Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Πού πήγαν τα παιδιά από τις γειτονιές;


Η εξαφάνιση των παιδιών από τον δρόμο δεν είναι μόνο αλλαγή οικογενειακών συνηθειών, μα είναι μεταβολή στο ποιος θεωρείται νόμιμος χρήστης του δημόσιου χώρου.

Αντώνης Μπατζιάς

Θυμάμαι, από τα παιδικά χρόνια στην Καρδίτσα και στον Άγιο Ακάκιο, εκείνη την απλή φράση που συνόδευε την έξοδο από το σπίτι, «Να γυρίσεις πριν νυχτώσει».
Δεν ήταν διακήρυξη ελευθερίας ούτε απόδειξη ότι μεγαλώναμε σε έναν ασφαλή παράδεισο, ήταν απλώς ένα χρονικό όριο μέσα στο οποίο μπορούσες να χαθείς από το οπτικό πεδίο των μεγάλων, να αλλάξεις διαδρομή, να καθυστερήσεις σε μια πλατεία, να αποφασίσεις μόνος σου ποιο στενό θα πάρεις για να επιστρέψεις.
Αν σταματήσω εδώ, έχω ήδη γράψει το πιο εύκολο και πιο άχρηστο άρθρο, εμείς είχαμε χώμα στα γόνατα, τα σημερινά παιδιά έχουν δαχτυλιές στις οθόνες.
Μόνο που το παρελθόν δεν ήταν τόσο αθώο και τα παιδιά δεν ξύπνησαν ένα πρωί αποφασισμένα να ανταλλάξουν τη γειτονιά με το tablet. Προηγήθηκε μια πόλη που γέμισε αυτοκίνητα, στένεψε τα πεζοδρόμια, περίφραξε το παιχνίδι και μετέτρεψε την ανεπίβλεπτη παιδική παρουσία σε ένδειξη γονεϊκής αμέλειας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί τα παιδιά «κλείστηκαν» στο σπίτι. Είναι ποιος έκλεισε πρώτος την πόρτα.

Η γειτονιά όπου δεν ακούγονται παιδιά
Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, η γειτονιά εξακολουθεί να υπάρχει ως ταχυδρομική διεύθυνση, όχι απαραίτητα ως κοινός τόπος. Ο δρόμος είναι διάδρομος κυκλοφορίας, το πεζοδρόμιο χώρος στάθμευσης ή επέκταση καταστήματος, η πλατεία οργανωμένη κατανάλωση.
Το παιδί γίνεται αποδεκτό όταν κάθεται δίπλα στους γονείς του, όταν παίζει στον ειδικά προβλεπόμενο χώρο ή όταν μετακινείται γρήγορα από το σπίτι στο σχολείο. Ένα δεκάχρονο που απλώς περιφέρεται μοιάζει σχεδόν με διοικητικό λάθος.
Η εξαφάνιση των παιδιών από τον δρόμο δεν είναι μόνο αλλαγή οικογενειακών συνηθειών, μα είναι μεταβολή στο ποιος θεωρείται νόμιμος χρήστης του δημόσιου χώρου.
Το αυτοκίνητο μπορεί να καταλαμβάνει επί ώρες μερικά τετραγωνικά μέτρα χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει την παρουσία του, όμως μια παρέα παιδιών που κάνει θόρυβο, κλοτσά μια μπάλα ή κάθεται στα σκαλιά πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι δεν ενοχλεί.
Η πόλη δηλώνει «δημόσια», αλλά λειτουργεί με όρους ιδιωτικού σαλονιού, δηλαδή επιτρέπεται να βρίσκεσαι εκεί εφόσον είσαι ήσυχος, προβλέψιμος και, κατά προτίμηση, πελάτης.
Η απουσία γίνεται, μάλιστα, αυτοτροφοδοτούμενη. Όσο λιγότερα παιδιά βρίσκονται έξω, τόσο πιο ασυνήθιστη και επισφαλής μοιάζει η παρουσία τους. Όσο περισσότεροι γονείς τα μεταφέρουν με αυτοκίνητο, τόσο πυκνότερη γίνεται η κυκλοφορία γύρω από σχολεία και δραστηριότητες. Κι όσο πυκνώνει η κυκλοφορία, τόσο πιο λογική φαίνεται η επόμενη διαδρομή με αυτοκίνητο.
Μια ατομική επιλογή προστασίας, απολύτως κατανοητή από τη σκοπιά κάθε οικογένειας, καταλήγει συλλογικά να κατασκευάζει το περιβάλλον από το οποίο προσπαθεί να προστατευτεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παλιά αλάνα ήταν μια μικρή δημοκρατία. Τα κορίτσια είχαν συχνά λιγότερη ελευθερία, τα παιδιά με αναπηρία αποκλείονταν σχεδόν αυτονόητα, ο νταής της γειτονιάς δεν είναι επινόηση των σύγχρονων γονέων.
Η νοσταλγία σβήνει αυτές τις ανισότητες επειδή θυμάται συνήθως την παιδική ηλικία εκείνου που μπορούσε να κυκλοφορεί. Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια μυθοποιημένη δεκαετία. Είναι να αναρωτηθούμε γιατί, με περισσότερη γνώση και περισσότερα τεχνικά μέσα, κατασκευάσαμε λιγότερη ελευθερία.

Από το «γύρνα πριν νυχτώσει» στο GPS
Το «πριν νυχτώσει» ήταν ασαφές, κάποτε αυθαίρετο και πάντως διαπραγματεύσιμο. Το GPS δεν διαπραγματεύεται. Μετατρέπει την κίνηση του παιδιού σε κουκκίδα, την καθυστέρηση σε ειδοποίηση και το κενό πληροφορίας σε λόγο συναγερμού.
Μια πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση για την ψηφιακή παρακολούθηση θέσης επισημαίνει ότι οι γονείς μπορούν πλέον να γνωρίζουν συνεχώς και με ακρίβεια πού βρίσκεται ένα παιδί, αλλά θέτει παράλληλα ζητήματα συναίνεσης, ιδιωτικότητας και ανάπτυξης της αυτονομίας. Η τεχνολογία δεν προσφέρει απλώς ένα εργαλείο· αλλάζει αυτό που θεωρούμε υπεύθυνη γονεϊκή συμπεριφορά.
Είναι εύκολο να ειρωνευτεί κανείς τον γονέα που κοιτάζει μια εφαρμογή για να δει αν το παιδί έφτασε στο φροντιστήριο. Είναι όμως και άδικο. Όταν η διάβαση είναι σβησμένη, το πεζοδρόμιο κομμένο στα δύο από παρκαρισμένα και ο οδηγός αντιμετωπίζει το όριο ταχύτητας ως προσωπική προσβολή, η επιτήρηση γίνεται υποκατάστατο μιας ασφάλειας που η πόλη αρνείται να προσφέρει.

Το GPS δεν γεννά μόνο τον φόβο· συχνά εγκαθίσταται πάνω σε έναν φόβο απολύτως υλικό.
Το παράδοξο είναι ότι ζητάμε από τα παιδιά να γίνουν κάποτε αυτόνομοι ενήλικες, αφού πρώτα περάσουν τα πρώτα δεκαπέντε ή δεκαοκτώ χρόνια της ζωής τους υπό διαρκή συνοδεία.
Θέλουμε να μάθουν να υπολογίζουν τον κίνδυνο χωρίς να τους επιτρέπουμε να πάρουν ούτε μία μικρή απόφαση που περιέχει κίνδυνο. Η ανεξαρτησία αναβάλλεται μέχρι την ηλικία κατά την οποία υποτίθεται ότι πρέπει να εμφανιστεί πλήρως σχηματισμένη.
Δεν πρόκειται για ρομαντική υπεράσπιση του κινδύνου. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στην προστασία και στην κατάργηση κάθε δοκιμής. Η λάθος στροφή, η συνεννόηση με έναν φίλο, η εκτίμηση του χρόνου, ακόμη και η μικρή αμηχανία του να ζητήσεις πληροφορίες από έναν άγνωστο είναι τρόποι με τους οποίους ένα παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να κινηθεί μέσα στον κόσμο.
Η κουκκίδα στην οθόνη καθησυχάζει τον ενήλικα· δεν είναι βέβαιο ότι μαθαίνει στο παιδί να βρίσκει τον δρόμο του.

Πότε έγινε επικίνδυνο να είσαι δέκα χρονών;
Υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι και υπάρχει η κοινωνική παραγωγή του φόβου. Το δύσκολο είναι ότι οι δύο κατηγορίες μπλέκονται. Η βαριά κυκλοφορία, η ταχύτητα και η κακή πεζή υποδομή δεν είναι γονεϊκές φαντασιώσεις.
Από την άλλη, η εντύπωση ότι πίσω από κάθε γωνία παραμονεύει ένας άγνωστος ενισχύεται από ένα μιντιακό περιβάλλον που μετατρέπει το σπάνιο περιστατικό σε μόνιμο φόντο της καθημερινότητας. Έτσι ο «καλός γονιός» δεν καλείται απλώς να προστατεύει, oφείλει να προβλέπει τα πάντα, διαφορετικά θα κριθεί εκ των υστέρων σαν να μπορούσε.
Η ελληνική έρευνα στο Κορδελιό–Εύοσμο είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή δεν περιγράφει μια αραιοκατοικημένη περιοχή με τεράστιες αποστάσεις. Σ’ έναν πυκνό δήμο, με μικτές χρήσεις και σύντομες διαδρομές, το 66,5% των παιδιών 6 έως 12 ετών πήγαινε στο σχολείο με τα πόδια, αλλά μόλις το 14,08% μόνο του.
Οι γονείς συνέδεσαν τη συνοδεία με επικίνδυνες διαβάσεις, ανεπαρκή πεζοδρόμια και παράνομες συμπεριφορές οδηγών. Τα παιδιά, δηλαδή, περπατούν, απλώς δεν είναι ανεξάρτητα.
Η διεθνής εικόνα δείχνει επίσης ότι δεν υπάρχει κάποιο βιολογικό σημείο στο οποίο ένα παιδί «είναι έτοιμο». Σε συγκριτική έρευνα 16 χωρών, η Φινλανδία, η Γερμανία και η Νορβηγία βρέθηκαν στις πρώτες θέσεις παιδικής ανεξάρτητης κινητικότητας, ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία πολύ χαμηλότερα.
Στα 10 τους, περίπου 6 στα 10 παιδιά στη Φινλανδία και στη Γερμανία επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν μόνα τους τοπικά λεωφορεία· στην Ιταλία το αντίστοιχο επίπεδο ελευθερίας εμφανιζόταν στα δεκατρία ή δεκατέσσερα. Η διαφορά δεν βρίσκεται στα παιδιά. Βρίσκεται στις υποδομές, στις κοινωνικές προσδοκίες και στην εμπιστοσύνη.

Το αυτοκίνητο και η εξορία του ελεύθερου παιχνιδιού
Το αυτοκίνητο δεν αφαίρεσε από τα παιδιά μόνο την ασφάλεια. Αφαίρεσε τον χώρο και, μαζί του, το δικαίωμα στην απρόβλεπτη χρήση. Ένας δρόμος σχεδιασμένος για συνεχή ροή δεν ανέχεται παύσεις, λοξές διαδρομές ή μια μπάλα που ξεφεύγει. Δηλαδή δεν ανέχεται τίποτε από όσα κάνουν το παιδικό παιχνίδι παιχνίδι.
Έτσι το μεταφέραμε σε περιφραγμένες παιδικές χαρές, με συγκεκριμένα όργανα, ώρες και ενήλικες θεατές. Το παιδί έχει χώρο, αρκεί να παραμένει στην παιδική του ζώνη.
Όμως το ελεύθερο παιχνίδι δεν είναι υπηρεσία που παρέχεται αποκλειστικά από μία τσουλήθρα. Χρειάζεται δυνατότητα εξερεύνησης, συνάντηση χωρίς ραντεβού, μικρές συγκρούσεις που λύνονται χωρίς διαιτητή.

Ο κοινός οδηγός WHO και UNICEF για τους παιδοκεντρικούς δημόσιους χώρους, που δημοσιεύτηκε το 2026, αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως δικαίωμα και οργανώνει τις προτάσεις του γύρω από έξι αρχές: ασφάλεια, παιχνίδι, πρόσβαση, υγεία, ισότητα και βιωσιμότητα. Ζητά ήπια κυκλοφορία, ασφαλείς διαβάσεις και προστατευμένες διαδρομές προς σχολεία, πάρκα και χώρους παιχνιδιού.
Η ανεξάρτητη κινητικότητα δεν είναι απλώς ένας πιο ευχάριστος τρόπος μετακίνησης. Συστηματική ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας τη συνδέει με περισσότερη σωματική δραστηριότητα, ενώ καταγράφει πόσο καθοριστικές είναι οι αντιλήψεις των γονέων και το ίδιο το δομημένο περιβάλλον.
Όταν αποκλείουμε κάθε μικρό ρίσκο, δεν μηδενίζουμε το συνολικό ρίσκο, μα το μεταφέρουμε στην ακινησία, στην απομόνωση και στην εξάρτηση.
Το όριο των 30 χιλιομέτρων δεν είναι, επομένως, η εμμονή κάποιων που μισούν τους οδηγούς. Ανασκόπηση εφαρμογών σε σαράντα ευρωπαϊκές πόλεις κατέγραψε κατά μέσο όρο 23% λιγότερες συγκρούσεις, 37% λιγότερους θανάτους και 38% λιγότερους τραυματισμούς μετά την καθιέρωσή του.
Τα ποσοστά δεν σημαίνουν ότι μια πινακίδα αρκεί χωρίς έλεγχο και επανασχεδιασμό του δρόμου. Δείχνουν όμως ότι η ταχύτητα είναι πολιτική επιλογή, όχι φυσικό φαινόμενο.

Το παιδί ως πρόγραμμα με μόνιμο συνοδό
Όταν η γειτονιά δεν μπορεί να φιλοξενήσει αυθόρμητη κίνηση, η παιδική ηλικία οργανώνεται σαν εβδομαδιαίο ημερολόγιο στελέχους, δηλαδή σχολείο, ξένη γλώσσα, άθλημα, μουσική, μεταφορά, παραλαβή. Ακόμη και το παιχνίδι χρειάζεται συνεννόηση ενηλίκων, διαθέσιμη ώρα και αυτοκίνητο. Το παιδί δεν συναντά απλώς έναν φίλο, μιας και οι δύο οικογένειες πραγματοποιούν μικρή επιχείρηση logistics.
Αυτή η παιδική ηλικία δεν είναι μόνο κουραστική, αλλά και ταξικά άνιση. Η οικογένεια που διαθέτει χρόνο, χρήματα και όχημα αγοράζει δραστηριότητες, ιδιωτικούς χώρους και ασφαλείς μετακινήσεις. Η οικογένεια που δεν τα διαθέτει δεν αποκτά περισσότερη ελευθερία, αλλά συχνά αποκτά ένα παιδί περιορισμένο στο σπίτι.
Ο δημόσιος χώρος θα έπρεπε να μειώνει τέτοιες διαφορές. Όταν γίνεται αφιλόξενος, τις μετατρέπει σε πεπρωμένο.
Και δεν είναι μόνο η κυκλοφορία ή η έλλειψη υποδομών που γεννά αυτή την απομάκρυνση. Υπάρχει η βία, η επιθετικότητα, η παρενόχληση, ο εκφοβισμός, η παρουσία ανθρώπων που μπορεί να εκμεταλλευτούν την ευαλωτότητα ενός παιδιού.
Υπάρχει ο φόβος ότι μια διαδρομή που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητη μπορεί να κρύβει έναν κίνδυνο που ο γονιός δεν θα προλάβει να αποτρέψει. Και υπάρχει, βέβαια, η πραγματική ανασφάλεια σε ορισμένες γειτονιές: σκοτεινά σημεία, εγκαταλελειμμένοι χώροι, απουσία ενηλίκων, αδυναμία άμεσης βοήθειας.
Δεν είναι όλα αυτά υπερβολές ούτε μπορούν να απορριφθούν ως προϊόν τηλεοπτικού πανικού. Ένα παιδί δεν πρέπει να εκτίθεται σε βία για να αποδείξει ότι είναι ανεξάρτητο.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εύλογη προστασία μετατρέπεται σε μόνιμη απαγόρευση και όταν κάθε κίνδυνος αντιμετωπίζεται σαν να έχει την ίδια πιθανότητα.
Άλλο να μαθαίνει ένα παιδί να αναγνωρίζει έναν ύποπτο ενήλικα, να ζητά βοήθεια, να αποφεύγει ένα επικίνδυνο σημείο και να επιστρέφει σε συμφωνημένη ώρα, κι άλλο να μεγαλώνει με την πεποίθηση ότι ο κόσμος έξω από την πόρτα είναι εξ ορισμού εχθρικός.
Η ασφάλεια δεν χτίζεται με την απομόνωση. Χτίζεται με φωτισμένους δρόμους, παρουσία ανθρώπων, σχέσεις εμπιστοσύνης, σχολεία που ακούν τα παιδιά και γειτονιές όπου η βία δεν μένει αόρατη.
Κάπου εδώ εμφανίζεται η οθόνη, ο βολικός κατηγορούμενος κάθε συζήτησης. Προφανώς οι πλατφόρμες σχεδιάζονται για να κρατούν την προσοχή και δεν χρειάζονται αθωωτική απόφαση.
Αλλά ένα παιδί που δεν μπορεί να πάει μόνο του σε φίλο, να σταθεί στην πλατεία χωρίς να καταναλώσει ή να κατέβει στον δρόμο χωρίς συνοδό θα αναζητήσει αλλού παρέα, παιχνίδι και περιπέτεια. Δεν διαλέγει το ψηφιακό αντί του πραγματικού σε συνθήκες ουδέτερου ανταγωνισμού. Το πραγματικό έχει ήδη αποκλειστεί.

Μια πόλη όπου ένα παιδί πηγαίνει μόνο του στο σχολείο
Ο OECD σημειώνει ότι ασφαλέστερα πεζοδρόμια και πεζές διαδρομές μπορούν να ενισχύσουν την ανεξάρτητη κινητικότητα των παιδιών και ταυτόχρονα να μειώσουν τον χρόνο που δαπανούν οι γονείς ως συνοδοί. Δεν πρόκειται για μια ειδική πολιτική που ωφελεί μόνο τους ανηλίκους. Το πεζοδρόμιο στο οποίο χωρά ένα παιδί χωρά και ένα αναπηρικό αμαξίδιο, έναν ηλικιωμένο, έναν γονέα με καρότσι.
Οι λύσεις δεν είναι μυστηριώδεις, είναι πραγματικά ελεύθερα πεζοδρόμια, συνεχείς ποδηλατικές διαδρομές, φωτισμός, διαβάσεις που υποχρεώνουν το αυτοκίνητο να επιβραδύνει, σχολικοί δρόμοι χωρίς κυκλοφορία στις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης, χώροι όπου επιτρέπεται να παίζεις χωρίς εισιτήριο.
Στο Παρίσι, μέχρι την έναρξη της σχολικής χρονιάς του 2025 είχαν διαμορφωθεί περισσότεροι από 300 «δρόμοι των σχολείων», καλύπτοντας περίπου τα μισά νηπιαγωγεία και δημοτικά της πόλης, 100 από αυτούς είχαν ανασχεδιαστεί και φυτευτεί μόνιμα. Ο χώρος που αφαιρέθηκε από το αυτοκίνητο επέστρεψε στο περπάτημα, στο παιχνίδι και στην παραμονή
Μια φιλική προς τα παιδιά πόλη δεν είναι μια τεράστια παιδική χαρά ούτε ένας κόσμος χωρίς κίνδυνο. Είναι μια πόλη που επιτρέπει στα παιδιά να μαθαίνουν σταδιακά να διαχειρίζονται τον κίνδυνο, αντί να τα προστατεύει από κάθε εμπειρία μέχρι να τα παραδώσει απότομα στην ενηλικίωση.
Και είναι μια πόλη που δεν μεταφέρει ολόκληρο το βάρος της ασφάλειας στην αγωνία κάθε οικογένειας ξεχωριστά.
Το αν ένα παιδί μπορεί να πάει μόνο του στο σχολείο είναι τελικά ένας ανελέητα απλός δείκτης. Μετρά αν ο δρόμος συγχωρεί το λάθος, αν οι οδηγοί αναγνωρίζουν ότι δεν έχουν αποκλειστική κυριότητα της πόλης, αν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κοιτούν γύρω τους και όχι μόνο μπροστά τους.
Μετρά ακόμη αν αντιμετωπίζουμε το παιδί ως πολίτη που αποκτά σταδιακά δικαιώματα και ευθύνες ή ως εύθραυστο οικογενειακό περιουσιακό στοιχείο που μεταφέρεται από προστατευμένο χώρο σε προστατευμένο χώρο.
Ίσως, λοιπόν, τα παιδιά να μην εξαφανίστηκαν από τις γειτονιές. Ίσως οι γειτονιές να έπαψαν να χωρούν ανθρώπους που δεν οδηγούν, δεν καταναλώνουν και δεν συνοδεύονται.
Κι αν μια πόλη δεν μπορεί να εμπιστευτεί ένα δεκάχρονο για τη μικρή διαδρομή μέχρι το σχολείο, το πρόβλημα δεν είναι ότι το δεκάχρονο δεν μεγάλωσε αρκετά. Είναι ότι η πόλη έχει ξεχάσει για ποιον υποτίθεται πως υπάρχει.
*Φώτο αρχείου – Eurokinissi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου