Δυο λόγια για την υπόθεση Energa και την πρόσφατη αποφυλάκιση ενός εκ των πρωταγωνιστών της
τουΧρήστου Ξανθάκη
Όλοι δίκιο έχουν στην υπόθεση Φλώρου!
* Έχει δίκιο ο Φλώρος ο ίδιος, που δηλώνει «άλλοι με βγάλανε δεν βγήκα μόνος μου απ’ τη φυλακή». Δικαίωμά του είναι να το λέει, η απόφαση αποφυλάκισης δεν φέρει, άλλωστε, την... υπογραφή του.
* Έχει δίκιο ο Σταύρος Κοντονής που ζήτησε το βούλευμα της αποφυλάκισης να ρίξει μια ματιά. Δουλειά του είναι.
* Έχει δίκιο η Έφη Αχτσιόγλου που ζήτησε να ελεγχθεί η απόφαση του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας. Δουλειά της είναι.
* Έχουν δίκιο οι Δικαστικοί που λένε «ρε γαμώτι, πάλι μας την πέφτετε, ενώ αποφασίσαμε με βάση το νόμο». Δηλαδή με βάση τη γνωμάτευση των γιατρών.
* Έχει δίκιο η Νέα Δημοκρατία που την πέφτει στην κυβέρνηση γιατί δίνει πατήματα στη γαμημένη την πλουτοκρατία, μιας και κούρασε ο Σεφερλής τις τελευταίες σαιζόν του και χρειάζεται κάτι καινούριο για να γελάσει ο κοσμάκης.
* Δίκιο έχει κι ο Πολάκης που εκρήγνυται, διότι άμα δεν εκραγεί ο Πολάκης δεν θα είναι Πολάκης πια και θα νομίσουμε όλοι ότι τον απήγαγαν οι εξωγήινοι κι έβαλαν στη θέση του έναν άλλον Πολάκη λιγότερο Πολακίσιο από πριν.
* Δίκιο έχουν επίσης και οι απανταχού φλώροι, που εξεγείρονται και γκρινιάζουν ότι τους βγήκε το όνομα και τέλος πάντων φούμαρα πουλάνε οι άνθρωποι δεν πουλήσανε ρεύμα ούτε μια στιγμή.
Γενικά, δεν βρίσκω κανέναν που να μην έχει δίκιο σε αυτή την υπόθεση, εκτός από τη ΔΕΗ φυσικά που αντί ν’ αφήσει ήσυχους τους εντερπρενιούρς της Εnerga να κάνουν τη δουλίτσα τους, τόλμησε να τους σύρει στα δικαστήρια και να διασύρει την τιμή και την υπόληψή τους. Για τρακόσια ψωροεκατομμύρια αν έχεις Θεό, πέρνα αύριο απ’ το γραφείο ρε φτηνιάρη να στα δώσω κι άμα δεν μπορείς εσύ στείλε το κούριερ! Άντε γιατί καλομάθαμε με τη γκρίνια και δεν αναγνωρίζουμε τις αξίες σ’ αυτόν τον κωλότοπο…
Υ.Γ.: Μια σημείωση μόνο, γιατί έκατσα και διάβασα την ανακοίνωση του Άρι Φλώρου στο σύνολό της και αφού κατάπια όλα τα νομικίστικα και κορακίστικα που γράφει έφτασα και στο τέλος της. Εκεί που μιλάει για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και επισημαίνει ότι προσβάλλεται η αξία του ως ανθρώπου από τη λαϊκίστικη ή μικροπολιτική εκμετάλλευσή τους. Και καλά το «μικροπολιτική» να το αφήσω έξω, καθότι νέο παιδί είναι ο αποφυλακισθείς ίσα ίσα στις φοιτητικές εκλογές θα έχει ψηφίσει. Κι εκεί πάλι μπορεί να μπερδεύτηκε και να έριξε το εισιτήριο για Μύκονο στην κάλπη!
Το άλλο όμως με τον «λαϊκισμό»; Κι εδώ ακόμη χωράει ο λαϊκισμός; Κι εδώ ακόμη πρώτη μούρη; Κι εδώ ακόμη δεν τολμάς να πεις μια κουβέντα, ν’ ασκήσεις κριτική, να κάνεις πλακίτσα κι αμέσως γυρνάει το στόρι στον λαϊκισμό; Τέλος τα επιχειρήματα, τέλος η αντιπαράθεση, τέλος ο διάλογος; Άμα δεν μας γουστάρουν όσα λέει ο άλλος, του πετάμε ένα «είσαι λαϊκιστής» και άντε γεια που λέει κι ο Τάκης Τσουκαλάς; Συγγνώμη, αλλά ούτε τα πιτσιρίκια στις παιδικές χαρές δεν αντιδρούν τόσο υστερικά. Ούτε στους βρεφονηπιακούς σταθμούς δεν ισοπεδώνεται τόσο η λογική. Κι αυτή η καινούρια καραμελίτσα, κάποια στιγμή θα αποδειχθεί ότι στον πυρήνα της δεν κρύβει λικεράκι αλλά δηλητήριο. Δεν ξέρω μόνο ποιος θα το καταπιεί πρώτος…
Ο φιλάνθρωπος, μουσουλμάνος μαύρος βαρκάρης, του λιμανιού των Χανίων
Η συγκλονιστική ιστορία παράδειγμα για όλους μας! Η ζωή του μοιάζει σαν παραμύθι: Γνωστός με το ελληνικό όνομα Χελιδόνης, ή Χελιδονάκης κατα το εκρηκτικότερο, προφανώς επειδή η ψυχή του ήταν λευκή σαν πουλιού και η εμφάνισης του μαύρη σαν του χελιδονιού. Νομίζουμε πως αξίζει να θυμηθούμε την ιστορία του ειδικά μετά τα γεγονότα με το περιοδικό Charlie Hebdo και την ισλαμοφοβία που κάποιοι διασπείρουν.
Ο Σαλής ήταν μια από τις γνωστότερες φυσιογνωμίες της πόλης των Χανίων τον περασμένο αιώνα. Ήταν απόγονος μαύρων εργατών ή χαλικούτηδων* από την εποχή της Αιγυπτιοκρατίας στην Κρήτη, καταγόμενος από το Σουδάν ο οποίος δε θέλησε να εγκαταλείψει τα Χανιά κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 και έτσι παρέμεινε στην πόλη, όπου έγινε ευρέως γνωστός για την εργατικότητα, την εγκαρδιότητα και την καλοψυχία του.
Εργαζόταν από μικρό παιδί στη μπλε βάρκα του προέδρου των βαρκάρηδων των Χανίων Σταύρου Τσιριγωτάκη και χάρη στη δύναμη και την ταχύτητα του νεαρού μουσουλμάνου, πάντα η βάρκα του Τσιριγωτάκη ήταν πρώτη στο ξεφόρτωμα επιβατών και αποσκευών, καθώς εκείνη την εποχή το λιμάνι των Χανίων ήταν αβαθές και ακατάλληλο για τον ελλιμενισμό πλοίων.
Τις αποσκευές τις ξεφόρτωναν σε μαούνες μέχρι την ακτή και τους επιβάτες οι βάρκες, ανταγωνιζόμενες για την μεγαλύτερη ταχύτητα και καλύτερη εξυπηρέτηση.
Ο Σαλής ήταν πολύ δυνατός και γρήγορος και έτσι πάντα η βάρκα που κουμάνταρε ήταν πρώτη και έτσι κατέληξε να κάνει το βαρκάρη για πάρα πολλά χρόνια και ταυτόχρονα έγινε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και συμπαθητικές φυσιογνωμίες των Χανίων.
Το πόσο αγαπούσε την Ελλάδα και τα Χανιά, αποδεικνύεται από την άρνησή του να αποχωρήσει το 1922 από την Κρήτη μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, παίρνοντας μάλιστα και την αγγλική υπηκοότητα για να μπορέσει να παραμείνει στην Ελλάδα, κάτι το οποίο του δημιούργησε προβλήματα κατά τη γερμανική κατοχή.
Μαζί με την Αμπλά, άλλη μια καλόκαρδη μουσουλμάνα ήταν από τους καλύτερους και πιο όμορφους χαρακτήρες των Χανίων, πάντα χαμογελαστοί, γενναιόδωροι και έτοιμοι να βοηθήσουν τους ανήμπορους και άπορους συνάνθρώπους τους. Κάθε φορά που πληρωνόταν ετοίμαζε τσάντες με τρόφιμα και τα έστελνε σε φτωχές πολύτεκνες οικογένειες ανώνυμα.
Ο Σαλής σε ηλικία 36 ετών
Κάποτε που κέρδισε τον πρώτο λαχνό του λαχείου δεν κράτησε ούτε δεκάρα για τον εαυτό του. Αντίθετα προίκισε 2 ορφανές κοπέλες. Πάλι ανώνυμα.
Κάποτε κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, αλλά και πάλι μοίρασε το ποσό που κέρδισε σε 2 νεαρές γυναίκες που ήθελαν να παντρευτούν για να φτιάξουν την προίκα τους.
Όταν όμως ο Σαλής γέρασε και έχασε τη δύναμή του, σταμάτησε να δουλεύει στη βάρκα, αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του στο Κούμ Καπί για να μπορέσει να επιβιώσει.
Σημειωτέον ότι επί Αραβοκρατίας στην Κρήτη στην παραλιακή συνοικία των Χανίων Κούμ Καπί, κατοικούσαν οι Άραβες και μαύροι χαμάληδες των Χανίων οι Χαλικούτηδες*
Πολλοί Χανιώτες βλέποντας ότι ο Σαλής έμεινε στη ψάθα κινητοποιήθηκαν για να του ανταποδώσουν τα όσα καλά είχε κάνει γι αυτούς τόσα χρόνια.
Αρχικά χάρη στις ενέργειες του τυπογράφου, συγγραφέα και ποιητή Γεώργιου Γεωρβασάκη, έγινε Έλληνας πολίτης έστω και αργά παίρνοντας μια μικρή σύνταξη από το ΙΚΑ. Ακόμα και τότε όμως ο Σαλής αποδεικνύοντας τη φιλευτσπλαχνία και μεγαλοψυχία του χάριζε μεγάλο μέρος της σύνταξής του σε ανθρώπους που πίστευε ότι τη χρειάζονταν περισσότερο.
Πέθανε στις 29 Φεβρουαρίου 1967 στο δωμάτιό του επί της οδού Θεοτοκοπούλου την ώρα που κοιμόταν.
Όταν πέθανε υπήρχε πρόβλημα για τον τόπο ταφής του, αφού λόγω του μουσουλμανικού θρησκεύματος δε μπορούσε να ταφεί σε χριστιανικό νεκροταφείο.
Αρχικά τον είχαν θάψει σε ένα χωράφι στην παλιά τούρκικη συνοικία Μερτζαλίκια, αλλά λόγω του ότι ήταν πολύ αγαπητός στους Χανιώτες, ετάφη στο χριστιανικό κοιμητήριο του Αγίου Λουκά στην οδό Αναπαύσεως με δικά τους έξοδα.
Σήμερα είναι θαμμένος στο νεκροταφείο του Αγίου Λουκά στα Χανιά και πάνω στη μαρμάρινη πλάκα είναι γραμμένοι οι στίχοι του ποιητή και φίλου του Γεώργιου Γεωρβασάκη λέγοντας:
Ας ήσουν μαύρος
Ας μην ήσουν χριστιανός
Ας ήταν μαύρη η μορφή σου
Μ’ από το χιόνι πιο λευκή ήτανε η ψυχή σου.
Πολύ πρόσφατα μαθαίνοντας για την ιστορία του Σαλή επισκέφτηκα τον τάφο του στο νεκροταφείο του Αγίου Λουκά, δίπλα από τους Ρώσους πεσόντες στην Κρήτη κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες.
Ντοκιμαντέρ από το οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ για το Σαλή:
Αντιγράφουμε από την παρουσίαση του επεισοδίου: Η σειρά «ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ», στο επεισόδιο με τίτλο «Ο ΣΑΛΗΣ», μας παρουσιάζει τη ιστορία ενός σχεδόν μυθιστορηματικού προσώπου που συνδέθηκε άρρηκτα με την πόλη των ΧΑΝΙΩΝ.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ΣΑΛΗΣ ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΗΣ, όπως τον ονόμασαν οι Χανιώτες. Ένας νεαρός μουσουλμάνος που δούλευε ως βαρκάρης στο λιμάνι της πόλης, ένας μαύρος που ξεχώριζε μέσα από το πλήθος όχι για το χρώμα του δέρματός του αλλά για την καλοσύνη της ψυχής του.
Πασίγνωστος για την ευσπλαχνία του ήταν αγαπητός σε κάθε ένα κάτοικο του νησιού.
Για τον πρωταγωνιστή του επεισοδίου μιλούν ο τραγουδοποιός, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ αλλά και η ΑΡΓΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ, ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΑΒΙΑΝΕΛΗΣ-ΑΪΒΑΛΙΩΤΗΣ, ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗΣ και ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΒΡΕΣ, όλοι κάτοικοι της πόλης που γνώριζαν τον ΣΑΛΗ.
Το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. ΚΡΗΤΗΣ ανέβασε μια παράσταση με θέμα της τον ίδιο τον ΣΑΛΗ με τίτλο «ΣΑΛΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΚΑΡΗΣ». Στη κάμερα της εκπομπής μιλούν ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. ΚΡΗΤΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΕΡΑΚΗΣ και ο ηθοποιός που υποδύεται τον ΣΑΛΗ, ΝΑΝΤΕΡ ΑΧΜΕΝΤ.
Όταν ο ΣΑΛΗΣ απεβίωσε, παρόλο που ήταν μουσουλμάνος, ύστερα από πίεση και με τη δωρεά της τοπικής κοινωνίας θάφτηκε σε χριστιανικό νεκροταφείο. Στη μαρμάρινη πλάκα, στον τάφο του, χαράχτηκαν οι εξής στίχοι: «Ας ήσουν μαύρος, ας μην ήσουν Χριστιανός, ας ήταν μαύρη η μορφή σου, μ’ από το χιόνι πιο λευκή ήτανε η ψυχή σου».
Πηγή φωτογραφιών: fb group: ΣΑΛΗΣ ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων
*Χαλικούτες ή Χαλικούτηδες, Οι Αφρικανοί μαύροι σκλάβοι της Κρήτης. Η λέξη «Χαλικούτης», σημειώνει ο Χ. Α. Παπαδάκης, στο βιβλίο του Οι Αφρικανοί στην Κρήτη, Χαλικούτες», είναι άγνωστη για πολλούς. Και σήμερα ακούγεται ελάχιστα, αλλά υποτιμητικά, σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης, χωρίς οι περισσότεροι να γνωρίζουν τη σημασία της. Το «χαλικούτης» προέρχεται από το αφρικανικό Χαλ Ιλ Κούτι, δηλαδή «Άφησε κάτω το κιβώτιο», φράση συνηθισμένη ανάμεσα στους αφρικανούς αχθοφόρους. Η πρώτη άφιξη Αφρικανών στην Κρήτη γίνεται το 1669 με την πτώση του Ηρακλείου απ' τους Ενετούς. Τα σκλαβοπάζαρα γνωρίζουν άνθηση. Μαύροι σκλάβοι «εισάγονται» από την κεντρική Αφρική μέσω Καΐρου και λευκοί σκλάβοι από το Βορρά. Η μεγαλόνησος γίνεται σημείο πώλησης σκλάβων -στα Χανιά, επί της οδού Νοέλ, στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, στο μεϊντάνι, δηλαδή την κεντρική αγορά. Ενδιάμεσα θα υπάρξουν κι άλλες μεταφορές σκλάβων, όμως η δεύτερη μαζική μεταφορά θα γίνει κατά την περίοδο 1830-40 με την αιγυπτιοκρατία. Απελεύθεροι μαύροι που υπηρετούν στον στρατό του Μεχμέτ Αλή δημιουργούν χωριό έξω από τα τείχη των Χανίων, το Κουμ Καπί. Αξίζει να αναφέρουμε πώς γιόρταζαν την Πρωτομαγιά οι Χαλικούτες στα Χανιά. Την 1η του Μάη ξεκινούσαν από τη συνοικία Άνω – Κουμ – Καπί και πήγαιναν στην παραλία της Νέας Χώρας. Εκεί έτρωγαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Στο ηλιόγερμα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής χορεύοντας. Προπορευόταν ο Αλή Κογκός, ένας πανύψηλος κοκαλιάρης Αράπης χτυπώντας ρυθμικά την τραμπούσκα του. Οι Χανιώτες, Τούρκοι και Έλληνες περίμεναν την πομπή. Όταν η πομπή έφτανε στη συνοικία του Άνω – Κουμ – Καπί, διαλυόταν ήσυχα. Την Εποχή της Κρητικής Πολιτείας η πορεία σταματούσε μπροστά στο παλάτι του πρίγκιπα. Για να τιμήσουν τον πρίγκιπα τραγουδούσαν ρυθμικά ένα τραγούδι, το οποίο ήταν δικό τους δημιούργημα. Ο Αλή Γκογκό, η Αμπλά, ο Σαλής Χελιδωνάκης ήταν μερικοί από όσους επέλεξαν να παραμείνουν στην Κρήτη μέχρι τον θάνατό τους
Είχαν τη δυνατότητα να επαναστατήσουν και να χρησιμοποιήσουν τη βία για να ανατρέψουν την κυβέρνηση που τους πούλησε σε διεθνείς τραπεζίτες. Αντ ‘αυτού, οι Έλληνες δέχτηκαν την καταστροφή τους και δεν έκαναν τίποτα. Ουσιαστικά, ο ελληνικός λαός διέπραξε μια μαζική αυτοκτονία»
Όχι… κάποιος τρελλαμένος αριστεριστής αλλά… ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Paul Craig Roberts
Σε άρθρο του ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Paul Craig Roberts αποτυπώνει ανάγλυφα την οικονομική καταστροφή της Ελλάδας: Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας μετά από οκτώ χρόνια Μνημονίων είναι απείρως χειρότερη από αυτή όταν εισήλθαμε το 2010 και πλέον δεν υπάρχει ορατή ελπίδα πραγματικής οικονομικής ανάκαμψης στον ορίζοντα για την χώρα. Όπως αναφέρει ανάλυση του Ινστιτούτου Πολιτικής Οικονομίας Paul Craig Roberts, «350.000 Έλληνες, κυρίως νέοι και επαγγελματίες, έχουν εγκαταλείψει τη νεκρή Ελλάδα».
«Το ποσοστό γεννήσεων είναι πολύ χαμηλότερο από το μέγεθος που είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί το υπόλοιπο του πληθυσμού. Η λιτότητα που επιβλήθηκε στον ελληνικό λαό από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις ελληνικές κυβερνήσεις έχει ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας κατά 25%.
Η πτώση είναι ισοδύναμη της Αμερικανικής Μεγάλης Ύφεσης, αλλά στην Ελλάδα τα αποτελέσματα ήταν χειρότερα.
Ο Πρόεδρος Franklin D. Roosevelt μαλάκωσε τις επιπτώσεις της μαζικής ανεργίας με τους νόμους περί κοινωνικής ασφάλισης και άλλα στοιχεία ενός δικτύου κοινωνικής ασφάλειας, όπως η ασφάλεια των καταθέσεων, και τα προγράμματα δημοσίων έργων, ενώ η ελληνική κυβέρνηση μετά τις παραγγελίες από το ΔΝΤ και την ΕΕ επιδείνωσε τις επιπτώσεις της μαζικής ανεργίας με την απομάκρυνση του δικτύου κοινωνικής ασφάλισης.
Παραδοσιακά, όταν μια κυρίαρχη χώρα, από τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση, την κακή τύχη, ή απρόβλεπτα συμβάντα, βρέθηκε σε θέση να αποπληρώσει τα χρέη της, οι πιστωτές της χώρας, μείωσαν τις οφειλές προς το επίπεδο που η χρεωμένη χώρα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει.
Με την Ελλάδα υπήρξε μια αλλαγή παιχνιδιού. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με επικεφαλής τον Jean-Claude Trichet, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των τόκων και κεφαλαίου των κρατικών ομολόγων της που βρίσκονται στην κατοχή των γερμανικών, των ολλανδικών, των γαλλικών και των ιταλικών τραπεζών.
Πώς θα επιτευχθεί αυτό; Με δύο τρόπους. Και οι δύο επιδείνωσαν σε μεγάλο βαθμό την οικονομίας της Ελλάδας, αφήνοντας τη χώρα σήμερα σε πολύ χειρότερη θέση από αυτή που βρισκόταν κατά την έναρξη της κρίσης πριν από σχεδόν μια δεκαετία.
Κατά την έναρξη της «κρίσης», η οποία θα μπορούσε εύκολα να είχε λυθεί με τη διαγραφή μέρους του χρέους, το ελληνικό χρέος ήταν 129% του ελληνικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Σήμερα το ελληνικό χρέος είναι 180% του ΑΕΠ. Γιατί;
Η Ελλάδα δανείστηκε περισσότερα χρήματα για να πληρώσει τόκους στους πιστωτές της, οι οποίοι δεν έπρεπε να χάσουν ούτε ένα σεντ. Ο επιπλέον δανεισμός, που ονομάστηκε «διάσωση», δεν ήταν ένα σχέδιο διάσωσης της Ελλάδα. Ήταν μια διάσωση των πιστωτών της Ελλάδας.
Το καθεστώς Obama ενθάρρυνε αυτό το πακέτο διάσωσης, επειδή οι αμερικανικές τράπεζες περίμεναν ένα σχέδιο διάσωσης, αφού είχαν πουλήσει credit default swaps (CDS) του ελληνικού χρέους και δεν ήθελαν να πληρώσουν.
Χωρίς σχέδιο διάσωσης οι αμερικανικές τράπεζες θα είχαν χάσει το στοίχημα και θα κατέβαλαν ταασφάλιστρα κινδύνου των ελληνικών ομολόγων.
Επιπλέον, ζητήθηκε από την Ελλάδα να πουλήσει δημόσια περιουσιακά στοιχεία σε αλλοδαπούς και να αποδεκατίσει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, να μειώσει τις συντάξεις και την ιατρική περίθαλψη.
Η Κίνα αγόρασε τα ελληνικά λιμάνια, η Γερμανία αγόρασε τα αεροδρόμια, ενώ διάφορες γερμανικές και ευρωπαϊκές οντότητες αγόρασαν τις ελληνικές επιχειρήσεις ύδατος.
Επίσης, κερδοσκόποι των ακινήτων αγόρασαν εκτάσεις σε ελληνικά νησιά για την ανάπτυξη ακινήτων.
Αυτή η λεηλασία της ελληνικής δημόσιας περιουσίας δεν πήγε όμως προς τη μείωση του χρέους. Το χρέος, μεγαλύτερο από ποτέ, εξακολουθεί να ισχύει.
Η οικονομία είναι μικρότερη από ποτέ. Η δήλωση ότι η ελληνική κρίση έχει τελειώσει είναι απλώς μια δήλωση ότι δεν έχει μείνει τίποτα για να πάρει κανείς πια από τον ελληνικό λαό.
Γιατί η Ελλάδα βυθίζεται γρήγορα. Όλα τα έσοδα που σχετίζονται με θαλάσσιους λιμένες, αεροδρόμια, δημοτικές επιχειρήσεις, και το υπόλοιπο της δημόσιας περιουσίας που έχει βίαια ιδιωτικοποιηθεί τώρα ανήκει σε ξένους που παίρνουν τα χρήματα από τη χώρα, οδηγώντας έτσι περαιτέρω χαμηλότερα την ελληνική οικονομία.
Οι πιστωτές έκλεψαν το οικονομικό μέλλον των Ελλήνων. Πλέον η Ελλάδα δεν είναι ένα κυρίαρχο έθνος.
Εκεί κυριαρχεί πλέον η ΕΕ και το ΔΝΤ. Και ο ελληνικός λαός προδόθηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα.
Είχαν τη δυνατότητα να επαναστατήσουν και να χρησιμοποιήσουν τη βία για να ανατρέψουν την κυβέρνηση που τους πούλησε σε διεθνείς τραπεζίτες. Αντ ‘αυτού, οι Έλληνες δέχτηκαν την καταστροφή τους και δεν έκαναν τίποτα. Ουσιαστικά, ο ελληνικός λαός διέπραξε μια μαζική αυτοκτονία»
Οι κεντροαριστεροί που σκέπτονται να ψηφίσουν ΝΔ στις επόμενες εκλογές, καλό είναι να μελετήσουν τις πρόσφατες δηλώσεις του...κ. Βορίδη.
Οι κεντροαριστεροί που σκέπτονται να ψηφίσουν Ν.Δ. στις επόμενες εκλογές, καλό είναι να μελετήσουν τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Βορίδη. Το στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο ότι απέδωσε τη χρεοκοπία της χώρας βασικά στην «ηγεμονία της ιδέας της αριστεράς ότι δεν πρέπει να υπάρχει δημοσιονομική πειθαρχία» και όχι βεβαίως στο διεφθαρμένο και πελατειακό κράτος ή στο στρεβλό παραγωγικό μοντέλο που η παράταξη του έστησε μετά τη μεταπολίτευση.
Πρόσθεσε ότι, αν η ΝΔ κυβερνήσει, θα προχωρήσει σε «παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία». Παρότι η επαγγελία θυμίζει τη διαβόητη ατάκα του δικτάτορα της Χιλής Α. Πινοσέτ («Καθαρίσαμε τη χώρα από τους Μαρξιστές») ο κ. Βορίδης δεν προτείνει προφανώς την ιδεολογική αναδιαπαιδαγώγηση της χώρας με δικτατορικά μέσα. Αυτόν τον ρόλο τον έχει αφήσει στον Ν. Μιχαλολιάκο, τον προκάτοχο του στην ηγεσία της χουντικής νεολαίας, που διόριζε από τη φυλακή ο δικτάτορας Παπαδόπουλος.
Ο «κοινοβουλευτικός» τρόπος είναι η συρρίκνωση, αν όχι η εξάρθρωση των θεσμών που εξασφαλίζουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τη διακίνηση των ιδεών (και της αριστεράς) αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων που εξασφάλιζαν ένα ελάχιστο επίπεδο ζωής για τον πληθυσμό. Αυτό που σκιαγραφεί ο βουλευτής της Ν.Δ. είναι από παρεμβάσεις στην Εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια, τα ΜΜΕ ή το διαδίκτυο μέχρι τα τα συνδικάτα, τη Δικαιοσύνη και το Κοινοβούλιο, ώστε να μην υπάρξει αντίδραση στη πολιτική που κρύβεται πίσω από όλα αυτά: μία ακραία εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, του οποίου θιασώτης-να μη ξεχνιόμαστε- είναι και ο κ. Μητσοτάκης.
Γιατί ο κ. Βορίδης χρησιμοποιεί ένα αβάσιμο επιχείρημα για να δικαιολογήσει την ανάγκη να τελειώνει με τις «ελαττωματικές» ιδέες της αριστεράς: «Όποιος έβγαινε και έλεγε ότι δεν γίνεται συνεχώς να δίνουμε αυξήσεις και να κάνουμε επεκτατική πολιτική καταψηφιζόταν γιατί υπήρχαν ρεύματα μέσα στην ελληνική κοινωνία που υποστήριζαν ότι δεν πρέπει να τηρούνται κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας». Αν και η ιδέα των συνεχών αυξήσεων μάλλον αφορά άλλη χώρα -συχνά εδώ, όποτε δίνονταν, ήταν για ωμή ψηφοθηρία- το επιχείρημα της «επεκτατικής πολιτικής» και της έλλειψης δημοσιονομικής πειθαρχίας (που φυσικά πρέπει να τηρείται αλλά την οποία πρώτη η ΝΔ παραβίασε) παραπέμπουν στη κλασική επιχειρηματολογία των ανά τον κόσμο νεοφιλελεύθερων.
Ολόκληρη η μεταπολεμική πορεία του δυτικού κόσμου, μέχρι την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ και μετά στην Ευρώπη, στηρίχτηκε ακριβώς στην «επεκτατική» πολιτική δηλαδή στο «κεϋνσιανό» μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Αν υπήρξε ποτέ μια εποχή και ένας τόπος όπου σχεδόν πραγματοποιήθηκε το ανθρωπιστικό όνειρο – το όραμα μιας κοινωνίας που εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση σε όλα τα μέλη της – αυτός είναι σίγουρα η Δυτική Ευρώπη τα εξήντα χρόνια που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που παρέμειναν. Και αυτό το «ανθρωπιστικό όνειρο» δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της δράσης της αριστεράς αλλά και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Στην Ελλάδα το μοντέλο αυτό να εφαρμόστηκε μόνο μερικά και διαστρεβλωμένα, ακριβώς εξ αιτίας της διαπλοκής, της διαφθοράς και της πολιτικής δειλίας των κάθε λογής Μαυρογιαλούρων και η διόρθωση του θα έπρεπε να είναι καθήκον κάθε προοδευτικής κυβέρνησης. Αντί να το μεταρρυθμίσει, ο κ. Βορίδης ονειρεύεται να το γκρεμίσει. Και φυσικά τα μέτρα που επαγγέλλεται δεν θα μπορέσουν να επιβληθούν ειρηνικά, όσο και αν η σημερινή νεοελληνική κοινωνία δείχνει απαθής. Θα χρειαστούν η αστυνομική καταπίεση και οι διώξεις ανθρώπων και ιδεών καθώς και οι «παρεμβάσεις» στο κράτος και τους θεσμούς. Ως τομεάρχης Δημόσιας Διοίκησης ονειρεύεται «Φωτιά και Τσεκούρι», άλλωστε στο τελευταίο είναι προπονημένος από τα χρόνια που κυνηγούσε δημοκράτες στην Αθήνα, οπλισμένος με το τσεκούρι του.
Όσοι κεντροαριστεροί δεν έχουν ασπαστεί τον νεοφιλελευθερισμό ή δεν θέλουν να προσχωρήσουν στη Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη απλώς για να καρπωθούν ένα μέρος από τα λάφυρα της εξουσίας, ας το σκεφτούν καλύτερα. Τα σχέδια του κ. Μητσοτάκη δεν αφορούν την αριστερά, αλλά το σύνολο των δυνάμεων που οραματίζονται μια δικαιότερη κοινωνία. Ας ξεχάσουν προς στιγμή τον ΣΥΡΙΖΑ και τις όποιες παραλείψεις του: εδώ πρόκειται για σχέδιο που αφορά και τους ίδιους. Και μετά τη δημόσια παρουσίαση του από τον κ. Βορίδη, δεν θα έχουν καμία δικαιολογία.
Όσο για τον τελευταίο, ας πάρει υπ’ όψιν του μια ακόμη διαβόητη φράση του Πινοσέτ, όταν πια βρέθηκε εκτός εξουσίας, κατηγορούμενος για χιλιάδες φόνους και εγκλήματα: «H Ρώμη έκοψε τα κεφάλια των Χριστιανών, αλλά συνέχισαν να επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους Μαρξιστές».
ΥΓ: Η γελοιογραφία του Γιάννη Δερμεντζόγλου δημοσιεύθηκε χθες στο Tvxs, αλλά τα λέει όλα...
Το νησί που συνεχίζει να γεννά βία και ανομία βουλιάζει στο αίμα... Θάνος Ιατρόπουλος
Αποτελεί πόλο έλξης για περίπου 3 εκατομμύρια τουρίστες ετησίως. Δεν είναι μόνο η φήμη της γενέτειρας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και της εκθαμβωτικής εναλλαγής και ποικιλομορφίας των... τοπίων, δεν είναι μόνο η άνω των 1.000 χλμ. ακτογραμμή με τις για κάθε γούστα παραλίες και οι μεσαιωνικές συνοικίες του νησιού. Είναι ο θρύλος του ανένταχτου χαρακτήρα της, ο μύθος της ριζωμένης λεβεντιάς και περηφάνιας των κατοίκων της, που συμπληρώνει τη γοητεία εξερεύνησης.
Κάπου εκεί όμως η «μαγεία» συναντά τη βία και ασυδοσία. Και η Κορσική, πέραν όλων των προαναφερόμενων, αποκτά τη φήμη και του πιο φονικού νησιού (και όχι μόνο) στην Ευρώπη. Πρόκειται ίσως για έναν από τους πιο ιδιαίτερους τόπους στον κόσμο, τόσο κοινωνιολογικά, όσο και γεωλογικά. Σε ότι αφορά το κοινωνιολογικό του πράγματος, μοιάζει με «γαλατικό χωριό», ακριβώς επειδή δεν θέλει να είναι… γαλατικό. Προσαρτημένη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1768 στη Γαλλία, δεν σταμάτησε ποτέ να επαναστατεί για να διεκδικεί την ανεξαρτησία της. Μολονότι ο Βοναπάρτης ήταν Κορσικάνος, κατέπνιξε τα κινήματα και την συμπεριέλαβε διοικητικά στη γαλλική αυτοκρατορία. Η Ιταλία προσπάθησε να την κάνει δική της και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, αλλά απέτυχε. Έτσι κι αλλιώς όμως η ψυχή και η κουλτούρα της Κορσικής δεν γίνεται να αφομοιωθεί από κανέναν.
Στο τέταρτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου δεν πηγαίνει κανείς επειδή τον έβγαλε ο δρόμος. Όπως δεν έβγαλε ο δρόμος και μια ομάδα μεταναστών από το Οίτυλο της Μάνης, που στα 1670 αναζήτησαν ένα καλύτερο αύριο, μακριά από την τουρκική φορολογία. Με τα χρόνια οι Μανιάτες έγιναν όλο και περισσότεροι καθώς έσμιγαν με μια ράτσα που περισσότερο μάλλον από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο φούμαρε τον ίδιο καπνό με αυτούς. Η κοινή ερμηνεία για το τι συνιστά τιμή και προάσπιση της, τα ιδανικά του καθαρού μετώπου έρεαν στο αίμα ντόπιων και μεταναστών. Η βεντέτα είναι τόσο διαδεδομένη (και) στην Κορσική, όπως ψυχοβγαλτικά περιγράφεται μεταξύ άλλων στο αριστούργημα του Αλέξανδρου Δουμά «Οι Κορσικάνοι Αδελφοί». Η εγκληματικότητα λοιπόν – ευνοημένη από τα μεγάλα ποσοστά οπλοκατοχής και την «αντάρτικη» φύση των κατοίκων της – ήταν πάντα ένα «αγκάθι» στην Κορσική. Την τελευταία δεκαετία όμως η κατάσταση έχει ξεφύγει, καθώς στο νησί έχει απλώσει τα πλοκάμια της η Μαφία. Το ιστορικό της σύγχρονης βίας στην Κορσική ξεκινά τη δεκαετία του 1970 όταν ομάδες αυτονομιστών, όπως η διαβόητη οργάνωση FLNC, ξεκίνησε τη δράση της ανατινάζοντας ξενοδοχεία και παραθεριστικά κέντρα. Στόχος τους ήταν η ανεξαρτητοποίηση, αλλά και να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του νησιού με τη μετατροπή του σε τουριστικό θέρετρο. Η κεντρική εξουσία κυνήγησε τους αυτονομιστές, κλείνοντας κάποιους στη φυλακή, ενώ άλλοι αναδιπλώθηκαν, δίνοντας το «παρόν» στην τοπική πολιτική σκηνή. Η υποχώρηση της εθνικιστικής βίας από τη δεκαετία του ’90 άνοιξε το δρόμο για εύπορους Γάλλους, που άρχισαν να αγοράζουν οικόπεδα και να χτίζουν πολυτελείς εξοχικές κατοικίες στις ακτές του νησιού.
Από το 2010 κι έπειτα ο κατασκευαστικός τομέας και η αγορά του Real Estate απέκτησαν μαζικό χαρακτήρα. Το οργανωμένο έγκλημα μύρισε αμέσως… αίμα και ενεπλάκη στην αλυσίδα, καθώς ήταν ο πιο εύκολος τρόπος ξεπλύματος βρόμικου χρήματος. «Οι ντόπιοι πολιτικοί είναι ανίκανοι να παρέμβουν. Οι αιρετοί αξιωματούχοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, λαμβάνουν ανώνυμες απειλητικές επιστολές ή εκρήγνυται μια βόμβα στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι τους», είχε δηλώσει ο Ντομινίκ Μπουκινί, πρώην δήμαρχος και πρόεδρος της Κορσικανής Εθνοσυνέλευσης. Έχοντας συγκεντρώσει πολύ χρήμα από το λαθρεμπόριο και άλλες παράνομες δραστηριότητες, οι συμμορίες επέστρεψαν στην Κορσική και απέκτησαν τον έλεγχο της αγοράς ακινήτων. Με την «ανοχή» των γαλλικών Αρχών, οι οποίες είχαν επικεντρωθεί στην καταστολή των αυτονομιστών, αψηφώντας το νέο κίνδυνο και αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο ελεύθερο το πεδίο για την ανάπτυξη ομάδων με μαφιόζικη ιεραρχία και πρακτικές. Μ’ αυτά και μ’αυτά η Κορσική κατάντησε να έχει την τελευταία δεκαετία τον υψηλότερο δείκτη φόνων ανά άτομο στην Ευρώπη. Με μόνιμο πληθυσμό περίπου 300.000 κατοίκους, ο ετήσιος αριθμός δολοφονιών είναι 20 με 25 και το νούμερο διαρκώς αυξάνεται. Στην αντεκδίκηση (βεντέτα) αποδίδεται πια ένα μικρό ποσοστό, οι περισσότεροι φόνοι είναι συνδεδεμένοι με το οργανωμένο έγκλημα. Σύμφωνα με έρευνα της γαλλικής εφημερίδας «l’Express», η Κορσική έχει ξεπεράσει σε βία ακόμα και τη Μέκκα του εγκλήματος, «γενέτειρα» της Μαφίας, τη γειτονική Σικελία. Δολοφονίες διαπράττονται μέρα-μεσημέρι, ακόμη και σε κοινή θέα σε παραλίες ή πολυσύχναστους εμπορικούς δρόμους. Το θράσος είναι απίστευτο. «Ξαφνικά έρχεται κάποιος και αρχίζει να πυροβολεί, σαν καουμπόι σε γουέστερν», λέει η υπάλληλος εμπορικού καταστήματος εντός του οποίου είχε δολοφονηθεί ένας γνωστός Κορσικανός επιχειρηματίας.
Ο επικεφαλής του εμπορικού επιμελητηρίου, Ζακ Νάσερ, εκτελέστηκε από μασκοφόρο ένα απόγευμα που έκλεινε το μαγαζί του, ενώ ένας 53χρονος διευθυντής δημόσιας υπηρεσίας από δύο επιβαίνοντες σε μηχανή, ενώ οδηγούσε. Τον Οκτώβρη του ‘12 ο γνωστότερος δικηγόρος της Κορσικής, ο 63χρονος Αντουάν Σολακαρό, δολοφονήθηκε ενώ σταμάτησε να βάλει βενζίνη από δύο δράστες, που επίσης τον ακολουθούσαν με μηχανή. Παρά τα οικονομικά κίνητρα που δίνουν οι Αρχές για όσους αποκαλύψουν στοιχεία που θα οδηγήσουν στους δολοφόνους, το ποσοστό συλλήψεων στο νησί είναι θλιβερό. Σε μια περιοχή που κυριαρχεί ο νόμος της «Ομερτά» άπαντες φοβούνται – ακόμη κι αν ξέρουν – να δώσουν πληροφορίες, υπό το φόβο ότι θα γίνουν οι επόμενοι. Το Δεκέμβρη του 2017 εκτελέστηκε σε parking του αεροδρομίου της Μπαστιά ο διαβόητος Αντουάν Κιλιτσίνι, ένα από τα αφεντικά του οργανωμένου εγκλήματος, γνωστότερος με το προσωνύμιο «Τόνι ο χασάπης». Επρόκειτο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών, διότι ο Κιλιτσίνι είχε «χρεωθεί» τη δολοφονία συγγενικού προσώπου ενός ηγέτη αντίπαλης συμμορίας. Η μάστιγα της μαφίας ναρκοθετεί όλα τα γρανάζια της κοινωνίας, καταλήγοντας να κυριαρχεί σε όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις. Παντού είναι ορατές όλες οι μορφές του εκφοβισμού – που όταν αποτυγχάνουν οδηγούν σε εν ψυχρώ εκτελέσεις – και της λεηλασίας του οικονομικού πλούτου του νησιού. «Στην Κορσική αυτοί που δίνουν τις διαταγές για τις εκτελέσεις είναι γνωστοί. Όλοι ξέρουν και κανείς δεν μιλά», τόνιζε πριν μερικά χρόνια ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Μανουέλ Βαλ.
Αλλά απ’ ότι φαίνεται ουδείς θα συνεχίσει να μιλά. Την τελευταία διετία το αποσχιστικό ρεύμα έχει φουντώσει ξανά και οι εκλεγμένοι ηγέτες των αυτονομιστικών φορέων αξιώνουν ειδικό καθεστώς για το νησί στο Σύνταγμα, αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους της Κορσικής, ισονομία της γαλλικής και τοπικής διαλέκτου, καθώς και ειδικό καθεστώς κατοίκησης που θα απαγορεύει στους αλλοδαπούς να αγοράζουν ακίνητα τα πέντε πρώτα χρόνια διαμονής τους εκεί. Απειλούν ανοιχτά ότι αν τα αιτήματα τους δεν γίνουν αποδεκτά η βία θα επιστρέψει στο νησί. Λησμονώντας βέβαια τεχνηέντως ότι ποτέ δεν το εγκατέλειψε...
Η Γερμανία εξέδωσε μεταλλικό 5ευρώ... για εσωτερική χρήση! ΗBundesbank "έκοψε" ένα νέο νόμισμα των 5 ευρώ. Ονομάζεται “Planet Earth” και δηλώθηκε -χωρίς ελέγχους κι από ποιους;- πως "κόπηκαν" 2.250.000 νομίσματα... δήθεν για συλλεκτικούς λόγους και εσωτερική χρήση... Έχει διάμετρο 27,25 χιλιοστά, με λίγο μπλέ χρώμα σε ένα κύκλο... λίγο μεγαλύτερο κέρμα από τα 2 ευρώ της ιδιωτικής εταιρίας Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα... Ξεκίνησε η πρώτη έκδοση "Στραβού ευρώ"... στην ευρωζώνη. Όταν αποφασίστηκε και η ιδιωτικοποίηση των εθνικών νομισμάτων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανατέθηκε η εκτύπωση ενός χαρτιού σε μια ιδιωτική εταιρία που βάπτισαν "Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα" και της ανατέθηκε να καθορίζει τις οικονομίες των χωρών. Στην απλή ελληνική γλώσσα... ο ιδιώτης τυπώνει χαρτί, το δίνει με επιτόκιο στις τράπεζες χωρών κι αυτές με τη σειρά τους δανείζουν ΜΕ ΤΟΚΟ το τυπωμένο χαρτί στις χώρες τους. Για κάθε 100 ευρώ που δανείζεται η Ελλάδα, ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της ευρωζώνης, οφείλει να επιστρέφει 102,5 ευρώ, δηλαδή αίμα πολιτών. Συνεπώς όσα παραμύθια να λέμε για "ανάπτυξη" κι άλλα συναφή... ο μονόδρομος για να επιβιώνεις, δηλαδή να είναι η χώρα σου εργοστάσιο παραγωγής χρέους, είναι αυτός: 1. Αυξήσεις φόρων... 2. Μείωση δημοσίων δαπανών... δηλαδή λιγότερα σχολεία, λιγότερα νοσοκομεία, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των κρατικών δημόσιων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, που έγιναν με ιδρώτα και αίμα παππούδων, πατεράδων μας... Τι τρομοκρατεί τώρα το διευθυντήριο; Τι σημαίνει "Στραβό ευρώ" και δεν μίλησαν ποτέ γι' αυτό οι "οικονομολόγοι" μας; Την εμπορική ονομασία (brand-name) του ευρώ έχει σύμφωνα με την παραχώρηση εκτύπωσης χαρτιού ως νόμισμα, η ιδιωτική εταιρία Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (επαναλαμβάνουμε ότι ΔΕΝ είναι τράπεζα, αλλά χρηματοπιστωτική εταιρία). Όμως έχει την "εμπορική ονομασία" για τα ήδη κυκλοφορούντα τυπωμένα χαρτιά, ή κέρματα. Αυτό δεν απαγορεύει σε μια χώρα της ευρωζώνης να εκτυπώσει, για παράδειγμα, χαρτονόμισμα των 40 ευρώ, των 15 ευρώ, των 90 ευρώ και ούτω καθεξής... Ε... και; Ποια χώρα θα τολμήσει να κάνει χρήση αυτής της "τρύπας", του κενού ιδιωτικοποίησης των εθνικών νομισμάτων; Ας σημειώσουμε ότι στην κυκλοφορία του ευρώ το 0,3% είναι κέρματα, το 6,7% χαρτονομίσματα και το 93% εγγραφές (δηλαδή αέρας). Ας αναρωτηθούμε γιατί κανένας από τους περισπούδαστους οικονομολόγους κι υπουργούς οικονομίας δεν δίνει αυτή την πραγματικότητα και την αποσιωπά; Είναι γνωστό σε όσους είναι οικονομολόγοι -αλλά το κρύβουν με δήθεν "σκέψεις για διπλό νόμισμα"- πως η μοναδική σήμερα κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν διαθέτει κεντροαριστερή, ή κεντροδεξιά κυβέρνηση, ή συγκυβέρνηση των δύο βασικών πόλων, είναι η Ιταλία και αυτό είναι ένα όπλο της Ιταλίας. Όταν τα ΜΜΕ κι η δημοσιογραφία υπηρεσιών καταφέρονται εναντίον της νέας ιταλικής κυβέρνησης αποκρύβουν ότι το "Στραβό ευρώ" ήταν που τρομοκράτησε κι έφερε το Συνταγματικό πραξικόπημα (Βλ. Ιταλία: Bιάστηκε σαν πόρνη ακόμη κι αυτή η αστική δημοκρατία...). Αν η Ιταλία δεν ακολουθήσει το "σύνδρομο Τσίπρα"... και βαδίσει στο δρόμο του "στραβού ευρώ", αδιαφορώντας για την ευρωζώνη και σκεπτόμενη τον Ιταλικό λαό, ίσως θα είναι η ελπίδα για όλους τους λαούς της Ευρώπης, αφού θα έχει βάλει μια βόμβα στη γερμανική Ευρώπη. Ακριβώς γι' αυτό η ευρωπαϊκή "αριστερά" και δεξιά στοχεύουν την προσπάθεια της νέας ιταλικής κυβέρνησης: Που αποσκοπούν οι ψευδείς ειδήσεις των ελληνικών ΜΜΕ για την κατάρρευση της γέφυρας στη Γένοβα;
Τώρα που τυπικά τα Μνημόνια αποτελούν παρελθόν, τώρα που οι εταίροι μας χειροκροτούν τον ελληνικό λαό για τις θυσίες του, έχει σημασία να θυμηθούμε το colpo grosso που το ευρωιερατείο έστησε σε βάρος των Ελλήνων. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από τα προφανή και στοιχειώδη που στην περίπτωσή μας παρακάμφθηκαν για να μην βρεθούν με μαύρες τρύπες οι ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους ελληνικά ομόλογα, όπως εκ των υστέρων ομολόγησε και το Bloomberg.
Στον καπιταλισμό, λοιπόν, είναι κανόνας ότι μία χώρα που δεν μπορεί να πληρώσει τους δανειστές της χρεοκοπεί. Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πέφτει στα χέρια του ΔΝΤ. Το Ταμείο της επιβάλλει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας, συνδυασμένο με σαρωτικές αλλαγές νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης. Ταυτοχρόνως, όμως, επιβάλει στους δανειστές και το κούρεμα του χρέους. Κούρεμα σε ποσοστό που θα επιτρέψει στη χρεοκοπημένη χώρα να ξανασταθεί με κάποιον τρόπο στα πόδια της και να μπορέσει να πληρώσει το χρέος που θα παραμείνει μετά το κούρεμα.
Ας μην ξεχνάμε ότι στον καπιταλισμό ευθύνη δεν έχει μόνο ο δανειζόμενος, έχει και ο δανειστής. Εάν ήταν κάθε κράτος να πληρώνει το χρέος του, δεν θα υπήρχε διαφοροποίηση στο επιτόκιο δανεισμού. Η διαφορά στα επιτόκια δανεισμού αντανακλά ακριβώς τη διαφορά ρίσκου. Το κούρεμα, λοιπόν, ενός μη βιώσιμου δημόσιου χρέους είναι η τιμωρία του δανειστή, ο οποίος δεν υπολόγισε σωστά το ρίσκο, ή ρισκάρισε και έχασε.
Όσον αφορά το ελληνικό χρέος το 2009-10, δεν υπάρχει οικονομολόγος στην υφήλιο που να υποστηρίζει ότι ήταν βιώσιμο. Η Ελλάδα, άλλωστε, την άνοιξη του 2010 είχε αποκλεισθεί από τις αγορές. Οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες που τότε είχαν στα χέρια τους τον μεγάλο όγκο των ελληνικών ομολόγων δεν ήθελαν να υποστούν το αναγκαίο κούρεμα. Ούτε οι κυβερνήσεις στο Βερολίνο και στο Παρίσι το ήθελαν, επειδή θα έπρεπε να καλύψουν την τρύπα που θα δημιουργούσε το κούρεμα. Για την ακρίβεια, θα υποχρεώνονταν να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζες τους με χρήματα από τον γερμανικό και τον γαλλικό κρατικό προϋπολογισμό.
Δανειακές συμβάσεις για να μας πληρώνεις
Αντί γι’ αυτό και αφού βρήκαν τους αναγκαίους πρόθυμους στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, εφάρμοσαν το colpo grosso. Έβαλαν όλες οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης, ακόμα και τις πιο φτωχές, να δανείσουν την Ελλάδα -ανάλογα με το ποσοστό τους στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης- για να πληρώσει στο άρτιο (στην ονομαστική τιμή τους) όλα τα ομόλογα που έληγαν μέχρι τις αρχές του 2012, όταν έγινε το περιβόητο PSI.
Οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες είχαν εσωτερική πληροφόρηση από τις κυβερνήσεις τους, οι οποίες και αποφάσιζαν σχετικά. Κράτησαν, λοιπόν, τα ελληνικά ομόλογα που έληγαν μέχρι τις αρχές του 2012, ξέροντας ότι θα τα πληρωθούν στο ακέραιο. Τα υπόλοιπα, που έληγαν αργότερα, τα «έσπρωξαν» στη δευτερογενή αγορά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην πληρώσουν το τίμημα της επιπολαιότητάς του να δανείσουν στην Ελλάδα ποσά που ουσιαστικά δεν μπορούσε να αποπληρώσει.
Με το πρώτο Μνημόνιο, λοιπόν, η Ελλάδα βρέθηκε σε τριπλά χειρότερη θέση:
Πρώτον, το χρέος της πέρασε από το ευνοϊκό ελληνικό δίκαιο στο δυσμενές για τον οφειλέτη αγγλικό δίκαιο.
Δεύτερον, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτοξεύθηκε παρά το PIS, λόγω της δραστικής συρρίκνωσης του ΑΕΠ.
Τρίτον, ο κορμός του ανεπομείναντος χρέους έπαψε να είναι χρέος προς ιδιώτες και έγινε χρέος προς κράτη. Η αλλαγή αυτή κατέστησε από πολιτικής απόψεως εξαιρετικά δύσκολο μελλοντικό κούρεμά του.
Μεταμοντέρνα αποικία
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως αυτοί που έστησαν το colpo grosso επικαλούνταν στη συνέχεια το αποτέλεσμα της δικής τους μεθόδευσης (το γεγονός ότι η Ελλάδα μετά την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου και της πρώτης δανειακής σύμβασης χρώσταγε κατά κανόνα σε κράτη, δηλαδή σε φορολογούμενους) για να αρνηθούν την ελάφρυνση. Πρώτοι και καλύτεροι οι Μέρκελ και Σόιμπλε.
Γι’ αυτούς, το ελληνικό χρέος δεν ήταν ένα πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί. Πρώτον, για να μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Δεύτερον, για να αντιμετωπισθεί ένας παράγοντας αστάθειας στην Ευρωζώνη. Γι’ αυτούς το ελληνικό χρέος χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο για τη μετατροπή του αδύναμου κρίκου της ευρωπαϊκής αλυσίδας (Ελλάδα) σε μεταμοντέρνα αποικία, στην οποία έχουν πάψει να ισχύουν οι κανόνες και οι ποικίλες οικονομικές-κοινωνικές προδιαγραφές που ισχύουν ως κοινοτικό δίκαιο στην υπόλοιπη ΕΕ.
Με το colpo grosso ουσιαστικά παρακάμφθηκαν οι κανόνες του καπιταλισμού. Γιατί η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου αποδέχθηκε τη μεθόδευση του ευρωιερατείου; Είχε δίκιο όταν έλεγε πως κληρονόμησε μία δημοσιονομική βόμβα, αν και είχε προειδοποιηθεί γι’ αυτό και δεν έκανε τίποτα για να προλάβει τα χειρότερα. Η κυβέρνησή του διέπραξε αλλεπάλληλα λάθη. Δεν προσπάθησε σοβαρά να απενεργοποιήσει τη δημοσιονομική βόμβα που κληρονόμησε. Για την ακρίβεια, προκάλεσε την έκρηξή της, αυξάνοντας μάλιστα το κόστος για τη χώρα.
«Μνημόνιο ή χρεοκοπία;»
Το πολιτικό όπλο της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου ήταν το εκβιαστικό δίλημμα «Μνημόνιο ή χρεοκοπία». Με αυτό το όπλο εφαρμόστηκε η τακτική του σοκ, που το ΔΝΤ έχει ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες. Η τακτική αυτή έχει σκοπό να ακινητοποιεί την κοινωνία, ώστε να μην είναι σε θέση να αντιδράσει όταν υποβάλλεται σ’ αυτό το ιδιότυπο κράμα «θεραπείας» που συνδυάζει το νεοφιλελευθερισμό και τη λεηλασία.
Το επιτυγχάνουν, προβάλλοντας εκβιαστικά διλήμματα, τα οποία επιδέχονται μονοσήμαντη απάντηση. Με άλλα λόγια, βάζουν την κοινωνία να διαλέξει ανάμεσα στην υποτιθέμενη καταστροφή και στην επώδυνη θεραπεία που της προτείνουν. Υπό το κράτος αυτού του εκβιαστικού διλήμματος, η ελληνική Βουλή ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο και τα δύο επόμενα που ακολούθησαν.
Γιατί, όμως, η χρεοκοπία θα ήταν περισσότερο καταστροφή από αυτό που συντελέσθηκε τα τελευταία οκτώ και χρόνια; Προφανώς, σε περίπτωση χρεοκοπίας θα είχε επιβληθεί μία βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή. Αυτή, όμως, επιβλήθηκε και με τα Μνημόνια. Πιθανότατα θα είχε επιβληθεί με ταχύτερο ρυθμό. Με τη χρεοκοπία, όμως, εκ των πραγμάτων θα είχε κουρευτεί το χρέος και μάλιστα δραστικά, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο.
Η απειλή του ευρωιερατείου για να μη συμβεί αυτό ήταν πως εάν η Ελλάδα επέλεγε να κηρύξει χρεοκοπία, θα την εξανάγκαζε να φύγει από το ευρώ. Είναι αμφίβολο εάν σ’ εκείνες τις συνθήκες η απειλή αυτή θα γινόταν πράξη, λόγω του συστημικού κινδύνου που θα προέκυπτε τότε για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Ακόμα και εάν υποθέσουμε, όμως, ότι θα συνέβαινε υπήρξε η οποιαδήποτε αξιόπιστη μελέτη για τα συν και πλην των δύο επιλογών;
Η απάντηση είναι όχι. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν ιδεολογικά και πολιτικά μονοδρομισμένο. Το ίδιο και η ελληνική κοινή γνώμη, η οποία ήθελε να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις για σύντομη έξοδο από την κρίση. Χρειάσθηκε να υποστεί όσα υπέστη τα τελευταία οκτώ χρόνια για να κάνει δεύτερες σκέψεις και όχι πάντα.
Και στα γόνατα και σε ομηρία
Το μόνο σίγουρο είναι, πάντως, πως οι Γερμανοί και οι Γάλλοι διέσωσαν τις τράπεζές τους, φορτώνοντας όλο το βάρος στον ελληνικό λαό και σε όσους απροειδοποίητους τρίτους υπέστησαν το κούρεμα του PSI στις αρχές του 2012. Μετά από αυτό τον επιτυχέστατο γι’ αυτούς χειρισμό της ελληνικής χρεοκοπίας, πως να μην επαινούν τους Έλληνες που πλήρωσαν ολόκληρο τον λογαριασμό!
Έτσι φθάσαμε στο σήμερα. Η Ελλάδα βγαίνει από τα Μνημόνια, αλλά έχοντας η οικονομία και η κοινωνία υποστεί καταστροφές. Και βεβαίως έχοντας αναλάβει επώδυνες δεσμεύσεις για πολλά-πολλά χρόνια (π.χ. δυσβάσταχτο πρωτογενές πλεόνασμα). Αν και είναι κοινός τόπος πως το ελληνικό χρέος και μετά το PSI παραμένει μη βιώσιμο έχει αποκλεισθεί με τη βούλα του Eurogroup και με την ελληνική υπογραφή πως η ελάφρυνση δεν θα προκύψει από κούρεμα. Τα μέτρα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους ήταν δειλά, γεγονός που αντί να λύνει το πρόβλημα το μεταθέτει.
Είναι κοινός τόπος για τους ανεξάρτητους οικονομολόγους πως το ελληνικό χρέος παραμένει μη βιώσιμο και μετά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που αποφάσισε το Eurogroup. Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, που το ΔΝΤ αρνήθηκε να συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα και η ΕΚΤ αρνήθηκε να εντάξει την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Το αποτέλεσμα είναι η ελληνική οικονομία να παραμένει και στα γόνατα και σε ιδιότυπη ομηρία.
«Το μυστικό των επιτυχημένων κρατών είναι η ετοιμότητά τους να πολεμήσουν. Είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε με ότι έχουμε. Οι εξελίξεις στην αγορά συναλλάγματος δεν έχουν οικονομική βάση και δεν είναι παρά επίθεση στη χώρα. Από τη μια είσαι ένας στρατηγικός σύμμαχος κι από την άλλη σε πυροβολούν στα πόδια. Μπορούμε να το αποδεχθούμε;»
Αυτά είπε ο Ερντογάν προς τους Τούρκους Πρέσβεις την Δευτέρα. Δεν τους είπε «Μνημόνια ή Καταστροφή», όπως ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, καταλήγοντας σε μνημόνια και καταστροφή, όταν η Αυτοκρατορία που επιτίθεται τώρα στην Τουρκία, κατέστρεψε την Ελλάδα. Δεν ενστάλλαξε τρόμο στους υπηκόους του για να δικαιολογήσει την δική του δειλία και υποτέλεια.
Η αντίσταση έχει κινδύνους και προβλήματα. Ο Ερντογάν μπορεί να υποχωρήσει, να ηττηθεί, να τον ανατρέψουν, να τον σκοτώσουν. Ξέρει όμως ότι συνθηκολογώντας διαρκώς προς όλες τις κατευθύνσεις, το τέλος είναι αναπόφευκτο, όπως απέδειξε η Ελλάδα των Μνημονίων.
Επί Τουρκοκρατίας, αν παραδινόσουν είχες κάποια ελπίδα άθλιας επιβίωσης. Επί Χρηματοκρατίας, δεν έχεις καμία. Δεν πιάνουν αιχμαλώτους.
Παντού, οι Αμερικανοί βρίσκουν δυσκολίες. Μόνο στην Ελλάδα, και Αμερικανοί και Γερμανοί δεν βρίσκουν καμιά. Τους τα δίνουμε όλα, δημόσια και ιδιωτική περιουσία, νέους επιστήμονες, καταστρέφουμε για χάρη τους οποιοδήποτε μέλλον της χώρας, και τι παίρνουμε σε αντάλλαγμα, έστω; Απολύτως τίποτα! Τη λεηλασία και καταστροφή του ελληνικού λαού, συν νέους κινδύνους ασφαλείας.
Τουρκία και Αμερική-Ισραήλ σε θέση μάχης
Ξέρει ο Ερντογάν ότι μπορεί να χάσει, προτιμά έναν συμβιβασμό, ξέρει όμως ότι αν δεν είναι έτοιμος να πάει μέχρι τέλος θα τον λειώσουν κι αυτόν και τη χώρα του. Τον είδε άλλωστε τον Χάρο με τα μάτια του το 2016. Στο τσακ τη γλύτωσε, γιατί τον ειδοποίησε η Μόσχα ότι οι σύμμαχοί του στο ΝΑΤΟ του έκαναν πραξικόπημα!!! Συμμαχία να σου πετύχει.
Μέχρι τώρα επέλεξε να αρνηθεί την «Αγία Τριάδα» (αύξηση επιτοκίων, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ΔΝΤ). Δύσκολο βέβαια να του βγει, αν δεν πάει σε έλεγχο ροών κεφαλαίου και πολύ εντονότερη κρατική ρύθμιση τραπεζών-οικονομίας, που θα τον φέρει σε σύγκρουση με μεγάλο μέρος της μπουρζουαζίας και για την οποία ο ισλαμιστικός εθνικισμός του δεν είναι ίσως έτοιμος.
Πολλά θα εξαρτηθούν από την υποστήριξη που θα του παράσχουν Κίνα, Ρωσία, Ιράν, Κατάρ, αλλά κι από τη Γερμανία.
Αν καταφέρει να αποφύγει την Αγία Τριάδα και την κατάρρευση, θα εγκαταστήσει διεθνούς σημασίας νέο υπόδειγμα. Πόσο μάλλον που το θέμα είναι ταυτόχρονα οικονομικό και γεωπολιτικό. Γιατί παρεμβάλλει μεγάλα εμπόδια στη συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ και Κούρδων, ενώ εφαρμόζει με συνέπεια τα μαθήματα που του δώσαμε εμείς οι Έλληνες, με την πολιτική των αγωγών και των S300, που εμείς αρχίσαμε και την παρατήσαμε στη μέση.
Από την άλλη, αν η Τουρκία καταρρεύσει οικονομικά, μπορεί να γίνει ντόμινο διεθνούς οικονομικής κρίσης, χειρότερης από την ασιατική, να απειλήσει την ΕΕ, να οδηγήσει σε αναζωπύρωση του προσφυγικού και διάφορες άλλες επικίνδυνες γεωπολιτικές συνέπειες.
Κανονικά, η «ισορροπία τρόμου» θα έπρεπε να οδηγήσει σε κάποιας μορφής συμβιβασμό και ίσως να οδηγήσει προσωρινά. Αλλά η κατάσταση δεν είναι κανονική.
Οι Νεοσυντηρητικοί στην Επίθεση
Η επέμβαση των Ρώσων στη Συρία το 2015, εν μέρει και ως απάντηση στο αμερικανικό πραξικόπημα στην Ουκρανία, τροποποίησε ριζικά την παγκόσμια κατάσταση.
Για πρώτη φορά από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την έναρξη των μεσανατολικών πολέμων, ένα καθεστώς που μπήκε στο στόχαστρο επέζησε. Ρωσία και Ιράν απέκτησαν καθοριστικό ρόλο στη Μέση Ανατολή. Τερματίστηκε απότομα η μετά 1991 περίοδος αμερικανικής-ισραηλινής παντοδυναμίας.
Οι Νεοσυντηρητικοί δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν κάτι τέτοιο. Δεν θα έχαναν μόνο μεγάλο μέρος της επιρροής τους στη Μέση Ανατολή, θα ματαιωνόταν το εν εξελίξει σχέδιο παγκόσμιας επικράτησης. Θα καταδικάζονταν να παρακολουθούν ανήμποροι τη ρωσική στρατιωτική ανάκαμψη και τη θυελλώδη κινεζική οικονομική άνοδο.
Η ετοιμασία της Μεγάλης Αντεπίθεσης άρχισε ευθύς αμέσως, σε παγκόσμια κλίμακα, τεχνικά και πολιτικά. Περιέλαβε την παρασκηνιακή στήριξη του Τραμπ από τον Νετανιάχου, την εισαγωγή πυρηνικών απειλών και πάρα πολλά άλλα στρατιωτικά και πολιτικά μέτρα, περιλαμβανομένου του πραξικοπήματος του 2016 στην Τουρκία και των δύο ελβετικών διασκέψεων για την Κύπρο, με σκοπό την ταχεία, άμεση μετατροπή του υψίστης στρατηγικής σημασίας νησιού σε πλήρες προτεκτοράτο.
Για την προετοιμασία των νέων μεγάλων πολέμων, για την περικύκλωση των ρωσικών δυνάμεων στη Συρία και για τον πόλεμο κατά του Ιράν, ο έλεγχος της Τουρκίας κατέστη απαραίτητος και φτάσαμε στη σημερινή κρίση. Αν κρίνουμε από τα τελευταία άρθρα Χάας στο Πολίτικο, Ρούμπιν στην Ουάσιγκτων Ποστ και Ανρι-Λεβύ στην Γουώλ Στρητ Τζόρναλ, η γραμμή των νεοσυντηρητικών επικράτησε. Η Τουρκία ανακηρύχθηκε εχθρός, ο Ερντογάν επικηρύχθηκε.
Πριν από δέκα χρόνια, αυτό θα σήμαινε τέλος για τον Τούρκο Πρόεδρο. Τώρα δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Πολλά θα εξαρτηθούν από την Τεχεράνη, τη Μόσχα, το Πεκίνο.
Ερντογάν και Ελλάδα
Αντιμέτωπος με την πιθανότητα να πάει στη μητέρα όλων των μαχών, για τον ίδιο και για τη χώρα του, ο Ερντογάν υποτάσσει τώρα τα πάντα στην οργάνωση της άμυνάς του. Ανατρέποντας την πολιτική στο ουκρανικό, αποκαθιστά τις συγκοινωνίες με την Κριμαία.
Οι σύμβουλοί του φοβούνται και το λένε ότι Αμερικανοί και Ισραήλ θα χρησιμοποιήσουν Ελλάδα και Κύπρο εναντίον του, σε ρόλο «χρήσιμου ηλίθιου», συμπληρώνοντας έτσι την οικονομική επίθεση κατά της Τουρκίας και με μια στρατιωτική αντιπαράθεση. Το τόνισε επίσης, όσο μπορούσε πιο έντονα, προς τον γράφοντα, σε μια συνέντευξη, και ο Ντογκού Περιντσέκ, “eminence grise” του νεοασιατικού ρεύματος, άτυπος σύνδεσμος με Ντούγκιν, ‘Ασαντ, Ιρανούς και Κινέζους και άνθρωπος με μεγάλη επιρροή στον τουρκικό στρατό, αν πιστέψουμε τον κ. Ρούμπιν, «λαγό» των νεοσυντηρητικών» στην Ουάσιγκτων Ποστ (το μεταφέρουμε με κάθε επιφύλαξη, όπως και κάθε τι που γράφει αυτός ο άνθρωπος).
Είναι γιατί υπολογίζει στο ενδεχόμενο ρήξης με την Δύση, όχι γιατί θέλει να την κατευνάσει, όπως λένε μερικοί, που ο Ερντογάν προσπαθεί να κλείσει το «μέτωπο» με την Ελλάδα, απελευθερώνοντας τους δύο στρατιωτικούς. Είναι αστεία η άποψη που διακινούν τα εγχώρια παπαγαλάκια των Αμερικανών, ότι η απελευθέρωση οφείλεται στις ΗΠΑ, που δεν είχαν ούτε τρόπο, ούτε διάθεση/συμφέρον να την προκαλέσουν. Ούτε απευθυνόταν στην Ευρώπη, γιατί τότε θα απελευθέρωνε τους δεκάδες Γερμανούς που κρατάει.
Στην Ελλάδα απευθύνεται ο Ερντογάν με πολύ μελετημένη και με μέγιστο συμβολικό βάρος κίνηση, αφού σχεδιάστηκε να συμπέσει με μια από τις μεγαλύτερες γιορτές των Χριστιανών. Αντιστρέφοντας τρόπον τινά το τρομοκρατικό μήνυμα του Μουσολίνι το 1940 και επιχειρώντας τη δημιουργία ενός πιο ειρηνικού κλίματος.
Η ιδέα ελληνοτουρκικής σύρραξης δεν είναι καινούρια. «Κυκλοφορεί» στα παρασκήνια της διεθνούς πολιτικής από το 2010, παράλληλα με την επιβολή του πρώτου Μνημονίου. Τότε ο Φρήντμαν, επικεφαλής του Στράτφορ, έγραψε ένα άρθρο που υποστήριζε ότι οι ‘Ελληνες δεν έχουν καταλάβει ότι η Δύση δεν τους χρειάζεται, κάνοντας παράλληλα μια πρώτη αναφορά στο ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύρραξης.
‘Εχει συμβεί άλλωστε δύο φορές στο παρελθόν να μας χρησιμοποιήσουν. Το 1921-22 ο ελληνικός στρατός έφτασε στα βάθη της Ασίας, με προτροπή των Αγγλογάλλων, για να μην πάρει ο Κεμάλ τη Μοσούλη. Το φινάλε παίχτηκε στα νερά της Σμύρνης, με τους ναύτες των καραβιών τους να κόβουν τα χέρια των Ελλήνων που δοκίμαζαν να ανέβουν σε αυτά να σωθούνε.
Την δεύτερη φορά, η χούντα του Ιωαννίδη, πεισμένη από τους πράκτορες του Κίσσινγκερ και άλλων, οργάνωσε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, νομίζοντας ότι θα προκαλέσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Προκάλεσε την Ένωση της Άγκυρας με την Κερύνεια και τη Λευκωσία.
Οι πόλεμοι δεν γίνονται στα καλά καθούμενα και αυτοί που τους κάνουν δεν έχουν πάντα συνείδηση του τι θα γίνει. Αν μια Τρίτη δύναμη θέλει να προκαλέσει μια σύρραξη δύο στρατηγικά υποδεέστερων παικτών θα το κάνει εγκλωβίζοντάς τους σε τροχιές που θα είναι δύσκολο να αντιστρέψουν, θα χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις, τους ανθρώπους και την επιρροή που διαθέτει για να δημιουργήσει το κατάλληλο «κλίμα», όπου το αδιανόητο θα γίνει δυνατό, θα χρησιμοποιήσει το βασιλικό μέσο της «προβοκάτσιας».
Υπογραμμίσαμε για παράδειγμα ότι η πρόσφατη ελληνορωσική κρίση έχει ως ένα αποτέλεσμα, πιθανότατα και ως μία επιδίωξη, να υπονομεύσει την δυνατότητα επικοινωνίας Μόσχας με Αθήνα και Αθήνας με Μόσχα, που μπορεί να βοηθήσει σε κάποια στιγμή στη συνεννόηση Αθήνας και ‘Αγκυρας και στην αποφυγή μιας καταστροφής και των δύο χωρών για λογαριασμό και για συμφέρον τρίτων.
Οι πόλεμοι ετοιμάζονται χρόνια και δεκαετίες πριν. Είκοσι χρόνια ετοίμαζαν τον πόλεμο στην Ουκρανία οι Νεοσυντηρητικοί, κι όταν άρχισε αυτή η προετοιμασία ήταν αδιανόητος. Ακριβώς επειδή ήταν αδιανόητος έγινε δυνατός, γιατί αν ξέρεις τον κίνδυνο φυλάγεσαι, ετοιμάζεσαι, σχεδιάζεσαι, αποτρέπεις. Πολύ καιρό πριν ξεσπάσουν τα γεγονότα τοποθετούσαν τα πιόνια και τους ανθρώπους τους στο κέντρο της σκακιέρας του Μπρζεζίνσκι, που τώρα μετατοπίζεται προς τα νοτιοανατολικά της Ευρώπης.
Μου φαίνεται ότι τώρα τελευταία ο Άρης όλο και πιο περίεργα κοιτάζει τις θάλασσες της Αφροδίτης.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι μια διεθνής κατάσταση πλήρης κινδύνων, ίσως και ευκαιριών, βρίσκει την Ελλάδα χωρίς ουσιαστικά κράτος και πολιτική τάξη ικανή να υπερασπίσει τα πιο στοιχειώδη εθνικά της συμφέροντα, χωρίς κανένα εθνικό σχέδιο.
Ο Θεός να φωτίσει όσους κρατάνε στα αδύναμα χέρια τους τις τύχες του ελληνισμού.
ΥΓ. Το παραπάνω άρθρο, σε μια ελάχιστα τροποποιημένη εκδοχή, δημοσιεύτηκε στο «Παρόν της Κυριακής», στις 19.8.18. Ξαναδιαβάζοντάς το για να το αναρτήσω, σκέφτηκα ότι δεν μου άρεσε πολύ το τέλος του, μια επίκληση στον Θεό δηλαδή. Συν Αθηνά και χείρα κίνει, έλεγαν οι Αρχαίοι. Αλλά βέβαια πρέπει νάχεις και χέρι για να το κινήσεις.
Σήμερα, δύσκολα φαντάζεται κανείς κάποιο από τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα της Ελλάδας σε θέση να αναπτύξει οποιοδήποτε, ελάχιστα σοβαρό και αξιόπιστο εθνικό σχέδιο.
Τουλάχιστον όμως μήπως μπορούν να συνεννοηθούν (όπως και με την Κύπρο) έστω επί ενός ελάχιστου σχεδίου αποφυγής μιας τελικής εθνικής καταστροφής; Να φτιάξουν γι’ αυτό έστω το θέμα ένα σχέδιο που να είναι δεσμευτικό για το ελληνικό κράτος, με την ισχύ που έχουν οι αποφάσεις του τουρκικού Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας; Αν το θελήσουν μπορούν να το κάνουν. Σήμερα, όχι αύριο.
Μήπως πρέπει επιτέλους να παρθούν μέτρα για τη στεγανοποίηση του ελληνικού κράτους, της ελληνικής κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, από φορείς άμεσης ξένης επιρροής;
Θάταν κάτι σημαντικό, τουλάχιστο για να αποφύγουμε τα χειρότερα, που γίνονται όλο και πιο πιθανά.
Για να επιβιώσει βέβαια η Ελλάδα αυτά δεν αρκούν. Μόνο η πάνδημη και νοήμων, με μεγάλη σοβαρότητα, σε πλήρη ρήξη με ότι γνωρίσαμε στο παρελθόν, επανενεργοποίηση του ελληνικού λαού για να πάρει τη χώρα του στα χέρια του, μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις σωτηρίας της. Δεν υπάρχει κανείς άλλος έξω από τον ελληνικό λαό για να σώσει την Ελλάδα, αναμφισβήτητα στο χειρότερο και πιο επικίνδυνο σημείο από τότε που ιδρύθηκε το νεώτερο ελληνικό κράτος.
Ο Βαρουφάκης ή "το πρώτο εξάμηνο του 2015" έχει κοστίσει 10 δισ, μετά κόστισε 20 δισ, ξαφνικά το κόστος εκτοξεύτηκε στα 80 δισ, μετά έγινε 100 δισ, μετά απογειώθηκε στα 200 δισ, για να... πάει στα 230 δισ, να επιστρέψει στα 80 δισ, μετά να ξαναπετάξει στα 200 δισ, για να επιστρέψει στα 80 με 100 δισ. Ανεξάρτητα από το ποια άποψη έχει κανείς για τον Βαρουφάκη, αυτά τα σκαμπανευάσματα που ξεπερνούν κάθε όριο αστειότητας, φανερώνουν πόσο σοβαροί είναι οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, οι ίδιοι που υπαγορεύουν τις πολιτικές θα ακολουθηθούν για τον επόμενο αιώνα. Θα θεωρούσες ποτέ αξιόπιστο έναν μηχανικό αυτοκινήτων, αν του πήγαινες το αυτοκίνητο με ζημιά θα εκτιμούσε ότι η ζημιά είναι από 20 έως 450 ευρώ; Θα θεωρούσες σοβαρό κάποιον που σου πουλά ένα ρούχο και προσδιορίζει την τιμή του από 10 έως 250 ευρώ; Θα έδινες σε κάποιον το σπίτι σου να το ανακαινίσει αν σου έλεγε ότι θα σου κοστίσει πάνω κάτω 1.000 ευρώ, ίσως και 8.000, ίσως και 20 χιλιάρικα; Όχι βέβαια. Θα τον θεωρούσες τσαρλατάνο. Σκέψου ότι αυτοί οι "ειδικοί", αυτοί οι σώφρονες, έχτισαν το 2010 ένα πρόγραμμα το οποίο δεν έπεσε μέσα ούτε σε μία πρόβλεψη, έγιναν εμμονικοί με τη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και την μείωση των βασικών μισθών με το επιχείρημα ότι η χώρα θα γινόταν ανταγωνιστική και θα έτρεχαν οι επενδυτές να προσφέρουν δουλειές, ζήτησαν από την αρχή και συνεχίζουν να ζητούν υπερπλεονάσμαστα, τα οποία ακόμα και ένα πρωτοετής των Οικονομικών γνωρίζει ότι λειτουργούν καταστροφικά για μία χώρα που έχασε πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ και προσδοκά ανάπτυξη. Οι πολιτικές που επέβαλαν για την επόμενη πεντηκονταετία και ψηφίστηκαν από συνολικά 6 ελληνικά πολιτικά κόμματα οδηγούν στον αφανισμό τουλάχιστον το 1/3 του πληθυσμού (αν θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι). Δεν είναι απλώς αναποτελεσματικοί (που όταν προσπαθούν να λύσουν ένα πρόβλημα δημιουργούν τρία νέα), δεν είναι μόνο εμμονικοί, είναι γελοίοι και μάλιστα το επιδεικνύουν με περηφάνεια. Δεν είναι μόνο το ελληνικό πολιτικό προσωπικό ανεπαρκές, είναι και όλοι αυτοί οι χαρτογιακάδες που πουλάνε "λύσεις" όταν αδυνατούν να χωρίσουν δύο γαϊδουριών άχυρα, που δεν μπορούν να προβλέψουν ούτε σε πόση ώρα είναι μεσάνυχτα. Θα πάμε αδιάβαστοι από υπερβολική δόση γελοιότητας (Η δήλωση που αναρτώ είναι του 2016, όταν το "κόστος" δεν είχε καταπιεί φαρίνα και ήταν ακόμα στα 10 δισ)
«Καταλαβαίνεις. Είναι πολύ μακριά. Δεν μπορώ να πάρω μαζί μου αυτό το σώμα. Είναι πολύ βαρύ.” Ο Μικρός Πρίγκηπας, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί
«My mind takes me back To the years that have passed me by” Demis Roussos and Aphrodite’s Child Γελωτοποιός
15 Αυγούστου
Η γιατρός μού έκανε δώρο αυτό το τετράδιο – για τη γιορτή μου. Θα με βοηθήσει, μου είπε, να θυμάμαι.
Πώς να γράψω, τι να γράψω;
Ξέρεις να γράφεις, μου είπε. Αφού ήσουν συγγραφέας.
Συγγραφέας. Γέλασα. Έγραφα ποιήματα μικρή. Μετά κάποια διηγήματα. Ένα απ’ αυτά είχε δημοσιευτεί, στο περιοδικό… Σ’ ένα καλό περιοδικό κι είχε πάρει διθυραμβικές κριτικές.
Πώς μου ήρθε αυτή η λέξη; Διθυραμβικές.
Όταν μιλάω, λέω λίγες λέξεις. Αλλά όταν γράφω είναι σαν να εμφανίζονται απ’ το πουθενά. Το πουθενά είναι το μυαλό μου. Μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο πουθενά. Μέχρι να χαθώ κι εγώ εκεί μέσα.
Διθυραμβικές κριτικές είχε πάρει. Βγήκε ο… Τερζάκης; Τερζής; Με είχε συγκρίνει με την… Η μπαλάντα του θλιμμένου καφενείου της…
Τα ονόματα είναι το πρώτο που χάνεται, δεν ξέρω γιατί.
Το πρωί είχε έρθει η εγγονή μου, με τον άντρα της και το κοριτσάκι τους, το δισέγγονο.
«Χρόνια πολλά, γιαγιά Μαρία», μου είπε ο άντρας της.
Α, το ‘χα ξεχάσει αυτό. Να βάζεις τους διαλόγους μέσα σε εισαγωγικά. Είναι πιο ωραίο έτσι.
«Χρόνια πολλά, γιαγιά Μαρία», μου είπε.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ…»
Αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ πώς τον λένε.
«Ο Σπύρος είναι, γιαγιά, ο άντρας μου.»
«Ο Σπύρος…»
Πώς το ξέχασα αυτό το όνομα; Ο Σπύρος.
Έχει δίκιο η γιατρός. Θα με βοηθήσει να θυμηθώ κάποιους ανθρώπους που έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται στο πουθενά του μυαλού μου.
~~{}~~
16 Αυγούστου
Σήμερα καθόμουν όλη μέρα και κοιτούσα τη λευκή σελίδα. Το μπλοκάρισμα του συγγραφέα; Μακάρι να ‘ταν αυτό. Αλλά δεν έβρισκα τίποτα να γράψω. Ούτε μια λέξη. Μόνο έφτιαχνα ζωγραφιές στο περιθώριο.
Έχω απέναντι και την Ηλιάδα. Αυτή είναι πολύ γριά, μπορεί κι ενενήντα. Τυχερή ήταν. Εμένα άρχισε πιο νωρίς.
Η Ηλιάδα όλη την ώρα μιλάει. Λέει τα ίδια και τα ίδια. Για τα παιδιά της που δεν έρχονται να τη δουν – μάλλον έχουν πεθάνει. Και για το σπίτι της που δεν το καθαρίζει κανένας. Και μετά αρχίζει να βογκάει και να φωνάζει. Με ταράζει. Έρχονται οι νοσοκόμες που έχουν βάρδια να την ηρεμήσουν. Τους παίρνει ώρα.
Μόνο ο Μιχάλης την ηρεμεί γρήγορα. Της ψιθυρίζει στ’ αυτί κι εκείνη αμέσως σταματάει, μένει να τον κοιτάζει. Είναι τόσο όμορφος. Ο πιο όμορφος άντρας που έχω δει. Πιο όμορφος κι από γυναίκα είναι. Ερμαφρόδιτος. Ωραία λέξη κι αυτή.
Ήρθε η γιατρός μετά και είδε ότι δεν είχα γράψει τίποτα. Της είπα ότι δεν μπορούσα να ξεκινήσω. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αρκεί να ξεκινήσεις.
«Γράψε ό,τι θυμάσαι», μου είπε.
«Είναι όλα ανακατωμένα. Σαν κουβάρι πλεξίματος που το παίζανε οι γάτες.»
Έτσι της είπα. Ωραία παρομοίωση. Της άρεσε. Οι παρομοιώσεις μου είχαν εντυπωσιάσει τον… Τερζάκη;
«Πιάσε μια άκρη και τράβα την», μου είπε η γιατρός.
Έξυπνη γυναίκα – γι’ αυτό έγινε γιατρός. Και καλή. Μόνο αυτή ασχολείται έτσι μαζί μου.
«Πιάσε ένα θέμα», μου είπε.
«Σαν τι; Δεν ξέρω.»
«Οι αισθήσεις. Γεύση, ακοή, όσφρηση, όραση, αφή. Γράψε ό,τι θυμάσαι για κάθε μία απ’ αυτές. Γεύση. Τι σου ‘ρχεται πρώτα στο μυαλό;»
«Καλαμπόκια.»
Γέλασε. Μάλλον περίμενε κάτι άλλο, δεν ξέρω. Αστακούς και προφιτερόλ. Αλλά μένα αυτό μου ‘ρθε. Τα καλαμπόκια.
Είχαμε πάει στο χωριό. Καλοκαίρι ήταν, Αύγουστος σίγουρα, τότε μεγαλώνουν. Ο παππούς είχε φυτέψει καλαμπόκια. Αραποσίτι το έλεγε. Και μου εξηγούσε τη λέξη: Το σιτάρι του αράπη.
Αμόρφωτος ήταν ο παππούς, το δημοτικό μισό το ‘χε τελειώσει. Αλλά αγαπούσε τις λέξεις – μάλλον απ’ αυτόν το πήρα. Είχε ένα μεγάλο λεξικό, τετράτομο, και το διάβαζε σαν να ‘ταν μυθιστόρημα. Άλλο βιβλίο δεν είχε διαβάσει. Μόνο εκείνο το λεξικό, ξανά και ξανά.
Η Ηλιάδα βογκάει πάλι. Τι γράφω; Αραποσίτι.
Ήταν όλο το χωράφι γεμάτο αραποσίτια. Πιο ψηλά από μένα. Και σε κάθε φυτό, σαν τον Χριστό στα σπάργανα, ήταν τυλιγμένες οι κούκλες, τα καλαμπόκια.
«Πάμε να διαλέξουμε», μου είπε ο παππούς, με πήρε απ’ το χέρι και μπήκαμε μέσα.
Καταλάβαινες ποιο είναι έτοιμο, απ’ τα μουστάκια του. Το ώριμο καλαμπόκι έχει μουστάκι ώριμου άντρα. Όχι πράσινο, σαν κοπελούδι που μόλις άρχισε να ξυρίζεται. Πρέπει να είναι καφέ – με γκρίζες τρίχες.
Κόψαμε καμιά δεκαριά. Μου τα ‘δωσε να τα κουβαλάω εγώ. Εκείνος έστριβε τσιγάρο. Γυρίσαμε πίσω, στο καλυβάκι. Ο πατέρας είχε ανάψει τα κάρβουνα. Τα ξεγυμνώσαμε. Από κάτω ήταν χρυσάφι. Τα φύλλα τα δώσαμε στη γίδα.
Ρίξαμε τα καλαμπόκια στα κάρβουνα. Μια στιγμή απ’ τη μια μεριά κι άλλο λίγο απ’ την άλλη, ίσα να καπνιστούν.
Ο παππούς έβγαλε το πρώτο. Το πετούσε απ’ το ένα χέρι στο άλλο, να μην καίγεται.
«Τι θα μου δώσεις γι’ αυτό;» μου είπε.
Τον φίλησα στο μουστάκι του, τον Τάσο. Μύριζε καπνό και πράσινο σαπούνι. Μου ‘δωσε το καλαμπόκι και το δάγκωσα αμέσως. Ήταν τόσο τρυφερό και ζουμερό. Τα σποράκια ήταν λίγο καψαλισμένα, αλλά σαν τα δάγκωνα έσπαζαν κι έβγαζαν γλυκό ζουμί.
Έτρωγα χρυσάφι, έτρωγα τον ήλιο, έτρωγα το καλοκαίρι.
Ζήτησα κι άλλο. Γέλασαν όλοι. Μια σταλιά παιδί.
«Μαράκι μου», είπε ο παππούς. «Κοτούλα μου αχόρταγη.»
Νομίζω ότι εκείνο ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που τον είδα. Νομίζω ότι δεν έφαγα ξανά τόσο νόστιμο καλαμπόκι.
Αραποσίτι.
~~{}~~
17 Αυγούστου
Άρεσαν στη γιατρό αυτά που γράφω. Μου είπε ότι έχω ταλέντο. Το ξέρω. Το ήξερα. Αλλά κάθε ταλέντο είναι σαν φυτό. Θέλει καθημερινό πότισμα για να θεριέψει.
Εγώ το παραμέλησα. Το άφησα να μαραθεί. Και τώρα είν’ αργά. Αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία μπορεί να έγραφα περισσότερο. Αλλά δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες.
Σήμερα ήταν ωραία μέρα. Δρόσισε. Μας είχαν βγάλει έξω, στον κήπο, να κοιτάμε τη θάλασσα. Ο Στράτος ήθελε να πέσει στον Παγασητικό. Έτσι όπως τη βλέπαμε τη θάλασσα στο Μαλάκι, ήτανε γυαλί.
Φώναζε στις νοσοκόμες να τον πάνε στην παραλία, να βουτήξει.
«Αν πέσεις μέσα δεν θα ξαναβγείς», του είπε η Σοφία.
Έτσι τα λέει αυτή, τσεκουράτα. Δουλεύει πολλά χρόνια.
«Ας μην ξαναβγώ», της είπε ο Στράτος. «Και που είμαι έξω τι καταλαβαίνω; Να μπω στη θάλασσα να χαθώ κι άντε γεια. Καλύτερα.»
Δεν τον άφησαν. Μπορεί να γινότανε δελφίνι. Αλλά δεν τον άφησαν. Μας έβαλαν μέσα για το φαγητό.
Ο Μιχάλης με βοήθησε να πάω στην τουαλέτα. Ευτυχώς ακόμα δεν χρειάζομαι πάπια, όπως η Ηλιάδα.
Όταν με σήκωνε κοιτάχτηκα κατά λάθος στον καθρέφτη. Δεν με γνώρισα. Ήταν μια γριά μπροστά και πίσω εκείνος, όμορφος σαν κορίτσι.
~~{}~~
Κάποτε αγαπούσα να κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Γιατί έβλεπα μια όμορφη γυναίκα. Όχι πάντα. Στην αρχή ντρεπόμουν για το σώμα μου. Νόμιζα ότι είμαι παράξενη, ατσούμπαλη, άσχημη, δεν ξέρω τι.
Είχα σπυράκια στο μέτωπο, τα βυζιά μου είχαν μεγαλώσει, έπρεπε να φοράω σουτιέν, εκεί κάτω είχα βγάλει τρίχες, ο κώλος μου πεταγόταν. Ντρεπόμουν που μεγάλωνα, δεν μου άρεσα. Και δεν είχα μητέρα να μου μιλήσει.
Αλλά μια μέρα είχαμε πάει για μπάνιο στην Άφησσο. Βούτηξα, κολύμπησα σαν δελφίνι, κι όταν βγήκα, ο πατέρας μου ‘πε να φέρω το παγούρι με το νερό απ’ τ’ αμάξι.
Δίπλα στ’ αυτοκίνητο ήταν ένα αγόρι του χωριού. Μεγάλος, έτσι μου φάνηκε τότε. Ίσως να ήταν είκοσι χρονών, μεγάλος.
Το αγόρι με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Είδα τα μάτια του ν’ ανοίγουν, τα φρύδια να σηκώνονται. Είδα στο πρόσωπο του την εικόνα μου. Και ήμουν τόσο όμορφη, τόσο ποθητή.
«Απ’ την Αθήνα είσαι;» με ρώτησε χωρίς να σταματήσει να με κοιτάει.
«Άσε με», του είπα. Μόνο αυτό.
Πήρα το νερό και γύρισα στην παραλία, ενώ ένιωθα τα μάτια του αγοριού να ψάχνουν την πλάτη μου και πιο κάτω.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι του χωριού και μπήκα να κάνω ντους, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ήμουν όμορφη. Γυναίκα.
~~{}~~
19 Αυγούστου
Χθες δεν έγραψα τίποτα. Η γιατρός είχε ρεπό. Ήρθε σήμερα, διάβασε το προχθεσινό και με μάλωσε που δεν συνέχισα.
«Για σένα γράφεις», μου είπε, «όχι για μένα.»
«Ο συγγραφέας χρειάζεται αναγνώστες», της είπα και γελάσαμε.
Η ματαιοδοξία του καλλιτέχνη επέστρεψε. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς.
Άλλωστε χθες ανησυχούσα για την Ηλιάδα. Όλη τη μέρα δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Ούτε μίλησε. Ήταν εκεί, κοιτώντας το ταβάνι ασκαρδαμυκτί -τι λέξη κι αυτή, ε παππού;
Είχε νυχτερινή βάρδια ο Μιχάλης. Με φρόντισε με τ’ απαλά του χέρια. Με ρώτησε αν ήθελα κάτι ακόμα. Του είπα να πάει στην Ηλιάδα, γιατί δεν φαινόταν καλά.
«Μη σε νοιάζει», μου είπε. «Την έχω στο νου μου.»
Πήγε δίπλα της. Την τακτοποίησε κι άρχισε να της ψιθυρίζει στ’ αυτί. Την είδα να δακρύζει.
«Θέλω», του είπε κάποια στιγμή. Κι αποκοιμήθηκε. Λίγο μετά κοιμήθηκα κι εγώ.
Το πρωί, όταν ξύπνησα, το κρεβάτι της Ηλιάδας ήταν άδειο. Είχα συνηθίσει να με ξυπνάει με τις κουβέντες της. Και μου ‘λειψε.
Μπήκε η Σοφία ν’ αλλάξει σεντόνια. Ήταν κλαμένη. Μάλλον όσο καιρό και να δουλέψεις, κάποιες αναχωρήσεις δεν τις αντέχεις.
Ήρθε η γιατρός, με μάλωσε που δεν έγραψα, της είπα για το κενό της Ηλιάδας και πήγε ν’ ανοίξει την τηλεόραση.
«Το ραδιόφωνο», της είπα. Ήθελα κάτι να γεμίσει το κενό.
Πέρασε από μόνη της κάποιους σταθμούς με λαϊκά, το κατάλαβε ότι δεν μ’ αρέσουν, και καθώς έψαχνε ακούστηκε η φωνή του: «It’s five o’clock and I walk through the empty streets.»
«Άσ’ το!» της είπα.
«Σ’ αρέσει ο Ντέμης Ρούσος;»
«Αυτός είναι; Νόμισα ότι είναι ο Κώστας.»
It is so hard to believe that it’s me
~~{}~~
Ήμουν γεροντοκόρη, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τις εποχής, γεροντοκόρη δεσποινίς ετών 29.
Η πρώτη μου μεγάλη σχέση ήταν μ’ έναν άντρα που με είχε καταστρέψει. Δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, δεν θέλω να το θυμηθώ. Αρραβωνιαστήκαμε, μείναμε έτσι πολλά χρόνια. Δεν ήθελε να παντρευτούμε, αλλά κι εγώ δεν τον πίεζα, γιατί ήξερα τι ήτανε.
Με χτυπούσε όταν νευρίαζε, αλλά προσπαθούσα να τον δικαιολογήσω. Δεν ξέρω γιατί έμεινα τόσο καιρό μαζί του. Ίσως γιατί είμαι γυναίκα κι οι γυναίκες πρέπει…
Από τότε είχα σταματήσει να γράφω. Αυτός ο άνθρωπος μου είχε ρουφήξει όλη μου τη ζωή.
Όταν βρήκα τη δύναμη να τον αφήσω ήμουν είκοσι εννιά. Ανύπαντρη και άτεκνη. Τότε γνώρισα τον Κώστα.
Δεν ήταν όμορφος. Πιο κοντός από μένα, λιγάκι, με καράφλα ήδη στα τριάντα του. Και χοντρούλης. Αλλά με πολιόρκησε με τα λόγια του, απ’ την πρώτη μέρα που με είδε. Με έκανε να γελάω. Και μου τραγουδούσε.
Το αγαπημένο του συγκρότημα ήταν οι… Με τον Ντέμη Ρούσο. Οι… Δεν μπορώ να θυμηθώ ονόματα. Κάτι με Αφροδίτη. Κάτι τέτοιο.
Βγαίναμε στην Πλάκα. Στις μπουάτ. Ακούγαμε δίσκους. Μ’ έκανε να μη φοβάμαι. Και μετά μου ζήτησε να τον παντρευτώ. Δεν είχαμε κοιμηθεί μαζί. Δεν ένιωθα να καίγομαι για κείνον και του το είπα. Δεν τον πείραζε. Πώς μου το είχε πει;
«Καίγομαι εγώ για σένα, τόσο πολύ που φτάνει να βάλουμε φωτιά στο Βιετνάμ-γιε-γιε.»
Και ξεκίνησε να μου τραγουδάει: It’s five o’clοck And I walk through the empty streets.
Δεν ήταν πέντε, αλλά μπορεί και τρεις το πρωί, στο Θησείο, κι αυτός τραγουδούσε μ’ όλη του τη δύναμη, πεσμένος στα γόνατα, περιμένοντας να πω το ναι ή να ‘ρθει η αστυνομία να μας μαζέψει. Χούντα ήταν. Τι να κάνω;
«Εντάξει», του είπα.
«Τι εντάξει;»
«Ναι, ναι, θα σε παντρευτώ, σταμάτα τώρα.»
Στο γάμο μας χορέψαμε το τραγούδι του Ρούσου. Και μου το τραγουδούσε στ’ αυτί. It is so hard to believe that it’s me.
~~{}~~
20 Αυγούστου
Το πρωί ξύπνησα και βρήκα μια ανθοδέσμη δίπλα στο κρεβάτι. Μοσχοβολούσε το δωμάτιο. Κατάλαβα τι ήθελε να μου πει η γιατρός. Γράψε!
Λίγο μετά ήρθε.
«Όσφρηση;» της είπα κι έδειξα το μπουκέτο.
«Είναι υπέροχα», είπε κι έσκυψε να τα μυρίσει. «Ξέρεις, Μαρία, η όσφρηση είναι νευρολογικά πολύ σημαντική αίσθηση. Όταν μυρίζεις κάτι, οι μνήμες αναδύονται αυτόματα, χωρίς επεξεργασία.»
«Σαν τη μαντλέν του Προυστ;»
«Ακριβώς. Μ’ αρέσει να μιλάω μαζί σου, Μαρία. Δεν νομίζω να ξέρει κανένας άλλος εδώ μέσα τον Προυστ. Ούτε οι γιατροί.» Γέλασε. «Και μ’ αρέσει να διαβάζω αυτά που γράφεις.»
«Γι’ αυτό μου ‘φερες τα λουλούδια; Δεν χρειαζόταν.»
Παραξενεύτηκε.
«Δεν στα ‘φερα εγώ. Μόλις ήρθα.»
«Ποιος;»
«Μπορεί κάποιος… ανώνυμος θαυμαστής. Ο κύριος Στράτος απ’ το 215;»
«Μ’ αυτόν σίγουρα τα χρειάζομαι.»
Γελάσαμε κι οι δύο. Ο κακόμοιρος ο Στράτος έχει θέμα με το έντερο του κι όλο αερίζεται. Γελάσαμε, κι ένιωσα σαν να ‘μουν πάλι με τη φίλη μου τη Στέλλα. Εκείνες οι ατελείωτες κουβέντες και τα γέλια, πίνοντας καφεδάκι, αποτριχώνοντας τα χέρια η μία της άλλης.
Την είχα ξεχάσει και τη Στέλλα. Φίλες απ’ το γυμνάσιο, βάφτισε και τη Μαριαλένα μου. Σαν αδελφή την είχα – και πιο πολύ.
«Δυστυχώς», είπε η γιατρός πριν φύγει, «ο κόσμος δεν είναι γεμάτος λουλούδια. Έχει και σκατά.»
«Αλλά η κοπριά κάνει το χώμα καρπερό.»
Με κοίταξε με θαυμασμό.
Ποτέ δεν ήμουν από εκείνες που τους αρέσει να φαίνονται. Η Στέλλα ήταν αλλιώς, πληθωρική, αιματώδης, το επίκεντρο πάντα, σαν την Μερκούρη. Γι’ αυτό είχαμε δέσει, συμπλήρωνε η μία την άλλη. Αυτή ήταν που με έπεισε να ξαναπροσπαθήσω.
~~{}~~
Είχα τη δεύτερη αποβολή όταν η Στέλλα γεννούσε το τρίτο της παιδί. Η μήτρα μου έφταιγε, έτσι μου ‘πε ο γιατρός. Ήταν πολύ όξινη.
«Να τρως μέλι”, μου έλεγε η Στέλλα. «Μέλι, να γλυκάνει.”
Στην πρώτη εγκυμοσύνη το έχασα απ’ την αρχή, στον δεύτερο μήνα. Στην επόμενη έφτασα τον τέταρτο, κι έκλαψα πιο πολύ.
Ο Κώστας δεν ήθελε να προσπαθήσουμε τρίτη φορά. Ανησυχούσε μην πάθω κάτι. Μου έλεγε ότι μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα παιδάκι ή να γεράσουμε «μόνοι και χαρούμενοι, χωρίς ευθύνες.» Αλλά δεν ήταν χαρούμενος όταν το έλεγε.
Η Στέλλα ήταν που επέμενε.
«Μην τα παρατάς, φιλενάδα. Θα γεννήσεις και θα το βαφτίσω εγώ. Τελεία και παύλα.»
Είχα βρει και τη νουνά.
Λίγο καιρό μετά, έμεινα πάλι έγκυος. Πήρα άδεια απ’ το υπουργείο, ξάπλωσα στον καναπέ και προσευχόμουν στην Παναγία. Ο Κώστας ήταν άθεος μέχρι το κόκαλο, αλλά δεν μου έλεγε κάτι κακό για τις προσευχές μου.
«Ό,τι σε βοηθάει είναι καλό», μου έλεγε. «Κι αν θες να προσευχηθώ μαζί σου για να γεννήσεις θα το κάνω. Αλλά δεν θέλω να πάθεις κακό και δεν με νοιάζει για παιδιά κι εγγόνια. Χωρίς εσένα είμαι τίποτα.»
Πέρασα και τον έκτο μήνα, μπήκα στον έβδομο. Τότε ήταν που άρχισαν να μου μυρίζουν όλα.
Δεν άντεχα τις άσχημες μυρωδιές, μου φέρναν αναγούλα. Δυο φορές την ημέρα τον έβαζα τον Κώστα να κάνει μπάνιο, μην ξαπλώσει δίπλα μου άπλυτος. Ούτε να πλύνω τα πιάτα δεν μπορούσα. Φέρναμε μια γυναίκα κι εγώ κλεινόμουν στο δωμάτιο να μη μυρίζω τη χλωρίνη.
Αλλά ήταν και οι μυρωδιές που με τραβούσαν. Φαγητό. Κυρίως αυτό.
«Κύμινο», έλεγα στον Κώστα. «Μου μύρισε κύμινο. Θέλω σουτζουκάκια σμυρνέικα σαν της γιαγιάς μου.»
Έφευγε ο Κώστας για το εστιατόριο.
«Κανέλα. Μου μύρισε κανέλα. Θέλω λουκουμάδες με μέλι και κανέλα.»
Έφευγε ο Κώστας για το ζαχαροπλαστείο.
«Καρπούζι. Μου μύρισε…»
«Πού να το βρω το καρπούζι, Μάη μήνα;»
Έφευγε ο Κώστας για τη λαϊκή, γυρνούσε με φράουλες. Μοσχοβολούσαν άνοιξη. Τους έβαζα και ζάχαρη, γίνονταν καρπούζι.
~~{}~~
Κόντευαν οι μέρες μου, όταν είδα αίμα. Δεκαπενταύγουστος ήταν, η Αθήνα άδεια και κλειστή. Ο γιατρός μου έλειπε. Φύγαμε για το νοσοκομείο. Πονούσα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Και να πέθαινα δεν θα μ’ ένοιαζε, αρκεί να γεννούσα.
Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο και με βάλαν στο φορείο να με πάνε μέσα, είδα τον Κώστα να κάνει τον σταυρό του. Δεν τον είχε ξανακάνει, αλλά ήθελε να μου δώσει θάρρος, έτσι νομίζω. Μπορεί να το ‘κανε και στ’ αλήθεια.
Με ξεγέννησε η γυναικολόγος του νοσοκομείου. Ο δικός μου έκανε διακοπές.
Κι όταν ακούμπησαν το μωρό μου στο στήθος, Θεέ μου, μύριζε σαν Χριστούγεννα. Σαν μελομακάρονο. Μυρωδιά από αλισίβα και κανέλα. Γλυκιά μαζί και πιπεράτη.
«Μαριαλένα», είπα.
Το όνομα της μητέρας μου και το όνομα της Παναγίας. Χωρίς να με νοιάζει τι θα πει ο Κώστας.
~~{}~~
21 Αυγούστου
Το μεσημέρι, μαζί με το φαΐ, η Σοφία έφερε κι ένα ποτήρι κρασί.
«Για ποιον είναι αυτό;» τη ρώτησα.
«Βλέπεις κάναν άλλο εδώ μέσα;»
Δεν έβλεπα.
«Κάνει να το πιω; Η γιατρός αφήνει;»
«Δεν νομίζω να ‘χει αντίρρηση.»
Για φαΐ είχε σουτζουκάκια. Δεν συνηθίζουν να μας σερβίρουν τέτοια νόστιμα, γιατρέ.
«Τι είναι αυτό σήμερα;» ρώτησα τη Σοφία για να την πειράξω. «Γεύμα μελλοθάνατου;»
Δεν έπιασε το αστείο. Γύρισε να φύγει.
«Σοφία.”
«Τι ‘ναι;”
«Εσύ έφερες και τα λουλούδια;”
Με κοίταξε. Νομίζω ότι είχε βουρκώσει.
«Ποιος νόμιζες;”
Η Σοφία προσπαθεί να κρατάει απόσταση. Είναι πολύ καλή, τρέχει να φροντίσει τόσους ανθρώπους. Όμως ξέρει ότι κανένας από μας δεν θα φύγει από δω ζωντανός. Το ξέρει, τόσα χρόνια το ζει. Γι’ αυτό νομίζω ότι θέλει να μένει μακριά. Είναι πιο ευαίσθητη απ’ τον Μιχάλη, την πονάει.
Απόλαυσα το φαγητό μου. Μετά έπιασα να πιω το κρασί. Και σαν το έφερα στη μύτη… Με πέταξε σαράντα χρόνια πίσω. Μοσχάτο Σάμου. Τα χέρια του Σπύρου.
Είχες δίκιο, γιατρέ. Αυτή ήταν η δικιά μου μαντλέν. Η μυρωδιά απ’ το μοσχάτο Σάμου.
~~{}~~
Ήμουν σαράντα πέντε τότε. Κρατιόμουν καλά, ακόμα γυρνούσαν οι άντρες στο δρόμο να με κοιτάξουν.
Αλλά ο Σπύρος ήταν μικρός. Τριάντα τρία. Τον είχαν φέρει απ’ το υπουργείο οικονομικών.
Ήταν ωραίος άντρας. Όχι όμορφος σαν τον Μιχάλη, αλλά ήταν γοητευτικός. Είχε κάτι σκοτεινό στα μάτια του, λίγη τρέλα. Όλα τα κορίτσια στο γραφείο τον γλυκοκοιτάζαν. Γι’ αυτό παραξενεύτηκα όταν κατάλαβα ότι με φλέρταρε. Κολακεύτηκα, φλέρταρα κι εγώ λιγάκι, αλλά νόμιζα ότι θα πήγαινε μέχρι εκεί.
Ώσπου κάποια μέρα μου είπε να βγούμε έξω το βράδυ. Δεν το είπε ντροπαλά, δεν ήταν πρόταση, με κυνηγούσε.
«Σπύρο, δεν λένε τέτοια πράγματα σε παντρεμένες γυναίκες», του είπα, σαν να τον νουθετούσα.
«Θέλω να περάσω μια νύχτα μαζί σου», απάντησε εκείνος.
«Θα ρωτήσω τον άντρα μου», είπα κι έφυγα. Δήθεν θυμωμένη. Αλλά έτρεμα. Κι όχι από φόβο. Πόθος.
Περάσαμε πολλές περισσότερες νύχτες μαζί.
Δεν θα πω ψέματα, ότι με παρέσυρε, ότι δεν ήθελα. Το ήθελα. Ο Κώστας ήταν πάντα εκεί, αλλά το σεξ μαζί του ήταν κάπως… διεκπεραιωτικό. Αυτή είναι λέξη του υπουργείου, δεν ταιριάζει στο σεξ, γιατρέ.
Τον αγαπούσα τον Κώστα, αλλά του το ‘χα πει απ’ την αρχή, δεν καιγόμουν. Με τον Σπύρο κάηκα απ’ την κορυφή ως τα νύχια.
Βρήκα την ευκαιρία, μια νύχτα που ο Κώστας έλειπε για δουλειές στη… Σε κάποια άλλη χώρα, βόρεια, δεν θυμάμαι τ’ όνομα της. Η Μαριαλένα ήταν μεγάλο κορίτσι, μπορούσε να μείνει μόνη ένα βράδυ. Τηλεφώνησα στον Σπύρο.
Όταν έβγαινα απ’ το σπίτι, η Μαριαλένα έμεινε να με χαζεύει. Δεν με είχε ξαναδεί τόσο περιποιημένη.
«Τι έγινε, μαμά; Έχουμε καυτό ραντεβού;»
«Μην είσαι χαζή. Θα πάμε στο καζίνο με τη Στέλλα… Μπορεί και ν’ αργήσω.»
Πήγαμε σ’ ένα μπαράκι. Ήπιαμε μοσχάτο Σάμου. Μετά τον ακολούθησα στο σπίτι του.
Τι να γράψω τώρα; Αν αρχίσω να λέω όσα έγιναν εκείνη τη βραδιά, και τις επόμενες, θα γίνει το τετράδιο Μέγας Ανατολικός. Ή πορνογράφημα.
Αλλά δεν κράτησε μια νύχτα. Βλεπόμασταν με τον Σπύρο για έναν χρόνο. Όποτε μπορούσαμε κι όπου μπορούσαμε. Ακόμα και σε μέρη όπου δεν πρέπει να κάνουνε τέτοια πράγματα οι παντρεμένες γυναίκες. Αλλά το απολάμβανα. Ήταν σαν να ζούσα μια καινούρια ζωή.
Ο Κώστας είχε καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε. Αλλά αυτός ήταν ικανός να δεχτεί και τον εραστή μου να ζει μαζί μας, το πιστεύω. Τόσο πολύ μ’ αγαπούσε.
Εγώ το σκεφτόμουν να φύγω. Να πάω να ζήσω με τον Σπύρο. Πόσο λάθος θα ήταν;
Δεν έγινε κάτι τραγικό ή μυθιστορηματικό. Κάποια μέρα, στο υπουργείο, ο Σπύρος μου είπε ότι ήθελε να μου μιλήσει. Πήγαμε στο γραφείο του υπουργού που έλειπε. Ωραίο μέρος για να τελειώσει μια ιστορία διαφθοράς.
«Μαρία, βλέπω κάποια άλλη», μου είπε.
Κοιτούσα τους πίνακες στο γραφείο.
«Δεν μπορούμε να είμαστε άλλο μαζί», μου είπε.
Υπήρχε και μια προτομή του Περικλή.
«Πόσων χρονών είναι;» τον ρώτησα.
«Τι σημασία έχει;»
Τόλμησα να τον κοιτάξω στα μάτια.
«Είκοσι οκτώ», μου είπε.
Κατάλαβα ότι ήμουν σε λάθος μέρος. Μαζί της ίσως και να έκανε οικογένεια, ίσως και να ζούσε μια κανονική ζωή. Μπορεί και όχι, αλλά μετά θα έβρισκε μια άλλη κοπελίτσα, στην ηλικία του. Μαζί μου τι θα έκανε;
Ένιωσα να πεθαίνω. Αλλά κάποιες φορές πρέπει να ξέρεις πότε πρέπει να φύγεις, έτσι δεν είναι, γιατρέ; Γι’ αυτό δεν με κεράσατε και το τελευταίο ποτηράκι; Γι’ αυτό δεν μου έδωσες και το τετράδιο;
Τον άφησα.
Αλλά –αυτή είναι η αλήθεια, αν μπορείς να πιστέψεις μια συγγραφέα– έκανα «σεμινάρια» στον Κώστα, του ξύπνησα την ερωτική φαντασία, και ζήσαμε μια μικρή αναζωπύρωση του ολοκαυτώματος.
~~{}~~
23 Αυγούστου
Αυτή θα είναι η τελευταία εγγραφή στο ημερολόγιο, γιατρέ, το ξέρεις.
Είναι αργά, μπορεί και πέντε το πρωί. Δεν έχει πάρει να χαράζει, αλλά τον νιώθω τον ήλιο να ετοιμάζεται.
Σήμερα είχε νυχτερινή βάρδια ο Μιχάλης. Ήρθε και με περιποιήθηκε. Τόσο απαλά χέρια. Ένιωθα σαν να ήμουν μωρό και να με χάιδευε η μητέρα μου.
Μαμά μου. Πόσο όμορφη ήσουν. Κι έφυγες τόσο γρήγορα. Δεν πρόλαβες να με δεις να γίνομαι κορίτσι, γυναίκα, νύφη, μαμά. Δεν είδες τη Μαριαλένα.
Θυμάμαι. Θυμάμαι που μ’ έβαλες για ύπνο. Μου διάβαζες τον Μικρό Πρίγκηπα στα γαλλικά και μου το εξηγούσες. Δεν καταλάβαινα όσα μου έλεγες, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Ήσουν τόσο όμορφη. Κι η φωνή σου τόσο όμορφη όταν μιλούσες γαλλικά. Και κοιμήθηκα. Μακάρι να μην είχα κοιμηθεί και να μου διάβαζες μέχρι το χάραμα.
Το πρωί ξύπνησα κι ήμουν μόνη. Άκουγα έξω πάλι βόμβες και πυροβολισμούς. Σε φώναξα, αλλά δεν ήρθες. Έπιασα τον Μικρό Πρίγκηπα και κοιτούσα τις ζωγραφιές.
Ώρες μετά, μπήκε ο μπαμπάς. Είχε καφέ λεκέδες στα ρούχα του, ξεραμένο αίμα ήταν.
«Πρέπει να φύγουμε, αλεπουδίτσα μου», είπε και με σήκωσε να ντυθώ.
«Πού είναι η μαμά;»
Δεν μου μίλησε. Ούτε με κοίταξε. Και κατάλαβα. Η μαμά είχε πεθάνει.
«Πρέπει να φύγουμε», είπε ξανά. «Οι Άγγλοι μας βομβαρδίζουν.»
Τους μίσησα τους Άγγλους τότε. Τότε και για πάντα. Τι δουλειά είχαν αυτοί να βομβαρδίζουν; Οι Γερμανοί έφυγαν, δεν έφυγαν;
~~{}~~
Άκουσα τον κόκορα! Το πρώτο λάλημα. Μου το είπε ο Μιχάλης.
Ήρθε στο κρεβάτι μου το βράδυ, αφού έκλεισαν τα φώτα.
«Είσαι όμορφη, Μαρία», μου είπε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. «Όμορφη στην ψυχή. Γνωρίζω πως έχασες πολλά. Έζησες σ’ ενδιαφέροντες καιρούς, έτσι όπως το λέτε εσείς.»
«Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο Μιχαήλ.»
Πίσω απ’ το όμορφο πρόσωπο μού φάνηκε πως είδα δυο φτερούγες.
«Τι θες από μένα;»
«Ό,τι θες εσύ», μου είπε. «Εγώ δύναμη δεν έχω, είμαι ψυχοπομπός. Αλλά Εκείνος που έχει όλες τις δυνάμεις σου δίνει μια δεύτερη ευκαιρία. Μπορείς να ξαναζήσεις, Μαρία, μια δεύτερη ζωή, καινούρια.»
«Και θα θυμάμαι όσα έζησα;»
«Όχι, δεν χωράνε αυτά στην καινούρια ζωή.»
«Δεν θα θυμάμαι τα καλαμπόκια;»
«Όχι.»
«Δεν θα θυμάμαι τη μυρωδιά του μωρού μου;»
«Όχι.»
«Τα τραγούδια του Κώστα και τα χάδια του Σπύρου;»
«Ούτε αυτά.»
«Τη μαμά μου να διαβάζει τον Μικρό Πρίγκηπα;»
«Τίποτα. Δεν μπορείς να ξαναζήσεις με τα παλιά βάρη.»
«Βάρη;»
Δεν έκλαψα, γιατρέ. Χαμογέλασα. Χαμογέλασα και του χάιδεψα το μάγουλο.
«Καλέ μου Μιχάλη, τότε γιατί να συνεχίσω να υπάρχω;»
Ο Μιχάλης φάνηκε να καταλαβαίνει.
«Τότε», μου είπε, «όταν ο κόκορας λαλήσει τρεις φορές θα πεθάνεις, Μαρία.»
Με φίλησε στο μέτωπο και μου ‘φτιαξε τα σεντόνια.
«Θα ξαναδώ τη μητέρα μου, Μιχάλη;» τον ρώτησα καθώς στεκόταν από πάνω μου.
«Μη βιάζεσαι να μάθεις», μου είπε. «Είσαι ακόμα εδώ.»
Γύρισε να φύγει.
«Μιχάλη! Άναψε μου το φως. Θέλω να γράψω λίγο ακόμα. Η γιατρός περιμένει να διαβάσει.»
Τα άναψε και μου έδωσε το τετράδιο.
«Καληνύχτα, Μαρία. Θα έρθω να σε πάρω το ξημέρωμα.»
«Θα σε περιμένω, Μιχαήλ.»
~~{}~~
Έγραψα ό,τι ήταν να γράψω. Ο κόκορας λάλησε δεύτερη φορά. Ξημερώνει. Θα σηκωθώ. Να δω το ξημέρωμα απ’ το παράθυρο και να περιμένω τον Μιχάλη όρθια.
Αυτό ήταν, γιατρέ μου. Σ’ ευχαριστώ για το δώρο που μου έκανες, γι’ αυτή τη δεύτερη ευκαιρία.
Έγραψα ό,τι ήταν να γράψω. Έζησα ό,τι ήταν να ζήσω. Ωραία ήταν, μου φτάνει. Πόση αγάπη να χωρέσει μια ψυχή;
Καλημέρα.
Περί της συγγραφής αυτού του διηγήματος: Δυσκολεύτηκα πολύ να βρω επίθετο για την ηρωίδα. Ήθελα κάτι όχι πολύ κοινότοπο (πχ Παπαδοπούλου), αλλά ούτε κάτι υπερβολικό (πχ Βισκόζ). Το βράδυ, όταν έβγαλα βόλτα τον σκύλο, κοιτούσα τα κηδειόχαρτα στις κολώνες για να βρω επίθετο. Ναι, οι συγγραφείς είμαστε παράξενα άτομα. Βρήκα ένα της Μαργαρίτας Κολλάρα, ετών 83, και κάποιας Αικατερίνης Θεριατάκη. Να είναι καλά οι άνθρωποι τους, να τις θυμούνται, αλλά δεν μου άρεσαν ως επίθετα. Έπειτα έκανα μια έξτρα παράκαμψη, δεν συνηθίζω να πηγαίνω από ‘κει τον σκύλο, και είδα ένα κηδειόχαρτο για τον Βασίλειο Σουγιουτζόγλου, ετών 93. Δεν ήξερα το επίθετο, αλλά τον κυρ-Βασίλη τον γνώριζα. Είχα γράψει ένα κείμενο γι’ αυτόν, μια νύχτα που τον είδα να περνάει -ζωντανός ακόμα- κάτω απ’ το μπαλκόνι-γραφείο μου. Προς τιμή του κυρ-Βασίλη έδωσα το επίθετο του στην ηρωίδα μου. Της ταιριάζει άλλωστε. Κι αυτή από τη Μικρασία κατάγεται («τα σμυρνέικα σουτζουκάκια της γιαγιάς μου”). Αυτό είναι το κείμενο που μου «έδωσε” ο κυρ-Βασίλης. Η μόνη ευχή, όταν κάποιος πεθαίνει στα 93, είναι: Μακάρι να φτάσουμε κι εμείς τα χρόνια του. Όρθιοι και χαμογελαστοί, όπως ήταν ο Βασίλης Σουγιουτζόγλου. Καλό ξημέρωμα.