Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Η Silicon Valley αντεπιτίθεται ιδεολογικά


Το τεχνοφασιστικό μανιφέστο του Άλεξ Καρπ της Palantir για έναν ψηφιακό Λεβιάθαν.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

Τον Απρίλιο του 2026, ο αμφιλεγόμενος διευθύνων σύμβουλος της Palantir Technologies Άλεξ Καρπ, εξέδωσε ένα κείμενο από 22 σημεία κι υπό τη μορφή μανιφέστου, που συγκλόνισε το διατλαντικό πολιτικό και τεχνολογικό οικοσύστημα. Με τίτλο «Η Τεχνολογική Δημοκρατία» (The Technological Republic), το κείμενο αυτό -που αυτομάτως χαρακτηρίσθηκε ως το «Μανιφέστο του Υπερκακού» από τους επικριτές του- δεν αποτελεί απλά μία έκθεση για τους μετόχους μίας εταιρείας για τους επιχειρηματικούς της στόχους. Απεναντίας, το κείμενο τούτο είναι μία πολεμική ιαχή, μια υλακή του παντοδύναμου σήμερα τεχνολογικού τομέα, που παροτρύνει την εξουσία να ανατρέψει την μορφή της  δημοκρατίας όπως την γνωρίζουμε -έστω και στη νεοφιλελεύθερη μορφή της- και την αντικατάστασή της από ένα υβριδικό σύστημα όπου το λογισμικό, ο στρατός και το κράτος συγχωνεύονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα.
Είναι τόσο κραυγαλέα αντιδημοκρατικές οι απόψεις που διατυπώνει ο Καρπ, του το έγκριτο Tech Policy Press, περιγράφει το μανιφέστο «τόσο διακριτικό όσο ένα καπέλο MAGA», υποδηλώνοντας ότι ο  συντάκτης του πλέον αφήνει κατά μέρους κάθε πρόσχημα ουδετερότητας. Προβάλλοντας την καθολικότητα της ΤΝ ως απόλυτη δυνατότητα η Palantir δεν εμφανίζεται μόνον ως εταιρεία που πουλάει λογισμικό, αλλά ως διαμορφωτής μίας  κοσμοθεωρίας, μίας νέας συλλογικής πεποίθησης -εάν όχι μίας θρησκείας που αξιώνει την απόλυτη  υποταγή της κοινωνίας στις ανάγκες της «τεχνολογικής άμυνας».

Το επιστέγασμα της «εαρινής επίθεσης» Big Tech στις δημοκρατίες
Ουσιαστικά, το κείμενο του Καρπ έρχεται να συνοψίσει και να κωδικοποιήσει  και κυρίως να ριζοσπαστικοποιήσει δραστικά και κυριαρχικά τις καταστατικές απόψεις που εξέφρασαν (τυχαία;) μέσα στον ίδιο μήνα και οι άλλοι «σημαιοφόροι» της Big Tech και της Silicon Valley, για το πώς οραματίζονται την κοινωνία με την καθοδήγηση (και χρηματοδότηση) που θα τους παραχωρήσουν τα εθνικά κράτη. Προνόμια, που στη βάση τους έχουν τον πλήρη έλεγχο από την ΤΝ της λειτουργίας του κράτους, τη στρατικοποίηση της οικονομίας και της μετατροπής της δημοκρατίας σε ένα παγκόσμιο καθεστώς ελέγχου, πολύ πιο διευρυμένο από το πεδίο που η Soshana Zuboff (The Age of Surveillance Capitalism) περιέγραφε το 2018.
Ήδη, από τις 6 Απριλίου, ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI δημοσίευε το σημείωμα «Μια βιομηχανική πολιτική στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης: ιδέες για την προτεραιότητα στον άνθρωπο». Ένα πολιτικό πρόγραμμα για την επανεπινόηση του «κοινωνικού συμβολαίου», μέσα από τρεις, επωφελείς για τον τομέα, προτεραιότητες. Την κατανομή του πλούτου (αναδιανομή των κερδών μέσω δημόσιων ταμείων, τη μείωση του χρόνου εργασίας, τη δημιουργία δικτύων ασφαλείας κατά της ανεργίας), τον μετριασμό των κινδύνων και τον «εκδημοκρατισμό» της πρόσβασης σε αυτές τις τεχνολογίες. Η εταιρεία υποστηρίζει, ότι «μετά τη μετάβαση στη βιομηχανική εποχή, ο μοντερνισμός και το New Deal βοήθησαν στον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού συμβολαίου για έναν κόσμο που μεταμορφώθηκε από τον ηλεκτρισμό, τον κινητήρα εσωτερικής καύσης και τη μαζική παραγωγή. […] Η μετάβαση προς την υπερνοημοσύνη θα απαιτήσει μια ακόμη πιο φιλόδοξη μορφή βιομηχανικής πολιτικής». Βέβαια, τούτη η ομολογία πίστης δεν κοστίζει τίποτα στον Άλτμαν, εάν αναλογισθούμε ότι η OpenAI λυσσαλέα αντιτίθεται στη ρύθμιση της  ΤΝ, είτε πρόκειται για την αμερικανική είτε για την ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Στις 17 Απριλίου, ο  πολυδισεκατομμυριούχος, Διευθύνων Σύμβουλος της SpaceX και επίσης συνιδρυτής της OpenAI (κατά της οποίας ξεκινά δικαστική διαμάχη στις 27 Απριλίου) Ίλον Μασκ πρότεινε μέσω του κοινωνικού του δικτύου X ότι ένα «υψηλό καθολικό εισόδημα»,  καταβαλλόμενο «από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της ανεργίας που προκαλείται από την τεχνητή νοημοσύνη». Δεν πρόκειται πλέον μόνο για ένα «βασικό» εισόδημα -όπως υποστήριζε παλαιότερα- αλλά για ένα «υψηλό» εισόδημα. Αυτό θα επέτρεπε στους καταναλωτές (του δυτικού κόσμου ή των πλουσίων, εννοείται) να ζουν σε μια κοινωνία αφθονίας, ώστε  «μετά την έλλειψη» (post-scarcity) να συνεχίσουν να καταναλώνουν, χρηματοδοτούμενοι από το κράτος… διασφαλίζοντας παράλληλα ότι αυτές οι βιομηχανίες που καταστρέφουν θέσεις εργασίας θα επιβιώσουν από το ίδιο τους το δημιούργημα.

Τεχνοφασισμός: Ο ορισμός μιας νέας τυραννίας
Δεν είναι τυχαίο, που πολλοί αναλυτές και μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν ως «Τεχνοφασισμός» (Technofascism) το πλαίσιο που προτρέπει την ανθρωπότητα (μέσω των καθοδηγούμενων πολιτικών), καθώς περιγράφει ένα καθεστώς όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες, οι συνταγματικές πρόνοιες, τα απαραχάρακτα και καθορισμένα ανθρώπινα δικαιώματα, πλέον θα παρακάμπτονται από αλγοριθμικές αποφάσεις.
Στο όραμα του Καρπ, η «αποτελεσματικότητα» του καταιγιστικού σε ταχύτητα, ανεξάρτητου από ψυχολογικές αντιδράσεις κι ηθικά διλήμματα λογισμικού υπερτερεί έναντι της  -αργόσυρτης και διστακτικής, διάτρητης από ηθικούς κανόνες κι ισηγορίες- διαβουλευτικής φύσης της δημοκρατίας.  Αναπτύσσει ένα πρόγραμμα που επικρίνει συλλήβδην τη δημόσια διοίκηση, τη «συμπερίληψη» και τον «κενό πλουραλισμό», ενώ εξαίρει τις «προοδευτικές αξίες» της αμερικανικής ισχύος, η οποία «κατέστησε δυνατή μια εξαιρετικά μακρά περίοδο ειρήνης».
Επικαλείται την ευθύνη των ελίτ της Silicon Valley, οι οποίες έχουν «την υποχρέωση να συμμετέχουν στην άμυνα του έθνους», και καλεί σε επιστροφή στις «μεγάλες αφηγήσεις». Κομπάζει για τον πατριωτισμό του και υιοθετεί έναν πολεμοχαρή τόνο… κάτι που κάνει με ευκολία, δεδομένου ότι η Palantir πουλάει τα εργαλεία για τη διεξαγωγή αυτών των τεχνολογικών πολέμων. Έτσι, οι «άρχοντες της Τεχνολογίας» αναγνωρίζουν την καταστροφική ισχύ των εργαλείων που δημιούργησαν, αλλά και την αδυναμία τους για αυτορρύθμιση, και φαντάζονται κανόνες για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με στόχο την προστασία της κοινωνίας και των επιχειρήσεών τους.
Με γνώμονα όσα γράφει ο Καρπ η ανθρωπότητα πρέπει να αντικαταστήσει το ισχύον πολιτικό σύστημα με ένα άλλο, όπου οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν υπηρετούν απλώς το κράτος, αλλά γίνονται οι ίδιες το κράτος, εν είδει Οργουελικού ‘Μεγάλου Αδελφού’, επιβάλλοντας μια κουλτούρα «πολεμικής ετοιμότητας» και καταργώντας κάθε έννοια ιδιωτικότητας και πλουραλισμού.
Σύμφωνα με το Μανιφέστο, που απηχεί εν πολλοίς τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούν κι οι υπόλοιπες εταιρείες της παντοδύναμης ΤΝ -και οι οποίες μάλιστα βρίσκουν και πολλούς «υποστηρικτές», στους χώρους των ζηλωτών της τεχνολογίας, της οικονομίας και της πολεμόχαρης δυτικολαγνείας -ο Τεχνοφασισμός της Palantir βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
α) την Αλγοριθμική Κυριαρχία,  που εδράζεται στην πεποίθηση ότι μόνο ένα προηγμένο λογισμικό μπορεί να διακρίνει τον «φίλο» από τον «εχθρό». Ο Καρπ ξαναπιάνει μία διαλεκτική πολεμικής αντιπαλότητας ακόμη και μέσα στην κοινωνία, στα πρότυπα της θεωρίας που είχε αναπτύξει ο μεγάλος νομικός απολογητής του Ναζισμού Καρλ Σμιτ, που είχε φέρει στα έσχατα όριά του τον ορισμό της έννοιας του «εχθρού», ως οντολογική κι υπαρξιακή διάκριση μίας κοινωνίας που βρίσκεται σε ένα διαρκές «κράτος εξαίρεσης».
Ο πολιτικός υπαρξισμός του κι η θεωρία του Carl Schmitt για τον Κυρίαρχο (βλέπε Φύρερ) (ΕΔΩ),  ορίζει πως ηγέτης  είναι εκείνος ο οποίος είναι αυτός που αποφασίζει για την «κατάσταση εξαίρεσης». Ο Καρπ ισχυρίζεται ότι η εποχή μας είναι μια διαρκής «κατάσταση εξαίρεσης». Επομένως, οι νόμοι της ειρηνικής περιόδου δεν ισχύουν. Αυτό νομιμοποιεί τον Τεχνοφασισμό: αν είμαστε πάντα σε πόλεμο, τότε ο έλεγχος της Palantir δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Η αλήθεια δεν πηγάζει πλέον από το δίκαιο, αλλά από την επεξεργαστική ισχύ των διακομιστών της εταιρείας.
Τούτο το διαρκές «κράτος εξαίρεσης» εκφράζεται και στις άλλες δύο προκείμενες των προτάσεων του επικεφαλής της Palantir, όπως καθορίζονται από την εισήγησή του για
β) Κατάργηση της Ιδιωτικότητας, όπου η ανεμπόδιστη άντληση πληροφοριών  κι απαγόρευση σχεδόν κάθε είδους ιδιωτικότητας θα ισοδυναμεί με την αντιμετώπιση κάθε δεδομένου (ιατρικού, οικονομικού, προσωπικού) ως δυνητικό «πολεμοφόδιο» για την “εθνική ασφάλεια”. Όπου η έννοια της “ασφάλειας” εμφανώς διευρύνεται  ως επίπεδο εφαρμογής, αλλά και περιστέλλεται ως αποδέκτης, γιατί ως τέτοιος καθορίζεται όχι πλέον το raison d’ état της κάθε χώρας, αλλά τα επιχειρηματικά συμφέροντα κάθε είδους και τα οποία εξυπηρετούνται από τις υπηρεσίες και τον έλεγχο της ΤΝ.
Φυσικά, το επιβεβλημένο τούτο «κράτος εξαίρεσης» εξυπακούει την πλήρη και καθολική Επιβολή Συμμόρφωσης.  Μέσα στους ασφυκτικούς ελέγχους και κανονισμούς της, θα περιθωριοποιούνται όλες οι φωνές που  αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία, πολιτική κι ηθική της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI).

Η πολιτισμική υπεροχή και η ρητορική της «κατωτερότητας»
Όμως μέσα στην κοσμοθεωρία που προτείνει ο Καρπ εισάγεται μια επικίνδυη διάκριση: εξαίροντας την τεχνολογική υπεροχή της Δύσης -όπως παλιότερα έκαναν και οι «εκπολιτιστές» Βρετανοί και άλλοι αποικιοκράτες-, ο επικεφαλής της Palantir κηρύττει την «πολιτισμική κατωτερότητα» των αντιπάλων του. Για την Palantir, αλλά κι όλοι όσοι προτρέπουν τις δικές τους κυβερνήσεις να ανοίξουν περισσότερο τον διασκελισμό τους στις επενδύσεις ή στις αγορές  κυκλωμάτων ΤΝ, όποιος καθυστερεί να υιοθετήσει πολεμικά εργαλεία AI -είτε πρόκειται για την Ευρωπαϊκή Ένωση με το AI Act, είτε για ακαδημαϊκούς ηθικολόγους- είναι πολιτισμικά κατώτερος και εμπόδιο για την επιβίωση του Δυτικού Κόσμου.
Η  ρητορεία που επιστρατεύει ο Καρπ μας επαναφέρει στις  πιο ζοφερές εποχές του 20ού αιώνα, οπότε η τεχνολογική ισχύς ταυτιζόταν με το ηθικό δίκαιο. Ιδίως όταν τούτη η ισχύς, σε αντίθεση με την απλή iusnaturalisτική νεοφιλελεύθερη αντίληψη για το ανθρωποφαγικό δίκαιο της αγοράς, συνοδοποιρεί και ταυτίζεται με την πολεμική μηχανή και τη στρατικωποίηση της ίδιας της οικονομίας και της κοινωνίας.  Ο Καρπ, ούτε λίγο, ούτε πολύ, υποστηρίζει ότι η Δύση έχει «δικαίωμα» να κυριαρχήσει στον κόσμο επειδή διαθέτει το καλύτερο λογισμικό. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνολογία μετατρέπεται σε έναν μεσσιανικό στόχο, γίνεται το νέο «ιερό καθήκον» (Manifest Destiny), σε μία νέα θρησκεία και παγκόσμια πορεία της οποίας η Palantir κρατεί τον ρόλο του ιεροφάντη και του  αρχιερέα.

Η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας: Το διαρκές «Σχέδιο Μανχάταν»
Το μανιφέστο του Καρπ, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση Independent, κάνει μια άμεση αναγωγή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς σε καθαρά πολεμικό κλίμα προτείνει τη μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε μια διαρκή πολεμική βιομηχανία. Πλέον για την Palantir η οικονομία της πληροφορίας  πρέπει να κάνει μία απότομη κι αποφασιστική στροφή: να μη στοχεύει πλέον στην καινοτομία για να μετατρέψει τον πολίτη σε καταναλωτή, αλλά πλέον να στοχεύει  στη στρατιωτική «αποτροπή», μετατρέποντας τον πολίτη σε διαρκή πολεμιστή, αμυνόμενο για έναν κίνδυνο που πάντα το συμφέρον των επιχειρηματιών των εταιρειών της ΤΝ θα καθορίζει.
Για να επιτευχθεί τούτο, θα πρέπει όλα τα κράτη, υπογράφοντας συμβόλαια (όπως αυτό που η Βρετανία έχει υπογράψει για τη διαχείριση -βλέπε, καθολικό έλεγχο- της δημόσιας υγείας, το NHS,  να είναι πλήρως εξαρτημένα από τις υπηρεσίες και τις εταιρείες της ΤΝ ώστε η κάθε δυνατότητά τους να απομακρυνθούν να είναι αδύνατη.
Ο Καρπ κι οι όμοιοί του, με υπεροπτικό τρόπο εισηγούνται έναν «Οικονομικό Δαρβινισμό», που επίσης μακροπρόθεσμα θα εκβάλλει και σε έναν κοινωνικό Δαρβινισμό. Καθώς, μόνον οι εταιρείες που υπηρετούν τον «αμυντικό σκοπό» κάθε κράτους θα δικαιούνται δημόσια χρηματοδότηση και προστασία, όλες οι άλλες δραστηριότητες και φυσικά κοινωνικά δικαιώματα, όπως το ελεύθερο επιχειρείν, η εργασία, η επιλογή υπηρεσιών κλπ. θα αναιρούνται μέσα σε τούτην την ιδιαίτερη «τεχνοδικτατορία». Αυτή η στρατιωτικοποίηση σημαίνει ότι η ελεύθερη αγορά πεθαίνει, για να δώσει τη θέση της σε μια «Τεχνολογική (κατ’ επίφαση) Δημοκρατία», όπου οι Big Tech είναι οι νέοι φεουδάρχες.

Απόλυτος έλεγχος: Το ψηφιακό πανοπτικόν
Το Μανιφέστο του Καρπ κηρύσσει την δημιουργία ενός Παγκόσμιου Πανοπτικού, το οποίο θα εποπτεύει, απαγορεύει και καταστέλλει κάθε επιμέρους δραστηριότητα, αναγορεύοντάς την σε έγκλημα καθοσιώσεως. Όπως αναφέρει σε μία κριτική καταπέλτη της η  Amnesty International (μέσω του DW) η Palantir επιδεικνύει  μία «θηρευτική συμπεριφορά». Το μανιφέστο απαιτεί την πρόσβαση σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής για την «προστασία» της, πραγματώνοντας εκείνο που ο αυστροουγγρικής καταγωγής Αμερικανός οικονομολόγος και καθηγητής στο Κολούμπια Καρλ Πολάνυι στο δοκίμιό του «Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός» του 1944, ορίζει ως «διπλή κίνηση». Ονομάζοντας έτσι το φαινόμενο που αποτελείται από μια ταυτόχρονη κίνηση απορρύθμισης και προστασίας, ο Πολάνυι αναλύει τον τρόπο με τον οποίο περάσαμε από μια «ενσωματωμένη» (embedded) κοινωνία, όπου η οικονομία ήταν μέρος της κοινωνικής ζωής που τη ρύθμιζε, σε μια «αποδεσμευμένη» (disembedded) κοινωνία, στην οποία η οικονομία γίνεται ένας ξεχωριστός θεσμός και η αγορά καταλαμβάνει κεντρική θέση, όπου όλα τελικά αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα. Ωστόσο, αυτή η εμπορευματοποίηση, η απορρύθμιση και το laissez-faire δημιουργούν πλαστές και μεθοδευμένες εντάσεις, τις οποίες ορισμένοι προσπαθούν να επιλύσουν για να προστατευτούν.
Στο όνομα αυτής της εθνικής ασφάλειας, που χρησιμοποιεί τη «διπλή κίνηση» με την οποία ο Καρλ Πολάνυι ερμηνεύει έτσι την άνοδο του φασισμού, καθώς υπόσχεται την ανασύσταση της κοινωνίας μέσα στην ενότητα, που η τεχνολογία κι η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας θα επιβάλλει επίπλαστα, ως μια λύση στην κρίση του φιλελευθερισμού, η Palantir προτείνει:
  • Προληπτική Αστυνόμευση: Τον εντοπισμό πιθανών «εχθρών» μέσω ανάλυσης δεδομένων πριν καν διαπραχθεί κάποιο αδίκημα.
  • Κοινωνική Μηχανική: Τη χρήση του AI για να διαμορφωθεί η κοινή γνώμη και να κατασταλεί ο «πλουραλισμός» που ο Καρπ θεωρεί αδυναμία.
  • Έλεγχο Συνόρων και Μετανάστευσης: Μετατρέποντας την ανθρώπινη κίνηση σε μια σειρά από ψηφιακά στίγματα που πρέπει να «εκκαθαριστούν».
Η Ευρώπη υπό πολιορκία: Η σύγκρουση των μοντέλων
Στην ουσία το μανιφέστο του Καρπ αποτελεί μια ευθεία επίθεση στο ευρωπαϊκό μοντέλο διακυβέρνησης, θέτοντας την Ε.Ε. προ ενός διλήμματος: συμπόρευσης ή υποτέλειας, συμμάχου ή πτωχού συγγενούς.  Ο Καρπ με τρόπο διάτορο κηρύττει και προσπαθεί να επιβάλει μια νεοαποικιακή «διατλαντική ενότητα», μονομερή  όμως κι ανισόρροπη, υπό αμερικανική τεχνολογική κηδεμονία. Πίσω από την κίνηση του, ο Καρπ εκφράζει την  ίδια την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία πέρα από τις διαφορές που έχουν προκύψει ( βλέπε Anthropic) μεταξύ Πενταγώνου, υπουργείου Εμπορίου και της Big Tech  κοινότητας, διατηρεί αμείωτες τις σχέσεις και την συνενοχή. Η συνταγή του  Καρπ είναι  ουσιαστικά μια επανέκδοση του «Σχεδίου Μανχάταν», μετατοπισμένη από το άτομο στον κώδικα.
Για την Palantir, η ευρωπαϊκή εμμονή στα ανθρώπιναι δικαιώματα και την προστασία δεδομένων είναι «αυτοκτονική». Ο Καρπ απαιτεί μια Ευρώπη που θα λειτουργεί ως παράρτημα της Silicon Valley, παρέχοντας δεδομένα και αγορές χωρίς να εγείρει ηθικές αντιρρήσεις. Η εφαρμογή του μανιφέστου του  στην Ευρώπη δημιουργεί τρεις συστημικούς κινδύνους που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα πρέπει να διαχειριστούν με σαφήνεια: μια αυξανόμενη εξάρτηση υποδομών σε κρίσιμους τομείς, μια σιωπηρή προσαρμογή στους χρόνους λήψης αποφάσεων της αμερικανικής πλευράς χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο, και μια προοδευτική απώλεια διαπραγματευτικής ικανότητας σε πολυμερή τραπέζια, από το AI Act έως τις διαπραγματεύσεις του ΝΑΤΟ για τα πρότυπα λογισμικού. Αυτά είναι δομικές συνθήκες που ο Καρπ καλεί την Ευρώπη να αντιμετωπίσει. Απομένει να δούμε εάν η ήπειρός μας θα υποκύψει, γιατί εάν η Ευρώπη δεν κατονομάσει επακριβώς τις επικίνδυνες για την ακεραιότητα, την αυτοβουλία της και την ύπαρξή της απαιτήσεις αυτές δεν θα μπορεί καν να τις διαπραγματευτεί. Οι Βρετανοί βουλευτές, μάλιστα, εκφράζουν φόβους ότι η χώρα τους έχει γίνει το «πειραματόζωο» για αυτό το μοντέλο.
Το Μανιφέστο του Άλεξ Καρπ ουσιαστικά είναι μία ανοικτή πρόσκληση στον ελεύθερο κόσμο να υποκύψει στην τεχνολογική υπεροπλία και να θυσιάσει (όπως στον Γενναίο Νέο Κόσμο του Χάξλεϊ) κάθε ελευθερία του στην υπεροχή της μηχανής/τεχνολογίας.
Όπως επισημαίνουν πολλοί η Δύση καλείται να αποδεχθεί χωρίς αντίσταση την «Τεχνολογική Δημοκρατία» της Palantir και ν’ αποδεχθεί ένα μέλλον, όπου ο πολίτης μετατρέπεται σε «υποκείμενο-δεδομένο», σε μία μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση -καθώς η ίδια η σφαίρα της οικονομίας θα είναι ένας πόλεμος σε μόνιμη κατάσταση κι η  διαφωνία θεωρείται «πολιτισμική κατωτερότητα». Η απάντηση σε αυτό το μανιφέστο δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνολογική ή μισο-πολιτική. Θα πρέπει να είναι πρωτίστως και βαθιά πολιτική, απόλυτα κοινωνική και αταλάντευτα ηθική. Η ανθρωπότητα μπροστά σε τούτον τον κίνδυνο θα πρέπει ν’ αφυπνισθεί, να εξεγερθεί απέναντι στις ολιγαρχίες που επιδιώκουν τον έλεγχο και την υποδούλωσή τους. Πρέπει να επιστρέψει στην κατάσταση του «πολιτικού» ζώου, όχι σε μία ζωώδη κατάσταση μέσα σε ένα κλουβί. Είναι καιρός να επιβάλλει τη δική της pouvoir constituant απέναντι σε μία pouvoir constitué των εταιρειών ΤΝ και των αλγορίθμων, που θα δημιουργούν ψευδο-κρίσεις ώστε μεφιστοφελικά να μας υπόσχονται ασφάλεια με αντάλλαγμα την ψυχή της δημοκρατίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου