Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Σταύρος Λυγερός "Επιτέθηκε το Κίεβο με drones στη ρωσική προεδρική κατοικία;"

«Καποδίστριας»: Γεμίζει τις αίθουσες των σινεμά παρά τις κακές κριτικές


Οι κακές κριτικές όχι μόνο δεν αποθαρρύνουν τους κινηματογραφόφιλους, αλλά μάλλον εξάπτουν την περιέργειά τους

Newsroom

“Δεν υπάρχει κακή δημοσιότητα”, λέει το γνωστό ρητό που αποδίδεται στον επιχειρηματία του 19ου αιώνα Φινέα Μπάρναμ, και αυτό φαίνεται πως επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της πολυσυζητημένης ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή “Καποδίστριας“.
Οι κριτικές για την ταινίαως επί το πλείστον είναι αρνητικές, εστιάζοντας σε προβλήματα όπως η αδύναμη πλοκή, η σχεδόν θρησκευτική “αγιοποίηση” του πρωταγωνιστή και ο μελοδραματισμός που θυμίζει περισσότερο σαπουνόπερα παρά βιογραφία. Όμως οι κακές κριτικές όχι μόνο δεν αποθαρρύνουν τους κινηματογραφόφιλους, αλλά μάλλον εξάπτουν την περιέργειά τους, που είχε ήδη “ξυπνήσει” από το τρέιλερ της ταινίας, με όχημα την εντυπωσιακή ομοιότητα του πρωταγωνιστή Αντώνη Μυριαγκού με τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Αποτέλεσμα; Ο “Καποδίστριας” έχει κόψει ήδη σχεδόν 150.000 εισιτήρια, ένα από τα μεγαλύτερα ανοίγματα κινηματογραφικής ταινίας στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια, με τις περισσότερες προβολές να είναι sold out. Και όλα αυτά για μία ταινία που κυκλοφόρησε ανήμερα τα Χριστούγεννα.
Όσο για το αν οι θεατές συμφωνούν με τους κριτικούς, εδώ οι απόψεις διίστανται. Υπάρχουν πράγματι αυτοί που είδαν την ταινία και συμφωνούν με τις διαπιστώσεις των ειδικών για τις αδυναμίες της, αλλά υπάρχουν και πολλοί που δηλώνουν ενθουσιασμένοι με την ταινία και με τα μηνύματα που αυτή θέλει να περάσει, γεμίζοντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με διθυραμβικές αναρτήσεις.
Μάλιστα, πολλοί από αυτούς δίνουν ιδεολογικό πρόσημο στην κριτική τους, κατηγορώντας τους σινεκριτικούς ότι είναι υπερβολικά… προοδευτικοί και εστιάζοντας περισσότερο στην προσωπικότητα του ίδιου του Καποδίστρια, παρά στην ίδια την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή.
Το σίγουρο είναι ότι, από τις βιογραφικές ταινίες του Γιάννη Σμαραγδή, ο “Καποδίστριας” είναι η πιο πολυσυζητημένη και, απ’ό,τι φαίνεται, θα είναι και η πιο επιτυχημένη εμπορικά.

Η «καλή χρονιά» δεν είναι ευχή – Είναι διεκδίκηση


Ο χρόνος δεν φέρνει τίποτα. Αν δεν φέρουμε εμείς κάτι, δε φέρνει τίποτα.

Κωνσταντίνος Ταχτσίδης


Κάθε χρόνο, η ίδια τελετουργία. Μετράμε αντίστροφα, σηκώνουμε τα ποτήρια, φιλιόμαστε μηχανικά και ευχόμαστε «καλή χρονιά».
Και ο παλιός ο χρόνος τελειώνει όπως πάντα, μετρώντας ανάποδα. Με πυροτεχνήματα, εορταστικές εκπομπές της πλάκας και «Best of» που ανακυκλώνουν τα ίδια πολιτιστικά απομεινάρια.
Ο Δεκέμβρης φεύγει και με ψίθυρους και με βαρελότα, κι εμείς στεκόμαστε στο κατώφλι του νέου χρόνου με την διαχρονική παράλογη προσδοκία ότι κάτι, οτιδήποτε, θα αλλάξει χωρίς καν να χρειαστεί η δική μας παρέμβαση.
Όμως το μόνο που αλλάζει είναι το ημερολόγιο, όχι η ζωή.
Στην πραγματικότητα, ο χρόνος ούτε τελειώνει ούτε αρχίζει. Τον κόβουμε σε κομμάτια για να μπορούμε να τον αντέξουμε. Η εναλλαγή είναι απλώς μια γραφειοκρατική παρηγοριά, μια ψυχολογική αναβολή που μας λέει ότι «του χρόνου μπορεί». Πως ο,τι δεν έγινε φέτος -δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη, στοιχειώδης αξιοπρέπεια, έρωτας, αγάπη, ουσιαστικές σχέσεις- ίσως, λέει, χωρέσουν στο επόμενο.
Αλλά δεν χωράνε. Ή, μάλλον, δεν έχουν χώρο να χωρέσουν μέσα στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο που παράγει όλα αυτά που προσπαθούμε να αποφύγουμε.
Γιατί δεν είναι τυχαία η κρίση. Δεν είναι ατυχία η ακρίβεια. Δεν είναι καιρικό φαινόμενο η αποσάθρωση των θεσμών. Δεν είναι «εποχές» η απορρύθμιση της εργασίας και της αγοράς, η διάλυση της υγείας, η πειθάρχηση της παιδείας, η κανονικοποίηση της επιτήρησης και η απόλυτη εξάντληση. Είναι πολιτικές επιλογές. Και είναι συνειδητές.
Η εξουσία δεν αλλάζει επειδή τελείωσε η χρονιά. Αντίθετα, γνωρίζει ότι η ημερολογιακή μετάβαση είναι το πιο βολικό της άλλοθι. Την ώρα που εμείς κάνουμε manifestation τους στόχους για τη νέα χρονιά, εκείνη μετράει ποσοστά αποδοχής, εκλογικά χρονοδιαγράμματα, δημοσιονομικά περιθώρια. Εμείς λέμε “φέτος θέλω να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου” και η εξουσία λέει “φέτος θα πετσοκόψω κι άλλο από το κράτος πρόνοιας“. Και το κάνει.
Και μέσα σε όλα αυτά και οι ανθρώπινες σχέσεις. Κι εκεί στασιμότητα, φόβος και όρια.
Με σχέσεις που επιβιώνουν όχι γιατί είναι δυνατές, αλλά γιατί δεν προκαλούν καμία αναταραχή, καμία σύγκρουση, κανένα ρίσκο και κανένα κραδασμός. Μόνο μια μόνιμη υποψία ότι κάπου αλλού θα μπορούσε να υπάρξει ζωή, αλλά εδώ υπάρχει τάξη.
Και θλιβερά ζευγάρια που ζουν μέσα στην αναβολή. Όχι από αδράνεια, αλλά σε διαρκή αναμονή μιας στιγμής που θα νιώσουν «έτοιμοι». Να φύγουν. Να μιλήσουν. Να σπάσουν κάτι. Αλλά ο καιρός περνάει και η στιγμή αυτή δεν έρχεται, γιατί δεν είναι εξωτερική. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Είναι μια απόφαση που κανείς δεν θέλει να χρεωθεί.
Και πόσοι μένουν σε ζωές που νομίζουν πως έχουν επιλέξει, μόνο και μόνο επειδή είναι «βολικό», «ασφαλές», «αναμενόμενο» και «πρακτικό»;
Πόσοι πνίγουν τον εαυτό τους για να μη διαταραχτεί η πορεία της σύμβασης;
Δεσμοί που δεν κρατούνται πια από συναίσθημα, αλλά μόνο από παραχωρήσεις.
Από μια άτυπη συμφωνία συνενοχής: «εγώ δεν θα σε ρωτήσω αν είσαι ευτυχισμένη, εσύ δεν θα με ρωτήσεις αν νιώθω ζωντανός». Και η  ζωή γίνεται μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο «δεν μπορώ άλλο» και στο «δεν θέλω να πληρώσω το κόστος της φυγής».
Να ξυπνάς δίπλα σε κάποιον που σε ξέρει απ’ έξω, αλλά δεν σε βλέπει πια πραγματικά.
Να χτίζεις μια καθημερινότητα όπου το τίποτα είναι απλώς πιο εύκολο απ’ το χάος.
Κι έτσι ο φόβος της αλλαγής, όπως και στην πολιτική, γίνεται σύντροφος και στις κοινές μας ζωές. Η σιγουριά του βάλτου μοιάζει λιγότερο τρομακτική απ’ το άγνωστο της ελευθερίας.
Κι ο χρόνος περνάει, όχι επειδή κυλάει, αλλά επειδή κανείς δεν τον σταματά.
Όλα αυτά τα παραπάνω είναι το πραγματικό τέλος του χρόνου: όχι η αλλαγή, αλλά η κανονικοποίηση της στασιμότητας. Όχι η ανανέωση, αλλά η κούραση πασπαλισμένη με glitter.
Και παρ’ όλα αυτά -ή ακριβώς γι’ αυτό- δεν τελειώνουν όλα εδώ.
Όχι επειδή «κάτι κινείται». Όχι γιατί «η ιστορία κάνει κύκλους». Αλλά επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική. Επειδή κάποια στιγμή, ο καθένας -με τη μοναξιά του, την οργή του, την κούρασή του- θα συνειδητοποιήσει πως η αναμονή σκοτώνει περισσότερο απ’ την αποτυχία. Και ότι η παθητικότητα δεν είναι ουδετερότητα, είναι συνέργεια.
Ας μη γελιόμαστε λοιπόν, καμία αλλαγή δε φέρνει ο καινούριος χρόνος. Το μόνο που μπορεί να φέρει, είναι άλλη μια ευκαιρία για να μην μείνουμε ίδιοι. Να μην βολευτούμε ξανά με ημερομηνιακές ψευδαισθήσεις. Να σταματήσουμε να προσποιούμαστε πως δεν βλέπουμε.
Ο χρόνος δεν φέρνει τίποτα.
Αν δεν φέρουμε εμείς κάτι, δε φέρνει τίποτα.
Καλή τύχη. Αλλά φρόντισε να τη διεκδικησεις.
---------------------------------------------------------------------------------
Ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης είναι αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός στον ΑΘΗΝΑ 984. Έχει εργαστεί ως αρχισυντάκτης σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, ενώ ήταν συνιδρυτής και Διευθυντής Σύνταξης του 2020mag.gr (του Μέσου που αποκάλυψε την υπόθεση Λιγνάδη). Παράλληλα ως άτομο διαγνωσμένο με ΔΕΠΥ, έχει πρωτοστατήσει στην ανάδειξη θεμάτων νευροδιαφορετικότητας και ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις, διοργάνωση συνεδρίων, αρθρογραφία και ομιλίες.

Τραμπουκίζοντας την πραγματικότητα


του Γιώργου Τραπεζιώτη


Και «αγροτοπατέρες» (σκέτο) θα τους πουν. Και «αγροτοπατέρες του Περισσού» θα τους αποκαλέσουν. Και όπως χρειαστεί. Ό,τι χρειαστεί. Και για «τραμπουκισμούς» μεταξύ αγροτών θα μιλήσει ο πρωθυπουργός και δεν θα του πει κανείς κουβέντα – ποιος να πει; – κι ας μην προκύπτει βεβαίως απολύτως κανένας «τραμπουκισμός» από κανένα ρεπορτάζ, γιατί εάν όντως είχε συμβεί κάτι τέτοιο, στα μανταλάκια θα το κρέμαγαν χειμωνιάτικα.
«Στα μπλόκα αρκετοί θέλουν να συνομιλήσουν μαζί μας και κάποιοι τους τραμπουκίζουν για να μη σπάσει το μέτωπο», δήλωσε χαρακτηριστικά χθες στο Action24 ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τραμπουκίζοντας τελικά, την πραγματικότητα.
Και για 400.000 αγρότες θα πει. Βάζοντας ίσως και τον εαυτό του μέσα, επειδή (σύμφωνα με το Πόθεν Έσχες του) δήλωνε (νομίμως) ελαιοκτήματα, εισπράττοντας τις επιδοτήσεις που δικαιούνταν. Και για περίπου 4000 τρακτέρ στα μπλόκα θα πει. Λίγα μπροστά στους 400.000. Γι’ αυτό έκανε την αναφορά. Και πως τα μπλόκα – θα πει – δεν εκφράζουν την συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών. Τα ‘χει πει αυτά βέβαια και ο Μιχάλης ο Χρυσοχοΐδης, που ‘χει κι αδερφό αγρότη και τα ξέρει αυτά, και «που δεν είναι στα μπλόκα». Ποιος θα του πει κουβέντα;
Και για το ότι οι αγρότες είναι αυτοί που «κλείνουν δρόμους και ταλαιπωρούν την κοινωνία και ταυτόχρονα δεν έρχονται να συζητήσουν με την κυβέρνηση», θα πει. Γιατί να μην το πει;
Και την πραγματικότητα θα αντιστρέψει. Και γιατί να μην αντιστρέψει; «Ακούσαμε και ότι ‘τους δρόμους τους κλείνει η Τροχαία’. Θα τρελαθούμε τελείως. Αυτό είναι πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας. Η Τροχαία διευκολύνει την κίνηση και εξασφαλίζει την ασφάλεια», είπε ο πρωθυπουργός. Και γιατί να μην το πει;
Πρωθυπουργός είναι, ό,τι θέλει λέει. Και αν κάποιος, έχει κάποια… μελέτη που να αποδεικνύει πως η οδήγηση οχημάτων σε παρακαμπτήριες οδούς με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και χωρίς διαχωριστικό μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας δεν είναι η πιο ασφαλής επιλογή μετακίνησης σε ολόκληρο τον γαλαξία, να του την φέρει.
Για αυτό η αστυνομία έβγαζε τα αυτοκίνητα σε παρακαμπτήριες οδούς – αφού πλήρωναν τα διόδια πρώτα. Άλλωστε η Τροχαία, «διευκολύνει την κίνηση και εξασφαλίζει την ασφάλεια», είπε. Μόνο «είναι ντροπή και ντρέπομαι» δεν είπε, γιατί τον πρόλαβε άλλος.
Θα έπινε πάντως μία μπύρα με τον Ανδρουλάκη, είπε ο πρωθυπουργός. Μάλλον γιατί έχει χιούμορ. Όχι ο Ανδρουλάκης. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Όχι το χιούμορ. Ούτε η μπύρα.
Εξωθεσμικά θα τον καλούσε. Και λογικά θα τον έπαιρνε ο ίδιος τηλέφωνο για να κανονίσουν. Δεν θα έβαζε π.χ. τον Γεραπετρίτη για να τον ενημερώσει σχετικά με το «πότε μπορεί ο πρόεδρος». Γιατί λογικά ο Γεραπετρίτης θα του ‘λεγε του Ανδρουλάκη, «δεν γνωρίζω». Όπως είχε πει και για τις υποκλοπές. Και γιατί να μην το έλεγε;
Είναι μάλλον απίθανο να βρει πολιτική παρέα (τουλάχιστον για μπύρα) ο Μητσοτάκης. Σαν να μην υπήρξαν για παράδειγμα υποκλοπές, σαν να μην υπάρχει τίποτα, πέρα από τα χαμόγελα πάνω από τα ποτήρια με την βαρελίσια.
Παρόλα αυτά, ο πρωθυπουργός θα συνεχίσει να λέει ό,τι θέλει, θα αντιστρέφει ό,τι τον ενοχλεί, θα τραμπουκίζει την πραγματικότητα και θα
μετράει και τρακτέρ και αγρότες και ό,τι του κάνει κέφι. Και μέχρι το τέλος – για να παραφράσουμε την Χάνα Άρεντ – θα επιμένει. Στη διεξαγωγή πειραμάτων ολικής πολιτικής κυριαρχίας. Επιδιώκοντας την ενεργοποίηση των πιο αντιδραστικών αντανακλαστικών της κοινωνίας. Τζογάροντας στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

2025: Και έζησαν αυτοί καλύτερα κι εμείς χειρότερα


Η χρονιά της εκρηκτικής συσσώρευσης πλούτου, της μόνιμης ακρίβειας, των στάσιμων μισθών και της κανονικοποιημένης κοινωνικής ανισότητας σε παγκόσμια κλίμακα

Πέτρος Κατσάκος

Το 2025 καταγράφηκε ως χρονιά-τομή για την παγκόσμια ανισότητα καθώς το πλουσιότερο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού απορρόφησε πάνω από το μισό του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο 50% μοιράστηκε ένα μονοψήφιο ποσοστό. Την ίδια στιγμή, το ακόμα πλουσιότερο 1% συνέχισε να συσσωρεύει πλούτο με ρυθμούς πολλαπλάσιους της οικονομικής μεγέθυνσης, φτάνοντας να κατέχει σχεδόν τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου ιδιωτικού πλούτου.
Η χρονιά σημαδεύτηκε από ιστορικά υψηλά κέρδη για τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια. Σε πολλές χώρες, τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν με διψήφια ποσοστά, ενώ οι πραγματικοί μισθοί είτε παρέμειναν στάσιμοι είτε μειώθηκαν λόγω πληθωρισμού. Το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών αυξήθηκε ταχύτερα από τα εισοδήματα, μετατρέποντας την «ανάπτυξη» σε εμπειρία απώλειας για την κοινωνική πλειοψηφία. Η παραγωγικότητα συνέχισε να αυξάνεται, όμως το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο εισόδημα συρρικνώθηκε ακόμη περισσότερο.
Το 2025 επιβεβαίωσε και στη χώρα μας ότι η ανισότητα λειτουργεί πλέον με αυτοτροφοδοτούμενους μηχανισμούς. Ο πλούτος γεννά πλούτο μέσα από χρηματοπιστωτικά εργαλεία, φορολογικά προνόμια και πρόσβαση σε επενδυτικές αγορές που παραμένουν κλειστές για τους πολλούς. Αντίθετα, η εργασία εξαντλείται σε καθεστώς επισφάλειας, με μερική απασχόληση, ατομικές συμβάσεις και απορρύθμιση των συλλογικών δικαιωμάτων.
Παράλληλα, η ανισότητα εντός των χωρών αυξήθηκε ταχύτερα από οποιαδήποτε μείωση των ανισοτήτων μεταξύ χωρών. Ακόμη και σε οικονομίες με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το μεγαλύτερο μέρος των νέων εισοδημάτων κατευθύνθηκε προς τα ανώτερα στρώματα.
Για τη μεγάλη πλειοψηφία, το 2025 μεταφράστηκε σε συνεχή πίεση. Περισσότερες ώρες εργασίας για μικρότερη αγοραστική δύναμη, μεγαλύτερη εξάρτηση από δανεισμό, περιορισμένη πρόσβαση σε υγεία, στέγη και κοινωνική προστασία. Η καθημερινότητα έγινε αριθμητικό πρόβλημα επιβίωσης, ενώ οι υποσχέσεις περί κοινωνικής κινητικότητας απομακρύνθηκαν ακόμη περισσότερο.
Η χρονιά αυτή κατέδειξε με σαφήνεια ότι η παγκόσμια οικονομία παράγει πλούτο χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη. Όσο η ανάπτυξη μετριέται αποκλειστικά με δείκτες κερδοφορίας και όχι με την αναδιανομή, τόσο η απόσταση ανάμεσα σε «αυτούς» και «εμάς» θα βαθαίνει. Το 2025 δεν ήταν απλώς μια δύσκολη χρονιά για τους πολλούς, ήταν η χρονιά που οι αριθμοί απέδειξαν ότι το σύστημα λειτουργεί με ακρίβεια υπέρ των λίγων και για τους πολλούς απομένουν η… ακρίβεια και ο πληθωρισμός.

Οι ''Αφυπνιστές''


του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Αναπτυξιακού & Κοινωνικού Ψυχολόγου,
Διδάσκοντα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis.
 
Υπάρχει ένα γνώριμο φαινόμενο που εμφανίζεται έντονα στα social media - και όχι μόνο εκεί. Άνθρωποι που αυτοπαρουσιάζονται ως «αφυπνισμένοι», όχι επειδή άκουσαν, μελέτησαν ή συμμετείχαν, αλλά επειδή αυτοανακηρύχθηκαν φορείς της αλήθειας. Η στάση τους δεν είναι διαλογική, είναι καθεδρική. Δεν λένε «ας το σκεφτούμε μαζί», αλλά: «κάτσε να σου πω εγώ πώς έχουν τα πράγματα, καημένε αδαή».
Πρόκειται για έναν ναρκισσισμό της γνώσης, μια ελιτίστικη ψευδο-συνειδητοποίηση που δεν στηρίζεται στη σκέψη αλλά στην υποτίμηση του άλλου. Δεν διαβάζουν, δεν ακούν, δεν συνομιλούν. Υποκαθιστούν την κατανόηση με τη φήμη, την ανάλυση με την υποψία, τη συμμετοχή με τον ψίθυρο.
Έτσι, αυτοί «ξέρουν»:
– με ποια γερόντισσα μιλάει η Καρυστιανού,
– ότι συμβουλεύεται αστρολόγο,
– ποιος «ακροδεξιός εσμός» την περιβάλλει,
– αν είναι «βαλτή» από το Σύστημα για να απορροφήσει τη λαϊκή οργή.
Δεν έχουν αποδείξεις, έχουν βεβαιότητες. Και οι βεβαιότητες αυτές δεν γεννιούνται από κριτική σκέψη, αλλά από έναν βαθύ φόβο: τον φόβο μήπως η πραγματικότητα είναι πιο απλή και πιο δύσκολη απ’ όσο αντέχουν.
Γιατί είναι πιο ανεκτό να πιστέψεις ότι «όλα είναι στημένα» παρά να δεχτείς ότι κάτι αυθεντικό συμβαίνει και δεν το ελέγχεις.
Πιο εύκολο να αποδομήσεις τον Άλλον, παρά να αναρωτηθείς αν εσύ έχεις μείνει -και γιατί- απ’ έξω. 
Ή ακόμη χειρότερα, είναι πιο εύκολο να αποδομήσεις τον Άλλο παρά να αναρωτηθείς τι σου εξυπηρετεί να μένεις απέξω; Μήπως την υποσυνείδητη ανάγκη να είσαι ο μοναδικά ξεχωριστός που "δεν χωράς πουθενά";  
Αυτός ο «αφυπνισμένος» λόγος δεν είναι επαναστατικός.
Είναι βαθιά αντι-δημοκρατικός.
Γιατί αντιμετωπίζει την κοινωνία όχι ως σύνολο ισότιμων υποκειμένων, αλλά ως μάζα που χρειάζεται «φωτισμένους» καθοδηγητές.
Και στο βάθος του, δεν υπάρχει αγωνία για την αλήθεια.
Υπάρχει αγωνία να νιώσει κανείς ανώτερος.
Η αληθινή αφύπνιση, όμως, δεν ξεκινά από το «εγώ ξέρω».
Ξεκινά από το «ας ακούσω». Από την ικανότητα να διαβάζεις, να ακούς πραγματικά, αυτό που λέει ο άλλος - όχι αυτό που σε βολεύει να του αποδώσεις, όχι αυτό που σου είπε ένας άλλος επίσης "μοναδικά ξεχωριστός που εκείνος ξέρει".
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά από τη διάθεση να συμμετέχεις σε κάτι που δεν ελέγχεις πλήρως.
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά όταν σταματήσει κανείς να κάνει το γνωστό δρομολόγιο "απογοήτευση-κυνισμός" και πάλι πίσω. 
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά όταν αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απογοήτευση του δεν είναι πολιτικός ρεαλισμός: είναι σύμπτωμα του συλλογικού μας τραύματος, είναι αμυντικός μηχανισμός. 
Και κυρίως, η αλήθεια δεν χρειάζεται ψιθύρους, υπονοούμενα και σκιές. 
Όταν εμφανίζεται, φαίνεται στο ήθος, στη συνέπεια και στο ρίσκο.
Όλα τα άλλα είναι απλώς ένας ναρκισσισμός μεταμφιεσμένος σε «ξύπνημα».
Οπότε, αφήστε μας στον "ύπνο" μας κι εμάς τους υπόλοιπους. Αφήστε μας να ονειρευτούμε! Και κυρίως μην δηλητηριάζετε το όνειρο μας με την ναρκισσιστική σας ματαίωση.

Η κυβέρνηση φτιάχνει κλίμα για «κοινωνικό αυτοματισμό» και καταστολή στους αγρότες. Μόνο που θα το πληρώσει ακριβά



Όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να παρουσιάσει τις αγροτικές κινητοποιήσεις ως «αντικοινωνικές» μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει ότι επί της ουσίας δεν θα ικανοποιήσει κανένα αίτημά τους

του Λευτέρη Θ. Χαραλαμπόπουλου

Υποθέτω ότι με τα χρόνια στη Νέα Δημοκρατία έχουν ένα manual για την αντιμετώπιση των κοινωνικών κινητοποιήσεων, από αυτά που διάφοροι «σύμβουλοι» και «επικοινωνιολόγοι» συνήθως παρουσιάζουν ως εγγυημένης αποτελεσματικότητας.
Τα βήματα που περιλαμβάνει αυτό το «σενάριο» είναι πολύ συγκεκριμένα.
Σε πρώτη φάση η κυβέρνηση «δείχνει κατανόηση» διαβεβαιώνει ότι ακούει με προσοχή τα αιτήματα και δηλώνει ανοιχτή σε διάλογο.
Σε δεύτερη φάση βγαίνει και λέει ότι όσα αιτήματα είναι εφικτό να ικανοποιηθούν τα έχει ήδη ικανοποιήσει.
Σε τρίτη φάση βγαίνει και λέει ότι θα ήθελε να δώσει και άλλα, αλλά αυτό θα θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας, ενώ προσκρούει και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε τέταρτη φάση υπογραμμίζει ότι θέλει διάλογο αλλά θέλει να δει και τους πολίτες «να μην ταλαιπωρούνται».
Σε πέμπτη φάση σημειώνει ότι έδωσε όλα όσα μπορούσε να δώσει και ακόμη παραπάνω και ότι οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται από κάποιους που είναι αδιάλλακτοι.
Σε έκτη φάση, εάν είναι εφικτό, αρχίζει τις διαρροές σε βάρος ηγετικών φυσιογνωμιών της κινητοποίησης, ει δυνατόν και με το άνοιγμα ποινικής δίωξης σε βάρος τους.
Σε έβδομη φάση ανεβαίνουν οι τόνοι με την κυβέρνηση να τονίζει ότι σέβεται το δικαίωμα στην κινητοποίηση, αλλά θα πάρει μέτρα για να μην ταλαιπωρούνται οι πολίτες.
Σε όγδοη φάση η κυβέρνηση κατηγορεί την κινητοποίηση ότι «κρατάει τη χώρα σε ομηρία».
Σε ένατη φάση η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι λαμβάνει όλα τα μέτρα που χρειάζονται και ότι ο νόμος θα εφαρμοστεί.
Σε δέκατη φάση αναλαμβάνουν δράση τα ΜΑΤ.
Ο… δεκάλογος αυτός για την αντιμετώπιση των κινητοποιήσεων, προφανώς και έχει αρκετή ευελιξία και μπορεί εύκολα μια κυβέρνηση να περάσει σε επόμενες φάσεις παρακάμπτοντας βήματα, όπως και μπορεί να συνδυάσει βήματα – π.χ. να γίνεται διάλογος αλλά και να έχει δοθεί εντολή να σχηματιστούν δικογραφίες –, ενώ αναλόγως του θέματος υπάρχει πάντα και η επιπλέον επιλογή να «κινητοποιηθούν» και πολίτες που «αγανακτούν». Ιδιαίτερα σημαντικό – εάν υπάρχουν βέβαια…- να εμφανιστούν και όσοι ανήκουν στην κοινωνική ομάδα που διαμαρτύρεται, αλλά «διαφωνούν με τις μορφές πάλης».
Και βέβαια εάν δεν φροντίζουν οι ίδιοι οι κινητοποιούμενοι να… ταλαιπωρούν αρκετά την κοινωνία, τότε μπορεί να αναλάβει να το κάνει η αστυνομία, π.χ. με το να κλείσει τους δρόμους που οι ίδιοι οι αγρότες είχαν αφήσει ανοιχτούς.
Ο δεκάλογος αυτός, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης και αυταρχική λογικής έχει δοκιμαστεί συχνά και από τη δική μας κυβέρνηση και στο εξωτερικό. Η λογική που τον διέπει είναι ιδιαιτέρως απλή: η κυβέρνηση δεν πρέπει να κάνει καμία πραγματική υποχώρηση και κανέναν ουσιαστικό διάλογο. Εάν το κάνει, απλώς θα «ανοίξει ο ασκός του Αιόλου», γιατί κάθε κοινωνική ομάδα θα θελήσει μετά να διεκδικήσει δυναμικά, ιδίως σε μια προεκλογική περίοδο. Είναι σαν το παλιό αριστερίστικο σύνθημα «Μια μικρή υποχώρηση σήμερα, θα είναι μια μεγάλη ήττα αύριο», αλλά από τη μεριά της εξουσίας αυτή τη φορά. Κατά συνέπεια το μόνο που πρέπει να κάνει μια κυβέρνηση είναι να διατηρήσει μια επίφαση διαλόγου στην αρχή και μετά να παρουσιάσει τα μέτρα που ούτως ή άλλως θα εφάρμοζε ως αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου. Ακόμη καλύτερα είναι να έχει αρχικά «διαρρεύσει» εξαγγελίες ακόμη πιο επιθετικές, ώστε μετά οι πραγματικές εξαγγελίες να φαντάζουν «ήπιες».
Σε αυτή τη βάση, το μεγάλο στοίχημα είναι πάντα να εξασφαλιστεί η απομόνωση της κοινωνικής ομάδας που κινητοποιείται, να παρουσιαστεί ως «υπερβολική», «ωφελημένη στο παρελθόν», «προνομιούχα», «αδιάφορη για την υπόλοιπη κοινωνία». Σε αυτό μπορούν πάντα να βοηθήσουν και τα ΜΜΕ που είναι πρόθυμα να υπηρετήσουν το κυβερνητικό αφήγημα. Ιδιαίτερα χρήσιμα είναι τα ΜΜΕ και στις περιπτώσεις «στοχοποίησης» ή ακόμη και «δολοφονίας χαρακτήρα».
Και αυτό γιατί μόνο έτσι στο τέλος η καταστολή θα μπορέσει να παρουσιαστεί ως «έσχατη λύση», ως αποτέλεσμα της αδιαλλαξίας μιας «μειοψηφίας», και ως αναγκαία πράξη ευθύνης προς την κοινωνία που δεν θα ταλαιπωρείται πλέον.
Και αυτό ακριβώς είναι που βλέπουμε να κάνει η κυβέρνηση σε σχέση με τους αγρότες. Μια κυβέρνηση που κατάφερε μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ και το σχέδιο αξιοποίησης των κοινοτικών ενισχύσεων ως εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικών συσχετισμών να θέσει σε κίνδυνο συνολικά τις κοινοτικές ενισχύσεις για όλη την αγροτιά. Μια κυβέρνηση που δεν έχει μια αποτελεσματική γραμμή διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να εξασφαλίσει σε βάθος χρόνου επαρκείς κοινοτικές ενισχύσεις. Μια κυβέρνηση που δεν έχει ένα πραγματικό σχέδιο για την αναβάθμιση του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα.
Ας μην έχουμε καμία αυταπάτη. Η κυβέρνηση ουσιαστική υποχώρηση δεν έχει κάνει. Παρουσιάζει ως προϊόν διαλόγου μέτρα που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα και ούτως ή άλλως θα έπρεπε να εφαρμοστούν και δεν συζητάει τα ουσιαστικά ζητήματα, αυτά που είναι στον πυρήνα της αγωνίας της αγροτιάς. Αυτά που θα μπορούσαν όντως να τους κάνουν να αντιμετωπίσουν το μέλλον με κάποια έστω και μικρή ελπίδα.
Και τώρα τόσο το κυβερνητικό επιτελείο όσο και τα φίλια ΜΜΕ απλώς προλειαίνουν το έδαφος για το πέρασμα στη φάση της καταστολής «για να ανοίξουν οι δρόμοι».
Υποθέτω ότι ο υπολογισμός της κυβέρνησης, όπως έχει φανεί και από το πώς αντιμετώπισε προηγούμενες κινητοποιούμενες ομάδες είναι ότι η καταστολή θα έχει κόστος μόνο μεταξύ των άμεσων θυμάτων της και όχι γενικά στο εκλογικό σώμα. Επίσης υποθέτω ότι και για τους ίδιους τους αγρότες η εκτίμησή της είναι ότι καθώς έχει μειωθεί η βαρύτητά τους στο γενικό πληθυσμό, στο τέλος το πολιτικό κόστος θα είναι μικρότερο.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα, σε σχέση με αυτόν τον συλλογισμό και πολιτικό υπολογισμό της κυβέρνησης.
Καταρχάς γιατί φάνηκε στις δημοσκοπήσεις ότι όχι μόνο τα αιτήματα των αγροτών αντιμετωπίζονται ως δίκαια από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, αλλά και οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται ως θεμιτές από τη μεγάλη πλειοψηφία. Άρα ο «κοινωνικός αυτοματισμός» δεν λειτουργεί και η καταστολή θα αντιμετωπιστεί ιδιαίτερα αρνητικά. Έπειτα οι αγρότες εξακολουθούν να θεωρούνται οργανικό τμήμα της κοινωνίας και γύρω από την αγροτιά πλήθος άνθρωποι αισθάνονται ότι ο αγώνας αυτός τους αφορά, άρα δεν είναι απομονωμένοι. Σε αυτό προστίθεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας είναι ούτως ή άλλως δυσαρεστημένο με την κυβέρνηση και η εικόνα κυβερνητικής αδιαλλαξίας και καταστολής απλώς θα επιτείνει τα αρνητικά συναισθήματα. Και βέβαια οι αγρότες – σε αντίθεση π.χ. με τους φοιτητές – είναι μια κοινωνική κατηγορία παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη Νέα Δημοκρατία, και η αγροτική ψήφος είναι καθοριστική σε αρκετές περιφέρειες που πρέπει να παραμείνουν «γαλάζιες».
Όλα αυτά δείχνουν ότι το πιο πιθανό είναι στο τέλος η κυβέρνηση να ανακαλύψει ότι η πραγματικότητα με τις αγροτικές κινητοποιήσεις είναι πολύ σύνθετη και δύσκολη, σε σχέση με τα σενάρια που έχει συνηθίσει να ακολουθεί. Και άρα στο τέλος θα πληρώσει σημαντικό κόστος. Γιατί κανένα νεοφιλελεύθερο εγχειρίδιο «διαχείρισης κρίσεων» δεν μπορεί να είναι χρήσιμο όταν οι κινητοποιήσεις έχουν βάθος, εισπράττουν πραγματική αλληλεγγύη και συμπίπτουν με μια συγκυρία όπου μια κυβέρνηση έχει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας απέναντι.
Πηγή: www.in.gr

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Μενέλαος Λουντέμης, «Να μάθεις να φεύγεις»


Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις !
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά. 

Και γιατί όχι το Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου;


Θέλουν οι ηγεσίες να μας καταστήσουν χρήσιμους ηλιθίους ως μέσα πίεσης για την Τουρκία;

του Θέμη Τζήμα 

Μια από τις πρόσφατες «εμπνεύσεις» του σιωνιστικού λόμπι είναι η δύναμη ταχείας αντίδρασης Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ. Το ποια θα είναι ακριβώς η αποστολή της εν λόγω δύναμης μένει να φανεί αλλά οι φήμες από τα γνωστά χείλη και προπαγανδιστές έχουν ήδη ξεκινήσει: με κάποιο τρόπο αυτή η δύναμη (μάλλον ταξιαρχία) θα υπερασπίζεται την Ελλάδα και από την Κύπρο από την Τουρκία.
Πρόκειται για έναν συνδυασμό προπαγάνδας (από το κατεστημένο) και φαντασιώσεων (από αφελείς και μη), όπως αυτές που είδαμε με άλλες φοβερές και τρομερές πρωτοβουλίες, όπως ήταν ο Eastmed. Η εν λόγω πρωτοβουλία στην πραγματικότητα δεν έχει να κάνει τίποτα με την υπεράσπιση της Ελλάδας και της Κύπρου παρά μόνο με την περαιτέρω εργαλειοποίησή τους τόσο ως χώρων δηλαδή ως στρατηγικού βάθους του Ισραήλ όσο και ως ενόπλων δυνάμεων συμπληρωματικών προς εκείνες του Ισραήλ.
Πρώτο σημείο: η άμυνα της Ελλάδας και της Κύπρου δε χρειάζονται σχετικώς ολιγάριθμες δυνάμεις ταχείας αντίδρασης (τουλάχιστον όχι κατά βάση) αλλά εκτεταμένες, αποτελεσματικές, χερσαίες, θαλάσσιες, πυραυλικές και εναέριες δυνάμεις, προκειμένου να αντιμετωπίσουν έναν μακρόχρονο ή τουλάχιστον γενικευμένο σε όλο το μήκος και πλάτος των συνόρων, πόλεμο με την Τουρκία. Οι δυνάμεις ταχείας επέμβασης διακλαδικού χαρακτήρα (στον βαθμό που θα πρόκειται για μια τέτοια δύναμη) υπακούν στις ανάγκες του  ΝΑΤΟ και του Ισραήλ για στρατιωτικές επιχειρήσεις αιφνίδιων πρώτων χτυπημάτων. Με άλλα λόγια μια δύναμη ταχείας αντίδρασης δεν έχει επιχειρησιακώς να προσφέρει στην υπεράσπιση του Ελληνισμού.
Δεύτερο σημείο: το Ισραήλ δεν έχει συμμάχους γιατί όχι μόνο δεν υπάγει αλλά δεν ευθυγραμμίζει καν στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης τα συμφέροντά του με αυτά οποιουδήποτε άλλου κράτους, πλην ενδεχομένως των ΗΠΑ. Το Ισραήλ έχει ή επιδιώκει να έχει μόνο υποτακτικούς ως το κατεξοχήν φυλάκιο των ΗΠΑ στην περιοχή. Τα συμφέροντα του Ελληνισμού θα συνεχίσουν να υποτάσσονται σε εκείνα του Ισραήλ. Το Ισραήλ δε θα πολεμήσει για χατίρι καμίας άλλης χώρας. Μπορεί όμως κάλλιστα να αποσταθεροποιήσει κυβερνήσεις κρατών που έχουν υποταχθεί στα συμφέροντά του, όπως έχουν καταλάβει όλα τα «συμμαχικά» κράτη κατά καιρούς.
Τρίτο σημείο: παρόλες τις εντάσεις και τις αντιθέσεις, τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ και της Τουρκίας συγκλίνουν. Και τα δύο κράτη έχουν κοινό στόχο την ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν, τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής και επομένως τον έλεγχο της κινεζικής επέκτασης. Είδαμε όλοι πώς μοίρασαν τη Συρία. Αυτά τα συμφέροντα ταυτίζονται και με των ΗΠΑ σε απόλυτο βαθμό. Πόλεμος Ισραήλ με Τουρκία, του κατεξοχήν φυλακίου των ΗΠΑ με τον δεύτερο στρατό του ΝΑΤΟ αποτελεί απλώς αδιανόητη υπόθεση για τις ΗΠΑ, πολύ περισσότερο από ό,τι ένας πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας.
Τέταρτο σημείο: αν η ηγεσία του Ελληνισμού επιδιώκει όντως την προστασία της Ελλάδας και της Κύπρου, τότε τη συνταγή την ξέρει εδώ και χρόνια: το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας και Κύπρου. Η ενοποίηση του αμυντικού χώρου είναι η φτηνότερη και η αποτελεσματικότερη επιλογή για την Ελλάδα και την Κύπρο, μετατρέποντας αυτά που φαίνονται μειονεκτήματα για τον Ελληνισμό σε πλεονέκτημα ιδίως με δεδομένο τη φτηνή, εύκολα προσβάσιμη πυραυλική τεχνολογία και τεχνολογία drones. Παρόλα αυτά, κάθε χρόνο που περνάει, το δόγμα θάβεται βαθύτερα, με την Κύπρο να απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από την Ελλάδα και να στέλνεται σε άλλες δυνάμεις παραχωρώντας την ανεξαρτησία της εν τέλει.
Εν κατακλείδι, η ταξιαρχία αυτή δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τα συμφέροντα του Ελληνισμού αλλά μόνο με αυτά του Ισραήλ. Επίσης και όντως δεν έχει να κάνει τίποτα με την Τουρκία αλλά με το Ιράν και δευτερευόντως με τη Ρωσία, υπό την έννοια της σύμπραξης (και) με το Αζερμπαϊτζάν για την προώθηση των εν προκειμένω, κοινών συμφερόντων Ισραήλ και Τουρκίας. Εκτός και αν οι ηγεσίες μας θέλουν να μας καταστήσουν χρήσιμους ηλιθίους ως μέσα πίεσης για την Τουρκία. Πάντα άλλωστε το παράδειγμα της Ουκρανίας μπορεί να βρίσκει και αλλού μιμητές.
Πηγή: kosmodromio.gr

Το Τέξας σταμάτησε το σχέδιο παραγωγής συνθετικών αυγών του Τζεφ Μπέζος


Το Τέξας έγινε επίσημα η ΠΡΩΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ στην Αμερική που ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ το σχέδιο παραγωγής συνθετικών αυγών του Τζεφ Μπέζος, ακριβώς όπως αναφέρεται στην εικόνα και αυτή είναι μια σημαντική νίκη για τα πραγματικά τρόφιμα
Με αυτή την ενέργεια, το Τέξας απαγορεύει την εισαγωγή, την παραγωγή και την κυκλοφορία τεχνητών μειγμάτων αυγών που υποστηρίζονται από τον Μπέζος και έχουν σχεδιαστεί σε εργαστήρια αντί να γεννιούνται από πραγματικές κότες.
Το Τέξας δεν καθυστέρησε ούτε επανεξέτασε το έργο. Η πολιτεία έλαβε αποφασιστικά μέτρα για να κρατήσει τα «υγρά» συνθετικών αυγών που έχουν παρασκευαστεί σε εργαστήριο μακριά από παντοπωλεία, εστιατόρια και κουζίνες. Ενώ ο Μπέζος προωθεί καινοτομίες σε συνθετικές πρωτείνες, το Τέξας προστατεύει την ασφάλεια των τροφίμων, προστατεύει τους αγρότες και υπερασπίζεται την καθαρότητα των τροφίμων που έχουν θρέψει γενιές.
Το μήνυμα είναι αδιαμφισβήτητο: αν δεν προέρχεται από τη φύση, δεν ανήκει στο πιάτο μιας αμερικανικής οικογένειας.
Μήπως θα πρέπει ολόκληρη η Δύση και ΚΥΡΙΩΣ Η ΕΛΛΑΔΑ να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Τέξας και να απορρίψουν τεχνητά τρόφιμα που έχουν σχεδιαστεί από δισεκατομμυριούχους;

ΥΓ του blog: ….οι γραφειοκρατικές, ΜΕΤΑνθρωπιστικές και οικονομολάγνες ελίτ του Δυτικού Κόσμου κι όχι μόνο, μετά τη κλιματική αλλαγή,  την πράσινη ανάπτυξη, την πανδημία και την δραματική μείωση μέχρι και την εξαφάνιση της πρωτόγεννους παραγωγής μας πλασάρουν την συνθετική τροφή κι ο Θεός ξέρει τι μας επιφυλάσσουν για ΜΕΤΑ…ένα κόσμο, ανάποδο κόσμο, που ούτε ο Οργουελ, ούτε ο Χαξλεϋ μπορο'υσαν να φανταστουν.....

Η κοινωνία των «Αγώνων Πείνας» ως μοντέλο εξουσίας


Άρθρο του NioLand

Η «κοινωνία των Hunger Games (Αγώνες Πείνας)» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κοινωνία βασισμένη στα χαρακτηριστικά του δυστοπικού κόσμου που παρουσιάζεται στη διάσημη σειρά βιβλίων και ταινιών «The Hunger Games» της Suzanne Collins.
Η επιτυχία των Hunger Games δεν οφείλεται μόνο στη συναρπαστική πλοκή ή στους αξέχαστους χαρακτήρες, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι αγγίζει βαθιές κοινωνικές και πολιτικές αλήθειες. Παρόλο που το σύμπαν της Πάνεμ είναι φανταστικό, οι μηχανισμοί που το διέπουν έχουν ρίζες σε πραγματικές κοινωνικές δομές.
Ο όρος «κοινωνία των Hunger Games» χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει σύγχρονες κοινωνίες ή μελλοντικά σενάρια όπου υπάρχει:
  • Ακραία οικονομική ανισότητα (οι λίγοι πλούσιοι ελέγχουν τα πάντα, ενώ η πλειοψηφία υποφέρει).
  • Μαζική παραπληροφόρηση και αποπροσανατολισμός μέσω των ΜME και της ψυχαγωγίας.
  • Καταστολή κάθε μορφής αντίδρασης ή ελευθερίας έκφρασης. Κάποιοι αναλυτές και πολιτικοί στοχαστές θεωρούν ότι ο κόσμος οδεύει προς μια μορφή “Hunger Games society”, όπου οι ισχυροί ελέγχουν τον πλούτο, την πληροφορία και την ελευθερία των υπολοίπων.
Αυτό το κείμενο για την κοινωνία των Hunger Games δεν είναι απλώς ένα δυστοπικό αφήγημα – είναι ένας καθρέφτης που αντανακλά τις πιο σκοτεινές όψεις της πραγματικότητας. Η ακραία ανισότητα, ο έλεγχος μέσω της προπαγάνδας, η καταστολή, η χειραγώγηση της ψυχαγωγίας και η αναπόφευκτη γέννηση της αντίστασης δεν αποτελούν απλώς στοιχεία μιας φανταστικής ιστορίας, αλλά επαναλαμβανόμενα μοτίβα σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.
Θυμήθηκα αυτή τη τηλεοπτική σειρά γιατί θέλω να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς εξουσίας που διαμορφώνουν τις κοινωνίες μας. Να αναγνωρίσουμε τις ομοιότητες ανάμεσα σε ένα φανταστικό καθεστώς και σε πραγματικές δομές που μας επηρεάζουν καθημερινά. Και πάνω απ’ όλα, να αναρωτηθούμε: «Ζούμε ήδη, έστω και σε κάποια μορφή, μέσα σε μια “κοινωνία των Hunger Games”; Και αν ναι, ποιος είναι ο ρόλος μας σε αυτήν;»
Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα μελλοντικό, μεταμορφωμένο κόσμο όπου η Βόρεια Αμερική έχει καταστραφεί και αντικατασταθεί από τη Panem (Πανέμ). Η λέξη Panem προέρχεται από τη λατινική φράση “Panem et Circenses”, που σημαίνει “Άρτος και Θεάματα”, αναφερόμενη στην τακτική των αρχαίων Ρωμαίων να κατευνάζουν τον λαό με τροφή και ψυχαγωγία. Η Panem είναι μια χώρα χωρισμένη σε 12 επαρχίες (Districts) που ελέγχονται από μια αυταρχική κυβέρνηση με κέντρο το Capitol (Κάπιτολ).
Στον δυστοπικό κόσμο των Hunger Games, η κοινωνία είναι σχεδιασμένη με τρόπο που διατηρεί και ενισχύει μια βαθιά ανισότητα μεταξύ της ελίτ και των καταπιεσμένων τάξεων. Το Κάπιτολ, η πρωτεύουσα του έθνους της Πανέμ, συγκεντρώνει όλη την εξουσία, τον πλούτο και τους πόρους, ενώ οι 12 Επαρχίες (Districts) είναι ουσιαστικά αποικίες που εργάζονται για να συντηρήσουν την πολυτέλεια του Κάπιτολ.

1. Ακραία κοινωνική ανισότητα
  • Ο κόσμος χωρίζεται σε ελίτ και καταπιεσμένες τάξεις.
  • Οι πλούσιοι (όπως το Κάπιτολ) ζουν με υπερβολική πολυτέλεια, ενώ οι υπόλοιποι (οι 12 Επαρχίες) ζουν σε συνθήκες φτώχειας και καταναγκαστικής εργασίας.
Το Κάπιτολ είναι η καρδιά της εξουσίας και του πλούτου στην Πανέμ. Οι κάτοικοί του:
  • Ζουν σε υπερβολική πολυτέλεια, απολαμβάνοντας τεχνολογία, μόδα και διασκέδαση σε επίπεδα που μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικά.
  • Δεν εργάζονται για την επιβίωσή τους, καθώς η οικονομία τους στηρίζεται στην εκμετάλλευση των Επαρχιών.
  • Αντιμετωπίζουν τα Hunger Games σαν ένα απλό θέαμα, αδυνατώντας να συναισθανθούν τη φρίκη που βιώνουν οι υπόλοιποι πολίτες.
  • Είναι τόσο αποκομμένοι από την πραγματικότητα, που φτάνουν στο σημείο να χρησιμοποιούν εμετικά ποτά για να συνεχίσουν να τρώνε στα συμπόσιά τους, αδιαφορώντας για όσους πεθαίνουν από την πείνα στις επαρχίες.
12 Επαρχίες: Φτώχεια, καταναγκαστική εργασία και καταπίεση
Αντίθετα, οι Επαρχίες είναι χωρισμένες σε ζώνες παραγωγής που εξυπηρετούν τις ανάγκες του Κάπιτολ. Η κοινωνική ανισότητα είναι τόσο έντονη, που η ίδια η ζωή των κατοίκων τους εξαρτάται από τις διαθέσεις της ελίτ.

Φτώχεια και υποσιτισμός
Οι περισσότερες Επαρχίες ζουν σε άθλιες συνθήκες. Οι κάτοικοι παλεύουν καθημερινά για φαγητό, δουλεύουν σε εξαντλητικές εργασίες και συχνά πεθαίνουν νέοι λόγω της σκληρής ζωής. Στην Περιφέρεια 12, όπου ζει η Κάτνις, η πείνα είναι τόσο συνηθισμένη που οι άνθρωποι αναγκάζονται να κυνηγούν παράνομα ή να ανταλλάσσουν αγαθά στη μαύρη αγορά για να επιβιώσουν.

Καταναγκαστική εργασία
Κάθε Επαρχία έχει μια συγκεκριμένη οικονομική λειτουργία: η Περιφέρεια 12 εξορύσσει κάρβουνο, η Περιφέρεια 11 παράγει τρόφιμα, η Περιφέρεια 3 ειδικεύεται στην τεχνολογία, κ.ο.κ. Οι κάτοικοι εργάζονται κάτω από άθλιες συνθήκες, με πενιχρές αμοιβές, ενώ το Κάπιτολ απολαμβάνει τα προϊόντα τους χωρίς να τους προσφέρει καμία ανταμοιβή.

Αυστηρή κοινωνική ιεραρχία και έλεγχος
Οι Επαρχίες δεν επιτρέπεται να επικοινωνούν μεταξύ τους, ώστε να μην ενωθούν και εξεγερθούν. Οι “Ειρηνοφύλακες” (Peacekeepers) του Κάπιτολ δρουν ως δυνάμεις κατοχής, καταστέλλοντας βίαια οποιαδήποτε μορφή αντίστασης.

Η κοινωνική ανισότητα ως μηχανισμός ελέγχου
Η ανισότητα δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μιας τυχαίας κατανομής πόρων, αλλά ένα εργαλείο εξουσίας που επιτρέπει στο Κάπιτολ να διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο.
Διαίρει και βασίλευε: Οι Επαρχίες διατηρούνται διασπασμένες και απομονωμένες, ώστε να μην οργανώσουν μια κοινή εξέγερση. Πλήρης Οικονομική Εξάρτηση: Οι κάτοικοι των Επαρχιών εξαρτώνται από τις προμήθειες του Κάπιτολ, το οποίο μπορεί να τις διακόψει όποτε θέλει για να τους κρατά υπό έλεγχο.
Τα Hunger Games ως μηχανισμός υποταγής: Τα Hunger Games δεν είναι απλώς ένα “παιχνίδι”, αλλά ένα σύστημα καταστολής, που υπενθυμίζει σε όλους ότι η εξουσία του Κάπιτολ είναι απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.

Σύνδεση με την πραγματικότητα
Αν και η κοινωνία των Hunger Games είναι μια φανταστική δυστοπία, οι παραλληλισμοί με τον πραγματικό κόσμο είναι έντονοι:
Ακραία οικονομική ανισότητα – Σήμερα, ένα μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου, ενώ δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες φτώχειας.
Εκμετάλλευση της εργασίας – Σε πολλές χώρες, οι μεγάλες πολυεθνικές χρησιμοποιούν φθηνή εργασία (ακόμη και παιδική εργασία) για να παράγουν αγαθά, διατηρώντας ένα σύστημα που μοιάζει πολύ με τις καταναγκαστικές εργασίες των Επαρχιών.
Έλεγχος μέσω προπαγάνδας και θεάματος – Τα μέσα ενημέρωσης και η ψυχαγωγία χρησιμοποιούνται συχνά για να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο από τα πραγματικά προβλήματα, ακριβώς όπως τα Hunger Games χρησιμοποιούνται για να αποσπάσουν την προσοχή από τη δυστυχία των Επαρχιών.
Καταστολή αντίστασης – Σε πολλά αυταρχικά καθεστώτα, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν βία και στρατιωτικές δυνάμεις για να καταπνίξουν τις διαμαρτυρίες και να διατηρήσουν την εξουσία τους, όπως ακριβώς κάνουν οι “Ειρηνοφύλακες” στην Πανέμ.

Συμπέρασμα
Η κοινωνία των Hunger Games είναι ένα παράδειγμα ακραίας κοινωνικής ανισότητας, όπου μια μικρή ελίτ ελέγχει τον πλούτο, τους πόρους και την εξουσία, ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων ζει υπό καταπίεση και φτώχεια. Δεν είναι απλώς μια δυστοπική φαντασία, αλλά μια προειδοποίηση για το πώς η ανισότητα και η εκμετάλλευση μπορούν να οδηγήσουν σε μια κοινωνία όπου η ζωή των πολλών εξαρτάται από τις ορέξεις των λίγων.

2. Κοινωνική μηχανική και έλεγχος των μαζών
  • Το σύστημα χρησιμοποιεί την προπαγάνδα και τον φόβο για να κρατήσει τον πληθυσμό υπό έλεγχο.
  • Τα Hunger Games λειτουργούν ως εργαλείο εκφοβισμού και αποπροσανατολισμού του λαού.
Η διατήρηση της εξουσίας από το Κάπιτολ στην Πανέμ δεν βασίζεται μόνο στη στρατιωτική ισχύ ή την οικονομική εκμετάλλευση. Ένα από τα πιο ισχυρά όπλα του καθεστώτος είναι η κοινωνική μηχανική, δηλαδή η συστηματική διαμόρφωση της συμπεριφοράς και της σκέψης του πληθυσμού μέσω προπαγάνδας, φόβου και ελέγχου της πληροφορίας.
Το Κάπιτολ δεν κυβερνά απλώς – ελέγχει τη συνείδηση των ανθρώπων. Οι πολίτες των Επαρχιών και του ίδιου του Κάπιτολ ζουν μέσα σε ένα κατασκευασμένο αφήγημα, όπου η πραγματικότητα διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύει την απόλυτη κυριαρχία της ελίτ.

Ο φόβος ως εργαλείο καταστολής
Μια κοινωνία τρομοκρατημένη από την εξουσία
Το σύστημα του Κάπιτολ διατηρείται μέσω της διαρκούς υπενθύμισης ότι κάθε απόπειρα εξέγερσης είναι μάταιη και επικίνδυνη. Η βία δεν είναι απλώς ένα εργαλείο καταστολής, αλλά και ένας τρόπος να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η αντίσταση ισοδυναμεί με αυτοκτονία.
Παράδειγμα: Οι Ειρηνοφύλακες (Peacekeepers) – Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Κάπιτολ δεν είναι απλοί αστυνομικοί. Είναι εκπαιδευμένοι να διαλύουν κάθε μορφή αμφισβήτησης με βία, εκφοβισμό και εκτελέσεις. Οποιοσδήποτε αμφισβητεί το καθεστώς βασανίζεται, φυλακίζεται ή σκοτώνεται παραδειγματικά.
Παράδειγμα: Οι δημόσιες τιμωρίες – Οι ποινές είναι πάντα θεαματικές και δημόσιες. Όταν κάποιος διαφωνεί ή παραβαίνει τους κανόνες, η τιμωρία του γίνεται θέαμα, ώστε όλοι οι υπόλοιποι να μάθουν να υπακούν από φόβο.
Το Κάπιτολ ως Θεός – Το σύστημα παρουσιάζεται ως παντοδύναμο και αδιαμφισβήτητο. Οι πολίτες μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι το Κάπιτολ είναι ανίκητο και ότι η μόνη επιλογή που έχουν είναι η υποταγή.

Τα Hunger Games ως εργαλείο ελέγχου
Τα Hunger Games δεν είναι απλώς μια φρικτή τιμωρία – είναι ένα πολύπλευρο εργαλείο εξουσίας.
(α) Εκφοβισμός μέσω θεάματος
Ο απόλυτος τρόμος: Οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους να σφαγιάζονται
Κάθε χρόνο, ένα αγόρι και ένα κορίτσι από κάθε Επαρχία επιλέγονται για να συμμετάσχουν στα Hunger Games, όπου θα πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι γονείς αναγκάζονται να βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν σε μια αρένα ενισχύει την αίσθηση της αδυναμίας και της απελπισίας.
Τα Hunger Games ως συμβολική υπενθύμιση της δύναμης του Κάπιτολ
Το Κάπιτολ χρησιμοποιεί τα Hunger Games για να υπενθυμίσει στις Επαρχίες τι συνέβη την τελευταία φορά που τόλμησαν να εξεγερθούν. Η ύπαρξη των Αγώνων δεν είναι απλώς εκδίκηση, αλλά ένα συνεχές μήνυμα ότι η εξουσία του Κάπιτολ είναι απόλυτη και αναντίρρητη.
“Θυμηθείτε γιατί είστε σκλάβοι” – Οι Αγώνες είναι μια ετήσια γιορτή της υποταγής, ένας τρόπος να θυμούνται όλοι ότι το Κάπιτολ μπορεί να πάρει τη ζωή οποιουδήποτε, όποτε το θελήσει.
(β) Τα Hunger Games ως εργαλείο διαίρεσης και αποπροσανατολισμού
Ο πληθυσμός πρέπει να μάχεται ο ένας τον άλλον – όχι εναντίον του Κάπιτολ
Αντί οι άνθρωποι να ενωθούν εναντίον της πραγματικής τους καταπίεσης, το σύστημα τους ωθεί να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό.
“Δεν είναι το Κάπιτολ ο εχθρός σου, αλλά το παιδί από την άλλη Επαρχία” – Τα παιδιά αναγκάζονται να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, ενώ οι οικογένειες και οι κοινότητες παρακολουθούν και επιλέγουν “πλευρές”. Αυτό διασπά την αλληλεγγύη μεταξύ των Επαρχιών και αποτρέπει μια ενωμένη αντίσταση.
Οι πλουσιότερες Επαρχίες (1, 2, 4) λαμβάνουν προνομιακή εκπαίδευση για τους Αγώνες, ενώ οι φτωχότερες είναι απλώς αναλώσιμες. Έτσι, οι ίδιοι οι πολίτες αποδέχονται την ανισότητα ως “φυσιολογική” και δεν ενώνουν τις δυνάμεις τους εναντίον του Κάπιτολ.
Αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα – Αντί οι πολίτες να ασχολούνται με τη φτώχεια, την καταπίεση και την αδικία, ξοδεύουν χρόνο και συναισθηματική ενέργεια βλέποντας τα Hunger Games, συζητώντας για τους νικητές και ποντάροντας σε παίκτες – σαν να είναι αθλητικό γεγονός.
Προπαγάνδα και έλεγχος της πληροφορίας
Το Κάπιτολ δεν αρκείται μόνο στη βία. Ελέγχει απόλυτα την πληροφόρηση, ώστε οι πολίτες να μην αποκτούν ποτέ μια διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας.

Απόλυτη κυριαρχία των Μέσων Ενημέρωσης
Όλες οι πληροφορίες που φτάνουν στον πληθυσμό περνούν από το Κάπιτολ. Δεν υπάρχουν ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, ούτε ελευθερία λόγου.
Το Κάπιτολ “διαμορφώνει την πραγματικότητα” – Οι Αγώνες προβάλλονται ως μια δίκαιη διαδικασία, μια “παράδοση”, ένα “εξισορροπητικό σύστημα”. Οι πολίτες μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι “έτσι έχουν τα πράγματα” και δεν υπάρχει εναλλακτική.
Οι Νικητές ως όργανα προπαγάνδας – Όσοι επιβιώνουν από τους Αγώνες δεν είναι πραγματικοί νικητές, αλλά μαριονέτες του Κάπιτολ, που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τη νομιμότητα του συστήματος.
Καταστολή της αλήθειας – Οτιδήποτε αμφισβητεί την εξουσία του Κάπιτολ εξαφανίζεται αμέσως. Η ύπαρξη της Περιφέρειας 13 (η οποία επέζησε της εξέγερσης) κρατήθηκε μυστική, ώστε οι υπόλοιποι πολίτες να πιστεύουν ότι η εξέγερση είναι αδύνατη.
Η κοινωνική μηχανική στην Πανέμ είναι ένα καλοσχεδιασμένο σύστημα ελέγχου των μαζών, που βασίζεται σε φόβο, προπαγάνδα και αποπροσανατολισμό. Το Κάπιτολ δεν επιδιώκει μόνο την υποταγή – επιδιώκει να διαμορφώσει την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας, ώστε κανείς να μην σκεφτεί καν την επανάσταση.
Η απόλυτη εξουσία δεν είναι αυτή που χρησιμοποιεί βία, αλλά αυτή που δεν χρειάζεται να τη χρησιμοποιήσει, γιατί έχει ήδη φυτέψει τον φόβο και την υποταγή στο μυαλό των ανθρώπων.

3. Σκληρή καταστολή και αστυνόμευση
  • Η κυβέρνηση καταστέλλει κάθε μορφή εξέγερσης με στρατιωτική ισχύ και βία.
  • Οι “Ειρηνοφύλακες” (Peacekeepers) διατηρούν την τάξη με αυταρχικές μεθόδους.
Η εξουσία του Κάπιτολ δεν βασίζεται μόνο στον φόβο και την προπαγάνδα, αλλά και στη γυμνή βία. Σε κάθε καταπιεστικό καθεστώς, η τρομοκρατία των πολιτών δεν είναι μόνο ψυχολογική – είναι και φυσική. Όταν ο φόβος της προπαγάνδας δεν αρκεί, τη θέση του παίρνει η στρατιωτική ισχύς, η οποία χρησιμοποιείται αδίστακτα για να διαλύσει κάθε μορφή αντίστασης.
Στην Πανέμ, αυτή η καταστολή εκφράζεται κυρίως μέσα από τη συνεχή παρουσία των “Ειρηνοφυλάκων” (Peacekeepers), των ένοπλων στρατιωτικών δυνάμεων που διατηρούν την τάξη με σκληρότητα, βία και αυταρχισμό. Οι Ειρηνοφύλακες δεν είναι ένας απλός στρατός – είναι το μακρύ χέρι του Κάπιτολ, η δύναμη που κάνει σαφές σε κάθε πολίτη ότι η ανυπακοή ισοδυναμεί με θάνατο.
Ειρηνοφύλακες: Ο στρατός του Κάπιτολ
Οι Ειρηνοφύλακες δεν υπάρχουν για να προστατεύουν τους πολίτες – υπάρχουν για να προστατεύουν την εξουσία του Κάπιτολ. Ο ρόλος τους δεν είναι η διατήρηση της ασφάλειας, αλλά η διατήρηση της υποταγής.

Μηχανισμός ελέγχου μέσω τρόμου
Το σύστημα των Ειρηνοφυλάκων λειτουργεί όπως κάθε καταπιεστικό αστυνομικό κράτος στην ιστορία:
Μόνιμη στρατιωτική παρουσία – Σε όλες τις Επαρχίες, οι Ειρηνοφύλακες περιπολούν διαρκώς, υπενθυμίζοντας στους πολίτες ότι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση.
Δημόσιες τιμωρίες – Οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων (όπως το λαθρεμπόριο ή η μη εξουσιοδοτημένη έξοδος από τα όρια της Επαρχίας) τιμωρείται παραδειγματικά. Οι τιμωρίες λαμβάνουν χώρα μπροστά σε όλο τον πληθυσμό, ώστε να καλλιεργηθεί η αίσθηση του φόβου.
Συλλήψεις και εκτελέσεις χωρίς δίκη – Το δικαίωμα στη δίκη δεν υπάρχει. Όταν κάποιος θεωρηθεί ύποπτος για εξέγερση, απλώς εξαφανίζεται ή εκτελείται δημοσίως.
Καθεστώς καταγγελιών – Οι πολίτες ενθαρρύνονται να καταδίδουν ο ένας τον άλλον για πιθανές “αντικαπιτολικές” ενέργειες. Αυτό καλλιεργεί μια κοινωνία παρανοϊκής καχυποψίας, όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.
Αυθαίρετη βία – Οι Ειρηνοφύλακες δεν λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Έχουν το δικαίωμα να χτυπούν, να φυλακίζουν ή και να σκοτώνουν οποιονδήποτε κρίνουν επικίνδυνο. Οι Ειρηνοφύλακες δεν είναι ιδεαλιστές στρατιώτες, αλλά ένα διεφθαρμένο, ανήθικο σώμα εξουσίας.

Εκμετάλλευση και δωροδοκίες
Πολλοί από τους Ειρηνοφύλακες δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την “τάξη”. Αντίθετα, χρησιμοποιούν τη θέση τους για να πλουτίσουν, δεχόμενοι δωροδοκίες, λαθρεμπόριο και εκβιασμούς. Στις φτωχότερες Επαρχίες, οι Ειρηνοφύλακες εμπορεύονται παράνομα αγαθά (όπως τρόφιμα ή φάρμακα), εκμεταλλευόμενοι την πείνα του πληθυσμού.
Η υποκρισία του Κάπιτολ – Ενώ υποτίθεται ότι οι νόμοι είναι αυστηροί, στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι Ειρηνοφύλακες παραβιάζουν τους κανόνες, εφόσον αυτό τους αποφέρει όφελος.
Οι πλούσιες Επαρχίες έχουν καλύτερη μεταχείριση – Οι Ειρηνοφύλακες είναι πιο σκληροί στις φτωχές περιοχές, ενώ στις εύπορες Επαρχίες είναι πιο ελαστικοί.
Τα “ιδιαίτερα προνόμια” των Ειρηνοφυλάκων – Στις Επαρχίες, οι Ειρηνοφύλακες έχουν το δικαίωμα να παίρνουν ό,τι θέλουν, από φαγητό μέχρι… γυναίκες. Παρά την τρομοκρατία, οι εξεγέρσεις δεν λείπουν. Όμως, κάθε φορά που μια Επαρχία τολμά να σηκώσει κεφάλι, το Κάπιτολ απαντά με ακραία βία.

Στρατιωτικές επιχειρήσεις εκκαθάρισης
Επαρχία 11 (Εξέγερση για την Ρούε) – Όταν ο θάνατος της Ρούε προκαλεί αναταραχή, οι Ειρηνοφύλακες καταστέλλουν βίαια τις διαδηλώσεις, σκοτώνοντας πολίτες αδιακρίτως.
Επαρχία 12 (Καταστολή μετά τη νίκη της Κάτνις) – Μετά τη νίκη της Κάτνις στους Hunger Games, το Κάπιτολ στέλνει νέους, πιο σκληρούς Ειρηνοφύλακες στην Επαρχία 12, που επιβάλλουν ακόμα αυστηρότερα μέτρα.
Ολική εξόντωση της Επαρχίας 12 – Όταν ξεκινά η επανάσταση, το Κάπιτολ βομβαρδίζει ολόκληρη την Επαρχία 12, σκοτώνοντας σχεδόν όλους τους κατοίκους της ως “παράδειγμα” για τις υπόλοιπες Επαρχίες.
Η μοίρα της Επαρχίας 13 – Αρχικά, η Επαρχία 13 εξαλείφθηκε (ή έτσι νόμιζαν όλοι) λόγω της αντίστασής της. Το Κάπιτολ δεν επιτρέπει την ύπαρξη ελεύθερων κοινωνιών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράδειγμα για τις υπόλοιπες Επαρχίες.
Ο τρόμος της επαναστατικής καταστολής – Το Κάπιτολ δεν αρκείται μόνο στην ήττα μιας εξέγερσης. Καταστρέφει ολοκληρωτικά ολόκληρες κοινότητες, ώστε η ιδέα της αντίστασης να φαίνεται αδύνατη.

Συμβολισμός και σύγκριση με πραγματικά καθεστώτα
Το σύστημα του Κάπιτολ μοιάζει με πολλές πραγματικές δικτατορίες και απολυταρχικά καθεστώτα στην ιστορία.
  • Η Γκεστάπο στη Ναζιστική Γερμανία – Οι “ειρηνοφύλακες” θυμίζουν τη μυστική αστυνομία του Χίτλερ, που εξουδετέρωνε κάθε αντίπαλο με βασανιστήρια και εκτελέσεις.
  • Η Σοβιετική KGB – Στον Ψυχρό Πόλεμο, οι μυστικές υπηρεσίες της Σοβιετικής Ένωσης είχαν απόλυτη εξουσία να συλλαμβάνουν και να εξοντώνουν πολιτικούς αντιπάλους.
  • Οι Δικτατορίες στη Λατινική Αμερική – Σε χώρες όπως η Χιλή και η Αργεντινή, οι στρατιωτικές χούντες εξαφάνιζαν όσους θεωρούσαν απειλή, όπως ακριβώς κάνει το Κάπιτολ.
Η κυβέρνηση της Πανέμ δεν βασίζεται μόνο στην ψυχολογική χειραγώγηση, αλλά και στη βίαιη καταστολή. Η συνεχής παρουσία των Ειρηνοφυλάκων, οι αυθαίρετες συλλήψεις και οι σφαγές όσων τολμούν να αντισταθούν είναι οι βασικοί πυλώνες της εξουσίας του Κάπιτολ.
Δεν αρκεί να τρομάξεις τους ανθρώπους. Πρέπει να τους δώσεις να καταλάβουν ότι δεν έχουν καμία ελπίδα αντίστασης. Αυτό είναι το δόγμα του Κάπιτολ.

4. Διασκέδαση ως μέσο ελέγχου
  • Η ψυχαγωγία και τα ΜΜΕ χρησιμοποιούνται για να αποσπούν την προσοχή των ανθρώπων από τη δυστυχία τους.
  • Τα Hunger Games είναι ένα σόου-υπερθέαμα που εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο για την τέρψη των πλουσίων.
Ένα από τα πιο δαιμονικά εργαλεία χειραγώγησης του Κάπιτολ είναι η χρήση της ψυχαγωγίας ως όπλο αποπροσανατολισμού. Ο πληθυσμός δεν ελέγχεται μόνο με τη βία, αλλά και με τη διαρκή ροή θεαμάτων που ναρκώνουν το πνεύμα του.
Τα Hunger Games είναι το απόλυτο παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Είναι μια αρένα θανάτου μεταμφιεσμένη σε γιορτή, ένα υπερθέαμα που κρατά τους πολίτες αποχαυνωμένους, ώστε να μην αναλογίζονται τη φρίκη που τους περιβάλλει.
Ο στόχος του Κάπιτολ είναι διπλός:
  • Να αποπροσανατολίσει τον πληθυσμό από τα πραγματικά του προβλήματα.
  • Να ενισχύσει την αίσθηση της απόλυτης κυριαρχίας του μέσω ενός “παιχνιδιού” όπου το Κάπιτολ ελέγχει τα πάντα – ακόμα και τη ζωή και τον θάνατο.
Τα Hunger Games παρουσιάζονται ως ένα μεγαλοπρεπές τηλεοπτικό γεγονός που προβάλλεται υποχρεωτικά σε όλη την Πανέμ. Είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να προκαλούν συγκίνηση, ένταση και θεατρικότητα, όπως κάθε καλοστημένο τηλεοπτικό σόου.

Μηχανισμοί τηλεοπτικής προπαγάνδας
Πλήρης ενορχήστρωση από το Κάπιτολ – Κάθε πτυχή των Αγώνων είναι σκηνοθετημένη: οι φόβοι, οι συμμαχίες, οι ανατροπές, ακόμα και ο τρόπος που πεθαίνουν οι Διαγωνιζόμενοι.
Το δράμα των διαγωνιζόμενων – Οι συμμετέχοντες δεν είναι απλώς παίκτες. Είναι χαρακτήρες σε ένα σενάριο που το Κάπιτολ προβάλλει επιλεκτικά για να δημιουργήσει συγκεκριμένα αφηγήματα.
Το Μεγαλείο της Εισόδου – Οι Διαγωνιζόμενοι εισέρχονται στις Αρένες με φαντασμαγορικές παρελάσεις και πολυτελή ρούχα, ώστε να αποπροσανατολίζεται ο κόσμος από τη φρίκη που ακολουθεί.
Η χειραγώγηση του κοινού – Οι θεατές ενθαρρύνονται να έχουν τους “Εκλεκτούς Διαγωνιζόμενους” και να ζουν συναισθηματικά την εξέλιξη των Αγώνων, σαν να παρακολουθούν μια αθώα αθλητική διοργάνωση.
Στημένες “ιστορίες” για συγκίνηση – Το Κάπιτολ χρησιμοποιεί συνεντεύξεις, βίντεο από τις ζωές των διαγωνιζόμενων και επιλεγμένες στιγμές από την Αρένα, ώστε να κατευθύνει τα συναισθήματα του κοινού.
Χορηγοί & στοιχήματα – Οι πλούσιοι έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν το παιχνίδι, δίνοντας βοήθεια στους αγαπημένους τους “ήρωες”. Έτσι, ενισχύεται η ιδέα ότι οι ζωές των φτωχών είναι παιχνίδι στα χέρια των ελίτ.

Η ψυχαγωγία ως μέσο καταστολής
Ο πιο ύπουλος μηχανισμός καταπίεσης είναι αυτός που δεν μοιάζει με καταπίεση. Το Κάπιτολ δεν επιβάλλει μόνο φόβο, αλλά και ναρκώνει το μυαλό των ανθρώπων με συνεχείς απολαύσεις.
Η φαινομενική ελευθερία – Οι πολίτες μπορούν να γελούν, να διασκεδάζουν, να πίνουν και να απολαμβάνουν θέαμα. Όμως είναι δεμένοι με αλυσίδες που δεν βλέπουν.
Τα ΜΜΕ ως όπλο ελέγχου – Οι ειδήσεις, οι εκπομπές και τα ριάλιτι παρουσιάζουν το αφήγημα που θέλει το Κάπιτολ, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.
Η Αποθέωση της επιφάνειας – Στο Κάπιτολ, η υπερβολική μόδα, τα φανταχτερά χρώματα και η εμμονή με την εικόνα κρατούν τους πολίτες μακριά από κάθε ουσιαστική σκέψη.
Η Θεαματοποίηση του θανάτου – Η βία μετατρέπεται σε ψυχαγωγία. Το κοινό δεν βλέπει την αδικία, αλλά το “θέαμα”. Έτσι, η καταπίεση μοιάζει φυσιολογική.
Ψεύτικες “ελπίδες” – Το αφήγημα του Κάπιτολ λέει ότι αν είσαι αρκετά ικανός, μπορείς να κερδίσεις. Αυτή η ψευδαίσθηση δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει “δίκαιο σύστημα”, ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι στημένα.

Παραλληλισμός με τον πραγματικό κόσμο
Η στρατηγική της διασκέδασης ως μέσο ελέγχου δεν είναι φαντασία. Έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στην ιστορία: Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες διοργάνωναν μονομαχίες, αρματοδρομίες και γιορτές για να κρατούν το λαό απασχολημένο και να αποτρέπουν εξεγέρσεις.

Σύγχρονα ΜΜΕ και ριάλιτι σόου
Οι σύγχρονες κοινωνίες γεμίζουν με ανούσια τηλεοπτικά προγράμματα, ριάλιτι σόου και σκηνοθετημένες “ειδήσεις” για να κρατούν το κοινό μακριά από τα πραγματικά προβλήματα.
Η εμμονή με τη μόδα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα σελέμπριτις αποσπά την προσοχή από την οικονομική ανισότητα και τα κοινωνικά προβλήματα.

Η κατασκευασμένη απάθεια
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Κάπιτολ είναι ότι κάνει τους ανθρώπους να μην ενδιαφέρονται.
Ο κόσμος του Κάπιτολ – Οι πλούσιοι ζουν σε έναν κόσμο αποκομμένο από τη δυστυχία των υπόλοιπων Επαρχιών. Θεωρούν ότι οι Αγώνες είναι ένα “σόου”, όχι μια πράξη βίας.
Η απάθεια των υπολοίπων – Οι περισσότεροι άνθρωποι στις Επαρχίες έχουν αποδεχτεί ότι οι Αγώνες είναι “η φυσιολογική τάξη πραγμάτων” και δεν αντιδρούν.
Η εξαίρεση της Κάτνις – Η Κάτνις αρνείται να γίνει πιόνι του συστήματος. Η στάση της δείχνει ότι η χειρότερη καταπίεση δεν είναι η βία, αλλά η αποδοχή της ως κάτι φυσιολογικό.
Το Κάπιτολ δεν χρειάζεται να βασίζεται μόνο στην ωμή καταστολή. Ο καλύτερος τρόπος για να διατηρήσεις τον έλεγχο είναι να κρατάς τους ανθρώπους απασχολημένους με κάτι πιο “διασκεδαστικό”.

Διασκέδαση χωρίς σκέψη = Απόλυτος Έλεγχος
Όταν η καταπίεση γίνεται θέαμα, η επανάσταση μοιάζει αδιανόητη
Ο πιο ύπουλος εχθρός της ελευθερίας είναι η αδιαφορία
“Αν θες να ελέγξεις έναν λαό, δώσ’ του θεάματα που να τον ναρκώνουν.”

5. Εξεγέρσεις και αντίσταση: Ο αναπόφευκτος κύκλος της καταπίεσης και της αντίδρασης
  • Παρόμοια με πολλές πραγματικές κοινωνίες, η ακραία καταπίεση οδηγεί αργά ή γρήγορα σε αντίδραση και επανάσταση.
  • Στη σειρά, η Κάτνις Έβερντιν γίνεται το σύμβολο της επανάστασης.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι καμία μορφή ακραίας καταπίεσης δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον χωρίς να γεννήσει αντίδραση. Οι κοινωνίες που λειτουργούν με τη σκληρή καταστολή, τον φόβο και την εκμετάλλευση καταλήγουν αργά ή γρήγορα να αντιμετωπίζουν αναταραχές, εξεγέρσεις και, σε πολλές περιπτώσεις, επαναστάσεις.

Η αντίσταση στο σύμπαν των Hunger Games
Στο δυστοπικό κόσμο της Πάνεμ, η κοινωνική δομή βασίζεται στη διατήρηση της εξουσίας του Κάπιτολ μέσω της βίας, της προπαγάνδας και του ελέγχου των πόρων. Ωστόσο, αυτή η ακραία ανισορροπία δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Τα πρώτα σημάδια αντίστασης προκύπτουν σποραδικά μέσα από μικρές πράξεις ανυπακοής, αλλά με τον καιρό, οι σπίθες της δυσαρέσκειας μετατρέπονται σε μια οργανωμένη επανάσταση.
Η Κάτνις Έβερντιν δεν είναι απλώς μια επιζήσασα των Αγώνων – γίνεται το σύμβολο της εξέγερσης, ο “Κοτσυφόκισσα” (Mockingjay), που εμπνέει τους καταπιεσμένους να σηκώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην τυραννία. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο λόγω των προσωπικών της ενεργειών, αλλά και επειδή το ίδιο το σύστημα είχε φτάσει σε σημείο αποσύνθεσης. Η εικόνα της ως εξεγερμένης δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των πράξεών της, αλλά και των συνθηκών που την επέβαλαν ως ηγέτιδα της αντίστασης.

Ο μηχανισμός εξέγερσης
Η επανάσταση στις Hunger Games αντικατοπτρίζει τα βασικά στάδια οποιασδήποτε πραγματικής εξέγερσης:
Συσσώρευση δυσαρέσκειας: Όταν οι άνθρωποι βιώνουν χρόνια αδικίας, φτώχειας και καταστολής, η δυσαρέσκεια μεγαλώνει. Αρχικά, αυτό μπορεί να εκδηλώνεται ως σιωπηλή αντίσταση, μικρές πράξεις ανυπακοής ή απλή αδιαφορία προς το καθεστώς.
Κατάρρευση του καθεστώτος: Κάθε απολυταρχικό σύστημα βασίζεται στην υπακοή των πολιτών του. Όταν αυτή η υπακοή διαρρηγνύεται σε κρίσιμη μάζα, το σύστημα δεν μπορεί να αντέξει. Στην Πάνεμ, το Κάπιτολ τελικά πέφτει όταν οι ίδιοι οι πολίτες του στρέφονται εναντίον του και η ηγεσία του καταρρέει.

Παραλληλισμοί με την πραγματικότητα
Η ιστορία των Hunger Games λειτουργεί ως αλληγορία για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιδρούν στην καταπίεση. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις σύγχρονες εξεγέρσεις σε απολυταρχικά καθεστώτα, το μοτίβο είναι παρόμοιο:
  • Ακραία καταπίεση γεννά αναταραχή.
  • Η εξουσία απαντά με βία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερη αντίσταση.
  • Οι άνθρωποι χρειάζονται σύμβολα και ηγέτες για να οργανωθούν.
  • Όταν μια επανάσταση αποκτήσει κρίσιμη μάζα, η αλλαγή γίνεται αναπόφευκτη.
Η δυστοπία ως πραγματικότητα
Η κοινωνία των Hunger Games δεν είναι απλώς ένα φανταστικό σενάριο, αλλά μια μεγενθυμένη εκδοχή μηχανισμών που ήδη υπάρχουν γύρω μας. Η ακραία ανισότητα, η καταστολή και ο έλεγχος της πληροφορίας δεν είναι αποκλειστικά χαρακτηριστικά της Πάνεμ – είναι στοιχεία που βλέπουμε καθημερινά στις δομές εξουσίας του πραγματικού κόσμου.
Η μεγαλύτερη παγίδα που στήνει το σύστημα δεν είναι η βία, αλλά η χειραγώγηση. Όπως οι θεατές των Hunger Games εκπαιδεύονται να βλέπουν τους Αγώνες ως διασκέδαση και όχι ως σφαγή, έτσι και οι κοινωνίες μας διαμορφώνονται ώστε να αποδέχονται τις αδικίες ως “κανονικότητα”. Η προπαγάνδα δεν λέει απλώς ψέματα – κατασκευάζει ολόκληρες αφηγήσεις που διαμορφώνουν την πραγματικότητα, αποκρύπτοντας την αλήθεια πίσω από ένα θέαμα.
Όταν ο έλεγχος της πληροφορίας συνδυάζεται με τον έλεγχο των πόρων και της οικονομίας, οι άνθρωποι σταδιακά παύουν να αναρωτιούνται, να αμφισβητούν, να αντιστέκονται. Όπως στα Hunger Games, η εξουσία δεν χρειάζεται πάντα τη βία – αρκεί να κατευθύνει τη σκέψη και να προσφέρει αποπροσανατολιστικές μορφές διασκέδασης.
Αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε για να περιγράψει μια φανταστική δυστοπία, αλλά για να φωτίσει τους τρόπους με τους οποίους η δική μας πραγματικότητα μπορεί να εξελιχθεί – ή μήπως έχει ήδη εξελιχθεί – σε κάτι παρόμοιο.

Και οι ερωτήσεις που τίθενται είναι:
  • Θα μείνουμε απλοί θεατές, ή θα επιλέξουμε να δούμε πίσω από το παραβάν και να διεκδικήσουμε την αλήθεια;
  • Θα αποδεχτούμε την πραγματικότητα όπως μας παρουσιάζεται, ή θα αναζητήσουμε τα νήματα που την υφαίνουν;
  • Θα συνεχίσουμε να τρεφόμαστε με τις αφηγήσεις που μας προσφέρονται, ή θα τολμήσουμε να γράψουμε τη δική μας ιστορία;

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Να έχει η ζωή πάντα την τελευταία λέξη


Το βιβλίο του Γιάννη Μπρούζου, ο οποίος βρίσκεται εδώ και τρία χρόνια αντιμέτωπος με το μελάνωμα, είναι ένα μάθημα για όλους.

Κωστής Παπαϊωάννου

 
Η μικρή ιστορία του Γιάννη Μπρούζου γίνεται μάθημα για όλους. Ο Γιάννης, 41 χρονών σήμερα, βρίσκεται εδώ και τρία χρόνια αντιμέτωπος με το μελάνωμα. Παράλληλα με τις θεραπείες, τις παρενέργειες, τις εξετάσεις για την εξέλιξη της νόσου, έκανε το αποφασιστικό βήμα να μη μείνει ένας βουβός εσωστρεφής ασθενής που αναλογίζεται το «χτύπημα της μοίρας». Αποφάσισε να σκεφτεί και να μιλήσει για τα βασικά και κρίσιμα: τι πραγματικά αξίζει στη ζωή, ποιο είναι το νόημα και ποιο το αποτύπωμα που αφήνουμε. Οι σκέψεις έγιναν βιβλίο με αυτοέκδοση για να υποστηριχθούν τα ιατρικά έξοδα κι αυτό σήκωσε ένα μεγάλο κύμα αλληλεγγύης. Μπορείτε να βρείτε τις πληροφορίες στον σύνδεσμο.
Αποδέκτης των σκέψεων με τη μορφή 24 επιστολών είναι ο 7χρονος γιος του Στέλιος, αλλά στην ουσία όλοι εμείς μαζί με τον Στέλιο. Αυτή η ατομική και μαζί συλλογική απεύθυνση αποτελεί το δώρο του Γιάννη. Είναι ένα μάθημα για το «μαζί». Και το μάθημα και κάλεσμα αλληλεγγύης βρήκε αυτιά ευήκοα: γύρω από τον Γιάννη άνοιξε ένας μεγάλος κύκλος ανθρώπων που υποδέχτηκαν την προσπάθειά του, τη στηρίζουν, περιμένουν καλά νέα, γυρεύουν έναν άγγελο καλών ειδήσεων και καλών αγώνων. Σχηματίστηκε μια κοινότητα αλληλοβοήθειας, άνθρωποι που δε διστάζουν να μιλήσουν για τον καρκίνο ως κομμάτι της ζωής και όχι ως αναγγελία τέλους. Όπως μιλάει ο ίδιος ο Γιάννης. Στις εκδηλώσεις για το βιβλίο «Τι πραγματικά αξίζει, 24 γράμματα στον γιο μου» ανοίγεται ένας διάλογος εκ βαθέων, μιλάνε φίλοι και σύντροφοι και συγγενείς και ασθενείς και φροντιστές, μιλάνε μαθητές του Γιάννη (αγαπητός καθηγητής Φυσικής στο 17ο Γενικό Λύκειο Αθηνών γαρ).
«Να έχει η ζωή πάντα την τελευταία λέξη» είναι η τελευταία φράση από το σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Γιάννη στο βιβλίο. Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος. Τίτλος θα μπορούσε να είναι και «η μάχη των καλών ανθρώπων», ο αγώνας ενάντια στο τέρας που μας απειλεί να του μοιάσουμε. Το βιβλίο κάτι ιδιαίτερο σηματοδοτεί στη σημερινή συγκυρία. Κάτι ιδιαίτερο σηματοδοτεί η επιστροφή στα βασικά, στη σύνδεση, στο μοίρασμα, στη σχέση, στην κοινότητα, στο δόσιμο, στη φιλία και τον έρωτα. Για αυτά μιλάει ο Γιάννης στον γιο του και σε όλους μας. Για το πόσο μετράει η σύνδεση με το παρελθόν, η ζώσα μνήμη, η σχέση με τους νεκρούς μας, η ιστορική διαδρομή σε μια εποχή θριάμβου του στιγμιαίου και αποσπασματικού. Πόσο μετράει η επαφή με τη φύση, η ερωτική σχέση με τις τέχνες και τη γλώσσα. Αλλά και πόσο μετράει η σχέση με τον εαυτό μας, τους πολλούς εαυτούς μας. Η αποδοχή και φροντίδα του εαυτού ως προϋπόθεση για την αποδοχή των άλλων.
Είναι ιδιαίτερη η πολιτική σημασία αυτού του φαινομενικά μη πολιτικού βιβλίου, η πολιτική ξεχειλίζει σε κάθε γραμμή, σε κάθε κεφάλαιο. Κάτι ακόμα σπουδαιότερο: η ίδια η πράξη της γραφής αυτής, πράξη υπαρξιακή, πράξη σύνδεσης με τον γιο του και δια του γιου του με τους ανθρώπους, είναι πράξη βαθύτατα πολιτική.
Είναι βιβλίο πολιτικό γιατί μιλά για τα βαθιά και ανθρώπινα σε μια εποχή που εχθρεύεται και το βάθος των πραγμάτων και τον άνθρωπο. Μιλάει με ευγνωμοσύνη για το δημόσιο νοσοκομείο και την ανάγκη να παλέψουμε πλάι στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Μιλάει για την αξία του δημόσιου σχολείου, την αξία της κοινότητας των παιδιών και της κοινότητας των γονιών τους. Τι πιο πολιτικό από έναν μεστό λόγο για το δημόσιο νοσοκομείο και το δημόσιο σχολείο!
Κι ενώ το βιβλίο γράφεται κάτω από το βάρος της ασθένειας, δεν λείπει το οραματικό στοιχείο: «Θα ήθελα να δημιουργήσουμε κάπου, με ανθρώπους που μοιραζόμαστε, αυτή την κοινή διάθεση, μια κοινότητα αλληλεγγύης και κοινοκτημοσύνης. Μια νησίδα, ένα «γαλατικό χωριό». Μια κοινότητα που να μοιράζεται αλλιώς, να μαθαίνει και να δημιουργεί αλλιώς, να συνδέεται και να ζει αλλιώς. Κρίσιμα ερωτήματα: Μπορεί να έχει την απαραίτητη αυτονομία, σε αγαθά και δομές; Να αντιστέκεται στην επίθεση των αντιπάλων και να αλληλεπιδρά έξυπνα με το κυρίαρχο σύστημα; Να διαθέτει την κατάλληλη πορώδη οχύρωση, για να διατηρεί τον τρόπο ζωής της και να παραμένει ταυτόχρονα ανοιχτή στην συμπερίληψη άλλων ανθρώπων; Να εμβαθύνει τις σχέσεις και την αντίσταση και να μεγαλώνει ταυτόχρονα; Είναι μια πρόταση μάλλον ουτοπική. Ίσως απλώς σκιαγραφώ μια συλλογικότητα όπως την ονειρεύομαι».
Το βιβλίο και ο Γιάννης και όσοι συναντιούνται μαζί του με αλληλεγγύη είναι μέρος του αγώνα «των καλών ανθρώπων» σε εποχή δυστοπική όπου ενοχοποιούνται και υποχωρούν τα συλλογικά αγαθά και οι διεκδικήσεις. Εποχή όπου κυριαρχεί η περιχαράκωση πίσω από τον φόβο, εποχή ανόδου των ιδεών της ισχύος, αυτής της νέας τεχνο-ακροδεξιάς των δισεκατομμυρίων που γυρεύει να αποικιοποιήσει τις ζωές μας. Ο Γιάννης μιλάει για την κατάφαση στην αξία της ζωής κι είναι αυτό πολιτικό την ώρα που τα Τέμπη και η Πύλος καταρρακώνουν την αξία της ζωής. Η κατάφαση στην αξιοπρέπεια είναι βαθιά πολιτική στην εποχή της αντιδραστικής σκέψης, του νέου εθνοφυλετισμού, της απόρριψης της ανοιχτής κοινωνίας. Και το «μαζί» θέλει ενεργή παρουσία, είναι μακριά από λογικές αναθέσεων και νέους μεσσιανισμούς.
Όταν τα πιο βασικά μπαίνουν σε παρένθεση -δημοκρατία, βασικά αγαθά, δικαιώματα, ελευθερίες σε παρένθεση- η υπόμνηση τι πραγματικά αξίζει είναι πράξη αντίστασης. Είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, όπως έγραφε ο Κούντερα.
Ο Στέλιος θα διαβάσει στο βιβλίο του «μπαμπάκη» (έτσι υπογράφει ο Γιάννης κάθε επιστολή) και αυτό το αποτύπωμα στο έδαφος του πολιτικού. Έδαφος πολύ χέρσο εσχάτως και γι αυτό το αποτύπωμα πολύτιμο. Ταιριάζει να κλείσουν αυτές οι σκέψεις με τα λόγια του Εμπειρίκου. «Έκανε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου». Ο Γιάννης Μπρούζος κάνει οίστρο και μάθημα της ζωής τον φόβο του θανάτου. Συνομιλεί με τον γιο του και όλους μας σε μια συνθήκη που υπερβαίνει τον χρόνο. Όπως σωστά είπε η φίλη Φιλιώ Τσουκαλά, ο Γιάννης προεκτείνει στο άπειρο την έννοια του τελικού σταδίου. Κι αυτό είναι δώρο πολύτιμο για όλους και όλες μας.
Το κείμενο βασίζεται στην παρέμβαση του συντάκτη στην παρουσίαση του βιβλίου στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων στις 23 Δεκεμβρίου.

Βενεζουέλα: Το πετρέλαιο, τα ναρκωτικά και τα ψέματα του Τραμπ


Δύσκολα μπορεί κανείς να πιστέψει πως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν είναι ο πραγματικός στόχος των επιθετικών κινήσεων του Λευκού Οίκου στην περιοχή.

από Τζένη Κριθαρά

ΟΑμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει προοδευτικά από τον Αύγουστο να συγκεντρώνει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στην Καραϊβική στέλνοντας στην περιοχή δώδεκα πολεμικά πλοία, 15.000 στρατιώτες και το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο στον κόσμο, το USS Gerald R. Ford. Τα τελευταία 24ωρα, οι δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν επιδοθεί σε καταδιώξεις και κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, ενώ έχουν προηγηθεί επιθέσεις σε βενεζουελάνικα πλοία με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων ανθρώπων – ως επί το πλείστον ψαράδων – στο πλαίσιο της επιχείρησης «Νότιο Δόρυ». Ο ναυτικός αποκλεισμός, οι αλλεπάλληλες προκλητικές επιθέσεις και το σκηνικό πολέμου που στήνει η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα και την ευρύτερη περιοχή της Καραϊβικής έχουν ως πρόφαση την πάταξη της διακίνησης ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική προς τις ΗΠΑ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ λέει απροκάλυπτα ψέματα. Πέραν του ότι οι στόχοι του δεν σχετίζονται με  διαδρομές εμπόρων ναρκωτικών, οι αμερικανικές δυνάμεις που έχουν συγκεντρωθεί στην περιοχή είναι πολύ ισχυρότερες από ό,τι χρειάζεται ακόμα και για μια διευρυμένη επιχείρηση κατά της διακίνησης ναρκωτικών. Ακόμα και εάν οι δεκάδες ψαράδες που δολοφόνησαν οι ΗΠΑ άνηκαν όντως σε κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών (γεγονός για το οποίο οι Αμερικανοί δεν έχουν προσφέρει καμία απόδειξη), η εναντίον τους επίθεση και η εξουδετέρωσή τους αποτελεί έγκλημα βάσει του διεθνούς δικαίου.  
Προς μεγάλη απογοήτευση του Τραμπ, τα στοιχεία της έκθεσης του ΟΗΕ για την διακίνηση ναρκωτικών το 2025 μαρτυρούν πως η Βενεζουέλα είναι επί της ουσίας απαλλαγμένη από την παραγωγή και την επεξεργασία ναρκωτικών. Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό πως η αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις παγκόσμιες πηγές ναρκωτικών το 2025 δεν αναφέρει καν τη Βενεζουέλα. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμα και η αμερικανική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών κατατάσσει τη Βενεζουέλα για το 2015 στις χώρες «διέλευσης πολύ μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών». Και ενώ ο Αμερικανός Πρόεδρος κόπτεται για το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και το καλό των συμπολιτών του βομβαρδίζοντας βάρκες στην Καραϊβική, ο ίδιος έδωσε χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος εξέτιε στις ΗΠΑ ποινή κάθειρξης 45 ετών για υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών και όπλων. 
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις επιχειρήσεις κατά των ναρκωτικών ως Δούρειο Ίππο, με απώτερο σκοπό να εισέλθουν οι μυστικές υπηρεσίες και αργότερα οι στρατιωτικές δυνάμεις τους σε κράτη της Λατινικής Αμερικής για να ανατρέψουν εχθρικές προς την Ουάσιγκτον κυβερνήσεις. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δαπανήσει πολλή φαιά ουσία για να απομακρύνει τον Νικολάς Μαδούρο από την εξουσία. Το κυνήγι μαγισσών για τη σύλληψη ναρκεμπόρων από τη Βενεζουέλα φαίνεται να είναι ακόμα μία τέτοια προσπάθεια. 

Κεφάλαιο «Πετρέλαιο»
Δύσκολα μπορεί κανείς να πιστέψει πως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν είναι ο πραγματικός στόχος των επιθετικών κινήσεων του Λευκού Οίκου στην περιοχή. Το Καράκας κατέχει τα μεγαλύτερα (αποδεδειγμένα) αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως (πάνω από 300 δισεκατομμύρια βαρέλια) ξεπερνώντας ακόμα και τη Σαουδική Αραβία. Υπολογίζεται πως εξάγονται 900.000 βαρέλια ημερησίως. Η αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης του Μαδούρο και η άνοδος στην εξουσία μίας μαριονέτας του Λευκού Οίκου θα έλυνε τα χέρια του Αμερικανού Προέδρου και θα άνοιγε τον δρόμο για την εκμετάλλευση του βενεζουελάνικου πετρελαίου που τόσο χρειάζονται οι ΗΠΑ. 
Και δεν είναι μόνο το πετρέλαιο! Το υπέδαφος της Βενεζουέλας είναι πλούσιο σε σπάνια ορυκτά, τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Πρόκειται για ορυκτά που οι ειδικοί επί των αγορών χαρακτηρίζουν πλέον «γεωπολιτικό νόμισμα» και η Βενεζουέλα φέρεται να διαθέτει αποθέματα αξίας άνω του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Αντί εμπορικών συμφωνιών, ο Τραμπ προσπαθεί να υφαρπάξει τον πλούτο του Καράκας. Φαίνεται, όμως, πως δυσκολεύεται να βρει συμμάχους ακόμα και εντός των ΗΠΑ. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, απηύθυνε κάλεσμα σε αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες για επενδύσεις στη Βενεζουέλα και έλαβε αρνητικές απαντήσεις από όλες. 

Μάρλεν Ντίτριχ: «Ο φασισμός δεν γεννιέται σε γραφεία. Γεννιέται στη σιωπή»

 
Σεμίνα Διγενή

Υπάρχουν καλλιτέχνες που γίνονται μύθοι από τις ταινίες τους. Κι ελάχιστοι που γίνονται μύθοι από τη ζωή τους. Η Μάρλεν Ντίτριχ κατάφερε και τα δύο. Υπήρξαν σταρ πιο διάσημες απ' αυτήν. Καλλιτέχνες πιο παραγωγικοί, πιο υπάκουοι, πιο «βολικοί» για τη βιομηχανία. Αλλά υπήρξε μόνο μία, που κοίταξε τον 20ό αιώνα κατάματα, τον προκάλεσε, αναμετρήθηκε μαζί του και τελικά νίκησε. Οχι με όπλα, όχι με πολιτικά αξιώματα, αλλά με την αλύγιστη αξιοπρέπειά της. Γοητευτική, αινιγματική, επαναστατική, ποτέ «υπάκουη», ποτέ «καθώς πρέπει», υπήρξε μια προσωπικότητα που δεν χώραγε πουθενά, γι' αυτό και άφησε παντού το αποτύπωμά της. Πριν ακόμη γίνει σύμβολο του κινηματογράφου, υπήρξε σύμβολο ελευθερίας, πριν ακόμη λατρέψει ο κόσμος τις ερμηνείες και τη φωνή της, εκείνη είχε ήδη επιλέξει να μιλάει, όταν οι άλλοι σιωπούσαν. Η Ντίτριχ δεν ήταν μόνο το εμβληματικό πρόσωπο του «Γαλάζιου Αγγέλου». Ηταν (και παραμένει) η γυναίκα που έδειξε ότι η τέχνη μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης. Οτι είναι στο χέρι του καλλιτέχνη να μη μετατραπεί σε διακοσμητικό στοιχείο κάποιου καθεστώτος. Κι ότι ακόμη κι ένα τραγούδι, αν ειπωθεί την κατάλληλη στιγμή, μπορεί να είναι πιο δυνατό από τη βία του φασισμού. Και σε μια εποχή όπου ο φασισμός υψωνόταν σαν σκοτεινό τείχος πάνω από την Ευρώπη, μια Γερμανίδα καλλιτέχνις κάνει το αδιανόητο: Αρνείται να υποταχθεί. Ακόμη περισσότερο: Τον πολεμάει.

Η έφηβη που αρνήθηκε να «ταιριάξει»
Η Μάρλεν, που γεννήθηκε 27 Δεκέμβρη του 1901 στο Βερολίνο, από πολύ νεαρή ηλικία αρνείται τους ρόλους που η κοινωνία θέλει να της επιβάλει. Ενα από τα άγνωστα περιστατικά της νιότης της είναι ότι πριν στραφεί στην υποκριτική, ήθελε να γίνει βιολίστρια, με πάθος τέτοιο, που στις εξαντλητικές πρόβες τραυμάτισε μόνιμα τον καρπό της. Το γεγονός αυτό τη «διασώζει» από μια ζωή που θα την καταπίεζε και ταυτόχρονα της ανοίγει τον δρόμο για την τέχνη που την έκανε αθάνατη. Γρήγορα, όμως, ανακαλύπτει ότι και ο κόσμος του θεάματος έχει τους ίδιους ασφυκτικούς κανόνες. Αποφασίζει ότι δεν θα ανεχτεί καμία μορφή περιορισμού, ούτε στη σκηνή ούτε στη ζωή. Είναι από τις πρώτες που φωτογραφίζεται να φιλάει γυναίκα, χωρίς να ...απολογείται μετά, αλλά και από τις ελάχιστες γυναίκες του μεσοπολεμικού Βερολίνου που κυκλοφορεί δημόσια με ανδρικό κοστούμι, παπιγιόν και μπαστούνι. Και όταν την κατηγορούν ότι «προσβάλλει τη θηλυκότητα», εκείνη απαντάει με τη φράση: «Θα φορέσω ό,τι θέλω. Δεν έχετε κανένα δικαίωμα πάνω στο σώμα μου». Το 1920. Στη Γερμανία. Την ώρα που οι γυναίκες δεν είχαν καν την ελευθερία να τελειώσουν το σχολείο.

Ο εκβιασμός του Γκέμπελς και η απάντηση που άκουσε όλη η Ευρώπη
Η φήμη έρχεται εκκωφαντικά με τον «Γαλάζιο Αγγελο» το 1930. Η εικόνα της Λόλα-Λόλα, το τσιγάρο, το βλέμμα, η φωνή της κάνουν τον κόσμο να παραμιλά. Ανοίγει ο δρόμος στο Χόλιγουντ. Εκείνη όμως δεν ξεγελιέται στιγμή από τη λάμψη. Οταν το 1933 οι Ναζί αναλαμβάνουν την εξουσία, γνωρίζοντας την επιρροή της, της προτείνουν πρωτοφανή καλλιτεχνικά προνόμια, πλούτη, ασφάλεια, δόξα. Ο Γκέμπελς τής ζητάει να επιστρέψει στη Γερμανία και να γίνει «η ωραία βιτρίνα του νέου Ράιχ». Επιδιώκουν να την πείσουν να γίνει το σύμβολο της ναζιστικής αισθητικής. Η απάντησή της περνάει στην ιστορία: «Αν γυρίσω, θα είναι μόνο για να σας πολεμήσω». Ο Γκέμπελς εξαγριώνεται. Στα αρχεία της Γκεστάπο, η Ντίτριχ καταγράφεται ως «κόκκινη προδότρια», «φίλη μαρξιστών», «εκφυλισμένη διεθνίστρια». (Μερικές φορές τελικά, δεν χρειάζεται να δηλώσεις κομμουνιστής, αρκεί να σε θεωρούν τέτοιο οι φασίστες). Τότε ήταν που ζητάει και παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα και δρα ουσιαστικά σαν πολιτική πρόσφυγας, πριν ακόμη καταλάβει ο υπόλοιπος κόσμος την πραγματική έκταση του κινδύνου. Ετσι η Ντίτριχ βρίσκεται μέσα σε έναν κύκλο εξόριστων Ευρωπαίων, που διώχθηκαν για τις ιδέες τους όπως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο Τόμας Μαν, ο Μπίλι Γουάιλντερ και βέβαια η προοδευτική ελίτ των μεταναστών του Βερολίνου. Τον Μπρεχτ τον θαύμαζε βαθιά. Ελεγε πως «γράφει όπως οι άνθρωποι που αξίζουν το μέλλον». Οταν εκείνος διώκεται ως κομμουνιστής, η Ντίτριχ στέκεται ανοιχτά στο πλευρό του. Το FBI την παρακολουθεί στενά. Εκείνη γελάει με αυτό και δηλώνει: «Το ήξερα πως όταν κυνηγούν ιδέες, αργά ή γρήγορα θα κυνηγήσουν και ανθρώπους».

«Δεν θα προδώσω κανέναν για τη δική μου ασφάλεια»
Ελάχιστοι γνωρίζουν πόσο ενεργή υπήρξε η Ντίτριχ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τους περισσότερους καλλιτέχνες του '40, «συμμετοχή στον πόλεμο» σήμαινε μια περιφρουρημένη συναυλία, σε ασφαλές μέρος. Για την Ντίτριχ σήμαινε άλλου τύπου θάρρος. Εκείνη πηγαίνει κατευθείαν στην πρώτη γραμμή. Τα αρχεία του αμερικανικού στρατού περιγράφουν στιγμές που μοιάζουν βγαλμένες από μυθιστόρημα: Η Ντίτριχ αναλαμβάνει περιοδεία στα στρατόπεδα της Βόρειας Αφρικής. Περπατάει για ώρες στην άμμο, ταξιδεύει με στρατιωτικά κομβόι σε κατεστραμμένα τοπία, για να φτάσει σε μονάδες που δεν είχε επισκεφθεί κανένας άλλος καλλιτέχνης. 
Τραγουδάει σε αυτοσχέδιες σκηνές, με φως από φακούς, πάνω σε φορτηγά, και μοιράζει νερό, τσιγάρα και κουβέρτες σε στρατιώτες. Ενας στρατιώτης γράφει αργότερα: «Η φωνή της μας έκανε να θυμηθούμε σε τι κόσμο θέλουμε να επιστρέψουμε» κι ένας άλλος: «Οταν άκουσα τη φωνή της, πίστεψα ότι μπορώ να ζήσω άλλη μια μέρα».
Στην Ιταλία, κοντά στη γραμμή του μετώπου, ζητάει να συναντήσει αντιφασίστες αντάρτες. Φέρεται να είπε στους κομμουνιστές παρτιζάνους, όταν τους είδε: «Μη σταματήσετε. Πολεμήστε ώσπου να μη μείνει τίποτα από αυτούς».
Οταν οι Σύμμαχοι μπαίνουν στο Παρίσι το 1944, η Ντίτριχ είναι εκεί, όχι ως σταρ, αλλά ως βοηθός ομάδων ανεφοδιασμού. Βοηθάει στα μαγειρεία, καθαρίζει στα νοσοκομεία εκστρατείας, κουβαλάει προμήθειες. Οταν τη ρωτούν γιατί κάνει «δουλειές υπηρεσίας», εκείνη απαντάει: «Είναι η πρώτη φορά, που υπηρετώ τη σωστή πλευρά της πατρίδας μου». Οι γαλλικές κομμουνιστικές ταξιαρχίες την καλούν να τραγουδήσει σε μυστική βάση. Πάει χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς φανφάρες, χωρίς δημοσιότητα. Δηλώνει μόνο: «Αυτοί που πολεμούν την τυραννία με γυμνά χέρια, αξίζουν κάθε φωνή που μπορώ να δώσω».

Μετά τον πόλεμο, μπαίνει στο στόχαστρο του Μακαρθισμού
Η αντιστασιακή στάση της δεν έχει ξεχαστεί. Στην Αμερική της αντικομμουνιστικής φρίκης, η Ντίτριχ στέκεται δίπλα σε διωκόμενους καλλιτέχνες, φιλοξενεί ανθρώπους που επρόκειτο να συλληφθούν και βεβαίως αρνείται να κατονομάσει «ύποπτους». Της προτείνουν να καταθέσει. Απαντά: «Δεν θα προδώσω κανέναν για τη δική μου ασφάλεια. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε εμένα και τους φασίστες». Με αυτή τη στάση, ουσιαστικά αυτοτοποθετείται στο διεθνές προοδευτικό, και συχνά κομμουνιστικό στρατόπεδο, χωρίς ποτέ να το διαφημίσει.

Η γυναίκα που δεν άντεχε την υποκρισία
Πέρα από την αντιστασιακή δράση, η Ντίτριχ ήταν μια απόλυτα αντισυμβατική, ανυπάκουη, ανεξάρτητη προσωπικότητα. Ιδού μερικά από τα λιγότερο γνωστά περιστατικά της ζωής της: Είχε πάντα μαζί της ένα μικρό μαχαίρι. Οχι για αυτοάμυνα, αλλά «για να κόβω δεσμά που δεν χρειάζομαι», όπως έλεγε αστειευόμενη, αλλά εννοώντας κάθε λέξη,
Αρνήθηκε επίμονα να χειρουργήσει το πρόσωπό της. Την πίεζαν επί δεκαετίες να κάνει «διορθώσεις». Η απάντησή της ήταν: «Οι ρυτίδες είναι το ημερολόγιο όσων έζησα. Δεν σβήνω τίποτα».
Επέμενε να πληρώνει πάντα η ίδια τους λογαριασμούς της. Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, στηνόταν στην ουρά σε ταχυδρομείο του Παρισιού, για να πληρώσει λογαριασμό ηλεκτρικού. Οταν κάποιος τη ρώτησε, γιατί δεν αφήνει κάποιον να το κάνει για εκείνη, απάντησε: «Δεν θέλω να με εξυπηρετούν. Δεν θέλω υπηρέτες. Θέλω να είμαι ελεύθερη».

«Η Μάρλεν ανήκει στο κοινό, η Μαρία σε κανέναν»
Πολλοί σταρ του Χόλιγουντ έζησαν παράλληλες ζωές, η Ντίτριχ όμως αρνείται να τις κρύψει. Διατηρεί ανοιχτές σχέσεις, έχει δεσμούς με άνδρες και γυναίκες, και δεν απολογείται ποτέ για τίποτα. Μια δημοσιογράφος τη ρωτάει κάποτε: «Μα, τι είδους γυναίκα είστε;». Κι εκείνη απαντά: «Η δική μου». Μετά τον πόλεμο και μέχρι το τέλος της ζωής της, η Ντίτριχ καταλήγει να ζει σχεδόν ερημίτισσα, σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μανχάταν. Δεν αφήνει κανέναν να τη δει γερασμένη. Ελεγε πως «η Μάρλεν ανήκει στο κοινό, αλλά η Μαρία (το αληθινό της όνομα) δεν ανήκει σε κανέναν». Η Ντίτριχ όμως δεν ήταν μόνο σύμβολο στη σκηνή. Ηταν σύμβολο στην καθημερινότητα:Είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό ότι κάθε πρωί τηλεφωνούσε σε παλιούς συναδέλφους, φίλους και συνεργάτες, που είχαν ανάγκη και τους βοηθούσε.
Η μυστική της γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνο μετά θάνατον, όταν δεκάδες άνθρωποι ομολόγησαν ότι η Ντίτριχ τούς πλήρωνε ενοίκια, λογαριασμούς, φάρμακα, έστελνε τρόφιμα σε άστεγους και χρήματα σε αρρώστους, χωρίς ποτέ να πει το όνομά της.

Μια ζωή ενάντια σε κάθε τυραννία
Η Μάρλεν Ντίτριχ πεθαίνει το 1992 στο Παρίσι. Υπήρξε μια γυναίκα που έζησε όπως πίστευε και πολέμησε ό,τι θεωρούσε σκοτάδι. Οι ατάκες της παραμένουν μνημειώδεις, όχι μόνο επειδή ήταν αιχμηρές, αλλά επειδή ήταν αληθινές:
- «Ελευθερία σημαίνει να λες όχι όταν όλοι περιμένουν να πεις ναι».
- «Δεν με νοιάζει τι νομίζουν για μένα. Με νοιάζει τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους».
- «Η αγάπη δεν υπακούει. Αυτό είναι το μόνο καλό της».
- «Ο φασισμός δεν γεννιέται σε γραφεία. Γεννιέται στη σιωπή»
Και ίσως η πιο συγκλονιστική, από τις τελευταίες δημόσιες δηλώσεις της: «Αν ένα τραγούδι μου γκρέμισε έστω μια στιγμή από τον φόβο ενός στρατιώτη, τότε όλη η ζωή μου άξιζε».

Σύμβολο που δεν γερνά
Η Μάρλεν Ντίτριχ έζησε σε εποχές που ενώ ζητούσαν από τις γυναίκες υποταγή, εκείνη απάντησε με ανυπακοή. Σε εποχές που ζητούσαν ουδετερότητα, εκείνη πήρε θέση. Εζησε σε εποχές που ζητούσαν σιωπή, κι εκείνη τραγούδησε. Κι έτσι, περισσότερο από ηθοποιός, περισσότερο από τραγουδίστρια, η Ντίτριχ έγινε αυτό που λίγοι άνθρωποι γίνονται: Ενα σύμβολο της αξιοπρέπειας! Μια υπενθύμιση ότι το θάρρος είναι αρετή της συνείδησης. Μια ζωή ολόκληρη σ' ένα πείσμα, να μη ζήσει κανείς για λογαριασμό της.
Τι απέδειξε η Μάρλεν Ντίτριχ;
- Απέδειξε ότι η ομορφιά χωρίς συνείδηση είναι διακόσμηση.
- Οτι τον φασισμό μπορείς να τον παλέψεις και με μία φωνή.
- Οτι οι καλλιτέχνες έχουν θέση στον αγώνα.
- Οτι η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτιέται.
Και τελικά απέδειξε κάτι ακόμη πιο σπάνιο:
- Οτι το θάρρος μπορεί να γίνει πιο διάσημο κι από την ίδια τη φήμη.
Η Μάρλεν Ντίτριχ δεν ήταν απλώς μια σταρ. Ηταν μια μαχητική διεθνίστρια, που δεν χώρεσε σε σύνορα. Μια γυναίκα που έδειξε ακόμα πως η τέχνη μπορεί - και οφείλει - να γίνει φως και αντίσταση στο σκοτάδι του φασισμού.

ΥΓ. Δεν υπήρξε φορά που επισκέφτηκα το Βερολίνο και να μην πήγα στο Deutsche Kinemathek - Museum of Film and Television στην Potsdamer Platz, για να δω τις εξαιρετικές εκθέσεις με το αρχειακό υλικό για εκείνη και τα προσωπικά της αντικείμενα, καθώς και τη «Marlene Dietrich Platz» με το άγαλμά της στην ίδια περιοχή. Η πόλη της δεν σταματά χρόνια τώρα να τιμά την κληρονομιά της, ως εμβληματικής μορφής του γερμανικού κινηματογράφου. Αν βρεθείτε εκεί, μην τα χάσετε.
Πηγή: rizospastis.gr