Τα σκάνδαλα σε σχέση με τις τακτικές λογοκρισίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πολύ πιο εκτεταμένα και βαθύτερα από ό,τι φαίνεται.
Θέμης Τζήμας
Όπως φαίνεται, τα σκάνδαλα σε σχέση με τις τακτικές λογοκρισίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πολύ πιο εκτεταμένα και βαθύτερα από ό,τι φαίνεται. Μετά τις παραιτήσεις στο BBC λόγω της κοπτοραπτικής στις ομιλίες του Τραμπ, η ιστοσελίδα The Grayzone αποκαλύπτει τον ρόλο της «Defence and Security Media Advisory Committee» (DSMAC), μιας επιτροπής η οποία υπάρχει εδώ και δεκαετίες πετυχαίνοντας να μένει αρκετά μακριά από τα «αδιάκριτα βλέμματα», για τον έλεγχο του τύπου.
Όπως φαίνεται, τα σκάνδαλα σε σχέση με τις τακτικές λογοκρισίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πολύ πιο εκτεταμένα και βαθύτερα από ό,τι φαίνεται. Μετά τις παραιτήσεις στο BBC λόγω της κοπτοραπτικής στις ομιλίες του Τραμπ, η ιστοσελίδα The Grayzone αποκαλύπτει τον ρόλο της «Defence and Security Media Advisory Committee» (DSMAC), μιας επιτροπής η οποία υπάρχει εδώ και δεκαετίες πετυχαίνοντας να μένει αρκετά μακριά από τα «αδιάκριτα βλέμματα», για τον έλεγχο του τύπου.
Η εν λόγω υπόθεση έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ως προς το πώς, ελέγχεται ο τύπος ακόμα και σε αναπτυγμένα κράτη.Η ίδια η επιτροπή στο πλαίσιο της αποστολής περιγράφει τα εξής: «Η δημόσια συζήτηση για την αμυντική και αντιτρομοκρατική πολιτική και τη συνολική στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια και είναι ευπρόσδεκτη από την κυβέρνηση. Είναι σημαντικό, ωστόσο, μια τέτοια συζήτηση να μην αποκαλύπτει λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια ή να θέσουν σε κίνδυνο ζωές. Το σύστημα DSMA-Notice είναι ένα μέσο παροχής συμβουλών και καθοδήγησης στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με πληροφορίες άμυνας και ασφάλειας, η δημοσίευση των οποίων θα ήταν επιζήμια για την εθνική ασφάλεια. Το σύστημα είναι εθελοντικό, δεν έχει νομική εξουσία και η τελική ευθύνη για την απόφαση δημοσίευσης ή μη δημοσίευσης ή μετάδοσης ανήκει αποκλειστικά στον ενδιαφερόμενο συντάκτη ή εκδότη.»
Η Επιτροπή DSMA αποτελεί στην πραγματικότητα όργανο το οποίο διοικείται από το Υπουργείο Άμυνας και απαρτίζεται από εκπροσώπους των υπηρεσιών ασφαλείας, βετεράνους του στρατού, υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους, αρχηγούς ενώσεων Τύπου, ανώτερους συντάκτες και δημοσιογράφους, το οποίο συνεδριάζει κάθε έξι μήνες. Οι εκπρόσωποι του BBC, του ITV και του Sky News είναι επίσης μέλη της.
Ο τρόπος που λειτουργεί είναι εντυπωσιακός: η επιτροπή εκδίδει σε κάποιες περιπτώσεις τις λεγόμενες «ειδικές ειδοποιήσεις D» ζητώντας θεωρητικώς εθελοντικώς από τους δημοσιογράφους να μην δημοσιεύουν ή να μεταδίδουν συγκεκριμένες πληροφορίες για θέματα που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια. Εναλλακτικώς, οι εκπρόσωποί της ζητούν την αφαίρεση ορισμένων λεπτομερειών από την αναφορά σε υποτιθέμενα ευαίσθητα θέματα. Οι ειδοποιήσεις αφορούν θεματικές όπως στρατιωτικές επιχειρήσεις, σχέδια και δυνατότητες· πυρηνικά και μη πυρηνικά οπλικά συστήματα και εξοπλισμός· στρατιωτικές αντιτρομοκρατικές δυνάμεις, ειδικές δυνάμεις και επιχειρήσεις, δραστηριότητες και μέθοδοι και τεχνικές επικοινωνίας· φυσική περιουσία και περιουσιακά στοιχεία· προσωπικό και τις οικογένειές τους που εργάζονται σε ευαίσθητες θέσεις.
Εάν ένα δημοσίευμα ή μελλοντικό δημοσίευμα, εμπίπτει σε μια ή περισσότερες από αυτές τις θεματικές, οι συντάκτες όλων των βασικών μέσων λαμβάνουν μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την ένδειξη «ιδιωτικό και εμπιστευτικό: όχι για δημοσίευση, μετάδοση ή χρήση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».
Το εν λόγω σύστημα στην πραγματικότητα διαμορφώνει μια ισχυρή πελατειακή σχέση μεταξύ δημοσιογράφων και κρατικών υπηρεσιών, επηρεάζοντας ποια θέματα εθνικής ασφάλειας θα δημοσιοποιηθούν και πώς. Η Επιτροπή εκδίδει επίσης τακτικά τις λεγόμενες «D-Notices», απαιτώντας από τα μέσα ενημέρωσης να ζητούν την "συμβουλή" της πριν αναφέρουν ορισμένες ιστορίες ή απλώς ζητώντας τους να αποφεύγουν εντελώς συγκεκριμένα θέματα. Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, η επιτροπή στα πρακτικά της αναφέρει ότι ένας δημοσιογράφος «ανακάλυψε την ταυτότητα μιας μικρής μονάδας που επρόκειτο να αναπτυχθεί σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό». Πιθανότατα πρόκειται για αναφορά στην Ουκρανία. Ο δημοσιογράφος προσέγγισε την επιτροπή για καθοδήγηση και τελικώς αποφάσισαν να μην δημοσιεύσουν την ιστορία.
Η όλη πολιτική της επιτροπής συνίσταται στο να εμφανίζονται όλες οι παρεμβάσεις της ως έχουσες μόνο συμβουλευτικό και εθελοντικό χαρακτήρα. Οι συντάκτες και οι δημοσιογράφοι δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται στη θεωρία, ωστόσο γνωρίζουν καλά ότι εάν δεν συμμορφωθούν, μπορούν να διωχθούν βάσει του Official Secrets Act ή να χάσουν την πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες από κρατικούς αξιωματούχους.
Τον Νοέμβριο του 2010 εκδόθηκε ειδοποίηση D μετά τις αρχικές δημοσιοποιήσεις των τηλεγραφημάτων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ από το WikiLeaks. Η επιτροπή προειδοποίησε ότι η δημοσιοποίηση των αρχείων «μπορεί να προκαλέσει βίαιες τοπικές αντιδράσεις» εναντίον Βρετανών πολιτών «που εργάζονται ή ζουν σε ασταθείς περιοχές», απειλώντας ουσιαστικώς τους δημοσιογράφους ότι εάν αναδημοσίευαν τις πληροφορίες του Wikileaks θα φέρουν ευθύνη για τυχόν βίαιες ενέργειες εναντίον Βρετανών.
Οι οδηγίες της επιτροπής σπανίως παραβιάζονται και συνεπώς η εν λόγω επιτροπή σπανίως βρίσκεται στη «δύσκολη θέση» να πρέπει να στείλει επιστολή με παραινέσεις προς τους συντάκτες και τους δημοσιογράφους. Προκειμένου να αποκτήσουμε μια τάξη μεγέθους, σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται στο βιβλίο του Ίαν Κομπέιν του 2016 «The History Thieves», η Επιτροπή εκτιμά ότι το 80-90% των ιστοριών για τις οποίες οι δημοσιογράφοι υποπτεύονται ότι θα μπορούσαν να αναφέρονται σε υλικό που υπόκειται σε μία από τις πέντε ειδοποιήσεις D υποβάλλονται οικειοθελώς για επίσημη εξέταση και πιθανή λογοκρισία, πριν από τη δημοσίευση. Σύμφωνα με τον ίδιο τον αντιπρόεδρο της Επιτροπής DSMA, «κατά μέσο όρο ένας δημοσιογράφος συμβουλεύεται τη γραμματεία κάθε εργάσιμη μέρα».
Η περίπτωση της εφημερίδας Guardian είναι πολύ χαρακτηριστική και διδακτική. Η εφημερίδα το 2013δημοσίευσε ρεπορτάζ σχετικά με τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν, και ειδικότερα ως προς τον μηχανισμό μυστικών υπηρεσιών «Five Eyes», με επικεφαλής τις ΗΠΑ και το ΗΒ. Την επομένη του ρεπορτάζ η Επιτροπή έστειλε ειδοποίηση προς τους συντάκτες, αναφέροντας ότι ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές της δεν είχαν παραβιαστεί, οι υπηρεσίες πληροφοριών ανησυχούσαν ότι περαιτέρω αναφορές θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα ενημέρωσης της Βρετανίας. Κατόπιν, η Επιτροπή επιτέθηκε στον Guardian, ούτως ώστε να εξουδετερωθούν οι «φωνές» στο εσωτερικό του οι οποίες αγνόησαν τον ρόλο της. Μέσα σε τρία χρόνια, η ερευνητική ομάδα του Guardian είχε διαλυθεί και η εφημερίδα είχε περιορίσει δραματικώς την κάλυψη σχετικών ζητημάτων.
Εξίσου διδακτική είναι η υπόθεση Σκριπάλ ο οποίος δολοφονήθηκε με νευροχημικό παράγοντα στην Αγγλία μαζί με την κόρη του Γιούλια. Δύο ημέρες αργότερα, το ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Meduza δημοσίευσε ένα άρθρο το οποίο περιέγραφε την προσωπική πορεία του Σκριπάλ ως κατασκόπου και του ανθρώπου ο οποίος τον στρατολόγησε και τον χειριζόταν στην MI6, Πάμπλο Μίλερ. Το άρθρο μάλιστα ανέφερε ότι ο λογαριασμός του Μίλερ στο LinkedIn έδειχνε ότι και αυτός διέμενε στο Σάλσμπερι, όπως και ο Σκριπάλ που δολοφονήθηκε μάλιστα στην πόλη αυτή από φερόμενους ως Ρώσους πράκτορες. Ο Μίλερ διέγραψε το προφίλ του, ωστόσο, στις 7 Μαρτίου, η Daily Telegraph αποκάλυψε ότι εργαζόταν για την Orbis Intelligence, μια ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας με επικεφαλής τον πρώην κατάσκοπο της MI6 Κρίστοφερ Στιλ.
Παρότι το δημοσίευμα δεν κατονόμασε τον Μίλερ, μέσα σε λίγες ώρες ο Γραμματέας του DSMA είχε εκδώσει μια «επείγουσα» επιστολή προειδοποιώντας τους συντάκτες να μην αποκαλύψουν την ταυτότητα Βρετανών πρακτόρων και τους ζήτησε να συμβουλευτούν την Επιτροπή εάν «εξετάζουν επί
του παρόντος τη δημοσίευση υλικού». Ακολούθως των «παροτρύνσεων» της επιτροπής, την επόμενη μέρα, ο Γκόρντον Κορέρα του BBC News και ο Λουκ Χάρντινγκ του Guardian, στο Twitter αρνήθηκαν ότι ο Μίλερ εργαζόταν για την Orbis, ενώ ισχυρίστηκαν, με βάση ανώνυμες πηγές ότι δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ Σκριπάλ και Στιλ. Τελικώς, ω του θαύματος η Daily Telegraph δημοσίευσε ένα άρθρο το οποίο αποκήρυσσε το προηγούμενο δημοσίευμά της ως προϊόν μιας «απόπειρας μαύρων επιχειρήσεων» από κατασκόπους του Κρεμλίνου, με σκοπό να θέσει υπό αμφισβήτηση τον φάκελο Στιλ. «Καλά τοποθετημένες πηγές» ανέφεραν ότι «υποψιάζονταν» ότι το προφίλ στο LinkedIn στο οποίο αναφερόταν αρχικά το μέσο – «αν υπήρχε ποτέ σωστά» -δημιουργήθηκε από τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών.
Η Επιτροπή σήμερα έχει ως πρόεδρο τον Γενικό Διευθυντή Πολιτικής Ασφάλειας του Υπουργείου Άμυνας Πολ Βάιατ, ενώ ως Γραμματέας υπηρετεί ο 36χρονος βετεράνος του βρετανικού στρατού ταξίαρχος Τζόφρεϊ Ντοντς. Ενώ μάλιστα το Υπουργείο Άμυνας διατηρεί το δικαίωμα να απολύσει τον Γραμματέα του, η Επιτροπή DSMA επιμένει ότι λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βρετανική κυβέρνηση. Αυτή η πρόβλεψη δεν είναι άνευ ουσίας, διότι διασφαλίζει ότι η Επιτροπή δεν υπόκειται στους Freedom Of Information Acts.
Η ιστοσελίδα The Grayzone πήρε στα χέρια της αρχεία με πρακτικά από συναντήσεις που συντάχθηκαν από αξιωματούχους από διάφορα κυβερνητικά τμήματα της Αυστραλίας και την Επιτροπή DSMA, προκειμένου οι πρώτοι να λάβουν γνώση για το πώς λειτουργεί η επιτροπή.
Το ενδιαφέρον και ιδιαίτερο με την εν λόγω επιτροπή επιπλέον των υπολοίπων συνίσταται στο ότι λειτουργεί ταυτοχρόνως υπογείως και επισήμως. Τα έγγραφα τα οποία πήρε στα χέρια της η ιστοσελίδα, σημειώνουν ότι «οι συνομιλίες μεταξύ του συστήματος DSMA και δημοσιογράφων/οργανισμών μέσων ενημέρωσης είναι εμπιστευτικές». Στην πραγματικότητα, με βάση τα όσα οι εκπρόσωποι της Επιτροπής δήλωσαν σε ενημέρωση η οποία δόθηκε σε Αυστραλούς αξιωματούχους δεν απαιτείται να υποβάλει στοιχεία από συζητήσεις με τα μέσα ενημέρωσης ούτε καν στο πλαίσιο αστυνομικών ερευνών ή δικαστικών διαδικασιών.
Μάλιστα, σε ακραίες περιπτώσεις όπως αποκάλυψε η εσωτερική έκθεση της Επιτροπής το 2015, λόγω της υπόθεσης Έντουαρντ Σνόουντεν, η βρετανική κυβέρνηση μπορεί να προβεί ακόμα σε διώξεις εναντίον δημοσιογράφων οι οποίοι δεν πειθαρχούν με τις παραινέσεις της Επιτροπής. Στην ίδια έκθεση περιλαμβάνονται αναφορές σε ιστορίες υπό δημοσίευση για τις οποίες υποβλήθηκε αίτημα από Βρετανούς δημοσιογράφους προς την Επιτροπή. Άνω των 50 αιτημάτων κατατέθηκαν σε σχέση με ιστορίες οι οποίες τη συμμετοχή των βρετανικών υπηρεσιών στις μυστικές επιχειρήσεις μεταφοράς υποτιθέμενων τρομοκρατών σε μια σειρά κρατών προκειμένου να βασανιστούν στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος της CIA. Οι εν λόγω ιστορίες αφορούσαν τη συνεργασία Βρετανικών υπηρεσιών με τον Μουαμάρ Καντάφι, πριν ακόμα αυτός θεωρηθεί εκ νέου «τύραννος».
Υπάρχει πλήθος ακόμα υποθέσεων και ιστοριών οι οποίες έχουν περάσει από τα φίλτρα της εν λόγω επιτροπής, από τον ύποπτο θάνατο ενός Βρετανού, στελέχους των μυστικών υπηρεσιών, μέσα στην Αγγλία, μέχρι μυστικά πειράματα με LSD εις βάρος Άγγλων στρατιωτών από τη δεκαετία του ’60 στην περιοχή του Porton Down. Ειδικό ενδιαφέρον έχουν οι παρεμβάσεις σε ιστορίες ως προς τη συμμετοχή Βρετανών κομάντος στη Συρία προς υποστήριξη της (τζιχαντιστικής) τότε αντιπολίτευσης, όπως και ως προς το θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα στο διαβόητο αυτοκινητιστικό.
Αν η ίδια η Επιτροπή αποτελεί τη μία πλευρά, η άλλη είναι οι δημοσιογράφοι, οι συντάκτες και όλοι εκείνοι οι οποίοι με προθυμία συνεργάζονται με την επιτροπή, ζητώντας συχνά- πυκνά συγγνώμες από την τελευταία για τυχόν απειθαρχίες τους. Η Επιτροπή DSMA δεν είναι μόνο ένας μοναδικός βρετανικός θεσμός αλλά και ένα πρότυπο για αντίστοιχες μορφές αποτελεσματικότατης και «βελούδινης» λογοκρισίας. Βρίσκεται σε κοινή θέα, αλλά ταυτοχρόνως μένει κρυμμένος χάρη στα ίδια τα ΜΜΕ τα οποία φροντίζουν να αποσιωπούν την επιβολή της πάνω τους. Η άλλη όψη του νομίσματος συνίσταται στην κατηγοριοποίηση όσων δημοσιογράφων δεν συμμορφώνονται ως «ακραίων». Η κατηγορία δεν είναι τυχαία βεβαίως: στην καλύτερη οδηγεί στην περιθωριοποίηση και στην απαξίωση. Στη χειρότερη ωθεί σε απώλεια της εργασίας ή και σε διώξεις.
Ο επόμενος «στόχος», ή με άλλα λόγια εν δυνάμει ή και ήδη εταίρος της Επιτροπής είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι εταιρείες ‘Big Tech’.
Η υπόθεση έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι ακτινογραφεί τον υβριδικό τρόπο λειτουργίας όχι μόνο του τύπου αλλά και της ίδια της αστικής δημοκρατίας. Οι περιορισμοί, η λογοκρισία, οι αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις, η υπερπληροφόρηση και η παραπληροφόρηση, οι παρακρατικές λειτουργίες, μερικά από τα θεμελιωδέστερα γνωρίσματα της κατάστασης εξαίρεσης δηλαδή, είναι παρόντα, με τρόπο σταθερό, θεσμικό και διαρκή. Την ίδια στιγμή κατά την οποία νοθεύουν βασικές αστικοδημοκρατικές «κατακτήσεις», όπως είναι η ελευθερία του τύπου, μένουν στο απυρόβλητο, χάρη στην «ομερτά» του τύπου και στη συνεργασία εκτελεστικής εξουσίας, μυστικών υπηρεσιών, ανωτάτης γραφειοκρατίας και ιδιωτικών ολιγοπωλίων, των ΜΜΕ ή και άλλων τομέων της οικονομίας. Άλλοτε η αλήθεια αποκρύπτεται αλλά άλλες φορές βρίσκεται σε κοινή θέα, τουλάχιστον εν δυνάμει. Όμως και τότε είτε απλώς δεν προσέχουμε επαρκώς την εικόνα, είτε έχουμε εκπαιδευτεί να μη μας ενδιαφέρει καθόλου. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως και το πλέον επικίνδυνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου