Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

«Η απολογία του Νίκου Κοεμτζή»


Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή είναι παρούσα

Νόρα Ράλλη


Ο Μάρκος Γέττος γίνεται ο Κοεμτζής με έναν τρόπο που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε ρητές ηθικές κρίσεις. Αντίθετα, σπρώχνει τον θεατή στη ζώνη αναμέτρησης με τις δικές του προκαταλήψεις για το καλό και το κακό, για την ευθύνη και την κοινωνική διαμόρφωση του εγκλήματος.

Τέτοια εποχή ήταν: τέλη Φεβρουαρίου του 1973. Κυριακή ξημερώματα, 24 προς 25 Φλεβάρη. Λίγο πριν από την εξέγερση στη Νομική, λίγους μήνες πριν από την εξέγερση στο Πολυτεχνείο. Η Αθήνα ήταν χουντική. Η Ελλάδα ήταν χουντική. Μετά μία δεκαετία με απίστευτα ρευστό πολιτικό σκηνικό και πολιτικές δολοφονίες από το παρακράτος (Λαμπράκης, Πέτρουλας) η δικτατορία ήρθε όπως την προετοίμαζαν: από τους ίδιους που μετά τη νίκη της Κατοχής πήραν την εξουσία, από τους ταγματασφαλίτες και τους απογόνους τους. Αυτή ήταν η Ελλάδα τότε (για να μη μιλήσω για το σήμερα...).
Ποτέ δεν σταμάτησαν οι σκιές στην Ελλάδα από τον Εμφύλιο και μετά. Τότε, μες στη χούντα, οι σκιές ήταν πολύ έντονες. Για τους περισσότερους, και για τον Νίκο Κοεμτζή, αυτές οι σκιές, όπως πολύ σωστά ονόμασε το κοινωνικοπολιτικό -κρατικό και παρακρατικό- σύστημα του τότε ο καθηγητής Εγκληματολογίας, Γιάννης Πανούσης, ήταν εκεί. Ζωντανές, υπαρκτές. Πανταχού παρούσες. Τα ξημερώματα Κυριακής 25ης Φεβρουαρίου 1973 ο Νίκος Κοεμτζής δεν μαχαίρωσε τρεις αστυνομικούς, δεν τραυμάτισε άλλους εφτά θαμώνες του νυχτερινού κέντρου «Νεράιδα» στην Κυψέλη – αυτές τις σκιές θέλησε να σκοτώσει. Αυτές που δεν τον είχαν αφήσει ποτέ ήσυχο.
«Για μια παραγγελιά λέμε ότι έγινε το έγκλημα. Οι κώδικες τιμής είναι ισχυροί. Οταν σπάνε, υπάρχει μια αντίδραση (δίκαιη σύμφωνα με τον κώδικα τιμής) σχεδόν παβλοφικά αυτοματοποιημένη. Ο Νίκος Κοεμτζής αντέδρασε γιατί ενώ ο αδερφός του Δημοσθένης έκανε την «Παραγγελιά» για να χορέψει τις «Βεργούλες», οι ένστολοι με πολιτικά δεν κατέβηκαν από την πίστα. Ο Νίκος θόλωσε, έβγαλε μαχαίρι κι έγινε το κακό. Πέρα από αυτό, ο Κοεμτζής δεν χτυπούσε πρόσωπα: χτυπούσε το παρελθόν και το παρόν του. Αυτό που όλη του τη ζωή τον έβαζε στη θέση του καταδιωκόμενου εξαιτίας του αριστερού παρελθόντος του πατέρα του, που δεν είχε αφήσει στιγμή τον Νίκο: από τον δάσκαλο ώς τη φτωχοποίηση, το περιθώριο, την Ασφάλεια που είχε τα μάτια της πάνω του» είπε ο Γιάννης Πανούσης προχθές σε μια ειδική βραδιά λίγο πριν από την πρεμιέρα του θεατρικού «Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή». Το κείμενο του Βαγγέλη Γέττου είναι εξαιρετικό και προέκυψε μετά από μεγάλη έρευνα αλλά και βαθιά γνώση, καθώς ο Βαγγέλης είναι και νομικός και ουσιαστικά πολιτικοποιημένος. Στη σκηνή είναι ο αδερφός του δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία: ο Μάρκος Γέττος γίνεται ο Κοεμτζής με έναν τρόπο που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε ρητές ηθικές κρίσεις. Αντίθετα, σπρώχνει τον θεατή στη ζώνη αναμέτρησης με τις δικές του προκαταλήψεις για το καλό και το κακό, για την ευθύνη και την κοινωνική διαμόρφωση του εγκλήματος. Σε αυτό το σημείο η παράσταση κατορθώνει να γίνει λιγότερο ένα έργο για τον Κοεμτζή και περισσότερο ένα έργο για το πώς οι κοινωνίες παράγουν τα δικά τους τραύματα και τους δικούς τους μύθους.
Σε νέα σκηνοθεσία, από τον Κώστα Κιμούλη αυτή τη φορά, το έργο αποτελεί μια ανοιχτή πρόκληση στον θεατή να αναρωτηθεί πού τελειώνει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η ευθύνη της κοινωνίας. Η παράσταση δεν παίρνει καθαρά θέση υπέρ της «απολογίας» ή της «δικαίωσης», ούτε θέλει να εξωραΐσει το πρόσωπο του Κοεμτζή· τοποθετείται στο πεδίο του ερωτήματος: τι οπλίζει το χέρι ενός ανθρώπου ώς το έγκλημα; Και πόσο η κοινωνία την ίδια στιγμή συνδιαμορφώνει τις επιλογές του; Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους είναι απολύτως κατάλληλη για όλες τις ηλικίες – κατ’ εμάς μακάρι να τη δουν όλοι οι έφηβοι. Εκείνο το βράδυ της συζήτησης υπήρχε ένα 16χρονο κορίτσι στο κοινό, που μετά μίλησε υπέροχα. Δυστυχώς ο Πάνος Σόμπολος, που μίλησε και ο ίδιος, παρά τη μεγάλη εμπειρία του στο αστυνομικό ρεπορτάζ, δεν φάνηκε να έχει καταλάβει διόλου πως κανένα έγκλημα δεν είναι εκτός κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, ούτε τι σημαίνει απολιτικοποίηση της βίας. Ο ίδιος είπε απλώς και κάπως (έως εντελώς) υποτιμητικά: «Το ‘73 κάλυψα το έγκλημα ως νέος δημοσιογράφος. Μετά έβλεπα τον Νίκο στις φυλακές. Ολο μου έλεγε «Ηταν η κακιά η ώρα!». Ολο αυτό λένε οι περισσότεροι από δαύτους: πως ήταν η κακιά η ώρα».
«Κάθε τόσο με τραβάγανε στην Ασφάλεια. Με ρίχνανε σε ένα δωμάτιο, πετούσανε νερό μέσα και με είχανε τρεις - τέσσερις μέρες νηστικό, χωρίς να έχω κάνει τίποτα. «Τώρα σκοτώνουμε και δεν δίνουμε λογαριασμό» μου έλεγαν» – αυτά είναι λόγια του ίδιου του Κοεμτζή, που μπορεί να πέρασε στη συλλογική μνήμη ως ένας στυγνός εγκληματίας, αλλά η ιστορία του έγινε ποίημα της Κατερίνας Γώγου, τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο (σ.σ. «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο») και εξαιρετική ταινία από τον Παύλο Τάσσιο.
Ο Κοεμτζής έμεινε 23 χρόνια στη φυλακή και πέθανε, επίσης απόκληρος (ποτέ δεν έγινε κοινωνικά αποδεκτός στ’ αλήθεια), από καρδιά πουλώντας το βιβλίο του στο Μοναστηράκι. Κάποιοι θυμόμαστε ακόμα τη φιγούρα του εκεί. Και ευτυχώς, 15 χρόνια μετά τον θάνατό του και μισό αιώνα μετά το έγκλημα, κάποιοι προβληματίζονται ακόμα για το πώς η διαμεσολαβημένη βία είναι ίσως χειρότερη από την ίδια την εγκληματική πράξη.

ℹ️ «Η απολογία του Νίκου Κοεμτζή» παίζεται κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο θέατρο Nous (Τροίας 34, 5 λεπτά από το σταθμό του ηλεκτρικού «Βικτώρια». Τηλεφωνικές κρατήσεις: 210-8237333, 6972808525). Προπώληση: www.ticketservices.gr. Εως και σήμερα Σάββατο 31/1, ισχύει το early bird στα εισιτήρια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου