Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

TOP 10 ελληνικής δισκογραφίας 2019 - Νο 4: Σοφία Αβραμίδου «Binôme»

 
Στο Νο 4 ένας δίσκος για φωνή και κλαρινέτο, της Σοφίας Αβραμίδου και του Dimitri Bokolishvili αντιστοίχως, με εννέα πρωτότυπες διασκευές τραγουδιών από το Μεξικό, την Ιταλία, τη Ρουμανία, την Πορτογαλία, τη Βραζιλία, τη Γεωργία και την Ελλάδα. 
 
Αντώνης Μποσκοΐτης
 
Την 31χρονη ερμηνεύτρια Σοφία Αβραμίδου την είχα ακούσει live πριν μερικά χρόνια σε μία συναυλία - αφιέρωμα του ιντερνετικού ραδιοφώνου «Μεταδεύτερο» στον Μάνο Χατζιδάκι. Εκεί είχε τραγουδήσει τα «Λειτουργικά», συνοδεία πιάνου μόνο, όπως είχαν ηχογραφηθεί άλλωστε με τον Χατζιδάκι και τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη. Θυμάμαι πόσο εντύπωση μου'χε κάνει η άρθρωση της και ο τονισμός των λέξεων που, πραγματικά, θύμιζαν τη Νταντωνάκη! Όπως και να το δεις αυτό, μόνο ως κάτι πολύ θετικό μπορεί να εκληφθεί, ειδικά σε μία περίοδο που πολλοί επιτυχημένοι τραγουδιστές λειτουργούν ως σημεία αναφοράς σε συναδέλφους τους από το μακρινό έως το πολύ μακρινό παρελθόν. Τώρα αν αυτό είναι κακό ή καλό, δεν θέλω να το κρίνω, καθώς φαίνεται πως ο σύγχρονος ακροατής έχει την ανάγκη να ξανάρθει σε επαφή με χαμένες σημαντικές φωνές της ιστορίας του τόπου του. Δεν μπορώ, δηλαδή, να το εξηγήσω και διαφορετικά! 
Το θέμα είναι πως σ' αυτή τη δισκογραφική της έξοδο, η Αβραμίδου, ταγμένη ερμηνεύτρια, αλλά και μουσικός, με σπουδές στο εξωτερικό, διακρίσεις και πειραματική διάθεση, κατέθεσε μία αμιγώς καλλιτεχνική πρόταση, στην οποία ενώνει τεχνικές της σύγχρονης μουσικής με τη φόρμα του λαϊκού τραγουδιού από διαφορετικές μεριές του πλανήτη. Υπάρχουν, ας πούμε, το πασίγνωστο δικό μας «Μινόρε της αυγής» μαζί με το, επίσης γνωστό, «Cucurrucucu Paloma», καθώς υπάρχουν και το «Amara terra mia» του Ιταλού τροβαδούρου Domenico Modugno δίπλα στο γεωργιανό μοιρολόι «Mahindji Var» - το τελευταίο μπορεί και να μην είναι μοιρολόι, αλλά αυτό εισπράττω, μια και δεν διατίθενται στο ένθετο του CD οι μεταφράσεις των ξένων στίχων. 
Μη φανταστεί κανείς πως η Σοφία Αβραμίδου πήγε να «κάνει» τη Σαβίνα Γιαννάτου στις ethnic δουλειές της με τους Primavera en Salonico. Η δική της εργασία βασίζεται στις αποδόσεις των τραγουδιών χωρίς αυτοσχεδιαστικές τάσεις στις ερμηνείες της και, βασικά, σε μία απόλυτη σύμπλευση με τον ήχο του κλαρινέτου του Γεωργιανού μουσικού Dimitri Bokolishvili. Στην ουσία, η φωνή της γίνεται δεύτερο όργανο που συνομιλεί με το κλαρινέτο σε εννέα κάπως απρόβλεπτες, μα και γλυκόλαλες διασκευές, τις οποίες επιμελήθηκε η ίδια.
Αυτό που πέτυχε η Αβραμίδου είναι να κάνει έναν εντελώς μινιμαλιστικό δίσκο, που ακούγεται απ' το πρώτο ως το τελευταίο κομμάτι, δίχως να ξενίζει η απουσία μιας μεγαλύτερης ορχήστρας και παράλληλα να ικανοποιεί τις απαιτήσεις ενός πιο ψαγμένου κοινού - αυτό της σύγχρονης μουσικής και της jazz. Ούτε να φανταστεί κανείς, επίσης, πως το «Binôme» είναι ένα άλμπουμ - άσκηση ύφους. Πρόκειται για έργο, στο οποίο πρωτοστατούν μια πληθώρα ηχοχρωμάτων μαζί με ρυθμούς σύνθετους και παράλληλες μελωδικές γραμμές, αναδημιουργώντας επί της ουσίας ένα υλικό κλασικό: Τα φωνητικά της Αβραμίδου, λόγου χάριν, στη μέση του «Μινόρε της αυγής» έχουν δώσει στο συγκεκριμένο τραγούδι τη φόρμα του μπαρόκ!  
 

 
Άλλο ένα εξαιρετικό άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στο 2019, στο περιθώριο των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, φτιαγμένο από δύο μουσικούς που ασχολούνται σοβαρά με την τέχνη της μουσικής και την ευρύτερη καλλιτεχνική αναζήτηση. Μπράβο
* Ο δίσκος «Binôme» της Σοφίας Αβραμίδου κυκλοφορεί από την Outlandish Recordings

Μια κυβέρνηση στη θάλασσα των… ψεμάτων

 
Τις τελευταίες ημέρες του 2019 ζούμε σε μια κατάσταση σχιζοφρένειας.

 Η κυβέρνηση και τα φιλικά προς αυτή ΜΜΕ προσπαθούν να μας κάνουν... να πιστέψουμε ότι τα πάντα βαίνουν σύμφωνα με το σχέδιό της και όλες οι προεκλογικές υποσχέσεις της εφαρμόζονται μέρα με την ημέρα κατά γράμμα.
Όταν κλείνουμε όμως τις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και σταματήσουμε να διαβάζουμε τον φιλικό προς αυτήν Τύπο και αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με τις καθημερινές μας ασχολίες βρισκόμαστε εντός μιας διαφορετικής πραγματικότητας, τελείως διαφορετικής από την προηγούμενη.
Αν μάλιστα διαθέτουμε και κάποια μνήμη, νοιώθουμε την παράκρουση να μας επιτίθεται με πολύ άσχημους σκοπούς. Και ο λόγος είναι ότι άλλα ακούγαμε προεκλογικά, άλλα ακούμε τώρα και άλλα νοιώθουμε να γίνονται ενώ κυβέρνηση και ΜΜΕ προσπαθούν να μας πείσουν ότι και τα τρία είναι ταυτόσημα και δεν διαφέρουν στο παραμικρό.
Ακούγαμε για ανάπτυξη 4% και ο προϋπολογισμός στην καλύτερη περίπτωση αναφέρεται σε 2,8%, ακούγαμε αύξηση του κατώτατου μισθού σε ρυθμό διπλάσιο της αύξησης του ΑΕΠ και ακούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τον αύξησε κατά 11% το 2019 άρα για τρία χρόνια δεν θα έχει αύξηση, ακούγαμε για 13η σύνταξη και ακούμε ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο πρόγραμμα, ακούγαμε για μπουλντόζες τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου στο Ελληνικό και δεν τις βλέπουμε ούτε πλαστικές σε μακέτα.
Ακούγαμε για άριστους, νόμο και τάξη, σκληρή εθνική εξωτερική πολιτική, μάνατζερ σε νοσοκομεία, χρηστή διακυβέρνηση και όχι μόνο βλέπουμε ακριβώς τα αντίθετα αλλά προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι και ταυτόσημα.
Σε άλλο σύμπαν μπορεί, σε αυτό που ζουν 10 εκατομμύρια Έλληνες αποκλείεται.
Η χρονιά που μας έρχεται σε λίγες ημέρες δυστυχώς δεν μπαίνει με τους καλύτερους οιωνούς για τους πολίτες της χώρας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δρομολογήσει όχι μόνο μια νέα λιτότητα για τους πολλούς πολύ χειρότερη από την προηγούμενη, αλλά οικοδομεί και ένα αυταρχικό, αντιδημοκρατικό και ανάλγητο κράτος προσδίδοντάς του την επίφαση της κανονικότητας που όμοιό του δεν υπήρξε στην μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Αυτό όσο πιο γρήγορα γίνει αντιληπτό από τον ελληνικό λαό, τόσο το καλύτερο για αυτόν.
Έχουν χαθεί πάρα πολλές χρονιές και δεν υπάρχουν περιθώρια για περισσότερες.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

'οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia' Θάνος Μικρούτσικος

"Στα 37 χρόνια που δισκογραφώ, έχω τραγουδήσει μόνο 15 τραγούδια. Και είναι μόνο αυτά που τα ίδια απαιτούν να τραγουδηθούν από τον δημιουργό. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι οι "Εφτά νάνοι". Με τους "Εφτά νάνους" έχει ταυτιστεί το εντός μου και και η ρυθμική μου αγωγή, όταν το παίζω στο πιάνο.." ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ
…….καλοτάξιδος

Χ. Μίλερ: «Ο Τροπικός του Καρκίνου»

 
«Ο Τροπικός του Καρκίνου» θεωρείται το κορυφαίο έργο του Χένρι Μίλερ. Είναι μια προσπάθεια απαλλαγής «από το χρυσό κανόνα της λογοτεχνίας». Δηλαδή μια αναβίωση των συναισθημάτων και συμπεριφορών στο χώρο της φαντασίωσης και των ιδεών, δηλαδή στην «αρπάγη του παραληρήματος».      
Η μεγάλη επιθυμία του Μίλερ είναι, όπως σημειώνει, να «χώσει μια βόμβα στον κώλο της δημιουργίας και να την κάνει να εκραγεί»! Δεν χρειαζόταν γι’ αυτό πάρεξ ένα εφαλτήριο, έναν κόσμο που θα ταίριαζε στον εαυτό του (με την έννοια που δίνει στην «ταυτότητα» αυτή ο Λεοπάρντι). Χρειαζόταν λοιπόν έναν εκτοξευτήρα και προς τούτο ένα βιβλίο πυρηνική βόμβα, ένα βιβλίο που θα έγραφε ένας συγγραφέας έξω από τα κοινά μέτρα, δηλαδή ο Χένρι Μίλλερ!
 «Θα είναι τεράστιο αυτό το βιβλίο! Θα υπάρχουν πράσινα διαστήματα σαν ωκεανοί για να κινείσαι μέσα τους, για να σουλατσάρεις, για να τραγουδάς, να χορεύεις, να σκαρφαλώνεις, να κολυμπάς, για να κάνεις το πήδημα θανάτου, για να στενάζεις, να παραβιάζεις, για να σκοτώνεις. Ένας καθεδρικός ναός, ένας γνήσιος καθεδρικός ναός, που στην οικοδόμησή του θα συνεργαστούν όλοι όσοι έχουν χάσει την ταυτότητά τους…» (Τροπικός του Αιγόκερω). Το ιδανικό περιβάλλον για την κατασκευή αυτού του πύργου της «απάνθρωπης», σχεδόν σαδομαζοχιστικής ευτυχίας, ήταν το νεωτερικό Παρίσι του 1930, τότε που αυτό ήταν μία πόλη-κόσμος.
Ουσιαστικά ο Μίλλερ γύρισε στις καταγωγικές ρίζες, στις απαρχές, στο σημείο μηδέν. Εκεί, στο Παρίσι, ήταν που έφθασε στην άκρη του παράλογου, τότε ήταν που κοίταξε τον καθρέφτη και είδε κάποιον άλλον που δεν γνώριζε. Εκεί θα αναγνωρίσει τη σημασία του σαρκικού έρωτα, την πνευματική σημασία δηλαδή του σώματος που απαρνιόταν η πουριτανική Αμερική: «Ο Τροπικός του Καρκίνου είναι μία διαθήκη βαμμένη με αίμα, αποκαλύπτει τα συντρίμμια της πάλης μου μέσα στα σωθικά του θανάτου. Η έντονη μυρωδιά του σαρκικού έρωτα που αναδύεται είναι στην πραγματικότητα ο μόσχος της γέννησης. Είναι δυσάρεστη και απεχθής μόνο για εκείνους που αποφεύγουν να παραδεχτούν τη σημασία του» θα πει ο ίδιος. Η λίμπιντο είναι η κινητήρια δύναμη της ζωής. Η καταπίεση και η απώθηση των παρορμήσεων είναι το πρόβλημα της πουριτανικής Αμερικής. Ο Μπλαιζ Σαντράρ παρουσιάζοντας τον «Τροπικό του Καρκίνου» γράφει: «Το βιβλίο ενός ξένου που κουβαλιέται στο Παρίσι, που χάνεται μέσα του, που χάνει το μυαλό του. Ένας Αμερικανός που δίνει βουτιά και πιάνει πάτο, που έχει παρτίδες με πουτάνες, με μεθύστακες σε όλες τις συνοικίες… Ένας άνθρωπος που μεθάει συχνά, ναι, αλλά συχνότερα βασανίζεται, ζαλίζεται από την πείνα, διότι αυτός ο αλήτης περιπλανιέται έξι χρόνια… Έτσι, ανακαλύπτοντας το Παρίσι… το τρώει, ξερνάει και κατουράει την πόλη, τη λατρεύει και την καταριέται…». Ο Μίλερ, τελικά, βιώνει το Παρίσι σαν το είδωλο του Ρεμπώ, σαν τον αμασκάρευτο Μπωντλαίρ που χώνεται στα μπορδέλα για να εισπνεύσει τη μυρωδιά του σαρκικού έρωτα των «άγιων πορνών», χάνεται μέσα στο πυρωμένο πλήθος που δεν κινείται από κάποια εξέγερση ή τη φωτιά στον πύργο της Βαστίλης αλλά από τη συνήθεια και τη χαρά της περιπλάνησης, της συνάντησης και της τυχαίας συνεύρεσης που πυρπολεί. Εδώ η πόλη είναι πόλη με προσωπικότητα που συνίσταται από τα πρόσωπα του πλήθους που την κατοικούν, που περιπλανώνται, πλανώνται, χάνονται και ξαναβρίσκονται εντός της.
Ο Μίλερ, αυτός ο απεινής κριτικός της πουριτανικής Αμερικής, θα γράψει για το διαφορετικό βλέμμα θέασης του κόσμου από τις δύο όχθες του Ατλαντικού: «Κάτω από το λούστρο (των Γάλλων), τα πάντα είναι πεθαμένα -κανένα συναίσθημα, καμιά συμπόνια, καμία φιλία. Είναι Εγωμανείς ως το κόκαλο. Οι πιο εγωμανείς στον κόσμο όλο! Δεν σκέφτονται τίποτε άλλο εξόν από το χρήμα, τα φράγκα... Δεν θέλω να κάθομαι σ’ ένα καφενείο και να λέω μπούρδες όλη μέρα. Χριστέ μου, έχουμε τα ελαττώματά μας κι εμείς, δεν λέω -αλλά έχουμε ενθουσιασμό... Στη Νέα Αγγλία γεννήθηκα... Είναι κάτι στο ίδιο σου το αίμα μέσα που σε κάνει διαφορετικό. Είναι το κλίμα -τα πάντα είναι. Βλέπουμε τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Δεν μπορούμε να γίνουμε άλλοι, όσο κι αν θαυμάζουμε τους Γάλλους. Είμαστε Αμερικανοί και πρέπει να παραμείνουμε Αμερικανοί. Το δίχως άλλο, τους μισώ αυτούς τους πουριτανούς μαλάκες στην πατρίδα-τους μισώ από τα βάθη της ψυχής μου. Αλλά, γαμώτο, είμαι ένας από δαύτους...»! Εδώ υπάρχει ίσως η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Στην πρώτη όλα είναι εγκεφαλικές επινοήσεις, επινοήσεις ιδεών, ενώ στη δεύτερη η Πράξη προηγείται των Ιδεών και γι’ αυτό ο πειραματισμός και ο πραγματισμός είναι πιο έντονοι, σχεδόν καταλυτικοί. Λόγω αυτής της κυριαρχίας της πράξης και της ταχύτητας των αλλαγών, ήταν αδύνατη, σύμφωνα με τον Μέηλερ, η δυνατότητα των Αμερικανών διανοουμένων και καλλιτεχνών να ερμηνεύσουν την κοινωνία τους, προσδίδοντας στην αμερικανική ταυτότητα το στοιχείο της αυτογνωσίας. Ο Μίλερ, λοιπόν, αν και το έργο του θα επιτραπεί στην Αμερική 30 χρόνια μετά (το 1960) δηλώνει ένας από τους «μισητούς πουριτανούς» της χώρας του («Κι όμως είμαι ένας από δαύτους)! Το πολύπλοκο, το αντιφατικό, το συγκεχυμένο είναι εδώ, όπως η Αμερική είναι μία και όχι δύο όπως επιθυμεί η ευρωπαϊκή διπλωπία και ο Αμερικανός Μίλερ είναι όλα, ένας Σατανάς κι ένας «κολακευμένος άγγελος, ένας γυμνοσάλιαγκας με φτερά», είναι «...ο εγκληματίας που γονατίζει στην αγορά, ο αθώος που ανακαλύπτει ότι όλα τα κουφάρια ζέχνουν, ο τρελός που χορεύει με κεραυνούς στα χέρια, ο καλόγερος που σηκώνει το ράσο του και κατουράει τον κόσμο όλο, ο φανατικός που λεηλατεί τις βιβλιοθήκες προκειμένου να βρει τη Λέξη και τον Λόγο -όλοι αυτοί είναι μέσα μου, όλοι αυτοί παράγουν τη σύγχυσή μου, την έκστασή μου»! Είναι ο Μίλερ. Είναι ο αμερικανός Μίλερ.
Ο Μίλερ χτυπάει την υποκρισία των θρήσκων (ο άσπλαχνος ραβίνος, ο πάστορας με το πούρο και τη λιμουζίνα), αλλά συμφιλιώνεται με την κακοφορμισμένη πληγή και καταβυθίζεται σ’ αυτή, δοξολογώντας τη δημιουργικότητα και μυκτηρίζοντας την αδράνεια. Διότι «Ακόμα κι αν απομείνει μία όλη κι όλη χαίνουσα πληγή, θα πρέπει να αντλήσουμε κι απ’ αυτήν έστω κι αν δεν παράγει τίποτα παρά μονάχα βατράχια, και νυχτερίδες, και ανθρωπάρια», γράφει. Ο Μίλερ διαφωνεί με τον Μέηλερ. Υπάρχει κάποιος που έχει εκφράσει την Αμερική. Κι αυτός είναι ο Ουίτμαν. «Οτιδήποτε έχει αξία στην Αμερική, ο Ουίτμαν μπόρεσε να το εκφράσει, και δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί. Το μέλλον ανήκει στη μηχανή, στα ρομπότ. Ο Ουίτμαν ήταν ο Ποιητής του Κορμιού και της Ψυχής, ο πρώτος και ο τελευταίος ποιητής... Δεν υπάρχει αντίστοιχο στις γλώσσες της Ευρώπης για το πνεύμα που απαθανάτισε. Η Ευρώπη είναι διαποτισμένη από την τέχνη και το έδαφός της είναι σπαρμένο με κόκαλα νεκρά... Ο Γκαίτε είναι το τέλος κάποιων πραγμάτων, ο Ουίτμαν η αρχή».

Γιατί η Χάγη είναι πρόσχημα κι όχι ασφαλές "καταφύγιο" - Μία ξεχασμένη συζήτηση

 
 
Το γεγονός ότι σύσσωμο σχεδόν τον ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει αναγάγει σε μονόδρομο την παραπομπή στη Χάγη είναι εξόχως αποκαλυπτικό του κλίματος που επικρατεί στις εγχώριες ελίτ. Εάν, μάλιστα, κάποιος διαβάσει-ακούσει τις σχετικές δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών, δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών θα νομίσει ότι η Άγκυρα έχει προτείνει την παραπομπή και η Αθήνα συζητάει εάν θα την αποδεχθεί ή όχι!
Πρόκειται για ψευδή εικόνα, την οποία φιλοτεχνεί και συντηρεί η στρατηγική αμηχανία όχι μόνο του εγχώριου πολιτικού συστήματος, αλλά και ευρύτερα των εγχώριων αρχουσών ελίτ. Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, ότι έσπευσαν να "αρπαχτούν" από την πρόσφατη δήλωση Τσαβούσογλου. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, όμως, ήταν πολύ σαφής για να διαστρεβλώνουν τα λεγόμενά του.
Στην πραγματικότητα επανέλαβε την πάγια θέση της Άγκυρας: πρέπει πρώτα να προηγηθεί μία διμερής εφ' όλης της ύλης διαπραγμάτευση, δηλαδή διαπραγμάτευση επί όλων των μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων της Τουρκίας. Εάν αυτή δεν αποδώσει καρπούς ενδεχομένως και υπό προϋποθέσεις οι "διαφορές" να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο. Φρόντισε, μάλιστα, να στείλει το μήνυμα πως θα παραπεμφθούν στη Χάγη τα πάντα, όχι μόνο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ.
Στην πραγματικότητα, ο Τσαβούσογλου πρόσφερε το "τυρί" της παραπομπής στη Χάγη (ως θεωρητική προοπτική) για να ρυμουλκήσει άμεσα την Αθήνα στο τραπέζι της διμερούς διαπραγμάτευσης. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι για την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο απαιτείται συνυποσχετικό, επειδή η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει την δικαιοδοσία του, όπως έχει κάνει η Ελλάδα με μία εξαίρεση (για τον εξοπλισμό των νησιών του ανατολικού Αιγαίου).
 
Οι δύο όροι της Άγκυρας για τη Χάγη
Όπως έχουν αποδείξει οι κατά καιρούς ελληνοτουρκικές συνομιλίες, με πιο συστηματική προσπάθεια την αλυσίδα των άτυπων διερευνητικών επαφών, το εμπόδιο ήταν και παραμένει οι όροι που έθετε και θέτει η Άγκυρα για να υπογράψει συνυποσχετικό:
Πρώτον, όπως προανέφερα, απαιτεί να παραπεμφθούν στη Χάγη όχι μόνο η νομική διαφορά για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, αλλά το σύνολο των τουρκικών μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων. Χρησιμοποιεί, μάλιστα, τον όρο "παρεμπίπτοντα ζητήματα". Με άλλα λόγια, ζητάει να θέσουμε --μεταξύ των άλλων-- στην κρίση ξένων δικαστών το εάν κατοικημένα νησιά, όπως π.χ. οι Οινούσσες και οι Φούρνοι, θα παραμείνουν στην ελληνική επικράτεια ή θα παραδοθούν στην Τουρκία, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι δικά της.
Δεύτερον, απαιτεί το συνυποσχετικό να υποδεικνύει στο Διεθνές Δικαστήριο τον τρόπο που θα κρίνει τις ελληνοτουρκικές "διαφορές", δεσμεύοντάς το να εφαρμόσει την αρχή της "ευθυδικίας", η οποία εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα. Η εν λόγω αρχή προβλέπεται για την περίπτωση που δύο κράτη θεωρούν πως είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον τους μία διαφορά τους να μην κριθεί με βάση τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά κατά τρόπο που θα υποδείξουν στο Διεθνές Δικαστήριο. Για το πούμε απλά, η Άγκυρα ζητάει από την Αθήνα να συνυπογράψει ένα συνυποσχετικό για να παρακαμφθούν τα δικαιώματα, τα οποία παρέχει το διεθνές δίκαιο στην Ελλάδα!
 
Νομική διαφορά και πολιτικά προβλήματα
Η Αθήνα αναγνωρίζει παγίως ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, γιατί μόνο αυτή δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου, ή από τις υφιστάμενες συνθήκες και συμφωνίες. Αυτό δεν σημαίνει πως αρνείται την ύπαρξη των άλλων προβλημάτων στο Αιγαίο. Θεωρεί, όμως, ότι πρόκειται για πολιτικής φύσεως προβλήματα, με την έννοια ότι έχουν προκύψει από τις μονομερείς τουρκικές επεκτατικές διεκδικήσεις. Γι’ αυτό και επί δεκαετίες η επίσημη ελληνική θέση ήταν ότι στο Διεθνές Δικαστήριο πρέπει να παραπεμφθεί μόνο το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας.
Εδώ και αρκετά χρόνια, η πάγια αυτή ελληνική θέση έχει ρηγματωθεί. Λόγω και του διάχυτου φοβικού συνδρόμου, η τουρκική επιμονή έχει κάμψει κύκλους του εγχώριου πολιτικού συστήματος και ευρύτερα των αρχουσών ελίτ, οδηγώντας τους --στο όνομα του ρεαλισμού-- σε μία αναθεώρηση προς την κατεύθυνση προσαρμογής στις θέσεις της Άγκυρας.
Όσα πολλοί Έλληνες πολιτικοί ψιθύριζαν, ή εμπράκτως δρομολογούσαν, τα είπε δημοσίως ο πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος στα μέσα της δεκαετίας. Είχε γράψει, λοιπόν, ("Καθημερινή" 28-5-2006): η θέση πως «αναγνωρίζομε ως μόνη διαφορά τον καθορισμό των ορίων της υφαλοκρηπίδος, δεν φαίνεται σοβαρή. Oι διαφορές δημιουργούνται, όταν ένα κράτος διατυπώνει αξιώσεις, δίκαιες ή άδικες, κατά του άλλου». Με τη θέση του εκείνη ισοπέδωνε την κρίσιμη διάκριση μεταξύ νομικής και πολιτικής διαφοράς.
 
Όλες οι "διαφορές" στη Χάγη, εκτός...
Επαναφέρω στο προσκήνιο εκείνο το άρθρο του Κωστή Στεφανόπουλου, στο οποίο είχα απαντήσει άμεσα σημείο προς σημείο, επειδή η συζήτηση αυτή είναι σήμερα εξίσου και ίσως πιο επίκαιρη από τότε. Έγραφε, λοιπόν, τότε ο πρώην Πρόεδρος:
«Συνήθως ερωτάται: Ποιες διαφορές θα υποβληθούν στο Δικαστήριο; Απαντώ, όλες: τα χωρικά ύδατα και η έκτασή τους, η υφαλοκρηπίδα των νήσων και ο καθορισμός της μεταξύ των δύο χωρών και η αποστρατιωτικοποίηση των νήσων.
Δεν γνωρίζω αν η είσοδος τουρκικών αεροπλάνων στο FIR Αθηνών, χωρίς την υποβολή σχεδίου πτήσεως, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρίσεως του Δικαστηρίου ή του άλλου Διεθνούς Οργανισμού, του ICAO. Aν ναι, τότε και αυτή. Και οι γκρίζες ζώνες; Όχι αυτές. Oι γκρίζες ζώνες ανήκουν στη φαντασία της Τουρκίας μόνον, όπως αποδεικνύεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης, τον τρόπο της μακράς εφαρμογής της και το Ιταλο-Τουρκικό Πρωτόκολλο καθορισμού των θαλασσίων ορίων του 1932. H δε διεθνής κοινότης έχει αποδεχθεί ανέκαθεν το υπάρχον εδαφικό καθεστώς των νησίδων και βραχονησίδων».
Γιατί ο πρώην Πρόεδρος είχε αρνηθεί να παραπεμφθεί στη Χάγη και η τουρκική αξίωση για τις "γκρίζες ζώνες", όταν --σύμφωνα με τον δικό του ισχυρισμό-- κάθε τουρκική αξίωση είναι διαφορά και ως τέτοια πρέπει να κριθεί από το Διεθνές Δικαστήριο; Όπως είχε γράψει, «τα πάσης φύσεως δικαιώματα κρίνονται ανέκαθεν από τα δικαστήρια, διεθνή ή επιχώρια, η δε Ελλάς ως φιλειρηνικό κράτος προτιμά να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όχι με τη βία, αλλά με δικαστικά μέτρα».
Στην πραγματικότητα, ο Κωστής Στεφανόπουλος, όπως και τόσοι άλλοι σήμερα, εμμέσως πλην σαφώς αξιολογούν τις τουρκικές διεκδικήσεις σε θεμιτές και αθέμιτες, νομιμοποιώντας τες πολιτικά, πλην των "γκρίζων ζωνών". Το Διεθνές Δικαστήριο είναι δικαιοδοτικό όργανο, αλλά έχει αποδειχθεί ότι εμφυλοχωρεί το πολιτικό κριτήριο. Ειδικά εάν το συνυποσχετικό αφήνει περιθώρια, όπως επιδιώκει η Άγκυρα. Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι στην κρίση του Δικαστηρίου θα τεθούν αποκλειστικά και μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Κανένα τουρκικό. Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα έχει μόνο να χάσει και η Άγκυρα μόνο να κερδίσει.
 
Στη Χάγη πάει όποιος διεκδικεί...
Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ. Σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου (υπόθεση Κατάρ-Μπαχρέϊν) εάν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας γίνει με βάση τα χωρικά ύδατα των έξι μιλίων, η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα απολέσει το δικαίωμά της να τα επεκτείνει στη συνέχεια στα 12 μίλια. Η επέκταση είναι συμβατικό δικαίωμα κάθε κράτους και ασκείται μονομερώς. Το έχουν ασκήσει όλες οι παράκτιες χώρες, με εξαίρεση την Ελλάδα.
Ο πρώην Πρόεδρος κατέληγε σ' εκείνο το άρθρο του: «αν δεν αναζητήσομε λύση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου, όλες οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμείς, με τις γνωστές συνέπειες και τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου». Όπως έγραφα και τότε είναι εμφανής η καταλυτική επίδραση του φοβικού συνδρόμου, που έχει προσβάλλει τις εγχώριες ελίτ. Προφανώς και η Ελλάδα επιδιώκει την ύφεση και την ειρήνη. Για να επιτευχθούν αυτά, όμως, δεν αρκεί η πρόθεση της μίας πλευράς. Απαιτείται και η βούληση της άλλης.
Τότε είχα εκφράσει την εξής θέση που υποστηρίζω μέχρι τώρα: Δεν είναι η Ελλάδα που διεκδικεί για να ζητήσει παραπομπή στη Χάγη. Το πρόβλημα το έχει όποιος διεκδικεί. Αν η Τουρκία θεωρεί ότι αδικείται από το σημερινό εδαφικό καθεστώς, ας αναγνωρίσει κι αυτή την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου κι ας παραπέμψει τις διεκδικήσεις της εκεί.
Μέχρι τότε είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε με τον κακό γείτονα και να τον χειριζόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε. Εκτός κι αν αποφασίσουμε να εξαγοράσουμε με εθνικές παραχωρήσεις την ύφεση. Όποιος το υποστηρίζει αυτό, όμως, ας το πει ξεκάθαρα. Όλα τα άλλα, είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και τρόποι της εγχώριας πολιτικής ελίτ να απεκδυθεί των εθνικών ευθυνών της.
Πηγή: SL press

Η δεκαετία που τα social media σκέπασαν τα πάντα

Η δεκαετία που τα social media σκέπασαν τα πάντα
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣΔημήτρης Πολιτάκης

Άλλο τα social media, άλλο η ζωή εκεί έξω, λέγαμε όχι και τόσο παλιότερα. Πλάνη οικτρά, αν παρατηρήσει κανείς πώς ο κόσμος εκδηλώνει πλέον «εκεί έξω» τα ίδια τικ, τις ίδιες προκαταλήψεις, τις ίδιες αυτοματικές συμπεριφορές, τα ίδια επικριτικά αντανακλαστικά και τις ίδιες σπασμωδικές αντιδράσεις που εκδηλώνει και μόνος στο πληκτρολόγιό του.
 
Όταν μπήκα κι εγώ αργά και ασθμαίνων και με ανάμεικτα συναισθήματα –δισταγμός, φόβος έκθεσης, δέος, «τραβάτε με κι ας κλαίω»– στο παράλληλο σύμπαν των social media λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας που λήγει σύντομα, είχε διαμορφωθεί ήδη σε μεγάλο βαθμό αυτό το σύστημα «κοινωνικής δικτύωσης» όπως το βιώνουμε στο κατώφλι του 2020.

Το Facebook έκλεινε μία δεκαετία ύπαρξης σχεδόν, το Twitter μία οκταετία και το Instagram, που ξεκίνησε το 2010, είχε κατοχυρώσει ήδη τη θέση του ως το επόμενο στάδιο ψηφιακού ναρκισσισμού και πεδίου ανάπτυξης μιας φωτογενούς ύπαρξης, λίγο πριν κατοχυρωθεί (το 2016) και επίσημα ο όρος «influencer» για να περιγράψει ένα άτομο που χρησιμοποιεί τη δημοτικότητά του στο μέσο για να πουλήσει συγκεκριμένο lifestyle και συγκεκριμένα προϊόντα.
Η είσοδός μου στον κόσμο των social media συνέπεσε με το τέλος της αθωότητας και της «United Colors of Benetton» οικουμενικότητας που ευαγγελίζονταν οι δημιουργοί αυτών των μέσων, όπως ήταν ήδη φανερό από το μέγεθος της εχθροπάθειας, της τοξικότητας, των άγριων αντεγκλήσεων και των αλληλοδιαγραφών μεταξύ «φίλων» και των χτυπημάτων κάτω από τη ζώνη που κυριαρχούσαν στον δημόσιο διάλογο του Facebook το 2014, στην ακμή της ελληνικής κρίσης. 

"Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα social media ούτε για να συνδεθούν ούτε για να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, αλλά για να νιώσουν ασφαλείς σε μια "comfort zone" όπου ακούν μόνο τον απόηχο της φωνής τους και βλέπουν μόνο την αντανάκλαση του προσώπου τους στην οθόνη."
Ακόμα όμως τότε επικρατούσε παγκοσμίως και σε μεγάλο βαθμό η αίσθηση ότι η ενασχόληση με τα social media αποτελούσε ένα ψυχαγωγικού τύπου κυρίως πάρεργο για έναν παράλληλο κόσμο και όχι για μια οντότητα που μοιάζει πλέον να καλύπτει με τον μανδύα της όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής. Υπήρχαν ήδη καταγεγραμμένες οι δυστοπικές θεωρήσεις του φαινομένου, υπήρχε όμως συγχρόνως έντονη και η εντύπωση μιας παγκόσμιας ψηφιακής κοινότητας (και όχι «δικτύου» με την πιο δυσοίωνη έννοια) όπου τα νέα αυτά μέσα, εκτός από την επαφή με ανθρώπους κοινής αντίληψης και αισθητικής που δεν θα γνώριζες αλλιώς ή το συναπάντημα με παλιούς συμμαθητές, μπορούσαν να αναδείξουν την ισχύ μαζικών κινημάτων, όπως η «Αραβική Άνοιξη», με άμεσους και αποτελεσματικούς τρόπους που τα παραδοσιακά media όχι μόνο δεν μπορούσαν αλλά συχνά μπλόκαραν.
Ακόμα τότε η λειτουργία των social media δεν ήταν συνυφασμένη με βραχνά, με εθισμό, με επιθετική (και θρασύδειλη) συμπεριφορά, με trolling, με διαφθορά, με εκμετάλλευση και με σκάνδαλα τεράστιας σημασίας και κλίμακας, όπως η υπόθεση Cambridge Analytica. Μόνο το Facebook αγγίζει (και ενίοτε παρενοχλεί) σήμερα πάνω από το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, από την αρχή της δεκαετίας όμως η ταινία The Social Network (2010), με την υποβλητική καταγραφή της γέννησης της πλατφόρμας στους κοιτώνες του Χάρβαρντ, μας προειδοποιούσε για τα κακά ξεμπερδέματα που θα είχαμε με την υπερθυρεοειδική γιγάντωση τέτοιων μηχανισμών.
Άλλο τα social media, άλλο η ζωή εκεί έξω, λέγαμε όχι και τόσο παλιότερα. Πλάνη οικτρά, αν παρατηρήσει κανείς πώς ο κόσμος εκδηλώνει πλέον «εκεί έξω» τα ίδια τικ, τις ίδιες προκαταλήψεις, τις ίδιες αυτοματικές συμπεριφορές, τα ίδια επικριτικά αντανακλαστικά και τις ίδιες σπασμωδικές αντιδράσεις που εκδηλώνει και στο πληκτρολόγιό του όταν λειτουργεί ως άβαταρ και όχι ως ζωντανό ον με σάρκα και οστά. Άλλο ο Τραμπ στο παραλήρημά του στο Twitter και άλλο ο Τραμπ ως θεσμικό πρόσωπο που οφείλει να διατηρεί μια στοιχειώδη συγκρότηση και συνέπεια λόγου και έργου. Lol, lol, lol: Είδαμε όλοι πόσο «άλλο» είναι...
Θυμήθηκα μια συνέντευξη που είχε δώσει το 2016 στην «El Pais» ο 90χρονος τότε Πολωνός κοινωνιολόγος, συγγραφέας και στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο οποίος είχε περιγράψει ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα την εποχή της «ρευστής νεωτερικότητας» (ή μετα-νεωτερικότητας) που διανύουμε, όπου «όλες οι συμφωνίες είναι προσωρινές, φευγαλέες και ισχύουν μόνο μέχρι νεωτέρας».
Έλεγε, λοιπόν, σχετικά με τα social media, λίγο πριν αποχωρήσει από τον μάταιο, και όλο και πιο παράξενο και ρευστό τούτο κόσμο (πέθανε τον Ιανουάριο του 2017): «Η έννοια της κοινότητας έχει μετασχηματιστεί από κάτι με το οποίο γεννιέσαι σε κάτι που έχει να κάνει με καθήκον και με αποστολή. Αυτό που παρέχουν τα social media είναι ένα υποκατάστατο κοινότητας, αλλά στην ουσία είναι ένα δίκτυο. Η διαφορά έγκειται στο ότι κάποιος ανήκει σε μια κοινότητα, ενώ το δίκτυο τού δίνει την ψευδαίσθηση ότι ανήκει σ' αυτόν, νιώθει ότι ο ίδιος έχει τον έλεγχο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα social media ούτε για να συνδεθούν ούτε για να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, αλλά για να νιώσουν ασφαλείς σε μια "comfort zone" όπου ακούν μόνο τον απόηχο της φωνής τους και βλέπουν μόνο την αντανάκλαση του προσώπου τους στην οθόνη. Τα social media μπορεί να είναι πολύ χρήσιμα, μπορεί να προσφέρουν απόλαυση, αλλά από τη φύση τους συνιστούν μια μεγάλη παγίδα».
Όσο κι αν κατηγορούμε, όμως, τους τεχνολογικούς κολοσσούς για την αφαίμαξη του χρόνου μας και των προσωπικών μας δεδομένων και για την αλγοριθμική ψυχοπαθολογία με την οποία μας έχουν μολύνει, τα social media είναι αυτό που είναι και αυτό που εμείς τα κάναμε με την αμέριστη συνδρομή μας. Και τώρα, στο τέλος του 2019, διαβάζω διαρκώς επικεφαλίδες για τη ραγδαία εξάπλωση της εφαρμογής με τον βρεφικό αλλά και συγχρόνως δυσοίωνο τίτλο TikTok (τικ τοκ, τικ τοκ...), που έχει μόλις δύο χρόνια ζωής, αλλά κοντεύει, λέει, να φτάσει το ένα δισεκατομμύριο ενεργούς χρήστες, η μέση ηλικία των οποίων κυμαίνεται από 16 μέχρι 24 ετών. Δεν είχα ιδέα, ομολογώ, και ούτε θέλω, αλλά κάτι τέτοια ηρωικά λέγαμε κάποτε και για το «γηριατρικό» πλέον Facebook, πριν μας πάρει κι εμάς η μπάλα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO
Ο Δ.Πολιτάκης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Ξεκίνησε να γράφει το 1994 στο περιοδικό «01».

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Ελληνοτουρκικά...

Η χρονιά που πέρασε με...  το πενάκι του Γιάννη Δερμεντζόγλου...

Τι είναι τελικά η «λαϊκή κουλτούρα»;

 
Ένα κείμενο του Stuart Hall για τη συνεχή ταξική διαπάλη στο πεδίο της κουλτούρας
 
            

Επιλέξαμε αυτό το κείμενο προς μετάφραση σε μία περίοδο που έχει ενταθεί η συζήτηση για την ποπ κουλτούρα και το κοινωνικό και πολιτικό στίγμα της. Περισσότερο από ποτέ είναι ξεκάθαρο ότι τίποτα δεν είναι «απλά μια ταινία».  Μέσα στις αντιπαραθέσεις για την πολιτική ορθότητα και το ρόλο των γυναικών στις ταινίες, την κριτική στο ξεζούμισμα δημοφιλών χαρακτήρων από την πολιτισμική βιομηχανία, αναδύεται ένα πεδίο πολιτικής διαπάλης. Ο τρόπος που το κοινό αλληλεπιδρά με τα προϊόντα της ποπ κουλτούρας και τα εντάσσει σε πολιτικές πρακτικές χειραφέτησης ή υποταγής, μας λέει πάρα πολλά για το ποιοι και ποιες είμαστε κάθε στιγμή για το ποια εικόνα επιλέγουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να συμφωνεί κανείς μέχρι τελείας με τον Stuart Hall για να καταλάβει τη σημασία του έργου του ως μέθοδο κατανόησης του πολιτισμικού πολέμου που μας περιβάλλει.
Ο Stuart Hall (1932-2014) υπήρξε ένας πολύ σπουδαίος Μαρξιστής κοινωνιολόγος και θεωρητικός στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών. Ο Hall καταπιάνεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα κειμένου με ένα εκ των πραγμάτων αρκετά δύσκολο έργο – τον ορισμό της λαϊκής κουλτούρας. Παρουσιάζει 3 διαφορετικούς ορισμούς και καταδεικνύει τα κενά, τις ελλειμματικές, τα όρια αλλά και χρήσιμα σημεία που αναδεικνύονται μέσα από αυτούς. Είναι ακριβώς αυτά τα σημεία που θεωρούμε πως συμπυκνώνουν και την αξία αυτού του κειμένου.
Δεν είναι ποτέ αρκετό το να μιλήσουμε για λαϊκή κουλτούρα. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου αυτό με το οποίο αντιπαρατίθεται. Ο ορισμός της, δηλαδή, υποδηλώνει την ύπαρξη του Άλλου. Η λαϊκή κουλτούρα ορίζεται πάντα, με έμμεσο ή ρητό τρόπο, σε αντιδιαστολή με άλλες εννοιολογικές κατηγορίες (την παραδοσιακή κουλτούρα, την μαζική κουλτούρα, την υψηλή κουλτούρα, την κυρίαρχη κουλτούρα, την κουλτούρα της εργατικής τάξης) και σε τελική ανάλυση – όπως καταδείχνει εδώ και ο Hall – εξαρτώμενη από τον ορισμό της έννοιας του «λαού» και της σχέσης του με το «μπλοκ των ισχυρών». Τέλος, ο Hall βλέπει τα πολιτισμικά σύμβολα όχι στατικά, αλλά μεταβλητά και πάντα εξαρτώμενα από το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζονται. Βλέπει επίσης την λαϊκή κουλτούρα ως ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο μέσα στο οποίο ανακύπτει το ερώτημα της ηγεμονίας. Ένα πεδίο μάχης, όπως λέει χαρακτηριστικά, «όπου δεν κατακτιούνται τελικές νίκες, αλλά υπάρχουν πάντα στρατηγικές θέσεις να κερδηθούν ή να χαθούν».
Σίγουρα το διαβάζουμε και εμείς οι ίδιοι κριτικά, καθώς μπορεί να υπάρχουν κομμάτια με τα οποία διαφωνούμε ή μας προβληματίζουν. Θεωρούμε άλλωστε πως πλάι στην ανάγκη να στεκόμαστε κριτικά και πολιτικά απέναντι στη λαϊκή κουλτούρα, βρίσκεται και η ανάγκη να απενοχοποιήσουμε την απόλαυσή της. Σε κάθε περίπτωση όμως, το συγκεκριμένο αποτελεί ένα πάρα πολύ χρήσιμο κείμενο, γι’αυτό και μπήκαμε στον κόπο να το μεταφράσουμε.
Stuart Hall
Το μεταφρασμένο κομμάτι είναι το “Notes on Deconstructing ‘The popular’ ”,  του Stuart Hall, που παρατίθεται στο βιβλίο “Cultural Resistance Reader” του Stephen Duncombe
Ο Stuart Hall, διάσημος διευθυντής του CCCS[1], υποστηρίζει το εξής  για τη μαζική κουλτούρα. Ναι, παραδέχεται στους επικριτές του, η σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα είναι εμπορική, και παράγεται με σκοπό το κέρδος. Αλλά, αντανακλά επίσης λαϊκά όνειρα και φιλοδοξίες, αγώνες και δυσαρέσκεια και πρέπει, πράγματι, να το κάνει αν θέλει να ανοίξει τα πορτοφόλια του κοινού. Επιπρόσθετα, οι κουλτούρες είναι πάντα σε διαδικασία μετάβασης. Η ανατρεπτική υποκουλτούρα του χθες είναι η σημερινή εμπορική σαβούρα (pap) και η σημερινή σαβούρα (pap) μπορεί να γίνει η βάση για την αυριανή κουλτούρα της αντίστασης (βλ. Cowley, Frank, and Hebdige). Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, υποστηρίζει ο Hall, είναι το πώς αξιοποιεί κανείς την κουλτούρα, δηλαδή, οι πολιτικές χρήσεις στις οποίες η κουλτούρα, κάθε κουλτούρα, εγγράφεται. «Γι’ αυτό το λόγο», λέει κλείνοντας το κείμενο του, «και η λαϊκή κουλτούρα έχει σημασία. Διαφορετικά, για να σας πω την αλήθεια, δεν δίνω δεκάρα γι’ αυτή.»
«Θέλω να πω κάτι σχετικά με το «δημοφιλές» [2]. Ο όρος μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές σημασίες: δεν είναι όλες χρήσιμες. Πάρτε την πιο συνηθισμένη – με βάση την κοινή λογική – σημασία της έννοιας (σ. εννοεί την έννοια του popular ως δημοφιλές): τα πράγματα που θεωρούνται «δημοφιλή» επειδή (μεγάλες) μάζες ανθρώπων τα ακούν, τα αγοράζουν, τα διαβάζουν, τα καταναλώνουν, και δείχνουν να τα απολαμβάνουν στο έπακρο. Αυτός είναι ο «αγοραίος» ή ο εμπορικός ορισμός του όρου: αυτός που κάνει τους σοσιαλιστές να βγάζουν σπυριά. Σχετίζεται σωστά με τη χειραγώγηση και την υποτίμηση της κουλτούρας του λαού. Κατά μία έννοια, είναι το ακριβώς αντίθετο του τρόπου που χρησιμοποιούσα εγώ τη λέξη νωρίτερα. Είμαι όμως επιφυλακτικός ως προς την πλήρη εγκατάλειψη του συγκεκριμένου περιεχομένου του όρου, όσο δυσάρεστο και αν είναι αυτό, για δύο λόγους.
Αρχικά, αν ισχύει ότι στον 20ο αιώνα, μεγάλες μάζες ανθρώπων πράγματι καταναλώνουν και απολαμβάνουν τα πολιτισμικά προϊόντα της μοντέρνας βιομηχανίας κουλτούρας, τότε προκύπτει ότι ένας πολύ σημαντικός αριθμός εργαζόμενων ανθρώπων αναγκαστικά περιλαμβάνεται στο κοινό αυτών των προϊόντων. Όμως, αν οι μορφές και οι σχέσεις, από τις οποίες εξαρτάται η συμμετοχή σε αυτού του είδους την εμπορική «κουλτούρα», χαρακτηρίζονται από χειραγώγηση και εκφυλισμό, τότε οι άνθρωποι που τις καταναλώνουν και τις απολαμβάνουν πρέπει είτε να είναι οι ίδιοι εκφυλισμένοι από τις δραστηριότητες αυτές είτε να ζουν σε μία μόνιμη κατάσταση «ψευδούς συνείδησης». Πρέπει να είναι τόσο «πολιτισμικά εθισμένοι» που δεν μπορούν να καταλάβουν πως αυτό που τους ταΐζουν είναι μία αναβαθμισμένη ανανεωμένη μορφή του όπιου του λαού. Αυτή η κριτική μπορεί να μας κάνει να νοιώθουμε σωστοί, τίμιοι και ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας για τον τρόπο με τον οποίο καταγγείλαμε τους πράκτορες της μαζικής χειραγώγησης και εξαπάτησης – τις καπιταλιστικές βιομηχανίες κουλτούρας. Ωστόσο, δεν ξέρω αν αυτή είναι μία οπτική που μπορεί να επιβιώσει για πολύ ως μία ικανοποιητική αντίληψη των πολιτισμικών σχέσεων και ακόμα λιγότερο ως μία σοσιαλιστική οπτική της κουλτούρας και της φύσης της εργατικής τάξης. Εν τέλει, το να αντιμετωπίζει κανείς τον λαό ως μία αμιγώς παθητική, περιθωριακή δύναμη είναι μία βαθιά αντισοσιαλιστική οπτική.
Δεύτερον, λοιπόν: μπορούμε να παρακάμψουμε αυτό το πρόβλημα χωρίς να χάσουμε την αναπόφευκτη και απαραίτητη προσοχή στη διάσταση της χειραγώγησης που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της εμπορικής μαζικής κουλτούρας; Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός στρατηγικών για να επιτύχουμε κάτι τέτοιο οι οποίες έχουν υιοθετηθεί από ριζοσπαστικούς κριτικούς και θεωρητικούς της λαϊκής κουλτούρας και οι οποίες, πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολης αξίας. Μία είναι να αντιπαραθέσουμε σε αυτή [ΣτΜ: στη λαϊκή κουλτούρα], μία άλλη, συνολικά διαφορετική, «εναλλακτική» κουλτούρα – την αυθεντική «λαϊκή κουλτούρα», και να υποθέσουμε ότι η «αληθινή» εργατική τάξη (όποια και αν είναι αυτή) δεν παρασύρεται από τα εμπορικά υποκατάστατα. Αυτή είναι μία ηρωική εναλλακτική αλλά όχι και τόσο πειστική. Βασικά το πρόβλημα αυτής (της στρατηγικής) είναι ότι δεν δίνει τη δέουσα προσοχή στις ουσιώδεις σχέσεις της πολιτισμικής ισχύος (cultural power) – της κυριαρχίας και της καθυπόταξης – που είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό των πολιτισμικών σχέσεων. Ισχυρίζομαι, αντιθέτως, πως δεν υπάρχει καμία πλήρης, αυθεντική, αυτόνομη «λαϊκή κουλτούρα» που να βρίσκεται έξω από το πεδίο της δυναμικής των σχέσεων της πολιτισμικής ισχύος (/power) και κυριαρχίας.
Κατά δεύτερον, (σ. η στρατηγική αυτή) υποτιμά τρομερά τη δύναμη της πολιτισμικής διείσδυσης (/cultural implantation). Αυτό είναι ένα δύσκολο σημείο να επισημανθεί, καθώς μόλις επισημανθεί, κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε ότι στηρίζουμε τη θέση της πολιτισμικής ενσωμάτωσης. Η μελέτη της μαζικής κουλτούρας συνεχίζει να μετεωρίζεται μεταξύ αυτών των δύο, μη ικανοποιητικών, πόλων: καθαρή «αυτονομία» και ολική ενσωμάτωση.
Βασικά, δεν πιστεύω πως είναι απαραίτητο ή σωστό να συμφωνήσουμε με κάποια από τις δύο αυτές προσεγγίσεις. Από τη στιγμή που οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν είναι «πολιτισμικά εθισμένοι», είναι απόλυτα ικανοί να αναγνωρίσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πραγματικότητες της ζωής της εργατικής τάξης αναδιοργανώνονται, ανακατασκευάζονται και αναμορφώνονται από τον τρόπο με τον οποίο αναπαρίστανται ας πούμε, στο Coronation Street [3]. Οι βιομηχανίες κουλτούρας έχουν τη δύναμη να αναδιαμορφώνουν και να ανασχηματίζουν αυτό που αναπαριστούν, και, μέσω της επανάληψης και της επιλογής, να επιβάλλουν και να μας μπολιάζουν με εκείνες τις εικόνες για τον εαυτό μας που  ταιριάζουν πιο εύκολα στις περιγραφές της κυρίαρχης ή της προτιμώμενης κουλτούρας. Αυτή άλλωστε είναι η σημασία της συγκέντρωσης της πολιτιστικής ισχύος -των μέσων παραγωγής κουλτούρας- στα χέρια λίγων. Αυτοί οι ορισμοί [σ. των εαυτών μας] δεν έχουν την δύναμη να ελέγξουν πλήρως τα μυαλά μας, δεν λειτουργούν επάνω μας σαν να ήμασταν κενές οθόνες.  Αλλά επιδρούν και αναμορφώνουν τις εσωτερικές αντιφάσεις που προκύπτουν ανάμεσα στην αίσθηση και την αντίληψη των κυρίαρχων τάξεων · πράγματι βρίσκουν ή διαμορφώνουν ένα χώρο στον οποίο μπορεί, όποιος ανταποκριθεί θετικά, να αναγνωρίσει τον εαυτό του.
Η πολιτισμική κυριαρχία έχει πραγματικές επιδράσεις – ακόμα και αν αυτές δεν είναι παντοδύναμες ούτε τους συμπεριλαμβάνουν όλους. Το να ισχυριζόμασταν πως αυτές οι κατεστημένες μορφές δεν έχουν επιρροή, θα ισοδυναμούσε με το να ισχυριστούμε ότι η κουλτούρα των λαών μπορεί να υπάρχει σαν ξεχωριστός θύλακας, έξω από την κατανομή της πολιτισμικής εξουσίας και το συσχετισμό της πολιτισμικής δύναμης. Δεν το πιστεύω αυτό. Αντί αυτού, πιστεύω ότι υπάρχει μία συνεχής και αναγκαστικά άνιση πάλη από πλευράς της κυρίαρχης κουλτούρας, με στόχο την αποδιοργάνωση και αναδιοργάνωση της λαϊκής κουλτούρας προκειμένου να περικλείσει και να περιορίσει τους ορισμούς και τις φόρμες εντός ενός πιο αποδεκτού πλαισίου κυρίαρχων μορφών. Υπάρχουν στιγμές αντίστασης, υπάρχουν επίσης στιγμές εναλλαγής. Αυτή είναι η διαλεκτική της πολιτισμικής πάλης. Στην εποχή μας, η διαλεκτική αυτή συνεχίζεται αδιάκοπα μέσα από τις σύνθετες γραμμές της αντίστασης και της αποδοχής, της ανυπακοής και της συνθηκολόγησης, κάτι που κάνει το πεδίο της κουλτούρας ένα είδος διαρκούς πεδίου μάχης. Ένα πεδίο μάχης όπου δεν κατακτιούνται τελικές νίκες αλλά υπάρχουν πάντα στρατηγικές θέσεις να κερδηθούν ή να χαθούν.
Ο πρώτος ορισμός, λοιπόν, δεν είναι χρήσιμος για τους σκοπούς μας αλλά ίσως μας αναγκάσει να σκεφτούμε βαθύτερα τη συνθετότητα των πολιτισμικών σχέσεων, την πραγματικότητα της πολιτισμικής εξουσίας και τη φύση της πολιτισμικής διείσδυσης. Αν οι μορφές της παρεχόμενης εμπορικής μαζικής κουλτούρας δεν χαρακτηρίζονται αποκλειστικά από τη χειραγώγηση, τότε αυτό ισχύει επειδή – μαζί με τις ψευδείς εκκλήσεις, την περιορισμένη προοπτική, τις ασημαντότητες και τα βραχυκυκλώματα – υπάρχουν, ταυτόχρονα, στοιχεία αναγνώρισης και ταύτισης, κάτι που προσεγγίζει μια αναδημιουργία αναγνωρίσιμων εμπειριών και συμπεριφορών, και σε αυτό οι άνθρωποι ανταποκρίνονται. Ο κίνδυνος προκύπτει επειδή τείνουμε να προσεγγίζουμε τις πολιτισμικές μορφές ως ολότητες με συνεκτικό χαρακτήρα: είτε εντελώς διαβρωμένες είτε εντελώς αυθεντικές. Ενώ, αντίθετα, είναι βαθιά αντιφατικές – παίζουν με τις αντιφάσεις, ειδικά όταν λειτουργούν στο πεδίο του «λαϊκού». Η γλώσσα της Daily Mirror δεν είναι ούτε μία καθαρή κατασκευή «ιδιόλεκτου» («newspeak») της Fleet Street [4], ούτε είναι η γλώσσα που μιλάνε, στην πραγματικότητα, οι αναγνώστες που προέρχονται από την εργατική τάξη.
Είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο είδος γλωσσικής σύνθεσης, στο οποίο η εκφυλισμένη βαρβαρότητα της μαζικής δημοσιογραφίας συνδυάζεται επιδέξια και διαπλέκεται με στοιχεία της αμεσότητας και της ζωηρής ιδιαιτερότητας της γλώσσας της εργατικής τάξης. Δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τη διατήρηση ορισμένων στοιχείων που σχετίζονται άμεσα με μια πραγματική γλώσσα – εν προκειμένω τη «λαϊκή». Δεν θα έφτανε και πολύ μακριά εκτός και αν ήταν σε θέση να μετασχηματίζει τα λαϊκά στοιχεία της γλώσσας σε ένα είδος τυποποιημένου και εξουδετερωμένου δημοτικού λαϊκισμού
Ο δεύτερος ορισμός του «λαϊκού» [5] μπορεί να γίνει δεκτός πιο εύκολα. Αυτός είναι ο περιγραφικός ορισμός. Λαϊκή κουλτούρα είναι όλα αυτά τα πράγματα που οι «οι λαοί» κάνουν ή έχουν κάνει. Αυτός είναι πιο κοντά σε έναν «ανθρωπολογικό» ορισμό του όρου: η κουλτούρα, τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις του «λαού». Αυτό που ορίζει τον «ιδιαίτερο τρόπο ζωής του». Έχω δύο δυσκολίες και με αυτόν τον ορισμό.
Καταρχήν είμαι επιφυλακτικός απέναντί του ακριβώς επειδή είναι υπερβολικά περιγραφικός. Και το λέω κομψά. Βασικά, βασίζεται σε έναν κατάλογο που μεγαλώνει διαρκώς. Ουσιαστικά, οτιδήποτε έχουν κάνει ποτέ «οι λαοί» μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σε αυτή τη λίστα. Το πρόβλημα είναι πώς θα ξεχωρίσει κανείς αυτή την ατελείωτη λίστα, με ένα μη περιγραφικό τρόπο, από ό,τι δεν είναι μαζική κουλτούρα .
Μα η δεύτερη δυσκολία είναι πιο σημαντική – και σχετίζεται με ένα σημείο που τέθηκε νωρίτερα. Δεν μπορούμε να συλλέξουμε σε μία κατηγορία όλα τα πράγματα που κάνουν «οι λαοί» χωρίς να παρατηρήσουμε ότι η πραγματική αναλυτική διάκριση προκύπτει, όχι από τη λίστα αυτή καθ’ εαυτή – μία αδρανής κατηγορία πραγμάτων και δραστηριοτήτων – αλλά από τη βασική αντίθεση : προέρχεται από τον λαό/δεν προέρχεται από τον λαό. Με αυτό ως δεδομένο, η δομική διάκριση της έννοιας του «λαϊκού», είναι οι εντάσεις και οι αντιθέσεις μεταξύ αυτού που ανήκει στο κεντρικό πεδίο της κυρίαρχης κουλτούρας ή κουλτούρας της ελίτ και της κουλτούρας της «περιφέρειας». Είναι αυτή η αντίθεση που συνεχώς δομεί το πεδίο της κουλτούρας στο «λαϊκό» και το «μη λαϊκό».
Αλλά δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε αυτές τις αντιθέσεις με έναν αμιγώς  περιγραφικό τρόπο. Καθώς, από περίοδο σε περίοδο, τα περιεχόμενα κάθε κατηγορίας αλλάζουν. Λαϊκές μορφές αποκτούν πολιτισμική αξία ανεβαίνουν στην πολιτισμική κλίμακα – και βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά. Άλλα πράγματα παύουν να έχουν υψηλή πολιτισμική αξία, εντάσσονται στην κατηγορία του λαϊκού και μετασχηματίζονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η δομική διάκριση δεν αποτελείται από τα περιεχόμενα κάθε κατηγορίας – τα οποία, επιμένω, θα αλλάξουν από περίοδο σε περίοδο. Αλλά αποτελείται από τις δυνάμεις και τις σχέσεις που διατηρούν τη διάκριση, τη διαφορά: χοντρικά, ανάμεσα σε αυτό που, σε οποιαδήποτε στιγμή, θεωρείται μορφή ή δραστηριότητα της κουλτούρας της ελίτ και σε αυτό που δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία. Αυτές οι κατηγορίες παραμένουν, ενώ τα περιεχόμενα αλλάζουν.
Επιπρόσθετα, ένα ολόκληρο σύνολο θεσμών και θεσμικών διαδικασιών απαιτούνται για τη διατήρηση της κάθε μιας από αυτές τις κατηγορίες – και για τη συνεχή υπενθύμιση της διαφοράς μεταξύ τους. Το σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένας τέτοιος θεσμός –ξεχωρίζει ο κομμάτι της κουλτούρας που έχει αξία, την πολιτισμική κληρονομιά, την ιστορία που θα πρέπει να διδάσκεται, από το κομμάτι «χωρίς αξία» . Ο λόγιος και ακαδημαϊκός μηχανισμός είναι ένας άλλος – ξεχωρίζει συγκεκριμένα είδη γνώσης που έχουν αξία από άλλα. Ο σημαντικός παράγοντας, επομένως, δεν είναι μία απλή περιγραφική καταγραφή –  η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ακινητοποιήσει τη μαζική κουλτούρα σε μία αιώνια μούχλα – αλλά οι σχέσεις εξουσίας που συνεχώς τονίζουν και διαχωρίζουν το πεδίο της κουλτούρας στις προτιμητέες και τις υπολειπόμενες κατηγορίες.
Έτσι συμβιβάζομαι με έναν τρίτο ορισμό του «λαϊκού» (‘popular’), παρόλο που είναι αρκετά άβολος. Αυτός αναφέρεται  σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίοδο και αναζητεί αυτές τις μορφές και δραστηριότητες που έχουν τις ρίζες τους στις κοινωνικές και υλικές συνθήκες συγκεκριμένων τάξεων, οι οποίες μετενσαρκώνονται σε λαϊκές παραδόσεις και πρακτικές. Υπό αυτή την έννοια, διατηρείται αυτό που έχει αξία στον περιγραφικό ορισμό. Αλλά (σ. ο τρίτος ορισμός) πάει ένα βήμα παραπέρα και επιμένει πως το ουσιαστικό στον ορισμό της λαϊκής κουλτούρας είναι οι σχέσεις που ορίζουν τη «λαϊκή κουλτούρα» σε μια διαρκή ένταση (σχέση επιρροής και ανταγωνισμού) με την κυρίαρχη κουλτούρα. Είναι μία αντίληψη της κουλτούρας που πολώνεται γύρω από αυτή την πολιτισμική διαλεκτική. Αντιμετωπίζει το πεδίο των πολιτισμικών μορφών και δραστηριοτήτων ως ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο. Στη συνέχεια, εξετάζει τις σχέσεις που συνεχώς δομούν αυτό το πεδίο σε κυρίαρχους και υποτελείς σχηματισμούς. Εξετάζει τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτές οι σχέσεις κυριαρχίας και καθυπόταξης αρθρώνονται. Τις αντιμετωπίζει ως διαδικασία: τη διαδικασία μέσω της οποίας κάποια πράγματα ενεργά ευνοούνται έτσι ώστε κάποια άλλα να μπορούν να  περιθωριοποιηθούν.  Έχει στο επίκεντρο του το μεταβαλλόμενο και άνισο συσχετισμό δυνάμεων που ορίζει το πεδίο της κουλτούρας – αυτό είναι η πολιτισμική πάλη και οι πολλές μορφές της. Το κυρίαρχο σημείο εστίασής του είναι η σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα και τα ζητήματα της ηγεμονίας.
Αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει, σε αυτόν τον ορισμό, δεν είναι το ερώτημα της «αυθεντικότητας» ή της οργανικής πληρότητας της μαζικής κουλτούρας. Βασικά, αναγνωρίζει πως σχεδόν όλες οι πολιτισμικές μορφές θα είναι αντιφατικές υπό αυτή την έννοια, αποτελούμενες από ανταγωνιστικά και ασταθή στοιχεία. Η σημασία μιας πολιτισμικής μορφής και ο χώρος της ή η θέση της στο πεδίο της κουλτούρας δεν είναι εγγεγραμμένα στη μορφή της. Ούτε είναι η θέση της σταθερή μια για πάντα. Το φετινό ριζοσπαστικό σύμβολο ή σύνθημα μπορεί να εξουδετερωθεί μετατρεπόμενο σε μόδα την επόμενη χρονιά · τον επόμενο χρόνο θα είναι το αντικείμενο μιας πρωτοφανούς πολιτισμικής νοσταλγίας. Ο σημερινός επαναστάτης τραγουδιστής παραδοσιακής μουσικής καταλήγει, αύριο, στο έγχρωμο εξώφυλλο του περιοδικού The Observer. Η σημασία του πολιτισμικού συμβόλου δίνεται εν μέρει από το κοινωνικό πεδίο στο οποίο ενσωματώνεται, και από τις πρακτικές με τις οποίες αρθρώνεται και τις οποίες απηχεί. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα εγγενή ή ιστορικά σταθερά πολιτισμικά αντικείμενα, αλλά η επικρατούσα κατάσταση στις πολιτισμικές σχέσεις: για να το θέσω ωμά και σε μια υπεραπλουστευμένη μορφή – αυτό που μετράει είναι η ταξική πάλη εντός και επί της κουλτούρας.
Σχεδόν κάθε σταθερή καταγραφή θα μας προδώσει. Είναι το μυθιστόρημα (novel) μια «αστική» μορφή; Η απάντηση μπορεί να είναι μόνο ιστορικά συγκεκριμένη: Πότε; Ποια μυθιστορήματα; Από ποιόν; Υπό ποιες συνθήκες;
Αυτός [σ: ο τρίτος ορισμός] μας προσφέρει μία προειδοποίηση ενάντια σε αυτές τις κλειστές προσεγγίσεις της λαϊκής κουλτούρας οι οποίες εξυμνούν την παράδοση ως αυτοσκοπό και την αντιμετωπίζουν με έναν υπεριστορικό τρόπο, αναλύοντας τις μορφές της λαϊκής κουλτούρας σαν να περικλείουν εντός τους, από τη στιγμή της δημιουργίας τους, κάποια σταθερά και απαράλλακτα νοήματα ή αξίες. Η σχέση μεταξύ της ιστορικής θέσης και της αισθητικής αξίας είναι ένα σημαντικό και δύσκολο ερώτημα στη λαϊκή κουλτούρα. Αλλά η προσπάθεια να αναπτύξουμε κάποια καθολική λαϊκή αισθητική, θεμελιωμένη στη στιγμή της γέννησης των πολιτισμικών μορφών και πρακτικών, είναι, σχεδόν σίγουρα, βαθύτατα εσφαλμένη. Τι θα μπορούσε να είναι πιο εκλεκτικό και τυχαίο από τη συνάθροιση νεκρών συμβόλων και μικροπραγμάτων, που έχουμε ξεθάψει από την παλιά ντουλάπα, με τα οποία, νέοι άνθρωποι έχουν επιλέξει τώρα να στολίζονται; Αυτά τα σύμβολα και τα κομμάτια είναι θεμελιωδώς διφορούμενα. Μπορούμε να επικαλεστούμε χίλιους χαμένους πολιτισμικούς αγώνες μέσω αυτών. Κάθε λίγο και λιγάκι, ανάμεσα σε άλλα μπιχλιμπίδια, συναντούμε αυτό το σύμβολο το οποίο, πιο πολύ από κάθε άλλο, θα όφειλε να είναι σταθερό – παγιωμένο – στην πολιτισμική του σημασία για πάντα: τη σβάστικα. Και όμως αιωρείται, μερικώς – αλλά όχι τελείως – αποκομμένο από τη θεμελιώδη  πολιτισμική αναφορά του στην ιστορία του 20ου αιώνα. Τι σημαίνει; Τι σηματοδοτεί; Η σημασία του είναι πλούσια, και τρομερά διφορούμενη, σίγουρα ασταθής. Αυτό το τρομακτικό σύμβολο ίσως ορίζει ένα εύρος σημασιών αλλά δεν εγγυάται ένα μοναδικό νόημα εντός του. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από παιδιά που δεν είναι «φασίστες» επειδή ίσως φορούν μία σβάστικα σε μια αλυσίδα. Από την άλλη, ίσως και να μπορούσαν να γίνουν . . . Το τι σηματοδοτεί αυτό το σύμβολο θα εξαρτηθεί, σε τελική ανάλυση, από τις πολιτικές της νεανικής κουλτούρας, και περισσότερο από την ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ, ας πούμε του National Front[6] και του Anti-Nazi League[7], μεταξύ του White Rock[8] και του Two Tone Sound[9] και λιγότερο από τον εγγενή πολιτισμικό συμβολισμό του ίδιου του αντικειμένου.
Όχι μόνο δεν υπάρχει καμία εγγενής εγγύηση μέσα στο πολιτισμικό σύμβολο ή μορφή αυτή καθ’ εαυτή. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ούτε πως, επειδή κάποια στιγμή ήταν συνδεδεμένο με έναν συγκεκριμένο αγώνα, θα είναι για πάντα η ζωντανή έκφραση μίας τάξης: έτσι ώστε κάθε φορά που θα αναφέρεται, θα «μιλάει τη γλώσσα του σοσιαλισμού». Αν ορισμένες πολιτισμικές εκφράσεις συνδέονται με τον σοσιαλισμό, είναι επειδή έχουν συνδεθεί ως οι πρακτικές, οι μορφές και η οργάνωση ενός ζωντανού αγώνα, ο οποίος έχει καταφέρει να συσχετιστεί με αυτά τα σύμβολα και να τους δώσει ένα σοσιαλιστικό νόημα. Η κουλτούρα δεν είναι εξαρχής μόνιμα εγγεγραμμένη στις συνθήκες μιας τάξης, προτού ξεκινήσει ο αγώνας. Ο αγώνας συνίσταται στην επιτυχία ή αποτυχία της προσπάθειας να δοθεί «στην κουλτούρα» μία σοσιαλιστική σημασιοδότηση.
Αξιοποίηση του Darth Vader από τους Ουκρανούς ναζί
Ο όρος «λαϊκό» έχει πολύ σύνθετες σχέσεις με τον όρο «τάξη». Το γνωρίζουμε αυτό, αλλά συχνά τείνουμε να το ξεχνάμε. Μιλάμε για συγκεκριμένες μορφές κουλτούρας της εργατικής τάξης αλλά χρησιμοποιούμε έναν πιο συμπεριληπτικό όρο, τη «λαϊκή κουλτούρα» για να αναφερθούμε στο γενικότερο πεδίο που εξετάζουμε. Είναι απολύτως ξεκάθαρο πως ό,τι έχω πει δεν θα έβγαζε πολύ νόημα χωρίς αναφορά σε μια ταξική οπτική και στην ταξική πάλη. Αλλά είναι επίσης ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει ευθεία συσχέτιση μεταξύ μιας τάξης και μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής μορφής ή πρακτικής. Οι όροι «ταξικό» και «λαϊκό»  (popular) είναι βαθιά συνδεδεμένοι αλλά δεν αποτελεί ο ένας απλά ένα συνώνυμο του άλλου. Ο λόγος για αυτό είναι προφανής. Δεν υπάρχουν συνολικά διαχωρίσιμες «κουλτούρες», παραδειγματικά συνδεδεμένες, με ιστορικά σταθερό τρόπο, με συγκεκριμένες «ολικές» τάξεις – παρόλο που υπάρχουν ξεκάθαρα διακριτοί και μεταβλητοί ταξικο-πολιτισμικοί σχηματισμοί. Οι ταξικές κουλτούρες τείνουν να διασταυρώνονται και να αλληλεπικαλύπτονται εντός του ίδιου πεδίου πάλης. Ο όρος «λαϊκό» υποδεικνύει αυτήν τη μετατοπισμένη  σχέση της κουλτούρας με τις τάξεις. Για την ακρίβεια, αναφέρεται στη συμμαχία τάξεων και δυνάμεων που αποτελούν τις «λαϊκές τάξεις». Η κουλτούρα των καταπιεσμένων, των αποκλεισμένων τάξεων: αυτή είναι η περιοχή στην οποία ο όρος «λαϊκό» μας παραπέμπει. Και η αντίπαλη πλευρά σε αυτό – η πλευρά που κατέχει την πολιτισμική εξουσία ώστε να αποφασίζει τι της ανήκει και τι όχι – είναι, εξ ορισμού, όχι άλλη μία «ολική» τάξη, αλλά μία άλλη συμμαχία τάξεων, στρωμάτων και κοινωνικών δυνάμεων οι οποίες αποτελούν αυτό που δεν είναι «ο λαός»  και οι «λαϊκές τάξεις» : η κουλτούρα του μπλοκ εξουσίας.
Ο λαός ενάντια στο μπλοκ-εξουσίας: αυτό, και όχι το «τάξη-εναντίον-τάξης», είναι η κεντρική γραμμή αντίθεσης γύρω από την οποία πολώνεται το πεδίο της κουλτούρας. Η λαϊκή κουλτούρα ειδικά οργανώνεται γύρω από αυτή την αντίθεση: οι λαϊκές δυνάμεις ενάντια στο μπλοκ-εξουσίας. Αυτό δίνει στο πεδίο της πολιτισμικής πάλης την δικιά του ιδιαιτερότητα. Αλλά ο όρος «λαϊκό» και ειδικά, το συλλογικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρεται – «ο λαός» – είναι άκρως προβληματικός. Για παράδειγμα, καθίσταται προβληματικός από την ικανότητα της κυρίας Θάτσερ να προφέρει μία πρόταση όπως «πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη των συνδικάτων επειδή αυτό είναι που θέλει ο λαός». Αυτό μου υποδεικνύει πως, όπως δεν υπάρχει σταθερό περιεχόμενο στην κατηγορία της «λαϊκής κουλτούρας», έτσι δεν υπάρχει και σταθερό υποκείμενο για να συνδεθεί σε αυτό – «ο λαός». «Ο λαός» δεν είναι πάντα κάπου εκεί, εκεί που ήταν πάντα με την κουλτούρα του άθικτη, με τις ελευθερίες και τα ένστικτα του άθικτα, παλεύοντας ακόμα ενάντια στον ζυγό των Νορμανδών ή οτιδήποτε: λες και αν καταφέρουμε να τον «ανακαλύψουμε» και τον φέρουμε πάλι πίσω στο προσκήνιο, αυτός θα είναι πάντα στο σωστό, προκαθορισμένο μέρος και θα μπορεί να καταμετρηθεί. Η ικανότητα να συγκροτούμε (constitute) τάξεις και άτομα ως λαϊκή δύναμη – αυτή είναι η φύση της πολιτικής και πολιτισμικής πάλης: να μετατρέπει  τις διχασμένες τάξεις και τους διαχωρισμένους ανθρώπους – διχασμένοι και διαχωρισμένοι με βάση την κουλτούρα όσο και άλλους παράγοντες – σε μία λαϊκή-δημοκρατική πολιτισμική δύναμη.
Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως άλλες δυνάμεις έχουν επίσης συμφέρον να ορίσουν το «λαό» σαν κάτι διαφορετικό: το «λαό» που χρειάζεται να πειθαρχηθεί περισσότερο, να εξουσιάζεται καλύτερα, να αστυνομεύεται πιο αποτελεσματικά, του οποίου η ζωή πρέπει να προστατεύεται από «ξένες κουλτούρες» και ούτω καθεξής. Υπάρχει ένα μέρος και των δύο αυτών εναλλακτικών μέσα στον καθένα μας. Μερικές φορές μπορεί να αποτελούμε μία δύναμη ενάντια στο μπλοκ εξουσίας: αυτό είναι το ιστορικό περιθώριο εντός του οποίου είναι δυνατό να κατασκευάσουμε μία κουλτούρα που να είναι αυθεντικά λαϊκή. Αλλά, στην κοινωνία μας, αν δεν συγκροτούμαστε κατ’ αυτό τον τρόπο, θα αποτελούμε το αντίθετό του: μία ουσιαστικά λαϊκιστική δύναμη που θα υποτάσσεται μπροστά στην εξουσία. Η λαϊκή κουλτούρα είναι ένα από αυτά τα πεδία όπου η πάλη για και ενάντια στην κουλτούρα των ισχυρών διεξάγεται ·  είναι επίσης το διακύβευμα που μένει να κερδηθεί ή να χαθεί μέσα σε αυτή την πάλη. Είναι η αρένα της συναίνεσης  και της αντίστασης. Είναι εν μέρει το σημείο όπου ανακύπτει η ηγεμονία και εκεί όπου διαφυλάσσεται. Δεν είναι μία σφαίρα όπου διεξάγεται η πάλη και ο σοσιαλισμός, μία σοσιαλιστική  κουλτούρα – ήδη πλήρως σχηματισμένη – μπορεί απλά να «εκφραστεί». Αλλά είναι ένα από αυτά τα πεδία  όπου ο σοσιαλισμός ίσως μπορεί να συγκροτηθεί.  Για αυτό η «λαϊκή κουλτούρα» έχει σημασία. Διαφορετικά, για να σας πω την αλήθεια, δεν δίνω δεκάρα γι’ αυτή.
Stuart Hall, “Notes on Deconstructing ‘The Popular’”, People’s History and Socialist Theory, Raphael Samuel (ed.), London: Kegan Paul-Routledge, 1981, pp.231-5, 237-9
 
Σημειώσεις:
[1] Το Centre for Contemporary Cultural Studies (CCCS) ήταν ερευνητικό κέντρο στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, που λειτουργούσε από το 1964 μέχρι το 2002. Ο Stuart Hall διετέλεσε διευθυντής του κέντρου από το 1968 μέχρι το 1979.
[2]  Ο Hall σε όλο το κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο popular και κάνει εναλλαγές ανάμεσα στις πιο συνηθισμένες χρήσεις του, λαϊκό και δημοφιλές.
[3] Η μακροβιότερη σειρά στην Βρετανική τηλεόραση. Προβάλλεται από το 1960, μετράει σχεδόν 10.000 επεισόδια και πραγματεύεται τις ζωές των ανθρώπων της εργατικής τάξης σε μία φανταστική πόλη, το Weatherfield.
[4] Μετωνυμικά αναφέρεται έτσι ο Βρετανικός τύπος εθνικής εμβέλειας. Ο Hall εδώ εννοεί ότι δεν είναι κάτι που επινόησαν οι δημοσιογράφοι.
[5] Το popular εδώ χρησιμοποιείται ως λαϊκό, και όχι δημοφιλές.
[6] Φασιστικό πολιτικό κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ιδρύθηκε το 1967 και δραστηριοποιήθηκε έντονα στα μέσα της δεκαετίας του ‘70.
[7] Αντιφασιστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1977 με πρωτοβουλία του Socialist Workers Party (SWP).
[8] Μουσικό ρεύμα που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 στην Αγγλία. Αποτελούνταν από punk μπάντες με εθνικιστικούς στίχους, που οικειοποιούνταν την υποκουλτούρα των skinheads και ήταν συνδεδεμένες με το National Front.
[9] Μουσικό ρεύμα της ska που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 στην Αγγλία και συνδύαζε τη ska με punk και new wave επιρροές. Συνδέθηκε με το αντιρατσιστικό κίνημα.

Θηρίο στο κλουβί ο Ερντογάν - Πήγε και Τυνησία για να “πνίξει” το Καστελόριζο

 
Αιφνιδιαστική επίσκεψη στην Τυνησία έκανε ο Ερντογάν σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει στηρίγματα στα σχέδια του, να βάλει, ακόμη πιο γερά, πόδι στη Λιβύη. Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου έγινε μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά την έντονη κινητικότητα και τις εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί για τον αγωγό EastMed, αλλά και την ώρα που δείχνει να πέφτει στο κενό η έκκληση της κυβέρνησης της Τρίπολης για διεθνή στήριξη.
Ο Ερντογάν συναντήθηκε με τον Τυνήσιο ομόλογό του, Καΐς Σαγιέντ, με τον οποίο συζήτησε τρόπους συνεργασίας των δύο χωρών για την επίτευξη μιας κατάπαυσης του πυρός στη Λιβύη. Το ίδιο θέμα συζήτησε αντιπροσωπεία Τούρκων αξιωματούχων στη Μόσχα, όπου επίσης συμφωνήθηκε να αναζητηθούν, και μάλιστα γρήγορα, τρόποι για τον τερματισμό της εμφύλιας σύγκρουσης στην αφρικανική χώρα.
Έχοντας μαζί του ένα επιτελείο στελεχών, με επικεφαλής τους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας, Τσαβούσογλου και Ακάρ, ο πρόεδρος της Τουρκίας υποστήριξε, ότι η Τυνησία θα μπορούσε να συμβάλλει εποικοδομητικά στην αποκατάσταση της σταθερότητας στη γειτονική Λιβύη. Ο Τυνήσιος πρόεδρος είχε άλλωστε, την περασμένη Δευτέρα, συνάντηση με εκπροσώπους του Ανώτατου Συμβουλίου Λιβυκών Πόλεων και Φυλών, με τους οποίους συζήτησε την πιθανότητα να αναλάβει πρωτοβουλία για την επίλυση της λιβυκής κρίσης.

Στόχος πάντα η Ελλάδα 
Ο Ερντογάν συντάχθηκε με αυτήν την προοπτική. Ωστόσο, στις κοινές δηλώσεις του με τον Τυνήσιο ομόλογό του, δεν έκρυψε τις πραγματικές επιδιώξεις του, καθώς υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία δουλειά με την λιβυκή ΑΟΖ και ότι η Άγκυρα και η Τρίπολη έχουν «συγκεκριμένη σύνδεση μεταξύ τους και δικαιοδοσία σε αυτήν την περιοχή».
Παραλλήλως υπεραμύνθηκε της στρατιωτικής συμφωνίας που υπέγραψε με τον Σάρατζ και επανέλαβε ότι, αν υπάρξει σχετικό αίτημα από την κυβέρνηση της Τρίπολης, θα στείλει στρατό στη Λιβύη. Αναρωτήθηκε μάλιστα τι δουλειά έχουν εκεί η Ρωσία και το Σουδάν. Παρεμπιπτόντως το Σουδάν συνορεύει με τη Λιβύη, αλλά ο Ερντογάν διαβάζει δικούς του χάρτες, έτσι κι αλλιώς.
Το θέμα της αποστολής Τούρκων στρατιωτών στη Λιβύη συζητήθηκε και στις επαφές με τους Ρώσους, η Μόσχα, ωστόσο, δεν φαίνεται, για την ώρα, να έχει άρει τις ανησυχίες της για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Στην Άγκυρα πάντως, η τουρκική Εθνοσυνέλευση ετοιμάζει ήδη νόμο που θα επιτρέπει στην Τουρκία να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις στην βορειοαφρικανική χώρα.
Οι συμφωνίες του Ερντογάν με τον Σάρατζ για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών και την στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών έχουν καταδικαστεί ως παράνομες από τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ. Ο ισχυρός άνδρας της ανατολικής Λιβύης, όπως τον αποκαλούν, έχει το αρχηγείο του στην Βεγγάζη, οι δυνάμεις του όμως διεξάγουν από τον Απρίλιο μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση για να κυριεύσουν την λιβυκή πρωτεύουσα.

"Συριοποίηση" της Λιβύης 
Αντίθετο με τα μνημόνια Σάρατζ-Ερντογάν είναι και το λιβυκό Κοινοβούλιο, το οποίο εδρεύει πλέον στο Τομπρούκ. Σήμερα μάλιστα, ο ειδικός απεσταλμένος της κυβέρνησης της ανατολικής Λιβύης, επικεφαλής της οποίας είναι ο Αμπντάλα Θάνι, επανέφερε το θέμα, τονίζοντας ότι η συμφωνία για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων θα πρέπει να μελετηθεί από τους εμπειρογνώμονες του λιβυκού Κοινοβουλίου. Ο ίδιος σχολίασε ιδιαίτερα το ότι αυτή η συμφωνία “εξαφανίζει” την Κύπρο και την Κρήτη και σημείωσε ότι ο Σάρατζ δεν έχει κανένα δικαίωμα να προχωρά σε τέτοιες ενέργειες. 
Ο εκπρόσωπος του Θάνι, Νάγιεντ, έβαλε στο στόχαστρό του και τον Ερντογάν, κατηγορώντας τον ότι ενεργεί σαν «σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», προκαλώντας με τις πολιτικές του εντάσεις στη Μεσόγειο. Εξέφρασε μάλιστα ιδιαίτερη ανησυχία για τις αναφορές του στο ένα εκατομμύριο Λίβυων πολιτών που, όπως είπε, είναι «τουρκικής καταγωγής». Ο Νάγιεντ χαρακτήρισε τον ισχυρισμό αυτόν «προσβολή», κατηγορώντας τον Ερντογάν ότι «ακολουθεί τον ρατσισμό του Ατατούρκ» και ότι «επιδιώκει να εμφανίσει τους, οθωμανικής καταγωγής, Λίβυους σαν την πέμπτη φάλαγγα εντός της χώρας».
Η αλήθεια είναι ότι η Λιβύη, η οποία μετά την πτώση του Καντάφι έχει βυθιστεί στο χάος, το μόνο που δεν χρειάζεται αυτήν την στιγμή είναι μια έξαρση και φυλετικών διαχωρισμών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οδηγούσε πιθανότατα στην “συριοποίηση” της χώρας, κάτι που έθιξε ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Λουίτζι Ντι Μάιο. Ο επικεφαλής του Κινήματος Πέντε Αστέρων σημείωσε ιδιαίτερα τον κίνδυνο ανάπτυξης τρομοκρατικών ομάδων και τον απέδωσε στο γεγονός ότι στην Λιβύη διεξάγεται ένας πόλεμος «με εξουσιοδότηση», όπως είπε. Σχολίασε έτσι, την επίσημη και ανεπίσημη εμπλοκή ξένων δυνάμεων στον λιβυκό εμφύλιο, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που σχεδιάζει ο Ερντογάν.

Θηρίο στο κλουβί
Ο Τούρκος πρόεδρος δείχνει εγκλωβισμένος μέσα στις παγίδες που ο ίδιος έστησε και αυτό γίνεται περισσότερο έντονο μετά το “πράσινο φως” του Τραμπ για τον αγωγό EastMed, την σχετική πρωτοβουλία Νετανιάχου και την προγραμματισμένη για τις 2 Ιανουαρίου υπογραφή της συμφωνίας στην Αθήνα. Παραλλήλως, η επίσημη καταδίκη των συμφωνιών του, την Δευτέρα, από το Ισραήλ και η ξεκάθαρη αντίρρηση της Αιγύπτου σε αυτές δημιουργούν ένα πλέγμα ενάντια στο σχέδιο του.
Από την άλλη η έκκληση του Σάρατζ προς τους ηγέτες πέντε χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Ιταλία, Αλγερία και Τουρκία) για «συμφωνίες συνεργασίας» με στόχο την αντιμετώπιση όλων των παράνομων οργανώσεων δεν βρίσκει ανταπόκριση, για την ώρα τουλάχιστον. Αντιθέτως, φαίνεται ότι απομονώνει περισσότερο, τόσο την Άγκυρα όσο και την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ερντογάν εντείνει τις απειλές του προς την Ελλάδα και στέλνει μηνύματα ότι είναι αποφασισμένος να προχωρήσει τις παράνομες συμφωνίες του με την κυβέρνηση της Τρίπολης, οι οποίες "πνίγουν" τα ελληνικά νησιά και την Κύπρο. Τα ελληνικά νησιά, και συγκεκριμένα την ακριτική Κάσο, επέλεξε όμως και ο Έλληνας πρωθυπουργός για να στείλει, χριστουγεννιάτικα, τα δικά του μηνύματα, λίγες ημέρες μετά τον διπλωματικό μαραθώνιο της Αθήνας και την επίσπευση της συμφωνίας για τον EastMed.
Πηγή: SL press

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019

'Ξένος για σένα και εχθρός- Ματούλα Ζαμάνη

Η Ματούλα Ζαμάνη στο Diesi in Concert !

Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσικοί:
Μένιος Γούναρης: πλήκτρα- Synth bass
Θάνος Καζαντζής: τύμπανα
Γιάννης Κονταράτος: βιολί
Κώστας Νικολόπουλος: ηλεκτρική κιθάρα

Μαργαρίτα ή μαργαρίτες; Μια ανήσυχη ιστορία γεννημένη στους δρόμους της κρίσης

 
Κορίτσι των '90s η Μαργαρίτα, δουλεύει σε ένα από τα καλύτερα μπαρ στο κέντρο της πόλης. Με τις ντιζαϊνιές του, τα αστραφτερά του ποτήρια, την «άριστη εξυπηρέτηση» όπως διαβάζουμε στα πρώτα σχόλια στη σελίδα του μαγαζιού στο facebook. Με τα όλα του.
 
Συραγώ Λιάτσικου
 
Η μαργαρίτα που λέτε είναι ένα πολύ ωραίο τυπάκι. Κάθε φορά που θα σου φέρει το καφεδάκι, θα σκάσει κι ένα χαμόγελο. Σου φτιάχνει αμέσως τη μέρα. Έχει συνηθίσει τόσα χρόνια και το κάνει αυτόματα. Ήταν άλλωστε στο job description. Ξέρει ότι αν δεν το κάνει, απολύεται.
Χθες που κατάφερε να ξεκλέψει δύο λεπτά για να κάνει ένα τσιγάρο, είδε στο απέναντι παγκάκι μια παρέα. Αμέσως αναγνώρισε τον Άλκη, μεγάλος έρωτας. Λίγο πριν συναντηθούν τα βλέμματά τους, συνειδητοποίησε πως ο χρόνος της τελειώνει και ο υπεύθυνος καραδοκεί, και με μια ατσούμπαλη κίνηση τρύπωσε ξανά στο πόστο της.
Έτρεμαν τα πόδια της στην ιδέα να του μιλήσει, δεν είχε την πολυτέλεια να πάθει τέτοια ταραχή. «Φόρεσε» το ωραίο της χαμόγελο και συνέχισε να εξυπηρετεί όλους αυτούς τους δύστροπους και ψωνισμένους πελάτες που της είχαν τύχει σήμερα, λες και τους πέρασαν από οντισιόν ένα πράγμα. Να φύγουν ευχαριστημένοι, να αφήσουν κανένα tip, να γλιτώσουμε και το γεμάτο δηλητήριο σχόλιο της ημέρας, ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να κοστίσει ακόμα και τη θέση εργασίας σου αν πέσει στην αντίληψη των «από πάνω». Μια γυαλάδα στα μάτια, όμως, ήταν τώρα εκεί.  
Με βασανιστικούς ρυθμούς πέρασε το βράδυ. Επιτέλους, να βγάλει αυτά τα παπούτσια. Έριξε μια ματιά στο παγκάκι, ο Άλκης είχε φύγει. Πήρε το δρόμο για το σπίτι. Μέχρι να φτάσει, την είχαν πιάσει τα κλάματα. Εικόνες μιας δεκαετίας πέρασαν μπροστά από τα μάτια της.
Θυμήθηκε τα πρώτα της χρονιά στη Θεσσαλονίκη. Είχαν γνωριστεί σε μια πορεία, τον Δεκέμβρη του 2008. Την προηγούμενη μέρα οι μπάτσοι είχαν δολοφονήσει τον Αλέξη. Οργή, φωτιά, να σε πνίγει το άδικο. Η σφαίρα αυτή έχει περάσει μέσα από τις ζωές μας τελικά, σκέφτηκε, μας ράγισε τα όνειρα.
Βρέθηκαν να περπατάνε μαζί προς τα σπίτια τους, κανένας δεν έφευγε από την πορεία μόνος, τα ΜΑΤ ήταν παντού. Αμήχανοι στην αρχή, άρχισαν να λένε για τις σχολές τους. Πολυτεχνείο αυτός, Θεάτρου εκείνη. Σιγά σιγά χαλάρωσαν οι ώμοι, ήρθαν κοντά τα χέρια, μεγάλωσαν τα μάτια. Λίγες μέρες μετά, δεν ξεκολλούσαν ο ένας από τον άλλο. 
Κι έτσι περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια, με τη Μαργαρίτα και τον Άλκη να διασχίζουν παρέα μια σειρά από σημεία-σταθμούς της δεκαετίας που αφήνουμε σιγά σιγά πίσω μας. Στην αρχή υπήρχε μια ξεγνοιασιά που σου φούσκωνε το στήθος με ελευθερία. Συνελεύσεις, καταλήψεις, συλλογικά μαγειρέματα, πάρτυ με φτηνά ποτά στα πιο ζωντανά πανεπιστήμια μες στο βαθύ σκοτάδι, αέναες συζητήσεις για το «πώς θα αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο», να τα πιάνουν κομμάτι κομμάτι, συγκρούσεις, διαφωνίες, μπολιάσματα. Και ξανά κουβέντα, ταινίες, παραστάσεις, βιβλία που θα σε στιγμάτιζαν, άνθρωποι που θα θυμάσαι με χαμόγελο για πάντα. Μουσική υπόκρουση μιας γενιάς που δεν είχε τίποτα να χάσει γιατί ήταν πια ξεκάθαρο ότι πάνε να της επιβάλουν ότι θα ζήσει χειρότερα από τις προηγούμενες. Και μέσα σ' αυτό το χάος, αυτοί ζούσαν με υλικά του κόσμου που ήθελαν να φτιάξουν. 
Με τα χρόνια να μετράνε στη φθορά της σόλας των παπουτσιών τους, ο κόσμος γύρω τους άλλαζε δραματικά. Το είχαν καταλάβει, βέβαια, από τον Απρίλη του 2010 με το Καστελόριζο, το είχαν νιώσει νωρίτερα τον Δεκέμβρη. Τώρα όμως, οι θεωρητικές κουβέντες είχαν αρχίσει να γίνονται βιώματα.
Ολοένα και περισσότεροι φίλοι «τα μάζευαν» για να γυρίσουν πίσω στους γονείς τους - δεν συντηρείς με ψίχουλα ένα σπίτι - μαγαζιά έκλειναν, μισθοί συρρικνώνονταν, μαζί και τα όνειρα. Από τότε που μπήκε αυτή η καταρραμένη λέξη «μνημόνια» στις ζωές μας, οι περιβόητες «περικοπές» δεν αφορούσαν μόνο τα λεφτά. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος και βρίσκεται πάντα στο κεφάλι. Με όπλο τους το φόβο, βάλθηκαν να κατασκευάσουν μισούς ανθρώπους. Μη βγεις στο δρόμο γιατί οι μπάτσοι θα σε σαπίσουν στο ξύλο, μην αντιδράσεις στο αφεντικό γιατί δεν το χει σε τίποτα να σε απολύσει, θερίζει η ανεργία εκεί έξω, μη ζητάς παραπάνω, κάτω το κεφάλι, πολυτέλεια να θες να ασχοληθείς με το θέατρο, βρες μια δουλίτσα τώρα αλλιώς γύρνα πίσω να μας βοηθήσεις με το μαγαζί.
Η Μαργαρίτα έκλεισε το τηλέφωνο και ήθελε να ουρλιάξει. Ήξερε ότι δεν της φταίει η μάνα της, την ανάλυση την είχε κάνει μέσα της εδώ και καιρό, αλλά αυτή ήταν που της έδωσε το τελεσίγραφο. Από την επόμενη μέρα ξεχύθηκε στους δρόμους. Πόρτα πόρτα, μαγαζί το μαγαζί, δεν μπορεί, κάπου θα ψάχνουν για σερβιτόρα. Και κάπου εκεί, ξεκινάει η σκληρή πραγματικότητα να της μοιράζει απλόχειρα χαστούκια. «Ωραίο κοριτσάκι μου φαίνεσαι» ο ένας, δύο ευρώ την ώρα δίνει ο άλλος γιατί «δεν βγαίνει», άγνωστη λέξη τα ένσημα, τα ωράρια, τα δικαιώματα εν γένει, πολυτέλειες που - να ναι καλά η κρίση – έχουμε αφήσει πίσω για να ανασάνουμε οι «επιχειρηματίες».
Κάπως έτσι, κατέληξε να διαλέξει ένα από αυτά τα μαγαζιά. Λίγα τα λεφτά, σκληρή η δουλειά, λίγο μαλάκας το αφεντικό, πως με κοιτάει έτσι, αλλά κάπως πρέπει να βγει ο μήνας, σκέφτηκε. Δεν θα γύριζε πίσω τόσο εύκολα. 
Τις υπόλοιπες ώρες, δρόμος και πάλι δρόμος. Όταν υπάρχει δράση, θα υπάρξει και αντίδραση. Δεν ήταν όλοι διατεθιμένοι να συμβιβαστούν με αυτό το ζοφερό μέλλον και είπαν να το δείξουν για τα καλά. Έτσι γεννήθηκαν οι πλατείες. Κάθε μέρα που κατέβαινε στη πορεία, πολλές φορές τρέχοντας από τη δουλειά, έλιωνε από κούραση, κέρδιζε σε πείσμα. Πείσμα ότι και σήμερα δεν τους άφησε να της κλεψουν τα όνειρα.  
Στο μεταξύ, το ένα μαγαζί έγινε δύο και χρόνο με το χρόνο η δουλειά κέρδιζε χώρο από τη ζωή, την έτρωγε σαν σαράκι. Δεν ήταν μόνο οι πολλές ώρες και τα λίγα λεφτά, ήταν οι άνθρωποι που έβλεπε κάθε μέρα. Αυτά τα σκημένα κεφάλια της στοίχειωναν τις μέρες και τις νύχτες της. Το βλέμμα της είχε αρχίσει από καιρό να σκοτεινιάζει. Το πολεμούσε.
Ο Άλκης δεν άντεχε να την βλέπει άλλο έτσι, κι αυτός βίωνε τα δικά του αδιέξοδα. Της είπε να φύγουνε μαζί. Είχε βρει ένα μεταπτυχιακό στη Δανία δωρεάν, δωμάτιο στις εστίες, θα την έβρισκαν την άκρη τους. Αρκεί να έφευγαν από 'κει, δεν άντεχε άλλο τόση διάχυτη θλίψη και παραίτηση να καθορίζει τις ζωές τους.
Η Μαργαρίτα δεν ήθελε να φύγει. Από τη μια έβλεπε μόνο τείχη να υψώνονται γύρω της, το θέατρο που τόσο πολύ αγαπούσε ήταν πια άπιαστο όνειρο. Από την άλλη, θα ένιωθε τόσο ηττημένη αν έφευγε τώρα. Είχε πεισμώσει να μείνει, να δει τι θα γίνει. Και κάπως έτσι, τόσο βουβά, οι δρόμοι τους χώρισαν μέσα στον χειμώνα του 2014. Σήμερα, ήταν η πρώτη μέρα που τον έβλεπε από τότε.
Είχε μάθει κάποια νέα του στο μεταξύ από κοινούς φίλους, αλλά τους είχε χάσει τώρα πια κι αυτούς, μετακομίζοντας στην Αθήνα. Τη χρονιά που έφυγε ο Άλκης για εξωτερκό, η Μαργαρίτα πήγε να δουλέψει σεζόν σε νησί. Μια εργασιακή τραγωδία, η ναυαρχίδα της εκμετάλλευσης. Δωδεκάωρα, τριάντα μέρες δουλειά τον μήνα, κανένα ρεπό, ύπνος σε κάτι ράτζα σε υπόγεια, μισθός αστείος, ανάλογα με το που θα κλείσει η προσωπική διαπραγμάτευση.
Μετά το νησί, back to the roots. Επιστροφή στην Αθήνα, στο παιδικό της δωμάτιο. Δεν είχε κι άλλη επιλογή. Το μαγαζί των γονιών της συνοικιακό, το είχε καταπιεί από πέρσι η κρίση. Τουλάχιστον δεν τους άφησε χρέη. Ο πατέρας της ξεκίνησε να κάνει μεροκάματα σε έναν φίλο, η μάνα της ακόμη στο ψάξιμο. Την επόμενη χρονιά, θα την έπαιρναν ταμεία στο σούπερ μάρκετ.
Η Μαργαρίτα, με τόσες συστάσεις και το πλούσιο βιογραφικό που κουβαλάει πλέον μαζί της βρήκε δουλειά σε ένα μπαράκι του κέντρου. Απέναντί του, δεν είχε και καμιά φοβερή θέα, έβλεπες φάτσα φόρα την τηλεόραση του προποτζίδικου. Σ' αυτή τη τηλεόραση, την τελευταία Παρασκευή του Ιούνη του 2015, είδε να ανακοινώνεται το δημοψήφισμα. «Μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση», είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Άλλωστε, δεν είχε τίποτα να χάσει. Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν κάπως έτσι. Το έβρισκε εξαιρετικά απολαυστικό να παρατηρεί όλους αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν με τόσο πάθος, να τσακώνονται, όχι, ναι, μην πας να ψηφίσεις, και με την Ευρώπη τι θα γίνει, δημοκρατία, απάτη, ελπίδα, φόβος, ο καθένας τα δικά του. Τελικά, είναι ακόμα ζωντανοί, σκεφτόταν και γελούσε.
Κάποιες μέρες μετά, της κόπηκε λίγο απότομα το γέλιο. Άρχισαν τα ναι μεν αλλά, συμβιβασμοί, διάψευση, σοβαρότητα, ναφθαλίνη. Σίγουρα δεν τα περίμενε έτσι τα πράγματα. Και η ζωή συνέχισε να κυλάει μέσα στο αστραφτερό μπαράκι που είχε γίνει δεύτερό της σπίτι, αν όχι πρώτο, δουλειά, παρέες, αγόρια, λίγη τέχνη στα κλεφτά, αλκοόλ, τσιγάρο, δουλειά. Η νύχτα και η γοητεία της.
Μετά από τρία ατελείωτα χρόνια, μπόλικη υπομονή και οικονομίες, άφησε πίσω το παιδικό της δωμάτιο και έπιασε ένα σπιτάκι στην Κυψέλη. Όχι τίποτα φοβερό προφανώς, παλιό, μικρό αλλά βιώσιμο. Δεν μας έφταναν όλα τα προβλήματά μας σ' αυτόν τον τόπο, έπρεπε να ρθει και το Airbnb να εισβάλει στις γειτονιές μας. Αγνώριστες τις έχει κάνει. Τα σπίτια είναι ακριβά και οι χειμώνες... ατέλειωτοι, σιγά μη βρεις σπίτι με θέρμανση με το μπάτζετ που έχεις. Είχε κοντά κι ένα θεατρικό εργαστήρι, είπε επιτέλους να ξαναπιάσει από κάπου το όνειρό της. Πάνω που είχε αρχίσει να στρώνει κάπως η ζωή της, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Το βράδυ κοιμήθηκε βαριά, είχε σκεφτεί τόσα πολλά που ένιωθε να πονάει το μυαλό της. Ήταν ανάγκη να τον δει έτσι ξαφνικά μπροστά της; Το πρωί σηκώθηκε με ένα βάρος σε στήθος και κεφάλι, μαζί πάνε στη ζωή αυτά τα δύο. Ήταν και 6η Δεκέμβρη, απανωτά τα χτυπήματα. Δεν θα προλάβαινε να πάει στην πορεία για τον Αλέξη, έπιανε δουλειά στις 6 σήμερα. Το πολύ πολύ να έπαιρνε καμιά «τζούρα» από συνθήματα αν πλησίαζε στο μπαράκι η πορεία. 
Ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού, τρέχει κάτω, βάζει τη «στολή», ευτυχώς την κάλυψε η μικρούλα που δουλεύει πρωινή, τη γλιτώσαμε και σήμερα. Πιάνει αμέσως το πόστο, φοράει και το χαμόγελο. Χαλαρή η κίνηση στο μαγαζί, προλαβαίνει να κάνει δύο τσιγάρα στο 6 με 8. Κατά τις 9 έρχεται μια παρέα από κορίτσια γύρω στα τριάντα, μες στη γκλαμουριά. Λογικά παλιές Δαπίτισες, θα σκεφτεί. Και η σκέψη της, θα επιβεβαιωθεί.
«Που να κατέβω με το αμάξι από τα βόρεια με όλους τους δρόμους κλειστούς» η μια, «ποιός τους έδωσε το δικαίωμα να κλείνουν τους δρόμους για ένα κωλόπαιδο που τα 'θελε ο κώλος του πριν 11 χρόνια» θα πει η άλλη, «μας έχουν αποκλείσει οι άπλυτοι από την πόλη μας» η τρίτη, «σκέψου να πέσει καμιά μολότοφ στο mini cooper μου» η τέταρτη, μες στον εκνευρισμό. Σφίγγει τα δόντια η Μαργαρίτα, πάει για παραγγελία. Έρχονται και τα κοκτεϊλάκια, περνάει λίγη ώρα, υστερικά χαχανητά απλώνονται στην αίθουσα. Εκείνη την ώρα, η Μαργαρίτα πήγαινε τον δίσκο με τη δεύτερη γύρα από κοκτέιλ. Εκεί που πάει να τ' αφήσει, κοιτάει στο κινητό της μίας και τι να δει. Ο Άλκης ξαπλωμένος στην πλατεία Εξαρχείων να πιάνει το κεφάλι του, η μπότα του μπάτσου από πάνω. Ξύλο, όχι αστεία. Αυτός είναι, δεν μπορεί, αυτό το μπουφάν ήταν το δώρο της πριν φύγει για Δανία. Κλάμα από το γέλιο οι άλλες, «επιτέλους να μπουν τα πράγματα στη θέση τους, να τους βαράνε σε κάθε γωνία τους αλήτες».
Και κάπου εκεί, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Οι μαργαρίτες ενώθηκαν με το μπλάντι μέρυ, το μοχίτο συνάντησε το ντάκιουρι φράουλα, και όλα αυτά, προσγειώθηκαν στα πλατινέ κεφάλια της παρέας. Η Μαργαρίτα πέταξε τη στολή, φόρεσε το πιο βαθύ, πηγαίο της χαμόγελο και είπε «Παραιτούμαι. Τα ποτά στα κορίτσια από μένα». Κι έτσι ελεύθερη, συνέχισε το βράδυ της στους δρόμους της Αθήνας.