Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

"Στις Ξερολιθιές" Μίλτος Πασχαλίδης

Το φύλο, η οικογένεια, η απελευθέρωση της επιθυμίας…και ο εαυτός μας ως πράγμα


Του Γιώργου Ρακκά

Δεν αρκεί η επίκληση στα ατομικά δικαιώματα και τις λοιπές αξίες της ανοιχτής κοινωνίας για να δικαιολογήσει την αίγλη με την οποία η ίδια η παγκοσμιοποιητική εξουσία περιβάλλει διοργανώσεις όπως το Gay Pride, οι οποίες τείνουν να μεταμορφωθούν σε θεσμικό τελετουργικό που καλείται να υπηρετήσει η σύγχρονη φιλελεύθερη πολιτειότητα των ατομικών δικαιωμάτων.
Αυτή ακριβώς η αίγλη είναι που μας κάνει να πιστεύουμε ότι το Gay Pride εκπληρώνει άλλη λειτουργία, από εκείνη που επικαλείται η κυρίαρχη κατάσταση μέσα στην πολιτική ή τον πολιτισμό: Κι αυτό διότι, από τον ίδιο του τον χαρακτήρα, ως δημόσιας επίδειξης πρακτικών σεξουαλικής ελευθεριότητας, έρχεται να υπονομεύσει εκείνες ακριβώς τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες διασφαλίζεται η ελευθερία του κάθε ανθρώπου να ορίσει εκείνος την ερωτική του ζωή.
Υπάρχει μια θεμελιώδης διάκριση που εντοπίζεται στα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος και συνιστά ουσιαστική ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή κάθε μορφής ολοκληρωτικής διολίσθησης: Η διάκριση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας.
Η προσωπική ελευθερία, που έχει να κάνει με την ερωτική αυτοδιάθεση του καθενός μας, είναι κάτι το οποίο αφορά στην ιδιωτικότητά μας: Αυτό ήταν εξ άλλου και το ουσιαστικότερο επιχείρημα του κινήματος για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στη ριζοσπαστική του φάση, ότι, ακριβώς, η ελευθερία του καθενός μας συνιστά μια αξία με μεγαλύτερη βαρύτητα από την κυρίαρχη κοινωνική νόρμα.
Αυτή η άποψη, όμως, δεν διατηρεί καμία λογική σχέση και συνοχή, με μια άλλη σύγχρονη, που παρουσιάζεται μετά την ενσωμάτωση αυτών των κινημάτων στο σχέδιο της σύγχρονης κυριαρχίας, και τη μεταβολή των συλλογικών τους κινητοποιήσεων σε ένα είδος θεσμισμένου τελετουργικού, που θέλει να επιβάλει τα «εν οίκω» στον «δήμο», επιβάλλοντας μια εγωκρατική αντιμετώπιση του δημόσιου βίου, λες και είναι προέκταση της κρεβατοκάμαράς μας: Η άρνηση της διάκρισης του τι εμπίπτει στον δημόσιο χώρο και τι στον ιδιωτικό κρύβει μια αντίληψη ιδιωτείας με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου.
Η εποχή μας, όμως, είναι εποχή της ιδιωτείας. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε αισθάνεται την επιτακτική ανάγκη να μεταβάλει τη διεξαγωγή του Gay Pride σε ενός είδους σύμβολο πίστεως στην απόλυτη ελευθερία του σχετίζεσθαι, την ίδια στιγμή που, στην πραγματική ζωή, η ίδια ιδιωτεία έχει περιορίσει τόσο πολύ το έδαφος των πραγματικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, τη διάσταση της σωματικής τους επαφής, την ενεργή σεξουαλικότητα και την επικοινωνία τους. Υπάρχει, επομένως, αρκετή δόση υποκρισίας σε μια εποχή που θέλει να παρουσιάζεται «απελευθερωμένη», την ίδια στιγμή που έχει εκτοξεύσει τη μοναχικότητα και την αποξένωση του ανθρώπου σε άνευ προηγουμένου ιστορικά επίπεδα.
Υπάρχει, βέβαια, και άλλος λόγος για τον οποίο το Gay Pride ως τελετουργικό αποχαλίνωσης, ως διαδήλωση που διατρανώνει την απόλυτη προτεραιότητα στην ικανοποίηση της επιθυμίας κλείνοντας στο μάτι μέσω αυτής στην απελευθέρωση των ενστίκτων.
Στο επίπεδο των φαντασιακών θεσμίσεων της σύγχρονης κοινωνίας, αυτή η κατακτητική μανία «ιδιοποίησης» που ξεσπάει μέσα από τη νέα θεολογία της επιθυμίας, έρχεται να αμφισβητήσει τις πραγματικότητες του φύλου, τον καταμερισμό τους μέσα στην οικογένεια κ.ο.κ. Αυτό που προαναγγέλλεται είναι μια εκ βάθρων αντιστροφή: Δεν είναι το φύλο που ως βιοψυχοκοινωνική ολότητα συνεπάγεται κάποια πράγματα για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά μας, πράγμα το οποίο μπορούμε να το δούμε να λειτουργεί ανεξαρτήτως των σεξουαλικών μας επιλογών, αλλά ο χαρακτήρας μας που έρχεται με τις «νέες ελευθερίες» που του επιτρέπουν η πρόοδος της Τεχνικής και οι αξίες της ανοιχτής κοινωνίας, να σαρώσει αυτό το βιοψυχοκοινωνικό υπόστρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια. Ανεξάρτητα από τον ιστορικό τύπο, τη μορφή που ο κάθε πολιτισμός αποφάσισε να της δώσει μέσα στην εκάστοτε εποχή, υπήρχε μια σταθερά σε ό,τι αφορά στον καταμερισμό των φύλων, στους ρόλους που και τα δύο πρέπει να έχουν στην αναπαραγωγή των νέων γενεών. Τα μητρικά και πατρικά πρότυπα, άλλοτε πιο απτά, όπως λογουχάρη μέσα στην πυρηνική οικογένεια, και άλλοτε περισσότερο συμβολικά, σε κοινωνίες που επιλέγουν τη συλλογική ανατροφή των παιδιών τους, είναι πάντοτε παρόντα, μετέχουν ταυτοχρόνως στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των ανθρώπων. Γι’ αυτό εξάλλου, γνωρίζουμε και επιστημονικά από την εποχή του Φρόιντ, ότι αυτή η ανδρική ή γυναικεία προσωπικότητα διαθέτει πάντοτε και μια αρσενική και μια θηλυκή πλευρά.
Η βιοψυχοκοινωνική πολυπλοκότητα του ανθρώπου αποτελεί πηγή του πλούτου, της πολυεκδοχικότητας και άρα της μοναδικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, υπό το πρόσχημα του να υπηρετήσουμε το σύνθημα «γίνομαι ό,τι θα επιθυμήσω», καταπατούνται χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης, κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης.
Πρέπει να προσέξουμε τις τάσεις σύγχυσης της ανθρώπινης ελευθερίας, με την αποχαλίνωση της επιθυμίας, της χειραφέτησης των ενστίκτων, της πολιτικοποίησης των ορμών μας. Τελευταία φορά που ακούστηκε αυτό το «πολιτικό πρόγραμμα» ήταν στις παρελάσεις της νεολαίας των ναζί, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αδόλφου. Και να αναμένουμε μια αναβίωση αυτής της σκοτεινής αποθέωσης του αυθορμητισμού, καθώς η πολιτικοποίηση των ορμών, στην οποία καλεί το Gay Pride, θα αγγίζει τις έσχατες συνέπειές της, δηλαδή μια γενίκευση της πολιτικοποίησης των ορμών. Αυτό δεν συνέβη στην Αμερική του Τραμπ, όπου, ως αντανακλαστική αντίδραση στην αυταναφορικότητα των Gay Pride, προέκυψαν οι διαδηλώσεις υπερηφάνειας του ανδρικού σοβινισμού, ή, από την άλλη, οι γκέι υποστηρικτές της «λευκής αρρενωπότητας», μεταξύ των οποίων εντάσσονται και οι πιο ακραίες φωνές της αμερικάνικης ακροδεξιάς;
Η ανάγκη του καθενός να διαμορφώσει τη σεξουαλική του ταυτότητα ελεύθερος από στιγματισμούς, διακρίσεις και παρεμβάσεις στην προσωπική του ζωή είναι υπαρκτή και την σεβόμαστε. Ωστόσο, η ένταση με την οποία προπαγανδίζεται το «δικαίωμα στα πάντα» ενός αχαλίνωτου εαυτού –και σε αυτό το επίπεδο της κριτικής δεν μας ενδιαφέρει το φύλο ούτε οι σεξουαλικές προτιμήσεις του– έχει λάβει τις διαστάσεις μιας νέας θρησκείας: Υπηρετεί οικονομικές αναγκαιότητες, εκτονώνει ως «όπιο του λαού» βουβά δυναμικά της συλλογικής μας ψυχολογίας, καθώς ζούμε σε μια εποχή που στην πραγματικότητα στερείται σχέσεων, χτίζει έναν ανθρωπολογικό τύπο που συντηρεί τα γρανάζια της κατανάλωσης και οδηγεί σταδιακά στον Μετάνθρωπο, στη ριζική παρέμβαση της Τεχνικής πάνω στην ίδια την ανθρώπινη φύση που σήμερα προετοιμάζεται στα εργαστήρια, καθώς μόνον έτσι θα μπορέσουμε πραγματικά να γίνουμε εντελώς ό,τι επιθυμούμε.
Ποτέ άλλοτε η προώθηση μιας τόσο επικίνδυνης ολοκληρωτικής παγίδας δεν έχει πλασαριστεί με το περιτύλιγμα ενός λόγου, υποτίθεται φιλελεύθερου, τόσο ρηχού ωστόσο, τόσο αφιλοσόφητου και ανιστόρητου…
από την Ρήξη φ. 137
ardin-rixi.gr

ΣΥΡΙΖΑ: Μεταξύ της ψεκασμένης Δεξιάς και της ψεκασμένης Αριστεράς

Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε και διαμορφώθηκε ως ρεύμα στην ελλαδική πολιτική ζωή την εποχή των μνημονίων, ως αντίδραση στην χρεωκοπία που επέφερε  το βρωμερό και διεφθαρμένο καθεστώς των ΠΑΣΟΚ-Νέα Δημοκρατία. Η βάση του υπήρξε το παλιό ΚΚες και ο Ρήγας Φερρραίος αλλά σύντομα συσπείρωσε πολλές άλλες τάσεις, κάποιες εκ των  οποίων βρίσκονταν σε θανάσιμο ανταγωνισμό μεταξύ τους:  διαγραμμένους του ΚΚΕ,  «φυγάδες» του ΠΑΣΟΚ, μαοϊκούς, τροτσκιστές, φρικιά, σοσιαλδημοκράτες, βηταπανελλαδικάριους κ.λπ.  
Εμφανίστηκε σαν ένα ρεύμα που εμπεριείχε τα πάντα, που εξέφρασε τον πόθο του λαού και υποσχέθηκε στους πάντες τα πάντα. Εκείνη την εποχή όλα φαίνονταν αντιστρέψιμα. Και αυτή την αντιστροφή επαγγέλθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που η πραγματικότητα δεν επέτρεπε να γίνουν πράξη οι ονειροφαντασίες. Έτσι, βαθμιαία και επώδυνα ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε από τα ροζ συννεφάκια στην σκληρή πραγματικότητα. Και όντως κατάφερε να προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό και να προσπαθήσει να βάλει τις βάσεις για τη μετεξέλιξή του από ένα μέτωπο αντιφατικών πολιτικών δυνάμεων σε ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό κόμμα. Ελπίζουμε ότι θα τα καταφέρει.
 
Η ψεκασμένη Δεξια
Όμως υπάρχουν και κάποια μελανά σημεία της πορείας που έως τα τώρα συνεχίζουν να υπάρχουν και σε μεγάλο βαθμό να καθορίζουν τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ. Το πρώτο μελανό σημείο είναι η στήριξη από τους ακροδεξιούς του Καμμένου. Ο Καμμένος προέρχεται από αυτό που αποκαλούμε «ψεκασμένη Δεξιά». Δηλαδή  η Δεξιά που είναι οπαδός της θεωρίας ότι τα πάντα είναι αποτέλεσμα περίεργων συνωμοσιών μασόνων, εβραίων, λέσχης μπίλντερμπεργκ και πολλών άλλων. Ο όρος «ψεκασμένος» προήλθε από τη θεωρία ότι κάποιοι ψεκάζουν τον λαό από ψηλά με χημικές ούσιες για να τον αδρανοποιήσουν.
 
H ψεκασμένη Αριστερά
Από την άλλη υπάρχει και η «ψεκασμένη Αριστερά» που ένα μέρος της -πονηρά σκεφτόμενο- παρέμεινε στο ΣΥΡΙΖΑ, νεμόμενο τα καλά της εξουσίας: βουλευτικές αποζημιώσεις, αύξηση πολιτικής ισχύος, δυνατότητα να κάνει πράξη περιθωριακές θεωρίες κ.λπ. Το ρεύμα αυτό χρησιμοποιεί έναν ελευθεριακό λόγο -σαφέστατα αντιμαρξιστικό-  αλλά συνδέεται ιδεολογικά περισσότερο με τα νεοφιλελεύθερα αγγλοσαξονικά ρεύματα. Ρεύματα που στοχεύουν στην υπονόμευση των ανθρώπινων κοινωνιών προς όφελος του σκληρού κεφάλαιου. Μια υπονόμευση που ξεκινά από την καταστροφή των εργασιακών δικαιωμάτων και την υποταγή του εργαζόμενου στον αφέντη έως την υπονόμευση της ίδιας της ανθρώπινης προσωπικότητας. Όπως γράφει ο Δημήτρης Πατέλης στο Δίκτυο AlfaVita 3.10.2017: 
 
«…Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική των πιο επιθετικών κύκλων του παγκόσμιου κεφαλαίου, έχοντας εν πολλοίς διαλύσει κάθε συλλογικότητα, στοχεύει πλέον ευθέως στην πλήρη αποδόμηση-διάλυση της οικογένειας και της προσωπικότητας, βάλλοντας στη ραχοκοκαλιά τους: στο βιολογικό πυρήνα τους. Τι είναι όμως η προσωπικότητα και η οικογένεια; Σε τι συνίσταται ο βιολογικός τους πυρήνας και πως αυτός συνδέεται με τους εκάστοτε συγκεκριμένους ιστορικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και ευρύτερα πολιτισμικούς όρους; Είναι η οικογένεια που υπάρχει στη σύγχρονη κεφαλαιοκρατία άριστος θεσμός που αξίζει να την υπερασπιστεί κανείς διαχρονικά; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα απαιτεί συστηματική επιστημονική προσέγγιση.
Η επιστημονική κοινωνική θεωρία του μαρξισμού, η μεθοδολογία της Λογικής της Ιστορίας είναι διαλεκτική. Ως εκ τούτου, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο δεν ανάγει τέτοια προβλήματα στη νεοφιλελεύθερη «λογική» των ατομικών δικαιωμάτων (τα οποία μάλιστα επισταμένως αντιδιαστέλλονται στα συλλογικά, ταξικά κ.ο.κ.). Επίσης, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο απορρίπτει μεταφυσικές αντιλήψεις τύπου βιολογικού και νευροφυσιολογικού αναγωγισμού. Δεν μπορεί να είναι θεωρητικά και μεθοδολογικά συγκροτημένη κάθε προσέγγιση που παραπαίει μεταξύ βιολογισμού και κοινωνιολογισμού. Είναι σαφές ότι, στα πλαίσια της περίπλοκης και αντιφατικής διαδικασίας μετασχηματισμού-διαλεκτικής άρσης του βιολογικού απ’ το κοινωνικό στη δομή και την ιστορία της κοινωνικής ανάπτυξης, η σεξουαλική ανάγκη και η αναπαραγωγική λειτουργία ανεξαρτοποιούνται μεν σχετικά η μία απ’ την άλλη, αλλά δεν μπορεί να αποκόπτεται η πρώτη (που ανάγεται μάλιστα στην υποκειμενική «επιθυμία») και να αντιδιαστέλλεται στη δεύτερη μεταφυσικά, λόγω του διατηρούμενου γενετικού και λειτουργικού μεταξύ τους δεσμού….»
 
(Δ. Πατέλης, «Κατασκευή», «διόρθωση» ή ολική καταστροφή της ταυτότητας του ανθρώπου;
http://www.alfavita.gr/apopsin/kataskeyi-diorthosi-i-oliki-katastrofi-tis-taytotitas-toy-anthropoy#ixzz4uzOHQY7w )
 ————–

Πολύ ενδιαφέρον έχει η  θέση του ΚΚΕ για την «ταυτότητα φύλου» την οποία και παραθέτουμε:
Με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης
Στη διαδικασία της συζήτησης στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής μπήκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για τη «νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου». Τις επόμενες μέρες αναμένεται να πάρει το δρόμο της συζήτησης και της ψήφισης στην Ολομέλεια. Το νομοσχέδιο για την αλλαγή της ταυτότητας φύλου δεν αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό, δεν αφορά τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Αφορά τη δυνατότητα αλλαγής φύλου στα νομικά έγγραφα ενός ατόμου με βάση τη βούλησή του, τον αυτοπροσδιορισμό του φύλου.
 
Επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίληψη
Το ΚΚΕ αναγνωρίζει το δικαίωμα στην αλλαγή του φύλου στα νομικά έγγραφα, στις περιπτώσεις που το άτομο βιώνει έντονη σύγκρουση ανάμεσα σε ορισμένα χαρακτηριστικά του φύλου του και στο φύλο που νιώθει ότι ανήκει, για βιολογικούς, κοινωνικούς και άλλους λόγους. Ομως, η νομική αναγνώριση του ατομικού δικαιώματος χρειάζεται να βασίζεται σε ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια και σε μέτρα κοινωνικής προστασίας του ατόμου (χωρίς να προϋποθέτει τη χειρουργική επέμβαση).
Δηλαδή, η ατομική του απόφαση χρειάζεται να στηρίζεται σε μια διακριτική, τεκμηριωμένη επιστημονικά και κοινωνικά θεσμοθετημένη γνωμοδότηση, ώστε να βοηθηθεί το άτομο ουσιαστικά να επιλύσει αυτή την ασυμβατότητα και να έχει την αντίστοιχη υποστήριξη του οικογενειακού, φιλικού, συγγενικού, ευρύτερα του κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ενδεχομένως αυτό να αφορά και περιπτώσεις μεσοφυλικών παιδιών (παιδιά που τα χρωμοσώματα ή τα γεννητικά τους όργανα παρουσιάζουν απόκλιση από τον τυπικό ορισμό του αρσενικού ή θηλυκού σώματος), αλλά με την επιστημονική, κοινωνική στήριξη, όχι μόνο με την απόφαση της οικογένειας. Γιατί η οικογένεια μπορεί να μην είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των επιστημονικών κριτηρίων για να αντιμετωπίσει το ζήτημα.
Για να μπορέσει να ασκηθεί το ατομικό δικαίωμα με ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, προϋποτίθενται ορισμένοι κοινωνικά καθορισμένοι παράγοντες. Για να είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης και ουσιαστική η ατομική επιλογή στην αλλαγή της ταυτότητας φύλου, χρειάζεται να βασίζεται στη γνώση μιας σειράς παραγόντων και συνεπειών από αυτήν την επιλογή. Αυτή η γνώση μπορεί να μεταφερθεί μέσα από την επιστημονική, κοινωνική στήριξη του ατόμου. Δεν αρκεί η υποκειμενική εμπειρία.
Αυτό δεν αποτελεί «ιατρικοποίηση», «ψυχιατρικοποίηση», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά προϋπόθεση για την ουσιαστική ανάπτυξη της προσωπικότητας, βασιζόμενη στην ψυχοκοινωνική στήριξη του ατόμου. Ομως, το νομοσχέδιο δεν προσεγγίζει ούτε τις ελάχιστες κοινωνικές προϋποθέσεις για να στηριχθεί το ατομικό δικαίωμα. Αντίθετα, τις αρνείται στο όνομα του ατομικού δικαιώματος.
 
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η αίτηση του ατόμου στη δικαστική αρχή δεν απαιτεί ως προϋπόθεση καμιά επιστημονική γνωμάτευση. Αγνοείται η ανάγκη το άτομο να διαθέτει ολόπλευρη, επιστημονική και κοινωνική στήριξη, ως προϋπόθεση για να προχωρήσει στην αλλαγή του φύλου. Οι μοναδικές προϋποθέσεις που θέτει, είναι το άτομο να μην είναι έγγαμο όταν κάνει την αίτηση και να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή να είναι άνω των 18 ετών.
Περιλαμβάνει ακόμα στις προϋποθέσεις τη δυνατότητα να αλλάξει η ταυτότητα φύλου ενός ανήλικου ατόμου 17 ετών, με τη συναίνεση των γονιών του, επικαλούμενο ότι, αφού έχει το δικαίωμα ψήφου και μια σειρά από άλλα «πολιτικά δικαιώματα», μπορεί να έχει την πνευματική ωριμότητα να αποφασίσει.
Σύμφωνα με την τοποθέτηση του υπουργού Δικαιοσύνης, η κυβέρνηση θα κατεβάσει το ηλικιακό όριο στα 15 έτη, με την προϋπόθεση ότι το 15χρονο ή 16χρονο άτομο θα καταθέσει στο δικαστήριο και επιστημονική γνωμάτευση από κρατικό φορέα. Βέβαια, είναι απορίας άξιο με ποια επιστημονικά κριτήρια τεκμηριώνεται ότι αυτή η ανάγκη ισχύει μόνο σε περιπτώσεις ανηλίκων 15 και 16 ετών, ενώ στα 17, 18 ή 20 έτη δεν υπάρχει.
Τελικά, γιατί η κυβέρνηση προωθεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο; Αυτό που έρχεται να υιοθετήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη βούλα του νόμου, είναι ο πλήρης διαχωρισμός του «βιολογικού» και του «κοινωνικού» φύλου. Πρόκειται για τις θεωρίες, οι οποίες βασίζονται στην πλήρη απόσπαση των ανατομικών χαρακτηριστικών του φύλου, που προσδιορίζονται αντικειμενικά, από την αντίληψη που έχει το άτομο για το φύλο που ανήκει. Ομως, αυτή η αντίληψη διαμορφώνεται κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές συνθήκες.
Μάλιστα, στη συζήτηση στη Βουλή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζοντας αυτές τις ανορθολογικές θεωρίες, αμφισβήτησαν το φυλετικό διαχωρισμό άνδρας – γυναίκα ως αντικειμενικό γεγονός. Παρουσιάζουν ότι το φύλο είναι αποκλειστικά ένα «καλούπι» που προσδίδει η κοινωνία στο άτομο. Επομένως, είναι κάτι ρευστό και μεταβαλλόμενο. Και αυτή η χυδαία διαστρέβλωση της αντικειμενικής, κοινωνικής πραγματικότητας, αυτός ο ανορθολογισμός και ιδεαλισμός παρουσιάζονται ως «προοδευτισμός».
 
Η διαστρέβλωση εφαλτήριο της επίθεσης
Οι ΣΥΡΙΖΑίοι βουλευτές, επικαλούμενοι αυτές τις ιδεαλιστικές και ανορθολογικές θεωρίες, έκαναν επίθεση στις θέσεις του ΚΚΕ, παρουσιάζοντάς τες με το κεφάλι κάτω. Με χυδαίο τρόπο διαστρέβλωσαν τη θέση του ΚΚΕ, αναπαράγοντας ξεκομμένες «ατάκες» ή γενικότερες ιδεολογικές θέσεις από την τοποθέτησή του στην Επιτροπή της Βουλής.
Περιορίστηκαν στην αναφορά του ΚΚΕ ότι «το φύλο προσδιορίζεται αντικειμενικά», από την ανάλυση που κάνει σε σχέση με το ότι οι αντιλήψεις για την κοινωνική θέση του κάθε φύλου αναπαράγονται κοινωνικά, μέσα από το οικογενειακό, σχολικό, ευρύτερα μέσα από το κοινωνικό περιβάλλον.
Και βέβαια οι αντιδραστικές απόψεις περί βιολογικής κατωτερότητας της γυναίκας που επικρατούσαν το Μεσαίωνα, αναπαράχθηκαν κοινωνικά. Και βέβαια η θέση της γυναίκας στη δουλοκτητική, στη φεουδαρχική, ακόμα και στην καπιταλιστική κοινωνία για εκατοντάδες χρόνια δεν ήταν αποτέλεσμα των βιολογικών χαρακτηριστικών του γυναικείου φύλου, αλλά αποτέλεσμα αυτού που είχε ανάγκη η εκάστοτε κοινωνία (κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας) από τη γυναίκα, ως άμεσου αναπαραγωγού του είδους (θέση στην τεκνογονία, μητρότητα).
Γι’ αυτό, το ΚΚΕ αναδεικνύει ότι οι αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των φύλων ακολουθούν, αν και με μεγάλη καθυστέρηση, τις αλλαγές στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.
Για παράδειγμα, η πιο μαζική προσέλευση των γυναικών στη μισθωτή εργασία, τις τελευταίες δεκαετίες, περιόρισε εν μέρει τον οικονομικό και κοινωνικό καταναγκασμό της στα πλαίσια του γάμου. Συνεπώς, η αντίληψη του ΚΚΕ διαμορφώνεται στη βάση της αλληλεπίδρασης των φυλετικών χαρακτηριστικών, βιολογικά προσδιορισμένων, και των κοινωνικών σχέσεων των φύλων.
Επίσης, κατηγόρησαν το ΚΚΕ ότι συμπεριφέρεται με την αλαζονεία της επιστημονικής αποκλειστικότητας. Πρόκειται για συνειδητή συκοφαντία, καθώς επιστημονικές οργανώσεις, που πήραν μέρος στη συζήτηση της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής, επίσης πρότειναν τη θεσμική κατοχύρωση της επιστημονικής γνωμοδότησης ή ανέδειξαν προβλήματα κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να επακολουθήσουν από μια μη μελετημένη «ευκολία» στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
 
Αφετηρία οι θεωρίες για το «κοινωνικό φύλο»
Η ουσία των απόψεων του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το φύλο. Βρίσκεται στην απολυτοποίηση της ατομικής εμπειρίας ως αφετηρίας και πηγής προέλευσης της γνώσης, σε βάρος της κοινωνικής εμπειρίας, σε βάρος τελικά της αντικειμενικής πραγματικότητας. Βάζει με τον τρόπο αυτό το λιθαράκι του να εμπεδώνεται στη συνείδηση και τον τρόπο ζωής η αναζήτηση «ατομικής λύσης» στα κοινωνικά προβλήματα, στα αδιέξοδα για τα οποία ευθύνεται η σημερινή κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, στην ατομική επιλογή επιδρά το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την επηρεάζει. Από την επίδραση αυτή δεν εξαιρείται ούτε ο «εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο», στον οποίο αναφέρεται το νομοσχέδιο.
Ευ. Χ.
Αποτέλεσμα εικόνας για gender stereotypes

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Για τους άθεους φίλους μου


Χριστίνα (Ανδρομέδα) Πεταλωτή 
 
Έχω κάτι φίλους άθεους που με κάνουν παρέα και με αγαπούν ακόμα κι αν επιμένω να πιστεύω στο Θεό που εκείνοι δεν συμπαθούν ιδιαιτέρως. Τα καλά νέα είναι ότι κι εγώ τους αγαπώ πολύ, πολύ περισσότερο από όσο φαντάζονται. Τα κακά νέα είναι πως αυτοί οι φίλοι μου οι άθεοι είναι τόσο βαθιά χριστιανοί που οι ίδιοι οι αυτοχαρακτηριζόμενοι χριστιανοί δεν θα ήθελαν να φαντάζονται.
Αυτοί οι φίλοι μου οι άθεοι που λέτε, που ακούν τη λέξη εκκλησία και βγάζουν αναφυλαξία, έχουν μια ανθρωπιά και μια συμπόνια για τον διπλανό τους που θα τη ζήλευαν ίσως και οι πιο μεγάλοι ασκητές. Για αυτούς ο συνάνθρωπος ανεξαρτήτου φύλου, καταγωγής, κοινωνικής τάξης και σεξουαλικής ταυτότητας είναι κυριολεκτικά αδερφός.
Κι όχι, δεν θα απλώσουν το χέρι να δώσουν αφ’ υψηλού μία ελεημοσύνη κι ούτε θα τους πετάξουν ένα ξεροκόμματο με τα κανάλια να απαθανατίζουν την γενναιοδωρία τους. Αντίθετα θα κάτσουν μαζί τους να φάνε όλοι από το ίδιο φτωχικό μεν αλλά πλούσιο σε αγάπη φαγητό και θα κάνουν τα προβλήματα των άλλων δικά τους. Αυτό που με εκκλησιαστικούς όρους θα έλεγε κάποιος «θα κοινωνήσουν τον άλλον».
Αυτοί λοιπόν οι φίλοι μου οι άθεοι γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα όριά τους θα προσφέρουν έκαστος αυτό που τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους και μέσα από μία οργανωμένη συλλογική προσπάθεια θα μοιράσουν τις αρμοδιότητες τους. Το ότι δεν είναι όλοι για όλα δεν είναι τυχαίο και δεν πρέπει ποτέ να παραβιάζεται. Αυτοί οι φίλοι δεν γουστάρουν καθόλου να παριστάνουν τους σωτήρες γιατί εξάλλου και οι ίδιοι είναι άνθρωποι δυσκολεμένοι. Συνειδητοποιούν πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ατιμωτικό για έναν άνθρωπο να βρίσκεται στην απόλυτη ανάγκη του άλλου και για τούτο έχουν προσανατολίσει όλη τη ζωή τους σε έναν σκοπό: Να γίνει αυτός ο κόσμος λίγο καλύτερος για να μπορούν όλοι να ζουν πάνω σε αυτόν με αξιοπρέπεια.
Για αυτούς τους φίλους η οικογένεια είναι κάτι ευρύτερο που δεν περιορίζεται στα όρια του μικροαστικού τους νοικοκυριού. Παιδιά τους είναι όλα τα παιδιά του κόσμου και όχι μόνο τα δικά τους. Μητέρες είναι όλες οι μητέρες του κόσμου κι όχι μόνο δικές τους. Στο πρόσωπο του κάθε αγνώστου βλέπουν ένα εν δυνάμει δικό τους πρόσωπο. Ανοίγουν την καρδιά τους με μεγάλη προθυμία, χωρίς άμυνες και σχολαστικότητες.
Είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν όλες τις απογοητεύσεις τις ζωής χωρίς να κάνουν σαν κακομαθημένα παιδιά που ο καλός Θεούλης δεν τους έκανε όλα τα χατίρια. Ό,τι μπορούν να καταφέρουν μόνοι τους θα το κάνουν  κι για ό,τι δεν μπορούν θα ζητήσουν τη βοήθεια του διπλανού τους. Εξάλλου αν έχεις καλούς φίλους δίπλα σου γιατί να σε τρομάζει κάτι;
Όσο για το μετά; Για αυτό το μετά θάνατον που πολλούς καλούς χριστιανούς απασχολεί, για τους φίλους που σας λέω δεν αποτελεί καθόλου άγχος. Γιατί κάποιος άραγε να ονειρεύεται αλλόκοσμους παραδείσους αφού υπάρχει εδώ μια ζωή που πρέπει να την κάνουν καλύτερη; Ας κάνουμε το εδώ και το τώρα μας ομορφότερο και το μετά μπορεί να περιμένει.
Κοντά σ’ αυτούς τους φίλους σας λέω πως αναπαύομαι, κοντά σ' αυτούς  που δεν καταλαβαίνουν Χριστό για Χριστούς και Παναγίες αλλά ξέρουν να ζουν ανέμελα τη ζωή τους χωρίς να μετράνε ψυχαναγκαστικά λάθη και αμαρτίες στους άλλους, χωρίς να κατακρίνουν και χωρίς να υποκρίνονται.

Υ.Γ. Αφιερωμένο σε αυτούς τους άθεους φίλους που ξέρουν ποιοι είναι. Το παραπάνω κείμενο δεν γενικολογεί κι ούτε φοράει τεμπέλες, προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Ταξικέ

Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις άλλες.

 
Του Χρήστου Λάσκου
 
«Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πως, μέχρι στιγμής, έχει αποκομίσει κέρδη ύψους 7.8 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα ομόλογα του ελληνικού Δημόσιου Χρέους που κατέχει, φανερώνει τη φύση των αποκαλούμενων διασώσεων (bailouts) της Ελλάδας, που οργάνωσαν οι ηγέτες της ΕΕ, σε συνδυασμό με μέτρα μαζικής λιτότητας από το 2012 κι έπειτα». 
Το παράθεμα αυτό είναι η πρώτη παράγραφος από ένα πολύ πρόσφατο κείμενο (Beware the ECB bearing gifts for Greeks) του Μάικλ Ρόμπερτς, ενός από τους κορυφαίους σήμερα μαρξιστές οικονομολόγους στον κόσμο.  Στο άρθρο του, λοιπόν, ο Ρόμπερτς μας θυμίζει αυτά που προσπαθούμε να ξεχάσουμε, αυτά, δηλαδή, που ξέραμε επί καιρό και τώρα επιχειρεί το –ενιαίο κι αδιαίρετο- πολιτικό σύστημα να αποκρύψει. 
Το βασικό, ωστόσο, δεν είναι αυτό. Αν θέλουμε να θυμόμαστε δεν χρειάζεται να προσφύγουμε σε ριζοσπάστες αναλυτές. Φτάνει να διαβάζουμε τις εκθέσεις του ΔΝΤ. Το οποίο ορθά επισημαίνει, διαρκώς και μονότονα, πως η ασκούμενη πολιτική χωρίς μεγάλη ελάφρυνση του Χρέους δημιουργεί «φαινόμενο χιονοστιβάδας», το οποίο, υπό εύλογες προβλέψεις για τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, οδηγεί το Δημόσιο Χρέος στα επίπεδα του 300% (από 180% σήμερα). Το γεγονός πως η κυβέρνηση έχει επιλέξει να «δείχνει» το ΔΝΤ ως εχθρό του λαού σε αντίθεση με τους πιο καλόβολους και υποστηρικτικούς Ευρωπαίους (!) είναι άλλο ένα παιχνίδι διαχείρισης και τίποτε περισσότερο. Το ΔΝΤ δεν υπάρχει αμφιβολία πως αποτελεί εσμό καθαρμάτων.
Όπως, όμως, ακριβώς και η τεχνογραφειοκρατία της ΕΕ. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Το ΔΝΤ έχει και άλλες επιδιώξεις, οι οποίες συνδέονται με την μεγάλη επιρροή των ΗΠΑ στην σύνθεσή του. Πράγματι. Αυτό, ωστόσο, σε τίποτε δεν το κάνει χειρότερο από τους Μοσκοβισίδες. Και, ειδικά σε ό,τι αφορά το θέμα του Χρέους, εκτιμώντας προφανώς πως «αυτό το πράγμα δεν βγαίνει με τίποτε» επισημαίνει κάποια προφανή για όποιον έχει μάτια να δει. 
Ξαναλέω, όμως, δεν είναι αυτό το βασικό στην παρέμβαση του Ρόμπερτς. Το βασικό είναι ό,τι σήμερα, 5 χρόνια μετά το περίφημο PSI και σχεδόν 3 χρόνια με «αριστερή κυβέρνηση», τα όσα συμβαίνουν εξακολουθούν, από πολλές απόψεις, να φαίνονται πρωτοφανή κι ακραία ακόμη και για τους πιο υποψιασμένους διεθνείς αναλυτές.
Πραγματικά, είναι εξωφρενικό –ακόμη και με ιμπεριαλιστικούς όρους- η Κεντρική σου Τράπεζα, που δουλειά της είναι να σε στηρίζει με την πολιτική της, να αποκομίζει κέρδη σε βάρος σου. Κέρδη μεγάλα και απολύτως αδικαιολόγητα από θεσμική άποψη. Μέχρι το 2022, η ΕΚΤ θα έχει κονομήσει από τόκους του ελληνικού Δημόσιου Χρέους σχεδόν 22 δισεκατομμύρια! Αυτό το ποσό, αν δεν διέρρεε από την ελληνική οικονομία, θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια μικρότερη «δημοσιονομική προσαρμογή», θα μπορούσε, δηλαδή, να σώσει πραγματικά εκατοντάδες χιλιάδες μικροσυνταξιούχους και το ΕΚΑΣ τους. 
Όμως, όχι. Η ΕΚΤ συνεχίζει να βγάζει κέρδη σε βάρος των φτωχών στη χώρα μας.
Σαδισμός; Ακριβώς!
Γιατί η στόχευση αυτής της πολιτικής, από την πρώτη αρχή της, ήταν να μετατρέψει την Ελλάδα –με την συναίνεση, αν όχι την πρωτοβουλία της ελληνικής ελίτ- σε παγκόσμιο πειραματόζωο, όπου θα δοκιμαστούν τα πάντα. Ένα πανηγύρι κοινωνικής μηχανικής, εργαστήριο παρανοϊκού νεοφιλελευθερισμού, χωρίς προηγούμενο. 
Όλοι ξέρουν πως χωρίς «μεγάλη διαγραφή χρέους» δεν πρόκειται να υπάρξει λύση το ελληνικό δράμα. Μόνο για την ελληνική κυβέρνηση δεν είμαι σίγουρος. Όλοι οι άλλοι, πάντως, το ξέρουν.
Η Ελλάδα πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη «δημοσιονομική προσαρμογή» στην παγκόσμια ιστορία. Διπλάσια από την προηγούμενη μεγαλύτερη! Κανείς δεν θα το φαντάζονταν πριν από το 2010 πως υπήρχε ενδεχόμενο εφαρμογής τέτοιας πολιτικής οπουδήποτε στον κόσμο. Πόσο μάλλον σε μια χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.
Κι όμως συνέβη. Και δεν τους «ξέφυγε». Πειραματίστηκαν και συνεχίζουν να πειραματίζονται, εφόσον, μάλιστα, βρίσκουν όλες τις ποικιλίες των προθύμων, για να συνδράμουν.
Είναι γι’ αυτό που ο Τσίπρας είχε δίκιο-βουνό, όταν έλεγε, επί χρόνια, πως η συνέχιση αυτής της πολιτικής είναι εγκληματική ενέργεια και –με τον στόμφο που τον διακρίνει- οι εφαρμοστές της είναι «ένοχοι εσχάτης προδοσίας απέναντι στη χώρα». 
Πράγματι, η συνέχιση αυτής της πολιτικής είναι εγκληματική ενέργεια. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση στοιχειώδους «κανονικοποίησης». Το πράγμα θα επιζητά διαρκώς «διόρθωση», στο μέτρο που θα λείπουν οι στοιχειώδεις μακροοικονομικές συνθήκες εξισορρόπησης. Μοιραία, λοιπόν, αργά ή γρήγορα θα σκάσει, ακόμη κι αν δεν υπάρξει νέα όξυνση της παγκόσμιας κρίσης –που όλοι, μαζί και το ΔΝΤ, ωστόσο, προβλέπουν πως είναι το πιθανότερο. 
Κι όμως, η «κυβερνώσα αριστερά» επιχειρεί να πείσει πως τα πράγματα βαίνουν σχεδόν καλώς και πως οι «καταστροφολογούντες» παίζουν το παιχνίδι της… αντίδρασης. Κάνοντας έτσι, η «κυβερνώσα αριστερά», το καλύτερο για την ελληνική άρχουσα τάξη και για την παράταση του πρωτοφανούς πειράματος. Διότι το βασικό είναι πως «το πρόγραμμα καθαυτό αποδίδει». Οι διαφορές ως προς την διαχείριση μεταξύ των κομμάτων είναι ένας καλός τρόπος, για να φαίνονται διαφορετικά και να έχει ένα, ελάχιστο έστω, ενδιαφέρον το κεντρικό πολιτικό παιχνίδι. «Το πρόγραμμα αποδίδει. Η ανάπτυξη, δια της αιμοβόρας λιτότητας, έρχεται. Αν υπάρχει ελπίδα, εδώ και μόνο εδώ βρίσκεται». Αυτό είναι το μήνυμα και το περνούν μια χαρά, χέρι χέρι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση. 
Κι ας μην θυμώνουν διάφοροι συριζαίοι υπηρεσίας, όταν επισημαίνονται αυτά τα πράγματα. Γιατί, εκτός του ό,τι «εμείς» έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να θυμώνουμε, είναι υποχρεωμένοι «αυτοί», πριν κακιώσουν, να μας πουν: Ήταν ή όχι εγκληματικές οι πολιτικές που ασκήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2010; Ή ήταν μια ακόμη, συγγνωστή ρε παιδί μου, υπερβολή του αρχηγού;
Ακόμη και σήμερα, ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι παρατηρητές της ελληνικής τραγωδίας εξακολουθούν να φρικάρουν. Έχουν δίκιο. 
Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις άλλες χώρες. Με δεδομένη την πορεία της μέσα στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση αποτελεί εμβληματική περίπτωση ως προς την ακρότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών – των επιλεγμένων, δηλαδή, βασανιστηρίων. 
Και η φρίκη που επιδεικνύουν όσοι την παρακολουθούν δείχνει πόσο δίκιο είχαν όσοι επέμεναν πως χωρίς ρήξη –και το ρίσκο της- τα πράγματα δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Ούτε καν να μείνουν ίδια –μην ξεχνάμε πως τα δύο επόμενα χρόνια, μέσω «παρεμβάσεων» σε συντάξεις και αφορολόγητο, έχουμε κι άλλη «προσαρμογή». Και μετά κι άλλη. Κι άλλη. 
Αυτό δεν τελειώνει ποτέ.
Η μόνη πιθανότητα παραμένει η σύγκρουση και η ριζοσπαστική αντιμετώπιση.
Το σύστημα, βέβαια, έχει καταφέρει να την κάνει πολύ πιο δύσκολη –πολιτικά και οικονομικά- από ό,τι πριν τρία ή πέντε χρόνια.
Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει την αλήθεια της διαπίστωσης.
Η μόνη λύση είναι η ρήξη, η σύγκρουση, η ριζική αλλαγή πορείας. Ακόμη και αν κατάφεραν, θεοί και δαίμονες, να την κάνουν σχεδόν αδύνατη επιλογή δεν παύει να είναι η μόνη λύση.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Tα... αιτήματα του Τραμπ και οι επιθυμίες του Τσίπρα

Tα... αιτήματα του Τραμπ και οι επιθυμίες του Τσίπρα - Media
 
Τα ανταλλάγματα του πλανητάρχη και η φωτογραφία στο Οβάλ Γραφείο
 
 
Επιχειρώντας κάποιος να έχει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για την πράγματι σημαντική επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην αμερικανική πρωτεύουσα την ερχόμενη εβδομάδα θα πρέπει να ανιχνεύσει τις απαντήσεις σε τρία ερωτήματα:
 Σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο (γεωπολιτικών) εξελίξεων γίνεται η συνάντηση;
Τι θέλουν οι Αμερικανοί;
Τι θέλει η ελληνική πλευρά;
Οι κυβερνητικοί επιτελείς που προετοιμάζουν τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πλανητάρχη υιοθετούν μια αισιόδοξη, αλλά «λειψή» διατύπωση για να περιγράψουν την επικείμενη συνάντησή του με τον πλανητάρχη Ντόναλντ Τραμπ: «Η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες». Περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα, ωστόσο, η εν λόγω διατύπωση θα μπορούσε να είναι ότι «η κρίση δημιουργεί (για κάποιους) ευκαιρίες εις βάρος των κατεστραμμένων ή αυτών που πρόκειται να καταστραφούν». 
Πράγματι η πρόσκληση του Λευκού Οίκου στον πρωθυπουργό συμπίπτει με την κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης και αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που υποχρεώνει την υπερδύναμη να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και να αναδιατυπώσει τους σχεδιασμούς της.
Ταυτόχρονα, από ελληνικής σκοπιάς, η επίσκεψη Τσίπρα στην Ουάσιγκτον συμπίπτει με την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να διατυπώσει μια νέα πολιτική ρητορική που θα ισχυρίζεται ότι περιγράφει την έξοδο της χώρας από την κρίση, το τέλος των μνημονίων, της ξένης εποπτείας και θα υπόσχεται θετικές προοπτικές για την Ελλάδα, αλλά και για το κυβερνών κόμμα. 
Προφανώς αυτοί που έχουν την πρωτοβουλία της συνάντησης είναι οι Αμερικανοί. Ο Τραμπ – και ο εκάστοτε πλανητάρχης – δεν σπαταλά ούτε προσφέρει τον χρόνο του για να φωτογραφηθεί μαζί με τους «υποτελείς» του. Και όταν ο πλανητάρχης προσφέρει μια φωτογραφία στο πολιτικό προσωπικό των «επαρχιών», το κάνει αφού εξασφαλίσει τα ανταλλάγματα. 
Από την πλευρά των «επαρχιωτών» που σπεύδουν στην Ουάσιγκτον, τις περισσότερες φορές μια φωτογραφία στο Οβάλ Γραφείο είναι ικανοποιητικό – ή και το μόνο – αντάλλαγμα με το οποίο επιστρέφουν για να επιδείξουν στους ψηφοφόρους τους την υποτιθέμενη στενή σχέση και προστασία που έχουν εξασφαλίσει με την υπερδύναμη. Τα όσα έχουν αφήσει ως προσφορά στην Ουάσιγκτον κατά κανόνα κρύβονται από το επικοινωνιακό κάδρο. 
Ας κάνουμε, λοιπόν, την προσπάθεια να δούμε την επίσκεψη του πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο με τη δέουσα προσοχή – καθώς, όπως είπαμε, ο πλανητάρχης δεν φωτογραφίζεται «τζάμπα» – τοποθετώντας την στο κάδρο των ευρύτερων (γεωπολιτικών) εξελίξεων στην περιοχή. 
 
Η Τουρκία «φεύγει»
Στην Ουάσιγκτον εδώ και χρόνια προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν την αποσύνδεση της Τουρκίας από το δυτικό (αμερικανικό) άρμα. Άλλωστε, κοιτάζοντας την πορεία της Τουρκίας μέσα στον χρόνο, διαπιστώνει κανείς ότι μόλις για έναν αιώνα (τον εικοστό) προσπάθησε να κινηθεί προς – και να διασυνδεθεί με – τη Δύση. Επί αιώνες η Τουρκία στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε χώρα - πυρήνας (ηγέτιδα δύναμη) του Ισλάμ. Οι προσπάθειες εκδυτικισμού της που έκανε ο Κεμάλ Ατατούρκ άλλαξαν για έναν αιώνα τη φυσιογνωμία της Τουρκίας, ωστόσο ουδέποτε τη μετέτρεψαν σε μια χώρα της Δύσης. 
Τελικά, όπως παρατήρησε από το 1996 ο καθηγητής (και ταυτόχρονα ένας από τους επιτελείς για τη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής) Σάμουελ Χάντινγκτον στο σπουδαίο βιβλίο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών», το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Ατατούρκ για τον δυτικό εκσυγχρονισμό της μετέτρεψε την Τουρκία σε μια διχασμένη χώρα. Γράφει ο Χάντινγκτον: 
«Εδώ και πολλά χρόνια η Τουρκία ικανοποιεί δύο από τις τρεις προϋποθέσεις που χρειάζεται μια διχασμένη χώρα για να αλλάξει την πολιτισμική της ταυτότητα (να γίνει δηλαδή δυτική). Οι ελίτ της Τουρκίας υποστηρίζουν (τη δεκαετία που έγραφε ο Χάντινγκτον) συντριπτικά αυτήν την αλλαγή και ο λαός συναινεί. Ωστόσο οι ελίτ του αποδέκτη πολιτισμού, δηλαδή του δυτικού, δεν είναι συγκαταβατικές. Όσο το ζήτημα εκκρεμεί, η αναβίωση του Ισλάμ στην Τουρκία γεννά αντιδυτικά αισθήματα στον λαό και αρχίζει να υπονομεύει την κοσμική φιλοδυτική ελίτ. 
Τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην πορεία του εξευρωπαϊσμού της, η περιορισμένη δυνατότητά της να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις τουρκικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, καθώς και η εμφάνιση του ισλαμισμού, που διαβρώνει την κληρονομιά του Ατατούρκ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία θα παραμείνει μια διχασμένη χώρα».
Αυτό, πάντως, που σήμερα αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ σε σχέση με τις επιλογές της Τουρκίας δεν είναι το ότι παραμένει μια διχασμένη χώρα. Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον προέκυψε από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η Τουρκία αποφάσισε να κλείσει την παρένθεση του ενός αιώνα προσπαθειών να εκδυτικιστεί και να επιστρέψει σε αυτό που υπήρξε επί αιώνες. 
Ο Χάντινγκτον στη «Σύγκρουση των πολιτισμών» είχε διατυπώσει ένα σχετικό ερώτημα που μοιάζει μάλλον με σενάριο προσομοίωσης πάνω στο οποίο δούλεψαν και προετοιμάστηκαν οι αμερικανικές διπλωματικές (και άλλες) υπηρεσίες:
«Τι θα συνέβαινε όμως (γράφει το 1996 ο Χάντινγκτον) αν η Τουρκία αποφάσιζε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της; Κάποια στιγμή η Τουρκία θα μπορέσει να εγκαταλείψει τον κουραστικό και εξευτελιστικό ρόλο του ζητιάνου, που ικετεύει να γίνει μέλος της Δύσης, και να συνεχίσει τον εντυπωσιακό και σοβαρό ιστορικό της ρόλο ως του σημαντικότερου ισλαμικού συνομιλητή και ανταγωνιστή της Δύσης. (...) 
Όμως, για να το πετύχει (έγραφε ο Χάντινγκτον το 1996), θα πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ. Επιπλέον θα χρειαστεί ένας ηγέτης της εμβέλειας του Ατατούρκ που θα συνδύαζε την πολιτική με τη θρησκευτική νομιμοποίηση για να μετατρέψει την Τουρκία από διχασμένη χώρα σε κράτος πυρήνα» του Ισλάμ...
Μέσα από αυτό το αμερικανικό αναλυτικό πρίσμα η Τουρκία εμφανίζεται ως ασταθής κρίκος του διπλωματικού και (κατά κύριο λόγο) στρατιωτικού οικοδομήματος που είχε διαμορφωθεί για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και ταυτόχρονα τη διαιώνιση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.
Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα εξηγούνται τόσο οι συνεχιζόμενες με πολλαπλασιαζόμενη ένταση τουρκο-δυτικές (αμερικανικές) κόντρες. Εξηγείται επίσης η επιμονή των Αμερικανών να δημιουργήσουν κουρδικό κράτος - προτεκτοράτο (τους) στα νότια της Τουρκίας. 
Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, τέλος, εξηγείται το πραξικόπημα που στόχο είχε την ανατροπή - θάνατο του Ερντογάν ως η τελευταία προσπάθεια ανάσχεσης της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τη Δύση. 
Πάνω απ’ όλα, αυτή η οπτική μάς βοηθά να κατανοήσουμε τον «έρωτα» των Αμερικανών για την Ελλάδα και να αντιληφθούμε τι ακριβώς ζητούν προσκαλώντας τον Έλληνα πρωθυπουργό στον Λευκό Οίκο.
 
Τι θέλουν οι Αμερικανοί
Ως «αυτοκράτορες» οι Αμερικανοί προφανώς θέλουν τα πάντα από τα κράτη - υπηκόους που είναι προσδεδεμένα στο άρμα τους. Μάλιστα, όσο πιο ανίσχυρη είναι μια χώρα, τόσο περισσότερο η αμερικανική επιθυμία ακούγεται ως διαταγή. 
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η Ελλάδα, αν και κατεστραμμένη οικονομικά από την κρίση, η οποία βαδίζει τώρα στον όγδοο χρόνο, ουδέποτε αμφισβήτησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της (που συνεπάγονται οικονομικό κόστος) προς το «αμερικανικό ταμείο της Δήλου», δηλαδή τη ΝΑΤΟϊκή στρατιωτική συμμαχία. Εκεί οι ελληνικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής αριστερής), που κόβουν μισθούς, συντάξεις και ξεχειλώνουν το δίχτυ κοινωνικής προστασίας και ασφάλειας, καταβάλλουν αδιαμαρτύρητα το 2% του ΑΕΠ, όπως ορίζει το καταστατικό του ΝΑΤΟ.
Δεδομένης και αποδεδειγμένης της «υποταγής» της ελληνικής κυβέρνησης στις δεσμεύσεις και στις συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας απέναντι στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία, η Ουάσιγκτον έχει ήδη ετοιμάσει τον κατάλογο των νέων αιτημάτων της γνωρίζοντας ότι αυτά, λίγο - πολύ, ακούγονται από τους Έλληνες κυβερνώντες ως εντολές. 
Στην προκειμένη περίπτωση οι εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και κυρίως η εκτίμηση της Ουάσιγκτον ότι τελικά η Τουρκία οδεύει προς απαγκίστρωση από τη Δύση υποχρεώνουν τις ΗΠΑ να αναδιοργανώσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Ζητούν λοιπόν:
  • Εξοπλιστικά προγράμματα προς χάριν των θέσεων εργασίας των αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών.
  • Νέα πενταετή συμφωνία χρήσης της βάσης της Σούδας.
  • Νέες ναυτικές διευκολύνσεις (λιμάνια) για απαραίτητους ελλιμενισμούς των πολεμικών πλοίων τους.
  • Νεώριο Σύρου προσαρμοσμένο για τις επισκευαστικές ανάγκες του αμερικανικού στόλου.
  • Δυνατότητα χρήσης από αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις κάποιων στρατιωτικών αεροδρομίων της χώρας.
  • Απόλυτη προσαρμογή στους αμερικανικούς ενεργειακούς σχεδιασμούς που αποκλείουν τους Ρώσους από το παιχνίδι των νότιων δρόμων μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
 
Τι θέλει η ελληνική κυβέρνηση 
Για την ελληνική κυβέρνηση η ιεράρχηση των ανταλλαγμάτων που θα μπορούσε να ζητήσει από την Ουάσιγκτον φαίνεται ότι γίνεται με γνώμονα τις τρέχουσες πολιτικές της ανάγκες. Η επικοινωνιακή αξιοποίηση του ραντεβού του πρωθυπουργού με τον πλανητάρχη αποτελεί το πρώτιστο μέλημα.
Υπ’ αυτήν την έννοια οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι οι θετικές δηλώσεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, οι υποσχέσεις υποστήριξης για την απομείωση του χρέους και οι διακηρύξεις για την πατροπαράδοτη ελληνοαμερικανική φιλία θα ικανοποιήσουν με μηδαμινό γι’ αυτούς κόστος την ελληνική κυβέρνηση. 
Αυτά είναι τα μόνα δεδομένα κέρδη – σημαντικά σε επικοινωνιακό επίπεδο – που θα εισπράξει – αφού έχει ικανοποιήσει τα αμερικανικά αιτήματα – ο πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον. Από εκεί και πέρα τα πράγματα, δηλαδή για ελληνικά αιτήματα που συνεπάγονται κόστος για την Ουάσιγκτον, δυσκολεύουν. Η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε:
  • Απτή παρέμβαση των ΗΠΑ στο ΔΝΤ με τρόπο που να διευκολύνει το ελληνικό σχέδιο τερματισμού του μνημονίου.
  • Σκληρή - αποτελεσματική παρέμβαση στους Ευρωπαίους για ευνοϊκή αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.
  • Επίμονη οδηγία σε αμερικανικά κεφάλαια να κατευθυνθούν στην Ελλάδα.
  • Δωρεάν στρατιωτική βοήθεια απαραίτητη για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών (κυρίως σε Ναυτικό και Αεροπορία).
  • Σαφή αμερικανική δέσμευση για την αποτροπή τουρκικών στρατιωτικών κινήσεων εις βάρος του ελληνικού χώρου.
  • Ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα στροφή από την αμερικανική διπλωματία σχετικά με το δικαίωμα της Ελλάδας να ανακηρύξει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της.
Κάποια από τα πιο πάνω ελληνικά αιτήματα (το θέμα της ΑΟΖ για παράδειγμα) έχουν ήδη απαγορευτεί (ως μη ώριμα να μπουν στην τρέχουσα ατζέντα σε αυτήν τη φάση) από τους Αμερικανούς. Κάποια άλλα είναι απλώς εκτός αμερικανικών δυνατοτήτων, όπως για παράδειγμα η αμερικανική πίεση προς τους Ευρωπαίους (Γερμανούς) να απομειώσουν το ελληνικό χρέος. 
Όσο για τα αμερικανικά κεφάλαια, αυτά κινούνται ακόμα και παρά τις οδηγίες των Αμερικανών προέδρων όπου υπάρχει ευκαιρία να πολλαπλασιαστούν. 
Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, όπως παρατηρούν έμπειροι διπλωμάτες στην Αθήνα, ο κίνδυνος που προκύπτει είναι τα κέρδη που προσδοκά η ελληνική πλευρά να περιοριστούν μόνο στα ωραία λόγια, τα οποία οι Αμερικανοί εύκολα μπορούν να προσφέρουν αφού δεν τους κοστίζουν τίποτε. 
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τα αμερικανικά αιτήματα που καλείται να ικανοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση είναι κάτι παραπάνω από χειροπιαστά...

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Δικαιωματισμός, η γεροντική αρρώστια των κοινωνικών κινημάτων

Δικαιωματισμός, η γεροντική αρρώστια των κοινωνικών κινημάτων 
 
του Φώτη Τερζάκη
 
Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για την αποτυχία και καταβύθιση της Αριστεράς, και η βαθιά συνειδητοποίηση του γεγονότος μοιάζει να συντρίβει πολλές συνειδήσεις. Στην πραγματικότητα, για ένα εγρήγορο κομμάτι τού κινηματικού κόσμου η συνειδητοποίηση αυτή είχε γίνει πολύ νωρίτερα, ήδη στη δεκαετία του ’60. Το τραγικό γεγονός τού οποίου γινόμαστε μάρτυρες σήμερα είναι μάλλον η αποτυχία εκείνου που τότε, στη δεκαετία του’60 και του ’70, φάνηκε για μία στιγμή ότι έπαιρνε τη σκυτάλη της κοινωνικής αμφισβήτησης και του οραματισμού μιας αληθινά νέας κοινωνίας από τα χέρια μιας ήδη συνθηκολογημένης Αριστεράς: των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων (γυναικείο, ομοφυλόφιλο, αντιψυχιατρικό, αντιρατσιστικό, οικολογικό, κ.ά.) που βρέθηκαν προς στιγμήν στην πρώτη γραμμή των αντικαπιταλιστικών αγώνων στον μητροπολιτικό κόσμο.
Η καινοτομία αυτών των κινημάτων, σε σύγκριση με το παλαιότερο εργατικό, ήταν ότι γέννησαν μια πολύ πιο καθολική ιδέα της κοινωνικής αλλαγής συνδέοντας για πρώτη φορά τις μείζονες όψεις τής πολιτικής (ζητήματα πολιτειακής διαχείρισης και γεωπολιτικών επιλογών) με τις ελάσσονες (ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων και άτυπων μορφών εξουσίας σε μικρές συλλογικότητες). Στα τέλη τής δεκαετίας του ’70, καθώς το μοντέλο του καπιταλισμού άλλαζε άρδην οδηγώντας στην άβυσσο όλες τις επαναστατικές επιδιώξεις τής προηγούμενης δεκαετίας (και όχι μόνο στις μητροπόλεις αλλά επίσης στον υπόλοιπο, μόλις αποαποικιοποιημένο κόσμο), τα κινήματα αυτά ήταν σε ραγδαία υποχώρηση· στα τέλη τής δεκαετίας του ’80 ήταν αληθινά κουφάρια και μόνο ένα είδος φιλολογίας έμενε πίσω τους, αφομοιούμενη όλο και περισσότερο από τα πανεπιστημιακά γκέτο. Εκτός της ακαδημίας, η γλώσσα αυτή κατακάθιζε σε ένα είδος αντεστραμμένου πουριτανισμού τον οποίον αποκαλούμε, σχεδόν ευφημιστικά, πολιτική ορθότητα· και η έμπρακτη πολιτική του μετάφραση ήταν ένα είδος δικαιωματισμού που είχε ως βασικό μέλημα να εξασφαλίσει αναγνώριση και να κατοχυρώσει δικαιώματα εντός τής υπάρχουσας κοινωνίας, λίγο-πολύ στη μορφή μιας διευρυμένης επιτρεπτικότητας.
Πράγματι, από τη δεκαετία του ’70 και μετά οι κοινωνίες μας έγιναν πολύ πιο επιτρεπτικές, πολύ πιο ανεκτικές στη λεγόμενη διαφορά, υπό τον όρον όχι απλώς να μη θίγεται η θεμελιώδης εμπορευματική τους δομή, αλλά και όλες οι διεκδικήσεις (και οι συνακόλουθες «αναγνωρίσεις») να αρθρώνονται αποκλειστικά με τους δικούς της όρους: τα «κοινωνικά κινήματα» γίνονταν αντιληπτά κατ’ αναλογίαν των ανταγωνιστικών δρώντων μέσα στην εμπορευματική αγορά, και τα «δικαιώματα» που εξασφάλιζαν ήταν επιβραβεύσεις για την –ούτως ή άλλως κλονισμένη για δομικούς λόγους, οφειλόμενους σε εξελίξεις τις οποίες τα ίδια αυτά «κινήματα» είχαν πλέον αφήσει έξω από το πεδίο τού ενδιαφέροντός τους– καταναλωτική συμμετοχή.
Δεν χρειάζεται να πω ότι η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παίρνοντας όλο και πιο παραληρηματικές διαστάσεις (και δεν έχω εδώ τον χώρο να μιλήσω με παραδείγματα, αλλά όλοι καταλαβαίνουν νομίζω τί πράγμα εννοώ). Η διάσταση ανάμεσα στη ρητορική και τις έμπρακτες πραγματικότητες έχει προσλάβει στις κοινωνίες μας όντως ψυχωτικές διαστάσεις, πράγμα που με τη σειρά του λειτουργεί ως το πιο αποτελεσματικό παραλυτικό μιας μεστής νοήματος πολιτικής δράσης. Αν εν πάση περιπτώσει κάποιοι νιώθουν πως αυτό που βιώνουμε σήμερα εκπληρώνει ό,τι ήταν αντικειμενικά εκπληρώσιμο από τα αιτήματα του ’60, θα ήταν καλό να συνειδητοποιήσουν ότι βαδίζουμε ακόμα τυφλά, χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο, στους πιο σκοτεινούς, δαιδαλώδεις και ατέρμονους αντίποδες του ’60.
Κρίνοντας αναδρομικά όλη αυτή την οπισθοβατική πορεία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, αν αυτά τα κινήματα στο ξεκίνημά τους έφεραν στο εσωτερικό τής επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής μια εικονοκλαστική σύνδεση του πολιτικού με το προσωπικό (ή της μείζονος πολιτικής με το μικρο-πολιτικό), η αποτυχία τους έγκειται στο ότι καθ’ οδόν έχασαν τη σύνδεση με –και το ενδιαφέρον για– τη μείζονα πολιτική, τις εξελίξεις στην οικονομική, την κρατικοδιαχειριστική και τη γεωπολιτική σφαίρα, επικεντρούμενα όλο και πιο περιορισμένα, ομφαλοσκοπικά και ασφυκτικά στις λεγόμενες ιδιαιτερότητες, όπου το «προσωπικό» γίνεται έμβλημα της κατακερματισμένης ατομικότητας και η επιμέρους διεκδίκηση άλλοθι του κοινωνικού συμβιβασμού. Εν ολίγοις, απέτυχαν κατά τρόπο αντίθετο –και συμμετρικό– μ’ εκείνον του παλαιότερου εργατικού κινήματος, το οποίο στην πορεία ανάπτυξης και πολιτικής του οργάνωσης έχασε την επαφή με τη μικρο-πολιτική σφαίρα: αγνόησε επικίνδυνα –ή και είδε ευθέως εχθρικά– τα ζητήματα μικρο-εξουσίας στις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις οικογενειακές σχέσεις, τις ίδιες τις επαναστατικές συλλογικότητες, με αποτέλεσμα να αναπαράγει διαρκώς στο εσωτερικό του, και αναπότρεπτα στους ίδιους τούς οργανωτικούς του σχηματισμούς, δομές κυριαρχίας χαρακτηριστικές τού κόσμου τον οποίον αντιμαχόταν…
Υπάρχει ωστόσο ένα κοινό χαρακτηριστικό στην πορεία ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων: το ότι και το μεν και τα δε συγκροτήθηκαν στην πρώτη τους φάση ως κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων. Μπορεί εδώ να σκεφτεί κάποιος το κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία του 1830, ως αντιπροσωπευτικότερο μιας ολόκληρης σειράς προσπαθειών για συνδικαλιστική οργάνωση και πολιτική συμμετοχή εκ μέρους τής συγκροτούμενης εργατικής τάξης στην Ευρώπη· το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών που ξεκίνησε ήδη στις τελευταίες δεκαετίες τού δέκατου ένατου αιώνα και για μια μεγάλη περίοδο πήρε τη μορφή τού αγώνα συμμετοχής στην καθολική ψηφοφορία· το κίνημα για τα δικαιώματα των Μαύρων στις μεταπολεμικές ΗΠΑ, που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικούσε ισότιμη νομική μεταχείριση με τον λευκό πληθυσμό, κ.ο.κ. Το εργατικό κίνημα όμως έγινε κίνημα με την πλήρη σημασία τού όρου μετά τις επαναστατικές δονήσεις τού 1848, όταν, υπερβαίνοντας το φιλελεύθερο πλαίσιο των πολιτικών δικαιωμάτων, κυοφόρησε στα σπλάχνα του την ιδέα μιας καθολικής αλλαγής τής κοινωνίας, με άρση των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας και με τη δημιουργία νέων, εξισωτικών και αλληλέγγυων μορφών παραγωγής και συλλογικής οργάνωσης… Αντίστοιχα, τα κοινωνικά κινήματα που συζητάμε συναντήθηκαν μεταξύ τους στη δεκαετία του ’60 μέσα σε ένα κοινό φαντασιακό όραμα, πέρ’ από τις επιμέρους ανάγκες και διεκδικήσεις που τα γέννησαν, επίκεντρο του οποίου ήταν η αξίωση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη στέρηση, την κυριαρχία και κάθε μορφής ξένωση (αλλοτρίωση), ενός κόσμου ισότητας και υλικής (μη καταναλωτικής) αφθονίας, υπαρξιακής πλήρωσης και εκφραστικής ελευθερίας για όλους – που ήταν μια νέα, διευρυμένη και οραματική επεξεργασία τού σοσιαλιστικού πόθου…
Ήταν, εν ολίγοις, η υπέρβαση της φιλελεύθερης γλώσσας των δικαιωμάτων εκείνη που γέννησε και εμψύχωσε τα μεγάλα κινήματα του παρελθόντος, και είναι ακριβώς η οπισθοχώρησή τους σε αυτήν που σηματοδοτεί τη συνθηκολόγησή τους με μια καταθλιπτική κοινωνική πραγματικότητα. Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούμε εκ νέου αυτή την έννοια, στις ιστορικές της μεταμορφώσεις και στις διφορούμενες σημασίες της.

Ερμαφροδιτισμός: Μια κοινωνική και πολιτική προέκταση

 
Με αφορμή το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου
Για το θέμα του νομοσχεδίου που αφορά την ταυτότητα φύλου, έχουν γραφεί και ειπωθεί πάρα πολλά το τελευταίο διάστημα. Δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τον ερμαφροδιτισμό, σαν ένα συνολικότερο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, το οποίο δεν το θεωρούμε φυσικό, τυχαίο και αθώο.
Σήμερα βλέπουμε ειδικά τη νέα γενιά, να μπερδεύει στην ομιλία της όχι απλώς ξένες λέξεις όταν μιλάει ελληνικά, αλλά να χρησιμοποιεί τη... συντακτική και μορφολογική δομή άλλων γλωσσών, στη συνομιλία της στην ελληνική γλώσσα.
Όμως η γλώσσα δείχνει τη συνείδηση. Μια γλώσσα που χάνει συνεχώς τα δομικά της γνωρίσματα, είναι μια γλώσσα ανθρώπων μπερδεμένων, στη σκέψη, την έκφραση και στο περιεχόμενο της επικοινωνίας. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στο νέο άνθρωπο να καταλάβει τί του συμβαίνει, σε μια ηλικία που αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο για την πορεία της ζωής του. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στον συναισθηματικό κόσμο του νέου ανθρώπου να εκδηλωθεί και να γνωριστεί με τους κόσμους των γύρων του.
Η αποδόμηση της γλώσσας, υποστηρίζεται αρχικά από το εκπαιδευτικό σύστημα, κατόπιν από τα Μ.Μ.Ε. και αναπαράγεται στα μέσα "κοινωνικής" δικτύωσης.
Αντίστοιχα με τη γλώσσα, τα νέα παιδιά, αλλά και οι ηλικιακά μεγαλύτεροι, μπερδεύουν ήθη, νοοτροπίες και συνήθειες, της πρόσφατης εγχώριας κουλτούρας, με τα Χολλυγουντιανά πρότυπα της παγκοσμιοποίησης.
Έτσι έχουμε τους λεγάμενους "σκυλοποπάδες", αλλά και αυτούς που μαϊμουδίζουν τους διάφορους "-άδες", κοντά τους και τους δηθεν-ίστας σε όλες τις παραλλαγές εις "-ίστας".
Στους πολιτικούς αυτοπροσδιορισμούς, συναντάμε για παράδειγμα δεδηλωμένους αριστερούς, με όλες τις τσέπες δεξιές. 
Ένας ανάλογος αχταρμάς συμβαίνει και στα μεταφυσικά σαλόνια, όπου συγχέονται νεο- παραθρησκευτικές δοξασίες με αστρολογίες, γιόγκες με καφετζούδες και χαρτορίχτρες, σε έναν απίστευτο καταναλωτικό λίγο-απολισμό. Στους πιο "κουλτουροδιανοουμενέ" κύκλους, η μόνη απόλυτη αρχή είναι η σχετικοκρατία και το στρογγύλεμα των πάντων, για να τσουλάνε παντού και να κολλάνε με όλα.
Σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, επικρατεί ένας εκτεταμένος ερμαφροδιτισμός. Τόσο πολύ πια που ντρέπεσαι να πείς τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Να σκεφτείς με διαύγεια και να πάρεις μια ξεκάθαρη θέση. Να ξέρεις ποιος είσαι και τί θέλεις. Να πεις ένα ναι ή ένα όχι και να το υπερασπιστείς. Αυτό το πρόβλημα βγαίνει πρώτα και κύρια, στις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί άλλα λέμε, άλλα σκεφτόμαστε, άλλα κάνουμε και αλλιώς τα δικαιολογούμε. Έχει επικρατήσει αυτό το "δεν ξέρουμε τί θέλουμε" κι επομένως δεν ξέρουμε ποιο είναι το στίγμα μας, στην κάθε δεδομένη συγκυρία. Χωρίς θέση δεν υπάρχει σχέση, ούτε με τους άλλους, ούτε με τον εαυτό μας.
Αυτό όμως δεν κάνει κοινωνία, αλλά ένα θλιβερό τσίρκουλο, που όσο στρασσάτο, πολύχρωμο και βαβουριάρικο δείχνει, τόσο πιο κενό, άχρωμο και σκοτεινό είναι. Κι όταν η φιέστα τελειώνει, η ερημιά μέσα μας ξαναπλακώνει. Είμαστε στη "τσίτα" της επικοινωνίας με χίλια δυο μέσα, αλλά δεν ησυχάζουμε, γιατί λείπει η άμεση πραγματική σχέση. Έχουμε δεκάδες, ακόμα κι εκατοντάδες εικονικούς "φίλους", αλλά δεν έχουμε πραγματικούς φίλους δίπλα μας. Έχουμε την άνεση να γδυθούμε στις διαδικτυακές κάμερες μπροστά σε αγνώστους, αλλά δεν έχουμε το θάρρος να εκτεθούμε ούτε στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους. Λείπει το θάρρος, γιατί τη θέση του την έχει πάρει ο υπολογισμός, η συναισθηματική τσιγγουνιά. Δεν χαιρόμαστε, ούτε λυπόμαστε, δεν γελάμε, ούτε θρηνούμε με την καρδιά μας, με μια κουβέντα, δεν ζούμε. Σερφάρουμε εικονικά σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν έχουμε δικό μας τόπο, είμαστε ανέστιοι. Δεν ανήκουμε πουθενά, γιατί απ’ όλο τον κόσμο αυτό που κρατάμε, είναι ό,τι μας κάνει καθρέφτη, με το αυτοείδωλό μας. Όμως, ο καθρέφτης του καθρέφτη και το είδωλο του ειδώλου, δεν μας δίνουν καμιά συνείδηση του εαυτού μας και του κόσμου. Το μόνο που δίνουν είναι μια σύγχυση χιλιάδων συνεχών ανακλάσεων, αυτό που λένε πληροφορίες. Εμείς νομίζουμε πως μπορούμε να ταξιδέψουμε τη ζωή μας πάνω στα φαντασιακά φουσκωτά ταχύπλοα του εγώ μας και του κόσμου εκείνου που του μοιάζει, για να πέσουμε τελικά στη σούπα της παγκοσμιοποιημένης ομογενοποίησης, εκεί που όλοι είμαστε ίδιοι κι επομένως αδυνατούμε να φανταστούμε πια, πως γίνεται ο καθένας-μία να είναι αλλιώς.
Εκτός που δεν έχουμε τόπο, δεν έχουμε ούτε χρόνο, με τη διπλή έννοια του προσωπικού και του κοινωνικού χρόνου.
Στον προσωπικό, δεν δίνουμε χρόνο ούτε στους άλλους, αλλά τελικά ούτε στον εαυτό μας. Τρέχουμε να καλύψουμε ανάγκες και προτεραιότητες που δεν παράγονται από σχέση με τον εαυτό μας ή από ευθύνη σχέσης με τους οικείους μας, αλλά είναι προβολές που έρχονται από γύρω μας κι’εμείς το ίδιο άκριτα συνήθως με τους υπόλοιπους, τις αναπαράγουμε.
Στον κοινωνικό και στον ιστορικό χρόνο, ολοένα και χάνουμε την επαφή μας μ αυτόν. Δεν νιώθουμε ότι αποτελούμε μια ιστορική συνέχεια ενός συγκεκριμένου πολιτισμού. Κινούμαστε σε ιστορικό κενό κι αφού δεν έχουμε ιστορικό χθες, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε κοινωνικό αύριο.
Ενώ λοιπόν η μίξη φύλων, γλωσσών, πολιτισμών, μοιάζει να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, στην πραγματικότητα τους έχει απομακρύνει, όσο ποτέ ίσως άλλοτε. Κι αυτό γιατί τους αφαιρεί την ταυτότητα. Χωρίς ταυτότητα φύλου, φυλής, τάξης, έθνους, τόπου, οικογένειας, προσώπου, πολιτισμού και ιστορίας, δεν μπορεί να υπάρξει ετερότητα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει σχέση.
Μήπως όμως χάνουμε αυτά, αλλά κερδίζουμε άλλα, όπως ατομικές ελευθερίες;
Μήπως γινόμαστε πιο ελεύθεροι και ανοιχτοί στον κόσμο;
Σήμερα προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τα στοιχειώδη, για να μπορούν οι "αγορές" να μας πουλάνε ό,τι θέλουν. Προσπαθούν να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και πολιτικό όν. Κι αυτό δεν είναι μια αφηρημένη ταμπέλα. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τον έρωτα, το θάνατο, την αγάπη, την ελευθερία και το κάθε μεγάλο θέμα της ζωής, είναι προϊόν μιας μακράς πολιτισμικής αλυσίδας, που πάει τόσο βαθιά στο χρόνο, όσο κι ο άνθρωπος. Στη ζωώδη σχεδόν κατάσταση, είμασταν ίδιοι. Μετά αρχίσαμε να ξεχωρίζουμε και δημιουργήσαμε αυτή την τεράστια πολιτισμική ποικιλότητα, ανάλογη με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν κάθε λαός τον κόσμο και την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτόν. Οι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν με βάση τα φυσικά όρια, με σεβασμό σε αυτά. Η παραβίαση των φυσικών ορίων, θεωρούνταν ύβρις απέναντι στη ζωή και η ύβρη γεννά την αφροσύνη. Ο σημερινός πολιτισμός έχει ξεφύγει τόσο πολύ από τη φύση, ώστε να αποτελεί μια ύβρη σχεδόν στο σύνολό του. Η αποστασία του από τους κανόνες της ζωής, έφερε τη χειρότερη ζούγκλα για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Γιατί η ζούγκλα του ανταγωνισμού δεν έχει κανόνες και όρια, όπως η φυσική ζούγκλα. Σήμερα ο ατομικισμός και ο άκρατος ανταγωνισμός, έχουν "χτυπήσει κόκκινο". Όλες οι σημερινές ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, τροφοδοτούν τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό του, ενώ είναι απόλυτα συστοιχισμένα με την αυθαιρεσία και την ασυδοσία των πολυεθνικών. Γι’ αυτό τον λόγο καταργούν τα συλλογικά δικαιώματα και στη θέση τους προβάλλουν τα ατομικά. Ο στόχος είναι να χαθεί κάθε είδους συλλογική συνείδηση. Μαζί της μοιραία και η αυτοσυνείδηση, ο ιδιαίτερος τρόπος που προσλαμβάνει ο καθένας τις συλλογικές ιδιότητες και συγκροτεί την προσωπικότητά του.
Δεν θέλουν κοινωνίες, θέλουν άτομα, απομονωμένα και ψυχωτικά. Όχι αυτόβουλα, αλλά βουλιμικά, που όσο καταναλώνουν τόσο πεινάνε, γιατί μέσα τους είναι άδεια.
Γιατί η μεγαλύτερη φυλακή, είναι η κοινωνική αναπηρία. Είναι να μην μπορούμε ν’ ακούσουμε τον διπλανό μας, να μην μπορούμε να μπούμε στη θέση του κι αυτός στη δική μας, να μην μπορούμε να δώσουμε, χωρίς υπολογισμό άμεσου ατομικού κέρδους, να μην μπορούμε να μοιραζόμαστε, να πλουτίζουμε από την προστιθέμενη αξία της σχέσης, της κοινωνίας με τους άλλους.
Αναπόφευκτη συνέπεια του ερμαφροδιτισμού, είναι η στειρότητα. Στειρότητα στη σκέψη, στο λόγο, στο συναίσθημα, στις σχέσεις, στη δημιουργία.
Σήμερα βλέπουμε να απελευθερώνεται η συναισθηματική έκφραση, χωρίς αναφορά σχέσης με τους άλλους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην τέχνη, το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον αποτελεί απλώς το φόντο της "απελευθερωμένης" έκφρασης. Ο κόσμος όλος, γίνεται εργαλείο μιας έκφρασης απελευθερωμένης από κάθε συναίσθηση του περιβάλλοντος της, αλλά φυλακισμένης στους καθρεφτένιους τοίχους της εγωπάθειας. Μόνο που στους καθρέφτες αυτούς, δεν βλέπει κανείς τον εαυτό του, αλλά τις προβολές που του παίζει το σύστημα.
Η στειρότητα, βρίσκει υποκατάστατο στην αδυσώπητη κατανάλωση. Αλλά την κορύφωση της καταναλωτικής μανίας, αποτελεί η "ανθρωποφαγική" κατανάλωση ανθρώπων από ανθρώπους. Μόνο εκεί ικανοποιείται προσωρινά το έλλειμα δημιουργίας.
Μάλιστα όσο πιο βαθειά η ερμαφρόδιτη στειρότητα, τόσο πιο αχόρταγη η "ανθωποφαγία". Η ατομικιστική χειριστικότητα και η χρησιμοθηρία, αφενός φτιάχνουν κάθε τόσο καινούργιες οικονομικές φούσκες για τον καπιταλισμό και αφετέρου κάνουν τους ανθρώπους αυτόδουλους, στην κόλαση μιας ανταγωνιστικής δίνης που στο τέλος τους καταπίνει όλους, αφού πρώτα έχει τσακίσει κόκαλα κι έχει ρουφήξει μεδούλια.
Η συστημικά χειραγωγημένη ατομιστική απελευθέρωση, καταργεί τη μοναδικότητα του προσώπου και οδηγεί τα ματαιόδοξα εγώ, στην "προκρούστεια κλίνη" που παράγει συνεχώς ανθρώπους ανάπηρους κι ολόιδιους.
Η φυσική εξαίρεση του ερμαφροδιτισμού στα φύλα, τείνει να γίνει κανόνας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και υπαίτιος αυτής της μετάλλαξης είναι το καπιταλιστικό σύστημα.
Η πραγματική απελευθέρωση ανθρώπων και λαών, κατακτιέται με αγώνες και συχνά με θυσίες, δεν χαρίζεται κι ακόμα περισσότερο, δεν προκατασκεύαζεται από το ίδιο το σύστημα.
ΟΜΑΔΑ ΛΟΓΟΥ ΔΑΙΜΩΝ
Διαβάστε και εδώ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=10799 

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Μια μερίδα λουκουμάδες

 
 
Στην Θώμη
Πρέπει να ήτανε Νοέμβρης του ΄74. Βράδυ και κρύο και ψιλόβροχο, τυπικό βράδυ Νοεμβρίου για τη Θεσσαλονίκη. Του τότε. Μ’ εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση της ερημίας που ήταν ταυτόχρονα και ελευθερία, όπως τη διηγιέται ο Σαιντ Εξυπερύ: «Στην ζούγκλα χάνεσαι, στην έρημο βρίσκεις». Δεν ξέρω που πήγε αυτή η αίσθηση, που να το ξέρω; Μπορεί και να είμαι εγώ που μεγάλωσα κι ακόμη ψάχνω… Αυτό είναι: μεγάλωσα κι ακόμη ψάχνω και κάθε φορά που ανεβαίνω στην «μητέρα Θεσσαλονίκη» χάνομαι όλο και πιο εύκολα, όχι ακριβώς στους δρόμους, ούτε στη νύχτα. Να έτσι: χάνομαι. Δεν είσαι κι εσύ να ψάχνουμε μαζί, πέρασαν και τα χρόνια και καθόμαστε απ’ έξω και τα κοιτάμε σαν φωτισμένες βιτρίνες να περνούν και να χάνονται στο Θερμαϊκό. Όπως κοιτούν τα παιδιά, που μυρίζουν φρέσκια, ζεστή, σπιτική αγκαλιά καθώς κοιτούν τις φωτισμένες βιτρίνες με τα ζαχαρωτά και τα γλυκά. Λουκουμάδες όμως δεν έχει. Α, όσο γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Δεν υπάρχει πουθενά μέσα στη νύχτα ένα φωτισμένο λουκουματζίδικο και μπροστά -μπροστά στο τζάμι να στέκεται ο λουκουματζής ρίχνοντας εκείνο τον υδαρή, υπόλευκο, πολτό, τον καμωμένο από μυροβόλο άνοιξη, μέσα στο καυτό λάδι κι ο πολτός μαγικά να μετατρέπεται, σχεδόν ακαριαία, σε μια μικρή, ζεματιστή υδρόγειο σφαίρα γλυκύτητας. Κι από πάνω μέλι. Λουκουμάδες! Τώρα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λένε λουκουμάδες κάτι στρογγυλά κρύα πράματα, πασπαλισμένα με ζάχαρη. Αλλά μήπως είναι το μόνο που δεν καταλαβαίνω; Και δεν είναι κακό αυτό! Το κακό είναι ότι κουράστηκα να ψάχνω. Έτσι κι αλλιώς έχουν πια πολλή βουή οι νύχτες στην Θεσσαλονίκη. Γεμάτη κόσμο η προκυμαία. Χειμώνα καλοκαίρι. Ας είναι. Ωραία είναι.
Εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη του ’74 ήταν έρημη. Ψυχή ζώ
σα. Και τότε ωραία ήταν. Σαν εσένα. Σαν εμένα. Έχουμε βγει από τον κινηματογράφο – κάπου κοντά στο Ντεπό – πολύ ευχαριστημένοι, πολύ όμορφα «μεγάλοι», χωρίς ν’ ακούμε το τρίξιμο από τον κόσμο μέσα μας που όλο μεγάλωνε. Μας κατέκλυζε ο κόσμος που ήμασταν. Μόνο που δεν το ξέραμε. Ω, θεέ μου, εκείνες οι στιγμές της απίστευτης, της αδυσώπητης βραδύτητας που μόνο αν είσαι 18 ή 19 χρονών μπορείς να αντέξεις. Τόσο ήμασταν. Και περπατούσαμε ακόμα πιο αργά κι από τη βραδύτητα μέσα στην έρημη παραλία με κατεύθυνση τον Λευκό Πύργο. Δυο παιδιά. Εκείνη κι εγώ. Δυο παιδιά μιας βαθύτατα αγαπητικής φιλίας που μας έκανε να υπάρχουμε. Και συνεχίζεται. Κι ακόμη μας κάνει να υπάρχουμε.
Έχουμε βγει από τον κινηματογράφο και συζητάμε για το έργο που είδαμε. Δυο παιδιά. Διψασμένα για τα πάντα. Για το έργο, για την ερημιά, για τη θάλασσα, για τη βροχή, για το κορμί μας που μύριζε ακόμη ζεστή σπιτική αγκαλιά και ταυτόχρονα έγερνε σε μια πεποίθηση της πυρκαγιάς. Ωραία ελευθερία. Λιγάκι φοβισμένη, στην πρώτη ξενιτειά από τα σπίτια μας (ακολούθησαν κι άλλες πολλές μέσα κι έξω ξενιτιές), όμως ελευθερία. Ανεπανάληπτη ελευθερία. Περπατάμε.
Κάποια στιγμή νιώθω μια κίνηση από την μεριά της θάλασσας. Δεν έδωσα σημασία. Συνεχίσαμε. Το ξανάνιωσα. Γύρισα να δω, δεν είδα τίποτα. Περάσαμε τον Λευκό Πύργο, εμείς οι δύο, η νύχτα, ο Νοέμβρης, το ψιλόβροχο κι άλλος κανείς. Και ξαφνικά  όπως περπατούσαμε, ιδού το θαύμα: στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί που σήμερα είναι όλα τα καφέ κάθε είδους και βοούν την εκκωφαντική πραμάτεια τους, ένα λουκουματζίδικο. Σαν το «υπερωκεάνιο» από τους στίχους του Ανδρέα Εμπειρίκου. Σταθήκαμε και κοιτάξαμε μαγεμένοι! Δούλευε βαριά τον χρόνο, η στιγμή. «Στρόφαλοι, στροφάλων». Ο λουκουματζής μπροστά στο τζάμι έκανε τα μαγικά του κι εμείς ήμασταν τόσο, μα τόσο νέοι. Με πολύ, παρά πολύ Αντονιόνι  και Βισκόντι και Παζολίνι και Μπέργκμαν στα στομάχια μας. 
Πεινούσαμε. Πείνα αληθινή για γλυκό. Κοιταχτήκαμε. «Πάμε για λουκουμάδες;» Μια κουβέντα είναι. Με τι λεφτά; «Μία». Αρχίσαμε να μετράμε ό,τι λεφτά είχαμε πάνω μας. Έλειπε μισή δραχμή. «Τώρα;» «Ας το, πάμε να φύγουμε».
Και τότε όπως είχαμε την πλάτη γυρισμένη στην θάλασσα, ακούσαμε πίσω μας ένα πλατάγισμα. Γυρίσαμε ξαφνιασμένοι και φοβισμένοι. Πίσω μας ήταν η γοργόνα. Το «μείναμε αγάλματα», λίγο είναι. Η γοργόνα χαμογέλασε. Μη φανταστείς τίποτα εξωπραγματικό, κάποια υπερβολή της ομορφιάς, όχι καθόλου. Μια συγγενής, ας πούμε, σε παρατεταμένο φθινόπωρο, που επιστρέφει από τη λαϊκή ή από την Αυστραλία. «Τυχεροί είστε» λέει. Τσιμουδιά εμείς. «Σήμερα βρήκα ένα νόμισμα, να εδώ στον βυθό πιο πέρα». Και μας πετάει ένα νόμισμα που άστραφτε. Η Θώμη λέει πως εκείνη το έπιασε, εγώ θυμάμαι πως εγώ το άρπαξα στο αέρα, τι σημασία έχει πια; Και τι αν δούμε: ήταν μια ψεύτικη λίρα απ’ αυτές που βάζουν στις βασιλόπιτες. «Είναι ψεύτικο» ψέλλισε η Θώμη. «Δεν πειράζει» απάντησε η γοργόνα, «εδώ περνάει. Αλλά μόνο εδώ. Πηγαίνετε κι εγώ σας περιμένω».
Πήγαμε. Ψύχραιμος ο λουκουματζής μας έβαλε μια μερίδα λουκουμάδες, μέτρησε και την λίρα, όλα καλά. Βγήκαμε έξω. Πουθενά η γοργόνα. Κοιταχτήκαμε. Σταθήκαμε όρθιοι, κατάμονοι, μια νύχτα του Νοέμβρη του ’74, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, μοιραστήκαμε τους λουκουμάδες, φύγαμε. Πήγαμε στη ζωή μας.
Τόσα χρόνια μετά, κάθε φορά που θα βρεθούμε κοιταζόμαστε φευγαλέα όταν κανείς δεν μας κοιτάζει κι είναι πάλι βράδυ και Νοέμβρης και Θεσσαλονίκη και λουκουμάδες κι εμείς κοιτάμε τον μαύρο Θερμαϊκό.
«Βρήκες τίποτα;»
«Όχι ακόμα». 

Είδες ποτέ τη Βροχή…

Ευαγγελία Τυμπλαλέξη

Άλλοτε η Θάλασσα…
Ό,τι κατακρημνίζει τα οιδιπόδεια σύνδρομα
Η έλλειψη ρευστότητας οδηγεί σε χρεοκοπία
Η εθελοτυφλία άγει σε σκοτεινή οδύνη
Ο οφθαλμός του Νόμου επιβεβαιώνει το παράστημα της κυρίαρχης Τάξης
Ό,τι γονιμοποιεί τη Μνήμη
Ό,τι επινοεί απαιτήσεις
Ό,τι χειραφετεί επισφάλειες
Σε μέτωπα χλωμά διακυβεύουν την υπόληψή τους

Άλλοτε προσηλώσεις…
Τσακίστηκε στα βράχια η ομίχλη
Και στις ασύνειδες ανησυχίες τα λογικά επιχειρήματα
Εκπορνεύεται το Πνεύμα όταν αυτοκαταργείται
Και το έργο Τέχνης όταν δεν κρατά την απόστασή του απ’ το κοινό
Περιφρονείται η πραγματικότητα όταν διερευνάται σαν άπειρο
Κι οι αξίες όταν ολοκληρωτικοί μετασχηματισμοί είναι εφικτοί
Εκχυδαΐζεται η ευδαιμονία
Οι Ποιητές μέσω της ιδιωτείας τους
Οι εργαζόμενοι όταν παρακάμπτουν τη Δεοντολογία τους
Τα νωπά φιλιά κλιμακώνουν τις επιφάσεις
Κι ο εθελοντισμός όταν ιδιωτεύει
Αλλόσημες ιδεοληψίες
Η Αρμονία απειλείται ή τ’ Ανθρώπου η ταυτότητα

Άλλοτε η Θάλασσα…
Στην άμμο ξεβρασμένο το ΕΓΩ όταν απ’ το Υπερεγώ καθοδηγείται
Μην έρθει να με δει ΚΑΝΕΙΣ εδώ που είμαι
Την αργοπορία μου να πουλάω
Άλλοτε προσηλώσεις…
Τα στοιχειά αναφλέγονται απ’ ένστικτες επιθυμίες
Κι η Αγραμματοσύνη μέσω μιας εγγραμματοσύνης τυπικής
Μην μου χαρίσει ΚΑΝΕΙΣ γοβάκια αστραφτερά
Τα πόδια καταματωμένα στην εξεζητημένη Υποψία
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…
Απαξιώνεται ο ξεσηκωμός από γυμνή ρομφαία
Τα ιδανικά όταν υπάρχουν θαμπωμένοι καθρέφτες
Κι οι θεσμοί όταν σε διαδικασία τίθενται εκκοινωνισμού

Μελωδικά δεν είναι τα οράματά μου μήτε το βλέμμα μου νωθρό
Μην αγριεύεσαι καθώς η Γη σκιάζεται απ’ τα σύννεφα
Άλλοτε η Θάλασσα…
Άλλοτε προσηλώσεις…
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…

Και περπατούσαμε κάτω απ’ τη Βροχή
Στο ένα πεζοδρόμιο η Νέα
Στο άλλο η παλιά Ιστορία
Μια στείρα Ηδονή έσταζε απ’ την κατεστραμμένη ομπρέλα
Και λαχταρούσε η Νιότη η γόνιμη
Καθώς ο άνεμος λυσσομανούσε
Και στα ρυάκια λικνιζόταν το φέρετρο της ΜΑΝΑΣ
Μα πουθενά μιαν απλωσιά ιερή να ημερεύσει
Άλλοτε η Θάλασσα…
Άλλοτε προσηλώσεις…
Άλλοτε μια Χώρα Καταραμένη…

Κι έτρεμα απ’ το κρύο
Μα δεν φόρεσα το αδιάβροχο που μου πρόσφερες
Γιατί όταν ένα πανωφόρι προστατεύει μια Γυναίκα
Της κλέβει μιαν Υπόσχεση…

13 Οκτώβρη '44... Η μάχη της Ηλεκτρικής...

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

12 Οκτώβρη: Η (ανολοκλήρωτη) Απελευθέρωση


Νίκου Μπογιόπουλου

«Ώρα έντεκα π.μ. – Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΑΣ – Οι Γερμανοί εκκενώνουν οριστικά την πρωτεύουσα – Ο γερμανός διοικητής και όλο το στρατηγείο του Λυκαβηττού ανεχώρησαν – Η Αθήνα κηρύχτηκε ανοχύρωτη. Πριν φύγουν και οι τελευταίοι Ούννοι ο λαός ξεχύθηκε με...σημαίες και ζητωκραυγές στους δρόμους. Απ’ το Πανεπιστήμιο, απ’ τις Τράπεζες, απ’ όλα τα κέντρα οι τηλεβόες του ΕΛΑΣ σαλπίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα. Οι συνοικίες σε παραλήρημα ενθουσιασμού ετοιμάζονται για το μεγάλο γιορτασμό. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη αντιπροσωπείες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατέθεσαν στεφάνι. Έξαλλος από τον ενθουσιασμό ο συγκεντρωμένος κατά χιλιάδες λαός ζητωκραύγαζε. Δακρύζοντας οι πολίτες αγκάλιαζε ο ένας τον άλλο (…). Η γερμανική σημαία κατέβηκε απ’ την Ακρόπολη και τα τελευταία γερμανικά τμήματα έφυγαν το πρωί απ’ την Αθήνα» (Ριζοσπάστης, 12/10/1944).
 
Ήταν σαν σήμερα, ημέρα Πέμπτη και τότε, πριν από 73 χρόνια, όταν το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ απελευθέρωναν την Αθήνα από την μπότα του ναζί κατακτητή.
Ήταν  μια συγκλονιστική μέρα.
Την επομένη της  λαοπλημμύρας στην πρωτεύουσα το κλίμα της γιορτής της Απελευθέρωσης μεταφέρεται από τον Τύπο σε όλη την Ελλάδα. Υπό τον τίτλο «ΛΕΥΤΕΡΙΑ! ΛΕΥΤΕΡΙΑ! Η ΑΘΗΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ», ο «Ριζοσπάστης» γράφει:
«Χάθηκε το βρωμερό κουρέλι του φασισμού απ’ την Ακρόπολη. Τούτο το σύνθημα  περίμενε η Αθήνα. Η μπαρουτοκαπνισμένη Αθήνα, που γνώρισε την πείνα και το βόλι του κατακτητή, το στιλέτο του προδότη, η αδάμαστη Αθήνα, που τρία χρόνια πάλεψε, ξεχύθηκε ζωντανή ανθρωποθάλασσα να διαλαλήσει τη Νίκη, να γιορτάσει τη Λευτεριά της. Πέντε λεφτά φτάσανε για να κολυμπήσει όλη η πόλη στο γαλάζιο. Για ν’ ανέβουν οι ΕΠΟΝίτες στα καμπαναριά και ν’ αντηχήσουν χαρούμενα οι καμπάνες. Διαδηλώσεις, που πρώτη φορά βλέπει η Αθήνα, ξεχύνονται από παντού. Από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια ένα ρεύμα είναι ο κόσμος. Γελούν, δακρύζουν, αγκαλιάζονται. Λευ-τε-ρω-θή-κα-με ! Νι-κή-σα-με !
 Και πάνω απ’ όλα, μια φωνή που αγκαλιάζει όλη την Αθήνα, που κλείνει όλους τους σκληρούς τρίχρονους αγώνες, όλη την πίστη στη λευτεριά, όλη τη χαρά της Νίκης:
«Η Απελευθέρωση της Αθήνας», ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη
 Ε-Α-Μ ! Ε-Α-Μ ! (…). Ανεβασμένοι στ’ αυτοκίνητα, ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα, που τ’ αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά – Λαοκρατία!(…) ΕΛΑΣίτες περνούν σ’ αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Ακράτητος ο κόσμος τους κυκλώνει: Ζήτω ο Λαϊκός Στρατός! Ζήτω ο Στρατός της Λευτεριάς μας! Το δίκοχο του ΕΛΑΣίτη, όπου εμφανιστεί, ξεσηκώνει θύελλα ενθουσιασμού. (…) το πένθιμο εμβατήριο αντηχεί από χιλιάδες στόματα που υπόσχονται πίστη στον αγώνα, το τελικό τσάκισμα του Φασισμού και τη Λαοκρατία (…)».
Ανάμεσα στα εκατομμύρια των πατριωτών που ξεχύθηκαν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν το θάνατο του αγκυλωτού του φασισμού, κάποιοι ισχυρίζονται ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Είναι οι ίδιοι που προσπαθούν να κρύψουν την απουσία των προγόνων τους και τη δική τους πίσω από την «αθώα» φρασούλα: «Τότε όλοι οι Έλληνες ήταν μαζί»…. Όμως:
1) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που πολεμούσε τους Γερμανούς στις πόλεις και στα βουνά, κι άλλο πράγμα εκείνοι που είχαν πάρει τον «πατριωτισμό» τους – μαζί με το χρυσό της χώρας – και τον είχαν φυγαδεύσει στα ασφαλέστατα «χαρακώματα» του Καΐρου και του Λονδίνου.
2) Άλλο πράγμα ο ελληνικός λαός που μαχόταν το ναζισμό διεκδικώντας για αντίτιμο μια Ελλάδα της λευτεριάς, της δημοκρατίας και της λαϊκής αναδημιουργίας, κι άλλο πράγμα εκείνοι που το 1944 έσπευδαν να συνταχθούν με τη «εξόριστη» βασιλική κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Ήταν, μάλιστα, τόσο «διαθέσιμοι» στην υπηρεσία των Ανακτόρων, που για το λόγο αυτό «βραβεύονταν» με την ανάθεση ρόλου πρωθυπουργού της «κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας».
3) Άλλο πράγμα το ΕΑΜ κι άλλο εκείνοι που συνεργάστηκαν με τον Χίτλερ, οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοντυμένοι. Στους οποίους, αν και προδότες, οι του Καΐρου και του Λονδίνου, όταν επέστρεψαν, στο πλαίσιο της «εθνικής τους ενότητας», επιδαψίλευσαν τιμές και αξιώματα…
4) Άλλο πράγμα αυτοί που πολεμούσαν και τραγουδούσαν «το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ τη πείνα, θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά» κι άλλο πράγμα οι «παπατζήδες»που (στις 2-5-1944) σε ομιλία τους στην Αλεξάνδρεια, παρουσία των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, έκαναν λόγο για τη «βρωμιά του ΕΑΜ»!
5) Άλλο πράγμα αυτοί που πολέμησαν τον Χίτλερ και με τα ίδια όπλα πολέμησαν τον Τσόρτσιλ και τον Βαν Φλιτ, κι άλλο εκείνοι που για να καταπνιγεί κάθε εγχείρημα λαϊκής κυριαρχίας στον τόπο τηλεγραφούσαν στον Τσόρτσιλ τα εξής:«Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι η σταθερότης της ελληνικής κυβερνήσεως θα διατηρηθεί πλήρως κατά τας επικείμενους κρίσιμους στιγμάς. Δεν γνωρίζω τους λόγους διά την απουσία της Βρετανίας. Μόνον η άμεσος παρουσία εντυπωσιακών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και ως τας τουρκικάς ακτάς θα ήτο δυνατό να μεταβάλει την κατάστασιν» (Γεώργιος Παπανδρέου, 22/9/1944, τηλεγράφημα προς τον Τσόρτσιλ).
6) Άλλο πράγμα αυτοί που έδωσαν την ψυχή, την καρδιά και το αίμα τους για τη λευτεριά της Ελλάδας και για τη σωτηρία του λαού, κι άλλο οι μαυραγορίτες, τα κόμματά τους και οι εφημερίδες που έφταναν να δίνουν ακόμα και το παράγγελμα των εκτελεστικών αποσπασμάτων (!), αυτοί που κράδαιναν ενάντια στο μεγαλειώδες κίνημα της Αντίστασης τη «νομιμότητα» του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του και έγραφαν: «Καλώς συνετάγη ο νόμος που τιμωρεί με θάνατο τους Ελληνες υπηκόους όσοι μετέχουν σε πολεμικές εχθροπραξίες κατά των Γερμανών» («Καθημερινή», 1/6/1941).
7) Άλλο πράγμα οι εκτελεσμένοι στον τοίχο της Καισαριανής κι άλλο πράγμα οι «Τσολάκογλου» και οι «Ραλληδες». Άλλο πράγμα ο Έκτωρ Τσιρονίκος, ο  δοσίλογος και συνεργάτης των Γερμανών επί Κατοχής. Ο αντιπρόεδρος στη γερμανοδιορισμένη «κυβέρνηση» του Ιωάννη Ράλλη, της κυβέρνησης δηλαδή των γερμανοτσολιάδων που ίδρυσε τα «Τάγματα Ασφαλείας». Κάτι τέτοιοι σαν τον Τσιρονίκο, με τέτοια «πατριωτική» προϋπηρεσία, είναι που απαρτίζουν τους «ήρωες» της Χρυσής Αυγής. Έτσι, στο περιοδικό της Χρυσής Αυγής, στη δεύτερη σελίδα, μέσα σε ειδικό πλαίσιο ώστε να τονίζεται ευδιάκριτα ο ναζισμός τους, δημοσιεύτηκε κείμενο (τεύχος Δεκέμβρη 1983) υπό τον τίτλο «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ», το οποίο καταλήγει ως εξής: «Γιατί ΕΜΕΙΣ, μόνο ΕΜΕΙΣ είμαστε ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ, μελλοντικοί ανατροπείς της διαφθοράς, μελλοντικοί Δημιουργοί της Πολιτείας του Ήλιου, της Πολιτείας του Ελληνικού Μεγαλείου, της ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ».
Η υπογραφή του εν λόγω δημοσιεύματος (και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα) είναι: «ΕΚΤΩΡ ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΣ».
Να λοιπόν που η Ιστορία και η αλήθεια είναι πεισματάρικα πράγματα. Και επιμένουν: Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, «μαζί» και «ενωμένος» στον αγώνα για την Απελευθέρωση και στη γιορτή για την Απελευθέρωση ήταν, πράγματι, ο ελληνικός λαός. Οι δοσίλογοι και οι πατριδοκάπηλοι ήταν – και θα είναι πάντα – στην άλλη μπάντα.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που στην Ελλάδα η 12η Οκτωβρίου, η ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας και της Ελλάδας – που έμελλε να μείνει μια ανολοκλήρωτη απελευθέρωση για τον λαό και τον τόπο – είναι μια «ξεχασμένη» επέτειος για την άρχουσα τάξη και το κράτος της.
Και έχουν απόλυτο δίκιο. Για ποιο πράγμα να γιορτάσουν αυτοί, άλλωστε; Τι να γιορτάσουν; Την απουσία τους από τον αγώνα του ελληνικού λαού για την λευτεριά του; Την προδοσία τους και τη συνεργασία τους με τον κατακτητή; Ή την κατοπινή τους πρόσδεση με τον ευρωατλαντισμό;