Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια μόνο φράση αρκεί για να συμπυκνώσει μια ολόκληρη ιδεολογική διαδρομή. Η τομεάρχης Παιδείας της ΕΛΑΣ Ιωάννα Λαλιώτου δήλωσε κατά την παρουσίαση των «5+1 Παρεμβάσεων» του κόμματος για την Παιδεία πως «δεν είμαστε υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά έχουμε μια de facto πραγματικότητα που δεν μπορούμε να μην την αναγνωρίσουμε», αναφερόμενη στους χιλιάδες νέους που φοιτούν σε αυτά και στην οικονομική επένδυση των οικογενειών τους. Προφανώς, η αναφορά αφορά συνολικά τους νέους που επιλέγουν τα κολέγια.
Η δήλωση δεν αποτελεί απλώς μια αποστροφή του λόγου. Είναι μια πολιτική εξομολόγηση. Είναι η στιγμή που η ιδεολογία παραχωρεί τη θέση της στη διαχείριση της πραγματικότητας και η πολιτική μετατρέπεται σε λογιστική καταγραφή τετελεσμένων. Δεν είναι το «είμαστε αντίθετοι», αλλά το «τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα». Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη διολίσθηση.
Η σοσιαλδημοκρατία, άλλωστε, δεν ανακάλυψε χθες τη γοητεία της προσαρμογής. Εδώ και τρεις δεκαετίες έχει αναγάγει την υποχώρηση σε πολιτική αρετή. Από τον περίφημο «Τρίτο Δρόμο» του Τόνι Μπλερ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ μέχρι τις κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, η άλλοτε παράταξη που επικαλούνταν την κοινωνική δικαιοσύνη κατέληξε να λειτουργεί ως ο πιο ευγενικός διαχειριστής των επιταγών της αγοράς.
Η συνταγή ήταν πάντα η ίδια. Πρώτα εγκαταλείπεις τις «παρωχημένες ιδεοληψίες», ύστερα αποδέχεσαι ως αναπόφευκτες τις απαιτήσεις των αγορών, ακολούθως βαφτίζεις τον συμβιβασμό «ρεαλισμό» και στο τέλος απορείς γιατί οι ψηφοφόροι δεν μπορούν πλέον να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην κεντροδεξιά και τη σοσιαλδημοκρατία. Όταν οι πολιτικές συγκλίνουν, η εκλογική συρρίκνωση δεν είναι ατύχημα. Είναι φυσικό επακόλουθο.
Η δήλωση της κυρίας Λαλιώτου θυμίζει ακριβώς αυτή τη λογική. Η συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή τα κολέγια συνάδουν με μια δημόσια αντίληψη για την εκπαίδευση, στο γεγονός ότι ήδη υπάρχουν χιλιάδες φοιτητές και οικογένειες που έχουν επενδύσει οικονομικά σε αυτά. Με άλλα λόγια, το τετελεσμένο αποκτά πολιτική νομιμοποίηση επειδή… είναι τετελεσμένο.
Αν αυτή η λογική εφαρμοζόταν διαχρονικά, καμία μεγάλη κοινωνική μεταρρύθμιση δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Η πολιτική, όμως, δεν υπάρχει για να επικυρώνει τις ανισότητες που δημιουργεί η αγορά. Υπάρχει –τουλάχιστον θεωρητικά– για να τις αμφισβητεί και να τις ανατρέπει. Διαφορετικά, ο ρόλος της περιορίζεται στο να εκδίδει πιστοποιητικά αποδοχής της υπάρχουσας κατάστασης.
Η ειρωνεία είναι πως η σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να μιλά για κοινωνικό κράτος, ενώ κάθε τόσο σπεύδει να αποδεχθεί τις βασικές παραδοχές του νεοφιλελευθερισμού. Σαν εκείνον τον γιατρό που διαβεβαιώνει τον ασθενή ότι είναι εναντίον του καπνίσματος, αλλά του ανάβει ευγενικά το τσιγάρο. Η αντίθεση διατηρείται μόνο ως λεκτική διακήρυξη, όμως στην πράξη, η προσαρμογή έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει άφθονα παραδείγματα. Τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υιοθέτησαν πολιτικές απορρύθμισης, ιδιωτικοποιήσεων και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού, ιδιαίτερα στη Γερμανία, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή τη μετατόπιση, καθώς οι συμβιβασμοί με την κεντροδεξιά οδήγησαν στην αφομοίωση φιλελεύθερων οικονομικών επιλογών.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά η κρίση ταυτότητάς της. Οι εργαζόμενοι ένιωσαν ότι ο παραδοσιακός πολιτικός τους εκφραστής είχε εγκαταλείψει το πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης και είχε μετατραπεί σε διαχειριστή του υπάρχοντος μοντέλου.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η τοποθέτηση της ΕΛΑΣ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια συζήτηση γύρω από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Πρόκειται για μια συνολικότερη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η πολιτική οφείλει να ακολουθεί την αγορά και όχι να την κατευθύνει. Η αγορά δημιουργεί δεδομένα, η πολιτική τα αποδέχεται και η ιδεολογία περιορίζεται σε υποσημείωση των δελτίων Τύπου.
Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τους χιλιάδες νέους που επιλέγουν τα κολέγια ούτε τις θυσίες των οικογενειών τους. Το ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: η ύπαρξη αυτής της πραγματικότητας αποτελεί λόγο αποδοχής της ή απόδειξη αποτυχίας του δημόσιου συστήματος να καλύψει κοινωνικές ανάγκες; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει όχι μόνο μια εκπαιδευτική πολιτική, αλλά και την ίδια την ιδεολογική πυξίδα ενός κόμματος.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας δείχνει ότι κάθε φορά που προτίμησε να ερμηνεύει την πραγματικότητα αντί να τη μετασχηματίζει, έχασε και την πολιτική της επιρροή και τον λόγο ύπαρξής της. Διότι η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο κομψά περιγράφει τα τετελεσμένα, αλλά από το αν διαθέτει το θάρρος να τα αμφισβητήσει.
Ίσως, τελικά, η φράση «έχουμε μια de facto πραγματικότητα» να είναι η πιο ειλικρινής πολιτική διακήρυξη της εποχής μας. Όχι γιατί περιγράφει την εκπαίδευση, αλλά γιατί αποκαλύπτει τη μετάλλαξη ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου: από δύναμη αλλαγής σε σχολιαστή των εξελίξεων. Και όταν η πολιτική αρκείται να παρακολουθεί την πραγματικότητα αντί να τη διαμορφώνει, παύει να είναι πολιτική. Γίνεται απλώς ο πιο καλογραμμένος πρόλογος στην επόμενη υποχώρηση.
Ο Αλέξης Τσίπρας θυμίζει εκείνο το «I had a dream, which was not all a dream» (Είχα ένα όνειρο, που δεν ήταν διόλου όνειρο) από το ποίημα «Το Όνειρο» του Λόρδου Βύρωνα (Lord Byron), γιατί το όνειρο του, είχε τραυματιστεί πριν γεννηθεί ως νέο κόμμα. Τελικά ο Αλέξης Τσίπρας αγάπησε μια σοσιαλδημοκρατία παντός καιρού που εμπνέεται από μια πολιτική ζαχαροπλαστική (fine dining), με πολλές αντιθέσεις τόσες όμως που ανοίγουν μια μαύρη τρύπα στην πολιτική ιστορία.
--------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Πηγή: www.documentonews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου