μας ψηφίσει το 80% των άνεργων, το 80% των μισθωτών και των νέων, το 80% των δημόσιων εκπαιδευτικών και νοσοκομειακών. Αυτό σήμαινε, όπως καταλαβαίνει ο καθένας, μια εντελώς άλλη απεύθυνση και μια εντελώς άλλη κυβέρνηση. Η άποψη αυτή δεν ηγεμόνευσε, αν και δεν ήταν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο. Όσοι την στήριζαν έχουν, λοιπόν, μεγάλες ευθύνες για το γεγονός πως έχασαν αυτήν τη μάχη, για τις πράξεις και τις παραλείψεις που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.
 
Στο βιβλίο αναλύετε τη σχέση κόμματος-κυβέρνησης και τον τρόπο αλλαγής στη λήψη αποφάσεων μέσα στο Σύριζα… Τελικά, ένα μέλος του Σύριζα, όπως εσείς αλλά και άλλοι, πόση ενημέρωση, πρόσβαση και λόγο είχε στις αποφάσεις, στη χάραξη στρατηγικής – τόσο πριν γίνει κυβέρνηση ο Σύριζα όσο και την πρώτη περίοδο διαπραγμάτευσης; 
Δημοσθένης Παπαδάτος: Στο βιβλίο δείχνουμε πως, ιδίως μετά το 2012, η ενημέρωση, και κυρίως οι αποφάσεις για τα κρίσιμα ζητήματα συγκεντρώνονταν προς τον Πρόεδρο, την Κοινοβουλευτική Ομάδα ή προς άτυπα όργανα που δεν ελέγχονταν δημοκρατικά. Ξεκινώντας λοιπόν από τη «βάση», η ιδιότητα του μέλους είχε αξία σε συγκεκριμένες μόνο στιγμές: ενόψει ψηφοφοριών, για να φτιαχτεί δηλαδή ένας εσωκομματικός συσχετισμός· ενόψει εκδηλώσεων, για να μαζευτεί ο κόσμος· και ενόψει εκλογών, για να κινητοποιηθούν οι ψηφοφόροι. Το ίδιο συνέβαινε με την Κεντρική Επιτροπή και την Πολιτική Γραμματεία του κόμματος: στην τελική ευθεία της «διαπραγμάτευσης» είχαν υποκατασταθεί πλήρως από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και τα μέλη τους καθησυχάζονταν για τα τεκταινόμενα μέσω των non papers που εξέδιδε το Μέγαρο Μαξίμου. Από το σημείο αυτό μπορούσε να καταλάβει καλύτερα κανείς γιατί τόση φασαρία μέσα και έξω από το κόμμα, ήδη από το 2012, ενάντια στον «ΣΥΡΙΖΑ του 3%». Αυτός ο τελευταίος δεν ήταν παράδειγμα δημοκρατίας – κάθε άλλο. Στο πλαίσιό του, ωστόσο, λειτουργούσε η δέσμευση σε κοινές αποφάσεις: σε έναν κοινό τόπο. Μετά το 2012, ζήσαμε το απόλυτο «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» της ηγεσίας, διότι αυτή «ήξερε», μπορούσε ως εκ της θέσης της να αποφασίζει, συνεπώς ήταν ο απόλυτος εγγυητής για το πώς η Αριστερά θα γινόταν (και θα έμενε) κυβέρνηση. Να γίνει ή να μείνει για να κάνει τι, ήταν πια δευτερεύον.
 
Ο Σύριζα απέτυχε, ή φάνηκε άτολμος, στο να θεσμοθετήσει ένα σωρό ζητήματα που ήταν στο πρόγραμμά του, θέματα σχετικά με την αστυνομική αυθαιρεσία, τα δικαιώματα, περιβάλλον, την φορολόγηση της εκκλησίας, τη σχέση της με το κράτος, τα δικαιώματα των κρατουμένων, όπου αυτό που βλέπουμε είναι μια συνέχεια επί της ουσίας των προηγούμενων κυβερνήσεων, ενώ άλλες χώρες στην Ευρώπη έχουν πολύ πιο «προοδευτικές» πολιτικές. Γιατί έκανε πίσω η κυβέρνηση ακόμα και σε αυτά που δεν έχουν σχέση με απαιτήσεις των δανειστών; 
Δημοσθένης Παπαδάτος: Υπάρχει η θεωρία ότι «μας απορρόφησε η διαπραγμάτευση». Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ελάχιστοι είχαν ουσιαστικό ρόλο σε αυτή. Πιο κοντά στην αλήθεια είναι να πούμε ότι ακόμα και η πιο αυτονόητη παρέμβαση απαιτούσε συγκρούσεις που για να αποβούν νικηφόρες έπρεπε να οργανωθούν: θυμίζω μόνο ότι, στο πρώτο εξάμηνο του 2015, το υπουργείο Δικαιοσύνης δέχτηκε χονδροειδείς πιέσεις, τόσο από τη Δεξιά και τα ΜΜΕ στην Ελλάδα, όσο και από υπηρεσίες του εξωτερικού, για συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Το ίδιο ίσχυσε για την ιθαγένεια ή το προσφυγικό. Οι άνθρωποι που θα οργάνωναν τις μάχες αυτές, ωστόσο, είτε είχαν μικρή ή μηδενική επίδραση στη λήψη των αποφάσεων, είτε απλώς δεν πίστευαν ή δεν άντεχαν τη σύγκρουση. Η παραμονή Πανούση στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, παρά τα όσα, είναι ενδεικτική. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Στη γενική εικόνα, ωστόσο, η επιλογή του μορατόριουμ, της ελαχιστοποίησης των συγκρούσεων, αφορούσε τόσο τη «διαπραγμάτευση» και την οικονομία, όσο και τους μη «εποπτευόμενους» τομείς της διακυβέρνησης.
Χρήστος Λάσκος: Η αποδεδειγμένη, πέρα από κάθε αμφιβολία, άποψη πως «τα Μνημόνια είναι καθεστώς», στην οποία τόσο επέμενε σωστά, κατά την αντιπολιτευτική φάση, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σημαίνει ακριβώς αυτό: πως και στα «πιο μικρά» ακόμη –όχι σε αυτά που αναφέρετε, αλλά, ας πούμε, στην απαλλαγή των παιδιών από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών– το γενικό πλαίσιο και οι παράπλευρες δουλείες απαγορεύουν την θεσμοθέτηση και των στοιχειωδών αυτονόητων ακόμη. Δεν είναι το ΔΝΤ πάντα, αλλά και ο «συντηρητικός κόσμος», χωρίς την ανοχή του οποίου πώς θα παραμείνουμε στα πράγματα «για να συνεχίσουμε τη μάχη»;
Παίρνω την αφορμή, όμως, για να πως και κάτι ακόμα. Λέγεται συχνά πως το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ οδηγούσε αντικειμενικά στην ήττα. Θυμίζω, λοιπόν, πως το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ούτε στο ένα τοις χιλίοις. Ούτε η κατάργηση του εργασιακού μεσαίωνα (αφήνω τα περί «ενός νόμου κι ενός άρθρου»), ούτε ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών, ούτε ένα φορολογικό νομοσχέδιο που θα εκκινούσε την αντιστροφή αναδιανομή δεν ξεκίνησαν –μ’ όλες τις σαφείς δεσμεύσεις. Και, σε ό,τι αφορά τα όπλα που θα αξιοποιούνταν, ούτε στάση πληρωμών, ούτε έλεγχος κεφαλαίων, ούτε προσπάθεια παράλληλου χρήματος έγινε –κι αυτά προβλέπονταν σαφώς. Δεν απέτυχε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν απέτυχε γιατί, απλά, δεν υλοποιήθηκε, για να δοκιμαστεί.
 
Η διαπραγμάτευση του Γ. Βαρουφάκη και της κυβέρνησης το πρώτο διάστημα, μέχρι τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, ήταν όντως μια «μαχητική» διαπραγμάτευση που ηττήθηκε, ή υπήρχε η απόφαση της συνθηκολόγησης εξαρχής στην κυβερνητική ατζέντα;
Χρήστος Λάσκος: Δεν θέλω να μπω στη συζήτηση περί προειλημμένης απόφασης για συνθηκολόγηση. Με όσα έχουν συμβεί ο καθένας νομιμοποιείται να κάνει όποιες σκέψεις θέλει για ένα τμήμα της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως κι αν έχει, πάντως, το πράγμα, η «μετατόπιση προς την μετριοπάθεια» και το «αφήγημα ομαλότητας», που επικράτησαν ιδίως από τις αρχές του 2014 κι έπειτα, δεν βοηθούσαν την προετοιμασία για τη «μεγάλη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση», για την οποία καλούσε τον κόσμο της εργασίας, τους άνεργους και τους νέους, η Ιδρυτική Συνδιάσκεψη και του Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.
Από τις ρηξιακές αποφάσεις μέχρι τα νταούλια ο δρόμος που διανύθηκε ήταν τεράστιος. Και αποτελούσε ένα είδος προκαταρκτικού εσωκομματικού πραξικοπήματος, η αντίδραση στο οποίο δεν πήρε τον δημόσιο χαρακτήρα, που του αντιστοιχούσε, για μια σειρά από λόγους, ο κυριότερος από τους οποίους ήταν ο αντικειμενικός εκβιασμός «να μην κάνουμε πράγματα, που βλάπτουν την πορεία προς την κυβέρνηση». Το βιβλίο αποτελεί τεκμήριο πως η συζήτηση αυτή γινόταν –και μερικές φορές με ελάχιστα κρυφούς όρους.
Σε ό,τι αφορά την πρώτη κυβερνητική περίοδο, ο χαρακτηρισμός «φιάσκο» νομίζω πως είναι ο καταλληλότερος για να την χαρακτηρίσει. Στην πραγματικότητα, ήδη από την συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015 είχε γίνει αποδεκτή η πορεία προς ένα νέο Μνημόνιο. Ο Βαρουφάκης, χωρίς καν να ρωτηθεί, ισχυρίζονταν πως το 70% των μνημονιακών ρυθμίσεων ήταν μια χαρά (κι αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να τις εφεύρουμε;) και διαβεβαίωνε πως «η ταξική πάλη δεν είναι το θέμα μας σήμερα», ενώ διαρκώς έβγαζε –εν πολλοίς ψόφιους– λαγούς από το καπέλο, με σαφή τον επικοινωνιακό στόχο και εντελώς επισφαλή τον πολιτικό.
Δεν είναι τυχαίο πως η συμφωνία του Φεβρουαρίου αποδέχονταν πως η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έκανε καμιά μονομερή ενέργεια, με αποτέλεσμα να πληρώνει τα πάντα –και με τα αποθεματικά των δημόσιων οργανισμών ακόμη– και να μην παίρνει φράγκο. Την ίδια στιγμή, το ίδιο κείμενό της συνιστούσε πλήρη προσχώρηση στον σκληρό πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού, υιοθετώντας όλη την αντεργατική ορολογία περί ευελιξίας, βέλτιστων (για το κεφάλαιο) πρακτικών και, βεβαίως βεβαίως, ανταγωνιστικότητας.
Επρόκειτο ήδη για τη συνθηκολόγηση ως φιάσκο, πριν έρθει η συνθηκολόγηση ως απόλυτη τραγωδία για έναν ολόκληρο λαό.
 
Ήθελε η κυβέρνηση, και αντίστοιχα ο ΣΥΡΙΖΑ (το κόμμα) να βγει το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα;
Δημοσθένης Παπαδάτος: Στο βιβλίο δείχνουμε τις διαρκείς διολισθήσεις της κυβέρνησης, αρχικά από το στόχο του «τερματισμού της λιτότητας μέσα στην Ευρωζώνη» προς το στόχο της «αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας», και από εκεί, μετά τις 20.2.2015, προς το στόχο του «έντιμου συμβιβασμού». Από αυτή τη σκοπιά, η προκήρυξη του δημοψηφίσματος ήταν η ενστικτώδης κίνηση μιας κυβέρνησης που, καθώς διολισθαίνει, πνίγεται, προσπαθεί να αποφύγει την ασφυξία. Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε από την κυβέρνηση, με ένα μέρος της να αποσύρεται από το δημοψήφισμα, να στρέφεται προς τους «θεσμούς» και να υποβαθμίζει δημόσια τυχόν επικράτηση του «Όχι». Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του, ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος έδειξε πώς μια παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε. θα μπορούσε να είναι συμβατή με πολλά από τα αιτήματα του Brexit· στην Ελλάδα, ένα μέρος της κυβέρνησης προσπάθησε πριν από τις 5 Ιουλίου, ακόμα και με αίτημα προς τον ESM, να πείσει ότι και το «Όχι» να νικούσε, από πολλές απόψεις θα ήμασταν κοντά στο «Ναι» – σε ένα Μνημόνιο με «ανθρώπινο πρόσωπο». Το πραγματικό πρόσωπο του τρίτου Μνημονίου το γνωρίζουν αυτές τις μέρες οι πρώην δικαιούχοι του ΕΚΑΣ.
Χρήστος Λάσκος: Δεν υπάρχει, ωστόσο, αμφιβολία πως η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των μελών του ΣΥΡΙΖΑ και της Νεολαίας μπήκαν, ανακουφισμένα σχεδόν, με όλη τους την ψυχή στη μάχη της 5ης Ιουλίου, βλέποντας πως όσα διακηρύσσονταν στις αποφάσεις του κόμματος για «ρήξη και ανατροπή» για πρώτη φορά έφθαναν τόσο κοντά. Έχει σημασία να θυμηθούμε πως μέχρι τότε η πρακτική της κυβέρνησης ήταν το να «κερδίζει χρόνο», ο οποίος, όμως, οι περισσότεροι κατανοούσαν πως ήταν προς απόλυτο όφελος του αντιπάλου. Έτσι, η ίδια δαπάνησε ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κεφαλαίου, με το οποίο ανέλαβε τη διακυβέρνηση στις 25 Ιανουαρίου 2015: το 80% του κόσμου στην Ελλάδα ήτα τότε μαζί μας και οι εργαζόμενοι της Ευρώπης έβλεπαν με προφανή συμπάθεια ένα εγχείρημα που επεδίωκε να σταματήσει σε μια χώρα της Ευρωζώνης την κοινωνικά καταστροφική λιτότητα. Τότε που είχε την ισχύ, η κυβέρνηση έκανε απλώς καθυστερήσεις, δεν υλοποιούσε δηλαδή έστω τμήμα του προγράμματός μας –π.χ. την επαναφορά των εργασιακών και του κατώτατου μισθού, που θα έπρεπε να έχει γίνει από την πρώτη βδομάδα. Έτσι, σχεδόν νομοτελειακά, βρέθηκε σε ασφυκτική κατάσταση τον Ιούνιο, όταν για το Μαξίμου το Δημοψήφισμα ήταν, ίσως, κλασικό «στρίβειν». Για τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ –και το 80% των άνεργων, των φτωχών, των νέων, για να θυμηθούμε τα ποσοστά, που λέγαμε προηγούμενα–, ήταν το ακριβώς αντίθετο.
 
Αν ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνηση παραιτούνταν, μετά την υπογραφή της συμφωνίας, δηλώνοντας αδυναμία να εφαρμόσουν μνημονιακή πολιτική (κάτι που πολλοί υποστηρίζουν ότι έπρεπε να είχε πράξει…), ποια πιστεύετε ότι θα ήταν τώρα η πορεία του Σύριζα, όχι μόνο ως κόμμα, αλλά και ως ηγεσία;
Χρήστος Λάσκος: Η παραίτηση ήταν η μόνη συνεπής στάση μιας αριστερής κυβέρνησης σε τέτοιες συνθήκες. Πολύ περισσότερο που στην προεκλογική περίοδο, αλλά και σε όλο το διάστημα μετά τις ευρωεκλογές, με την αυθαίρετη υιοθέτηση του αφηγήματος της ομαλότητας δεν λέγονταν η αλήθεια στον κόσμο. Από πουθενά δεν προέκυπτε πως «η Μέρκελ θα συμφωνούσε μέρα μεσημέρι» – μα να που αυτό ήταν που λέγονταν συνεχώς.
Η παραίτηση τον Ιούλιο έδινε τη δυνατότητα να ειπωθεί επιτέλους η αλήθεια, να παρουσιαστούν οι κίνδυνοι και οι ευκαιρίες στο κοινό βλέμμα και να ζητηθεί μια μεγάλη λαϊκή συμπαράταξη, για να τους αναλάβει. Δεδομένων όσων προηγήθηκαν, δεδομένης της κατασπατάλησης της πολιτικής δυναμικής στο πλαίσιο του «φιάσκου» στο οποίο αναφέρθηκα πριν, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ήμασταν πειστικοί και θα κερδίζαμε τις εκλογές. Ήταν, όμως, μια επιλογή που περιέσωζε ένα σημαντικό τμήμα του αντιστασιακού δυναμικού που είχε καλλιεργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Μπορεί, άμεσα, να μην γινόμασταν «η Χιλή που νίκησε». Δεν θα ήμασταν όμως Αλιέντε που εφαρμόζουν πρόγραμμα Πινοσέτ. Η διαφορά είναι τόσο αβυσσαλέα, που απορώ με όσους συνεχίζουν ακόμη εφαρμόζοντας το 3ο Μνημόνιο και επιδιώκουν ρωγμές και …παράλληλα προγράμματα. Πραγματικά απίστευτο! Ακόμη και στο πλαίσιο της πιο τυπικής λογικής.
 
Κάποιοι μιλούν για «προδοσία», άλλοι για «πραξικόπημα». Παρόλα αυτά, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου ο κόσμος έδωσε νέα εντολή στον Αλέξη Τσίπρα να κυβερνήσει, ενώ η ΛΑΕ, που εξέφραζε την αντιμνημονιακή αριστερή πολιτική, δεν μπήκε καν στη Βουλή. Πώς το σχολιάζετε αυτό;                                            
Δημοσθένης Παπαδάτος: Με τον όρο «πραξικόπημα» εμείς εννοούμε δύο πράγματα: Αφενός, την ακύρωση του «Όχι» του δημοψηφίσματος – ό,τι δηλαδή η διεθνής κοινή γνώμη εννοούσε με την καμπάνια «This Is A Coup» στις 12 Ιουλίου. Αφετέρου, την ακύρωση, από τον Αλέξη Τσίπρα, μιας δημοκρατικά ειλημμένης απόφασης, με την προκήρυξη των εκλογών του Σεπτεμβρίου: στο τέλος του Ιουλίου, ως γνωστόν, η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είχε αποφασίσει ότι το κόμμα δεν θα πήγαινε σε εκλογές πριν το συνέδριό του να αποφασίσει αν το κυβερνητικό πρόγραμμά του θα ήταν το Μνημόνιο 3 ή κάτι άλλο.
Το προφανές ερώτημα είναι αν όσες και όσοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβριο, οι ίδιοι δηλαδή που τον ψήφισαν το Γενάρη και τον στήριξαν τον Ιούλιο για να τερματίσει τα μνημόνια, ανακάλυψαν ξαφνικά πόσο καλά είναι τα Μνημόνια – ή αν, αντίθετα, πείστηκαν ότι η μόνη πραγματική εναλλακτική αφορά το ποιος θα διαχειρίζεται τα Μνημόνια. Προφανώς το δεύτερο είναι πιο κοντά στην αλήθεια, κι αυτή η πεποίθηση (που έχει μέσα της κόπωση και απογοήτευση) είναι που πήγε όλο το σκηνικό προς τα δεξιά, έστειλε εκατοντάδες χιλιάδες στην αποχή ή την αντιπολιτική (Λεβέντης) και άφησε έξω τη ΛΑΕ. Χρειάστηκαν, ωστόσο, μόλις δύο μήνες για να φανούν τα περιθώρια «φιλολαϊκής» διαχείρισης των μνημονίων: με τη διάψευση της επαγγελίας του παράλληλου προγράμματος, με τη σκλήρυνση στο προσφυγικό, με τη γελοιοποίηση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, με το συντηρητισμό στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους ή τα εθνικά.
 
Ποια θα πρέπει να είναι τα βήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς την επόμενη περίοδο; Τι πρέπει να κάνει για να πείσει τον κόσμο ότι υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική προοπτική;
Δημοσθένης Παπαδάτος: Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς ανάμεσα σε αναγκαία και ικανά βήματα. Το αναγκαίο, καταρχάς, είναι να «χτυπάνε» μαζί οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που βαδίζουν χωριστά: ο κατακερματισμός φέρνει μόνο απογοήτευση, συνεπώς δικαιώνει την κυβέρνηση. Το αναγκαίο, επίσης, είναι η οργάνωση –με συγκεκριμένο και δεσμευτικό, όχι προπαγανδιστικό τρόπο– των αγώνων για τα βασικά: για να μην ιδιωτικοποιηθεί δημόσια περιουσία, για να έχουν οι πρόσφυγες αξιοπρεπή στέγη και δικαιώματα, για να μην περάσουν οι ομαδικές απολύσεις, ο συνδικαλιστικός νόμος και η έμμεση μείωση μισθών στα εργασιακά. Χρειάζεται όμως κάτι εξίσου ουσιαστικό: να ανοίξει άμεσα η συζήτηση για την εναλλακτική. Δεν μπορούμε να πάμε πίσω από αυτό που καταλαβαίναμε το 2015, ότι δηλαδή οι αντιστάσεις που δεν καταλήγουν σε πολιτική πρόταση, είναι βέβαιο ότι θα κατακερματιστούν και θα απορροφηθούν. Και από την άλλη, δεν μπορούμε να κάνουμε σα να μην καταλάβαμε τι έγινε το 2015, υποδυόμενοι τον «συνεπέστερο» ΣΥΡΙΖΑ, ίσως με περισσότερη αντι-ευρω και αντι-ΣΥΡΙΖΑ προπαγάνδα. Να κάνουμε λοιπόν τα αναγκαία, αλλά να φροντίσουμε για την προοπτική: εκεί παίζεται η ικανότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς –και όχι των στελεχών ή των ηγετικών φυσιογνωμιών από τους κόλπους της– να πείσει ότι έχει νόημα η αριστερή πολιτική.
 
Το τελευταίο διάστημα, παρακολουθούμε μια τεράστια συζήτηση που έχει ανοίξει στη Μ. Βρετανία για το Brexit με τοποθετήσεις, αναλύσεις, επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές… Στην Ελλάδα, τα 6 χρόνια του Μνημονίου, μια ανάλογη συζήτηση για την παραμονή ή όχι της χώρας στο Ευρώ ή ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν στάθηκε δυνατή, εκτός από κάποιες ίσως μεμονωμένες εκδηλώσεις. Γιατί πιστεύετε ότι έγινε αυτό;
Δημοσθένης Παπαδάτος: Είναι μέρος της ευθύνης μας ότι ανοίξαμε αυτή τη συζήτηση αποσπασματικά – όμως το κάναμε, επιμένοντας ότι η πρώτη στιγμή του αγώνα απέναντι στην «Ευρώπη» ήταν να μη συνηθηκολογήσει με τη λιτότητα η πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Φυσικά αυτό δεν ήταν αρκετό. Λίγοι ξέρουν ότι η ουσιαστική διάσπαση της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από το 2012, έγινε γιατί πολλές και πολλοί δεν τασσόμασταν «πάση θυσία», δηλαδή άνευ όρων, με τον Πρόεδρο, την Κυβέρνηση και την Ευρώπη, όπως ζητούσαν τα ΜΜΕ, το πολιτικό σύστημα και άλλες πλευρές του κόμματος.
Στις δύο περιπτώσεις που αναφέρετε, υπάρχουν ομοιότητες αλλά και διαφορές. Στη Βρετανία, υπάρχουν τμήματα του κεφαλαίου υπέρ της εθνικά αυτοδύναμης ανάπτυξης: «πρώτα η οικονομία μας» απέναντι στις άλλες ευρωπαϊκές και «πρώτα οι Βρετανοί» απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Κι εκεί, στον αντίποδα, οι βρετανοί Εργατικοί υποστήριξαν την παραμονή στην Ε.Ε. το αυτονόητο αντίβαρο στο UKIP – λες και η πλευρά του Remain υπό τον Κάμερον είναι στρατηγικά πιο κοντά στα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αστική τάξη είναι φιλοευρωπαϊκή: το 66% των εξαγωγών της είναι σε χώρες της Ε.Ε., η «ανάπτυξη» είναι συνυφασμένη με το ΕΣΠΑ κ.ο.κ. Σε όλη την εξαετία, λοιπόν, η απόρριψη των μνημονίων και η κριτική στην Ε.Ε. ταυτίζονταν (και ταυτίζεται) με «εθνολαϊκισμό». Και διόλου τυχαία, ακόμα και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ έτσι ερμήνευαν την κριτική στη μνημονιακή «προσαρμογή» του κόμματος.
Επί της ουσίας, ισχύει αυτό που έλεγε πριν από χρόνια ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, και που με αφορμή το βρετανικό δημοψήφισμα επανέλαβε άκομψα και ο Ντόναλντ Τουσκ: η δυσκολία να σκεφτούμε «μετά» το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ανάλογη με το να σκεφτούμε «μετά τον πολιτισμό», δηλαδή μετά τον καπιταλισμό – κι αυτό φαίνεται δυσκολότερο κι από το να φανταστούμε το τέλος του κόσμου. Όπου η Αριστερά δεν αναλαμβάνει με συγκεκριμένο τρόπο την ευθύνη γι’ αυτό το «μετά», δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Είτε η ίδια να γίνεται σοσιαλφιλελεύθερη, συνεπώς να μην την απασχολεί πλέον αυτή η συζήτηση (ο ορίζοντας εδώ είναι απλά μια λιγότερο επώδυνη διαχείριση)· είτε τη σχετική συζήτηση να την αναλαμβάνει η Ακροδεξιά, με όρους υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και τη «δικής μας» οικονομίας, δηλαδή του «δικού μας» καπιταλισμού, απέναντι στους άλλους ευρωπαϊκούς.
Χρήστος Λάσκος: Νομίζω πως η συζήτηση αυτή δεν μπορεί παρά να συνδέεται διαρκώς με τα ευρύτερα συμφραζόμενά της. Δεν μπορεί να γίνει χωρίς την σε βάθος προσέγγιση της σημερινής φάσης του ιμπεριαλισμού («παγκοσμιοποίηση» κτό.). Δεν μπορεί ακόμη περισσότερο να αποκτήσει βάση χωρίς την ένταξή της στη σημερινή συζήτηση για την συνεχιζόμενη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, που είναι πιθανό, ιδωμένη από το συντελεσμένο μέλλον χρόνια μετά, να αποτιμηθεί ως ιστορικά καθοριστική για το μέλλον του καπιταλισμού.
Το Brexit, λοιπόν μπορεί να αποκτήσει σημασία μόνο μέσα σε αυτήν την συζήτηση. Δεν υπάρχει, ωστόσο, αμφιβολία πως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για ένα «πληβειακό γεγονός», που στο δημόσιο λόγο «εκπροσωπήθηκε» από δεξιές δυνάμεις, και παρ’ όλα αυτά υπήρξε μια αντίδραση απέναντι στα δρεπανηφόρα άρματα του σύγχρονου «καθαρού» όσο ποτέ καπιταλισμού, που δεν αφήνουν πια τίποτε όρθιο. Γι’ αυτό και οι οδυρμοί περί εθνολαϊκισμού, όταν προέρχονται από «τα αριστερά», είναι περισσότερο ένδειξη της πολιτικής ανεπάρκειας –και της πολιτισμικής ιδιοτυπίας- των φορέων τους, παρά ερμηνευτικό σχήμα για τη στάση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού των Βρετανών φτωχών.
Στο κάτω κάτω, ας συνειδητοποιήσουμε πως στην ενίσχυση της ακροδεξιάς «έκφρασης» της γενικευμένης κοινωνικής δυσφορίας τίποτε δεν συμβάλλει περισσότερο από την έμπρακτη αποδοχή της ΤΙΝΑ από αριστερές δυνάμεις, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το καλοκαίρι του 2015. Η ευρύτατη πίστη πως η Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι παρά το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «προτεκτοράτου» στη σημερινή περίοδο ανοίγει πραγματικές λεωφόρους για τις «δεξιές εναλλακτικές». Δεν είναι απολύτως εύλογο;
 
Μπορεί να αλλάξει κάτι, να εφαρμοστεί μια ριζικά διαφορετική πολιτική μέσα από μια κυβέρνηση εντός Ευρώπης, ή ακόμα και εντός θεσμικού πλαισίου (εκλογές κλπ.), ή τελικά η …επανάσταση (όπως και αν ακούγεται αυτό) είναι η μόνη λύση; 
Χρήστος Λάσκος: Αν είναι κάτι στο οποίο δεν έχω αλλάξει άποψη, με όλο τον ορυμαγδό που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, είναι πως μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα. Μια κυβέρνηση δεν θα τα άλλαζε από μόνη της, μπορούσε όμως να αποτελέσει, με τις σαφείς και δημόσιες επιλογές της, την εκκίνηση της διαδικασίας του μετασχηματισμού σε μεγαλύτερες –αναγκαστικά- επικράτειες. Και αυτό θα μπορούσε να το κάνει εντός ΕΕ και Ευρωζώνης – αρκεί να ήταν αποφασισμένη να μην υποχωρήσει μπροστά στις απειλές «εκπαραθύρωσης».
Μπορούν να γίνουν αλλιώς τα πράγματα. Υπάρχει εναλλακτική, πολύ περισσότερο που η ισχύς του καπιταλιστικού φαντασιακού αποδυναμώνεται στο μέτρο που ο ζουρλός νεοφιλελευθερισμός της εποχής μας δεν πείθει κανέναν πως μπορεί να εγγυηθεί, έστω με «θυσίες», έστω αργότερα ένα καλύτερο μέλλον.
Με δύο προϋποθέσεις: πρώτα, πρέπει να ρίξουμε όλο το βάρος στην ανάταξη και οικοδόμηση κινημάτων, που «έξω από το κράτος» και σε σύγκρουση μαζί του, ακόμη κι αν είναι «αριστερό», θα δομούν την αμεσοδημοκρατική συνθήκη χωρίς την οποία, για να θυμηθούμε τον Πουλαντζά, καμιά θεσμική πολιτική δεν έχει τύχη, από την αριστερή οπτική γωνία. Αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα, αλληλέγγυες και κοινωνικές συνεργατικές προσπάθειες αποτελούν στρατηγικά προαπαιτούμενα μιας νικηφόρας πορείας. Δεύτερον, δεν θα διαμορφώνουμε συνθήκες εφησυχασμού, είτε γιατί η Μέρκελ θα μας κάνει τεμενάδες, είτε γιατί –στον τωρινό ιμπεριαλιστικό κόσμο!- η έξοδος θα μας κάνει, σε κάποιους μήνες μέσα, εθνικά κυρίαρχους (sic) στην οικονομική μας πολιτική.
Το θεμελιώδες μήνυμα που πρέπει να εκπεμφθεί παντού είναι πως οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης και μετασχηματισμούς δεν θα είναι παρά «αίμα και άμμος». Τίποτε εύκολο δεν υπάρχει μπροστά μας.
Δεν γίνεται, όμως, αλλιώς. Ο καπιταλισμός, στο πλαίσιο της κρίσης του –οικονομικής, διατροφικής, ενεργειακής, κλιματικής- μετατρέπεται σε ύβρι πλανητικών διαστάσεων. Ο αντικαπιταλισμός, λοιπόν, είναι εκ των ων ουκ άνευ οποιαδήποτε ριζοσπαστικής πολιτικής. Επομένως, ναι: one solution revolution. Στο μέτρο, επιπλέον, που είμαστε σε ένα σημείο που η πάλη για υπεράσπιση των στοιχειωδών εκλαμβάνεται από τους κυρίαρχους ως επανάσταση, κάθε πράξη σύγκρουσης είναι επαναστατική.
Κυρίως, όμως, η αλήθεια είναι επαναστατική. Κι όποιος δεν τη λέει είναι αντιδραστικός, ακόμη και πριν υπογράψει Μνημόνια.

Ο Χεμινγουέι για την καταστροφή της Σμύρνης

 
«Αυτός ο κόσμος τσακίζει τους ανθρώπους και στο μέρος που τσακίζονται εμφανίζεται ένα ράγισμα. Κι όσοι αρνούνται να τσακιστούν, αυτούς ο κόσμος τους σκοτώνει. Σκοτώνει χωρίς να λογαριάζει τους πολύ γενναίους, τους πολύ δυνατούς και τους πολύ ρομαντικούς. Αν δεν είστε από αυτούς θα σας σκοτώσει επίσης. Όμως τότε θα αφήσει τον χρόνο να κάνει την δουλειά του». Το απόσπασμα είναι από τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Έρνεστ Χεμινγουέι, που δεν άφησε «το χρόνο να κάνει τη δουλειά του», καθώς σαν σήμερα το 1961 αντί να σκοτώσει λιοντάρια, τίγρεις, ακόμα και καρχαρίες, όπως συνήθιζε, σκότωσε τον ίδιο του τον εαυτό. Είχαν προηγηθεί 11 με 15 ηλεκτροσόκ.
Για τον Χεμινγουέι έχουν γραφτεί πολλά. Εμείς θα πούμε ότι ήταν ένας μεγάλος συγγραφέας αλλά και ένας φλιπαρισμένος Αμερικανός. Εξάλλου, από πολύ νωρίς, όπως περιγράφει ο Χώθορν στη νουβέλα «Ήθαν Μπραντ» οι Αμερικανοί ήταν «φλιπαρισμένοι»(φλιπ, είδος δυνατού ποτού) από τη μοναξιά. Γιατί σύμφωνα με τον Χώθορν ο άνθρωπος αυτός (ο Ήθαν) κατέληξε να γίνει «ένας ψυχρός παρατηρητής, κοιτάζοντας αφ’ υψηλού την ανθρωπότητα ως ένα υποκείμενο του πειράματός του…».
Έτσι παρατηρούσαν οι Αμερικανοί τη σφαγή των Ελλήνων στη Σμύρνη και το ξερίζωμά τους. Τότε που ο Χεμινγουέι ήταν ανταποκριτής και έγραφε για την καταστροφή είτε με τη μορφή ρεπορτάζ σε καναδική εφημερίδα είτε με τη μορφή λογοτεχνικών αφηγημάτων:
«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»
Με τα παραπάνω λόγια ένας ήρωας του Χεμινγουέι, αξιωματικός πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, έχει τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».
Μόλις πριν τρία χρόνια, το 1922, ως ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας “Toronto Star” ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ο ίδιος στον τόπο της καταστροφής και είχε περιγράψει τα τραγικά γεγονότα σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto».
Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:
«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά... Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».
«Στην προκυμαία της Σμύρνης», επίσης, ο Χεμινγουέι γράφει:
«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε... Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα... Το παράξενο ήταν, είπε [ο αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα.  Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. ...».
Και ακόμα «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».
Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει:
«Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται.... Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. …Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922)
«Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).
Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει:
«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway, 21 Ιουλίου 1899 - 2 Ιουλίου 1961) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, αποτέλεσε μέλος της αποκαλούμενης "Χαμένης Γενιάς" (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι, στις δεκαετίες 1920 και 1930. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται Ο Γέρος και η Θάλασσα, Για ποιον χτυπά η καμπάνα και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

«Τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες»

Infowar
 
Άρης Χατζηστεφάνου

Οι Αγγλοι βαυκαλίζονται ότι είναι ελεύθεροι. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν εκλέγουν τους βουλευτές τους. Αμέσως μετά επιστρέφουν στις αλυσίδες και την ανυπαρξία τους. 
 Ζαν Ζακ Ρουσό 

«Εφτασε η στιγμή που οι...ελίτ πρέπει να εξεγερθούν απέναντι στις αμαθείς μάζες», τιτλοφορούσε πολυσέλιδη ανάλυσή του το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy.
Το κείμενοι έφερε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Τζέιμς Τράουμπ, αρθρογράφου μεταξύ άλλων των New York Times και του περιοδικού New Yorker αλλά και μέλους του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ.
Μετά το σοκ του τίτλου το περιεχόμενο ήταν αναμενόμενο: «Οι δυνάμεις του Brexit», έγραφε ο Τράουμπ, «κέρδισαν επειδή ορισμένοι κυνικοί πολιτικοί ηγέτες ήταν έτοιμοι να υποταχθούν στην παράνοια των ψηφοφόρων τους. Είναι απαραίτητο να πούμε», συνέχιζε ο γνωστός σχολιαστής, «ότι οι άνθρωποι παραπλανώνται και ο στόχος της ηγεσίας είναι να τους απομακρύνουν από την πλάνη». 
«Μήπως είναι αυτό ελιτισμός;», αναρωτιόταν ο ίδιος, για να δώσει αμέσως την απάντηση στο ρητορικό του ερώτημα:
«Πιθανότατα είναι… γιατί έχει φτάσει να αποτελεί ελιτισμό να πιστεύουμε στη λογική, την τεχνογνωσία και τα μαθήματα της Ιστορίας. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η παράταξη που αποδέχεται την πραγματικότητα πρέπει να προετοιμαστεί να αναλάβει τον έλεγχο της παράταξης που αρνείται την πραγματικότητα». 
Πόσο διαφορετικά ηχούν αυτές οι προτάσεις από τα μηνύματα που έστελναν οι ίδιοι αρθρογράφοι πριν από περίπου 25 χρόνια, όταν οι θεωρίες περί του τέλους της Ιστορίας υπόσχονταν την ολοκληρωτική επικράτηση του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας.
Σήμερα καθώς ο καπιταλισμός αδυνατεί να ξανασταθεί στα πόδια του και ενώ το εγχείρημα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης βρίσκεται στο στόχαστρο των λαών της Ευρώπης και της Αμερικής, η δημοκρατία μετατρέπεται στον απόλυτο εχθρό. 
Η μάχη ξεκινά με πρόσχημα τον κίνδυνο επικράτησης ανθρώπων όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ στην Αγγλία, ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η Μαρίν Λεπέν στο Παρίσι – πολιτικοί δηλαδή που αποθεώθηκαν από το ίδιο οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο που σήμερα τους παρουσιάζει ως απειλή για την οποία αξίζει να θυσιάσουμε τη δημοκρατία. 
Σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η ολομέτωπη επίθεση απέναντι στο δικαίωμα των πολιτών να εκφράζουν τη βούλησή τους –έστω και με την παρωδία δημοκρατίας των εκλογών που πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια– έρχεται με αριστερό και αμεσοδημοκρατικό μανδύα.
«Οι εκλογές είναι επικίνδυνες για τη δημοκρατία», ήταν ο τίτλος σε μακροσκελέστατο άρθρο του Ντέιβιντ βαν Ρέιμπρουκ στη βρετανική εφημερίδα Guardian, λίγες ημέρες μετά το δημοψήφισμα του Brexit.
Ο αρθρογράφος χαρακτήριζε συλλήβδην τα δημοψηφίσματα «πρωτόγονες διαδικασίες, που μετατρέπονται σε επικίνδυνα τσεκούρια στα χέρια απογοητευμένων και κακώς πληροφορημένων πολιτών».
Ο Βρετανός σχολιαστής δεν είχε απλώς πρόβλημα με τα δημοψηφίσματα αλλά με κάθε διαδικασία εκλογών.
«Το σύστημα της αντιπροσώπευσης μέσω εκλεγμένων εκπροσώπων ίσως να ήταν απαραίτητο στο παρελθόν –όταν η επικοινωνία ήταν αργή και οι πληροφορίες περιορισμένες– αλλά δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αλληλοεπιδρούν οι πολίτες σήμερα», διαβάσαμε στο άρθρο του Guardian, το οποίο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ζούμε με το «σύνδρομο της δημοκρατικής κόπωσης». 
Φαινομενικά η κριτική που ασκούσε ο Ρέιμπρουκ βρίσκεται στον αντίποδα των θέσεων που παρουσίαζε το Foreign Policy.
Εδώ ο συγγραφέας δεν ζητά την κυριαρχία των ελίτ απέναντι στις αμαθείς μάζες (δηλαδή ένα ολιγαρχικό καθεστώς όπως θα το όριζε ο Αριστοτέλης), αλλά την επιστροφή στην Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Ο Ρέιμπρουκ προτείνει την ανάληψη εξουσιών από μικρές ομάδες πολιτών που θα επιλέγονται τυχαία αλλά θα πλαισιώνονται από επιστήμονες και τεχνοκράτες.
Πουθενά στο κείμενο βέβαια δεν διαβάζουμε ποιος θα επιλέγει αυτούς τους τεχνοκράτες και πολύ περισσότερο γιατί αυτοί οι «ειδικοί», που παρουσιάζονται σαν κάτοχοι της μιας και μοναδικής αλήθειας, θεωρούνται πολιτικά ουδέτεροι: Και αν αυτοί οι «ειδικοί» είναι καθηγητές πανεπιστημίου που μπορεί συμπτωματικά να ζουν από επιδοτούμενα προγράμματα της Ε.Ε. (λέμε τώρα). 
Το πραγματικό πρόβλημα στις θέσεις του Ρέιμπρουκ βέβαια δεν είναι τόσο το περιεχόμενό τους όσο ο χρόνος της παρουσίασής τους.
Η ανάθεση της εκτελεστικής εξουσίας σε τυχαία επιλεγμένους, αιρετούς πολίτες είναι πράγματι μια ριζοσπαστική απάντηση για τα προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Σε τελική ανάλυση όμως το άγχος που βαραίνει τον συγγραφέα δεν είναι πώς θα θριαμβεύσει η δημοκρατία, αλλά πώς θα αποφευχθεί ένα ακόμη «λάθος», όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει το Brexit. 
Ξεκινώντας από εντελώς διαφορετική αφετηρία από τον συντηρητικό λόγο του Τζέιμς Τράουμπ στο Foreign Policy, o Ρέιμπρουκ καταπιάνεται με το ίδιο ερώτημα: Πώς θα διορθώσουμε ένα εκλογικό σώμα που ψηφίζει «λάθος». 
Αυτό που και οι δύο σχολιαστές παραλείπουν να σημειώσουν βέβαια είναι ότι αυτοί που ψήφισαν «λάθος» ανήκουν σε διαφορετική τάξη από τους ίδιους.
Και ο πόλεμος που βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη δεν είναι ο πόλεμος των ιδεών αλλά ο πόλεμος των τάξεων. 

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Το Brexit ως βούληση και ως παράσταση.

Του Χρήστου Λάσκου

Για μια ακόμη φορά, λοιπόν, οι «επιστήμονες» δημοσκόποι ξεφτιλίστηκαν ολοκληρωτικά. Το Brexit κέρδισε –συντριπτικά, μάλιστα, αν αναλογιστούμε πόσο ενάντιά του, αντικειμενικά, λειτούργησε τις τελευταίες ημέρες η δολοφονία της Τζο Κοξ.
Πολλές είναι οι εξηγήσεις γι’ αυτό κι άλλες τόσες οι δικαιολογίες. Νομίζω, όμως, πως η κυριότερη συνίσταται στο γεγονός πως οι δημοσκόποι, ως βασικοί υπηρέτες των ελίτ, των σημερινών, δηλαδή, «κυρίαρχων του σύμπαντος», σύμφωνα με την αυτοαντίληψή τους, στα αποτελέσματα των ερευνών τους περισσότερο καταγράφουν τις επιθυμίες των αφεντικών παρά τις τάσεις της κοινωνίας. Κι έτσι καταλήγουν μονίμως έκπληκτοι!
Αυτή η συνθήκη από μόνη της θα πρέπει να αποτιμηθεί ως θετική κι ελπιδοφόρα. Αν οι πληθυσμοί μονίμως κοροϊδεύουν, σε ό,τι αφορά τις διαθέσεις τους, τις ελίτ και, ταυτοχρόνως, οι τελευταίες πέφτουν συνεχώς έξω στις προβλέψεις τους, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι καλό νέο. Μια χαρά!
Ας πάμε, όμως, σε αυτό καθαυτό το Brexit. Τι συνέβη, λοιπόν, την Πέμπτη;
Αυτά στα οποία νομίζω όλοι θα συμφωνήσουν είναι, πρώτα, πως ο βρετανικός λαός έφτυσε κατάμουτρα τόσο τη δική του όσο και την ευρύτερη ευρωπαϊκή ηγεσία, ανοίγοντας, με την απόφασή του, ένα σημαντικό νέο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Δεύτερον, το έκανε αγνοώντας επιδεικτικά όλη την εκστρατεία φόβου για τον οικονομικό Αρμαγεδδώνα, που θα ακολουθούσε μια τέτοια απόφαση –δείχνοντας, για δεύτερη φορά μετά το ελληνικό δημοψήφισμα, πως ο φόβος δεν φτάνει πια ως όπλο των κυρίαρχων.
Τρίτον, η ταξική διάρθρωση της ψήφου δείχνει, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως οι κατώτερες τάξεις ψήφισαν με 61+ % αποχώρηση από την ΕΕ –θυμίζοντας μας, με συγκινητικό αριθμητικά τρόπο, τη δική μας 5η Ιουλίου.
Τέταρτο, χωρίς καμία αμφιβολία, ο μαζικός δημόσιος λόγος του Brexit κυριαρχήθηκε από δυνάμεις της Δεξιάς.
Άρα; Πώς μαζεύεται όλο αυτό; Τι θέση πρέπει να πάρει ένας αριστερός άνθρωπος απέναντι σε αυτήν την «αντιφατική» συνθήκη; Πώς μπορεί να χειριστεί τα συναισθήματά του; Να χαρεί, να λυπηθεί; Τι;
Για να κάνω μια πρόχειρη αρχή απάντησης, θα πρέπει να πω πως εγώ μάλλον προς μια κάποια ευφορία έκλινα, από χθες το πρωί. Προφανώς, ο,τιδήποτε στραπατσάρει τη σημερινή «ηγεσία» της ΕΕ δεν μπορεί παρά να μας χαροποιεί. Όπως σωστά επισημαίνει η Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά στη χθεσινή της ανακοίνωση, «[τ]ο αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος αποτελεί μια ακόμα ηχηρή αποδοκιμασία της Ευρώπης του κεφαλαίου μετά το περσινό ελληνικό «Όχι»: την επιβεβαίωση ότι η νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο ναδίρ και, ταυτόχρονα, υπόμνηση πως το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι στον αντίποδα της δημοκρατικής προσδοκίας για την «Ευρώπη των λαών»»1. Κι όσο κι αν το UKIP ή ο Μπόρις Τζόνσον, άμα τη παρουσία τους, προκαλούν το χτύπημα χιλιάδων καμπανών, δεν πρέπει επ’ ουδενί να μπούμε στην χορεία των σημαιοφόρων του «αντιλαϊκισμού». Πολύ περισσότερο που ξέρουμε καλά πόσο η ενίσχυση της πολιτικής ακροδεξιάς είναι η άλλη όψη των οικονομικά ακόμη πιο ακροδεξιών νεοφιλελεύθερων ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επιπλέον, οι λόγοι για τους οποίους οι φτωχοί της Αγγλίας ψήφισαν Brexit, κατά πάσα πιθανότητα, είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς που τα δημόσια πρόσωπα πρόταξαν. Νομίζω, δηλαδή, πως πρόκειται για λόγους πολύ περισσότερο «ταξικούς» παρά «εθνικούς». Ισχυρή δε ένδειξη γι αυτό είναι η δήλωση του ίδιου του Φάρατζ, ο οποίος, αντί να επιχειρήσει να δικαιώσει δια του αποτελέσματος την αντιμεταναστευτική του καμπάνια, είπε και μόνο: «πρόκειται για μια νίκη των «πραγματικών ανθρώπων» ενάντια στις πολυεθνικές και τις τράπεζες». Σαν, αντιλαμβανόμενος το ταξικό περιεχόμενο της ψήφου, να θέλησε να το καρπωθεί μιλώντας λόγο «αριστερό».
Κι όμως, παρακολουθώντας χθες τις τοποθετήσεις εκπροσώπων της κυβέρνησης, καμιά αναφορά δεν έβλεπες σε αυτό το προφανές ταξικό περιεχόμενο του Brexit. Και να ο ανυποχώρητος «ευρωπαϊσμός», να ο οικτιρμός της «λαϊκιστικής» επιλογής των Βρετανών, να η «ανησυχία», αδύνατον να ξεχωρίσεις την, έστω «συνθηκολογημένη αριστερά» από όλα τα υπόλοιπα φρούτα του τηλεοπτικού μπαχτσέ, Πρετεντέρη και Πορτοσάλτε μηδέ εξαιρουμένων. Και μην πει κανείς πως ο Τσίπρας έβαλε, με αυτήν την αφορμή, την αναγκαιότητα για «μια αλλαγή στην Ευρώπη». Το ίδιο έκανε, από τον Μητσοτάκη μέχρι τον Θεοδωράκη, σύμπαν το «ευρωπαϊκό –δημοκρατικό» τόξο, από το οποίο η κυβέρνηση όχι μόνο δεν εξαιρεί τον εαυτό της, αλλά διεκδικεί και την ηγεσία του!
Αυτό, άλλωστε, εξηγεί και το γεγονός πως ο πρωθυπουργός –με όλες τις «εύλογες διαφωνίες»- αισθάνεται τόσο κοντά στην ευρωπαϊκή ηγεσία, που υποδέχεται αυτήν την άθλια φιγούρα, τον Γιούνγκερ, προσφωνώντας τον με το μικρό του, Ζαν Κλωντ! Θα μπορούσε να είναι «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», αν δεν ήταν κάτι χειρότερο, δηλαδή προσχώρηση.
Άκου, Ζαν Κλωντ!
Αυτό το εξωφρενικό αντιδημοκρατικό θεσμικό έκτρωμα, που συνιστά η σημερινή ΕΕ2, γίνεται ο αγαπησιάρης Ζαν Κλωντ. Κι αυτό είναι η χειρότερη απόδειξη οριστικής έκπτωσης των ανθρώπων που μας κυβερνούν.
Εξού, μεταξύ πολλών άλλων, και η αποστασιοποίηση παλιών φίλων και συμμάχων. Λέω προκαταβολικά πως ο Πάμπλο Ιγκλέσιας δεν μου εμπνέει εμπιστοσύνη –και όχι μόνο γιατί μας ενημερώνει, στην τελευταία προεκλογική περίοδο, πως αγωνίζεται (sic) για μια «υγιή σοσιαλδημοκρατία». Παρόλ’ αυτά, η σαφής άποψη πως «η Ελλάδα είναι προτεκτοράτο» κάτι δείχνει για την … Ελλάδα, που «δεν καταστράφηκε», με τη «ρεαλιστική πολιτική», που επιλέχθηκε. Κι έτσι φτάσαμε και σε τουίτερ της Γουόλ Στρητ Τζέρναλ, που συμβουλεύουν τον Κάμερον να ρωτήσει τον Τσίπρα για το πώς πρέπει να χειριστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ή, ίσως, και τον Σάλλα, θα πρόσθετα, τον Λάτση ή τον Μπόμπολα, ή την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (τους οποίους ο πρωθυπουργός κάλεσε να γίνουν ατμομηχανή της ανάπτυξης, που έρχεται), οι οποίοι, μάλλον, πολύ θετικά επηρεάστηκαν από την «απώλεια εθνικής κυριαρχίας».
Έτσι, λοιπόν, έχουν τα πράγματα. Αυτή η ΕΕ ας γίνει στάχτη και μπούρμπερη. Η διάλυσή της ίσως αποδειχτεί «κάτι το ωραίον τελικά». Ίσως. Χωρίς τους συνήθεις εφησυχασμούς των «εξοδούχων» πως τα διάφορα Ε-xits θα δώσουν λύση στα τεράστια προβλήματα των εργαζόμενων, των άνεργων, των κατώτερων τάξεων της Ευρώπης. Με πρώτο μέλημα τον πανευρωπαϊκό συντονισμό του κόσμου της εργασίας. Μόνον αυτό συνιστά ρεαλιστική επιλογή προκειμένου να μην πάρει η ακροδεξιά την εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων.
Δύσκολα πράγματα. Προφανώς, ειδικά μετά και από την παταγώδη μας αποτυχία στην Ελλάδα.
Πάντως, είναι βέβαιο πως οποιαδήποτε εναλλακτική δυνατότητα περνάει πάνω από τα πολιτικά πτώματα των Ζαν Κλωντ και λοιπών «ευρωπαϊστών», που, αν τους αφήσουμε, είναι βέβαιο ότι θα εξοντώσουν, με απόλυτο και φυσικό τρόπο, γενιές ανθρώπων στην χώρα μας κι αλλού. Οι Ζαν Κλωντ –εκτός αυτού που έπαιζε στα «Μαύρα Μεσάνυχτα», προφανώς- αποτελούν τον κύριο αντίπαλο, μαζί με τα δικά μας αφεντικά. Και αποτελούν τους κύριους χορηγούς των ναζιστών εδώ και παντού στην Ευρώπη. Ή θα ειπωθεί η αλήθεια στον κόσμο και θα πάρουμε όλοι μαζί το ρίσκο μιας ανηλεούς σύγκρουσης ή την έχουμε οριστικά βαμμένη.

ΥΓ. Λέγεται συχνά πως ο ελληνικός λαός είναι γνήσια «ευρωπαϊστικός». Τρίχες. Ο φόβος, «που τρώει τα σωθικά» -και, κατεξοχήν, ενίσχυσε η κυβέρνηση με το «αφήγημα» περί απόλυτης καταστροφής και κατάρρευσης του περσινού καλοκαιριού- τον κάνει να φαίνεται έτσι. Το 80% και παραπάνω έχει γραμμένους τους Ζαν Κλωντ εκεί που όλοι ξέρουμε.

1 Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά, Δεν μένουμε Ευρωπαϊκή Ένωση, zoimeta.wordpress.com, 23 Ιουνίου 2016
2 Για αναλυτική περιγραφή βλ. Christos Laskos & Euclid Tsakalotos, Crucible of Resistance, Pluto Press, London, 2013, pp. 73-78.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ένας προδομένος λαός ζητά δικαίωση


 
ΞΕΣΗΚΩΘΕΙΤΕ

«…έρχεται μια μέρα που πρέπει να πούμε το μεγάλο το Όχι.

Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε...»
Ας λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τους παραπάνω στίχους από το ποίημα «Che fece... il gran rifiuto» του ασυμβίβαστου Καβάφη, που όρισε τη ζωή του να φυλάσσει θερμοπύλες, για να υπερασπιστούμε το ΟΧΙ. Το ΟΧΙ που βροντοφώναξε ένα χρόνο πριν το 60% του Ελληνικού λαού, που τελικά το μόνο που επέτυχε ήταν να στέψει απόλυτο κυρίαρχο τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος την επομένη κιόλας του δημοψηφίσματος μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ.
Γιατί δεν είχε τη δύναμη να πει κατάμουτρα στους τοκογλύφους «Φθάνει. Ως εδώ !» Πάντα όλοι οι πολιτικοί μας ακολουθούσαν τις υποδείξεις των ξένων. Γι αυτό και δεν μας υπολόγιζαν. Ο Οδυσσέας Ελύτης το διάστημα που βρέθηκε στην Ευρώπη διαπίστωσε:
«…Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας.»
Και σε αυτή του τη μεταστροφή ο Πρωθυπουργός είχε συμμάχους περισσότερους πολιτικούς αρχηγούς, που έβαλαν την υπογραφή τους στο πιο επώδυνο μνημόνιο, το τρίτο, το οποίο είναι βαρύτερο και κοινωνικά επαχθέστερο. Ο Ελληνικός λαός κατέδειξε θέληση αντίστασης και δεν τίθεται κανένα δίλημμα περί τούτου, αλλά προδόθηκε.
Όμως, τίποτα δεν πάει χαμένο και αυτή η τόσο σημαντική απόφαση θα καθορίσει σίγουρα στο μέλλον τη ζωή μας. Είναι η στιγμή που θα πρέπει να υπερασπιστούμε πάση θυσία το μεγάλο ΟΧΙ δηλώνοντας την άρνησή μας σε επιβεβλημένους συμβιβασμούς.
«Αντισταθείτε. Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία»
μας προτρέπει ο ανατρεπτικός Μιχάλης Κατσαρός.
Κι ο Σεφέρης γράφει στο «Πολιτικό Ημερολόγιο» στα 1945:
«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις…»
και είναι σαν να καθρεφτίζει το σήμερα.
Σήμερα που οι μνημονιακές δυνάμεις, πειθήνια όργανα των τοκογλύφων απαρνήθηκαν τις αξίες που υπεραμύνονταν κι έκαναν αυτό το οποίο τους υπαγόρευσαν τα αφεντικά τους. Οι Εφιάλτες φάνηκαν και τους πρέπει τιμωρία.
Έξι χρόνια τώρα οι εταίροι(;) που μας εξαθλίωσαν μας απειλούν με καταστροφές, και κάθε μέρα έχουν όλο και νέες απαιτήσεις, ζητώντας νέες περικοπές, απαιτώντας τη συνέχιση πολιτικών που γονάτισαν και τώρα θέλουν να μας τελειώσουν.
Ας υπερασπιστούμε, λοιπόν, δυναμικά το ΟΧΙ, γιατί αυτό συμβαδίζει με την τιμή και την πεποίθησή μας ΔΙΕΚΙΚΗΣΕ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΤΗΝ ΠΙΣΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ενεργοποιώντας την Aκροτελεύτια διάταξη 'Αρθρο 120 του Συντάγματος.
« H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.»
Κι εμείς, που ποτέ δεν δειλιάσαμε θα συνεχίσουμε να λέμε ΟΧΙ και τη λύση σίγουρα θα δώσει ο κυρίαρχος λαός , που θα έρθει σύντομα η στιγμή που θα πει:
« Ως εδώ και μη παρέκει.»
*Η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου είναι δημοσιογράφος