Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Η εξουσία αλλάζει τους επαναστάτες

Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Ο Ελίας Κανέτι βρίσκεται στη Βιένη. Είναι 15 Ιουλίου 1927. Ξαφνικά η πόλη καίγεται. Το δικαστικό μέγαρο πυρπολείται. Το σπίρτο που άναψε τη φωτιά ήταν η αθώωση αστυνομικών που είχαν σκοτώσει εργάτες σε μία διαδήλωση. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος «Δίκαιη απόφαση» της βασικής κυβερνητικής εφημερίδας δημιούργησε έναν πρωτοφανή αυθόρμητο ξεσηκωμό των εργατών, που κατέληξε στον εμπρησμό του δικαστικού μεγάρου και σε ένα άνευ προηγουμένου μακελειό με 90 νεκρούς διαδηλωτές*.
Τι συνέβη τότε; «Τον εμπρησμό του δικαστικού μεγάρου εγώ ο ίδιος –λέει ο Κανέτι- δεν τον είχα δει, έμαθα όμως γι’ αυτόν προτού δω τις φλόγες, τον έμαθα μέσα από την αλλαγή στον τόνο φωνής της μάζας. Φώναζαν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον αυτό που είχε συμβεί, εγώ στην αρχή δεν το κατάλαβα, ακουγόταν χαρούμενο, όχι δυσάρεστα διαπεραστικό, όχι άπληστο, ακουγόταν απελευθερωτικό. Η φωτιά ήταν η συνοχή. Την ένιωθες τη φωτιά, η παρουσία της ήταν συναρπαστική, ακόμα κι εκεί όπου δεν την έβλεπες την είχες στο κεφάλι σου, η έλξη η δική της και εκείνη της μάζας ήταν ένα και το αυτό». Αυτή είναι η «ανοιχτή» και απαραπλάνητη («χωρίς αρχηγό») μάζα του Κανέτι που η κίνησή της εναντίον του άδικου είχε ως στόχο το συμβολικό και ουσιαστικό θεσμό παραγωγής της αδικίας, το δικαστικό μέγαρο. Η διάρκεια του ξεσηκωμού ήταν όση και η διάρκεια της φωτιάς. Αλλά για τη διαιώνισή της φρόντιζε το πυρ και οι βουρδουλιές της αστυνομίας, που λειτουργούσαν το ίδιο συνεκτικά όσο και οι φλόγες.
Αυτά σημειώνει στο περίφημο έργο «Μάζες και εξουσία» ο Eλίας Kανέτι που γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1905 στο Ρουστσούκ της Βουλγαρίας από Ισπανο-Eβραίους γονείς. Σε ηλικία έξι ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Μάντσεστερ της Αγγλίας. Σε ηλικία οχτώ ετών, μετά το θάνατο του πατέρα του, πηγαίνουν οικογενειακώς στη Ζυρίχη. Το 1921 η οικογένεια μετακομίζει στη Γερμανία, όπου ο νεαρός Κανέτι θα σπουδάσει χημεία και φιλοσοφία. Το 1931 ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του Η τύφλωση. Το 1938, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ, εγκαταλείπει τη Βιέννη και εγκαθίσταται στην Αγγλία. Το 1960 εκδίδει το Μάζες και εξουσία. Το 1977 εκδίδει τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε». Το 1981 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1994 πεθαίνει στη Ζυρίχη. Εκδίδεται μετά θάνατον το τελευταίο του έργο (γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90) «Πάρτι και αερομαχίες».
 
Η εξουσία αλλάζει τους επαναστάτες
Τι είναι αυτό που δημιουργεί τη μετάλλαξη στους επαναστάτες που κατακτούν την εξουσία; Τα σημεία και τα σύμβολα της εξουσίας –αυτοκίνητα, σωφέρ, σωματοφύλακες, φρουροί, κλάκα οπαδών και σφογγοκωλάριων, υποδοχές, εμβλήματα κ.ά.-, όλα αυτά «ευνουχίζουν» καθώς παγιδεύουν το πολιτικό στέλεχος μέσα στην τάξη της εξουσίας των συμβόλων. Τα σύμβολα επιβάλλονται και εξουσιάζουν τον άνθρωπο. Αυτός ο συμβολικός ευνουχισμός είναι συνώνυμος με την εξουσία. Ο πολιτικός ως εξουσιαστής δεν αναγνωρίζεται χωρίς τα σύμβολα. Αλλά αυτά εντέλει τον καθορίζουν, γίνονται οι αλυσίδες του.
Συνεπώς, μία πολιτική ανατροπή ή θα επιβάλλει έναν άλλο τρόπο και ρυθμό στους ανθρώπους, νέους κανόνες που θα εσωτερικευθούν και θα μοιάζουν φυσικοί (έξεις) ή θα αποτύχει. Αν δεν συμβεί αυτό η διαφθορά της γραφειοκρατίας και όλες οι προηγούμενες παθογένειες αργά ή γρήγορα θα ενσκήψουν πιο δυνατές.
Εδώ θα πρέπει να ειδωθεί η περίπτωση της «αντι-κουλτούρας», μιας νέας δηλαδή κουλτούρας, ένα σύστημα νέων ηθών που ήδη φέρουν και βιώνουν τα μέλη του μεταρρυθμιστικού πολιτικού πυρήνα και που έρχεται να απαντήσει στη σήψη της κυρίαρχης κουλτούρας, συνιστώντας ένα εναλλακτικό και συνάμα γοητευτικό –με την έννοια της εκτροπής- σύστημα νέων αξιών και κανόνων, το μπόλι δηλαδή που θα ενοφθαλμιστεί στην κοινωνία.
Ο σεβασμός στον άνθρωπο είναι μάθεις να ακούς λέει ο Κανέτι: «…το ζητούμενο είναι όχι ν’ ακούς την κάθε λέξη, αλλά και να προσπαθείς να την κατανοήσεις και να πιστοποιήσεις αυτή την κατανόηση με το να απαντάς με ακρίβεια και δίχως διαστρεβλώσεις. Ο σεβασμός για τους ανθρώπους έχει την αρχή του στο να μην αγνοείς τα λόγια τους», να τους αντιμετωπίζεις σαν υποκείμενα και όχι σαν αντικείμενα. Κι αυτή είναι μια βασική αντιεξουσιαστική Πράξη.
* Ελίας Κανέτι, «Μάζα και εξουσία» (εκδ. Ηριδανός 1971).

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Ana Rucner 'Ode to joy' L.van Beethoven

Γλυκά, συντηρητικά και... αντιεπιστημονικά

 
Θανάσης Βασιλείου
 
Όταν ακούς εξαγγελίες προγράμματος πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης και «όραμα δίκαιης και αποτελεσματικής άσκησης κοινωνικής πολιτικής» δεν έχεις παρά να δείξεις τη δέουσα προσοχή. Πολύ δε περισσότερο όταν εξαγγέλλεται... άρση των κακώς κειμένων των προηγούμενων ετών (εννοείται της καταστροφικής διακυβέρνησης των Συριζαίων).
Θα ξεπεράσω τη λατρεία της κ. Μιχαηλίδου για τα οριζόντια και κάθετα επίπεδα όταν προσπαθεί να ξεδιπλώσει την επιστημοσύνη της. Το λέω αυτό, γιατί παρακολουθώντας τις εξαγγελίες του κυβερνητικού προγράμματος πρόνοιας στη Βουλή, και συγκρίνοντάς τες με παλιότερη ομιλία της στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για τη βιομηχανοποίηση και την ανανέωση στον χώρο της βιομηχανίας (καθήμενη πλάι σε έναν ανέκφραστο Τάσο Γιαννίτση), διαπίστωσα ένα copy paste περί οριζοντίων και κάθετων επιπέδων στις θεωρητικές της ανησυχίες – τώρα και στις πολιτικές της επιδόσεις.
Επιπλέον, απαλλάχθηκα από το στερεότυπο του λεγόμενου «ξύλινου λόγου» το οποίο είχα ταυτίσει με το ΚΚΕ. Λάθος! Ξύλινος μπορεί να είναι και ο λόγος που διατυπώνει μία νέα σε ηλικία τεχνοκράτης που χρησιμοποιεί τα τυπικά της προσόντα και τη διαδρομή της σε διεθνείς οργανισμούς για να πείσει το ακροατήριό της πως «θα κάνει καλά τη δουλειά». Πολύ δε περισσότερο, όταν αυτός ο προγραμματικός λόγος διατυπώνεται γλυκά, συντηρητικά, εξωπραγματικά και... αντιεπιστημονικά και, φυσικά, δεν θεραπεύει καμία νοσούσα πραγματικότητα.
Έστω ότι οριζόντιος άξονας είναι «το δημογραφικό μας πρόβλημα» και πρώτος κάθετος είναι «ενδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας». Η τυπική δημογραφία στο δικό μου πανεπιστήμιο έλεγε ότι η αύξηση του πληθυσμού νοείται με δύο τρόπους: (α) με φυσική αύξηση μέσω μεγαλύτερου αριθμού γεννήσεων σε σχέση με τους θανάτους και (β) με τεχνητή αύξηση, π.χ. μέσω της μετανάστευσης.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες κοινωνικής δημογραφίας. Αλλά, είναι βέβαιο ότι το επίδομα των 2.000 ευρώ για κάθε γέννηση θα προκαλέσει αντιστροφή της δημογραφικής τάσης; Όσοι Ελληνες μεγαλώνουν παιδιά, εδώ, γελάνε με τον ακτιβισμό του νεοδημοκρατικού κράτους. Και φυσικά, η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από το ευρωπαϊκό μοντέλο της μεταναστευτικής πολιτικής.
Οι μετανάστες είναι καλοί όσο «λιάζονται», είναι αόρατοι και εργατικό δυναμικό στα όρια της σύγχρονης δουλείας. Δεν είδα κάποια πρόνοια προς την κατεύθυνση ένταξης των μεταναστών στον γενικό πληθυσμό ‒ ενώ πρόκειται για υπαρκτό πρόβλημα που καμία κυβέρνηση, ούτε εδώ ούτε στην Ευρώπη, δεν ακούμπησε επί της ουσίας, ούτε ποιοτικά ούτε ποσοτικά.
Και σχολιάζοντας λίγο τον κάθετο άξονα της «ενδυνάμωσης του θεσμού της οικογένειας», να ρωτήσω αφελώς «Ποιας οικογένειας;» Προφανώς, αν κατάλαβα καλά, γίνεται κουβέντα για τη νεωτερική φυσικοποιημένη οικογένεια του ’50 στο «The Ozzie and Harriet Show», όπου οι ευτυχισμένοι σύζυγοι-γονείς, ο Οζι και η Χάριετ, με τους δύο γιους, τον Ντέιβιντ και τον Ρίκυ, μας έκαναν να γελάμε.
Η οικογένεια που εννοεί η κ. υφυπουργός Εργασίας, απλά, δεν υπάρχει. Είναι προφανώς μια οικογένεια ορθοδόξων, με θρησκευτικό κατά προτίμηση γάμο, που γεννούν δύο τρία παιδιά πριν τα τριάντα τους τα οποία μεγαλώνουν σε βρεφονηπιακούς, που τα «κακομαθαίνουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Αυτό το ιδεατό μοντέλο οικογένειας, ζει σ’ ένα υπόδειγμα αγοράς εργασίας, όπου όλο το εργατικό δυναμικό απασχολείται, όπου δεν υπάρχουν ξένοι, αλλόθρησκοι ή αλλοεθνείς, όπου δεν υπάρχει εγκληματικότητα, που λειτουργούν οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι αποχετεύσεις και οι ΟΤΑ και που όλα τα εμβόλια, μαζί και οι ξένες γλώσσες, είναι δωρεάν.
Ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», πράγματι, όριζε το μέγεθος του πληθυσμού ως ασφαλέστερο σημάδι επίτευξης του σκοπού αναπαραγωγής κι ευημερίας της πολιτικής κοινότητας. «Μην αναζητήσετε αλλού ‒έγραφε‒ αυτό το τόσο διαφιλονικούμενο σημείο. Με δεδομένο ότι όλα τα άλλα είναι ίσα, η κυβέρνηση υπό την οποία, χωρίς ξένους πόρους, χωρίς πολιτογραφήσεις, χωρίς αποικίες, οι πολίτες αυξάνονται και πληθύνονται είναι ασφαλώς η άριστη· και η χειρότερη, όταν ένας λαός λιγοστεύει και μαραζώνει. Όσοι ξέρετε να μετράτε, έφτασε η σειρά σας: λογαριάστε, μετρήστε και παραβάλλετε».
Το καλύτερο θα ήταν η κ. υφυπουργός να σταματήσει να μας διαβάζει τα manual των υποδειγμάτων. Να πει κάτι που να βγαίνει από την ψυχή της και την πραγματική κοινωνία. Να πει τι θα κάνει για το δημογραφικό και τις αφανείς υποχρεώσεις που συνεπάγεται. Θα ορίσει φόρο αγαμίας, θα απαγορεύσει τα προφυλακτικά και τη συνουσία εκτός γάμου; Θα ορίσει πλάνο ώστε το 2030 οι Ελληνες να είναι 15 εκατομμύρια; Ο προηγούμενος πρωθυπουργός κόμπαζε ότι πήρε την ανεργία από το 28% και την πήγε 20-22%. Εβαζε τελεία, και έλεγε «Πέτυχα». Δεν έλεγε ότι ηγείται μιας χώρας υπερχρεωμένης με την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε.
Βεβαίως, η κ. υφυπουργός, όταν λέει ότι «εμείς θα το κάνουμε σωστά», να θέλει να μας πείσει πως αν ο Ρουσσώ ή ο Μαρξ ήξεραν τις τυφλές δυνάμεις που θα απελευθέρωναν, θα έγραφαν αλλιώς σήμερα το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ή το «Κεφάλαιο». Το συζητάμε αν επιθυμεί, αλλά δημογραφικό δεν λύνουμε.

Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ΕΜΠ: Συνηγορία για το Πανεπιστημιακό άσυλο

 
Το Πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο ο χώρος όπου οι φοιτητές μας κάνουν μάθημα και αξιολογούνται, όπου μοιράζονται σε «αρίστους και ανεπαρκείς», αλλά και ο χώρος όπου κοινωνικοποιούνται, συνυπάρχουν, εκφράζονται, αντιδικούν και βρίσκουν συναινέσεις, ο χώρος όπου γίνονται ελεύθεροι άνθρωποι και ενεργοί πολίτες. Αν δεν προστατέψουμε αυτή την πολυμορφία, αυτή την άβολη έκρηξη της ζωής που είναι η νεότητα, το Πανεπιστήμιο θα μαραζώσει.
Οι δημοκρατίες δεν κρίνονται από την προστασία και τα δικαιώματα που παρέχουν στους ισχυρούς αλλά από την προστασία και τα δικαιώματα που εξασφαλίζουν για τους αδυνάτους. Η δημοκρατική λειτουργία δεν αποδεικνύεται μόνο στη δύναμη της πλειοψηφίας να συγκροτεί αποφάσεις για το κοινό καλό αλλά και στην υποστήριξη των εκάστοτε μειοψηφιών ως απαραίτητων για τη διαμόρφωση της αυτοκριτικής της κοινωνίας. Χωρίς αυτήν την εγγυημένη προστασία των περιστασιακά λίγων ή των λιγότερο περιστασιακά ανίσχυρων ούτε δημοκρατία ούτε κοινωνική δημιουργικότητα μπορεί να υπάρξει.
Η έννοια του ασύλου την προστασία αυτή γεννήθηκε για να εκφράσει και να υλοποιήσει. Σήμερα μια σειρά πόλεις στις ΗΠΑ διαχωρίζουν τη θέση τους από την κυρίαρχη άδικη πολιτική αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ρεύματος: δεν είναι τυχαίο ότι διάλεξαν το όνομα πόλεις-άσυλα (sanctuary cities). Και σχεδόν μόλις χτες, στην Ελλάδα του αντιδικτατορικού αγώνα, το ΕΜΠ και η Νομική με τις κινητοποιήσεις τους έδωσαν υπόσταση στην ζωογόνο δύναμη του Πανεπιστημιακού ασύλου (παρότι νομικά τότε δεν είχε κατοχυρωθεί) –αυτήν που βάρβαρα και παραδειγματικά θέλησε να συντρίψει η δικτατορία.
Οι σημερινοί κυβερνώντες, όπως και πολλοί άλλοι στο παρελθόν, θέλουν αντίθετα να παρουσιάσουν το άσυλο ως άντρο ανομίας αν όχι ως πηγή κάθε είδους επικίνδυνης παραβατικότητας. Οι προθέσεις τους παρά την ρητορεία που επικαλείται την επιβολή του νόμου και της τάξης είναι σαφείς. Να εξαλείψουν παραδειγματικά και προληπτικά κάθε εστία αντίστασης σε έναν κοινωνικό χώρο που πάντα γεννούσε την αμφισβήτηση και την κοινωνική κριτική. Όχι, τα Πανεπιστήμια δεν είναι ένας ακόμα δημόσιος χώρος. Είναι φυτώρια νέων ιδεών, τόποι που η δημοκρατία δοκιμάζεται, κρίνεται και αναζητά νέους δρόμους, ακόμα και αν δεν είναι αποδεκτοί από πολλούς.
Μάθαμε πρόσφατα από κείμενο διακεκριμένων συναδέλφων ότι το «άσυλο… δεν αφορά τους φοιτητές» αλλά τελικά την ελευθερία των καθηγητών. Άλλη εικόνα και όραμα έχουμε εμείς για το Πανεπιστήμιο και το ρόλο των φοιτητών. Γι’ αυτούς υπάρχει το Πανεπιστήμιο, αυτοί αποτελούν το μέλλον της κοινωνίας, αυτών την κριτική οφείλουμε να ακούμε ακόμα και όταν μας φαίνεται άδικη, υπερβολική ή και έντονη. Οι πράξεις και τα λόγια μας ως Πανεπιστημιακών Δασκάλων του ΕΜΠ κατευθύνονται πάντα στον ανοικτό διάλογο με τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας και στη διαμόρφωση συναινετικών λύσεων με τον σεβασμό του καθένα και της καθεμιάς ξεχωριστά. Γι’ αυτό για μας το άσυλο προϋποθέτει την Πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση και είναι ταυτόχρονα μια από τι σημαντικότερες κατακτήσεις της.
Το Πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο ο χώρος όπου οι φοιτητές μας κάνουν μάθημα και αξιολογούνται, όπου μοιράζονται σε «αρίστους και ανεπαρκείς», αλλά και ο χώρος όπου κοινωνικοποιούνται, συνυπάρχουν, εκφράζονται, αντιδικούν και βρίσκουν συναινέσεις, ο χώρος όπου γίνονται ελεύθεροι άνθρωποι και ενεργοί πολίτες. Αν δεν προστατέψουμε αυτή την πολυμορφία, αυτή την άβολη έκρηξη της ζωής που είναι η νεότητα, το Πανεπιστήμιο θα μαραζώσει.
Και η απειλητική παραβατικότητα μας λένε κάποιοι; Δεν είναι το άσυλο ένα βολικό κρησφύγετο για κάποιους; Καταρχάς κανένας κοινωνικός χώρος δεν μπορεί εύκολα να εξοβελίσει φαινόμενα που η κρίση και η άδικη διαχείρισή της γεννά. Αν κοιτάξει κανείς τίμια γύρω του θα δει ότι φαινόμενα παραβατικότητας βρίσκονται διάσπαρτα στις πιο πολλές πλατείες των γειτονιών της Αθήνας αλλά και στο κέντρο της πόλης. Πουθενά όμως η αστυνομία, χωρίς να έχει κανέναν επιπλέον περιορισμό στις επεμβάσεις, δεν έχει αποτρέψει τα φαινόμενα που οι πολιτικές της μηδενικής ανοχής ισχυρίζονται ότι μπορούν να εξαλείψουν.
Υπό το πέπλο βέβαια της «παραβατικότητας» καλύπτονται οι πιο διαφορετικές συμπεριφορές και τα πιο αντιθετικά κίνητρα. Ο 15χρονος  που «τρελαίνεται» και αντιδρά κάποτε τυφλά καθώς νιώθει χωρίς μέλλον στην σύγχρονη Ελλάδα ή ο φτωχός μετανάστης που καταφεύγει στο άτυπο εμπόριο, δεν είναι ίδιοι με τον μαφιόζο που διακινεί  καταστροφικά ναρκωτικά ή τον σύγχρονο δουλέμπορο, τον προαγωγό του trafficing. Μια τέτοια παραπλανητική χρήση των όρων της «παραβατικότητας», τους «εγκλήματος» και της «ανομίας» αποκαλύπτει σκοπούς άλλους. Να ποινικοποιηθεί κάθε μορφή αντίστασης μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο καθώς δαιμονοποιείται και εικονογραφείται με παραστάσεις που παραπέμπουν σε κοινωνικά απεχθείς πρακτικές.
Εμείς θεωρούμε το άσυλο χώρο ελευθερίας, χώρο προστασίας των αδυνάτων, χώρο ανοικτό σε όλη την κοινωνία και τα ρεύματα αμφισβήτησης και αυτοκριτικής που πρέπει να τρέφει αν θέλει να λέγεται δημοκρατική. Στο όνομα αυτών που κάποτε, το 1973, κατηγορήθηκαν ως αλήτες και μετά τους αναγνωρίσαμε ως αγωνιστές της δημοκρατίας θα υπερασπιστούμε το Πανεπιστημιακό άσυλο μαζί με τους φοιτητές μας, τους εργαζόμενος στο ΕΜΠ και όλη την κοινωνία ακόμη καi αν οι νόμοι δεν το προστατεύουν. Γιατί το άσυλο είναι δημοκρατική κληρονομιά, δίκαιο που γέννησαν οι αγώνες, πολιτισμός συνύπαρξης και όρος κοινωνικής ελευθερίας. Απαραίτητο σε καιρούς  που η ανισότητα και η εκμετάλλευση διευρύνονται και το δικαιώματα των πολλών συρρικνώνονται.
Συλλογικότητα Πανεπιστημιακών Δασκάλων ΕΜΠ

Le petit Koulis!


του Ορέστη Μεταξά

Μερικοί άνθρωποι είναι προορισμένοι γιά κάποιο σκοπό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν προορισμένος να μας κυβερνήσει. Από τότε που γεννήθηκε.
Ανήκει στις γνωστές οικογένειες που τα μέλη τους είναι προορισμένα να μας κυβερνούν, είτε είναι ικανά, είτε είναι ανίκανα. Συνήθως τα μέλη των νεωτέρων γενιών είναι ανίκανα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανήκει στις νεότερες γενιές…
Στην λαϊκή αργκό αναφέρεται σαν Κούλης, γιός του Δράκουλα, ή γιός του γκαντέμη. Αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω κάποιον χαρακτηρισμό, θα προτιμούσα την έκφραση «le petit Koulis». Έτσι τον χαρακτήρισε η γαλλική «Liberation». Νομίζω ότι περιέχει αρκετή ποσότητα γαλατικής ευγένειας και ταιριάζει καλύτερα σ’ έναν απόφοιτο του Harvard! Είναι πιό chic!
Τον petit Koulis ομολογώ ότι δεν τον πολυεκτιμώ ως πολιτικό. Η πορεία του, τα τέσσερα τελευταία χρόνια στην θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ήταν η πορεία ενός μέτριου πολιτικού άνδρα, με μοναδικό του όραμα να γίνει πρωθυπουργός. Ενας άνθρωπος που δεν δίστασε να ξεπεράσει κάθε όριο πολιτικού αμοραλισμού, προκειμένου να ωφεληθεί ο ίδιος.
Πλασάρεται σαν φιλελεύθερος-κεντρώος. Δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να αγκαλιάσει κάθε ακροδεξιό στοιχείο στο κόμμα του.
Νομίζω ότι η καλλίτερη εικόνα για την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη δίνεται σε ένα ιδιαίτερα εμπνευσμένο άρθρο του Κωστή Παπαϊωάννου στο «Αντίφωνο» με τίτλο: Κόντρα ρόλος: «Ο στιβαρός ηγέτης της αντιπολίτευσης εφορμά στο ετοιμόρροπο κάστρο».
Ένα πολύ μικρό απόσπασμα:
«Λάθος πατήματα στις λέξεις. Παρατονισμοί των φράσεων. Τεχνητές κι αφύσικες εκρήξεις. Απουσία κάθε λογικής στην κλιμάκωση. Επίκληση στη λογική και το κύρος του πομπού με body language μπουρλέσκ. Εξάρσεις και υφέσεις σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιεχόμενο. Φτιαχτοί θυμοί. Κακότεχνο λαικότροπο λεξιλόγιο, μιά Αντουανέτα που δήθεν ξέρει και του λιμανιού. Κακή ρητορική. Πατάει στις φράσεις με αγωνία, σα να τρίζουν τα σανίδια κάτω από τα πόδια του, σα να χάσκει το κενό μπροστά του. Κάθε πόρος του σώματος διαψεύδει τα λόγια, δεν τον έχει ζήσει τον ρόλο, είναι μη βιωμένος, είναι αβίωτος. Καμιά αίσθηση της ανάσας, του χρόνου, της σιωπής, της αναμονής. Ένας άχαρος χορός ξεκούρδιστων χεριών χωρις αίσθηση του χώρου, του βήματος. Μιά περιδίνιση ασυντόνιστη στον χωροχρόνο».
Koulis ένας ήρωας του μπουρλέσκ! (ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο)
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγεται ότι είπε ο Αντώνης Σαμαράς μετά από μιά «μονομαχία» στην βουλή με τον Αλέξη Τσίπρα και την συνηθισμένη κατάληξη της: «Σήμερα ο Τσίπρας τον μάσησε, έφτυσε και τα κουκούτσια».
Όμως στην ζωή δεν πρέπει ποτέ να λες μεγάλες κουβέντες. Έτσι η επιθυμία του Αντώνη Σαμαρά να οριστεί επίτροπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λέγεται ότι είχε γίνει αποδεκτή. Τα είχαν συμφωνήσει οι δυό τους. Τελικά του ανακοίνωσε ότι δεν γίνεται να τον προτείνει ως επίτροπο.
Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Είναι αυτό που λέμε τον μάσησε, έφτυσε και τα κουκούτσια.
Στην θέση του, πρότεινε ως επίτροπο της Ελλάδας τον Μαργαρίτη Σχοινά. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Δημοκρατία», «είναι ο Έλληνας της κομισιόν που ποτέ δεν μας υποστήριξε».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αρέσκεται να αγκαλιάζει ανθρώπους που ποτέ δεν μας υποστήριξαν. Όπως τον Μάνφρεντ Βέμπερ…
Παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα άξιος πολιτικός, φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα ικανός παραπολιτικός. Έχει το χάρισμα να βρίσκει τους «κατάλληλους» ανθρώπους, π.χ τον πρώην γραμματέα της ΚΝΕ και να οικοδομεί τις «κατάλληλες» συμμαχίες, που με έναν μακιαβελικό τρόπο, οδηγούν τον ηγεμόνα στον προορισμό που έχει τάξει για τον εαυτό του. Την εξουσία.
Το πέτυχε στην διαδικασία εκλογής αρχηγού στην ΝΔ και βέβαια έγινε και πρωθυπουργός!
Νομίζω ότι η πορεία του από εδώ και πέρα θα είναι η ίδια γνωστή παραπολιτική. Άλλωστε του έχει βγει. Ένας παραπολιτικός πρωθυπουργός. Ελέγχοντας σχεδόν ολοκληρωτικά την ενημέρωση, θα προσπαθήσει να ελέγξει και την σκέψη του κόσμου. Κατάφερε να το κάνει την τελευταία τετραετία με επιτυχία. Μιά ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα ψεύδους, προπαγάνδας, διαστροφής της πραγματικότητας, απόκρυψης της αλήθειας. Θα προσπαθήσει να ελέγξει τα γεγονότα είτε εξαφανίζοντας τα, είτε δημιουργώντας άλλα χωρίς κατ’ ανάγκη να υφίστανται. Η μίξη της πραγματικότητας με την μη πραγματικότητα στην υπηρεσία του ηγεμόνα.
Όλα αυτά μοιάζουν δυσοίωνα. Είναι δυσοίωνα. Όμως οι κοινωνίες δεν είναι στατικές. Κινούνται. Σ’αυτήν την φάση, η ελληνική κοινωνία φαίνεται απαθής, κοιμισμένη, συντηρητική. Όμως είναι μία αρκετά απείθαρχη κοινωνία που αμφισβητεί. Ανέκαθεν…
Ο ηγεμόνας είναι γυμνός. Μένει να βρεθεί ένα κοριτσάκι να το φωνάξει. Και τότε ο ηγεμόνας κι οι αυλικοί του δεν θα ξέρουν που να κρυφτούν, που να εξαφανιστούν, θα εύχονται ν’ ανοίξει η γη και να τους καταπιεί.

Θάνατος στον βασιλιά και φωτιά στο σχολείο από τη ρομφαία της επανάστασης

 
O αναρχικός πριν από τους αναρχικούς Σεν-Ζιστ στη φλόγα της εξέγερσης και οι Ισοι του Μπαμπέφ
 
 
Μέσα στο ευρύ πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας η Γαλλική Επανάσταση του 1789 συγκλόνισε συθέμελα τη μέχρι τότε τάξη των πραγμάτων, τερματίζοντας την περίοδο της απόλυτης βασιλείας, συντρίβοντας τη φεουδαρχία και σηματοδοτώντας την εποχή της νεωτερικότητας. «Το 1789 τοποθετείται στο μεταίχμιο των νεότερων χρόνων γιατί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής θέλησαν, μεταξύ άλλων, να ανατρέψουν τον θεσμό της ελέω θεού βασιλείας και να εισαγάγουν στην ιστορία τη δύναμη της άρνησης και της εξέγερσης, που γεννήθηκε μέσα στους πνευματικούς αγώνες των τελευταίων αιώνων. Πρόσθεσαν, έτσι, στην παραδοσιακή τυραννοκτονία μια λογική θεοκτονία».1 Βέβαια, η επανάσταση του 1789 ανακινήθηκε από την αστική-μικροαστική τάξη των εμπόρων, των βιοτεχνών, των μεγάλων αγροτών και των επιστημόνων (νομικών κυρίως).
Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε προλεταριάτο, όπως τουλάχιστον θα το όριζε ο Καρλ Μαρξ μισό αιώνα αργότερα. Ο Πιοτρ Κροπότκιν έλεγε: «Η Γαλλική Επανάσταση είναι η μητέρα όλων των επαναστάσεων».Στη Γαλλική Επανάσταση μπορεί κανείς να εντοπίσει θραύσματα από τις κυρίαρχες ιδεολογίες που θα αναδύονταν τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Πολλοί ερευνητές θεωρούν τον Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο και τη Λέσχη των Ιακωβίνων εκφραστές των κομμουνιστικών ιδεών, ενώ αργότερα η Κομμουνιστική Διεθνής δεν έκρυβε ότι ένιωθε συγγενής και κληρονόμος των Ιακωβίνων, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Το ίδιο γίνεται και με την ιδιαίτερη περίπτωση του Φρανσουά Νοέλ (Γράκχου) Μπαμπέφ (1760-1797) και της Συνωμοσίας των Ισων. Ο Μπαμπέφ ξεκινά από τους Ιακωβίνους αλλά προχωρά σε έναν ουτοπικό σοσιαλισμό και συνδυάζει χριστιανικά και κομμουνιστικά ιδεώδη, εστιάζοντας στο σύνταγμα του 1793, στην κατάργηση της ιδιοκτησίας, την ισότητα στο όνομα της φύσης, την κοινωνική αναδιοργάνωση και δικαιοσύνη.
Ο Μπαμπέφ μέσα στο αντεπαναστατικό καθεστώς του Διευθυντηρίου επιχειρεί εξέγερση και συλλαμβάνεται (τον Μάιο του 1796) με τους συντρόφους του (Φιλίπ Μπουοναρότι, Σιμόν Ντιπλέ, Ρενέ-Φρανσουά Λεμπουά, Ογκιστέν Αλεξάντρ Νταρτέ, Ρομπέρ Λιντέ, Ζαν Πιερ Αμάρ, Αλεξίς Βαντιέ κ.ά.) για να δικαστεί και να καταδικαστεί το 1797, ενώ στο μεταξύ γίνονται εξεγέρσεις και ένοπλες προσπάθειες απελευθέρωσής του. Ο Μπαμπέφ είναι οπωσδήποτε αξιόλογη περίπτωση, αλλά πάντως δρα σε μετεπαναστατική περίοδο, την ώρα που η αντεπανάσταση έχει σχεδόν επικρατήσει. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η προσωπικότητα του Σιλβέν Μαρεσάλ (1750-1803), που συντονίζεται σε κάποια θέματα με τον Μπαμπέφ, αφού στο «Μανιφέστο των Ισων» (1796) απαιτεί «την από κοινού απόλαυση των καρπών της γης» αλλά δίνει ιδιαίτερη έμφαση και σε θέματα αθεΐας («όταν πιστεύει κανείς στον Θεό, υποτάσσεται στην ιεραρχία») και για τον λόγο αυτό αρκετοί ερευνητές τον αναφέρουν ως «ουτοπιστή αναρχικό».
 
ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ ΣΕΝ-ΖΙΣΤ
Αν θέλουμε, πάντως, να ανιχνεύσουμε θραύσματα, ιδέες, αντιλήψεις, δράσεις και συμπεριφορές που παραπέμπουν στον αναρχισμό, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να στραφούμε στην περίπτωση του Σεν-Ζιστ, αυτού του λαμπρού πνεύματος της Γαλλικής Επανάστασης που έζησε έντονα την επανάσταση και πέθανε στην γκιλοτίνα την ίδια μέρα που αποκεφαλίστηκε και ο πνευματικός του πατέρας Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος.
Ο Σεν-Ζιστ καταρχάς παίρνει τον δρόμο του ποιητή-πολεμιστή, μονοπάτι που αργότερα θα ακολουθήσει και ο λόρδος Βύρωνας. Το εκτενές ποίημα «Οργκάν», που ο Σεν-Ζιστ έγραψε φυλακισμένος ύστερα από καταγγελία της μητέρας του, είναι ένα «ποίημα ενηλικίωσης» το οποίο εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια αναρχική προσωπικότητα (πνεύμα, χιούμορ, ουτοπία, γενναιότητα και έρωτας). Ο Σεν-Ζιστ είναι επίσης δανδής, ντύνεται εξεζητημένα κομψά, φορώντας πάντα το μεγάλο σκουλαρίκι του στο αριστερό αυτί. Το στιλ είναι σοβαρό ζήτημα αυτοέκφρασης για κάθε αναρχικό. Ο Σεν-Ζιστ αρχίζει από νωρίς τη δράση του ως άριστος μαθητής που έβαλε φωτιά για να κάψει το δημοτικό του σχολείο. Στον πρώτο του λόγο στην Εθνοσυνέλευση, σε ηλικία 22 ετών, όταν τέθηκε το ζήτημα τι έπρεπε να γίνει με τον ήδη συλληφθέντα βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ´ (αν δηλαδή θα έπρεπε να δικαστεί ή αν ίσχυε το «απαραβίαστο» βάσει του οποίου ο Λουδοβίκος ήταν ανέγγιχτος από τον νόμο και άρα αδύνατον να δικαστεί), ο Σεν-Ζιστ, σε μια έξοχη αγόρευση, υποστήριξε ότι ο βασιλιάς έπρεπε να εκτελεστεί και μάλιστα χωρίς δίκη!
Ο βασιλιάς είναι καταχραστής αφού είχε θέσει τον εαυτό του ελέω Θεού μονάρχη και έχει απολέσει τον τίτλο του «πολίτη», αφού είχε θέσει τον εαυτό του υπεράνω του νόμου των ανθρώπων. Ο Σεν-Ζιστ υπογραμμίζει: «Αν συγχωρήσει ο λαός σήμερα, αύριο θα ξαναβρεί το έγκλημα άθικτο».2 Τελικά ο Λουδοβίκος δικάστηκε και καταδικάστηκε –με πλειοψηφία λίγων ψήφων– χάρη στην ε πιμονή των «ορεινών» και του Σεν-Ζιστ, ο οποίος θεωρεί την τυραννοκτονία θεμέλιο λίθο της αυριανής κοινωνίας. Ευθύνεται για τον θάνατο του Λουδοβίκου ΙΣΤ´ όταν ρητορεύει: «Καθορίζοντας την αρχή δυνάμει της οποίας ίσως πεθάνει ο κατηγορούμενος, καθορίζουμε την αρχή με την οποία ζει η κοινωνία που τον δικάζει».3 Ο Σεν-Ζιστ θεωρεί ότι «ο Λουδοβίκος πρέπει να πεθάνει ή να βασιλεύσει», καταδεικνύοντας την αντίφαση κάθε άλλης λύσης. Ετσι, η θεοκρατία που το 1789 χτυπήθηκε στις αρχές της, με την εκτέλεση του Λουδοβίκου το 1793 εξοντώθηκε και στην ενσάρκωσή της. Ο Σεν-Ζιστ έμεινε στη σκιά του Ροβεσπιέρου, τον οποίο σεβόταν απεριόριστα, αλλά αυτός ήταν η «επαναστατική ρομφαία» που εξουδετέρωσε όσους θα πρόδιδαν την επανάσταση.
Αυτός αναμετρήθηκε με τους Γιρονδίνους και με τον Νταντόν, ο οποίος είχε προσχωρήσει –άθελά του;– στην υπηρεσία των Αγγλων. Αυτός αναμετρήθηκε με τους φαύλους λαϊκιστές του Ζακ Ρενέ Εμπέρ, που τρομοκρατούσαν και εκβίαζαν τους εχθρούς τους μέσα από την εφημερίδα-φυλλάδα του «Μπαρμπα-Ντισέν». Ο Σεν-Ζιστ σε ηλικία 25 χρόνων στέλνεται –ως πολιτικός επίτροπος– στο ανατολικό μέτωπο και αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία για να αντιμετωπίσει την εισβολή των Αυστριακών, που χρειάζονταν μόνο ένα 24ωρο για να φτάσουν μέχρι το Παρίσι. Αφησε το μουστάκι του αξύριστο για να φαίνεται μεγαλύτερος στα μάτια των μπαρουτοκαπνισμένων γρεναδιέρων. Διέταξε να κατασχεθούν όλα τα δεύτερα ζευγάρια παπούτσια των πλουσίων του Στρασβούργου προκειμένου να υποδήσει τον επαναστατικό στρατό των «αβράκωτων» που πολεμούσαν ξυπόλητοι μέσα στον χειμώνα.
Εβγαλε ανακοίνωση απευθυνόμενος στους «αβράκωτους», υποσχόμενος ότι θα φτιάξει έναν επαναστατικό στρατό άξιο να φέρει τη νίκη. Κόντρα στην ιεραρχία, δεν έτρωγε ποτέ με τους αξιωματικούς –μάλιστα εκτέλεσε μερικούς από αυτούς για ανανδρία– και ήταν πάντα ανοιχτός ν’ ακούσει τα παράπονα των στρατιωτών. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή, είχε συγκεκριμένη άποψη για το πώς έπρεπε να είναι ο επαναστατικός στρατός και την άποψη αυτήν τη μετέτρεψε σε πολεμική τακτική, κινούμενος με ταχύτατους ελιγμούς, αιφνιδιάζοντας και χτυπώντας δυνατά τον εχθρό σε έναν «ολοκληρωτικό πόλεμο» που κατέληξε σε θρίαμβο, πετώντας τους Αυστριακούς και τους Γερμανούς πίσω από τον Ρήνο.
Μερικά αποφθέγματά του αποκαλύπτουν τον τρόπο που σκεφτόταν: «Τολμήστε! Αυτή η λέξη περικλείει όλη την πολιτική της επανάστασής μας!». Η άποψή του για την εξουσία και την τέχνη της διακυβέρνησης: «Ολες οι τέχνες έχουν δώσει αριστουργήματα. Μόνο η τέχνη της διακυβέρνησης έχει παραγάγει τέρατα!». Αλλά και η αντίληψη για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επανάστασης: «Η ευτυχία είναι μια καινούργια έννοια για την Ευρώπη». Ο Σεν-Ζιστ αντιλαμβάνεται ότι δεν αρκούσε μια αλλαγή των εξωτερικών χαρακτηριστικών του πολιτεύματος, αλλά ότι έπρεπε να ενισχυθούν με κάθε τρόπο οι επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας για να συντριβούν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις.
Σχεδίασε νόμους για την απαλλοτρίωση των περιουσιών όσων είχαν στραφεί κατά της πατρίδας και της επανάστασης και την απόδοσή τους στους ακτήμονες και τους «αβράκωτους», προκειμένου να στηρίξει τις επαναστατικές δυνάμεις της γαλλικής κοινωνίας. Από αυτή την άποψη οι νόμοι της Βαντόζ είναι οι πλέον ταξικοί νόμοι της εποχής.
 
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ
Ο Σεν-Ζιστ έζησε σε μια εποχή που δεν είχε διατυπωθεί ο όρος «αναρχικός». Παρ’ όλα αυτά στοχάζεται για το κράτος και την πολιτεία με τρόπο πρωτοποριακό, λέγοντας: «Σε καμιά περίπτωση η πολιτεία δεν σταμάτησε την κατάσταση πολέμου. Αντίθετα, την προκάλεσε εισάγοντας ανάμεσα στους ανθρώπους σχέσεις εξάρτησης τις οποίες αγνοούσαν». (Απόσπασμα 2, «Για την κοινωνία») Στοχάζεται για την πολιτική και τις κοινωνικές σχέσεις: «Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι η “κοινωνική συνθήκη”. Οι σχέσεις μεταξύ των λαών είναι η πολιτική συνθήκη». Διακρίνει δύο είδη φεντεραλισμού: τον πολιτικό φεντεραλισμό που αφορά τη διακυβέρνηση και τον αστικό φεντεραλισμό που γεννάται από τις σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες. (Απόσπασμα 3, «Ηθη») Αντιλαμβάνεται την εξέγερση ως εργαλείο. «Η εξέγερση είναι αποκλειστικό δικαίωμα του πολίτη και του λαού». (Απόσπασμα 18, «Εγγυήσεις») Στοχάζεται για της γης τους κολασμένους, … «Το Κράτος θα αγοράσει τους νέγρους στις ακτές της Αφρικής για να τους μεταφέρει στις αποικίες. Θα απελευθερωθούν την ίδια στιγμή και θα τους δοθούν 300 τ.μ. γης και τα απαραίτητα εργαλεία για την καλλιέργειά τους».
Επιστρέφοντας νικητής από το μέτωπο βρίσκει τον Ροβεσπιέρο έτοιμο να καταγγείλει στην Εθνοσυνέλευση κάποιες αντεπαναστατικές μεθοδεύσεις. Τελικά το αντεπαναστατικό πραξικόπημα της Θερμιδόρ επικρατεί, αφού ο Ροβεσπιέρος βρίσκεται μπλοκαρισμένος προσπαθώντας να χειριστεί τις πολιτικές εξελίξεις με νομικό τρόπο, αντιμετωπίζοντας την πολιτική ως νομικός. Ο Ροβεσπιέρος σε νευρική κατάπτωση αρνείται την πρόταση του Σεν-Ζιστ να διατάξει τη στρατιά του Ρήνου να βαδίσει προς το Παρίσι και καθώς αδυνατεί να μιλήσει, χτυπημένος από μια σφαίρα στο στόμα, υποτάσσεται τελικά στην αρνητική συγκυρία.
Ο Σεν Ζιστ τον ακολουθεί στον όλεθρο, ξέροντας πως το παιχνίδι/η επανάσταση έχει πλέον χαθεί, σιωπηλός, εμμένοντας στη φράση που θα άνοιγε την τελευταία του ομιλία στην Εθνοσυνέλευση που τον είχε υποδεχτεί σαν ήρωα την προηγούμενη μέρα. «Δεν ανήκω σε καμιά φατρία. Θα τις πολεμήσω όλες!». Οι ιστορικοί θεωρούν ότι αν ζούσε ο Σεν-Ζιστ, θα ξεπερνούσε τον Ροβεσπιέρο και θα συγκρουόταν για την εξουσία με μια άλλη προσωπικότητα που ετοιμαζόταν να διαγράψει ιλιγγιώδη πολιτική τροχιά, τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Πάντως ο Σεντ-Ζιστ ερωτεύτηκε την επανάσταση και όχι την εξουσία: «Τι είναι ο θρόνος; Ενα κομμάτι κούτσουρο όπου ο καθένας μπορεί να κάτσει. Εγώ προτιμώ τον καναπέ ενός μπουντουάρ…».4
 
Σημειώσεις:
1. Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 187 2. Miguel Abensour, Lire Saint - Just, p. 53 3. Antoine – Louis de Saint - Just, Discours sur le jugement de Louis XVI, p. 483 4. Antoine – Louis de Saint - Just, Organt, Chant XIII, p. 229
* Περιοδικό Hot Doc #183, «Το επαναστατικό ρήγμα στην ευρωπαϊκή κοινωνία», 14/07/2019

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

Μια επίφοβη δήλωση (για τη θάλασσα) και οι μελλοντικές τρικυμίες

Μια επίφοβη δήλωση (για τη θάλασσα) και οι μελλοντικές τρικυμίες

Η όλη υπόθεση χρήζει διευθετήσεως, όπως διατείνεται η γείτων…

του Γιάννη Τριάντη
 
Μέσα στη φούρια των ημερών, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη μια δήλωση του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ. Δήλωση εξόχως ανησυχητική για τα συμφέροντα της χώρας μας:
«Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη θάλασσα δυτικά της Κρήτης ή το Ιόνιο. Είναι πραγματικά εντελώς διαφορετικά πράγματα. Πρόκειται για γραφειοκρατικά και πολιτικά εμπόδια που πρέπει να υπερκεραστούν, ώστε να προχωρήσουν οι ενεργειακές ευκαιρίες στην Ελλάδα» («Καθημερινή»-21.7.2019).
Με τις υπόλοιπες περιοχές (Αιγαίο, θάλασσα νοτίως της Κρήτης), τις οποίες η Ελλάδα θεωρεί ότι εντάσσονται στα κυριαρχικά της δικαιώματα, τι γίνεται; Συντάσσεται ο κ.Πάιατ με την θέση της Τουρκίας που τις αμφισβητεί;
Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι δεν πρόκειται περί αυτού, η θέση του Αμερικανού πρέσβη παραπέμπει αρρήτως στο ότι υφίσταται θέμα. Ένα θέμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, μιας και τίθεται από την Τουρκία. Επομένως, η όλη υπόθεση χρήζει διευθετήσεως, όπως διατείνεται η γείτων!
Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι οι ΗΠΑ παρά τις τριβές με την Τουρκία και τις απειλές για κυρώσεις, προκρίνουν συνομιλίες και συμβιβασμό για θέματα που θεωρούνται -από την ίδια και από την Τουρκία- επίδικα! Η στάση αυτή διευκολύνει τον Ερντογάν, ακόμη και στις δύσκολες γι’ αυτόν στιγμές.
Και δεν είναι τυχαίο το ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας συνεχίζει ακάθεκτος να διατυπώνει τις γνωστές θέσεις του. Συγκεκριμένα, μιλώντας για την Ανατολική Μεσόγειο, την Συρία και τους Τουρκοκύπριους (με αφορμή τα 96 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) δήλωσε τα εξής:
«Καμμία καθαρή ή συγκεκαλυμμένη απειλή μέτρων δεν θα κάνει την Τουρκία να εγκαταλείψει την δίκαιη υπόθεσή της» στις περιοχές αυτές.
Το περίεργο -και λίαν ανησυχητικό επίσης- είναι ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης (με εξαίρεση την «Ελληνική Λύση») δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να σχολιάσουν έστω διπλωματικώ τω τρόπω την δήλωση Πάιατ. Δυστυχώς, ούτε η πλειονότης των ΜΜΕ ασχολήθηκε με το θέμα. Ακόμη και ο «Ριζοσπάστης» πέρασε καταγραφικά την δήλωση του Αμερικανού πρέσβη.
Κατανοητή η διάθεση των κυβερνώντων να πολιτεύονται προσεκτικά, προσδοκώντας οφέλη για τη χώρα μας, ειδικά σε αυτή την συγκυρία (σοβαρά προβλήματα μεταξύ ΗΠΑ-Τουρκίας). Το ίδιο ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ, που ως κυβέρνηση είχε δομήσει άριστες διακρατικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Όμως δεν βλάπτουν οι υπομνήσεις για τις πάγιες θέσεις της χώρας, σχετικά με τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Ίσα ίσα: όταν τις υπενθυμίζεις νηφάλια και λιτά, χωρίς συγκρουσιακή διάθεση και κραυγές, ενισχύεις την εικόνα μιας χώρας σοβαρής και μετρημένης.
Μιας χώρας που δεν αγνοεί τις διεθνείς ισορροπίες και τον ρεαλισμό που τις διαμορφώνει, αλλά  που ταυτόχρονα σέβεται τον εαυτό της και υπερασπίζεται παντί τρόπω τα συμφέροντά της.

Οι εκλογές και η Αριστερά


Κώστας Νάκος
 
Εδώ και 45 χρόνια και πάνω από 15 εκλογικές βουλευτικές αναμετρήσεις, η αριστερά κινείται στα ίδια περίπου εκλογικά ποσοστά με μικρές διακυμάνσεις. Η αριστερά γενικά και με όποιο περιεχόμενο μπορεί να της αποδοθεί. Μια μονότονη διαδικασία, με καρμπόν αντιγραφές των εκλογικών αποτελεσμάτων. Μια διαδικασία χωρίς κανένα ενδιαφέρον αφού το αποτέλεσμα είναι γνωστό πριν ακόμη ξεκινήσει η εκλογική καμπάνια. Μια διαδικασία που στο τέλος γίνεται κουραστική τόσο για τους συμμετέχοντες όσο και για τους ψηφοφόρους της.
Από μια μερίδα της αριστεράς, αν όχι από το σύνολό της, υπάρχει η άποψη ότι ναι μεν το εκλογικό ποσοστό παραμένει διαχρονικά μικρό ή και ελάχιστο, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Ότι η κάθοδος στις εκλογές δεν έχει ως αντικείμενο την αναμέτρηση σε εκλογικά ποσοστά, αλλά σε πολιτικές θέσεις. Ότι η εκλογική διαδικασία, αλλά και η κοινοβουλευτική παρουσία, αποτελεί μια μορφή πολιτικού αγώνα μέσω του οποίου δίνεται η δυνατότητα να εκφραστούν ή και να ασκηθούν  πιέσεις αντιπολιτευτικές, για τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Το μεγάλο ζήτημα όμως δεν είναι πώς βλέπει η οργανωμένη αριστερά τις εκλογές, αλλά το πώς τις αντιλαμβάνονται οι ψηφοφόροι. Γιατί ως θεσμός οι εκλογές δεν αποτελούν ένα φόρουμ έκθεσης απόψεων, αλλά αντίθετα θεωρούνται μια διαδικασία μέσα από την οποία θα εκλεγεί αυτός που θα  εμφανισθεί πιο ικανός να διαχειριστεί τις τύχες της κοινωνίας στο άμεσο μέλλον. Εξάλλου αυτός ο θεσμός δημιουργήθηκε για να ανταποκριθεί σε αυτόν ακριβώς το ρόλο: της διαχείρισης της εξουσίας. Μια διαχείριση δηλαδή που πρέπει να θεωρείται «ρεαλιστική», «ορθολογική», και να μην παραβιάζει την περίφημη «κοινή λογική». Κάθε άλλη προσέγγιση, κάθε άλλη λογική, τοποθετείται στο περιθώριο της προεκλογικής παρέμβασης και στην ανυποληψία των ψηφοφόρων.
Είναι γνωστό εξάλλου ότι μόνο όταν ο Τσίπρας ζήτησε την πολιτική εξουσία για να «σχίσει» τα μνημόνια, βρέθηκαν αυτιά έτοιμα να τον ακούσουν. Χωρίς να βάζει δηλαδή ως προαπαιτούμενα την έξοδο από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ή τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κάθε αντιπολιτευτικός λόγος λοιπόν που δεν εστιάζει στη διαχείριση, ακούγεται ανούσιος και ξύλινος γιατί δεν απαντάει στα βασικά ερωτήματα που βάζει ο ίδιος ο θεσμός των εκλογών.
Η αριστερά όμως αρνείται τη διαχείριση, όχι για να μην έχει το κακόφημο πολιτικό κόστος, αλλά γιατί θεωρεί ως τη μεγαλύτερη ουτοπία κάθε προσπάθεια για να εφαρμοστεί έστω και ένα αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα μετασχηματισμού σε αυτό το πολιτικοοικονομικό περιβάλλον. Πολύ περισσότερο που σε αυτό το συγκεκριμένο περιβάλλον εξοστρακίζεται κάθε άλλη άποψη, ακόμα και των συντηρητικών κομμάτων, που έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική πρακτική των ανακτόρων των Βρυξελλών. Γιατί γίνεται αναφορά σε μια χώρα υπερχρεωμένη, εξαρτημένη και στραγγαλισμένη από τους δανειστές της, όπου ο πολιτικός διαχειριστής μετατρέπεται σε διεκπεραιωτή εντολών.
Ποια μπορεί λοιπόν να είναι η στάση της αριστεράς μπροστά στην απογοητευτική τακτική της ήττας, άρα και της ηττοπάθειας των εκλογικών αποτελεσμάτων και της δικαιολογημένης άρνησής  της να υπακούσει στα κελεύσματα της διαχείρισης;
Η απάντηση μοιάζει να είναι προφανής. Να ανταλλάξει τα (ανούσια) λίγα λεπτά προβολής από τα ΜΜΕ με την απαξιωτική στάση της έναντι αυτού του θεσμού. Όχι με την έννοια της απόλυτης και διαχρονικής αποχής (αναρχικοί), αλλά με αυτής της τακτικής επιλογής που ανταποκρίνεται στη συγκυρία της εποχής.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι γίνεται αναφορά σε έναν θεσμό που όλο και περισσότερο υποβαθμίζεται από τους λαούς της Ευρώπης και των ΗΠΑ, αφού η αποχή χρόνο με το χρόνο όλο και μεγαλώνει. Απαξιώνεται βέβαια όχι ως ένας αστικός θεσμός, αλλά ως ένας λαϊκά ανίσχυρος θεσμός, που μπορεί να εμφανίζεται ως σχετικά δημοκρατικός, αλλά που στην ουσία η εκάστοτε εξουσία έχει τη δυνατότητα να αλλοιώνει έντεχνα, ή και να παραβλέπει άκομψα όταν χρειαστεί, τη γνώμη της κοινωνίας. Με την αποχή λοιπόν δεν περιθωριοποιείσαι κοινωνικά, αλλά αντίθετα συγχρονίζεις το βηματισμό σου με το βηματισμό εκατομμυρίων άλλων (σίγουρα) φτωχών και ανίσχυρων εργαζόμενων. Διαχωρίζεις τη θέση σου από έναν θεσμό που όλο και περισσότερο εξελίσσεται σε μια βιτρίνα μάρκετινγκ, που όπως κάθε διαδικασία μάρκετινγκ προσπαθεί να εξαπατήσει τον καταναλωτή.
Όχι πως η τακτική της αποχής θα προβληματίσει και ιδιαίτερα την εξουσία. Αυτή δεν έχει πρόβλημα να κυβερνά και με ένα ελάχιστο ποσοστό συμμετεχόντων, αφού το σύνταγμά της δεν της βάζει κανέναν περιορισμό. Το ζητούμενο όμως σε κάθε περίπτωση δεν είναι να φοβηθεί η εξουσία, αλλά να ανταποκριθεί η κοινωνία των μισθωτών.
 
Υ.Γ. Για ευνόητους λόγους αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε προεκλογικά.
Υ.Γ. (1) Η στάση της (κομμουνιστικής) αριστεράς στις εκλογές δεν αποτελεί κάποιο μείζον ζήτημα. Μάλλον θα λέγαμε ότι είναι επουσιώδες, μπροστά στην αναζήτηση των ουσιαστικών προβλημάτων που την κρατούν εδώ και πολλές δεκαετίες στην ανυπαρξία, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
 
ΥΓ του blog:: ….αυτή την στιγμή μας κυβερνά η ΝΔ και παλαιότερα ο ΣΥΡΙΖΑ με 22,5% επί του συνόλου των δυναμένων να ψηφίσουν (εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους) …..το πόσο δίκαιο και λαϊκά αντιπροσωπευτικό είναι, μπορεί ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματα του....η αποχή έχει κάποιο νόημα μόνο αν οι απέχοντες έχουν κοινό βηματισμό, έχουν πολιτικό αιτούμενο και βάζουν με την ενέργεια τους πολιτικό πρόβλημα στις εξουσίες διαφορετικά είναι σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω.....όσα κροκοδείλια δάκρυα και να χύνουν οι πολιτευτές για την αποχή, είναι η πιο απόκρυφη επιθυμία και επιδίωξη τους....στους καπιταλιστικούς πολέμους όσο κι αν απέχεις όσο κι αν δεν συμμετέχεις θα γίνεις κιμάς ούτως ή άλλως.....όπως λέει και το τραγούδι '...αν δεν έχεις νέα ευχάριστα να πεις καλύτερά μην πεις κανένα..'....αν η αριστερά κι ο αριστερός δεν έχουν ή δεν ξέρουν τρόπο να αντιπαρατεθούν και να αλλάξουν ή να ελαφρύνουν την δυσβάσταχτη επίθεση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού καλύτερα να δηλώσουν την ανυπαρξία και την ήττα τους...η αποχή είναι το πιστοποιητικό θανάτου τους....  Ο Μήτσος ο Παπαχρήστου λέει ότι 'καλύτερα να αγωνίζεσαι μάταια παρά να ζεις μάταια'...και η ψήφος είναι βόλι...βόλι που κερδήθηκε με αίμα.... μάθε πως να το χρησιμοποιείς. χωρίς να τρέφεις αυταπάτες πως μ' ένα βόλι θα σκοτώσεις ένα στρατό.....για να 'ρθει ο ποιητής να σου θυμίσει πως «Θέλει νεκροί χιλιάδες να `ναι στους τροχούς … θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους». 

«Στη φυλακή όσοι με πείραξαν»...


...το δόγμα του Άδωνη...

EDITORIAL
 
Τον ολισθηρό δρόμο του ακροδεξιού ρεβανσισμού φαίνεται να είναι υποχρεωμένος ν’ ακολουθήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφήνοντας στο μέλλον την αποκατάσταση του κεντρώου του προφίλ.
Ακολουθεί έναν πρωτοφανή διωγμό απέναντι σε... όσους επέλεξαν ΣΥΡΙΖΑ ή ήταν επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ και με ταχείς και βίαιους ρυθμούς στήνει ένα κράτος της ακροδεξιάς, αφού οι κινήσεις του εξυπηρετούν το νούμερο ένα σήμερα στη Νέα Δημοκρατία που είναι ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Έτσι φτάσαμε στην άρση ασυλίας του Παύλου Πολάκη.
Όταν η  συγκεκριμένη υπόθεση έφτασε στη Βουλή, παραξένεψε όλους πως ο εισαγγελέας δεν αναφερόταν στον Πολάκη με την ιδιότητά του υπουργού, αλλά μόνο με αυτή του βουλευτή. Φαίνεται, τελικά, ότι αυτή η παράλειψη μόνο τυχαία δεν ήταν, γιατί ακριβώς εκεί στάθηκαν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και παρέπεμψαν την υπόθεση στα ποινικά δικαστήρια, ώστε να μην πραγματοποιηθεί προανακριτική στη Βουλή και κανένας Έλληνας να μην έχει την δυνατότητα να δει και να μάθει. Όλες τις πληροφορίες θα μας τις δίνει ο ΣΚΑΪ και τα εντελλόμενα κανάλια. Ο Άδωνις  Γεωργιάδης παίρνει λοιπόν την εκδίκηση του από τον Παύλο Πολάκη, διά χειρός Μητσοτάκη.
Το ημερολόγιο του ρεβανσισμού, το οποίο έχει ανοίξει η Νέα Δημοκρατία θα την αποτραβήξει σταδιακά από την κεντρώα της γραμμή, θα την οδηγήσει στην ακροδεξιά ρητορική του Άδωνη και του ΛΑΟΣ, ενώ μόνο πόντους θα χαρίσει στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μετά απ’ όλη αυτή την καταιγίδα έχει απολέσει ελάχιστο μέρος της δύναμης του. Ένα κόμμα του 32% σε μία περίοδο κρίσης είναι η εν δυνάμει επόμενη κυβέρνηση. Κάθε λόγο λοιπόν έχουν να χαίρονται στον ΣΥΡΙΖΑ από την τακτική αυτή, ενώ πληροφορίες που δεν επιβεβαιώνονται μιλούν και για άνθρωπο εντός της Κουμουνδούρου, ο οποίος καταγράφει ανά ημέρα τις κινήσεις ρεβανσισμού που γίνονται σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Περιμένουν την σύγκρουση του Κυριάκου Μητσοτάκη με την πραγματικότητα γύρω στον Οκτώβρη, ενώ πιστεύουν ότι η φόρα με την οποία ο νέος Πρωθυπουργός εξαγγέλλει διάφορα μοιάζει με φόρα πυραύλου που εκτοξεύεται στο άγνωστο.
Οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούν ν’ απεγκλωβίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη από την ακροδεξιά παγίδα στην οποία τον οδηγούν να πέσει και του ζητούν να φανεί πραγματικά υπεράνω και ενωτικός και να μην βγάζει αυτή την εκδικητικότητα και την μικροψυχία, η οποία καθώς λένε δεν είναι του χαρακτήρα του. Είναι όμως φανερά εγκλωβισμένος στις απαιτήσεις του αντιπροέδρου του και φαίνεται διατεθειμένος να χάσει το ενωτικό του προφίλ προκειμένου να ικανοποιήσει την αλαζονική συμπεριφορά του, η οποία τώρα κάθεται και πάνω σε υπουργική καρέκλα.
Από την άλλη μεριά η Φώφη Γεννηματά, το επίσημο πλέον τσιράκι του Κυριάκου Μητσοτάκη, κάθεται σε περίοπτη θέση στη Βουλή, δίπλα στον κολλητό της, χωρίς η ίδια να απορεί με ποιο ποσοστό και ποια φόντα βρέθηκε να κάθεται δίπλα στον νέο πρωθυπουργό.
Η ξανθιά κουμπάρα των συμφερόντων, «η κομμώτρια της Τρικούπη» όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν οι εχθροί της εντός κόμματος, τρέχει πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ παράλληλα προσποιείται και την τάχα σκληρή και αντικειμενική. Η Ελληνική Λύση και ο Βελόπουλος σιγοντάρουν τη Νέα Δημοκρατία. Ο Βελόπουλος ήρθε για ν’ αντικαταστήσει τον Άδωνη στο μέλλον, γιατί είναι σίγουρο ότι σε κάποια στροφή αυτού του δρόμου ο Άδωνις θα πεταχτεί έξω. Στην Κουμουνδούρου τρίβουν τα χέρια τους.
Ο Μητσοτάκης θα έκοβε το κάπνισμα παντού και τελικά το έκοψε στους δημόσιους χώρους. Στον Ευαγγελισμό δηλαδή και στο Ιπποκράτειο. Εκεί όπου ήταν κομμένο εδώ και χρόνια. Ούτε μπουζούκια πείραξε, ούτε κέντρα, ούτε εστιατόρια, ούτε μαγαζιά.
Τα μεγαλεπήβολα λόγια αρχίζουν να μπαίνουν σε μικρά μπουκάλια. Επίσης, οι μπουλντόζες δεν πρόκειται να μπουν στο Ελληνικό ούτε μέχρι το τέλος αυτού του χρόνου. Όπως επίσης και οι φορολογικές μειώσεις αρχίζουν να στενεύουν.
Το οριζόντιο 30% στον ΕΝΦΙΑ έγινε και 20%, έγινε και 10%.
Οι προσδοκίες αρχίζουν να χαμηλώνουν, το προφίλ της κεντρώας ενωτικής παράταξης πάει στο καλάθι των αχρήστων και ο ρεβανσισμός θα ταΐσει το αντιπολιτευτικό θηρίο του 32%...

 
ΥΓ του blog: ….κι έχουν περάσει μόλις 18 ημέρες μετά τις εκλογές και 3 απ' όταν πήραν ψήφο εμπιστοσύνης σαν κυβέρνηση!!1... και που είσαι ακόμα...η αναπαλαίωση ως πρόοδος και τα deals σαν μέθοδος εφαρμοσμένης πολιτικής ξεκίνησαν όχι βέβαια στα ΜΜΕ αλλά στη ζωή, μαζί και παράλληλα με τις κωλοτούμπες… οι ΄Δεν το φανταζόμουν' που έβλεπαν ομαλή εναλλαγή στην εξουσία θα θέλαμε να δούμε τι θα λένε και τώρα και σε λίγο; Υπομονή το έργο μόλις άρχισε

Κρείττον του λαλείν το σιγάν

 
Έχετε κάνει παιδί... ...ή είστε τίποτα γεροντοκόρες;...

 Kώστας Παπαντωνίου
 
Το τρίπτυχο “Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια” θέλει να αναβιώσει η Νέα Δημοκρατία, η οποία σχεδιάζει αλλαγές στη... στρατιωτική θητεία, στα μαθήματα και ταεπιδόματα.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ των “Νέων”, ο υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος σκοπεύει να επαναφέρει τη στρατιωτική θητεία στους 12 μήνες και να κάνει υποχρεωτική τη στράτευση στα 18. Θέλει να περάσει επίσης διάταξη η οποία θα προβλέπει την εθελοντική στράτευση για τις γυναίκες.
Από την πλευρά της, η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως θέτει ως στόχο, όπως είπε στον ΣΚΑΪ, να γίνουν τα Θρησκευτικά ελκυστικό μάθημα. Ανέφερε επίσης πως θα υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΣτΕ, οι οποίες είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις αλλαγές από την προηγούμενη κυβέρνηση με το σκεπτικό ότι... "κλονίζεται η θρησκευτική χριστιανική συνείδηση".
Αποκορύφωμα όμως, αποτελεί η προγραμματική δήλωση της Δόμνας Μιχαηλίδου. Η υφυπουργός Εργασίας ανέφερε πως το επιτελείο της εξετάζει την παροχή ακόμη ενός επιδόματος, το οποίο θα αφορά γυναίκες που κάνουν παιδί σε ηλικία κάτω των 30 ετών.
«Την οικοκυρική σχολή δεν βλέπω να ανοίγετε και προβληματίζομαι». Η δήλωση, όπως ήταν αναμενόμενο, έκανε τον γύρο του Διαδικτύου και σχολιάστηκε πολύ. Πρώτα απ’ όλα γιατί είναι προσβλητική για τη γυναίκα. Το επίδομα αφορά εκείνη μόνο, όχι το ζευγάρι. Αντιμετωπίζεται ως μηχανή αναπαραγωγής.
Είναι επίσης αναχρονιστική, γιατί επαναφέρει το στερεότυπο ότι οι γυναίκες πρέπει να παντρεύονται μικρές και να κάνουν παιδιά. Είναι τιμωρητική για τις γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά μέχρι τα 30. Αλλά είναι και εκτός πραγματικότητας, καθώς τα βασικά προβλήματα είναι η ανεργία και η εργασιακή επισφάλεια.
Φαντάζει με ειρωνεία να ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι θέλει να στηρίξει τη γυναίκα όταν υποβαθμίζει το ΣΕΠΕ. Όταν είναι γνωστό πως απολύονται γυναίκες μετά την εγκυμοσύνη. Όταν απολύονται επειδή παντρεύονται. Όταν απειλούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους αν μείνουν έγκυες.
Αντί να κοιτάξει πώς θα προστατεύσει η Ν.Δ. τη γυναίκα στην εργασία, κοιτάζει να μην της μείνει στο ράφι. Την προορίζει για νοικοκυρά. Της λέει «αφού θα είσαι άνεργη, αφού θα μένεις που θα μένεις σπίτι, ξεκίνα να γεννάς κιόλας». Κι έπειτα, είναι και τα παιδιά που δεν βλέπει κανείς τους. "Με 2.500 παιδιά στα ‘αζήτητα’ των ιδρυμάτων, προτεραιότητα είναι η πριμοδότηση για παιδί μέχρι τα 30;" αναρωτιέται εύλογα ο Αντώνης Ρέλλας...
                                                                                                                        www.avgi.gr

Πεντάρης προς ΠτΔ: Δεν μπορώ να γιορτάσω τη Δημοκρατία με Βορίδη, Γεωργιάδη, Μιχαηλίδου

 
Ο Βασίλης Πεντάρης αρνήθηκε την πρόσκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας και με επιστολή του εξηγεί τους λόγους
 
 
Την άρνησή του να παρευρεθεί στη χθεσινή γιορτή της Δημοκρατίας που διοργάνωσε η Προεδρία της Δημοκρατίας, εξέφρασε με επιστολή του προς τον ίδιο τον ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλο, ο σημαντικός κρητικός αγωνιστής κατά της δικτατορίας Βασίλης Πεντάρης. Ο Βασίλης Πεντάρης εκλέχθηκε βουλευτής με την ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης, στις 17 Νοεμβρίου 1974.
Στην εκτενή του επιστολή που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Χανιώτικα Νέα, ο κ. Πεντάρης εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφασή του να μην πάει στην γιορτή για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
«Δεν μπορώ να εορτάσω για τη Δημοκρατία, μαζί με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαυρουδή Βορίδη που διακήρυσσε «Μόνο ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μπορεί να δώσει λύση». Αυτός που κατέλυσε τις δημοκρατικές ελευθερίες, που αιματοκύλησε την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, που απέσυρε τη Μεραρχία της Κύπρου ανοίγοντας τον δρόμο για την Κυπριακή Εθνική συμφορά!
»Δεν μπορώ να εορτάσω μαζί με τον υπουργό Επενδύσεων Αδωνη Γεωργιάδη που διακήρυσσε «Δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο». Οταν στα χέρια μου ξεψύχησε ένας φοιτητής στο κτήριο Γκίνη του Πολυτεχνείου.
»Δεν μπορώ να εορτάσω αυτή την ιστορική μέρα, που τιμά τους αγωνιστές της Δημοκρατίας, με την υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου, που μόλις προχθές έλεγε «έχουμε μια αγιοποίηση του αντιδικτατορικού αγώνα. Εχουμε μια σχέση με μετατροπή, σε βαθιά ψυχική νόσο, η οποία είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο». Δηλαδή ψυχασθενείς όσοι αντιστάθηκαν για να αποκατασταθεί η “Δημοκρατία”;», αναφέρει χαρακτηριστικά.
 
Ολόκληρη η επιστολή του Βασίλη Πεντάρη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει ως εξής:
Αξιότιμε κύριε πρόεδρε της Δημοκρατίας, σας ευχαριστώ για την πρόσκληση που μου στείλατε για να παραβρεθώ στην εκδήλωση για την 45η επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, στο Προεδρικό Μέγαρο. Είναι μια επέτειος που δικαιολογημένα εορτάζεται για 45 χρόνια.
Εμείς που ζήσαμε το καθεστώς της στρατιωτικής δικτατορίας, μας θυμίζει μέρες βίας, ανομίας, ταπείνωσης, ανελευθερίας.
Μέρες που για μας τους φοιτητές τότε, ήσαν χωρίς προοπτική και όνειρα για το μέλλον μας. Γιατί μόνο σε καθεστώς ελευθερίας και Δημοκρατίας μπορείς να σχεδιάσεις για το μέλλον σου. Οι ακαδημαϊκές ελευθερίες ήσαν ανύπαρκτες, το πανεπιστημιακό άσυλο άγνωστο για τους κρατούντες και το παραβίαζαν όποτε ήθελαν, είτε με τις αστυνομικές δυνάμεις, είτε με τα τανκς. Το δικαίωμα για να σπουδάσουμε καταπατήθηκε κι αυτό με τη βίαιη διακοπή των σπουδών των φοιτητών και τον εγκλεισμό τους στα στρατόπεδα της Χούντας.
Η Δημοκρατία στον ακαδημαϊκό χώρο ανύπαρκτη, αφού οι εκπρόσωποι των φοιτητών διορίζονταν από τα όργανα της Χούντας.
Κάτω λοιπόν απ’ αυτό το καθεστώς, οι φοιτητές αγωνίσθηκαν και έσωσαν την τιμή της Δημοκρατίας και γι’ αυτό, κύριε πρόεδρε της Δημοκρατίας, σας ευχαριστώ γιατί με τιμήσατε με την πρόσκλησή σας, για την παρουσία μου σ’ αυτό τον τίμιο φοιτητικό αντιδικτατορικό αγώνα.
Κύριε πρόεδρε, είναι γεγονός ότι οι αγώνες των φοιτητών βοήθησαν στην κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος. Η εξέγερση στο Πολυτεχνείο απέτρεψε την εγκαθίδρυση μας δήθεν “Δημοκρατίας” με κουμανταδόρο τον στρατό.
Είχαν σαν αποτέλεσμα οι αγώνες αυτοί, ο Ελληνικός Λαός να εκλέγει ελεύθερα σήμερα τις κυβερνήσεις του, να σκέπτεται ελεύθερα και να μη φοβάται για τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις. Και δικαιολογημένα τιμάται αυτή η επέτειος. Αλίμονο σ’ ένα Λαό που δεν έχει ιστορική μνήμη. Αλίμονο στον Λαό μας, αν δεν θυμάται και αν δεν τιμά τους αγώνες όσων βασανίστηκαν στα κολαστήρια της ΕΣΑ και της Μπουμπουλίνας, που εξορίσθηκαν στα ξερονήσια αφήνοντας παιδιά, γονείς, τα σπίτια τους, που φυλακίστηκαν γιατί τόλμησαν να ζητήσουν Δημοκρατία.
Ολοι αυτοί που έδωσαν το “παρών” σ’ αυτό τον αντιστασιακό αγώνα για ελευθερία και Δημοκρατία έκαναν αγώνα χωρίς ιδιοτέλεια.
Γιατί αγαπούσαν τον τόπο τους.
Γιατί οι αγώνες για την Ελευθερία, τη  Δημοκρατία και την Εθνική ανεξαρτησία είναι ανιδιοτελείς.
Κύριε πρόεδρε, σ’ αυτή την εκδήλωση στο Προεδρικό Μέγαρο δεν θα παραστώ, γιατί δεν μπορώ να συνεορτάζω αυτή την ιστορική μέρα με τους υμνητές της Χούντας, με τους υβριστές των νεκρών του Πολυτεχνείου, μ’ αυτούς που διακηρύσσουν ότι όσοι έκαναν αντίσταση ήσαν «ψυχικά άρρωστοι». Συγκεκριμένα δεν μπορώ να εορτάσω για τη Δημοκρατία, μαζί με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαυρουδή Βορίδη που διακήρυσσε «Μόνο ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μπορεί να δώσει λύση». Αυτός που κατέλυσε τις δημοκρατικές ελευθερίες, που αιματοκύλησε την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, που απέσυρε τη Μεραρχία της Κύπρου ανοίγοντας τον δρόμο για την Κυπριακή Εθνική συμφορά!
Δεν μπορώ να εορτάσω μαζί με τον υπουργό Επενδύσεων Αδωνη Γεωργιάδη που διακήρυσσε «Δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο». Οταν στα χέρια μου ξεψύχησε ένας φοιτητής στο κτήριο Γκίνη του Πολυτεχνείου.
Δεν μπορώ να εορτάσω αυτή την ιστορική μέρα, που τιμά τους αγωνιστές της Δημοκρατίας, με την υφυπουργό Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου, που μόλις προχθές έλεγε «έχουμε μια αγιοποίηση του αντιδικτατορικού αγώνα. Εχουμε μια σχέση με μετατροπή, σε βαθιά ψυχική νόσο, η οποία είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο». Δηλαδή ψυχασθενείς όσοι αντιστάθηκαν για να αποκατασταθεί η “Δημοκρατία”;
Δηλαδή «ψυχικά ασθενής» η Προεδρία της Δημοκρατίας που τιμά την επέτειο αυτής; Δηλαδή ο Παναγούλης, ο Μουστακλής, ο Μανδηλαράς, ο Ελής, ο Τσαουχάς, οι δεκάδες νεκροί του Πολυτεχνείου, οι εκατοντάδες που βασανίσθηκαν, οι χιλιάδες που εξορίσθηκαν, ήσαν «ψυχικά ασθενείς»;
Ολοι αυτοί που αγωνίσθηκαν, για να απολαμβάνει αυτή η κυρία τα αγαθά της Δημοκρατίας σήμερα, ήσαν «τρελοί». Κύριε πρόεδρε της Δημοκρατίας, η Δημοκρατία εορτάζεται απ’ αυτούς που πίστεψαν και πιστεύουν σ’ αυτή.
Οχι από τους υμνητές της δικτατορίας και τους υποκριτές. Σας ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας.
Με εκτίμηση Βασίλης Πεντάρης
 
Ο Βασίλης Πεντάρης είναι πολιτικός μηχανικός, πρώην βουλευτής με την 'Ένωση Κέντρου το 1974 κι είναι από τα Χανιά της Κρήτης. Το 1972 ήταν φοιτητής του ΕΜΠ και πρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης Κρητών που πρωταγωνίστησε με άλλους τοπικούς συλλόγους στο ξεκίνημα του αντιδικτατορικού κινήματος και του αντιδικτατορικού αγώνα.


Η Δημόσια Δωρεάν Παιδεία στο απόσπασμα

 
Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για τον τρόπο πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση «ξύπνησαν» τους χειρότερους εφιάλτες της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, αφού είναι πλέον απτός ο κίνδυνος του μαζικού αποκλεισμού των παιδιών, κυρίως της εργατικής τάξης, από την πανεπιστημιακή μόρφωση, με τα πλέον ξεκάθαρα ταξικά κριτήρια.
Όσο και αν η κυβέρνηση και η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας προσπαθούν να κρύψουν αυτήν την πραγματικότητα μέσα από αστικά ιδεολογήματα τύπου «αριστείας», η σαφής πρόθεσή τους να εμπορευματοποιήσουν την Παιδεία προς όφελος των «εχόντων» και των κάθε φορά αναγκών της αγοράς και όχι προς όφελος της κοινωνίας και των αναγκών της χώρας, ξεπροβάλει πιο νοσηρή από ποτέ.
Το Tvxs απευθύνθηκε σε ανθρώπους με μεγάλη εκπαιδευτική, ερευνητική, πολιτική αλλά και συνδικαλιστική πείρα προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει αυτούς τους τρόπους και τις προθέσεις.
Συνομιλήσαμε με τον Παύλο Χαραμή, εκπαιδευτικό - ερευνητή με σημαντικό επιστημονικό έργο στον τομέα της Παιδείας, τον Θέμη Κοτσιφάκη, εκπαιδευτικό με μακροχρόνια συνδικαλιστική εμπειρία και σήμερα Συντονιστή του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ και τον Δημήτρη Κεχρή, έναν νέο καθηγητή σε φροντιστήρια, δηλαδή με έναν άνθρωπο στην «πρώτη γραμμή» της προσπάθειας των παιδιών να αποκτήσουν το «δισκοπότηρο» της πρόσβασης στα πανεπιστήμια.
Η «λαιμητόμος» της «διπλής βάσης»
«Έχουμε μια δέσμη μέτρων, με βάση και τις εξαγγελίες, αλλά και το γενικότερο σχεδιασμό που έχει ανακοινωθεί για την εκπαιδευτική πολιτική, η οποία φαίνεται ότι δεν ευνοεί και άρα το πιθανότερο είναι ότι θα μειώσει, τον αριθμό των εισαγόμενων φοιτητών στα τριτοβάθμια ιδρύματα» σημειώνει ο Παύλος Χαραμής.
«Σε αυτά τα μέτρα έχει βέβαια ένα σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει το γεγονός ότι τα ίδια τα πανεπιστήμια θα ορίζουν, σε κάθε τμήμα και σχολή, πόσους φοιτητές θα δεχθούν, από την άλλη πλευρά όμως φαίνεται ότι υπάρχει και αυτή η διπλή βάση που έχει ανακοινωθεί ότι θα εφαρμοστεί.
»Διπλή βάση σημαίνει ότι από τη μια μεριά θα υπάρχει μια βάση που θα την ορίζει η πολιτεία και αυτή η βάση σχεδόν ταυτίζεται με το μισό του άριστα, δηλαδή με το 10 και από την άλλη πλευρά έχουμε μια δεύτερη βάση που θα την ορίζει η κάθε σχολή ή τμήμα που θα εκτιμά ότι πρέπει να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την πρόσβαση. Επομένως, με αυτόν τον τρόπο - και καθώς η πολιτεία απεμπολεί το δικαίωμά της που είχε μέχρι τα τώρα και το εφάρμοζε, να ορίζει πόσα παιδιά θα ενταχθούν σε κάθε σχολή, αλλά όριζε και τη βάση που τώρα θα την ορίζουν οι σχολές - φαίνεται ότι κατακερματίζεται αυτό το κεντρικό δικαίωμα της πολιτείας και παίζουν και άλλοι παράγοντες σημαντικό ρόλο».
«Αυτό πρακτικά σημαίνει», συμπληρώνει ο Θέμης Κοτσιφάκης, «από την εμπειρία που υπάρχει, ότι θα είναι πολύ χαμηλότερος ο αριθμός των εισακτέων, με βάση τις προτάσεις των σχολών που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια».
Επιπλέον, συνεχίζει ο Θ. Κοτσιφάκης, με τον «κόφτη» της βάσης του 10, «ακόμη κι αν υπάρχουν θέσεις, αν ο μαθητής δεν περάσει αυτή τη βάση, δεν θα περνάει και στη σχολή». «Αυτό, όμως, είναι τεχνητό, διότι, τι σημαίνει “βάση” και ποιος την καθορίζει; Μπορεί, έτσι, μία κυβέρνηση, επιλέγοντας τη δυσκολία των θεμάτων να αυξομειώνει τον αριθμό των εισακτέων, να είναι σαν ένα “ασανσέρ” - κόφτης: “Θέλω να πάρω τόσους, άρα βάζω δύσκολα θέματα”».
«Αυτό τώρα με τη σειρά του» συνεχίζει ο Π. Χαραμής, «έχει ένα άμεσο αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την εφαρμογή εκπαιδευτικής πολιτικής: Ότι δεν επιτρέπει να εφαρμόζεται μια κεντρικά οργανωμένη πολιτική. Με τη σειρά του αυτό σημαίνει, ότι κάθε σχολή και κάθε ίδρυμα μπορεί να διαμορφώνει διαφορετικούς όρους, ακόμη και όταν μιλάμε για τις ίδιες σχολές, δηλαδή τις ιατρικές ή τις πολυτεχνικές φέρ' ειπείν.
»Αυτό με τη σειρά του μετακυλίει σε όλο το σύστημα επιλογής και πρόσβασης για τα πανεπιστήμια μια ασάφεια και μια ρευστότητα που καταλήγει εις βάρος των αντικειμενικών και αξιολογικών κριτηρίων. Καθώς ακριβώς η κάθε σχολή θα έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση, αντίστοιχα θα μπορεί να ορίζει και τη βάση. Επομένως θα μπαίνει σε έναν κύκλο, ο οποίος οδηγεί τελικά σε πανεπιστημιακές σχολές διαφορετικών ταχυτήτων ή διαφορετικού κοινωνικού, ίσως και επιστημονικού, αντικρίσματος».
Η «λαιμητόμος» της Τράπεζας Θεμάτων και η «δεξαμενή» των σχολών επαγγελματικής κατάρτισης
«Το σοβαρότερο είναι ότι στο Λύκειο θα εξετάζονται όλα τα μαθήματα - ενώ επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είχαν μειωθεί σε τέσσερα με έξι τα εξεταζόμενα- και θα μετράνε και οι βαθμοί και των τριών τάξεων, με Τράπεζα Θεμάτων λέει ο Θ. Κοτσιφάκης.
«Αυτό σημαίνει ότι τα θέματα δεν τα βάζει ο καθηγητής, αλλά μπαίνουν μέσα από μια Τράπεζα Θεμάτων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν περισσότερα παιδιά που θα απορρίπτονται. Αυτό θα γίνεται από την Α’ Λυκείου και θα μετράνε όλοι οι βαθμοί για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, κάτι το οποίο θα οδηγήσει σε έναν βαθμοθηρικό ανταγωνισμό. Άρα όλο το Λύκειο οδηγείται στη λογική του ανταγωνισμού και της βαθμοθηρίας, με στόχο τα παιδιά να φύγουν από το Λύκειο.
»Αν επαναληφθεί η προηγούμενη εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων επί υπουργίας Αρβανιτόπουλου (σσ, Ιούνιος 2013 - Ιούνιος 2014) τότε θα μπει και στα ΕΠΑΛ. Ο στόχος, όμως, δεν είναι να πάνε στα ΕΠΑΛ, ο στόχος είναι να πάνε σε σχολές “επαγγελματικής κατάρτισης” μετά το Γυμνάσιο, που τις κατάργησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Οι οποίες θα έχουν και ανήλικη μαθητεία μέσα. Προς τα εκεί θέλουν να σπρώξουν το μαθητικό δυναμικό. Είναι πιο υποδεέστερες από τα ΕΠΑΛ. Τα ΕΠΑΛ έχουν απολυτήριο λυκείου, δυνατότητα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια, κάποιες άλλες δυνατότητες. Ενώ από τις σχολές “επαγγελματικής κατάρτισης” δεν υπάρχει τίποτε άλλο μετά.
«Εδώ έχει μια σημασία να δούμε στην πράξη ποια αντίληψη θα επικρατήσει σε ό,τι αφορά τις σχολές επαγγελματικής κατάρτισης και γενικότερα τη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση» σημειώνει ο Π. Χαραμής. «Σίγουρα όμως οι αλλαγές που θα γίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα επηρεάσουν και αυτό το κομμάτι και πιθανόν να αξιοποιηθεί αυτή η δεξαμενή ως εφεδρική γι’ αυτούς που δεν θα πετυχαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
»Φαίνεται ότι μια τέτοια πολιτική στο σύνολό της αλλάζει σε σημαντικό βαθμό και την ίδια τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Δηλαδή έρχονται επιπτώσεις κυρίως στο Λύκειο, διότι πράγματι θα καταστήσει και το Λύκειο δέσμιο αυτών των επιλογών. Η φοίτηση στο Λύκειο και οι όποιες βαθμολογικές επιπτώσεις σε αυτό θα υπολογίζονται για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, άρα και το Λύκειο εργαλειοποιείται ακόμη περισσότερο στην προοπτική της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και μάλιστα στις επίζηλες σχολές».
 
Η μεγάλη αντίφαση
«Υπάρχει ένα καθοριστικό ερώτημα εδώ» συνεχίζει ο Π. Χαραμής. «Εάν δεχθούμε αυτό που τονίζει η σημερινή πολιτική της ΝΔ, ότι δεν έχει νόημα να δημιουργείς επιστημονικό δυναμικό σε έναν τομέα ο οποίος μαστίζεται ήδη από την ανεργία, τότε από τη μια μεριά αυτό προϋποθέτει μια ενδοστρεφή ακαδημαϊκή εκπαίδευση, η οποία βασίζεται μόνο στην ελληνική πραγματικότητα και όχι και στη διεθνή - προς την οποία έτσι κι αλλιώς προσανατολιζόμαστε και αυτό το λέω ανεξάρτητα από την κρίση - και από την άλλη τίθεται το εξής ερώτημα: Εάν έτσι έχουν τα πράγματα - όπως δείχνει η ίδρυση της Νομικής Σχολής στην Πάτρα και η ακύρωσή της - τότε πώς συμβαίνει ταυτόχρονα να προωθείται η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων; Δηλαδή φαίνεται για τη μια περίπτωση χρησιμοποιείται το επιχείρημα του υπερβολικού επιστημονικού δυναμικού που οδηγείται στην ανεργία, ενώ για την άλλη περίπτωση κρίνεται ως αναγκαίο να συσταθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αυτό ως αντιφατικός λόγος στην πράξη πιθανόν να υποκρύπτει αυτή τη διάθεση να δημιουργηθεί ένα επιστημονικό δυναμικό, ειδικά για τα ιδιωτικά τριτοβάθμια ιδρύματα.
»Ως σύστημα το οποίο από τη μια μεριά μπορεί να υιοθετεί κόφτες στα δημόσια πανεπιστήμια και από την άλλη να επιτρέπει την ίδρυση ιδιωτικών, θα ευνοεί μια άλλους είδους μετακίνηση ακαδημαϊκού προσωπικού, είτε από τα δημόσια  προς ιδιωτικά ιδρύματα ή ακόμη και στην ταυτόχρονη απασχόληση ακαδημαϊκού προσωπικού και σε ιδιωτικά και σε δημόσια».    
Αυξάνοντας την πελατεία στα φροντιστήρια
«Με την ένταση του ανταγωνισμού για την πρόσβαση στα πανεπιστήμια, δηλαδή με τα διαδοχικά όρια που θα τίθενται και που είναι πιθανό χρόνο με το χρόνο να ανεβαίνουν, αυτό θα αντανακλά στην αγορά των φροντιστηρίων, με την έννοια ότι και τα φροντιστήρια θα προσαρμοστούν σε πιο απαιτητική προετοιμασία των υποψηφίων πράγμα που προφανώς σημαίνει και περισσότερα δίδακτρα», σημειώνει ο Π. Χαραμής.
«Με όλα αυτά τα μέτρα θέλουν να κάνουν ένα “αριστοκρατικό” Λύκειο και να αυξήσουν την πελατεία στα φροντιστήρια» συμπληρώνει ο Θ. Κατσιφάκης. «Να σημειωθεί, ότι την μία και μοναδική χρονιά που πρόλαβε να εφαρμοστεί επί Αρβανιτόπουλου η Τράπεζα Θεμάτων, αυξήθηκαν τα φροντιστήρια στην Α’ Λυκείου κατά 15% σύμφωνα με δημοσιευμένη ανάλυση που είχαν κάνει οι ίδιοι οι φροντιστές. Ενώ ο αριθμός των μεταξεταστέων που ήταν πάντα γύρω στο 4%, πήγε 24% και μετά από κάποιες ρυθμίσεις που κάνανε για το πώς γίνεται η βαθμολογία - το είχαν αλλάξει και αυτό - πήγε στο 16%.
»Άρα η μία επίπτωση είναι η αύξηση της πελατείας στα φροντιστήρια, που σημαίνει ότι ο πιο φτωχός θα εγκαταλείπει και θα πηγαίνει στην κατάρτιση και βεβαίως είναι ότι το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα στρεβλώνεται. Όλο μπαίνει στη λογική του “εξεταστικά χρήσιμου”, άρα έχουμε στρέβλωση όλης της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Θα αυξηθεί η μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό. Θα έχουμε αύξηση πελατείας στα ιδιωτικά κολέγια και βέβαια θα προκύψει και αγορά για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αυτό βρίσκεται στο βάθος: Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και η πελατεία στην ιδιωτική εκπαίδευση. Και βέβαια ο κίνδυνος να κλείσουν πολλές σχολές στην επαρχία, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις τοπικές κοινωνίες».
Επιπλέον, σημειώνει ο Δημήτρης Κεχρής, από τη στιγμή που «θα μπαίνουν τελικά στο πανεπιστήμιο αυτοί που μάλλον έχουν περισσότερα λεφτά να πληρώσουν περισσότερα φροντιστήρια, είναι μεγάλη η πιθανότητα να γίνει πιο ταξική η σύνθεση του φοιτητικού σώματος. Θα έχουμε φοιτητές από τα μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα».
 
Οι δύο τάσεις
Μιλώντας για τις επιπτώσεις στον ψυχισμό των παιδιών από την εντατικοποίηση, ο Π. Χαραμής σημειώνει ότι «θα ενταθούν, διότι και σήμερα υπάρχουν αλλά είναι περιορισμένες». «Διεθνώς υπάρχουν δύο βασικές τάσεις και κατευθύνσεις. Η μία είναι αυτή της έντασης του ανταγωνισμού και της ακόμη μεγαλύτερης σημασίας των εξετάσεων εθνικής κλίμακας (πχ ΗΠΑ, Βρετανία) και η άλλη τάση είναι αντίθετη - και εδώ η Φινλανδία θα είχε να δώσει σχετικά παραδείγματα - μιας πιο ήπιας εκπαίδευσης, η οποία αποσκοπεί περισσότερο να δημιουργήσει μια πιο ολοκληρωμένη και ίσως μια πιο ευτυχισμένη προσωπικότητα.
»Χωρίς αυτά να είναι απόλυτα, ωστόσο βλέπει κανείς στοιχεία στη μία πρακτική και στην άλλη, τα οποία κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις. Επομένως εδώ η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική φαίνεται να κλίνει σαφώς προς την πρώτη τάση και όχι προς την δεύτερη». 
 
Αλώνοντας τη δημόσια εκπαίδευση
Σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις στην οικονομική πλευρά της Εκπαίδευσης, ο Π. Χαραμής υπογραμμίζει, ότι «το πιο σημαντικό είναι - και μάλιστα έχουν γίνει και σχετικές εξαγγελίες - ότι θα ευνοηθεί μια συνεργασία μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων η οποία είχε εξαγγελθεί και για τη συνεργασία μεταξύ νοσοκομείων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Υπήρξε εκεί ένας φόβος, ότι ως λιγότερο απροστάτευτα τα νοσοκομεία του δημόσιου τομέα - εννοώ από το μη ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των συμφερόντων τους - καθίστανται ουσιαστικά εξυπηρετικά των αντίστοιχων ιδιωτικών. Φανταστείτε να γίνει το ίδιο στα πανεπιστήμια. Δεν θέλω να το σκεφτώ καν. Δηλαδή ένα πανεπιστήμιο που συνεργάζεται άμεσα ή έμμεσα ή έχει και κοινό προσωπικό με ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο να θέτει τις δυνατότητές του και τα συμφέροντά του κατά προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση συμφερόντων που δεν αντιστοιχούν σε αυτά του ίδιου του δημόσιου πανεπιστημίου. Είναι ζητήματα που θα τα βρούμε μπροστά μας. Τα έχουν βρει και άλλες χώρες. Αλλά σε άλλες χώρες υπήρξε και μία εκλογίκευση λόγω της μεγάλης παράδοσης η οποία δεν βλέπω να υφίσταται στην ελληνική πραγματικότητα».
«’Ενα ακόμη σοβαρό ζήτημα από την μείωση των εισακτέων είναι ότι μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ καλό «πάτημα» για την υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων» λέει ο Δημήτρης Κεχρής. «Θα κοστίζουν πλέον λιγότερο στο κράτος οι φοιτητές, αφού θα είναι λιγότεροι. Λιγότερα βιβλία, λιγότερες κάρτες σίτισης, λιγότερες εστίες και δικαιούχοι κλπ..
 
Η πολιτισμική μετατόπιση στον αδηφάγο ανταγωνισμό
«Το πλαίσιο γίνεται αυτομάτως πιο ανταγωνιστικό για τους μαθητές, κάτι το οποίο θα το ενσωματώνουν σαν κουλτούρα και για την μετέπειτα ζωή τους» σημειώνει ο Δημήτρης Κεχρής. «Εφόσον θα είναι λιγότερες οι θέσεις, θα κονταροχτυπιούνται γι’ αυτές μέχρι “τελικής πτώσης”. Αυτό θα το κουβαλάνε και στη ζωή τους, στη δουλειά τους, στις σχέσεις τους: Ο νόμος της ζούγκλας, ο πιο δυνατός επιβιώνει.»
«Έτσι λοιπόν το πανεπιστήμιο θα είναι για τους πιο προνομιούχους, θα μειωθεί η κρατική χρηματοδότησή τους, ενώ θα δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος και στη δευτεροβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση. Οι σχολάρχες θα αυξήσουν την πελατεία τους και από το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Και αυτό θα επιφέρει και μια επιπλέον πολιτισμική μετατόπιση στην ταυτότητα του μαθητή. Θα γίνει πιο εντατικοποιημένη η ζωή του, από πολύ μικρή ηλικία. Θα αρχίσει να λειτουργεί σαν ένα “ρομπότ” με τεχνοκρατικούς στόχους, από τα δώδεκα χρόνια του, εφόσον θα σκληρύνει το πλαίσιο για τους στόχους που είναι προς επίτευξη».

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Πού το πάει η κυβέρνηση και πώς μπορεί να την αποκαλύψει η αντιπολίτευση


Του Γ. Λακόπουλου

Διακεκριμένος πανεπιστημιακός, που είχε σχετιστεί με το ΠΑΣΟΚ παλαιότερα, ερωτηθείς για την νεοπαγή κυβέρνηση Μητσοτάκη έσπευσε να πει: «Ξεκίνησε πολύ  καλά».
Κάποιος τότε του επισήμανε 5-6 από τα «καλά» του κυβερνητικού ξεκινήματος:
Την -αδιαφανούς προετοιμασίας- ανάθεση υπουργείων σε μέλη άλλων κομμάτων- ο ένας μάλιστα ήταν  για μια περίοδο Νο2  και δελφίνος στο δικό του- με άλλες ιδεολογίες.
Την υπουργοποίηση απολιτίκ προσώπων για να ασκήσουν πολιτική.
Την  μεταφορά της αρχισυνταξίας του ΑΠΕ και της  ΕΡΤ στο πρωθυπουργικό γραφείο.
Τη σκληρή κομματική διαδικασία στην τοποθέτηση γενικών γραμματέων.
Την έκθεση ιδεών που εμφανίσθηκε ως προγραμματικές δηλώσεις.
Την ανάθεση στην αστυνομία, της σωφρονιστικής, της ακαδημαϊκής και της μεταναστευτικής πολιτικής.
Όταν άκουσε αυτά τα δείγματα γραφής, το πήρε πίσω: «Δεν ασχολήθηκα και πολύ αυτές τις μέρες και είχα  την αίσθηση ότι είναι εντάξει τα πράγματα».
Σ’ αυτό ακριβώς ποντάρει η κυβέρνηση Μητσοτάκη: Να μην ασχολούνται οι πολίτες με τις αποφάσεις της και να μένουν με την εντύπωση που δημιουργεί η μιντιακή υπεροπλία της.
Για να μπορεί έτσι ένα συγκεκριμένο σύστημα στα ΜΜΕ να εμφανίζει τον Μητσοτάκη ως «τον πιο καλά προετοιμασμένο πρωθυπουργό», ενώ  απλώς  χτίζει ένα ΙΧ κράτος.
Να δημιουργεί την εντύπωση ότι η κυβέρνηση χαρίζει φόρους, ενώ απλώς αναδιανέμει όσα χάρισε η προηγουμένη κυβέρνηση .
Να προβάλλει ότι ανοίγει την κάνουλα των παροχών, ενώ δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα από τον επόμενο προϋπολογισμό.
Να πουλάει «αποκατάσταση της αξιοπιστίας στο εξωτερικό», όταν  το πρώτο που παρέλαβε ήταν η υψηλή αξιοπιστία που δημιούργησε η προηγουμένη  κυβέρνηση,  πάνω στα συντρίμμια  της χρεοκοπίας και του  διεθνής διασυρμού που άφησαν οι κυβερνήσεις Παπανδρέου  και Σαμαρά- για να μην πάμε στους παλιότερους.
Σ’ αυτό το ποντάρισμα όλα επιτρέπονται. Όπως π.χ. να λέγεται στο δελτίο ειδήσεων του κατ’ εξοχήν νεοδημοκρατικού καναλιού προπαγάνδας ότι η πρώην φοιτητική κινητοποίηση  για το άσυλο είναι δουλειά του ΣΥΡΙΖΑ και όταν ο ευσυνείδητος ρεπόρτερ που τον παρακολουθεί το διαψεύδει να του βάζουν τα γυαλιά με την -ψευδή-πληροφορία ότι η … Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ  κάλεσε για συλλαλητήριο. Κι είμαστε ακόμη την αρχή.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε από το βήμα της Βουλής τη γραμμή. Ή, καλύτερα, μετέφερε τη γραμμή που επεξεργάστηκαν για την επόμενη περίοδο οι επικοινωνιολόγοι που επιχρωματίζουν, όταν δεν διαμορφώνουν, συνολικά τη δημόσια παρουσία ακόμη και τώρα που πήρε αυτό που ήθελε.
Αυτή η γραμμή  συνοψίζεται στην εξυπνάδα «ότι στις  7 Ιουλίου  έγιναν εκλογές και τις έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ». Άρα κανείς από την αξιωματική αντιπολίτευση δεν δικαιούται να μιλάει για ό,τι και αν κάνει η κυβέρνηση.  Στην αντίστοιχη θέση ο ίδιος ο Μητσοτάκης ζητούσε εκλογές.
Με αυτό το προπαγανδιστικό όχημα  υπολογίζουν στην κυβέρνηση -βοηθούσης και της θερινής ραστώνης – να πορευθούν ως το τέλος του χρόνου όταν η Βουλή θα ψηφίσει για το πρώτο σοβαρό νομοθέτημα τη νέας κυβέρνησης: τον προϋπολογισμό.
Ως τότε η κυβερνητική ρητορική και η μιντιακή της κάλυψη θα διαμορφώνει προπέτασμά καπνού για να  ξεχαστούν οι προεκλογικές υποσχέσεις της ΝΔ, οι ανακολουθίες και οι κολοτούμπες της.
Από την πρώτη βδομάδα που πέρασε και «δεν ξεκίνησε το Ελληνικό», όπως έλεγε ο Πρωθυπουργός, μέχρι την αναγκαστική αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Λόγω της οποίας  -αποδοχής- έμεινε στα κρύα του λουτρού ο Σαμαράς ως επίτροπος και πήρε τη θέση ένας κατ εξοχήν «Πρεσπαδόρος», για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση πρωθυπουργικών φίλων .
Ποτέ άλλοτε κυβέρνηση δεν αναγκάσθηκε σε αναστροφή από την πρώτη μέρα που ανέλαβε. Στην πρώτη διεθνή έξοδό του ο Μητσοτάκης δεν θα έχει το περιθώριο να λέει τη γειτονική χώρα «Σκόπια». Ούτε πολύ περισσότερο να τσαμπουνάει ότι  θα .. ζητήσει να μειωθούν  πρωτογενή πλεονάσματα.
Αν αυτό δεν γίνεται αντιληπτό ούτε από έναν ευφυή πανεπιστημιακό είναι γιατί το καλύπτει ένα επικοινωνιακό νέφος, πυκνότερο από την προεκλογική περίοδο.
Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται η πρόκληση για την αντιπολίτευση. Δεν έχει πρόβλημα στη σύγκριση της πολιτικής της με όσα θα κάνει η θα παραλείψει η νέα κυβέρνηση. Αυτό θα λυθεί από μόνο του στην πράξη. Ήδη άρχισε να συμβαίνει.
Ούτε έχει πρόβλημα επιβεβαίωσης της ισχύος της. Αυτό κρίθηκε στην κάλπη και άφησε ρέστους όσους επιδίωκαν «την οριστική συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ», για  να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Ανδρέα Λοβέρδου – «αδελφού» του Μιχ. Χρυσοχοΐδη κατά δήλωση του-για τον οποίο ακόμη περιμένουμε τη συνέχεια μετά τη την πρόσκλησή του στον ανακριτή  για τη Νοβάρτις.
Η πρώτη πρόκληση αντιπολιτευτικής λειτουργίας για τον Αλέξη Τσίπρα -πέρα φυσικά από την μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ-  είναι επικοινωνιακή. Η δυνατότητα να αναδεικνύει αυτά που προσπαθεί να κρύψει η κυβέρνηση και να βάζει στη σωστή σειρά όσα ήδη εμφανίζει ανεστραμμένα. Παραφράζοντας τον Αντλάι Στίβενσον να αναδεικνύει μια αλήθεια για κάθε ψέμα της κυβερνητικής προπαγάνδας.
Πώς ακριβώς μπορεί να το κάνει αυτό είναι δική του υπόθεση να το βρει. Αλλά πρέπει να το βρει. Αν δεν θέλει να έχει ως αντιπολίτευση στα ΜΜΕ την ίδια αντιμετώπιση που είχε και ως κυβέρνηση.