Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός εδραιώνεται και η παραγωγή αποκεντρώνεται, η τεκνοποίηση γίνεται και αυτή μια επένδυση μεγάλου ρίσκου.
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου (ΕΔΩ) έκανα μία εισαγωγή πάνω στην εξέλιξη της οικογένειας και τεκνοποίησης κατά τον προβιομηχανικό και βιομηχανικό καπιταλισμό, τον φορντισμό και την πρώιμη περίοδο του μεταφορντισμού. Αποκτήσαμε μια πρώτη εικόνα περί του πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνικές σχέσεις στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων, της οργάνωσης της εργασίας αλλά και της εξέλιξης των παραγωγικών σχέσεων. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει καθώς φτάνουμε στα «χρυσά 80’s» και ο Ψυχρός Πόλεμος φτάνει προς το τέλος του.
Η δεκαετία του ‘80, πέραν των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος, χαρακτηρίστηκε και από την εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών στην παραγωγή. Αν και ακόμα βρισκόταν σε βρεφονηπιακό στάδιο και οι τότε λειτουργίες τους -αλλά και κόστος- δεν συγκρίνονται επ’ουδενί με αυτές των σημερινών «απογόνων» τους, οι αλλαγές που έφεραν στην παραγωγή ήταν σαρωτικές. Εξέλιξαν περαιτέρω την ήδη αυτοματοποιημένη παραγωγή, τυποποιώντας την ακόμα περισσότερο, βοηθώντας στον αποτελεσματικότερο προγραμματισμό, στην λογιστική, στον συντονισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όσον αφορά τα πιο τεχνικά ζητήματα, εισήγαγαν το CAD, την προσομοίωση και μοντελοποίηση των προϊόντων, κάτι που μείωσε τους κύκλους παραγωγής, επέτρεψε τον πειραματισμό πάνω στα μοντέλα, αλλά και μετέφερε μεγαλύτερη ευθύνη και χρησιμότητα στα χέρια των μηχανικών και σχεδιαστών των προϊόντων.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
Όλα τα παραπάνω υπονόμευσαν το στάνταρντ φορντικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής, των μεγάλων παραγωγικών κύκλων και φυσικά των μαζικών παραγωγικών μονάδων στις οποίες εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες. Η πρώιμη αυτοματοποίηση των 70’s έχει γίνει πλέον η κανονικότητα των 80’s. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη αποβιομηχανοποιούνται. Όσες βιομηχανίες παραμένουν μειώνουν δραστικά το προσωπικό των ανειδίκευτων εργατών αντικαθιστώντας τους με υπολογιστές και εξειδικεύμενους μηχανικούς και σχεδιαστές προϊόντων. Ακόμα και η μεταποιητική βιομηχανία αρχίζει να τα μαζεύει για τον τρίτο κόσμο -όπως εξηγήσαμε και στο πρώτο μέρος-, ενώ σιγά σιγά τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά εργοστάσια που πρόκειται να παραμείνουν στις δύο ηπείρους θα αφορούν είτε προϊόντα υψηλής τιμής (π.χ. φάρμακα), είτε προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της πλέον αποκεντρωμένης και παγκοσμιοποιημένης παραγωγής π.χ. ένα αυτοκίνητο του οποίου σχεδόν όλα τα εξαρτήματα κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες αλλά η συναρμολόγηση αυτών και η έξοδος του στην αγορά λαμβάνει χώρα σε ένα εργοστάσιο του Μονάχου.
Το όφελος αυτής της αποκέντρωσης της παραγωγής είναι τεράστιο για τους καπιταλιστές: με την εξαγωγή εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου το κόστος παραγωγής μειώνεται ραγδαία λόγω χαμηλότερων εργατικών απολαβών, ενώ ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερα τα μονοπώλια καθώς οι εταιρίες πλέον ελέγχουν τις μεταφορές, την διανομή, το branding και την πατέντα μεταξύ άλλων. Η αξία των προϊόντων πέφτει, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη αντανάκλαση αυτής στην τιμή, η οποία ενώ πράγματι πέφτει μερικώς, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το νέο περιθώριο κέρδους να είναι ίσο με το παλιό. Κοινώς, ενώ οι Ευρωπαίοι πλέον έχουν πρόσβαση σε ολίγον φθηνότερα αγαθά, αυτή η νέα συνθήκη έρχεται με ένα πολύ μεγάλο κόστος: αυτό της αβεβαιότητας για το αύριο.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγή αντανακλώνται σύντομα και στις κοινωνικές σχέσεις. Καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι συμβάσεις εργασίας, αλλά και η ίδια η εργασία αποκτούν ευελιξία, επιδόματα κόβονται, τα σπίτια ακριβαίνουν, μαζί και τα ενοίκια και πολλά ζευγάρια οδηγούνται στο να καθυστερήσουν τον γάμο τους, μαζί και την τεκνοποίηση, όπως αναφέραμε στο α’ μέρος. Αντίστοιχα στην σφαίρα των ιδεών λαμβάνει χώρα ένας ριζικός μετασχηματισμός, με την ανάδειξη διαφόρων κοινωνικών κινημάτων, φεμινιστικών, κοινωνικών (π.χ. για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και της σεξουαλικής απελευθέρωσης), ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πότε νομιμοποιήθηκε η έκτρωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες: όπως σωστά μαντέψατε, στα 70’s και στα 80’s. Την περίοδο της αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης και όλων των μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις που περιγράψαμε νωρίτερα.
Βέβαια, θα ήταν λίγο χοντροκομμένη μια αναγωγή της νομιμοποίησης της έκτρωσης στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και της οργάνωσης της εργασίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κοινωνικές πιέσεις για την κατάκτηση αυτού του δίκαιου αιτήματος, ας έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι και αυτές οι κοινωνικές πιέσεις μαζικοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό λόγω της υλικής συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή της μετατροπής της τεκνοποίησης σε «επένδυση μεγάλου ρίσκου». Στον αντίποδα, στην σοσιαλιστική Ευρώπη η έκτρωση ήταν νόμιμη ήδη από την δεκαετία του ‘20 και το κράτος αντιμετώπιζε την τεκνοποίηση με έμπρακτη στήριξη των παιδιών και των ζευγαριών. Αυτή η παρένθεση ως απόδειξη της ανωτερότητας της κοινωνικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού.
| Νομιμοποίηση της έκτρωσης ανά χώρα και δεκαετία |
Αυτές όμως ήταν απλά μερικές από τις αλλαγές που χαρακτήρισαν την δεκαετία του ‘80. Η εξέλιξη και καθίερωση των ΜΜΕ στην καθημερινότητα λειτούργησε ως καταλύτης στην διάχυση των νέων αλλαγών και στην αναπαραγωγή της νέας νόρμας. Δεν ήταν καθόλου ο παραγωγός όλων αυτών των μεταβολών, όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικοί, αλλά ο αναπαραγωγός των εξελίξεων, αυτός που κανονικοποίησε την νέα συνθήκη, παρουσίασε τον ατομικισμό ως σημαντική κοινωνική ανάπτυξη και μετέφρασε την αναγκαιότητα ως αξία. Αντίστοιχα, η νέα αλλαγή προκάλεσε συγκρούσεις μεταξύ νέου και παλιού και εδώ εντοπίζεται το άγχος του συντηρητισμού, ο οποίος ένιωθε ότι έχανε την νέα γενιά καθώς ήταν και πολύ πιο φιλελεύθερη από την προηγούμενη. Τα παιδιά των 80’s ήρθαν σε κόντρα με τους γονείς τους, μεγαλωμένους με διαφορετικές νόρμες που όλες αυτές οι αλλαγές τους φαίνονταν ξένες ή και εχθρικές. Ίσως έχετε παρατηρήσει πόσο συχνά εμφανίζεται αυτή η αντίθεση συντηρητικού γονέα -«φιλελεύθερου παιδιού που θέλει να ανακαλύψει τον κόσμο και τον εαυτό του» ή που δεν ξέρει τι θέλει, σε ευρωπαϊκές και αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του ‘80. Όλα τα παραπάνω έδρασαν καταλυτικά, όχι μόνο στην καθυστέρηση της τεκνοποίησης, αλλά και στην ποσοτιαία μείωση αυτής.
| Η μέση ηλικία τεκνοποίησης των γυναικών ανά χώρα, 1980-2000-2022, OECD |
Η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν το «καλημέρα» της δεκαετίας των 90’s, όπου και όλες οι παραπάνω αλλαγές επιταχύνθηκαν. Ο νεοφιλελευθερισμός έγινε πολύ πιο επιθετικός, παίρνοντας πίσω κατακτήσεις δεκαετιών σε πολύ πιο μαζική κλίμακα απ’ ό,τι στα 80’s, ενώ ο κοινωνικός φιλελευθερισμός μαχόταν για ακόμα περισσότερη κοινωνική απελευθέρωση. Καθώς όμως δεν κατάφερε να συνδεθεί με την επαναστατική κομμουνιστική πρακτική, εν τέλει κατέληξε ουσιαστικά να αποτελεί το όπιο των μαζών και πολλές φορές να συμπλέει με τον νεοφιλελευθερισμό όσον αφορά την αποδυνάμωση των παλαιών δομών, την έμφαση στην ατομική αυτονομία, αλλά ακόμα περισσότερο στην αποσύνδεση της ταυτότητας από την παραγωγή.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν μέτρα σταθεροποίησης των δημογραφικών και ανανέωσης της πληθυσμιακής πυραμίδας, ειδάλλως θα βλέπαμε μία κατάρρευση ήδη από την δεκαετία του ‘90, ίσως και αργότερα. Το σημαντικό μέτρο εξ’ αυτών ήταν η μετανάστευση. Ήδη από το ‘50-’60 και λόγω της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και φυσικά της έλλειψης απαραίτητου εργατικού δυναμικού (καθώς το υπάρχον είχε γίνει κρέας για τα κανόνια 20 χρόνια πριν), χώρες όπως η Γαλλία, η Δ. Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρούν σε συμφωνίες με τρίτα κράτη και προσκαλούν ανθρώπους για εργασία. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις, αυτές οι συμφωνίες ήταν κομμάτι της μεταποικιακής συνθήκης μεταξύ πρώην αποικίας και μητρόπολεις, κάτι που αργότερα θα μετατραπεί στο γνωστό φαινόμενο του «brain drain». Παρ’ όλα αυτά αυτές οι συμφωνίες ήταν παροδικές και δεν προέβλεπαν μαζική οικογενειακή μετανάστευση παρά μόνο ατομική και για ορισμένο χρονικό διάστημα (Gastarbeiterprogramm).
Κατά τα πρώτα χρόνια του ‘70 και καθ’όλη την δεκαετία του ‘80 αυτό το φαινόμενο αρχίζει να μετατρέπεται από παροδική ατομική μετανάστευση σε οικογενειακή, μόνιμη μετανάστευση. Στα αστικά κέντρα της Ευρώπης αρχίζουν σιγά σιγά να σχηματίζονται αφρικανικές, αραβικές, λατινοαμερικάνικες κοινότητες. Μία κατάσταση που σήμερα είναι δεδομένη για κάθε άνθρωπο που ζει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο αρχίζει να πρωτοεμφανίζεται τότε. Αν και οι προλετάριοι-μετανάστες, μεγαλωμένοι σε πιο συντηρητικές κοινωνίες, θα καταφέρουν να επουλώσουν για ένα χρονικό διάστημα το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης και τις μακροχρόνιες συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πανάκεια.
Καθώς ενσωματώνονται στις κοινωνίες, τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο, συναναστρέφονται με άλλα παιδιά, μεγαλώνουν, φεύγουν από το σπίτι για να σπουδάσουν, εντάσσονται στην παραγωγή, ερωτεύονται, συζούν με την σύντροφο ή τον σύντροφό τους και βιώνουν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της μεταφορντικής πραγματικότητας, γίνεται δύσκολο και γι’ αυτά η συντήρηση μιας πολυμελούς οικογένειας. Ακόμα και αν υποστηρίζονται οικονομικά από το σόι τους, ή αν αντίστοιχα συναναστρέφονται μόνο με άτομα της κοινότητάς τους, η παραγωγή τους χτυπά καθημερινά την πόρτα υπενθυμίζοντάς τους ότι ο τρόπος ζωής τους είναι ασυμβίβαστος με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και με τις ανάγκες της αγοράς. Ως αντίδραση σε αυτό, οι νεαροί μετανάστες είτε στρέφονται περισσότερο στην αγκαλιά της κοινότητάς τους, επιχειρώντας να διατηρήσουν τις νόρμες τους, ή στον αντίποδα, ενσωματώνονται στις νόρμες της εκάστοτε κοινωνίας στην οποία πλέον ζουν.
Η μετανάστευση συνεχίζεται και κατά την δεκαετία του ‘90, λόγω της κατάρρευσης των κρατών του σοσιαλιστικού μπλοκ και των ιμπεριαλιστικών πολέμων σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Γιουγκοσλαβία. Αντίστοιχα ολόκληρες οικογένειες φεύγουν από τις βομβαρδισμένες χώρες τους για αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής σε χώρες που είναι υπεύθυνες για τον ξεριζωμό τους. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και εδώ, όπου η ευρωπαϊκή οργάνωση της παραγωγής και η μεταφορντική νεοφιλελεύθερη πίεση αναπτύσσουν μία αντίφαση μεταξύ αυτών και του οικογενειακού μοντέλου των μεταναστών, κάνοντάς το μη βιώσιμο και ωθώντας τους ιδίους στην κατάσταση που περιέγραψα στην παραπάνω παράγραφο. Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, ο καπιταλισμός εξελίσσεται, νεοφιλελευθεροποιείται ακόμα περισσότερο και οι νέες γενιές ενσωματώνονται στην παραγωγή και στην κοινωνία, εμφανίζονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ διεθνών ζευγαριών, πιο ευέλικτες οικογενειακές σχέσεις, κάτι το οποίο μοιάζει ξένο για την κοινωνία της π.χ. Νιγηρίας, αλλά όχι για νεαρούς Νιγηριανούς στην Ιταλία του σήμερα. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο παρουσιάζεται και στην τεκνοποίηση, όπου συγκρίνοντας τα ποσοστά γεννήσεων μεταξύ πρώτης και τρίτης γενιάς μεταναστών παρατηρούμε ότι η διαφορά είναι αξιοπρόσεκτη, ενώ εντοπίζουμε ταυτόχρονα και άλλους παράγοντες που ενισχύουν αυτή την τάση όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, η αντισύλληψη, κάτι το οποίο σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου είναι είτε παράνομο, είτε κοινωνικά απονομιμοποιημένο. Εν τέλει, όσο δυνατοί κι αν είναι οι οικογενειακοί δεσμοί των μεταναστευτικών πληθυσμών η παραγωγή, η οργάνωση αυτής και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική ηγεμονία είναι πολύ ισχυρότερες δυνάμεις.
| Ποσοστό εργατών ανά χώρα που ανησυχούσε για απώλεια της δουλειάς του, 2022, OECD |
Όμως το ‘90 δεν έφερε μόνο αυτές τις αλλαγές. Με την πτώση των τιμών των ηλεκτρονικών υπολογιστών, την μαζική έξοδό τους στην αγορά και την διάδοση του ίντερνετ αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα φόρουμς, ο πρόγονος των σημερινών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ένας νέος κόσμος απλώνεται μπροστά στα μάτια των νέων γενεών που πλέον μπορούν να συνομιλούν και να συζητούν με ανθρώπους από την άλλη άκρη της γης, άμεσα και γρήγορα. Οι ειδήσεις πλέον γίνονται αντικείμενο σχολιασμού και όχι απλά παθητικής τηλεθέασης στην τηλεόραση, όπως μέχρι τότε είχαν συνηθίσει. Τα κινητά τηλέφωνα επιταχύνουν την άμεση διάδοση της πληροφορίας και της επικοινωνίας και ο κόσμος νιώθει ότι βρίσκεται σε μία επανάληψη των «χρυσών 50’s και 60’s», όπου η τεχνολογία έμοιαζε κινητήρια δύναμη και φορέας πανανθρώπινης πρόοδου. Η ενσωμάτωση όμως αυτών των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή θα συντρίψει κάθε αυταπάτη. Καθώς ο μεταφορντισμός απαιτεί ευελιξία και άμεση αντανακλαστική αντίδραση στις ανάγκες της αγοράς, πλέον η δουλειά θα ακολουθεί κάθε έναν όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν κάνει. Ένα τηλέφωνο στις 6.00 το πρωί είναι αρκετά για να σηκωθεί κάποιος γρήγορα, να ντυθεί και να τρέξει στο γραφείο επειδή προέκυψε έκτακτο meeting με εταιρικούς συνεργάτες, ασχέτως φυσικά αν η βάρδια του ξεκινά στις 7.00.
Ταυτόχρονα και ενώ η τριτογενοποιημένη εργασία επεκτείνεται, κατακτώντας τις ευρωπαϊκές οικονομίες, εμφανίζονται νέα επαγγέλματα υψηλής προσφοράς που κάνουν ακόμα πιο αβέβαιο το μέλλον των νεαρών εργατών. Οι μεταφορές, η εποχιακή εργασία, ο τουρισμός, οι πωλήσεις, απαιτούν πολλές φορές τα ταξίδια σε άλλα μέρη, καλλιεργώντας μια άκρως ρευστή σχέση του υποκειμένου με τον χώρο και μια αβεβαιότητα για βασικά ζητήματα όπως η ενοικίαση ενός σπιτιού και οι κοινωνικές σχέσεις. Η δημιουργία οικογένειας γίνεται έτσι ένας άθλος, ενώ η τεκνοποίηση ένα βαρίδιο, μια περαιτέρω ευθύνη πάνω από το κεφάλι του ζευγαριού με μεγάλο κόστος.
Με τον ψηφιακό καπιταλισμό να αποτελεί το τελευταία ως τώρα φάση του καπιταλισμού, οι αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την προηγούμενη φάση πλέον έρχονται να μονιμοποιηθούν και να εντατικοποιηθούν. Με την εισαγωγή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή, η πρώτη γίνεται αποδοτικότερη ενώ πλέον η καθημερινότητα γίνεται και αυτή κομμάτι της ψηφιακής ινφοσφαίρας. Ταυτόχρονα τα παλαιά επαγγέλματα εξελίσσονται, νέα επαγγέλματα προκύπτουν μαζί και νέες ανάγκες. Κάθε εργασιακός χώρος μεταφέρεται και σε μία εφαρμογή άμεσων μηνυμάτων όπου η παραγωγή συντονίζεται, το εβδομαδιαίο πρόγραμμα ανακοινώνεται, μαζί και προβλήματα που έχουν προκύψει. Οι ειδοποιήσεις πρέπει να είναι πάντα ανοιχτές μην και τυχόν έρθει κάποιο μήνυμα ή τηλέφωνο από την δουλειά, ασχέτως του τι ώρα είναι, του αν εργάζεται κάποιος ή όχι. Η καθημερινότητα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα στρατόπεδο όπου πάντα πρέπει να ‘μαστε σε επιφυλακή μην και τυχόν δεχθούμε εχθρικά πυρά.
Ταυτόχρονα, λόγω του απρόσωπου που καλλιεργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετοι να εκφραστούν ελεύθερα (ανώνυμα ή επώνυμα) στον τοίχο τους, να αυτοαναπαράγονται στο κοινό τους επιταχύνοντας την αλλοτρίωση που εξαρχής τους οδήγησε σε αυτή την κατάσταση και στην ψηφιακή αποχαύνωση.
Θα ήταν λάθος φυσικά να ισχυριστούμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν η αιτία μαζικότερης αλλοτρίωσης ή και αυξανόμενων ψυχικών νοσημάτων που παρατηρούνται κατά την μετα-covid εποχή. Στην πραγματικότητα, όπως παλαιότερα έκαναν και τα ΜΜΕ, αναπαρήγαγαν όλες τις μεταβολές που λάμβαναν χώρα εντός της κοινωνίας. Ήταν απλά ο δίαυλος μεταφοράς και εικονογράφησης αυτής της δυναμικής διαδικασίας που μετασχημάτιζε τις δυτικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα όμως, εκτός από μέσα παραγωγής, μετατράπηκαν και σε μέσα άντλησης νέας υπεραξίας από τον χρήστη. Δεδομένα αντλούνται από τις πλατφόρμες, πωλούνται σε άλλες εταιρίες, χτίζεται profiling και ο χρήστης γίνεται στόχος διαφημίσεων (και ιδεολογίας) βάσει των προτιμήσεων που έχουν καταγραφεί από την πλατφόρμα. Έτσι μπορεί να νομίζει ότι είναι ελεύθερος να καταναλώνει προϊόντα και απόψεις ενώ στην πραγματικότητα είναι στόχος ενός πολύ καλά σχεδιασμένο διεταιρικού μάρκετινγκ. Το ίντερνετ παρουσιάζεται ως εργαλείο (και είναι) του οποίου η καλή ή κακή χρήση είναι στο χέρι του καθενός. Μπορείς να αυτοεξελιχθείς ή να καείς στην ροή των ειδήσεων λέει η αγορά εργασίας. Αυτό το τσιτάτο όμως δεν είναι παρά μια μυστικοποιημένη εμφάνιση της πραγματικότητας, ένα νεοφιλελεύθερο αφήγημα που πετά κάτω από το χαλί όλα τα δομικά προβλήματα που οδηγούν στην αλλοτρίωση και αυτοκαταστροφικότητα, η οποία προφανώς δεν οφείλεται στα social media αλλά αντανακλάται σε αυτά.
Θα ήταν επίσης λάθος να κατηγορήσουμε όλα τα παραπάνω προβλήματα που προέκυψαν στην οργάνωση της παραγωγής καθώς είναι άμεσα εξαρτώμενη από τις παραγωγικές σχέσεις και τους συσχετισμούς αυτών. Ο φορντικός καπιταλισμός, τα ισχυρά κοινωνικά κράτη, η οικονομική σταθερότητα, ήταν όλα πρόσκαιρα φαινόμενα μιας περιόδου έντονων διεθνών συγκρούσεων μεταξύ Ιμπεριαλισμού και Σοσιαλισμού, ευνοϊκών ταξικών συσχετισμών υπέρ του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού στρατοπέδου που πίεζε για την κατάκτηση όλων αυτών των προνομίων καθώς και της μεταφοράς υπεραξίας από τον Τρίτο προς τον Πρώτο Κόσμο, από τις αποικίες προς τις μητροπόλεις. Με το πέρας της αποικιοκρατίας και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, δόθηκε η ευκαιρία στις άρχουσες τάξεις της ευρωπαϊκής ηπείρου να προχωρήσουν στην εξαγωγή της βιομηχανίας στις πρώην αποικίες, μία κίνηση που όχι μόνο θα μεγιστοποιούσε τα κέρδη τους, αλλά και θα άλλαζε τους συσχετισμούς υπέρ αυτών, διαλύοντας τον βιομηχανικό συνδικαλισμό, αναπτύσσοντας μια τεχνητή και ελεγχόμενη ανεργία ως φορέα πίεσης στους εργάτες, ενώ με την ιδεολογική γλώσσα του μεταφορντισμού, τον νεοφιλελευθερισμό, κατόρθωσαν να διαβάλουν ακόμα και την ίδια την αριστερά μετατρέποντάς την από ένα ταξικό-πολιτικό κίνημα σε φορέα σοσιαλφιλελεύθερο φορέα διαχείρισης του καπιταλισμού και «εξανθρωπισμού» της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.
Εν τέλει η τεκνοποίηση, το οικογενειακό μοντέλο αλλά και οι κοινωνικές σχέσεις εν συνόλω αναδιοργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αποσταθεροποίηση των υπάρχοντων σχέσεων παραγωγής. Ο καπιταλισμός χτίζει και γκρεμίζει, αφήνοντας τα υποκείμενα μόνα να μαζέψουν τα συντρίμμια τους μετά από κάθε μεταβολή του. Αναδιαρθρώνεται, μετασχηματίζει την παραγωγή, διαλύει αδύναμα κράτη μαζί και τις κοινωνίες τους, αναπτύσσει συγκρούσεις και αντιθέσεις μεταξύ του παλιού και του νέου, όλα αυτά φυσικά για να επιβιώσει ενώ ιστορικά έχει ξεπεραστεί και δεν θέλει να καταλάβει ότι ήρθε η ώρα να ξαπλώσει στο νεκροκρέβατό του και να αναπαυθεί στο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Καθώς οι κοινωνικές σχέσεις αλλοτριώνονται και η κοινωνία κανιβαλίζεται βλέποντας τον εχθρό στο τάδε ή στο δείνα υποκείμενο, κατηγορώντας τις γυναίκες και τα νέα ζευγάρια για τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, τους μετανάστες για την εγκληματικότητα, τους ψυχικά ασθενείς για την αύξηση της βίας, είναι αναγκαίο να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα προβλήματα είναι δομικά, όχι ατομικά, ούτε κοινωνικά. Η κοινωνία δεν είναι παρά ένας αφηρημένος όρος και η αναγωγή ενός προβλήματος σε αυτήν μπορεί να σημαίνει χίλια δυο, όπως ότι είναι προβληματική, ότι χρειάζεται μόρφωση, ή – ακόμα χειρότερα – ότι έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά και μία τάση προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που χαρακτηρίζουμε προβληματική. Όμως μια τέτοια συλλογική ευθύνη είναι αντιεπιστημονική και ιδεολογικά καθοδηγούμενη από όσους προσπαθούν να συγκαλύψουν τις πραγματικές αιτίες ενός προβλήματος και ενώ το αναδεικνύουν ουσιαστικά δεν επιθυμούν να το λύσουν, τουλάχιστον όχι αποτελεσματικά και χωρίς μετάθεση ευθυνών.
Ευτυχώς ή δυστυχώς και καθώς ο ιμπεριαλισμός αγριεύει είναι αναγκαίο να έχουμε στον νου μας ότι ένα δίκαιο σύστημα δεν έρχεται μόνο να ανατρέψει τις σχέσεις παραγωγής και να προσφέρει ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Έρχεται και για να μετασχηματίσει τις κοινωνικές σχέσεις, να τις κάνει πιο ανθρώπινες, αποεμπορευματοποιημένες, ειλικρινείς. Και αυτός ο μετασχηματισμός αφορά και την οικογένεια και την τεκνοποίηση φυσικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου