Ο χρόνος δεν φέρνει τίποτα. Αν δεν φέρουμε εμείς κάτι, δε φέρνει τίποτα.
Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Κάθε χρόνο, η ίδια τελετουργία. Μετράμε αντίστροφα, σηκώνουμε τα ποτήρια, φιλιόμαστε μηχανικά και ευχόμαστε «καλή χρονιά».
Και ο παλιός ο χρόνος τελειώνει όπως πάντα, μετρώντας ανάποδα. Με πυροτεχνήματα, εορταστικές εκπομπές της πλάκας και «Best of» που ανακυκλώνουν τα ίδια πολιτιστικά απομεινάρια.
Ο Δεκέμβρης φεύγει και με ψίθυρους και με βαρελότα, κι εμείς στεκόμαστε στο κατώφλι του νέου χρόνου με την διαχρονική παράλογη προσδοκία ότι κάτι, οτιδήποτε, θα αλλάξει χωρίς καν να χρειαστεί η δική μας παρέμβαση.
Όμως το μόνο που αλλάζει είναι το ημερολόγιο, όχι η ζωή.
Στην πραγματικότητα, ο χρόνος ούτε τελειώνει ούτε αρχίζει. Τον κόβουμε σε κομμάτια για να μπορούμε να τον αντέξουμε. Η εναλλαγή είναι απλώς μια γραφειοκρατική παρηγοριά, μια ψυχολογική αναβολή που μας λέει ότι «του χρόνου μπορεί». Πως ο,τι δεν έγινε φέτος -δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη, στοιχειώδης αξιοπρέπεια, έρωτας, αγάπη, ουσιαστικές σχέσεις- ίσως, λέει, χωρέσουν στο επόμενο.
Αλλά δεν χωράνε. Ή, μάλλον, δεν έχουν χώρο να χωρέσουν μέσα στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο που παράγει όλα αυτά που προσπαθούμε να αποφύγουμε.
Γιατί δεν είναι τυχαία η κρίση. Δεν είναι ατυχία η ακρίβεια. Δεν είναι καιρικό φαινόμενο η αποσάθρωση των θεσμών. Δεν είναι «εποχές» η απορρύθμιση της εργασίας και της αγοράς, η διάλυση της υγείας, η πειθάρχηση της παιδείας, η κανονικοποίηση της επιτήρησης και η απόλυτη εξάντληση. Είναι πολιτικές επιλογές. Και είναι συνειδητές.
Η εξουσία δεν αλλάζει επειδή τελείωσε η χρονιά. Αντίθετα, γνωρίζει ότι η ημερολογιακή μετάβαση είναι το πιο βολικό της άλλοθι. Την ώρα που εμείς κάνουμε manifestation τους στόχους για τη νέα χρονιά, εκείνη μετράει ποσοστά αποδοχής, εκλογικά χρονοδιαγράμματα, δημοσιονομικά περιθώρια. Εμείς λέμε “φέτος θέλω να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου” και η εξουσία λέει “φέτος θα πετσοκόψω κι άλλο από το κράτος πρόνοιας“. Και το κάνει.
Και μέσα σε όλα αυτά και οι ανθρώπινες σχέσεις. Κι εκεί στασιμότητα, φόβος και όρια.
Με σχέσεις που επιβιώνουν όχι γιατί είναι δυνατές, αλλά γιατί δεν προκαλούν καμία αναταραχή, καμία σύγκρουση, κανένα ρίσκο και κανένα κραδασμός. Μόνο μια μόνιμη υποψία ότι κάπου αλλού θα μπορούσε να υπάρξει ζωή, αλλά εδώ υπάρχει τάξη.
Και θλιβερά ζευγάρια που ζουν μέσα στην αναβολή. Όχι από αδράνεια, αλλά σε διαρκή αναμονή μιας στιγμής που θα νιώσουν «έτοιμοι». Να φύγουν. Να μιλήσουν. Να σπάσουν κάτι. Αλλά ο καιρός περνάει και η στιγμή αυτή δεν έρχεται, γιατί δεν είναι εξωτερική. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Είναι μια απόφαση που κανείς δεν θέλει να χρεωθεί.
Και πόσοι μένουν σε ζωές που νομίζουν πως έχουν επιλέξει, μόνο και μόνο επειδή είναι «βολικό», «ασφαλές», «αναμενόμενο» και «πρακτικό»;
Πόσοι πνίγουν τον εαυτό τους για να μη διαταραχτεί η πορεία της σύμβασης;
Δεσμοί που δεν κρατούνται πια από συναίσθημα, αλλά μόνο από παραχωρήσεις.
Από μια άτυπη συμφωνία συνενοχής: «εγώ δεν θα σε ρωτήσω αν είσαι ευτυχισμένη, εσύ δεν θα με ρωτήσεις αν νιώθω ζωντανός». Και η ζωή γίνεται μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο «δεν μπορώ άλλο» και στο «δεν θέλω να πληρώσω το κόστος της φυγής».
Να ξυπνάς δίπλα σε κάποιον που σε ξέρει απ’ έξω, αλλά δεν σε βλέπει πια πραγματικά.
Να χτίζεις μια καθημερινότητα όπου το τίποτα είναι απλώς πιο εύκολο απ’ το χάος.
Κι έτσι ο φόβος της αλλαγής, όπως και στην πολιτική, γίνεται σύντροφος και στις κοινές μας ζωές. Η σιγουριά του βάλτου μοιάζει λιγότερο τρομακτική απ’ το άγνωστο της ελευθερίας.
Κι ο χρόνος περνάει, όχι επειδή κυλάει, αλλά επειδή κανείς δεν τον σταματά.
Όλα αυτά τα παραπάνω είναι το πραγματικό τέλος του χρόνου: όχι η αλλαγή, αλλά η κανονικοποίηση της στασιμότητας. Όχι η ανανέωση, αλλά η κούραση πασπαλισμένη με glitter.
Και παρ’ όλα αυτά -ή ακριβώς γι’ αυτό- δεν τελειώνουν όλα εδώ.
Όχι επειδή «κάτι κινείται». Όχι γιατί «η ιστορία κάνει κύκλους». Αλλά επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική. Επειδή κάποια στιγμή, ο καθένας -με τη μοναξιά του, την οργή του, την κούρασή του- θα συνειδητοποιήσει πως η αναμονή σκοτώνει περισσότερο απ’ την αποτυχία. Και ότι η παθητικότητα δεν είναι ουδετερότητα, είναι συνέργεια.
Ας μη γελιόμαστε λοιπόν, καμία αλλαγή δε φέρνει ο καινούριος χρόνος. Το μόνο που μπορεί να φέρει, είναι άλλη μια ευκαιρία για να μην μείνουμε ίδιοι. Να μην βολευτούμε ξανά με ημερομηνιακές ψευδαισθήσεις. Να σταματήσουμε να προσποιούμαστε πως δεν βλέπουμε.
Ο χρόνος δεν φέρνει τίποτα.
Αν δεν φέρουμε εμείς κάτι, δε φέρνει τίποτα.
Καλή τύχη. Αλλά φρόντισε να τη διεκδικησεις.
---------------------------------------------------------------------------------
Ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης είναι αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός στον ΑΘΗΝΑ 984. Έχει εργαστεί ως αρχισυντάκτης σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, ενώ ήταν συνιδρυτής και Διευθυντής Σύνταξης του 2020mag.gr (του Μέσου που αποκάλυψε την υπόθεση Λιγνάδη). Παράλληλα ως άτομο διαγνωσμένο με ΔΕΠΥ, έχει πρωτοστατήσει στην ανάδειξη θεμάτων νευροδιαφορετικότητας και ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις, διοργάνωση συνεδρίων, αρθρογραφία και ομιλίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου