Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Του Έρωτα και του Θανάτου - Της Συμμετοχής και του Αγώνα


 
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
 
►1. Ξεκινώ από το αυτονόητο (για μένα): η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 ήταν η αρχή του τέλους της επτάχρονης Δικτατορίας 1967- 1974. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου στην Αθήνα (θυμίζω ότι υπήρξαν παράλληλες καταλήψεις σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα) αποτέλεσε Απόφαση του Φοιτητικού Κινήματος, έξω από τις κομματικές ντιρεκτίβες. Η «Παραδοσιακή Αριστερά» δεν ήθελε τέτοιες εμπλοκές, η μία μεν πλευρά της, η λεγόμενη Ανανεωτική, λοξοκοίταζε προς την... εξαγγελθείσα «Φιλελευθεροποίηση» του Μαρκεζίνη, η δε φιλοσοβιετική αποσκοπούσε στον αποκλειστικό έλεγχο σε ό,τι κινούνταν.
 
Εξ ου και το περιβόητο άρθρο στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» αριθμός 8 του Νοεμβρίου 1973, όπου χαρακτήριζε τους καταληψίες ως προβοκάτορες...! Η βίαια καταστολή της εξέγερσης από την δικτατορία έφτιαξε τον σύγχρονο «Μύθο», τον μύθο της γενιάς μου: το «Πολυτεχνείο».
 
Θα ακολουθήσει η εγκατάλειψη της Μαρκεζίνιας «Φιλελευθεροποίησης», σκλήρυνση του καθεστώτος με την αντικατάσταση του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, για να φτάσουμε στον τραγικό Ιούλη του 1974, όπου έχουμε δύο, αντιφατικά και αντίθετα σε αισθήματα, γεγονότα: την πτώση της Δικτατορίας, την επιστροφή Καραμανλή και την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας αφενός, το τραγικό πραξικόπημα στην Κύπρο και την επακόλουθη τουρκική εισβολή στην Μεγαλόνησο και την κατοχή έκτοτε του 37% του εδάφους -έως σήμερα- της Κυπριακής Δημοκρατίας αφετέρου.
►2. Ήταν το Πολυτεχνείο (απλά) μια φοιτητική διαμαρτυρία ή κάτι διαφορετικό; Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου, με κορύφωση την 17η Νοέμβρη 1973, είναι η ύψιστη στάση αντίστασης ενάντια σε ένα ξενόδουλο δικτατορικό καθεστώς. Συναντήθηκε το Φοιτητικό Κίνημα με τον Λαϊκό παράγοντα, ήταν η αρχή του τέλους της Δικτατορίας, επέβαλε την απελευθερωτική του διάσταση... Μέχρι στιγμής ο «Μύθος»δεν «ξεπεράστηκε» από τις επόμενες γενιές, παρότι βροντοφώναζαν και καλούσαν στις επετειακές διαδηλώσεις για «της γενιάς τους τα Πολυτεχνεία», μπερδεύοντας τις ιστορικές συνθήκες.
►3. Το «Πολυτεχνείο» εργαλιοποιήθηκε, χρησιμοποιήθηκε από τους επώνυμους, ή, από αυτούς που μέσω αυτού έγιναν επώνυμοι, για να κτίσουν πολιτικές καριέρες. Τούτο δεν αμαυρώνει την Εξέγερση, δεν κατατάσσει όλους τους συμμετέχοντες στην ίδια κατηγορία. Πράγματι, η γενιά του Πολυτεχνείου δεν είναι οι αρκετοί επώνυμοι που εξαργύρωσαν (παρότι είναι και αυτοί). Είναι εκείνοι -οι πολλοί- που έβαλαν την σφραγίδα τους σε μια κορυφαία στιγμή της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας.
►4. Αν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει εκείνο το, κάπως μακρινό ήδη, χτες με το σήμερα είναι ότι: ο Αγώνας για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική προκοπή και δημοκρατία στην χώρα μας, παραμένει επίκαιρος....
►5. Προφανώς, για την επικρατούσα κατάσταση κατά την περίοδο της επτάχρονης Δικτατορίας, πριν τον Νοέμβρη 1973, ισχύουν απόλυτα τα λόγια του ποιητή:
 
«Φοβάμαι /  τους ανθρώπους που εφτά χρόνια /  έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι /  και μια ωραία πρωία -μεσούντος κάποιου Ιουλίου- / βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας / «Δώστε τη χούντα στο λαό». / Φοβάμαι τους ανθρώπους /  που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου. / Φοβάμαι τους ανθρώπους /  που σου 'κλειναν την πόρτα /  μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια /  και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο /  να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν. / Φοβάμαι τους ανθρώπους /  που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια /  κάθε βράδυ /  και τώρα τα ξανασπάζουν /  όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη /  και έχουν και «απόψεις». / Φοβάμαι τους ανθρώπους /  που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν /  και τώρα σε λοιδορούν /  γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο. / Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. / Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο»
(Μανώλης Αναγνωστάκης, «Φοβάμαι»)
Μέσω "huffingtonpost"

Το μεγάλο μας τσίρκο "Το προσκύνημα"

 
ΥΓ του blog: .....Ορέστη από το Βόλο....Μαρία από τη Σπάρτη κι όσοι νέοι, νέες αντιστάθηκαν στον αυταρχισμό και την αυθερεσία  των καταχραστών της δημοκρατίας.....ευχαριστούμε που υπήρξατε....

Εδώ Πολυτεχνείο στο Εδώ Πολύ Ταμείο, Εδώ Πολύ Ταμείο....

Αλ τσαντίρι με έτοιμες κριτικές...
Μια φράση που ακούστηκε στην εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου στις 15/11/2011. Μια επιστολή απάντηση που δόθηκε αλλά που δεν ακούστηκε ούτε διαβάστηκε ποτέ. Μια αλλοίωση που γίνεται, ηθελημένη ή αθέλητη, της ιστορικής και συλλογικής μνήμης.
 
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
 
Αγαπητέ κύριε Λαζόπουλε
 
Δεν ξέρω αν οι μετέχοντες στο Πολυτεχνείο εκείνο τον Νοέμβρη του '73 και στις άλλες εστίες κι εξεγέρσεις εκείνων των ημερών, ήταν γενιά λόγω του περιορισμένου τους αριθμού σε σχέση με το σύνολο. Δεν ξέρω αν ήταν καν οι επίλεκτοι της γενιάς τους. Σίγουρα όμως ήταν η τελευταία 'γενιά' που αναμετρήθηκε απέναντι σε ένοπλη απειλή κι όχι διαμαρτυρήθηκε σ' αυτούς που κρατάνε το λαό μας σκυφτό κι εξαρτημένο από το '21 δηλαδή τον ξένο παράγοντα, τους δοτούς του και τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες. Ήταν  η τελευταία ομαδική αγωνιστική  προσπάθεια για εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη, προσωπική και συλλογική ελευθερία.
Ηττήθηκε κακά τα ψέματα κύριε Λαζόπουλε.
Η χούντα έπεσε ένα χρόνο αργότερα κάτω από το βάρος του αίματος των Ελλήνων της μαρτυρικής Κύπρου. Φαινομενικά αυτή η γενιά τιμήθηκε επιλέχτηκα κι υπερβολικά, ουσιαστικά λοιδορήθηκε κι υπονομεύτηκε γενικά η ουσία του αγώνα της, αλλά το χειρότερο εξ όλων της φορτώθηκε η μεταπολίτευση που ακολούθησε. Ιδιοτελώς και σκόπιμα, μετά τους διθυράμβους άρχισε το κατηγορητήριο αργά και σταθερά γιατί κάποιοι λίγοι απ' τους μετέχοντες ενσωματώθηκαν στους μηχανισμούς εξουσίας που στήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια συμφέροντα, χρησιμοποιήθηκε η γενίκευση μ' όλο το διαβρωτικό της μεγαλείο. Έτσι φτιάχτηκε η μεταπολίτευση των κούφιων οραμάτων, της κλοπής, της κομματοκρατίας, των παραπλανητικών αλλαγών κι απαλλαγών, της ρεμούλας, της ψεύτικής ευμάρειας, του αμοραλισμού, του ατομικισμού, της αναξιοκρατίας, του life style, και τελικά των ελλειμμάτων και του χρέους.  Κι όμως η γενιά αυτή ή οι άνθρωποι που συμμετείχαν, είχε προειδοποιήσει γι αυτά που ερχότανε στην μοναδική συλλογική της εμφάνιση μετά τις μέρες εκείνες. Είχε προλάβει να φωνάξει "ΨΩΜΙ - ΠΑΙΔΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ η Χούντα δεν τελείωσε το '73" στην πορεία πριν τις εκλογές της 17ης Νοέμβρη 1974. Μετά η φωνή της αδυνάτισε κι αφανίστηκε σκόπιμα, στο σκηνικό της κομματοκρατίας που στηνότανε γοργά κι αργότερα πνίγηκε στον ολετήρα της μιντιακής 'ελευθερίας' που συντρίβει όνειρα κι αντιστάσεις. Με την πάροδο του χρόνου πολλοί απόντες, φόρεσαν την κονκάρδα του αντιστασιακού και σήκωσαν κραυγαλέα τα λάβαρα ενός αγώνα που δεν έδωσαν ποτέ. Η πλειοψηφία των ανθρώπων που συμμετείχαν στον αγώνα του Πολυτεχνείου κι αυτόν ενάντια στην χούντα σιώπησαν συνειδητά. Σιώπησαν γιατί δεν δέχτηκαν να εξαργυρώσουν στιγμές, αξίες, όνειρα, και συναισθήματα που κυρίευσαν λογική και ψυχές κείνες τις μέρες.
Σιώπησαν γιατί ".... δεν παραδέχτηκαν την ήττα / έβλεπαν τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσουν / πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουν μέσα στις φλόγες".
Δεν χάθηκαν όμως, ούτε σταμάτησαν να δίνουν καθημερινά τον αγώνα τους για προσωπική και συλλογική αξιοπρέπεια στους χώρους δουλειάς, στις κοινωνικές επαφές, στην ανάγκη και τα προβλήματα, ατόμων κι ομάδων, στον συνάνθρωπο, στην οικογένεια, στα παιδιά που ανέθρεφαν  κι όταν οι πλατείες γέμισαν και το σύνθημα τους ότι η χούντα δεν τελείωσε έγινε συνείδηση και βίωμα πια του λαού,  ο αγώνας τους βρήκε μια αυθεντική δικαίωση. Μια δικαίωση που η συμμετοχή των νοσταλγών, υποστηρικτών και συνοδοιπόρων των συνταγματαρχών στην παρούσα κυβέρνηση 'εθνικής σωτηρίας' την υποδηλώνει εκκωφαντικά!!!
 
Δεν θα έγραφα κύριε Λαζόπουλε τούτες τις αδέξιες γραμμές, αλλά θα παρέμενα στην βουβή ερημία μου αν δεν συνέβαιναν δύο γεγονότα. Κατά πρώτον αν στην προηγούμενη εκπομπή σας (15/11/2011) η φράση σας "….αυτή η γενιά του Πολυτεχνείου έφτασε από το Εδώ Πολυτεχνείο στο εδώ πολύ ταμείο, εδώ πολύ ταμείο" δεν μας περιελάμβανε ισοπεδωτικά και συλλήβδην όλους και κατά δεύτερον αν αυτές τις μέρες του Νοέμβρη δεν έφευγε για το μακρύ ταξίδι προς το άγνωστο ένας συναγωνιστής εκείνων των χρόνων και τέτοιο ξόδι δεν του 'πρεπε.
 
Με εκτίμηση

Συγχωρήστε μου την ανωνυμία. Άλλωστε μείναμε ανώνυμοι σε επώνυμα χρόνια γιατί τάχα θα πρέπει να γίνουμε επώνυμοι σ' ανώνυμους καιρούς; Χάριν ευκολίας ας πούμε Ορέστης από τον Βόλο ή Μαρία από την Σπάρτη... μας περιλαμβάνει. Και πάλι με εκτίμηση. Να είστε πάντα καλά.

Αίτημα σε εκκρεμότητα...

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Αν ψάχνεστε προς τι ο πόνος αλλαγών στο Σύνταγμα: λέγε με Fiscal Compact


Γεωργια Γκαρδαλινου

H Ελλάδα, το Βέλγιο, η Δανία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία, η Πορτογαλία και η Σλοβακία - δεν έχουν ενσωματώσει επίσημα στη νομοθεσία τους την χωρίς όρους αρχή του «comply or explain» (που σημαίνει ότι οι χώρες θα πρέπει είτε να ακολουθήσουν τις...συμβουλές των δημοσιονομικών συμβουλίων είτε να εξηγήσουν για ποιο λόγο δεν το κάνουν).
Σε αρκετές χώρες, η «συμμόρφωση» προκύπτει από επίσημες δεσμεύσεις των εθνικών Αρχών τους είτε ότι θα εφαρμόσουν διατάξεις του fiscal compact που δεν έχουν μεταφέρει στη νομοθεσία τους είτε ότι θα συμμορφωθούν πλήρως στο μέλλον.
«Οι δεσμεύσεις, ωστόσο, δεν αποτελούν επαρκές υποκατάστατο των νομικών διατάξεων, καθώς δεν μπορούν να επιβληθούν»

.....η γενιά του Next Top Model

Αφιέρωμα: Το Πολυτεχνείο ως αφήγηση... (μέρος δεύτερο

ARti news

Φανή Κεχαγιά
Λες;
Γιατί θυμώνεις; Επειδή λέω τη σκέψη μου δυνατά; Θα ήσουν ικανοποιημένος αν σου έλεγα, «την καταγούσταρα τη γιορτή για τη 17 Νοέμβρη;». Θα ήσουν περήφανος για μένα, αν έλεγα ψέματα; Γιατί σου φαίνεται περίεργο που βαρέθηκα και δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει το μαρτύριο να πάμε για καφέ; Κόντεψα να πέσω από την καρέκλα από τη νύστα. Ξανά μανά Μάνος Λοΐζος κι «ο Δρόμος» που είχε τη δική του ιστορία, άντε πάλι φάτε έναν Μπιθικώτση και, δε λέω, φωνάρα ο Μπιθικώτσης, όχι, σ’ αυτό, το παραδέχομαι, έχεις δίκιο, αλλά αυτό το χελιδόνι με την ακριβή άνοιξη το εμπεδώσαμε πια, έλεος, πόσα χρόνια θα το ακούμε;
Το μόνο ενδιαφέρον συνέβη λίγο πριν αρχίσει η γιορτή. Μαζευόμασταν στο αμφιθέατρο και τι γυρνάει και πετάει ένας συμμαθητής μου στον υπεύθυνο καθηγητή; «Γιορτή για την επέτειο της 21ης Απριλίου, κύριε, γιατί δεν κάνουμε;». Παγώσαμε όλοι, μα πόσο ανόητος. Ε, ρε, να έβλεπες από μεριά το βλέμμα του καθηγητή. Όχι, δε θύμωσε, ήρεμα απάντησε, αλλά στιβαρά. «Επειδή σ’ αυτή τη χώρα συνηθίζουμε να γιορτάζουμε επετείους απελευθέρωσης από τους απανταχού δυνάστες, όχι σκλαβιάς», ακριβώς αυτό είπε κατά λέξη.
Όχι, ο μαθητής δεν είπε τίποτα, δεν ξέρω αν κατάλαβε, απομακρύνθηκε ανέκφραστος, πάντα ήταν λίγο βαρεμένος ο Κώστας, μάλλον τελευταία έμπλεξε και μ’ άλλα, ξέρεις ποια εννοώ, εμείς, όμως, αισθανθήκαμε περήφανοι για τον δάσκαλό μας, πήρε πολλούς πόντους, άλλος να ήταν στη θέση του, θα τον είχε κατεβάσει στον διευθυντή τον βλάκα.
Παρ’ τα, σε τάπωσε, μου ήρθε να του πετάξω του εξυπνάκια, αλλά λέω, άσε καλύτερα, μην τα βάζεις μαζί του, ποτέ δεν ξέρεις. Μετά; Τι μετά; Μετά ξεκίνησε η γιορτή και μαζί και η βαρεμάρα, όχι, εντάξει, ψέμα, κάποιοι συγκινήθηκαν, ειδικά με το «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Λειβαδίτη, αφού με ξέρεις, εγώ δε συγκινούμαι εύκολα, άντε, καλά, από σένα δεν μπορώ να κρυφτώ, το βίντεο με συγκλονίζει, όταν ακούω εκείνο το «αδέλφια μου, στρατιώτες» και ακούγονται οι ερπύστριες και βλέπω το τανκ να σμπαραλιάζει τα κάγκελα, ενώ επάνω είναι σκαρφαλωμένοι… Το ξέρω πως είχες φίλους μέσα, να, αυτά που λες εσύ τουλάχιστον έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από μια θεσμοθετημένη γιορτή που όλοι δε βλέπουν την ώρα να τελειώσει.
Ναι, ξέρω πως έτσι χτίζεται η ιστορική μνήμη, το καταλαβαίνω, αλλά δεν παύει να είναι παρελθόν, ένδοξο, μελανό, πρόσφατο ή απώτερο, δεν έχει σημασία, το παρελθόν είναι παρελθόν και η εμμονή σ’ αυτό δε βγάζει κάπου, πάντα θα υπάρχουν βαρεμένοι Κωστάδες που αμφισβητούν ή απλώς δεν κατανοούν και δε νιώθουν, οπότε τσάμπα κόπος.
Για καφέ; Όχι, δεν πήγα τελικά, μου έφυγε η όρεξη, όσο κρατούσε η γιορτή αναρωτιόμουν, άραγε, αν ζούσα τότε, λέω, αν ήμουν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, λόγου χάρη, θα είχα τα κότσια να είμαι μέσα; Άλλη φορά δεν το σκέφτηκα, σήμερα δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου, ίσως γιατί κοντεύω στην ηλικία…
Και ξέρεις τι άλλο σκεφτόμουν; Υποθετικά μιλώντας, αν ερχόταν μια χούντα και μας καπάκωνε, δε λέω, ο μη γένοιτο και μακριά από μας, αλλά, αν, λέω, πόσοι από τους κολλητούς μου θα είχαν τα κότσια; Ένας δυο ίσως, οι άλλοι χωρίς το τελευταίο iphone και τα τελευταία airmax δεν αναπνέουν, σιγά μην ξεβολεύονταν να πάνε να φωνάζουν συνθήματα να παλεύουν για το αυτονόητο, την ελευθερία λέω, ντε. Εδώ εγώ αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, δεν είδες; Στον Κώστα κώλωσα να απαντήσω, σε σημαντικότερα θα επαναστατήσω;
Δεν είμαι σίγουρος αν ισχύει αυτό που λες ότι ο άνθρωπος γίνεται θηρίο, όταν συνθλίβουν την αξιοπρέπειά του, δε βλέπεις; Έχουμε αξιοπρέπεια με όλα αυτά που ζούμε, το ΔΝΤ, τους καβγάδες για τους πρόσφυγες, την ανεργία, δε βλέπεις πόσοι έφυγαν έξω να βρουν αυτό που λες αξιοπρέπεια, τους άστεγους με τα μακροβούτια στους κάδους δεν τους βλέπεις; Είδες να γίνεται κανείς θηρίο; Άσε με. Απ’ όπου κι αν το πιάσεις, βρομάει. Αλλά πάλι, τι να σου πω. Εύχομαι να έχεις δίκιο. Κι εσείς τότε εφτά χρόνια ανεχτήκατε, οι άλλοι παλιότερα κοντά τετρακόσια, κάποια στιγμή μάλλον έρχεται η κατάλληλη στιγμή και το κοιμισμένο θηρίο ξυπνάει.
Λες να έχω κι εγώ ένα κοιμισμένο θηρίο μέσα μου; Λες;
 
Γιάννα Κουκκά
Μέσα στις φωνές σας ζω
Σκέφτομαι τι να γράψω και τι να μιλήσω. Για τούτες τις μέρες τι να πω που δεν έχει ήδη ειπωθεί. Εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη. Την εξέγερση των φοιτητών κι εκείνες τις ερπύστριες.  Σώπα (όμως) όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αδύναμη αισθάνομαι να περιγράψω το γεγονός. Το συναίσθημα που μέσα κουβαλώ. Η γλώσσα μου μπερδεύεται λες και το στόμα κάτι κρατά σφιχτό, κλειστό. Μια ντροπή, αν θες, μια ντροπή αισθάνομαι να κορδώσω τον εαυτό και να πω το οτιδήποτε. Μικρή πολύ μπρος σ’ όλο αυτό. Τους αγωνιστές προσκυνώ. Ω, αγωνιστές, σας προσκυνώ.
Θα με φτιάξω έναν εαυτό. Δυο λέξεις να πω. Έναν φανταστικό εαυτό.  Είμαι ένα αερικό. Και σαν κείνο μιλώ.
Κάποιος είπε γρήγορα όλοι στο Πολυτεχνείο. Σηκώνομαι κοιμισμένη απ’ τον ύπνο μου. Υπνοβατώ. Τα χέρια μου ακούνητα. Περπατώ. Παραπατώ. Με το νυχτικό βγαίνω στους δρόμους. Τα μάτια κλειστά. Τον δρόμο δεν γνωρίζω μα πηγαίνω. Περπατώ και περπατώ. Μια παντούφλα χάνω στα μισά μα συνεχίζω. Είναι σκοτάδι. Περίεργη νύχτα. Τεντώνω τα χέρια. Ευθεία. Μπροστά. Ψηλαφώ. Την ησυχία ψηλαφώ και τους πρώτους νεκρούς. Τα ζιβάγκο, τα σακάκια των ανδρών, τα μακριά μαλλιά τους αγγίζω, τους χαϊδεύω, τις φούστες και τα μεγάλα γυαλιά των γυναικών, τα πρόσωπά τους φιλώ. Ψάχνω μια τρύπα να μπω. Ένα κάγκελο ν’ ανέβω. Μέσα να μπω, στο Πολυτεχνείο να μπω. Όχι για να σωθώ, είμαι αερικό,  μα να μυρίσω κάθε σκαλί λαχταρώ, κάθε τοίχο, κάθε τσιμέντο και μπετό τούτου του κτιρίου. Ακούω στο βάθος κάποιος μιλά. Ξυπνώ. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός. Μπρος μου ένας σταθμός. Μήνυμα στέλνει. Φωνή τρέμει. Τρέμει, σαν κλάμα τρέμει.
Ανοίγω  τα μάτια. Αιωρούμαι. Μέσα στη φωνή του ζω.
«Είμαστε άοπλοι! Είμαστε άοπλοι!… Είμαστε τα νιάτα της Ελλάδος!… Αδέλφια μας στρατιώτες, δεν θα σηκώσετε όπλο… Δεν θα σηκώσετε και δεν θα πυροβολήσετε!… Δεν θα σκοτώσετε τ’ αδέρφια σας! Αδέρφια μας στρατιώτες! Αδέλφια μας στρατιώτες! Πώς είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τ’ αδέρφια σας! Πώς είναι δυνατόν να χυθεί ελληνικό αίμα! Αφού όλοι πιστεύουμε στη λευτεριά!
Εγώ πρώτος αρχίζω τον Εθνικό Ύμνο, το αιώνιο σύμβολο της ελευθερίας: «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε λευτεριά!»… Ελληνικέ λαέ, πρέπει να μάθεις! Πρέπει να μάθεις ότι αυτή τη στιγμή αγωνίζονται τα παιδιά σου! Όλος ο ελληνικός λαός, και προπαντός ο λαός της Αθήνας, βρίσκεται στους δρόμους, μπροστά στα τανκς! Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!»
Το τανκ χίμηξε. Έριξε την πόρτα. Το τανκ χίμηξε.
Σκέφτομαι τι να γράψω και τι να μιλήσω. Τον πατέρα η χούντα τον εξόρισε στη Γιούρα. Στο Παρθένι. Δεν μιλούσε πολύ για αυτά. Μονάχα τέτοιες μέρες έκλαιγε.
Ω, αγωνιστές κι αγωνίστριες, μέσα στις φωνές σας ζούμε, στα σώματα, στα δάκρυα σας.
Αδέλφια μας, αγωνιστές τούτης της εξέγερσης.
Ήσασταν άοπλοι.
 
 Παρή Στεφανή
45 δάκρυα και 3 «πού;»
«Δεύτε πίωμεν αθανάτου Διομήδη το κρασί!»
Σιωπή.
Κενό.
Θάνατος.
Παντού σταλαγματιές ενός έρωτα για την Ελευθερία. Ενός έρωτα πλατωνικού, που πήρε σάρκα και οστά τα ξημερώματα. Δεκαεφτά Νοέμβρη 1973.
Δεκαεφτά. Όσα και τα χρόνια σου, Διομήδη! Τόσα δεν ήταν και τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου που σκέπασαν το σώμα σου, Διομήδη, Κατερίνα, Μάρκο και Ανδρέα; Τα χελιδόνια φύγανε, και όσα περιστέρια μείνανε, χάσαν το χρώμα τους, κι από λευκά γίνανε κόκκινα. Και μας διηγούνται ιστορίες σαρανταπέντε χρόνια πριν.
Και τα νερά των ποταμών γίνανε δάκρυα, αδέρφια… Κάθε βουνό φωνάζει: «Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!». Κάθε κύμα κι ένα: «Σήκω επάνω, ρε Δημήτρη! Σήκω επάνω!». Κάθε βρυσούλα κι ένας καημός, κάθε βασιλικός κι ένας λυγμός. Κι εμείς εδώ, παιδιά, νέοι και μεγάλοι, κρεμάμε σε μια χρυσή κλωστή τα όνειρά μας. Όνειρα που χτίστηκαν σε λάσπες και σε χώματα. Ματωμένα χώματα. Παίρνουμε δύναμη από τη δύναμή σας, αδέρφια, ιδρώτα απ’ τον ιδρώτα σας. Ποιος ξέρει όμως… Ίσως και να ’μαστε πράγματι δειλοί. Ίσως και να σας διαψεύσαμε. Ίσως. Ίσως… Εμείς οι άρρωστες ψυχούλες, που τρέχουμε να πιούμε Αγιασμό για να μη σβήσουμε. Φύλλα σκορπισμένα στο νοτιά. Δυο ζάρια που δεν έχουν δείξει ακόμη εξάρες.
Πού είναι το Ψωμί, πού είναι η Παιδεία και πού η Ελευθερία; Ξεχαρβαλωμένες χορδές μιας σπασμένης κιθάρας που ήταν κάποτε μπαξές κι ερήμωσε. Η θάλασσα ώς το στήθος πια μας φθάνει. «Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!» Ποιος θα αλλάξει πια τα πάντα; Όλο χάρτινα ντουφέκια, λόγια φλύαρα και κούφια, σπασμένα φτερά, υγρές βλεφαρίδες. Χωρίς Ψωμί, χωρίς Παιδεία, χωρίς Ελευθερία.
 
Πέπη Δουρέκα
Ιριδίζοντα Πουλιά
 Ζω στην Αθήνα
Συμβιώνω με αερικά,
με υπάρξεις απροσδιόριστες
Δίπλα μου κατοικούν
με τα μάτια μου κοιτούν
την ανάσα μου δανείζονται
τη ζωή μού κλέβουν
Ακούω φωνές
Καγκελόπορτες
βλέπω να σείονται,                     
γαρύφαλλα κόκκινα
σε γκρίζες προσόψεις
και όψεις ανθρώπων
πριν γίνουν αγάλματα
Πατάω στην Αθήνα
με τ’ ακροδάχτυλα
προσεκτικά πριν ανοίξει
 το παραπέτασμα
 κι αναδυθούν φαντάσματα
 και ξέπνοα συνθήματα
υψωθούν κουρασμένα
ιριδίζοντα πουλιά
φλεγόμενα στουπιά
να προσγειώνονται
σε κάδους σκουπιδιών
με τη φωτιά να καταπίνει
το ΨΩΜΙ και την ΠΑΙΔΕΙΑ
να εξαϋλώνει και μόλις
την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  να προλαβαίνω
στο – θ - που θερίζει
Μη σκάβετε
Πονάει
 
Ειρήνη Παραδεισανού
μονόπρακτο
Πρόσωπα στοιχισμένα
στο πελιδνό βουητό της μέρας που σβήνει.
Στη μέση του μετώπου χάσκει η σχισμή
που χάραξε πάνω τους ο ασάλευτος δείχτης.
Έρχονται καταπάνω μου με βία.
Κλείνω τα μάτια
διάφανη αυλαία-
οι ακροκέραυνοι στίχοι
ορθώνονται στέρεοι
και μου ράβουν το στόμα.
Τα πρόσωπα μένουν αγδίκιωτα να φορούν
στεφάνι υγρό
των σταυρωμένων το χνώτο
και την απαθή μυρουδιά
των δημίων.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

'Του Χρόνη' Social Waste

 
Στίχοι: Λεωνίδας
Παρουσίαση: Νίκος, Λεωνίδας, Χρήστος
Παραγωγή: Χρήστος
Ακορντεόν, Μαντολίνο: Γιάννης
Κιθάρα: Νίκος
Μπάσο: Στέλιος
Artwork: Γιάννης Οικονομάκης
 
Τα αστέρια λένε τα ψαρεύεις πυροφάνι / Και το κλειδί θα είναι κάτω απ’ το γεράνι / Η επανάσταση μονάχα έχει ουσία / όσο κρατάει μέχρι να γίνει εξουσία / Κι εσύ που έφυγες νωρίς που να γυρίζεις / Ποιους μαχαλάδες και ποια πέλαγα αρμενίζεις / Κι όποτε οι μπάτσοι ένα χαμόγελο ζητάνε / Τους λες «υπάρχει και ζεμπέκικο ρουφιάνε!» 
Στα Ποταμούδια στην Καβάλα πάλι τα κεραμίδια στάζουν / Και οι κυράδες στους μαχαλάδες πιάνουν την παρασιά και ετοιμάζουν / Έτσι σε πείσμα του καιρού οι γειτόνισσες μαζευτήκανε πάλι / Απ’ έξω βροχή και κοκοσάλι κι αυτές τριγύρω απ’ το μαγκάλι / Και πιάσανε την ψιλή κουβέντα και λένε για τα περασμένα / Για τα παλληκάρια του μαχαλά και κάπου εκεί θυμηθήκαν κι εσένα / Δεκατετράχρονο παιδί, ούτε καν χνούδι δε θα `χε βγάλει / Και πήγε αντάρτης στο βουνό, διηγείται η μια και συμφωνεί η άλλη / Και ύστερα θυμηθήκανε και τους καπνεργάτες απ’ τη Θάσο / Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς αλλά εγώ πώς να ξεχάσω / Την παρανομία και την απεργία, την απομόνωση κι ακόμα / Εκείνα τα λόγια τα απλά του Νικόλα τότε που μπήκαμε στο Κόμμα / Ότι είναι οι πλούσιοι από τη μια κι εμείς οι φτωχοί από την άλλη / Και να τα μοιράσουμε όλα στα ίσα να πάψουν να υπάρχουν μικροί και μεγάλοι / Και κάτι χρονάκια πιο μετά ο Χρόνης γυρνάει στη Σαλονίκη / Στο Δημοκρατικό Στρατό μα είχε πετάξει πια η νίκη / Τονε συλλάβαν το `47, λένε οι γειτόνισσες βουρκωμένες / Κάτι φασίστες στρατιωτικοί κάτι κυβερνήσεις πουλημένες / Και τονε ρίξαν στο κελί η βία και η εξουσία / Και ύστερα πιάσανε οι νικητές να γράψουνε την ιστορία.  
Τα αστέρια λένε τα ψαρεύεις πυροφάνι / Και το κλειδί θα είναι κάτω απ’ το γεράνι  Η επανάσταση μονάχα έχει ουσία / όσο κρατάει μέχρι να γίνει εξουσία / Κι εσύ που έφυγες νωρίς που να γυρίζεις / Ποιους μαχαλάδες και ποια πέλαγα αρμενίζεις / Κι όποτε οι μπάτσοι ένα χαμόγελο ζητάνε /Τους λες «υπάρχει και ζεμπέκικο ρουφιάνε!» 
Η ιστορία είναι τα ίχνη στου χρόνου το χώμα που περπατάτε / Κάτι ορνιθοσκαλίσματα που λέει κι ο Marcos o Subcomandante / Τη γράφουνε στο τέλος οι νικητές κι οι ανυποψίαστοι την πιστεύουν / Μα τη ζωντανεύουν οι δίχως φωνή κι εκείνοι που γράμματα δεν κατέχουν / Εκείνοι που γνώρισαν τη φυλακή, τα βασανιστήρια, την εξορία / Σε Μακρονήσι, Ανάφη, και Γυάρο, Άγιο Ευστράτιο, και Ικαρία / Αυτοί που κοιτούσαν το βασανιστή μέσα στα μάτια και του `λεγαν «βάρα» / Κι αχτινοβολούσαν στο απόσπασμα μπρος κάτι απ'το πείσμα του Guevarra / Και κάθε που πίνω στο ταβερνάκι μια κούπα στο χώμα «εβίβα και γεια μας» /Για τους νεκρούς μας τους αγωνιστές, για τα «κουτσαβάκια» τα δικά μας / Καμιά φορά πάλι τους γράφω τραγούδια, μην τους ξεχνάμε και μένουνε μόνοι / Κάτι στιχάκια, κουπλέ και ρεφρέν, ένα του Άρη κι ένα του Χρόνη / Τι να σου πω πια και τι να μου πεις, έφυγες νωρίς κι εγώ εδώ είμαι ακόμα /  Έγινε εξουσία κι η αριστερά κι είναι ιεραρχικό το κόμμα / Γραφειοκράτες μας ποδηγετούν και προπαγάνδα μας ρίχνουν ντουμάνι /  Όμως δεν ξέρουνε πως το κλειδί θα `ναι πάντα κάτω από το γεράνι… 
Τα αστέρια λένε τα ψαρεύεις πυροφάνι /  Και το κλειδί θα είναι κάτω απ’ το γεράνι / Η επανάσταση μονάχα έχει ουσία /  όσο κρατάει μέχρι να γίνει εξουσία /  Κι εσύ που έφυγες νωρίς που να γυρίζεις /  Ποιους μαχαλάδες και ποια πέλαγα αρμενίζεις /  Κι όποτε οι μπάτσοι ένα χαμόγελο ζητάνε / Τους λες «υπάρχει και ζεμπέκικο ρουφιάνε!».

Στις θολές, στενάχωρες μέρες της 18ης Μπρυμαίρ

 
 «…Τελειωμένη ιστορία μοιάζει η πεποίθηση περί μιας εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης αυτοκαταστροφής, τελειωμένη και η ελπίδα για μια γεννημένη από τον ίδιο τον καπιταλισμό τάξη, που φέρνει εντός της το πνεύμα του καινούργιου…» (Άλεξ Χόνετ, Η ιδέα του σοσιαλισμού).
Ακολουθώντας τη διανοητική περιδιάβαση του Γερμανού στοχαστή, με τις αναθεωρητικές όπως εξάλλου και ο ίδιος παραδέχεται προ-τάσεις, βρίσκεται όντως κανείς μπροστά στον προβληματισμό εάν ο κοινωνικός μετασχηματισμός δύναται να επιτευχθεί από «τον δυναμισμό και μόνο μιας κοινωνικής τάξης». Πολλώ δε μάλλον, όταν η αλλοτρίωση δεν αφορά μοναχά την οικονομική σφαίρα, αλλά εκτείνεται σε κάθε διάσταση των κοινωνικών σχέσεων του ίδιου του «επαναστατικού υποκειμένου» της ιστορίας, του προλεταριάτου. Το οποίο, στη μετανεωτερική εποχή, λαμβάνει (και) άλλες, πέρα από τις παραδεδομένες, μορφές.
Ό,τι συμπεριλαμβάνεται στον όρο «κυρίαρχος λαός», σήμερα, δεν είναι παρά η σύμπτυξη όλων των κοινωνικών στρωμάτων, που, με εξαίρεση την κυρίαρχη εκμεταλλεύτρια τάξη, δεν εγγράφει την ιστορία του. Απεναντίας, ζει στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός καταναγκασμού αδικαιολόγητου, δεδομένης της προόδου του τεχνολογικού, και όχι μόνο, πολιτισμού.
Φέρει ο «κυρίαρχος λαός» τον, σπερματικό έστω, Λόγο της επανάστασης εντός του ή τελεί εν υπνώσει, διανοητική και ταξική;
Τα παγκόσμια δεδομένα, με την παλινόρθωση του εθνικισμού και την μετατόπιση της παραδοσιακής δεξιά προς τα ακροδεξιά, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Μια νέα μορφή βοναπαρτικού κράτους επανεμφανίζεται, με τις ταξικές συγκρούσεις να εργαλειοποιούνται και να υποκαθίστανται με οπισθοδρομικές μορφές υποκινούμενων εθνικισμών, όπου τη θέση του ταξικού εχθρού λαμβάνει ο παρίας πρόσφυγας. Οι δε κυβερνήσεις δεν έχουν πλέον ταξικό πρόσημο: προτάσσεται το «εθνικό». Αλλά η δυναστεία της εκμεταλλεύτριας τάξης ζει και βασιλεύει.
Οι καιροί παραπέμπουν στη μαρξική διαπίστωση πως η αστική τάξη, χάνοντας όντως μέρος της κυριαρχίας της, ενίοτε (μπορεί και να) αποσύρεται από την κρατική εξουσία, συμμετέχοντας όμως σε μια τύποις υπερταξική διακυβέρνηση, με τον πλέον αυταρχικό προσανατολισμό. «Ο Βοναπάρτης θα ήθελε να φαίνεται ο πατριαρχικός ευεργέτης όλων των τάξεων. Δεν μπορεί, όμως, να δώσει τίποτα στη μια, αν δεν πάρει από την άλλη»*: η μεροληψία της κατασκευής είναι φανερή, και τότε και τώρα.
Αλλά το μέγα ζητούμενο παραμένει. Ακολουθώντας μερίδα του «κουρελοπρολεταριάτου» -μαρξικός ο όρος- που ακολούθησε τον Βοναπάρτη, το συντηρητικό ιστορικό υποκείμενο, οι απεγνωσμένοι μικροϊδιοκτήτες αθύρματα, δίχως ταξική συνείδηση, δίνουν τον πολιτικό τόνο και στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Οι τύπου Όρμπαν και Σαλβίνι κυβερνήσεις της Ευρώπης αλλά και οι τεχνοκρατικές τύπου Παπαδήμου σ’ αυτό το κομμάτι της κοινωνίας στηρίζουν τη δυναμική τους. Ένας εφεδρικός στρατός παραπλανημένων, που δημιουργείται κατά τη διάρκεια των συστημικών κρίσεων και εκπαιδεύεται με το φαρμάκι των ιδεολογημάτων του φασισμού, ακολουθεί τον μεταμφιεσμένο νέο αυταρχισμό στα πάντα. Οι σύγχρονοι Βοναπάρτες, «γελοίες και μέτριες προσωπικότητες» ή και απορρίμματα της αστικής τάξης (από τον Τραμπ ως τη Χρυσή Αυγή), κερδίζουν έδαφος. Η σχετική αυτονομία του κράτους, που παραμένει αστικό φέουδο υπό οποιαδήποτε διακυβέρνηση, υποβοηθά την υπερσυντηρητική παλινόρθωση. Εξάλλου, επειδή η αστική τάξη «για να σώσει το πουγκί της πρέπει να αρνηθεί το στέμμα της», η ακροδεξιά μετατόπιση του πολιτικού συστήματος είναι μέσα στο πρόγραμμα.
Και το ιστορικό υποκείμενο που μετασχηματίζει τον κόσμο; Πώς μπορεί να αντισταθεί σε τούτη την κατά Μαρξ «εταιρία αγαθοεργίας» με «κακόφημα μέλη της αριστοκρατίας του χρήματος» που «αποσκοπούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους με έξοδα του εργαζόμενου έθνους»; Η αναντιστοιχία του ρόλου τους στο σοσιαλιστικό φαντασιακό και την εμπράγματη κατάσταση είναι προφανής.
 Η προλεταριακή αφύπνιση, με όλες τις δυσκολίες υπό τη συνθήκη του εμπεδωμένου καπιταλισμού, με κάθε μέσο, -οφείλει να- είναι πρωταρχικός ρόλος της σύγχρονης Αριστεράς. Με την κατάδειξη κάθε, καλυμμένης με ροδοπέταλα, παγίδας. Να κινείται μπροστά, και εναντίον, του συντηρητισμού των μαζών σε κάθε τι.
 Εάν η προσπάθεια ανατροπής του καπιταλισμού δεν εκκινήσει από αυτήν ακριβώς την αφετηρία, τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να κατακτηθεί. Για καμία από τις υποτελείς τάξεις.
Υ.Γ. Τέτοιες μέρες είναι ο δεύτερος μήνας (22 Οκτώβρη έως 21 Νοέμβρη) του ημερολογίου που καθιέρωσε η γαλ­λική επανάσταση. Στις 18 Μπρυμαίρ του 8ου έτους, ο Ναπολέων Βοναπάρτης κήρυξε τη στρατιωτική του δικτατορία.
 *Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Ομίχλη στην Ευρώπη

 
Οι οικονομικοί φακοί δεν κάνουν για πολιτικό σχέδιο
 
του Πιερλουίτζι Φαγκάν* 
 
Δέκα βορειοευρωπαϊκές χώρες συναντήθηκαν λοιπόν, συνομίλησαν και συμφώνησαν σε κάτι – άσχετα τι. Και αυτοχαρακτηρίστηκαν «Χανσεατικές», επαναφέροντας στην επικαιρότητα την ονομασία μιας παλιάς εμπορικής συμμαχίας που ανθούσε στη βόρεια Ευρώπη από τον 12ο ως τον 16ο αιώνα. Το ίδιο έκαναν εδώ και καιρό οι τέσσερις χώρες του , που ταυτόχρονα είναι τέσσερις χώρες του κεντρικού-βόρειου τμήματος της ανατολικής Ευρώπης. Δέκα συν τέσσερις, μας κάνει δεκατέσσερις.
Οι τέσσερις του Βίζεγκραντ, εξάλλου, επιζητούν να έρθουν σε επαφή με μια ευρύτερη σφαίρα που, ακολουθώντας τα ιστορικά γεωπολιτικά χνάρια του πολωνικού Intermarium**, μετονομάστηκε σε ομάδα του Τrimarium (δηλαδή των Τριών Θαλασσών). Η ομάδα αυτή αποτελείται από άλλες οκτώ χώρες – οι οποίες, μαζί με τις προηγούμενες δεκατέσσερις, μας κάνουν εικοσιδύο (μερικές από αυτές συμμετέχουν ταυτόχρονα και στην ομάδα του Βορρά). Ουσιαστικά στο Τrimarium συμμετέχουν ομάδες διαφορετικής σύνθεσης, προερχόμενες από την ανατολική Ευρώπη.
Με το Brexit οι Βρετανοί, ή μάλλον κύρια οι Άγγλοι (αφού οι οπαδοί της παραμονής στην E.E. πλειοψηφούν στη Σκωτία, τη Βόρεια Ιρλανδία και σε ένα τμήμα της Ουαλίας), μας έμαθαν ότι αυτοί είναι Άγγλοι – και ότι Άγγλοι και Ευρωπαίοι είναι σύνολα που εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να συνεργάζονται σε σημαντικά ζητήματα. Αρκούσε να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο ιστορίας για να το ξέρει από πριν, αλλά όσο θα αναθέτουμε στους οικονομολόγους να σχολιάζουν την ιστορία, θα εξακολουθούμε να μην καταλαβαίνουμε τίποτα. Με τον τρόπο αυτό τα κράτη μέλη της Ε.Ε. από 28 θα μειωθούν σε 27.
Έπειτα υπάρχει η ομάδα EU MED που αποτελείται από επτά χώρες με παραδοσιακά μεσογειακή (εκτός από την Πορτογαλία) και ελληνορωμαϊκή (εδώ περιλαμβάνεται και η Πορτογαλία) γεωγραφική κουλτούρα. Η ομάδα αυτή συγκροτήθηκε το 2013, έχει ήδη συναντηθεί μερικές φορές, αλλά κάποιοι την φρενάρουν, και έτσι κάνει λίγο αισθητή την παρουσία της. Ωστόσο, υπάρχει. Επτά συν εικοσιδύο μας κάνουν εικοσιεννιά, που φαίνονται περισσότερες από τα 28-27 κράτη μέλη της Ε.Ε. (φαίνονται μόνο αφού, όπως προαναφέραμε, ορισμένες από αυτές τις λογαριάσαμε δύο φορές, σαν μέλη τόσο της βόρειας όσο και της ανατολικής περιοχής).
Συνοψίζοντας, παρόλο που συγκλίνει σε διαφορετικά ζητήματα η καθεμιά, υπάρχουν φυσιολογικές συσπειρώσεις ανάμεσα στα κράτη της Βόρειας, της Ανατολικής και της Νοτιοδυτικής Ευρώπης. Γιατί άραγε; Μα, είναι η Γεω-Ιστορία, ηλίθιε!
Η Ευρώπη είναι αυτό το συνονθύλευμα χωρών γύρω από τη Γερμανία, η οποία δεν αποτελεί το κέντρο βάρους, αλλά το πρόβλημα
Η αρχή της σχετικής ομογενοποίησης
Ο κόσμος αλλιώς εμφανίζεται με τους φακούς της οικονομίας, αλλιώς με τους φακούς της γεωπολιτικής, της θρησκείας ή της κουλτούρας, και γενικότερα της «πολιτικής». Ποιος τρόπος είναι ο ορθότερος; Η απάντηση εξαρτάται, προφανώς, από τις προθέσεις μας.
Θέλετε μια οικονομική ένωση; Μπορείτε να την κάνετε με όποιον σας γουστάρει, όπως έγινε με την ένωση της κεντρο-δυτικής Ευρώπης και των χωρών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, ή όπως κάποιοι ήθελαν να κάνουν με την Τουρκία, ή και με το Ισραήλ.
Αν όμως θέλετε μια πολιτική ένωση, τότε, για λόγους γεωπολιτικούς (το πρόθεμα γεω- αναφέρεται στη γεωγραφία) και ιστορικούς, άρα και –αν όχι κυρίως– πολιτισμικούς (με βάση τις δικαιικές και ηθικο-θρησκευτικές παραδόσεις, την κουλτούρα τόσο των απλών ανθρώπων όσο και των υψηλά ιστάμενων, τις υλικές παραδόσεις, τις συνήθειες, τις αξίες, τους τρόπους ζωής, τις κοινωνικές διευθετήσεις, τις αντιλήψεις, τους μύθους και τα αφηγήματα), είναι εύκολο να μην ξεφύγετε από την αρχή της σχετικής ομογενοποίησης.
Μια πολιτική ένωση δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα κράτος, κι αυτό προϋποθέτει ένα σύνολο ανθρώπων που πρέπει να συνυπάρξουν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς. Έπειτα μπορείτε να το κάνετε περισσότερο ή λιγότερο ομοσπονδιακό ή συγκεντρωτικό, αλλά αυτό έπεται. Πρώτα πρέπει να συγκροτήσετε ένα κράτος.
 
Πώς συγκροτούνται τα κράτη;
Όταν οι κάτοικοι του κράτους που στη συνέχεια θα ονομαστεί Γαλλία, του πρώτου κράτους-έθνους της Ευρώπης, συμφώνησαν επιτέλους, εκόντες-άκοντες μετά τον Εκατονταετή Πόλεμο, να πάψουν να ανταγωνίζονται οι μεν τους δε, δεν προχώρησαν πέρα από τα Πυρηναία ή τον Ρήνο. Κι αυτό όχι επειδή όλοι ήταν πραγματικά εν δυνάμει «Γάλλοι». Είχαν σημαντικές διαφορές, που ομογενοποιήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά, σύμφωνα με την αρχή της σχετικής ομογενοποίησης, συνένωσαν αυτό που ήταν σχετικά λιγότερο διαφορετικό.
Και εκείνο που ήταν σχετικά λιγότερο διαφορετικό επικρατούσε μέσα στα πλαίσια μιας περιοχής οριοθετημένης από τα τυπικά γεωγραφικά σύνορα, δηλαδή από ποτάμια, θάλασσες και βουνά. Διότι μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά στον πραγματικό κόσμο, που είναι πιο ξεκάθαρος από αυτόν που υπάρχει στο μυαλό μας, τα ανθρώπινα όντα ούτε περπατούν πάνω στο νερό ούτε σκαρφαλώνουν εύκολα στους βράχους. Οπότε σταδιακά καταλήγουν να επικοινωνούν με Άλλους προς τους οποίους είναι πιο εύκολη η πρόσβαση.
Βέβαια μετά θα πρέπει να κάνεις μεγάλη προσπάθεια, διότι οι Βρετόνοι νοιώθουν μεγαλύτερη συγγένεια με τους κατοίκους της Κορνουάλης απ’ ό,τι με τους υπόλοιπους «Γάλλους». Ή διότι στην πραγματικότητα η διαφορά των «Γάλλων» με τους Βαλόνους του Βελγίου ουσιαστικά δεν υφίσταται. Ή διότι οι κάτοικοι της Αλσατίας και τη Λοραίνης είναι πρακτικά Γερμανοί. Ή διότι έχεις και Βάσκους, που όμως υπάρχουν και στην Ισπανία. Ή διότι έχεις και Κορσικανούς και μισο-Ιταλούς. Αλλά, τέλος πάντων, αν θέλεις να χτίσεις μια ένωση με πολιτικό χαρακτήρα, δεν θα πας να συνενωθείς με τους Σκανδιναβούς, σωστά; Μοιάζει ολοφάνερο!
 
Το παραλήρημα της «φιλελεύθερης» παράδοσης
Κι όμως, δεν είναι καθόλου έτσι. Ιδίως αν εξακολουθείς να θέλεις να βλέπεις τον κόσμο με οικονομικούς φακούς, ενώ αναφέρεσαι σε πολιτικά σχέδια. Πρόκειται για ένα είδος αντιληπτικού παραληρήματος επηρεασμένου από μια ιδεολογία που δυστυχώς είναι πολύ διαδεδομένη στην Ευρώπη: τη «φιλελεύθερη» παράδοση (που αντικειμενικά έχει αγγλική προέλευση όσον αφορά την κυρίαρχη αρχιτεκτονική της, άρα δεν είναι καθαρά ευρωπαϊκή).
Κι έτσι δεν αντιλαμβάνεσαι ότι στην πράξη, σε πολλές από τις φυσιολογικές αποφάσεις που θα έπρεπε να πάρει μια «ένωση», η Ευρώπη είναι ένα άθροισμα παραδοσιακών γεω-ιστορικών ομάδων γύρω από μια μόνο χώρα που δεν ανήκει παραδοσιακά σε κανένα σύστημα – δηλαδή τη Γερμανία. Η Ευρώπη είναι αυτό το συνονθύλευμα χωρών γύρω από τη Γερμανία, η οποία δεν αποτελεί το κέντρο βάρους, αλλά το πρόβλημα.
Με άλλα λόγια, αν προσπαθήσεις να κοιτάξεις μακριά χρησιμοποιώντας φακούς πρεσβυωπίας, μοιάζεις με έναν μύωπα που ψάχνει στον ορίζοντα να δει κάτι όμορφο. Αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένα ομιχλώδες τοπίο.
Εμείς βρισκόμαστε μέσα σε αυτήν την ομίχλη, η σημερινή «Ευρωπαϊκή Ένωση» είναι αυτή η ομίχλη, ο τρόπος που σκεφτόμαστε το μέλλον των ευρωπαϊκών χωρών είναι ομιχλώδης, τα κριτήρια που προβάλλονται στη δημόσια συζήτηση, σύμφωνα με τα οποία κατατάσσεσαι στους «ευρωπαϊστές» ή στους «εθνικιστές», είναι ομιχλώδη και ασαφή (περισσότερο αυτά που χαρακτηρίζουν τους πρώτους παρά τους δεύτερους). Αυτοί που κατευθύνουν το μέλλον μας προς την ομίχλη, σε έναν πολυπολικό κόσμο που τρέχει με διακόσια την ώρα, μόνο ασυνείδητοι μπορεί να είναι.
Αυτό το καταδεικνύει η Γεω-Ιστορία, που μάλλον βαραίνει λίγο περισσότερο από «την Ευρώπη». Οπότε, πήγαινε σε έναν καλό οπτικό και διόρθωσε τους φακούς και το μυαλό σου, γιατί η ξεκάθαρη ματιά είναι προϋπόθεση της αληθινής γνώσης.
 
* Ο Φαγκάν μελετά την πορεία προς έναν πολυπολικό κόσμο, χρησιμοποιώντας στοιχεία της επιστήμης της πολυπλοκότητας για να ερμηνεύσει σύγχρονα φαινόμενα. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μια συλλογή κειμένων του από τις εκδόσεις Α/συνεχεια. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 4 Νοεμβρίου στην ιστοσελίδα της κίνησης «RINASCITA!» (www.rinascitaitaliasocialista.it). Οι μεσότιτλοι είναι της Σύνταξης. Μετάφραση: Άβα Μπουλούμπαση.
** Το παλαιό πολωνικό σχέδιο για τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, η οποία να ενώνει τις χώρες της Βαλτικής θάλασσας με τις χώρες του Εύξεινου Πόντου.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Αφιέρωμα: Το Πολυτεχνείο ως αφήγηση... (μέρος πρώτο)

 
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
Απονομή τιμής
Από παλιά η συνήθεια του εορτασμού, αλλά χωρίς στεφάνια, λόγους αντιδημάρχων, εθνικούς ύμνους, επάρσεις της σημαίας και ενός λεπτού σιγή. Τίποτα βέβαια το κραυγαλέο και επίσημο. Ιδιωτικής εμπνεύσεως οι δικές του τελετές. Να, όλη τη νύχτα πολιορκούνταν από τους εφιάλτες του, πρωί πρωί σήκωνε τα πτώματα, μάζευε τα μπάζα και έβγαινε έξω για να απολαύσει την αργία της ημέρας.
 
Κώστας Καλημέρης
Αν το Πολυτεχνείο ήταν μυθιστόρημα
Φεύγεις! Γέρασες! Οι δυνάμεις σου σε εγκαταλείπουν!Τα πένθη, οι ήττες, οι απώλειες, κάνουν το χέρι σου να τρέμει. Αυτό που χάθηκε, αφηγείται μόνο του τον χαμό του, χωρίς εσένα!Για πάρτη σου μιλάει ένας βαρύς αναστεναγμός, αμετάφραστος. Στην πράξη, σε αυτό το Συμβάν, αυτό το πολύ οργανωμένο ανοργάνωτο, αυτή η γιορτή αυτοσχεδιασμού που ήταν το κλειδί να ανοίξει το αόρατο και να εμφανιστεί το αδύνατον της κοινωνίας, το ασυνείδητα θεμελιώδες, δεν μεταφράζεται. Πολλά μανιφέστα και αναλύσεις. Πολλές εγωιστικές διεκδικήσεις. Τόση επιπολαιότητα. Μπήκαμε όλοι και όλες σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Αν στην τέχνη και την λογοτεχνία το θέμα πλαισιωθεί σφιχτά, εξαφανίζεται ο παιγνιώδης χαρακτήρας του. Γιατί το Πολυτεχνείο ήταν πολιτικό γεγονός. Όχι όμως μόνο. Επέτρεψε να "εισέλθει" η ίδια η κοινωνία που παραμόνευε. Δεν μπορούσαμε να το δούμε τότε. Δεν θελήσαμε να το δούμε και μετά. Τίποτα δεν ζει για πάντα να μας οδηγεί. Εκεί μέσα έσπασαν τα ράμματα. Γι' αυτό τόση αμηχανία. Πώς γίνεται πολιτική ένας τόσο τυφλός αυτοσχεδιασμός; Οι επαγγελματίες της εξέγερσης! Οι Εξαιρετικοί! Γύρω και από πάνω δούλευαν γραφεία και μηχανισμοί! Οι συσχετισμοί. Ναι, σημείο συνάντησης πολλών τάσεων και συμφερόντων. Γι' αυτό το σύνθημα μετά ήταν Πολυτεχνείο Αγάπα με, όσο μπορείς να μ' αγαπάς, γιατί τι θα κάνουμε χωρίς εσένα; Όμως μας έφερε στον ορίζοντα του Άλλου, στο είναι και δεν είναι, κειμενοποίησε τον χώρο, τον παράδωσε στις ρηματικές καθηλώσεις, ενώ ήταν πεδίο σχέσεων και σιωπή που γεννούσε ερωτήματα. Μέσα στην χούντα παρουσιάστηκε ένας κλινικός χώρος, δηλαδή τόπος αναμονής, μία γλώσσα των σωθικών, εμφανίστηκε μεγαλοπρεπώς η ασθένεια της κοινωνίας. Απόλυτη πολιτικοποίηση. Μανιχαϊστικό μοντέλο. Πολιτική του Εγώ και του ασπρόμαυρου. Ο ασθενής μίλησε κι ήμασταν κι εμείς μέσα στην αφήγησή του.
 
Δημήτρης Χριστόπουλος
Αντιγόνη Κάποια (1953-1973)
Τα τελευταία χρόνια ούτε που πατάω το πόδι μου στο Πολυτεχνείο. Βαρέθηκα και τις τσίκνες από τα σουβλάκια που σιγοψήνονται στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη και τους Αγιάννηδες που για ένα γλυκό επαιτούν την αθλιότητά τους και τους εξωκοινοβουλευτικούς υπερεπαναστάτες με τους Γκεβάρα, τους Μαρξ, τους Στάλιν, τους Μάο και τις Ρόζες να κείτονται βαλσαμωμένοι στα τραπεζάκια με τους φραπέδες και τις πλαστικές καρέκλες, υπό τη μουσική υπόκρουση της Φαραντούρη. Κυρίως βαρέθηκα να βλέπω εκείνον τον αποκεφαλισμένο χαλκόχρωμο νέο που χειμώνα καλοκαίρι παραμένει ράθυμα θρονιασμένος και γελοιωδώς ευμεγέθης σαν νταλίκα στον αύλειο χώρο του πανεπιστημιακού ασύλου· ένας αιωνίως νοστιμούλης ερωτιδέας που ερεθίζεται να παίρνει μάτι τις μαθητριούλες με τις στενές τις φούστες και τα ξεχειλωμένα ντεκολτέ που σκύβουν όλο αφελή συγκίνηση και στερημένη άγνοια να του αποθέσουν ένα μάτσο γαρύφαλλα που κάποια γυφτάκια επιδέξια αποκεφάλισαν στα πέριξ του Αρχαιολογικού Μουσείου παρτέρια τα πολλάκις κατουρημένα από τα αδέσποτα της πόλης των Αθηνών, ποζάροντας ο αθεόφοβος νεανίας με την αυταρέσκεια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στις κάμερες, οι οποίες κάθε Νοέμβρη σπεύδουν να απαθανατίσουν το ετήσιο μνημόσυνο του φοιτητικού πτώματος.
Ειρήσθω εν παρόδω, εδώ και χρόνια μια φήμη κυκλοφορεί στα μπαρ της πλατείας Μαβίλη, πως στην προτομή απεικονίζεται ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος στα πολύ πρώιμα νιάτα του, κι εγώ ένας άσχημα γερασμένος super tramp των 70’s κρυμμένος στο πίσω μέρος του ποτάδικου του Λώρα, καθώς οσονούπω ολοκληρώνεται η καθιερωμένη πορεία, κρυφακούω ιδιωτικές ιστορίες -από εκείνα τα χρόνια- των συνομηλίκων μου και σκέπτομαι την ταρίχευση της άλλης, της γριάς Ιστορίας, πίνοντας καθαρά ποτά και καταβροχθίζοντας με αδηφαγία, παρά το σάκχαρο, την σοκολατίνα, χλαπ-χλουπ, του Μικέ –σα να μην πέρασε μια μέρα.
Απεναντίας, κάθε χρόνο, τούτες τις μέρες, λοξοδρομώ, διασχίζω το Ζάππειο και μέσω της Βασιλίσσης Όλγας, παρέα με τα γυφτάκια που προανέφερα, φθάνω, τρεκλίζοντας από το οινόπνευμα, στο Μετς για να επισκεφθώ το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, κι εκεί –μες στην ιερή σιγή του τόπου- βλέπω τον Γιαννούλη Χαλεπά, άρτι απολυθέντα του ψυχιατρικού ασύλου και μισότρελο από τη μάνα του, να μαζεύει από κάτω τις ημιθανείς γόπες για να φουμάρει λίγο καπνό, ενώ με τη σμίλη στο χέρι επιχειρεί να μνημειώσει στο μάρμαρο, στον πηλό ή στον γύψο ένα παλικάρι που περιποιείται, γεμάτο χάρη και διακριτικότητα, τον παραδίπλα τάφο κάποιας Αντιγόνης (1953-1973). Ένας Άγγελος με φτερούγες στους ώμους, ένας Διομήδης με μια αδέσποτη τρύπα στο μέτωπο ή ένας τυφλός Οιδίποδας που κάθε Νοέμβρη επιστρέφει στο ρυπαρό από αφίσες και συνθήματα κτήριο της Πατησίων –υποβασταζόμενος πάντα από κάποιο γυφτάκι- για να σκουπίσει με την παλάμη του τα κόκκινα από τα δακρυγόνα μάτια της αγαπημένης του.
 
Γιώτα Αναγνώστου
Επετειακό
Γιορτάζω την επέτειο του ΟΧΙ. Μόνη. Ιδιωτικά. Ηλιθιωδώς. Το σπίτι κοιμάται. Το τζάκι αναμμένο. Έβαλε κρύο. Χτες έστρωσα. Μου αρέσει. Ο Yann παίζει στο πιάνο. Κάθε νότα και πυροβολισμός. ΟΧΙ, επαναλαμβάνει μονότονα η μελωδία. Πίνω ένα κόκκινο κρασί. Τρία πόδια το λένε. Μου φάνηκε περίεργο καθώς το άνοιγα. Όνομα για κρασί! Άκου τρία πόδια. Σαράντα χρειάζομαι για να τρέξω μακριά φωνάζοντας ΟΧΙ. Μια μεθυσμένη σαρανταποδαρούσα που τρέπεται σε άτακτη φυγή με σαράντα τόσες σπασμένες γόβες κουτσές και λάβαρα κουρελιασμένα. Μια γουλιά κρασί ακόμα. Μήπως και θυμηθώ  πως δεν είμαι απ’ αυτούς που τρέχουν. Αυτή η σαρανταποδαρούσα ντοπαρισμένη μ’ εθνική υπερηφάνεια θέλει ΑΕΡΑ να φωνάξει και να χυθεί στη μάχη. Έχει άλλωστε πολλά πόδια να χάσει. Σαράντα τόσα τα δικά της – κι όλο φυτρώνουν κι άλλα - και τρία απ’ το κρασί. Χέρια όχι. Δεν έχει χέρια. Τα χέρια είναι ν’ αγκαλιάζουν, να χαϊδεύουν, να παλεύουν. Μαράθηκαν τα χέρια κι έπεσαν στο πλάι. Αυτά τα άκρα που κρατούν μολύβια και ποτήρια και ξεσκονόπανα, χέρια δεν είναι. Ούτε καρδιά δεν έχει. Ένα ρολόι μόνο κουρδισμένο να μετρά στιγμές και να τις σβήνει και με ρυθμό ιλιγγιώδη να ανατοκίζει των οφειλών μου το επονείδιστο. Θυμός. Οδύνη. Απόγνωση. Και στα μεγάλα ζόρια: Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών… Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσά μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ
Γεια μας βρε! Στην κατοχή πουλήθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί. Του Μάτεσι η Ασημίνα έκοψε τα μακριά μαλλιά της κι έβαψε τα χείλη με της Σαλώμης το κραγιόν για να γλιτώσει από την πείνα τρία παιδιά. Γι’ αυτό έγινε πουτάνα.
 Εσύ γιατί σκατά πουλήθηκες;
 Καλό μου, μη μου δίνεις σημασία. Θα φταίει του κρασιού το τρίτο πόδι. Αλλάξανε τα πράγματα, καλό μου. Τους πουλημένους δεν τους διαπομπεύουν πια. Τώρα μονάχα τους θαυμάζουνε και τους χειροκροτούν μ’ όλα τα πόδια. Τώρα μεσουρανεί το ΝΑΙ. Και το σχολείο μου ’στειλε δήλωση υπεύθυνη για να δηλώσω, υπευθύνως πάντα, πως δεν επιθυμώ να παρελάσει ο γιος μου.
Καλό μου, μη μου δίνεις σημασία. Μόνο να γράφω ξέρω. Να βάζω στη σειρά τρία γράμματα. Να σχηματίζω μία λέξη, που δε λέω.Άραγε θα την πει ο γιος μου;
28η Οκτωβρίου;
17η Νοεμβρίου;
21η Φεβρουαρίου;
25η Μαρτίου;
Σήμερα;
Τι σημασία έχει;
  
Σπύρος Σιάτρας
Διαρκώς
Τα πρόχειρα σάντουιτς και οι πλαστικές σακούλες με τρόφιμα που περνάγανε μέσα χέρι με χέρι.
Τα τσιγάρα που πήγαιναν οι οικοδόμοι στην πύλη
Τα δάκρυα και η γραπατσαλωμένη αγωνία σε ροζιασμένα βλέμματα και χέρια που συνόδευαν τα «Να προσέχετε παιδιά μου, να προσέχετε!...»
Τα φάρμακα μέσα σε τσάντες κουστουμαρισμένων γιατρών και τσέπες σακακιών υπεράνω υποψίας.
Τα χειροκροτήματα των επιβατών των τρόλλεϋ στην Πατησίων.
Τα ανήσυχα βλέμματα των χαφιέδων στην γωνία της Στουρνάρη.
Η αρρωστημένη λύσσα των ακροβολισμένων σκοπευτών στο κτήριο του ΟΤΕ και στις ταράτσες γύρω πολυκατοικιών.
Τα ερωτευμένα αγκαλιάσματα κάτω από τις νεραντζιές στο προαύλιο, με τις προκηρύξεις στα χέρια.
Το μελάνι πολυγράφου στα δάχτυλα που πάσχιζαν να μην λερώσουν το ψωμί που συνωμοτικά έφερνε από την πλαϊνή πύλη το ζευγάρι των υπερήλικων ταβερνιάρηδων.
Οι πόρτες των πολυκατοικιών που άνοιγαν στα κυνηγητά.
Οι ανώνυμες προσωπικές συνειδησιακές μάχες «να μπω ή όχι», ανεξαρτήτως τελικής επιλογής.
Τα αυτιά που ήταν αγκιστρωμένα στο ραδιάκι, προσπαθώντας μέσα από παρεμβολές να μάθουν.
Τα «έχεις παιδί! Που πας;;;» που κοπάναγαν με κλάματα εγκλωβισμένης μανίας φτωχικές εξώπορτες στις Δυτικές Συνοικίες.
Εκείνα που ελάχιστοι γνωρίζουν, έξω από την κλειστή πόρτα του ραδιοφωνικού σταθμού και η για ιστορικούς λόγους αποσιώπησή τους.
Το «8» που δεν υπήρξε, που ήταν «κατασκευασμένο», που ακόμη ενοχλεί.
Η μυθοποίηση, η απαξίωση, η ενσωμάτωση, η ιδιωτική και πολιτική χρήση, η ανοχή, η σιχασιά για πρόσωπα.
Ο κόμπος στον λαιμό όσων ήταν εκεί και ακόμη θυμούνται, το βλέμμα πέρα όσων ήξεραν ή έμαθαν.
Οι λίγοι, οι ελάχιστοι που ακόμα.
Κάποιες μοναχικές φιγούρες, που στηρίζονταν σε στύλους και έκλαιγαν βουβά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι που δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.
Η φωτογραφία της κυρίας Σοφίας στο μπαλκόνι απέναντι, με την Ιστορία στην φωνή και την ροή του χρόνου στα πόδια της.
Οι ζωές που γιγαντώθηκαν ή εκμηδενίστηκαν μέσα σε ένα τριήμερο στην Πατησίων. Κι εκείνες που αναρωτιούνται ακόμη για όλα, πολλά χρόνια έπειτα.
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Οι μαυροφορεμένες μάνες. Που ό,τι έμαθαν και όσες έμαθαν, το κράτησαν μαζί τους.
Τα πορίσματα, οι φήμες, οι συγκαλύψεις, η σπέκουλα, η λάσπη, τα ψέματα, η προπαγάνδα.
Όλα εκείνα που ακολούθησαν. Οι νέοι νεκροί. Μετά.
Οι πεθαμένοι μέσα τους. Από τότε.
Η ανατριχίλα των λίγων, κάθε φορά που περνούν από μπροστά.
Το μοναχικό κεφάλι δίπλα στην πύλη και όσα θα ήθελε να πει.
Το σιωπηλό και μοναχικό επετειακό τσιγάρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλο και πιο αραιά πια. Συνήθως δυο ημέρες πριν το επίσημα καθιερωμένο λειτουργικό.
Ο ήλιος που εξακολουθεί και ανατέλλει από το ίδιο σημείο. Και δύει όποτε γουστάρει αυτός.
Η προσπάθεια να μην διαγράψω ετούτο το κείμενο.
Η ζωή που τραβάει την ανηφόρα.
Διαρκώς…

Γιάννης Παντελάκης: Fake news, διαπομπεύσεις, κιτρινισμός: Πώς εξευτελίστηκε έτσι η ελληνική δημοσιογραφία

 
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Παντελάκης παρακολουθεί, μέσα από το νέο του βιβλίο, την απαξίωση του δημοσιογραφικού κλάδου στην Ελλάδα
 
«Τις απαντήσεις που επιχειρώ τις συναντάμε στις άθλιες διαπομπεύσεις οροθετικών γυναικών, στον πατέρα που αυτοκτόνησε μετά από αβάσιμες κατηγορίες τηλεοπτικής εκπομπής ότι βίασε την κόρη του, στους 14 ανύποπτους πολίτες που κατηγορήθηκαν από εφημερίδα για τρομοκράτες, στις πρωτοσέλιδες φωτογραφίες πτωμάτων, στα δήθεν πολεμικά ρεπορτάζ που μεταδόθηκαν από μη εμπόλεμες περιοχές, την τηλεοπτικά προαναγγελθείσα σύλληψη «τρομοκράτισσας» χωρίς καν να έχει χαρακτηριστεί ύποπτη, στον στιγματισμό υπολήψεων και τον αφανισμό ακόμα κι ανθρώπινων ζωών για χάρη της τηλεθέασης...»
Ανιχνεύονται ακόμα στον "Αυριανισμό" που χαρακτήριζε σκουληκιασμένο τομάρι τον Μάνο Χατζιδάκι, στις κατασκευασμένες ειδήσεις και ρεπορτάζ (από το νερό του Καματερού μέχρι τη "φραπελιά" κι από τη στάση των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι στο πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα μέχρι το ψευδές σύνθημα των Ισπανών "Αγανακτισμένων" που συνέβαλε στη δημιουργία του εγχώριου αντίστοιχου κινήματος)... Σε εκείνους τους "δημοσιογράφους-εκβιαστές" που προωθούν τον ρατσισμό και την ομοφοβία καθώς επίσης στους κατ' εξακολούθηση τηλεβιασμούς», αποκρίνεται. 
Η δουλειά ενός επαγγελματία γραφιά είναι ακριβώς να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Αν για μερικά κλικ παραπάνω σπεύδεις να υιοθετήσεις άκριτα μια εντυπωσιακή, «πιασάρικη» είδηση μην τυχόν σε προλάβει ο ανταγωνιστής σου, υπονομεύεις το κύρος και την αξιοπιστία σου επηρεάζοντας ταυτόχρονα την κοινή γνώμη. Για την κακή δημοσιογραφία ευθύνονται ωστόσο πρώτιστα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι.
Έμπειρος συνάδελφος με μακρά υπηρεσία στον χώρο (Πρώτη, Ελευθεροτυπία, Πρώτο Πρόγραμμα ΕΡΤ, Εφημερίδα των Συντακτών), αποσύρθηκε οικειοθελώς σχετικά πρόσφατα επειδή «σπανίζουν πια τα μέσα όπου και αμείβεσαι αξιοπρεπώς και αδιαπραγμάτευτη ελευθερία έκφρασης διασφαλίζουν».
Πιστεύει εντούτοις πως είναι στο χέρι ημών των δημοσιογράφων και ειδικά των νεότερων να αλλάξουν το γενικότερο κλίμα απαξίωσης των ΜΜΕ που καταλήγει απαξίωση της ίδιας της δημοκρατίας εφόσον η ενημέρωση διαμορφώνει συνειδήσεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Προβληματισμοί που βέβαια απευθύνονται, ταυτόχρονα, σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.
 
Έχεις νομίζω εγκαταλείψει πια τη δημοσιογραφία. Δεν σου λείπει;
Αρχικά να πω ότι ήμουν τυχερός γιατί έκανα το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου πορείας στην Ελευθεροτυπία όπου όλοι οι εργαζόμενοι απολαμβάναμε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ελευθερίας έκφρασης, κάτι που σήμερα είναι πολυτέλεια. Είχα π.χ. θυμάμαι γράψει άρθρο κατά της υπερσυγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια λίγων εκδοτών-καναλαρχών, ανάμεσά τους ο δικός μας ο Κίτσος Τεγόπουλος, ήδη τότε μεγαλομέτοχος στο Mega. Το κομμάτι δημοσιεύτηκε κανονικά, κάτι αδιανόητο σήμερα.
Οι συνθήκες της δουλειάς μας γενικότερα χειροτερέψανε έκτοτε πολύ. Ελάχιστα είναι πια τα μέσα που και όμορφα αισθάνεσαι να δουλεύεις εκεί και να αμείβεσαι ικανοποιητικά. Όχι λοιπόν, δεν μου λείπει πλέον καθόλου, ακριβώς επειδή υπήρξα «κακομαθημένος»!

Εντούτοις ο πολίτης διαθέτει πια μια εκτεταμένη γκάμα μέσων και τρόπων ενημέρωσης συγκριτικά με το παρελθόν.
Πράγματι, σπανίζει όμως η σωστή, έγκυρη, ουσιαστική πληροφόρηση. Σε αυτό ευθύνεται κυρίως το Διαδίκτυο αλλά και η αδυναμία των εφημερίδων να ανταποκριθούν στο ρόλο τους. Στο πρώτο ανθεί η λεγόμενη δημοσιογραφία των πολιτών όπου οποιοσδήποτε παίρνει μια πληροφορία από κάπου, τη σχολιάζει και την αναπαράγει κατά κανόνα αλόγιστα, ειδικά αν ταιριάζει με τις ιδεολογικοπολιτικές του απόψεις.
Η δουλειά όμως ενός επαγγελματία γραφιά είναι ακριβώς να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Αν για μερικά κλικ παραπάνω σπεύδεις να υιοθετήσεις άκριτα μια εντυπωσιακή, «πιασάρικη» είδηση μην τυχόν σε προλάβει ο ανταγωνιστής σου, υπονομεύεις το κύρος και την αξιοπιστία σου επηρεάζοντας ταυτόχρονα την κοινή γνώμη. Για την κακή δημοσιογραφία ευθύνονται ωστόσο πρώτιστα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι. Δική τους είναι η υποχρέωση της επαλήθευσης, όχι του πολίτη.
 
Αυτή η κατάσταση έχει βέβαια γίνει πια ένα φαινόμενο παγκόσμιο.
Ισχύει, με τη διαφορά ότι έξω τα σοβαρά ΜΜΕ είναι αυστηρότερα στον έλεγχο και τη διασταύρωση μιας είδησης. Στο βιβλίο αναφέρω πολλά παραδείγματα ενδεικτικά για την έκταση της «επιδημίας» των fake news στην Ελλάδα που υπονομεύουν όχι μόνο την ποιότητα της ενημέρωσης αλλά και της δημοκρατίας καθαυτής. Διότι ο καταναλωτής ψευδών ειδήσεων ψηφίζει και διαμορφώνει μέσα από αυτές πολιτικοκοινωνικές συμπεριφορές.

ΞΥΠΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΙ ΑΚΟΥΣΕ: Η «είδηση» που διεσπάρη αστραπιαία στα social media και τις ενημερωτικές ιστοσελίδες ότι δήθεν οι Ισπανοί αγανακτισμένοι έχουν αναρτήσει πανό με σύνθημα «Ησυχία, μη ξυπνήσουν οι Έλληνες», έθιξε το φιλότιμό μας και συνέβαλε στη δημιουργία και των Ελλήνων αγανακτισμένων. Ήταν καραμπινάτο fake news.

 ΞΥΠΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΙ ΑΚΟΥΣΕ: Η «είδηση» που διεσπάρη αστραπιαία στα social media και τις ενημερωτικές ιστοσελίδες ότι δήθεν οι Ισπανοί αγανακτισμένοι έχουν αναρτήσει πανό με σύνθημα «Ησυχία, μη ξυπνήσουν  οι Έλληνες», έθιξε το φιλότιμό μας και συνέβαλε στη δημιουργία και των Ελλήνων αγανακτισμένων. Ήταν καραμπινάτο fake news.

Κάπως έτσι χάθηκε η «τιμή» της δημοσιογραφίας, που αναφέρεις και στον τίτλο;
Έχει καταρχήν «παρελθόν» αυτή η απώλεια, εφόσον ανέκαθεν υπήρχε ψευδής ή «κίτρινη» δημοσιογραφία. Από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα, μια είδηση που αναπαράχθηκε πολύ στην Ελλάδα ήταν ότι το καλοκαίρι τού '11 οι «Αγανακτισμένοι» της Puerta del Sol στη Μαδρίτη είχαν υψώσει ένα πανό που έγραφε «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες».
Φτιάχτηκαν μέχρι ομάδες στο fb που λέγανε παιδιά να κινητοποιηθούμε κι εμείς, να τους αποδείξουμε ότι δεν κοιμόμαστε κ.λπ. – δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η φήμη αυτή που «έθιγε» το εθνικό μας φιλότιμο συνέβαλε στη δημιουργία του αντίστοιχου εγχώριου κινήματος των «Αγανακτισμένων» με την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος κ.λπ. Όμως το σύνθημα αυτό δεν υπήρξε ποτέ, όπως αποδείξαμε στην Ελευθεροτυπία όταν προσπαθήσαμε να το διασταυρώσουμε.
Ήμουν αρχισυντάκτης τότε –λίγους μήνες προτού κλείσει– και λέω του Τσαπόγα του εξωτερικού δελτίου, ρε Κώστα, με αυτή την είδηση γίνεται χαμός, δεν το ψάχνεις λίγο; Έκανε λοιπόν εκείνος το αυτονόητο, απευθύνθηκε σε έγκυρα ισπανικά ΜΜΕ, σε κινηματικές συλλογικότητες κ.λπ., όλοι δήλωναν πλήρη άγνοια. Δεν εντόπισε, επιπλέον, ούτε μία φωτογραφία του επίμαχου πανό! Η πληροφορία αποδείχθηκε "hoax", είχε όμως τόσο διαδοθεί ώστε αν ρωτήσεις σήμερα δέκα ανθρώπους που θυμούνται αυτή την ιστορία, οι οκτώ θα σου πουν ότι ναι, αλήθευε.
 
Είναι υποθέτω κι αυτή μια από τις «20+1 ιστορίες κιτρινισμού»...
Ναι, κι αυτές δεν είναι οι μόνες γιατί κάτω από την καθεμιά παραθέτω κι άλλα παραδείγματα αντίστοιχων ψευδών ειδήσεων από ελληνικά καθώς και ξένα μέσα. Στον όρο «κιτρινισμός» εντάσσω την κακή δημοσιογραφία ευρύτερα. Όχι μόνο των fake news αλλά και του εύκολου εντυπωσιασμού, της «κλειδαρότρυπας», της παραπλάνησης, της συκοφαντίας, της πρόκλησης, καθώς επίσης τον σεξιστικό, ρατσιστικό ξενοφοβικό, ομοφοβικό κ.λπ. λόγο.
Στέκομαι ιδιαίτερα στο πώς οι Έλληνες δημοσιογράφοι χειριστήκαμε τέτοια θέματα κυρίως μετά το '90, οπότε προέκυψε το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από την Αλβανία και άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, ειδικά οι εφημερίδες που κυριαρχούσαν τότε στην ενημέρωση. Έφτασαν να γράφονται εντελώς ανυπόστατα δημοσιεύματα όπως π.χ. ότι το 80% της εγκληματικότητας οφείλεται δήθεν στους μετανάστες. Βγαίνανε ερευνητές και τα αμφισβητούσαν, ελάχιστα όμως ή καθόλου δεν προβάλλονταν αυτοί, έβγαινε αντίθετα ο κάθε απίθανος κι έλεγε τα δικά του. Η μονόπαντη, στρεβλή αυτή πληροφόρηση διαμόρφωνε ξενόφοβες, ρατσιστικές συνειδήσεις και νοοτροπίες.
Την εικονική αυτή πραγματικότητα σιγόνταραν με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο τα δελτία ειδήσεων και οι ενημερωτικές εκπομπές της ιδιωτικής τηλεόρασης. Μιλάμε για μέσα που είχαν τότε τεράστια επιρροή, εφημερίδες με ημερήσιες κυκλοφορίες που φτάνανε το 1εκ. και πλέον φύλλα και κανάλια με πολύ υψηλές τηλεθεάσεις. Μπορεί να μην «ανεβοκατέβαζαν» ακριβώς κυβερνήσεις, σίγουρα όμως επηρέαζαν συνειδήσεις, νοοτροπίες και αντιλήψεις. Υπήρχαν βεβαίως διαφορετικές «φωνές», κάποιες εφημερίδες αλλά και η δημόσια τηλεόραση που γενικά απέφυγε τέτοιες πρακτικές, όμως την πληροφόρηση τη μονοπωλούσαν σχεδόν οι άλλοι – για εκδοτικά μονοπώλια άλλωστε επρόκειτο!
Σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες απαντάται μεν επίσης κακή ή «κατευθυνόμενη» δημοσιογραφία, δεν κυριαρχεί όμως αυτή, διατηρούνται κάποιες ισορροπίες. Ούτε έχουν οι μεγαλοεκδότες και μεγαλοκαναλάρχες τέτοια και τόση ισχύ, υπάρχουν πια προστατευτικά θεσμικά πλαίσια.
 
Γιατί όμως είχαμε αυτή την αρνητική εξέλιξη στην Ελλάδα;
Νομίζω ότι ο βασικός λόγος είναι η απόφαση της κυβέρνησης του '89-'90 που είχε διακομματική στήριξη (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός) να εκχωρήσει τις τηλεοπτικές άδειες σε ήδη κραταιούς εκδότες, δημιουργώντας έτσι μια πανίσχυρη ολιγαρχία στο χώρο της ενημέρωσης. Ο μόνος μάλιστα που αντέδρασε τότε στο κοινοβούλιο, πλην ΚΚΕ, ήταν –προς τιμή του– ο επικεφαλής ενός μικρού συντηρητικού κόμματος (της ΔΗΑΝΑ) που αργότερα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Κωστής Στεφανόπουλος. Όταν οι άλλοι κατάλαβαν ότι δημιούργησαν έτσι μια κατάσταση ανεξέλεγκτη –αν υποθέσουμε ότι είχαν πλήρη άγνοια–, ήταν πια αργά.
ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΛΑΣ: Πρωτοσέλιδα της Αυριανής με fake news, πριν καν εφευρεθεί ο όρος και διαπόμπευση μιας κορυφαίας πνευματικής προσωπικότητας (με την συμβολή δεκάδων διασήμων... ακόμη και της Μελίνας Μερκούρη)
ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΛΑΣ: Πρωτοσέλιδα της Αυριανής
με fake news, πριν καν εφευρεθεί ο όρος και διαπόμπευση μιας
 κορυφαίας πνευματικής προσωπικότητας (με την συμβολή
δεκάδων διασήμων... ακόμη και της Μελίνας Μερκούρη)

Επιπλέον, η «έκρηξη» της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα συνδυάστηκε με απότομη καθίζηση της κυκλοφορίας των εφημερίδων. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην Αμερική, οι σοβαρές εφημερίδες διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και την απήχησή τους, το ίδιο και οι ιστοσελίδες τους. Βλέπεις π.χ. στις ΗΠΑ εφημερίδες όπως οι New York Times, η Washington Post αλλά κι ενημερωτικά κανάλια όπως το CNN να μη διστάζουν να συγκρουστούν ανοικτά με τον πρόεδρο Τραμπ. Εδώ δεν έχουμε ανεξάρτητες εφημερίδες ούτε αντίστοιχα κανάλια τέτοιου βεληνεκούς.
 
Το νέο καθεστώς χορήγησης τηλεοπτικών αδειών βελτίωσε λες καθόλου το τοπίο;
Κοίταξε, το ότι μπήκε έστω με αυτή την τεράστια καθυστέρηση ένας κανόνας ώστε οι άδειες αυτές να δίνονται με ένα τίμημα και κάποιες προϋποθέσεις βιωσιμότητας, όπως π.χ. οι 400 εργαζόμενοι, είναι κάτι αναμφισβήτητα θετικό. Με το προηγούμενο καθεστώς, το δημόσιο παραχωρούσε συχνότητες για τις οποίες δεν εισέπραττε δεκάρα. Μοιράστηκε λοιπόν κάπως δικαιότερα η τράπουλα, εντούτοις δεν επήλθε κάποια ποιοτική αναβάθμιση, ούτε απαλείφθηκαν τα μονοπωλιακά φαινόμενα. 
Ακόμα και τώρα εισέρχονται στο τηλεοπτικό παιχνίδι κανάλια που είναι αμφίβολο ότι μπορούν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς. Όμως οι ιδιοκτήτες τους επιμένουν επειδή η αγορά ενός καναλιού συνδέεται «παραδοσιακά» με παράπλευρες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ένας εκ αυτών, ο Ιβάν Σαββίδης, είχε πει σε μία συνέντευξή του ότι αν δεν έχεις ένα μεγάλο ιδιωτικό μέσο, δεν μπορείς να κάνεις δουλειές στην Ελλάδα! Κυνικός μεν, ειλικρινής δε – όχι πως δεν συμβαίνουν κι αλλού αυτά, όμως εδώ το έχουμε τερματίσει!
Κάτι ξέρεις θετικό που συνέβη με την κρίση είναι ότι η μεγάλη «φούσκα» των ελληνικών ΜΜΕ υποχώρησε κάπως – είχαμε πάρα πολλά μέσα αναλογικά με τον πληθυσμό αλλά και την ικανότητα βιωσιμότητάς τους. Αλλά και σήμερα ακόμα δέκα απογευματινές εφημερίδες είναι υπερβολικός αριθμός όταν στην Αγγλία ή τη Γερμανία εκδίδονται 2-3. Έχουμε εξίσου πολλές αθλητικές εφημερίδες όταν χώρες με σοβαρό ποδόσφαιρο διαθέτουν 1 με 2. Υπάρχουν πάλι μέσα με χαμηλές αναγνωσιμότητες ή επισκεψιμότητες που όμως επιβιώνουν γιατί ο ιδιοκτήτης έχει «άκρες» με τον τάδε υπουργό κι έτσι εξασφαλίζει διαφημίσεις. Τρανταχτό παράδειγμα το ΚΕΕΛΠΝΟ που έδινε σεβαστά ποσά για καταχωρήσεις σε ιστοσελίδες τέτοιου τύπου.
 
Αλλά και η δημόσια τηλεόραση, η ΕΡΤ, ανταγωνίζεται συχνά επάξια την ιδιωτική στην κατευθυνόμενη πληροφόρηση.
Η ΕΡΤ είναι ένας γίγαντας που οι κυβερνήσεις θέλουν διαχρονικά «νάνο»! Σε μια εποχή που τόσα ιδιωτικά μέσα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, οικονομικά αλλά και αξιοπιστίας, θα μπορούσε να «σαρώνει». Δυστυχώς όμως χάθηκε το στοίχημα της «ανοιχτής ΕΡΤ», μαζί κι η ευκαιρία για μια ριζικά διαφορετική και ταυτόχρονα εμπορική δημόσια τηλεόραση: οι νυν κυβερνώντες ακολούθησαν εντέλει τη «συνταγή» των προηγούμενων. Και ενώ το πρόγραμμά της είναι γενικά υψηλού επιπέδου, παραμένει δυστυχώς στον διοικητικό και ενημερωτικό τομέα έρμαιο των εκάστοτε κυβερνώντων. Είναι δε κρίμα γιατί η κάλυψη της ξένης ειδησεογραφίας είναι υποδειγματική.

Γυρνώντας στις εφημερίδες, ένα από τα πρώτα «διάσημα» fake news που θυμάμαι ήταν αυτό με το δήθεν θεραπευτικό νερό του Καματερού.
Ναι, αναφέρομαι στην ιστορία αυτή καθώς επίσης σε μια πιο πρόσφατη του 2007 με αντίστοιχο «σκεπτικό»: την περίφημη «φραπελιά», το σκεύασμα από φύλλα ελιάς που τάχα θεράπευε τον καρκίνο και πάσαν νόσον, απάτη που προωθήθηκε μέχρι κι από τη δημόσια τηλεόραση. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις κάποιοι επιτήδειοι πουλήσανε ελπίδες σε βαριά άρρωστους ανθρώπους με την αγαστή συνεργία δημοσιογράφων.
Σταματούσαν τη θεραπεία τους με κίνδυνο της ζωής τους και σπεύδανε να αγοράσουν το «θαυματουργό» σκεύασμα, για τη δήθεν αποτελεσματικότητα του οποίου συνηγορούσαν εφημερίδες και κανάλια. Έβλεπες κόσμο να «μαδάει» λιόδεντρα για να συλλέξουν τα υποτιθέμενα πολύτιμα φύλλα. Στα Χανιά τα πουλάγανε σε πάγκους πανάκριβα. Την κωμικοτραγική αυτή κατάσταση προξένησε η δημοσίευση κάποιας φαρμακευτικής έρευνας που απλώς ανέφερε ότι το απόσταγμα των φύλλων της ελιάς διαθέτει ενδεχομένως κάποιες ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες εφόσον συνδυαστεί και με άλλες ουσίες.
 
Μπορώ να κατανοήσω την αφέλεια ή την επιπολαιότητα, όμως η εσκεμμένη παραπληροφόρηση είναι εξοργιστική.
Ναι γιατί καταλήγει εγκληματική, ειδικά όταν θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Εξίσου εγκληματική είναι η σπίλωση υπολήψεων, όπως στην περίπτωση δημοσιογράφου ιδιωτικού καναλιού που είχε κάνει, πάλι το '07, τη «συνταρακτική» αποκάλυψη πως ένας πατέρας στο Αίγιο βίαζε την ανήλικη κόρη του. Είχε δηλαδή ακούσει κάποια φήμη που μετέτρεψε αυθαίρετα σε γεγονός καθώς τέτοιες ειδήσεις «πουλάνε».
Ο εν λόγω πατέρας διαπομπεύτηκε κανονικά στη μικρή οθόνη, μέχρι το πρόσωπό του δείξανε, κατά λάθος δήθεν. Στείλανε τηλεοπτικό συνεργείο στο σπίτι του, εκβιάζανε δηλώσεις, πατέρας και κόρη αρνούνταν κατηγορηματικά ότι συνέβη κάτι τέτοιο και μισή ώρα προτού βγει στον αέρα η εκπομπή, ο άνθρωπος αυτός αυτοκτόνησε από ντροπή πίνοντας γεωργικό φάρμακο.
Η ενοχή του δεν αποδείχθηκε ποτέ, ούτε η ιατροδικαστική εξέταση πιστοποίησε καμία κακοποίηση. Προκλήθηκε σάλος, η εν λόγω δημοσιογράφος διαγράφηκε από την ΕΣΗΕΑ, το κανάλι της έφαγε ένα τσουχτερό πρόστιμο, παρά ταύτα εκείνη εξελέγη κάποια χρόνια αργότερα βουλευτής! Παραθέτω αρκετές ακόμα περιπτώσεις ενδεικτικές τού πόσο κακό έκανε η λεγόμενη ριάλιτι δημοσιογραφία και τα ριάλιτι σόου εν γένει.

Η πρώτη ιστορία πάντως που παραθέτεις αφορά έναν... σκύλο.
Α μα πρόκειται για ένα ακόμα κωμικοτραγικό στόρι που καταδείχνει ταυτόχρονα πώς μια «μούφα» είδηση μπορεί να παρασύρει μέχρι και σοβαρούς δημοσιογράφους. Κάποιοι συνάδελφοι, που λες, είχαν προ ετών υιοθετήσει έναν αδέσποτο σκύλο και του φτιάξανε ένα σπιτάκι στον προαύλιο χώρο του εκδοτικού συγκροτήματος όπου εργάζονταν, δίπλα στο κουβούκλιο του φύλακα. Το συμπαθέστατο τετράποδο εξελίχθηκε σε «μασκότ», μια μέρα όμως αίφνης εξαφανίστηκε.

ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΩΝ FAKE NEWS: Ένα από τα πρώτα «διάσημα» fake news ήταν αυτό με το δήθεν θεραπευτικό νερό του Καματερού που κηλίδωσε ανεξίτηλα την εφημερίδα «Τα Νέα».
ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΛΑΣ: Πρωτοσέλιδα της Αυριανής με fake news, πριν καν εφευρεθεί ο όρος και
διαπόμπευση μιας κορυφαίας πνευματικής προσωπικότητας (με την συμβολή δεκάδων διασήμων...
ακόμη και της Μελίνας Μερκούρη)

Περάσανε μία, δύο μέρες, άφαντος. Βγήκε τότε, δεν ξέρω πώς, η φήμη ότι τον σκύλο τον είχε εξοντώσει ο φύλακας κι έτσι κάποιοι εργαζόμενοι κάνανε ανοικτή καταγγελία, αξιώνοντας να απολυθεί! Την τρίτη μέρα ευτυχώς ο σκύλος επέστρεψε, λίγο αδυνατισμένος αλλά πρόσχαρος – προφανώς ξενοπηδούσε. Η «τιμή» του φύλακα αποκαταστάθηκε, οι δε εν λόγω συνάδελφοι το φυσούσαν και δεν κρύωνε...

Υπάρχει άραγε «θεραπεία»;
Όπως προανέφερα, είναι καταρχήν στο χέρι ημών των δημοσιογράφων να αλλάξουμε τα πράγματα. Να ακονίσουμε την κριτική μας σκέψη, να μάθουμε να διασταυρώνουμε τις πηγές μας, να μην υποκύπτουμε στον εύκολο εντυπωσιασμό και την αλόγιστη σκανδαλοθηρία για χάρη κάποιων παραπάνω ιντερνετικών «κλικ» - εστιάζω στο Διαδίκτυο γιατί εκεί κατ' εξοχήν ευδοκιμεί το «κυνήγι» της πρωτιάς. 
Ευθύνες έχουν φυσικά επίσης οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές των μέσων – δεν ξέρω πόσο ικανοποιούνται από το γεγονός ότι μια πρόσφατη έρευνα έδειχνε πως οι Έλληνες θεωρούμε τα ΜΜΕ μας τα πλέον αναξιόπιστα! Βλέπω ωστόσο να αναφαίνεται μια νέα γενιά δημοσιογράφων πιο ικανή, μορφωμένη, «υποψιασμένη» και αποφασισμένη να κάνει τη διαφορά, καθώς και μέσα με λιγότερες εξαρτήσεις.
 Ένα καλό τέτοιο παράδειγμα είναι ο ισπανικός συνδρομητικός ιστότοπος El Mundo που φτιάξανε δημοσιογράφοι που είτε έμειναν άνεργοι είτε επέλεξαν να φύγουν οι ίδιοι από εμπορικά μέσα. Το εγχείρημα πάει εξαιρετικά καλά, παίρνει διαφημίσεις, απέκτησε οικονομική αυτάρκεια. Γίνονται βέβαια και στην Ελλάδα αντίστοιχες προσπάθειες, η Εφημερίδα των Συντακτών π.χ. και κάποιες ιστοσελίδες που μπορούν να γίνουν περισσότερες.

Σκοπεύεις πλέον να αφοσιωθείς στη συγγραφή;
Δεν ξέρω, δεν νιώθω καν συγγραφέας. Το «άχτι» μου έβγαλα μαζί με κάποιους προβληματισμούς που θεωρώ πολύ επίκαιρους. Θέλησα επίσης να καταδείξω ότι δεν είμαστε όλοι οι δημοσιογράφοι «αλήτες και ρουφιάνοι», όπως μας κατηγορούν, μια έτσι κι αλλιώς άδικη, ολοκληρωτικού τύπου καταφρόνια. Πιστεύω αντίθετα ότι η πλειοψηφία πασχίζει για το καλύτερο, ακόμα κι αν τα ίδια τα μέσα όπου εργάζονται δεν ευνοούν αυτή την προσπάθεια.