Οι συντηρητικοί δεξιοί που εξαγριώθηκαν με την επιλογή της μαύρης ηθοποιού ως «Ωραίας Ελένης», δεν υπερασπίζονται τον Όμηρο. Υπερασπίζονται την ιδιοκτησία πάνω στην εικόνα.Στην ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, την Ωραία Ελένη υποδύεται η μαύρη ηθοποιός Λουπίτα Νιόνγκο.
Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Πριν μιλήσουμε για τον σάλο που ξέσπασε επειδή στην ταινία, (όχι ντοκιμαντέρ), «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, την Ωραία Ελένη υποδύεται η μαύρη ηθοποιός Λουπίτα Νιόνγκο, είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε τη λανθασμένη εντύπωση για το ομηρικό έπος. Γιατί ο πανικός γύρω από το κάστινγκ της ταινίας δεν είναι άσχετος. Πατάει πάνω σε μια γενικευμένη άγνοια.
Σαν να λέμε ότι σε ενοχλεί μια λεπτομέρεια στο εξώφυλλο όταν δεν έχεις διαβάσει καν το βιβλίο.
Από τότε που ξέσπασε ο «σοσιαλμιντιακός πόλεμος» για την «Ωραία Ελένη», ρωτάω συντηρητικούς δεξιούς κάτω από σχετικές αναρτήσεις μου, κάτι απλό, σχεδόν παιδικό: «Τι πραγματεύεται η Ιλιάδα του Ομήρου;». Η απάντηση είναι σχεδόν πάντα ίδια: «Τον Τρωικό πόλεμο φυσικά», συνοδευόμενη σχεδόν πάντα από κοσμητικά επίθετα σχετικά με τον ελλιπή πατριωτισμό μου και την έχθρα μου προς την ορθοδοξία.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι κάνουν λάθος, αλλά το ότι απαντάνε με την αυτοπεποίθηση κάποιου που πιστεύει ότι μόλις είπε κάτι αυτονόητο, κάτι που δε χωράει συζήτηση.
Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις γιατί ενοχλούνται τόσο με ένα ρόλο μιας ταινίας.
Γιατί όταν την Ιλιάδα την έχεις περιορίσει σε ένα λανθασμένο γενικό πλαίσιο, όπως: «ένας πόλεμος» «ο Δούρειος Ίππος» ή «ο θρίαμβος των Αχαιών και η καταστροφή της Τροίας», τότε το μόνο που μένει είναι η βιτρίνα, οι περικεφαλαίες, οι χλαμύδες, οι «σωστοί» χρωματότυποι δέρματος.
Λοιπόν, πάμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η Ιλιάδα ΔΕΝ πραγματεύεται τον «Τρωικό Πόλεμο» με την έννοια μιας ιστορικής αφήγησης ή ενός χρονικού γεγονότων. Δεν ξεκινά από την αρπαγή της Ελένης, δεν φτάνει στον Δούρειο Ίππο, δεν σε «ξεναγεί» στην άλωση της Τροίας.
To συγκεκριμένο Έπος του Ομήρου, καλύπτει μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι μερικών εβδομάδων του δέκατου και τελευταίου χρόνου μιας ήδη μακροχρόνιας σύρραξης και ξεκινά με μια λέξη που είναι η ουσία του έπους, όχι η περιγραφή της σύγκρουσης.
Μήνις. Οργή.
Το Ομηρικό έπος ξεκινά με τη την επίκληση του Ομήρου: «Τον άγριο θυμό, θεά, τραγούδησε του Αχιλλέα».
Εννοώντας δηλαδή τον καταστροφικό θυμό του Αχιλλέα εναντίον του Αγαμέμνονα για την κλοπή της αιχμάλωτης τρωάδας σκλάβας Βρισηίδας και καταλήγει με την επιστροφή του νεκρού σώματος του Έκτορα στον πατέρα του, τον Πρίαμο (τι συγκλονιστική αφήγηση).
Αυτό είναι όλο.
Ο Δούρειος Ίππος δεν αναφέρεται πουθενά στην Ιλιάδα. Ούτε η άλωση της Τροίας. Ούτε η καταστροφή της πόλης. Ούτε η νίκη των Αχαιών. Το έπος του Ομήρου τελειώνει με τον Αχιλλέα ακόμα ζωντανό και την πτέρνα του ατρύπητη από το βέλος του Πάρη.
Όταν λοιπόν κάποιος οργίζεται επειδή μια ταινία «προδίδει τις παραδόσεις μας» με μια «μαύρη Ελένη», ενώ παράλληλα πιστεύει ότι η Ιλιάδα διηγείται τον Δούρειο Ίππο και την πτώση της Τροίας, τι ακριβώς υπερασπίζεται; Σίγουρα όχι την «ακρίβεια» του αρχαίου κειμένου.
Υπερασπίζεται όμως κάτι άλλο. Μια συλλογική φαντασίωση, μια λαϊκή εκδοχή του μύθου που έχει διαμορφωθεί από ταινίες, εικονογραφημένα βιβλία και δυστυχώς σχολικά μαθήματα.
Αυτό που κάνει την ιστορία της Ελένης τόσο διαχρονική δεν είναι η ομορφιά της και φυσικά όχι το χρώμα του δέρματός της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της, η επιλογή της, η ύπαρξή της μετατρέπεται σε επιχείρημα. Σε δικαιολογία. Σε casus belli.
Η Ελένη (όπως και η Βρισηίδα) είναι σύμβολο ανταγωνισμού και ιδιοκτησίας. Το σώμα της γίνεται επιχείρημα, λάβαρο, δικαιολογία.
Ακριβώς όπως συμβαίνει διαχρονικά σε κοινωνίες που χρειάζονται να μεταθέσουν την ευθύνη της επιθετικότητάς τους σε ένα πρόσωπο, συνήθως γυναικείο, για να αποφύγουν να μιλήσουν για τις δομές της πατριαρχικής εξουσίας που παράγουν τη βία. Η Ελένη δεν απήγαγε τον εαυτό της. Δεν κήρυξε τον πόλεμο. Αλλά το όνομά της έγινε το λάβαρο κάτω από το οποίο πέθαναν «ηρωικά» χιλιάδες άνδρες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση μυθιστορίας η εξήγηση του Τρωικού Πολέμου (ως ενιαίο «γεγονός») είναι πολύ πιο κοντά σε γεγονότα που ζούμε και σήμερα, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσης της Βενεζουέλας ή της Γροιλανδίας, παρά στην αρπαγή ενός έφηβου κοριτσιού.
Η Τροία ήταν μια ακμάζουσα πόλη με εγγύτητα σε κρίσιμες εμπορικές οδούς μεταξύ Αιγαίου, Προποντίδας και Εύξεινου Πόντου, ελέγχοντας τις εμπορικές διαδρομές και εξάγοντας πολύτιμα προϊόντα ακόμα και προς τον παρακμάζοντα ήδη τότε, μυκηναϊκό κόσμο. Οι Μυκηναίοι του 13ου αιώνα π.Χ., που επεκτείνονταν επιθετικά στη Μικρά Ασία ενώ οι δικές τους πόλεις είχαν αρχίσει να καταρρέουν, δεν μπορούσαν να ανεχτούν μια ανταγωνιστική δύναμη που μονοπωλούσε το διεθνές εμπόριο και ήταν πλούσια σε ορυκτό πλούτο (κυρίως χαλκό και κασσίτερο). Η καταστροφή της Τροίας ήταν οικονομική και γεωπολιτική αναγκαιότητα που «ντύθηκε» στον μύθο της αρπαγής της Ελένης.
Ας γυρίσουμε όμως στο σήμερα και πίσω στο σκανδαλιστικό κάστινγκ της “Οδύσσειας” του Νόλαν.
Οι συντηρητικοί δεξιοί που εξαγριώθηκαν με την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο ως «Ωραίας Ελένης» δεν υπερασπίζονται τον Όμηρο. Υπερασπίζονται την ιδιοκτησία πάνω στην εικόνα.
Όπως ακριβώς κάνουν εδώ και αιώνες οι αγιογράφοι με έναν ξανθό, γαλανομάτη εβραίο που έζησε στην Παλαιστίνη πριν 2000 χρόνια.
Θέλουν η αρχαιότητα να είναι ελεγχόμενη περιγραφή με συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένο χρώμα δέρματος και συγκεκριμένη αισθητική. Μια αρχαιότητα που να τους επιβεβαιώνει, όχι ένα ιστορικό ή λογοτεχνικό πεδίο που ξαναδιαβάζεται και επαναπροσδιορίζεται.
Ο κινηματογράφος και η τέχνη όμως δεν είναι υπηρεσία πιστοποίησης μιας φυλετικής φαντασίωσης. Είναι τέχνη αναπαράστασης, ερμηνείας και μετατόπισης.
Το επιχείρημα «μα δεν ήταν έτσι»” συνήθως δεν λέγεται από ανθρώπους που ανησυχούν για την ιστορική ακρίβεια, αλλά από αυτούς που αγωνιούν να ελέγξουν ποιος επιτρέπεται να εμφανιστεί ως φορέας ενός μύθου που τον θεωρούν δικό τους.
Η ειρωνεία είναι ότι αν όντως τους ενδιέφερε ο Όμηρος, θα μπορούσαν να εντοπίσουν τον πυρήνα των έργων του.
Ότι δηλαδή οι μεγάλοι πόλεμοι δεν ξεκινούν μόνο από την «παρέκκλιση» των άλλων, αλλά και από την αλαζονεία των δικών μας.
Ότι η εξουσία χωρίς όριο γεννά οργή, η οργή γεννά βία και η βία γεννά πένθος.
Ότι το πιο ανθρώπινο σημείο του έπους δεν είναι η δόξα αλλά η ρωγμή. Όταν δηλαδή ο Πρίαμος γονατίζει μπροστά στον Αχιλλέα, φιλάει τα χέρια του φονέα του γιού του και αυτή η ασταμάτητη μηχανή εκδίκησης, ο οργισμένος, ημίθεος Αχιλλέας, λυγίζει μπροστά στο μεγαλείο ενός πατέρα που ζητάει να θάψει το γιό του.
Οπότε ναι, όλοι αυτοί, θα συνεχίσουν να φωνάζουν για την Ελένη.
Είναι πολύ πιο εύκολο από το να μιλήσουν για το τι πραγματεύεται πραγματικά η Ιλιάδα και τι η δική τους πολιτική φαντασίωση.
Και τα δύο τους προκαλούν αμηχανία.
----------------------------------------------------------------------------
Ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης είναι αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός στον ΑΘΗΝΑ 984. Έχει εργαστεί ως αρχισυντάκτης σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, ενώ ήταν συνιδρυτής και Διευθυντής Σύνταξης του 2020mag.gr (του Μέσου που αποκάλυψε την υπόθεση Λιγνάδη). Παράλληλα ως άτομο διαγνωσμένο με ΔΕΠΥ, έχει πρωτοστατήσει στην ανάδειξη θεμάτων νευροδιαφορετικότητας και ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις, διοργάνωση συνεδρίων, αρθρογραφία και ομιλίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου