Από την Παλαιστίνη του 1938 στο Ισραήλ του 1953 – Οι συνδετικοί κρίκοι δύο ιδιαίτερων αναμετρήσεων για την Εθνική Ελλάδας.
Ένας χρόνος συμπληρώνεται το Σάββατο (10/10) από την εκεχειρία στη Γάζα, η οποία ουσιαστικά δεν τηρήθηκε ποτέ αφού κάθε μέρα Παλαιστίνιοι χάνουν τις ζωές τους ή εκτοπίζονται, σε μια περιοχή που εξακολουθεί να κουβαλά τις πληγές με βαρύ ανθρώπινο αποτύπωμα και ρίζες που φτάνουν πολύ πιο πίσω από τα γεγονότα των τελευταίων ετών.
Μια αναδρομή σχεδόν εννέα δεκαετίες πίσω μάς μεταφέρει σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, πολύ πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τις ανατροπές που θα ακολουθούσαν, όταν η Εθνική Ελλάδας ταξίδεψε στην περιοχή για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που έμελλε να διασωθεί και μέσα από ένα σπάνιο κινηματογραφικό ντοκουμέντο.
Ήταν 22 Ιανουαρίου 1938 όταν το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα αντιμετώπιζε στο Τελ Αβίβ την ομάδα της Παλαιστίνης, η οποία τότε τελούσε υπό Βρετανική Εντολή, στην πρώτη μεταξύ τους αναμέτρηση για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας.
Οι κινούμενες εικόνες που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα ανοίγουν ένα παράθυρο σε εκείνη την εποχή, καταγράφοντας όχι μόνο στιγμές από τη νίκη της Εθνικής με 3-1, αλλά πρόσωπα, εξέδρες και έναν ποδοσφαιρικό κόσμο που λίγα χρόνια αργότερα θα είχε αλλάξει ανεπιστρεπτί.
Η «γαλανόλευκη» αποστολή είχε φτάσει μερικές ημέρες νωρίτερα, ώστε τα μέλη της να έχουν την ευκαιρία να επισκεφθούν και τους Αγίους Τόπους.
Οι ομογενείς του Τελ Αβίβ και της Ιερουσαλήμ επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στους διεθνείς, οι οποίοι έδωσαν το «παρών» σε δεξίωση του αθλητικού συλλόγου «Κίντμα» που αποτελούνταν από Έλληνες μετανάστες.
Ο Σπύρος Κοντούλης ταξίδεψε με νωπό ακόμη ένα χτύπημα στο μέτωπο από φιλικό παιχνίδι απέναντι στη Μικτή Αλεξάνδρειας, γεγονός που ενδέχεται να εξηγεί γιατί χρησιμοποιήθηκε μόνο στο δεύτερο ημίχρονο.
Η μοίρα τού επιφύλασσε τραγικό τέλος έξι χρόνια αργότερα, καθώς τον Ιούνιο του 1944 δολοφονήθηκε από Γερμανούς στρατιώτες στην προσπάθειά του να αποδράσει από όχημα που τον μετέφερε από τις φυλακές Χαϊδαρίου για εκτέλεση.
Το ενδιαφέρον για τη συνάντηση ήταν έντονο στις τάξεις των ντόπιων και στους κόλπους των βρετανικών αρχών, όπως επιβεβαιώνει η παρουσία αρκετών επισήμων στις εξέδρες.
Ξεχωριστή παρουσία ήταν εκείνη του Ρόμπερτ Έντουαρντ Χάρολντ Κρόσμπι, ο οποίος το 1938 ήταν διοικητής της Νότιας Περιφέρειας σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο, εν μέσω της Αραβικής Εξέγερσης του 1936-1939.
Ο Βρετανός αξιωματούχος είχε μακρά παρουσία στην περιοχή και μετά τις αιματηρές ταραχές του 1929 συμμετείχε στις προσπάθειες για την εισαγωγή φόρου εισοδήματος, μέτρο που αποσκοπούσε μεταξύ άλλων στην ελάφρυνση της επιβάρυνσης των Αράβων αγροτών.
Για χρόνια αντιτάχθηκε επίσης στη μεταφορά εβραϊκών συνοικιών της Γιάφα στη διοικητική δικαιοδοσία του Τελ Αβίβ, θεωρώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε πλήγμα για την αραβική κοινότητα της πόλης.
Το «παρών» έδωσε και ο Ίσραελ Ρόκαχ, δήμαρχος του Τελ Αβίβ από το 1936, ο οποίος είχε αναλάβει το αξίωμα με απόφαση του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή, παρά το γεγονός ότι το δημοτικό συμβούλιο είχε ψηφίσει με 8-7 υπέρ του Μοσέ Σελούς, προκαλώντας τότε έντονες αντιδράσεις για την παρέμβαση της αποικιακής διοίκησης.
Παρέμεινε επικεφαλής της πόλης κατά την Αραβική Εξέγερση, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Πόλεμο του 1948, ενώ επί των ημερών του πραγματοποιήθηκε το 1950 η προαναφερθείσα διοικητική ένωση του Τελ Αβίβ με τη γειτονική Γιάφα, στην οποία ο ίδιος είχε αρχικά αντιταχθεί.
Ο Ρόκαχ υποδέχθηκε εγκάρδια στο δημαρχείο την ελληνική αποστολή, προσφέροντας λευκώματα με φωτογραφίες και στοιχεία για την ανάπτυξη της πόλης.
Το μυστήριο με το γήπεδο
Η προετοιμασία των διεθνών συνεχίστηκε στο γήπεδο όπου επρόκειτο να διεξαχθεί η αναμέτρηση, καθώς η «Palestine Post» ανέφερε στις 20 Ιανουαρίου ότι οι Έλληνες προπονήθηκαν στο «Maccabi Field», την ώρα που οι γηπεδούχοι πραγματοποίησαν το δικό τους πρόγραμμα στο «Hapoel Field».
Η ίδια ονομασία εμφανίστηκε ξανά την παραμονή του παιχνιδιού ως «Maccabi ground, Tel Aviv», ενώ στο ρεπορτάζ της επόμενης ημέρας η εφημερίδα σημείωσε ότι η Εθνική επικράτησε 3-1 στο «Maccabi Field», οπότε δεν υπάρχει ουσιαστική αμφιβολία ότι αυτό ήταν το στάδιο που χρησιμοποιήθηκε.
Σύγχυση επικρατεί στον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό του, αφού στο Τελ Αβίβ της εποχής υπήρχαν διαφορετικοί αγωνιστικοί χώροι που συνδέονταν με τη Μακάμπι και οι μεταγενέστερες καταγραφές δεν συμφωνούν μεταξύ τους αναφορικά με το ποιος φιλοξένησε το ματς.
Μία από τις ισχυρότερες εκδοχές οδηγεί στο γήπεδο της Μακάμπι στο Ουάντι Μουσράρα, κοντά στη συνοικία ΧαΤίκβα, το οποίο χρησιμοποιούσε ο σύλλογος εκείνη την περίοδο.
Ωστόσο δεν έχει εντοπιστεί σύγχρονο δημοσίευμα που να συνδέει ρητά τη συγκεκριμένη τοποθεσία με την αναμέτρηση της 22ας Ιανουαρίου.
Στην αβεβαιότητα προστίθεται και το γήπεδο της Μακάμπι στην οδό Σαλαμέ, ανάμεσα στις συνοικίες Νέβε Σαανάν και Σαπίρα, το οποίο λειτουργούσε επίσης εκείνα τα χρόνια.
Μάλιστα, σε ιστορική καταγραφή αναφέρεται ως «νέο γήπεδο», στοιχείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον δεδομένης της μεταγενέστερης καταχώρισης της ΕΠΟ ως «Νέο Στάδιο».
Το μυστήριο περιπλέκει ακόμη περισσότερο το σωζόμενο κινηματογραφικό ντοκουμέντο, καθώς το Israel Film Archive το έχει καταχωρίσει ως γυρισμένο στο «Migrash HaDkalim», δηλαδή σε διαφορετικό αγωνιστικό χώρο από εκείνους στους οποίους οδηγούν οι υπόλοιπες ενδείξεις.
Προτού ακολουθήσει η αποτύπωση του αγωνιστικού σκέλους, αξίζει να σημειωθεί ότι οι τρεις από τις πιθανές τοποθεσίες (Ουάντι Μουσράρα, οδός Σαλαμέ, Migrash HaDkalim) βρίσκονταν ουσιαστικά πάνω σε έναν άξονα μήκους περίπου 2,5 χιλιομέτρων, στο νότιο και νοτιοανατολικό Τελ Αβίβ.
Η προετοιμασία των διεθνών συνεχίστηκε στο γήπεδο όπου επρόκειτο να διεξαχθεί η αναμέτρηση, καθώς η «Palestine Post» ανέφερε στις 20 Ιανουαρίου ότι οι Έλληνες προπονήθηκαν στο «Maccabi Field», την ώρα που οι γηπεδούχοι πραγματοποίησαν το δικό τους πρόγραμμα στο «Hapoel Field».
Η ίδια ονομασία εμφανίστηκε ξανά την παραμονή του παιχνιδιού ως «Maccabi ground, Tel Aviv», ενώ στο ρεπορτάζ της επόμενης ημέρας η εφημερίδα σημείωσε ότι η Εθνική επικράτησε 3-1 στο «Maccabi Field», οπότε δεν υπάρχει ουσιαστική αμφιβολία ότι αυτό ήταν το στάδιο που χρησιμοποιήθηκε.
Σύγχυση επικρατεί στον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό του, αφού στο Τελ Αβίβ της εποχής υπήρχαν διαφορετικοί αγωνιστικοί χώροι που συνδέονταν με τη Μακάμπι και οι μεταγενέστερες καταγραφές δεν συμφωνούν μεταξύ τους αναφορικά με το ποιος φιλοξένησε το ματς.
Μία από τις ισχυρότερες εκδοχές οδηγεί στο γήπεδο της Μακάμπι στο Ουάντι Μουσράρα, κοντά στη συνοικία ΧαΤίκβα, το οποίο χρησιμοποιούσε ο σύλλογος εκείνη την περίοδο.
Ωστόσο δεν έχει εντοπιστεί σύγχρονο δημοσίευμα που να συνδέει ρητά τη συγκεκριμένη τοποθεσία με την αναμέτρηση της 22ας Ιανουαρίου.
Στην αβεβαιότητα προστίθεται και το γήπεδο της Μακάμπι στην οδό Σαλαμέ, ανάμεσα στις συνοικίες Νέβε Σαανάν και Σαπίρα, το οποίο λειτουργούσε επίσης εκείνα τα χρόνια.
Μάλιστα, σε ιστορική καταγραφή αναφέρεται ως «νέο γήπεδο», στοιχείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον δεδομένης της μεταγενέστερης καταχώρισης της ΕΠΟ ως «Νέο Στάδιο».
Το μυστήριο περιπλέκει ακόμη περισσότερο το σωζόμενο κινηματογραφικό ντοκουμέντο, καθώς το Israel Film Archive το έχει καταχωρίσει ως γυρισμένο στο «Migrash HaDkalim», δηλαδή σε διαφορετικό αγωνιστικό χώρο από εκείνους στους οποίους οδηγούν οι υπόλοιπες ενδείξεις.
Προτού ακολουθήσει η αποτύπωση του αγωνιστικού σκέλους, αξίζει να σημειωθεί ότι οι τρεις από τις πιθανές τοποθεσίες (Ουάντι Μουσράρα, οδός Σαλαμέ, Migrash HaDkalim) βρίσκονταν ουσιαστικά πάνω σε έναν άξονα μήκους περίπου 2,5 χιλιομέτρων, στο νότιο και νοτιοανατολικό Τελ Αβίβ.
«Γαλανόλευκη» νίκη στην άμμο
Οι εκτιμήσεις για την προσέλευση παρουσιάζουν επίσης σημαντικές αποκλίσεις, με την πιο… πειστική να είναι εκείνη της «Palestine Post», η οποία έκανε λόγο για 6.000 θεατές στο ρεπορτάζ της επόμενης ημέρας.
Το RSSSF, από την πλευρά του, ανέφερε 8.000 στη σελίδα με τα αποτελέσματα της ομάδας της Βρετανικής Εντολής και τον ίδιο αριθμό στην αντίστοιχη καταγραφή των αγώνων της Ελλάδας.
Υπάρχει πάντως και διαφορετική καταχώριση του RSSSF που κατεβάζει τον αριθμό στις 5.000, ενώ η μεταγενέστερη αναδρομή της ισραηλινής ομοσπονδίας τον ανεβάζει σε περίπου 10.000, επομένως ακόμη και σε αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να δοθεί με βεβαιότητα ένας κοινά αποδεκτός αριθμός.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα δύσκολο αγωνιστικό χώρο, ξερό και αμμώδη, ο οποίος δυσκόλευε την κίνηση των ποδοσφαιριστών και περιόριζε αισθητά την ταχύτητα της μπάλας.
Η εφημερίδα «Αθλητισμός» στάθηκε ιδιαίτερα στις συνθήκες, περιγράφοντας πόσο επίπονο ήταν το περπάτημα και εξαίροντας την προσπάθεια των Ελλήνων να ανταποκριθούν απέναντι σε αντιπάλους περισσότερο εξοικειωμένους με το συγκεκριμένο τερέν.
Στο αγωνιστικό σκέλος, η Εθνική μπήκε ιδανικά στην αναμέτρηση και απέκτησε από πολύ νωρίς σαφές προβάδισμα, με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Κλεάνθη Βικελίδη, ο οποίος βρήκε δίχτυα δύο φορές στο πρώτο δεκάλεπτο.
Οι γηπεδούχοι κατάφεραν να μειώσουν λίγο αργότερα με τον Πέρι Νόιφελντ, ενώ στο δεύτερο ημίχρονο ο Αντώνης Μηγιάκης διαμόρφωσε το τελικό 1-3.
Αυτή ήταν η πρώτη εκτός έδρας νίκη στην ιστορία της «γαλανόλευκης» και η παρθενική σε επίπεδο προκριματικής φάσης Παγκοσμίου Κυπέλλου, αφού είχε προηγηθεί το 4-0 από την Ιταλία στο Μιλάνο τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Η ρεβάνς με την Παλαιστίνη διεξήχθη στις 20 Φεβρουαρίου 1938 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου περίπου 12.000 θεατές είδαν την Ελλάδα να δυσκολεύεται.
Τη λύση έδωσε και πάλι ο Κλεάνθης Βικελίδης, ο οποίος ευστόχησε σε πέναλτι στο 88ο λεπτό, πέτυχε το τρίτο προσωπικό του γκολ στις δύο αναμετρήσεις, γράφοντας το 1-0 και στέλνοντας την Εθνική στην επόμενη φάση των προκριματικών, όπου την περίμενε η πανίσχυρη Ουγγαρία.
Εγένετο Ισραήλ
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Εθνική βρέθηκε ξανά στην ίδια γεωγραφική περιοχή, αυτή τη φορά για να αντιμετωπίσει το Ισραήλ στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954.
Απέναντι στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα παρατάχθηκε πλέον μια ομάδα που εκπροσωπούσε ένα εντελώς διαφορετικό κρατικό καθεστώς από εκείνο του 1938.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Βρετανική Εντολή είχε φτάσει στο τέλος της, ο ΟΗΕ είχε εγκρίνει τον Νοέμβριο του 1947 σχέδιο διαμελισμού της Παλαιστίνης και στις 14 Μαΐου 1948 είχε ανακηρυχθεί η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.
Ακολούθησε ο πόλεμος του 1948 και η Νάκμπα, με τον μαζικό εκτοπισμό και τη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων από τις εστίες τους, γεγονότα που άλλαξαν ριζικά τον πολιτικό και δημογραφικό χάρτη της περιοχής.
Οι σχέσεις Αθήνας και Τελ Αβίβ βρίσκονταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο, καθώς η χώρα μας είχε προχωρήσει το 1949 σε de facto αναγνώριση του νεοσύστατου κράτους, χωρίς όμως να ακολουθήσουν η πλήρης αναγνώριση και η εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων, εξελίξεις που θα έρχονταν αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 1990.
Μόλις έναν χρόνο πριν από την ποδοσφαιρική τους συνάντηση, το 1952, είχε γίνει ένα ακόμη βήμα προσέγγισης με τον ορισμό Έλληνα διπλωματικού αντιπροσώπου παρά την ισραηλινή κυβέρνηση, ενώ την ίδια περίοδο άρχισαν να διαμορφώνονται πιο συγκεκριμένοι δίαυλοι συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες.
Οι συμπτώσεις του 1953
Μέσα σε αυτό το νέο ιστορικό και διπλωματικό περιβάλλον πραγματοποιήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1953 η αναμέτρηση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στην οποία η «γαλανόλευκη» επικράτησε 1-0 χάρη σε γκολ του Θανάση Μπέμπη.
Η ποδοσφαιρική σύνδεση ανάμεσα στις δύο εποχές ήταν πάντως εντυπωσιακή, καθώς την Εθνική καθοδηγούσε ξανά ο Κώστας Νεγρεπόντης, ο οποίος είχε τον ίδιο ρόλο και στο παιχνίδι του Τελ Αβίβ το 1938.
Στην απέναντι πλευρά, ο Μοσέ «Τζέρι» Μπέιτ-Χαλεβί είχε πλέον περάσει στην τεχνική ηγεσία, αφότου αντιμετώπισε την Ελλάδα ως παίκτης της Παλαιστίνης στη ρεβάνς της Αθήνας το 1938.
Σε εκείνο το παιχνίδι είχε αγωνιστεί μαζί με τον αδελφό του Αβραάμ, βασικό και στην πρώτη αναμέτρηση στο Τελ Αβίβ, ενώ δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο Μοσέ επέστρεψε στη Λεωφόρο ως προπονητής του Ισραήλ!
Η πορεία του Αβραάμ πήρε στη συνέχεια δραματική τροπή, καθώς το 1939 παρέμεινε στην Αυστραλία έπειτα από περιοδεία της Μακάμπι και, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εντάχθηκε στον στρατό της χώρας, χάνοντας τελικά τη ζωή του στις επιχειρήσεις στη Νέα Γουινέα.
Το τελευταίο κεφάλαιο εκείνης της προκριματικής διαδρομής γράφτηκε στις 8 Μαρτίου 1954 στο Ραμάτ Γκαν, όπου η Ελλάδα επικράτησε 2-0, ολοκληρώνοντας έναν ιδιαίτερο ποδοσφαιρικό κύκλο που συνέδεε πρόσωπα του 1938 με μια περιοχή που στο μεταξύ είχε αλλάξει δραματικά.
Πλάνα από τις τις αναμετρήσεις με το Ισραήλ:
Η Φωτογραφία είναι προϊόν AI
Η ποδοσφαιρική σύνδεση ανάμεσα στις δύο εποχές ήταν πάντως εντυπωσιακή, καθώς την Εθνική καθοδηγούσε ξανά ο Κώστας Νεγρεπόντης, ο οποίος είχε τον ίδιο ρόλο και στο παιχνίδι του Τελ Αβίβ το 1938.
Στην απέναντι πλευρά, ο Μοσέ «Τζέρι» Μπέιτ-Χαλεβί είχε πλέον περάσει στην τεχνική ηγεσία, αφότου αντιμετώπισε την Ελλάδα ως παίκτης της Παλαιστίνης στη ρεβάνς της Αθήνας το 1938.
Σε εκείνο το παιχνίδι είχε αγωνιστεί μαζί με τον αδελφό του Αβραάμ, βασικό και στην πρώτη αναμέτρηση στο Τελ Αβίβ, ενώ δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο Μοσέ επέστρεψε στη Λεωφόρο ως προπονητής του Ισραήλ!
Η πορεία του Αβραάμ πήρε στη συνέχεια δραματική τροπή, καθώς το 1939 παρέμεινε στην Αυστραλία έπειτα από περιοδεία της Μακάμπι και, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εντάχθηκε στον στρατό της χώρας, χάνοντας τελικά τη ζωή του στις επιχειρήσεις στη Νέα Γουινέα.
Το τελευταίο κεφάλαιο εκείνης της προκριματικής διαδρομής γράφτηκε στις 8 Μαρτίου 1954 στο Ραμάτ Γκαν, όπου η Ελλάδα επικράτησε 2-0, ολοκληρώνοντας έναν ιδιαίτερο ποδοσφαιρικό κύκλο που συνέδεε πρόσωπα του 1938 με μια περιοχή που στο μεταξύ είχε αλλάξει δραματικά.
Πλάνα από τις τις αναμετρήσεις με το Ισραήλ:
Η Φωτογραφία είναι προϊόν AI


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου