Ο καλλιτέχνης δεν αποκωδικοποιεί το παρελθόν, αλλά το παρόν το οποίο αφήνει ανοιχτό σε πολλαπλές ερµηνείες.
Χρύσα Κακατσάκη
Τη µέρα που η Μενδώνη πόζαρε χαµογελαστή µπροστά στο άγαλµα του Καβάφη στη ∆ιονυσίου Αρεοπαγίτου ο Banksy, γνωστός από τα ανατρεπτικά του γκράφιτι, ύψωνε µέσα στη νύχτα, αθόρυβα και χωρίς φιέστες, το δικό του άγαλµα στο κέντρο του Λονδίνου. Η υπουργός Πολιτισµού περιχαρής που το Ιδρυµα Ωνάση την απάλλαξε από την υποχρέωση να επιλέγει η πολιτεία πώς και µε τι θα στολίζει την πόλη. Ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος µετέφερε πλαστικά –οµολογουµένως µε επιτυχία– τη φράση του Φόρστερ που τον περιγράφει ως «έναν κύριο µε ψαθάκι, ακίνητο, µε µια στάση ελαφρώς λοξή ως προς το σύµπαν». Είναι επίσης αλήθεια ότι, συγκριτικά µε άλλους ανδριάντες που έχουν µια αδυναµία να συνοµιλήσουν µε το περιβάλλον, ο καθισµένος στο ανάκλιντρο Αλεξανδρινός αποπνέει οικειότητα και δηµιουργεί στον περαστικό την ανάγκη να κάνει µια στάση στην αστική του περιπλάνηση.
Το ερώτηµα βέβαια είναι αν ο Καβάφης θα επέλεγε τη συγκεκριµένη θέση στον πιο πολυσύχναστο δρόµο της Αθήνας, ενώ ο ίδιος ήταν σβησµένο φως και µισόκλειστα παντζούρια. Ο άνθρωπος που έκανε την ήττα τέχνη, την επιθυµία υπαινιγµό και την Ιστορία δωµάτιο πιθανόν να αρνούνταν τον συγχρωτισµό µε την πολλή συνάφεια του κόσµου. Η παρουσία του λοιπόν µπροστά στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά υπολογισµένη ταξιθεσία σε ένα ήδη διαµορφωµένο πολιτιστικό οικοσύστηµα. Του αποδόθηκε δηλαδή άνωθεν µια θέση ασφαλής. Ενας καλοσυνάτος και ακίνδυνος κύριος που, αντί για τους βαρβάρους, περιµένει τους τουρίστες για µια σέλφι µε φόντο την Ακρόπολη.
Στον αντίποδα µε το κατευναστικό «τίµιον της µορφής» του Καβάφη και τους περαστικούς που θα παραµένουν «γοητευµένοι µε τ’ ωραίο θέαµα», αν δεν ηξεύρουν «τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες», η κοστουµαρισµένη φιγούρα του Banksy θέτει ερωτήµατα και ανοίγει τη συζήτηση για τον ρόλο της γλυπτικής στον δηµόσιο χώρο.
∆εν διεγείρει καµία παλιά µνήµη µεγαλείου, καµία ένδοξη στιγµή, αλλά µε το αριστοτεχνικά καµουφλαρισµένο του νόηµα λειτουργεί ως γροθιά αφύπνισης που καλεί τον σηµερινό άνθρωπο της παγκοσµιοποίησης να δει το κενό κάτω από τα πόδια του. Ο καλλιτέχνης δεν αποκωδικοποιεί το παρελθόν, αλλά το παρόν το οποίο αφήνει ανοιχτό σε πολλαπλές ερµηνείες. Η σηµαία σκεπάζει το πρόσωπο. Μερικοί λένε ότι τυφλώνει, άλλοι πως προστατεύει ώστε ο άνθρωπος να κάνει το άλµα χωρίς να φοβάται. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτοκτονεί, άλλοι ότι προχωρά τολµηρά µπροστά. Η ταυτότητα υποκαθίσταται από την εικόνα, η διαδροµή από την επίφαση, η ουσία από την αναπαράσταση. Η τοποθέτηση σε µια περιοχή µε µνηµεία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και του ιµπεριαλισµού της ενισχύει την κριτική προς τον εθνικισµό, την εξουσία και την ιστορική αφήγηση. Το σηµείο συνάντησης µε το έργο δεν είναι στο τι δείχνει, αλλά στο τι αποκαλύπτει. Οχι ποιος κρατά τη σηµαία, αλλά ποιος περπάτησε τη διαδροµή προτού αυτή υψωθεί.
Αντιφατικά εποµένως τα µηνύµατα των δύο αγαλµάτων, Αφού πάψαµε να διαβάζουµε τους ποιητές, ας κάνουµε τουλάχιστον την Ιθάκη παγκάκι και ας καθίσουµε δίπλα τους «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ». Ο Banksy όµως δεν απευθύνεται σε τουρίστες αλλά σε θεατές, πιστεύοντας πως τέχνη είναι να σκαρφαλώνεις σε µια φανταστική τριανταφυλλιά για να κόψεις ένα αληθινό τριαντάφυλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου