Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Μια Δικαιοσύνη «πουλημένη» στις εντολές της εξουσίας, απέναντι στον λαό


by Newsroom

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η ανώτατη δικαστική εξουσία δεν έπαψε ποτέ να κατηγορείται ότι λειτουργεί σε απόσταση από το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Για πολλούς πολίτες, η κορυφή της Δικαιοσύνης μοιάζει με έναν κλειστό μηχανισμό, ο οποίος άλλοτε σιωπά, άλλοτε ευθυγραμμίζεται με την εκτελεστική εξουσία και συχνά παραμένει αμετανόητος απέναντι στην κοινωνική απαίτηση για θεσμική ακεραιότητα. Η εικόνα ενός συστήματος όπου οι δικαστές μετατρέπονται σε θεατές – ή σε εκτελεστές πολιτικών αποφάσεων – παραμένει βαθιά ριζωμένη, όσο οι πολίτες διαπιστώνουν πως οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν αποδίδουν ούτε δικαιοσύνη ούτε λογοδοσία.
Η πρόσφατη υπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο σειρά παρεμβάσεων και θεσμικών εκτροπών αφορά την υπόδειξη του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τσάφαν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τσάφας είχε προηγουμένως εκφράσει ευθέως την άποψη ότι η αποστολή της Δικαιοσύνης είναι «να ανακουφίζει τους ισχυρούς και να επιβάλλεται στους αδυνάτους». Όσο κι αν η δήλωση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, φαίνεται ότι δεν στάθηκε εμπόδιο στην ανέλιξή του. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε στα μάτια πολλών την πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ουδέτερα, αλλά μετατρέπεται συχνά σε εργαλείο διατήρησης μιας καθεστωτικής ισορροπίας.
Η στάση αυτή ενισχύεται από τις πολυάριθμες αποφάσεις όπου ανώτατοι δικαστές ερμήνευσαν νόμους με τρόπο που εξυπηρετούσε την κυβερνητική γραμμή. Η διαμάχη γύρω από τη συνταγματικότητα της απλής αναλογικής, οι κρίσεις για τις συντάξεις, καθώς και η διαχείριση υποθέσεων οικονομικού εγκλήματος, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας μακρόχρονης αμηχανίας της Δικαιοσύνης απέναντι στον ισχυρό. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θυμούνται τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σαρμά – σήμερα υπηρεσιακό πρωθυπουργό – να υπερασπίζεται δημόσια θέσεις που ευθυγραμμίζονταν περισσότερο με την εκτελεστική εξουσία παρά με τις συνταγματικές επιταγές. Το ίδιο μοτίβο καταλογίζεται και στον Χαράλαμπο Βουρλιώτη, ο οποίος έχει κατηγορηθεί ότι υπήρξε πρόθυμος υπερασπιστής πολιτικών επιλογών, ανεξαρτήτως των επιπτώσεων που είχαν στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η υπόθεση της Ιωάννας Κλάπα προστίθεται ως ακόμη ένα επεισόδιο αμφισβήτησης. Η Κλάπα – η οποία είχε κληθεί να διαχειριστεί την υπόθεση της Χρυσής Αυγής – βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο με αφορμή την ανάληψη καθηκόντων στον Άρειο Πάγο, παρά τις αντιρρήσεις που εκφράστηκαν για την επάρκειά της. Η κριτική που δέχθηκε δεν αφορούσε μόνο τις δικαστικές της αποφάσεις, αλλά και τις στενές σχέσεις που φέρεται να διατηρούσε με κυβερνητικούς παράγοντες. Η εμπλοκή της σε έριδες εντός του δικαστικού σώματος, η καταγγελλόμενη αυταρχική συμπεριφορά της και η αδυναμία της να πείσει για την αμεροληψία της, αποτέλεσαν αιτίες οξείας αντιπαράθεσης.
Από την άλλη πλευρά, το αποτύπωμα της Ευγενίας Σακελλαροπούλου – πρώην προέδρου του ΣτΕ και νυν Προέδρου της Δημοκρατίας – εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις. Κατά τη θητεία της στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατηγορήθηκε πως λειτούργησε ως «θεσμικό προπύργιο» υπέρ της ιδιωτικοποίησης κρίσιμων δημόσιων αγαθών. Η απόφασή της υπέρ της μεταβίβασης του νερού στο Υπερταμείο το 2013 άφησε βαθύ αποτύπωμα, ιδιαίτερα σήμερα που η δημόσια περιουσία αντιμετωπίζεται ξανά ως εμπόρευμα σε ένα κλίμα οικονομικής επισφάλειας. Οι αντίπαλοί της θεωρούν ότι η στάση αυτή συνδέεται με την ευρύτερη επιδίωξη των μνημονιακών κυβερνήσεων να παραδώσουν νευραλγικούς τομείς σε ιδιωτικά συμφέροντα.
Σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση, οι δηλώσεις αλλά και οι αποφάσεις του Δημήτρη Ντογιάκου, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχουν πυροδοτήσει νέο κύμα δυσπιστίας. Η επιλογή του να παρέμβει σε υποθέσεις όπως οι παρακολουθήσεις, αλλά και η στάση του απέναντι σε θεσμικά σκάνδαλα, τον έφεραν πολλές φορές αντιμέτωπο με μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Οι επικριτές του τον θεωρούν σταθερό υπερασπιστή της κυβερνητικής αφήγησης, ενώ οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι απλώς ακολουθεί τις επιταγές του Νόμου. Όμως, όσο η κοινωνία βλέπει τη Δικαιοσύνη να μην παίζει τον ρόλο του θεσμικού αντίβαρου, τόσο μεγαλώνει η πεποίθηση ότι το σύστημα λειτουργεί υπέρ λίγων και εις βάρος των πολλών.
Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν οι καταγγελίες περί «διορισμένων νομικών ελίτ» που εναλλάσσονται σε καίριες θέσεις επί δεκαετίες. Πρόεδροι, αντιπρόεδροι, εισαγγελείς και δικαστικοί λειτουργοί που παρουσιάζονται ως «μόνιμοι ένοικοι» της εξουσίας, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων. Μια σταθερή δομή που, όπως υποστηρίζεται, φροντίζει να αυτοπροστατεύεται και να ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Δεν είναι λίγοι οι νομικοί που μιλούν πλέον για «δικαστική ολιγαρχία» στην Ελλάδα, ένα σύστημα στο οποίο οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με γνώμονα τις αρχές του Δικαίου, αλλά τις ισορροπίες της εξουσίας.
Στον δημόσιο διάλογο η ίδια φράση επανέρχεται συνεχώς: η Δικαιοσύνη μοιάζει «πουλημένη» όχι στον λαό, αλλά σε εκείνους που κατέχουν την πραγματική ισχύ. Κι όσο τα παραδείγματα συσσωρεύονται – από χειρισμούς που ξυπνούν μνήμες σκανδάλων έως επιλογές προσώπων που προκαλούν εύλογες υποψίες – τόσο η απαξίωση μεγαλώνει. Αν όσοι κατονομάζονται θεωρούν ότι οι κατηγορίες αδικούν το έργο τους, η εφημερίδα δηλώνει έτοιμη να δημοσιεύσει τις απαντήσεις τους. Μέχρι τότε, όμως, η μεγάλη αλήθεια παραμένει: η σχέση της Δικαιοσύνης με την κοινωνία δεν βρίσκεται σε κρίση. Έχει διαρραγεί εδώ και χρόνια. Οι πολίτες δεν αναμένουν πια δικαίωση· περιμένουν απλώς να επιβεβαιωθεί για ακόμη μία φορά ότι το σύστημα λειτουργεί ερήμην τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου