Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις στάθηκε η υπόθεση του εικοσάχρονου νέου στο φάσμα του αυτισμού που τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά μπάτσων στο Άργος.
Η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί -αν και όταν- για τις ποινικές ευθύνες.
Εδώ υπάρχει όμως ένα άλλο βασανιστικό ερώτημα. Τι απέγινε η κοινωνία που παρακολουθεί αυτή την είδηση και το πρώτο που αναρωτιέται δεν είναι «πώς χάθηκε μια ζωή;», αλλά «τι ήταν αυτό το παιδί;» Ήταν Ρομά; Ήταν παραβατικός; Ήταν μετανάστης; Μήπως ήταν gay ή "ναρκωμανής"; Είχε δίπλωμα; Έφταιγε;
Σαν να υπάρχει μια αόρατη ζυγαριά που αποφασίζει ποιος δικαιούται τη συμπόνια μας και ποιος όχι. Κι' αυτό που τρομάζει περισσότερο δεν είναι βία, είναι η επιλεκτική συμπόνια. Γιατί η συμπόνια που εξαρτάται από το ποιος είναι ο άλλος, δεν είναι συμπόνια, είναι ιδεολοψία.
Και δεν είναι η πρώτη φορά. Θυμάμαι -εκτός από πολλούς άλλους- τον Αντώνη Καρυώτη. Έναν άνθρωπο με νοητική αναπηρία, που δολοφονήθηκε από λιμενικούς στο λιμάνι του Πειραιά, αφού απωθήθηκε βίαια από τον καταπέλτη του πλοίου.
Θυμάμαι κι εκεί τα πρώτα σχόλια. «Τι γύρευε;» «Γιατί επέμενε;» «Είχε προβλήματα.»
Προσέξτε τι κάνουμε. Δεν ψάχνουμε πρώτα να καταλάβουμε τι συνέβη. Ψάχνουμε να βρούμε έναν λόγο ώστε να μη χρειαστεί να πονέσουμε.
Και κάπου εδώ αρχίζω να πιστεύω πως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι η βία. Είναι ότι έχει κουραστεί να συμπονά ή μάλλον έχει κουραστεί να νιώθει. Η ενσυναίσθηση έγινε πολυτέλεια ή αντικείμενο συζήτησης σε δωμάτια ψυχοθεραπείας και άρθρα της πόπ ψυχολογίας. Η ευαλωτότητα έγινε ενοχλητική. Ο αδύναμος έγινε βάρος. Ο διαφορετικός έγινε ύποπτος. Ο άνθρωπος στο φάσμα έγινε «περίεργος». Ο ψυχικά πάσχων έγινε «επικίνδυνος». Ο άστεγος έγινε «τεμπέλης». Ο φτωχός άξιος της μοίρας του. Ο Ρομά έγινε «εκ φύσεως παραβατικός».
Στην Ελλάδα δεν βλέπουμε πια ανθρώπους. Βλέπουμε ταμπέλες.
Και αυτό είναι το κριτήριο του πότε μια κοινωνία αρχίζει να αρρωσταίνει πραγματικά. Όχι όταν εμφανίζονται βίαιοι άνθρωποι, γιατί βίαιοι άνθρωποι υπήρχαν πάντοτε. Μια κοινωνία αρρωσταίνει όταν σταματά να προστατεύει εκείνους που δεν μπορούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Γιατί αυτό είναι το μέτρο κάθε πολιτισμού. Όχι πώς φέρεται στους ισχυρούς, αλλά πώς φέρεται στον πιο ευάλωτο. Στο παιδί, στον άνθρωπο με αναπηρία, στον νευροδιαφορετικό, στον ηλικιωμένο, στον ψυχικά πάσχοντα, στον ξένο, στον φτωχό, στον "ηττημένο".
Η Hannah Arendt έγραψε πως το κακό γίνεται κοινότοπο όταν οι άνθρωποι παύουν να σκέφτονται. Νομίζω πως σήμερα θα έπρεπε να προσθέσουμε κάτι ακόμη. Το κακό γίνεται καθεστώς όταν οι άνθρωποι παύουν να συγκινούνται. Όταν ο θάνατος ενός παιδιού μπορεί να γίνεται αφορμή για πανηγυρισμούς λες και γιορτάζει, ως φαίνεται, η μάτσο ισχύς του μπάτσου!
Το κακό γίνεται καθεστώς όταν η πρώτη μας αντίδραση δεν είναι ο πόνος, αλλά η κατηγοριοποίηση. Είναι οι "αυτοί" που φταίνε!
Ο Jung θα έλεγε ότι τότε μια κοινωνία έχει κυριευθεί από τη Σκιά της, επειδή άρχισε να φοβάται τόσο πολύ, ώστε χρειάζεται συνεχώς κάποιον «άλλο» για να φορτώσει επάνω του ό,τι δεν αντέχει να δει μέσα της. Έτσι γεννιέται το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού. Κι όπως γνωματεύει ο ψυχίατρος Bessel van der Kolk "στη δεκαετία του 1930, η άρνηση της γερμανικής κοινωνίας να αναγνωρίσει τις βλάβες που προκάλεσε ο 1ος Π.Π. και η μη ανοχή απέναντι στην "αδυναμία" υπήρξαν καταλύτες για την άνοδο του φασισμού και της μιλιταριστικής νοοτροπίας".
Ο φασισμός, ο ολοκληρωτισμός, δεν γεννιέται στα κοινοβούλια.
Γεννιέται στην ψυχή, την μέρα που ο άνθρωπος παύει να βλέπει απέναντί του ένα πρόσωπο και βλέπει μόνο μια κατηγορία.
Αλλά θα ήταν πολύ εύκολο να σταματήσουμε εδώ. Γιατί αυτή η ίδια "α ν ι ω θ ί λ α" κατοικεί και μέσα στα σπίτια μας. Πόσες φορές δεν ακούσαμε τον άνθρωπό μας να κλαίει και του είπαμε:
«Υπερβάλλεις.» Πόσες φορές δεν είπαμε στο παιδί μας: «Μη κάνεις έτσι.» Πόσες φορές δεν αγνοήσαμε τον ηλικιωμένο πατέρα μας γιατί «τα ίδια λέει συνέχεια»; Πόσες φορές δεν χαρακτηρίσαμε έναν άνθρωπο «τοξικό», χωρίς να αναρωτηθούμε ποιο τραύμα κουβαλά;
Η "ανιωθίλα" δεν αρχίζει από το κράτος-όσο κι αν αυτό την εργαλειοποιεί. Η "ανιωθίλα" αρχίζει από τη στιγμή που ο πόνος του άλλου μάς κουράζει.
Και τότε θυμάμαι τον Τ. Πατρίκιο. «Η αηδία δεν είναι στάση πολιτική. Ποτέ δεν οδηγεί στη δράση.» Έχει δίκιο. Δεν θέλω να αηδιάσω με την κοινωνία μας. Θέλω να μου επιτρέψω να τη φοβηθώ. Γιατί μια κοινωνία που χάνει τη συμπόνια της δεν γίνεται απλά πιο σκληρή, γίνεται στ' αλήθεια επικίνδυνη.
Επικίνδυνη όχι μόνο για τους αυτιστικούς, όχι μόνο για τους Ρομά, όχι μόνο για τους αδύναμους ή τους φτωχούς. Επικίνδυνη για όλους μας.
Γιατί όταν μια κοινωνία αποφασίσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν αξίζουν τη συμπόνια της, αργά ή γρήγορα θα έρθει η μέρα που κανείς δεν θα την αξίζει. Και τότε δεν θα έχει πεθάνει μόνο η ενσυναίσθηση ή η δημοκρατία, θα έχει πεθάνει και η ίδια η ανθρώπινη κοινωνία.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου