Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

«Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

 
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις , πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε -Έχεις πεντάρα.
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον. -Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον -Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων. -Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο- Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.
-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά . Καλά λέει ο μαστρο- Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά , χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα . Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. " Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή , παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ , δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας.
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή; Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως
προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου; -Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα- Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι
η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα , κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε -Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου. Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.' -Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι , οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα , νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά -Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου.
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα; -'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα . Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς; -Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε -Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν. -Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά!
Πηγή: 24grammata.com

… και, του χρόνου.

Του Απόστολου Λυκεσά
 
Ήτανε, λέει η διήγηση, άνοιξη, στα σίγουρα, όταν ο Νέαρχος Ανδροτίμου, Κρης, ναύαρχος του στόλου του Μεγάλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ναυπήγησε νέα πλοία στον ποταμό Υδάσπη, επειδή βρήκε βολικά τα βαβυλωνιακά κυπαρίσσια. Ύστερα έκοψε αζιμούθιο και παρέπλευσε τις ακτές των Αραβίων, των Ωρειτών, των Ιχθυοφάγων, της Καρμανίας. Του το είχε παραγγείλει ο βασιλιάς να βρει θαλάσσια επαφή από Περσία σε Ινδία. Κι ύστερα στην επιστροφή, ανάπλευσε τον Πασίτιγρι και τον Ευφράτη κι έφτασε ανακουφισμένος και επευφημούμενος στα Σούσα το 324 π.Χ. όπου τα βράδια διηγούνταν σαν παραμύθι τις περιπέτειες του στον θριαμβευτή άνακτα που είχε σαρώσει την τότε γνωστή οικουμένη.
Σε μια του αφήγηση, θολή χρονικά και περισσότερο γεωγραφικά, διηγείται ότι έφτασε σε ένα νησί, κατά Μπαχρέιν μεριά το υπολογίζουν νεότεροι, που το λέγαν Νόσαλα*. Κι ήταν το νησί ζωσμένο από τοπικούς θρύλους πως, όποιος το πλησίαζε μαύρος ρούφουλας τον κατάπινε, χανόταν δια μιας, μηδέ τη φωνή του άκουγες, μηδέ τα κοκαλάκια του εύρισκες, μαύρη τρύπα η νήσος, ως και τον χρόνο εξαφάνιζε, ούτε πουλιά, ούτε ψάρια, ούτε ερπετά, ούτε θηλαστικά δεν υπήρχαν πάνω της εξαφάνιζε ως και την μνήμη, τα πάντα κατάπινε. Όλα αυτά τα έκανε μια στριμμένη Νηρηίδα έλεγε η ιστορία, πολύ κακιωμένη, άγνωστο για ποιο λόγο, αλλά το ‘χε βάλει αμέχι μουχαμέτι να ζει μονάχη της και όποιον της χαλούσε την μοναξιά, τον έστελνε στο απώτατο τίποτα.
Ε, το λοιπόν, φίλες και φίλοι καμιά φορά οι γραφιάδες, οι καλαμαράδες, οι μικροφωνάδες, οι παραμυθάδες, οι κουτσομπόληδες, οι παρλαπίπες, οι ολιγογράφοι και οι πολυλογάδες, συμβαίνει, που και που, να πέφτουν πάνω στη νήσο τούτη, γιατί τα Νόσαλα, μπορούν να βρίσκονται τη μια στη Μεσόγειο και την άλλη στον Ινδικό, χθες στην Ωκεανία και σήμερα στα στενά του Μαγγελάνου, αλλά και τον πορθμό της Κορίνθου τον καταδέχονται, μπορεί να είναι σε πολλά σημεία ταυτοχρόνως, τέτοιο διαολονήσι είναι, καταπίνει τον Λόγο περισσότερο από ότι καταπίνουν οι καλόγεροι τη γλώσσα τους όταν δίνουν όρκο σιωπής.
Τώρα, είμαι κι εγώ έξω από το νησί αυτό, κι όπως βλέπω την ομίχλη του, λέω να πάω «κι ας μου βγει και σε κακό», οπότε εξηγώ την από δω και πέρα σιωπή μου, μέχρι το τέλος του χρόνου, κι απ τον καινούργιο βλέπουμε, αν δηλαδή βγει ο Ήλιος -όπως στον σχετικό μύθο- και αποφασίσει να με λευτερώσει.
Πάντως για μην αποκαρδιώσω τους ευεπίφορους στην απογοήτευση, θυμίζω και την συνέχεια της αληθινής πια ιστορίας. Ο Νέαρχος όταν έφτασε έξω από τα Νόσαλα και γνωρίζοντας τους μύθους πήρε κατ’αρχήν τα μέτρα του. Έστειλε λέει ο ίδιος έναν κέρκουρο, ένα μικρό σκάφος, μια μικρή βάρκα της συνοδείας του στόλου στα Νόσαλα για ανίχνευση. Αλλά ο κέρκουρος δεν γύρισε ποτέ. Μάταια περίμεναν να ακούσουν κουπιά και να δουν το πλοιάριο να επιστρέφει. Κι έπεσε πανικός μεγάλος στον στόλο ολόκληρο, να φύγουν λέγανε από εκεί μην τους καταπιεί όλους το διαολονήσι, μην τους τραγανίσει τα κόκκαλα η νηρηίδα, τρέμανε σαν τα ψάρια πολεμιστάδες δυό μέτρα που είχανε σκοτώσει ο καθένας αμέτρητους στις μέχρι τότε μάχες. Αλλά ο Νέαρχος δεν ήταν ψάρι, θύμωσε, πολύ, μπήκε σε μια άλλη βάρκα και πήγε στο νησί, κατέβηκε στην παραλία του, το έφερε βόλτα, τον κέρκουρο δε τον βρήκε βέβαια αλλά ο ίδιος τίποτα δεν έπαθε, γύρισε κανονικά στον στόλο και τους έριξε ένα μπερντάχι για τις βλακώδεις δεισιδαιμονίες τους.
Άρα λέω πια ότι το θέμα είναι πρώτα να μην φοβάσαι και, δεύτερο, να θυμώνεις, να θυμώνεις και να το δείχνεις κάθε που βάζουν απέναντί σου σκιάχτρα. Τότε θα βρεις ότι ο γραφιάς ή ο παραμυθάς που έψαχνες δεν είχε χαθεί ποτέ. Πάει να πει ότι ανακαλύπτει ή ανασταίνει ο καθείς τους γραφιάδες που έχει ανάγκη. Κι όσοι χάνονται μπορεί να μην είναι για κακό. Μπορούν να ελπίζουν ότι θα τους ανακαλύψουν κάποιοι άλλοι από αυτούς που δεν τους χρειάζονταν ή τους ξέχασαν.
Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά.
 
*«Μέγας Αλέξανδρος - Οι πρώτες πηγές- Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών» (Εισαγωγή-Κείμενα- Μετάφραση- Σχόλια, Ήρκος - Στάντης Ρ. Αποστολίδης, εκδόσεις Gutenberg, 2015)

Χριστούγεννα στον Αη Στράτη...

Έργο του Γ. Φαρσακίδη
 
Περνούμε τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων. Ζώα, πατάτες, σχέδια, ελπίδες, όλα κουρνιαχτός και στάχτη. Εκατόν τριάντα άνθρωποι στα χέρια δύο εγκληματιών, του καλόγηρου και του αστυνόμου. Δυο οκάδες κριθαρίσιο αλεύρι φτιάξαμε κουρκούτι τη μέρα πού γεννήθηκε η αγάπη για τους χριστιανούς και φάγαμε τόσοι άνθρωποι. Μια γραμμή από σκελετούς βαδίζουμε, άλλοι μπροστά κι άλλοι πίσω για το θάνατο. Κυλούσαμε μέσα σε μια κόλαση κι απ' τον ένα κύκλο τον άσχημο περνούσαμε στον άλλο. Το χειρότερο! Έξω διαβολόκαιρος. Κρύο φαρμάκι. Οι αγέρηδες δυνατοί και τσουχτεροί πέφτανε με δύναμη πάνω στον ξερόβραχο σαν να 'θελαν να τον ξεθεμελιώσουν.
Η θάλασσα ασπρογάλαζη, φοβερή μούγκριζε, έτρεχε σαν δαιμονισμένη απ' τη Λήμνο προς τα ξερονήσια και τη Σκύρα. Χτυπούσε με λύσσα σ' ένα κάβο, απέναντι απ' το χωριό, στη γωνιά του Λένιν (έτσι βγάλανε τον κάβο οι εξόριστοι), το νερό σηκωνότανε οργιές στον αέρα. Γινότανε αχνός, έκρυβε τη γη. Νόμιζες πως το υγρό στοιχείο βάλθηκε να τον ξεριζώσει. Να σαρώσει εκείνο το εμπόδιο και ύστερα λεύτερο να παίξει, να τρέξει προς το νοτιά. Λεπτούτσικα, μολυβένια σύννεφα τρέχανε στον απέραντο ουρανό, λες και παίζανε κυνηγητό με τα κύματα. Κουβαράκια-κουβαράκια μαζεμένοι κάτω απ' τα σκεπάσματα. Η σκέψη ξεπερνούσε την πείνα. Τρυπάνι μυτερό πού έφερνε πόνο, απογοήτευση. Έτρεχε, γύριζε, έκλωθε στο ίδιο πρόβλημα. «Τι θα γίνουμε; Θα πεθάνουμε, αλλά πότε και με τι μαρτύρια;»
Ψάχνουμε μ' ανήσυχο μάτι να συμπεράνουμε ποιος θ' ανοίξει τη σκηνή! Ποιος θα 'σερνε πρώτος το χορό. Έψαχνε ο καθένας να βρει τη σειρά του, τη θέση του. «Ο Καντήλας... ο Καλές... ο... ο... είναι πιο εξαντλημένοι από μένα. Αυτοί θα πεθάνουν πρώτοι, κι αφού αυτοί δεν πέθαναν... εγώ...» Έτσι σκεφτότανε ο καθένας, κι έπαιρνε κουράγιο. Την ίδια σκέψη θα 'κανε κι ο Καντήλας κι ο Καλές, και τόσοι άλλοι. Ο καθένας έβλεπε τον άλλο και φοβότανε. Η σκέψη δεν έφευγε απ' τα φαγιά. Τούτο καλό, τ' άλλο καλύτερο και κανένα άσχημο. Και τη χελώνα, και τα βατράχια, και τα φίδια, και τα χορτάρια, και τα πίτουρα. Ό,τι μπορούσε να μασηθεί, ό,τι μπορούσε να περάσει στο στομάχι ήταν «αμβροσία και νέκταρ». Ο νους γύριζε στα περασμένα. Σε μέρες πού είχαμε ψωμί. Σε μέρες πού είχαμε κρέας. Κι ένα παράπονο και γινάτι με τον εαυτό μας φύτρωνε γιατί κάποτε χύσαμε κάτι αποφάγια, γιατί δε φάγαμε ένα φαΐ. Γιατί σ' ένα φιλικό σπίτι μας είπανε να φάμε κι εμείς δε φάγαμε. Πόσο κουτοί ήμασταν τότε! Ε, και να ήταν τώρα;
Και θυμούμαστε τις χελώνες του χωριού μας παυ τρέχανε το καλοκαίρι, τρώγανε τα φασόλια κι εμείς τις κυλούσαμε στον κατήφορο. Πόσο χαζοί ήμασταν τότε. Γιατί να μην... τις φάμε... και θυμόμαστε όταν οι δικοί μας μας δίνανε ξερό ψωμί και δε μας άρεσε... ε, τι ξύλο θέλαμε! Πόσο πικραίναμε τους δικούς μας. Κι αμέσως αγαπημένα πρόσωπα ξεπετιόνταν στο μυαλό μας. Γριούλες μ' αγαθή όψη, ζαρωμένο απ' τούς πόνους και τα χρόνια και τις στερήσεις πρόσωπο, καμπουριασμένη απ' τη δουλειά ράχη, γεροντάκια, παιδόπουλα, νεαρές κοπέλες, γλυκιές συντρόφισσες. Κι οι σκελετοί ψελίζανε σα να παραμιλούσαν: «παιδάκια μου... γυναικούλα μου...» κι η σκέψη ξανά στο φαΐ. Δίπλα-δίπλα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, παρέες-παρέες πάνω από μια χούφτα κάρβουνα συζητούσαμε κι όλο συζητούσαμε το ίδιο θέμα.
- Βρε σύντροφοι, να βγούμε ζωντανοί από τούτη δα την κόλαση. Άμα βγούμε έξω θα πάρω μια οκά αλεύρι και θα φτιάξω ένα κουρκούτι που θα χαλάει ο κόσμος, Θα χορτάσω, έλεγε ένας.
- Που να δείτε τι φαΐ είναι οι χελώνες! έλεγε δεύτερος.
- Καλά! έφαγες; Και πώς μαγειρεύεται; ρωτούσε τρίτος.
- Αν έφαγα, λες; 'Εχει ένα άσπρο κρέας! Σαν κατόπουλο. Άμα τη ζεματίσεις με χοχλαστό νερό βγαίνει όλα το καύκαλο και η εξωτερική πέτσα και μένει κάτασπρο κρέας, λαχταριστό-λαχταριστό, ύστερα το βράζεις.
- Άντε καημένε! Θέλει και βράσιμο.
- Ε! και να μη φάω!! αναστέναζε ο Γιωργόπουλος. Ας βγω από δω και βλέπετε. Στο χωριό μου είναι ένα προσήλιο, σκεπασμένο με πουρνάρια. Μια πλαγιά γεμάτη χελώνες. Ας βγω και θα δείτε γλέντι, αλλά ας βγούμε πρώτα.
- Για να δείτε, βρε παιδιά, έλεγε ο Δροσόπουλος. Κάποτε ήμουνα άνεργος, γνώριζα ένα μάγειρα στου κ. Μπενάκη. Με φώναξε να τον βοηθήσω, λίγες μέρες, κι αν δεχόντουσαν τ' αφεντικά να μείνω. Τι είδανε τα μάτια μου δε λέγεται. Σαν τα θυμάμαι με πιάνει μίσος και παράπονο μαζί. Μια συναγρίδα ολάκαιρη πήγαινε μ' ένα «συνδαιτημόνα» -έτσι δεν τούς λένε;- εκείνος έπαιρνε μια μπουκιά. Σας ορκίζομαι, σύντροφοι, στην επανάσταση - μόνο μια, και το γύριζε. Ο μάγειρας το 'ριχνε στα σκουπίδια.
- Θέλεις; μου έκαμε νόημα, άρπα την και μου πάσαρε μια πιατέλα γεμάτη. Σε δυο λεπτά δεν έμεινε τίποτα. Και συνέχεια άρπαζα πιατέλες και τις καθάριζα. Ο μάγερας όλο και μου 'δινε και γέλαγε. Ύστερα από καμιά ώρα με τσάκισε μετός.
- Ωχ! φώναξαν πολλοί μαζί. Πάει το φαΐ χαμένο!
Κείνο, το «ωχ» έδειχνε ένα πόνο, λες και ήταν αυτοί οι ίδιοι, λες και ήταν εκείνη τη στιγμή.
- Σήμερα ο Κόκκινος Στρατός πολεμάει μέσα στα χιόνια και τούς αγέρηδες... άρχιζε κάποιος.
Δεν προχωρούσε λίγο η συζήτηση και γύριζε σ' άλλα κανάλια.
- Αυτοί έχουν και τρώνε. Για φανταστείτε, λαρδί, λουκάνικα, μπορς... έπαιρνε πάλι τον παλιό γνωστό δρόμο. Ο δρόμος αυτός λεγότανε δρόμος «φαΐ». Αυτό βάσταξε χρόνια, βάσταξε ως τη μέρα πού χορτάσαμε. Οποιαδήποτε συζήτηση κι αν αρχίζαμε, ύστερα απ' τις πρώτες λέξεις γύριζε στο ίδιο θέμα. Ένα μαρτύριο περισσότερο. 'Όταν βγάζαμε τα μαυράδια απ' τα κουκιά, στρώναμε από κάτω ένα πανί ή μαντήλι, ό,τι είχε ο καθένας, για να μη φύγουν όξω. Τα μαζεύαμε με προσοχή, σαν άγιο μύρος κι ύστερα τα ροκανίζαμε. Κι οι άλλοι ζηλεύανε τούς τυχερούς, τρέχανε τα σάλια τους, απλώνανε το χέρι και γυρεύανε. Και κείνοι δε δίνανε. Κάποτε, δίνοντας ρούχα κι άλλα πράγματα, πήραμε από κάποιο μαυραγορίτη λίγες ελιές γίνονταν αγώνας για τα κουκούτσια κι άκουγες κρουπ, κρατς. Δεν έμενε τίποτα.
Λιμάξαμε. Κάναμε στα μάτια πότε να φτάσει η ώρα τον φαγητού. Κι όταν έφτανε ο καθένας -οι περισσότεροι- κοιτάζαμε να μείνουμε τελευταίοι, με την πονηρή σκέψη μην περισσέψει φαΐ να μας δώσει ο μάγειρας λίγο παραπάνω. 'Όταν περνούσαμε αφήναμε ένα λόγο, ένα πείραγμα, κάποια κουβέντα για ν' ακούσει ο μάγειρας ποιος είναι, μη τυχόν και δώσει γεμάτη την κουτάλα. Κι αν έλειπε λίγο, χαλούσε ο κόσμος. Παράπονα, γκρίνιες, φωνές κουνούσαμε το πιάτο να χυθεί λίγο. Πέρναμε αντί πιάτο ένα κύπελο, για να χυθεί λιγάκι, για να μας δώσει άλλο, που Θα ήταν περισσότερο απ' ό,τι χύθηκε. Καθόμαστε -όσοι μπορούσαμε να κινηθούμε- έξω απ' το μαγειρειό ή τη διαχείριση σαν παραπονεμένα γυφτόπουλα. Μόνο που δεν απλώναμε τα χέρια για ζητιανιά. Γλείφαμε τα πιάτα, ενάμισυ χρόνο δεν παράλειψα ούτε μια μέρα που να μην το γλείψω. Κι όλοι έτσι κάνανε. Δε θυμάμαι κανένα που να μην έκανε αυτή τη δουλειά. Αν έπεφτε κάτω μια κουταλιά στο τραπέζι τη γλείφαμε.
Πολλοί θα παραξενευτούν μ' αυτά τα πράματα. Εξόριστοι και να κάνουν κατεργαριές για μια κουταλιά φαΐ, να γλείφουν τα πιάτα, να παίρνουν το φαΐ από καταγής... Να συζητάνε για χελώνες, φίδια κτλ. Θα χάσουν τη ρομαντική αντίληψη που είχανε για τούς εξόριστους. Καλά θα ήτανε βέβαια, την ώρα που πεθαίνει κανένας απ' την πείνα, να στέκεται περήφανος μπροστά σε μια κουταλιά φαΐ που πέφτει, να συζητάει για την πολιτικοστρατιωτική κατάσταση, για το δαρβινισμό και τη θεωρία της σχετικότητας. Αλλά τέτοια πράματα στα παραμύθια γίνονται. Η ζωή είναι πιο πεζή. Αλλά ας μην απογοητεύουνται. Έγλειφε κανένας το πιάτο, βαδίζοντας αγέρωχα στον τάφο. Έκαναν πονηριές για λίγο φαΐ παραπάνω, αλλά πιο κάτω ήτανε κήποι με λάχανα, στο μαγειριό και γύρω κυκλοφορούσανε κότες, γάτες, σκυλιά, αργότερα περνούσανε αρνιά, κατσίκια κι όμως κανένα δεν χάθηκε, τίποτα δεν πειράχτηκε, κανένας δεν άπλωσε χέρι να κλέψει ή και να ζητιανέψει. Μαζεμένος, κουκουλωμένος σκεφτόμούνα. Ένα γλυκό υγρό -έτσι μου 'ρχότανε- ανέβαινε στο λαιμό. Κι όλο κατάπινα-κατάπινα. Αυτό πιστεύω Θα νιώθανε και πολλοί άλλοι. Κι αυτό ήταν άλλο μαρτύριο.
27 του Δεκέμβρη. Δεν έκλεισα μάτι καθόλου όλη τη νύχτα. Ο βοριάς λυσσομανούσε. Βββς-βοούσε. Χτύπαγε εκνευριστικά μια παλιόπορτα σ' ένα χαλασμένο στάβλο, σφύριζε στις καμινάδες και κύματα-κύματα χανότανε στα άπειρα. Η θάλασσα στέναζε. Κατά τα ξημερώματα ο αέρας έκοψε κάπως, ανάλαμψε μια ελπίδα. Ίσως να καλυτερέψει ο καιρός, ίσως να 'ρθει κανένα καΐκι, ίσως να μας έρθει, ίσως... ίσως... ίσως... ίσως οι Ρώσοι να πήρανε τους Γερμανούς στα πόδια, που δεν θα σταματούσανε παρά στο Βερολίνο πόσο έξω πέφταμε μ' αυτόν τον πόλεμο! Κρίναμε χωρίς στοιχεία, κρίναμε όπως μας σύμφερε. Στην αρχή λέγαμε πως σε τρεις μήνες οι Γερμανοί θα γίνονταν κουρνιαχτός, ύστερα περιμέναμε το χειμώνα. Αργότερα το πρώτο πισωδρόμισμα. Με την υποχώρηση δεν θα σταματούσαν πουθενά. Κάναμε μια παρομοίωση με τη Μικρασιατική εκστρατεία, με την κατάρρευση της Γαλλίας κτλ.
Δεν είχε ξημερώσει χαλά σαν ήρθε ο Μπάμπης. Ξάπλωσε δίπλα μου. 'Ένιωσα ένα χέρι να τραβάει τα σκεπάσματα. Μια αδύνατη, ζεστή ανάσα ένιωσα κοντά μου στο πρόσωπο.
- Τι θέλεις; τον ρώτησα.
- Κουβέντα, μου είπε. Δεν έκλεισα μάτι. Όλο στο φαΐ ο νους μου. Μ' αυτό ανακατευότανε η κατάσταση, τα παιδιά, η άμοιρη γυναίκα. Σκεφτόμουνα πως προχωράμε πολύ γρήγορα. Από προχτές τα Χριστούγεννα ξάπλωσαν μερικοί. Σε τρεις μέρες πάνω από δέκα. Αριθμός μεγάλος για τόσες μέρες. Εκείνο το χτύπημα του βρικόλακα πολύ μας στοίχισε. Αν εξακολουθήσει αυτή η κατάσταση πολύ γρήγορα δε θα βρίσκεται κανένας ορθός. Δεν θα 'χουμε ποιος να μας συγυρίσει. Θα βρομίσουμε.
- Άσε αυτή τη συζήτηση για πείνα και θάνατο, Θα τρελαθούμε. Άλλη συζήτηση, υπάρχούν τόσα θέματα. Έπειτα υπάρχουν και ελπίδες. Ο καιρός φαίνεται θα στρώσει, μπορεί να 'ρθει κανένα καΐκι. Αναστατώσαμε όλον τον κόσμο, κάτι θα βγει, ύστερα οι Ρώσοι...
- Αν μου τα λες για να μου δώσεις κουράγιο, άκου! "Εχω αρκετό απ' αυτό. Έχω το κουράγιο του ανθρώπου που πιστεύει 100% πως θα πεθάνει κι είναι αποφασισμένος γι' αυτό. Κι ύστερα μη νομίζεις πως ο χάρος είναι τόσο τρομαχτικός όπως τον δείχνουν τα εκκλησιαστικά βιβλία δε βαριέσαι... προχτές λιποθύμησα, όχι απότομα, σιγά-σιγά βυθιζόμουνα σε μια νάρκη γλυκιά, σ' ένα βαθύ ύπνο. Αλάφρωνα. Έπαυαν οι πόνοι, ώσπου έχασα τις αισθήσεις. Σαν συνήρθα, στενοχωρέθηκα, όπως όταν κοιμάσαι βαθιά και σε αγουροξυπνήσουν. Ο θάνατος είναι μια μικρούλα καμπή. Από δω η ζωή. Έγειρες λίγο; αλλάζεις υπόσταση. Από ζωντανή ύλη γίνεσαι νεκρή, τίποτα το τρομακτικό, τίποτα το δύσκολο. Αλλαγή μιας εικόνας κινηματογράφου.
Στη σκέψη του θανάτου στενοχωριόμαστε. Ξέρεις γιατί; Δε μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας πως θα πεθάνουμε εμείς κι ο κόσμος θα μείνει ο ίδιος, θα κινιέται η γης, θα λουλουδιάζει, θα στολίζεται, θα καρπίζει, θα 'χει ήλιο και θάλασσα, αγάπες, φιλίες, έρωτες, μίση, κακίες, έχτρητες. Όλα τα πάθη της γης, τις χαρές του κόσμού. Μας είναι πιο υποφερτή η σκέψη πως μαζί μας θα χαθεί κι όλος ο κόσμος, υποφέρουμε γιατί νομίζουμε πως θα βλέπουμε όλες τις ομορφιές, θα τις νιώθουμε και δε θα μπορούμε να τις χορτάσουμε, να τις χαρούμε. Αυτό είναι ανυπόφορο. Κι όμως αυτό δε γίνεται. Άμα τα τινάξουμε... τίποτα απ' αυτά. Άλλωστε αυτό είναι θάνατος. Άμα πεθάνουμε ούτε θα βλέπουμε, ούτε θα νιώθουμε.
- Άσε αυτές τις σκέψεις.
- Φοβάσαι μη λυγίσω; Άκου, φίλε μου, να κάνω δήλωση γιατί; Να κερδίσω τι: δυο μήνες ζωή κι ύστερα; πάλι θα πεθάνω. Κι αν ζήσω χίλια χρόνια μήπως θα χορτάσω; Θα πω νυσάφι; όχι! Δεν έχει σημασία πόσο θα ζήσει κανένας, μα πώς θα ζήσει. Η ποσότητα δε βαραίνει, αλλά η ποιότητα. Αξία έχει το πώς θα πεθάνεις. Με το κεφάλι ψηλά, περήφανα ή μίζερα, κακομοίρικα. Ο χάρος τι θα πάρει: πτώμα ή αγωνιστή; Ακόμα αξία έχει αν θα πας σαν το σκυλί στ' αμπέλι ή ο θάνατός σου θα 'ναι έστω ένα μικρούτσικο αστράκι πού θα δείχνει στους άλλους το δρόμο του καθήκοντος, της θυσίας, του αγώνα. 'Έχω σαράντα χρόνια και δεν είδα άσπρη μέρα, οι γονιοί μου με φέρανε στη ζωή χωρίς κι αυτοί να το θέλουν. Σκέβρωσα και δε χόρτασα, παντρεύτηκα γι' αποκατάσταση και λάσπωσα περισσότερο, πήρα στο λαιμό μου γυναίκα και παιδιά. Έσερνα τη μίζερη ζωή μου, ώσπου κάποτε είπα:
«Αυτά δεν είναι ζωή, αυτός ο δρόμος βγάζει στην καταστροφή, άλλος δρόμος χρειάζεται». Κι από τότε άλλαξα στράτα, από ανάγκη, ακούς; από στυγνή ανάγκη. Με τους άλλους, τ' αδέρφια μου -σκέφτηκα- ή στη σωτηρία ή στο χαμό. Και γύρισμα δεν έχει, δε μπορώ. Κέρδος δεν έχει. Θα προχωρήσω, κι ο θάνατός μου θα βοηθήσει...

(Απόσπασμα από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΣΗ: «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941»)
 
Φωτογραφία: Χριστούγεννα του 1935* στον Αη Στρατη. Εξόριστοι. Στη πρώτη σειρά οι Κώστας Βάρναλης,
Δημήτρης Γληνός, Χρήστος Κανάκης (πηγή: @pankar29)

 
Ο Αη Στράτης χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σαν τόπος εξορίας το 1929. Χιλιάδες κομμουνιστές και δημοκράτες αγωνιστές θα ακολουθήσουν για πολλά χρόνια. Από το 1935 μέχρι στις 16 Ιούλη 1943, το μητρώο της ομάδας των εξόριστων κατέγραψε 950 περίπου αγωνιστές στο νησί του μαρτυρίου. Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής μια ομάδα εξόριστων βρίσκεται στο νησί. Ανάμεσά τους και ο Κώστας Μπόσης. Στις 26 Απρίλη του 1941, δυο μέρες πριν οι Γερμανοί καταλάβουν το νησί, τα όργανα του μεταξικού καθεστώτος, χωροφύλακες και πεζοναύτες, εμπόδισαν τη φυγή των εξόριστων. Πυροβόλησαν εναντίων τους και σκότωσαν τρεις. Κάτω από φριχτές συνθήκες πέθαναν από πείνα 33 εξόριστοι, μέχρι που την άνοιξη του 1943 καταφέρνουν και δραπετεύουν με τη βοήθεια του  ΕΛΑΝ οι εναπομείναντες 60. Ανάμεσα στους δραπέτες και ο Κώστας Μπόσης που αποτύπωσε τη ζωή των εξόριστων στον Αη Στράτη, τις στερήσεις, την πείνα τον θάνατο αλλά και την απαράμιλλη πίστη τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού, στο βιβλίο του «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941». Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1947 από την ΚΕ του ΚΚΕ, και ακολούθησαν κι άλλες εκδόσεις μεταγενέστερα.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Καλές Γιορτές

 
...φυσικά, όχι όπως ο Τσίπρας κι ο νεοφιλελεύθερος ΣΥΡΙΖΑ
 
Χρόνια Πολλά, Χρόνια Καλά, Χρόνια Ευτυχισμένα και ...μη ξεχνάς στήριξε τον διπλανό σου, βοήθα τον ανήμπορο το έχεις περισσότερο ανάγκη απ' όσο νομίζεις.

FT: Η λέξη της χρονιάς είναι το ΟΧΙ...

 
«Oxi». Η άρνηση στα ελληνικά. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου για την πρόταση διάσωσης της Ε.Ε., οι Έλληνες ψηφοφόροι επέλεξαν το «oxi» έναντι του «nai» με διαφορά 61 -39% αναφέρουν οι Financial Times.
Αν όλες οι ελληνικές τραγωδίες έχουν μια κάθαρση, τότε το δημοψήφισμα για τους όρους μιας τρίτης διάσωσης ήταν σίγουρα η στιγμή αυτή για την πενταετή ελληνική κρίση χρέους. Οι ψηφοφόροι επέλεξαν το «oxi» και απέρριψαν την πρόταση διάσωσης της Ε.Ε.
Αμέσως μετά χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Συντάγματος σε μια προσπάθεια κάθαρσης από τα συσσωρευμένα αισθήματα ταπείνωσης, απογοήτευσης και θυμού.
Αλλά οι Βρυξέλλες είδαν το «Μεγάλο Όχι», όπως το αποκάλεσε ο Αλέξης Τσίπρας, ως μια απόρριψη του ευρώ. Και με μόλις δύο εβδομάδες να απομένουν πριν από την λήξη ομολόγου 3,5 δισ. ευρώ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μια χρεοκοπία που σχεδόν σίγουρα θα οδηγούσε σε Grexit, φαινόταν πως οι ημέρες της χώρας στην ευρωζώνη ήταν μετρημένες.
Αυτό που ακολούθησε μια εβδομάδα αργότερα ήταν μια από τις μεγαλύτερες μεταστροφές – ή «kolotoumba» – της κρίσης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε να αποδεχτεί μια διάσωση 86 δισ. ευρώ μετά από μια διαπραγμάτευση που κράτησε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε πιο σκληρούς όρους από αυτούς που απέρριψε στο δημοψήφισμα.
Στο τέλος, το oxi μπορεί να μην προσέφερε τίποτα παραπάνω από μια κάθαρση. Δεν είχε αντίκτυπο στις διαπραγματεύσεις, πέρα από το ότι απογοήτευσε τους συμμάχους του κ. Τσίπρα στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, που ένιωσαν προδομένοι από την απόφαση του να προκηρύξει δημοψήφισμα και να κάνει καμπάνια υπέρ του oxi.
Αλλά όταν γραφτεί η ιστορία της κρίσης, το oxi της Ελλάδας μπορεί να σηματοδοτεί την στιγμή που η χώρα έφτασε στο χείλος του γκρεμού του Grexit.
Η απόφαση του κ. Τσίπρα να αλλάξει κατεύθυνση έχει την στήριξη των ψηφοφόρων, οι οποίοι επανεξέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο. Για την ώρα οι Έλληνες ψηφοφόροι λένε nai.
Πηγή: Financial Times, Euro2day.gr

Ο κύριος Ρίχτερ, o πίνακας του Πέτρου Βλαχάκη, οι 19 ακαδημαϊκοί και η αναθεώρηση της ιστορίας

Γράφει ο Χρήστος Τσαντής*
 
Τον πίνακα του Πέτρου Βλαχάκη για τη Μάχη της Κρήτης επικαλείται ο κ. Ρίχτερ στο βιβλίο του για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό περί «βρώμικης και κτηνώδους» αντίστασης από την πλευρά των Κρητικών. Η δίωξή του και η δίκη που διεξάγεται αυτή την περίοδο προφανώς και δεν απαντάει στην επιχείρηση αναθεώρησης της ιστορίας την οποία μεθοδικά προωθεί ένα τμήμα Γερμανών ιστορικών. Η αντιπαράθεση στο πεδίο της ιστορικής έρευνας γίνεται με επιχειρήματα και όχι με διώξεις. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να επιβραβεύουμε τη διαστροφή της ιστορίας και να αποδίδουμε τιμές, σαν πολιτεία ή σαν πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε πλαστογράφους της ιστορίας. Γύρω από αυτό το ζήτημα όμως προκύπτουν και κάποια ακόμα σοβαρά θέματα.
Για να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Τί απεικονίζει ο συγκεκριμένος πίνακας του Πέτρου Βλαχάκη; Ο ζωγράφος κατέγραψε αυτό ακριβώς που είδαν τα μάτια του. Ο ναζί φαντάρος, μέλος της στρατιάς των εισβολέων, μόλις έχει σκοτώσει τον Μανώλη Θεοδωράκη. Ο άνδρας που σηκώνει την πέτρα, γείτονας του θύματος, θα έπρεπε κατά τον κύριο Ρίχτερ να πει στους εισβολείς: «Περάστε! Τί θα πάρετε;» Μόνο που οι ναζί δεν ήρθαν για… τουρισμό στην Κρήτη!
 
Maxh Krhths
Ένας από τους χαρακτηριστικότερους πίνακες τής μάχης τής Κρήτης είναι και ο παραπάνω πίνακας τού
Πέτρου Βλαχάκη (που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, απ’ όπου και τον φωτογράφισα), που
απεικονίζεi μια πραγματική στιγμή από την μάχη τού Γαλατά και τον Αντώνη Φυντικάκη να επιτίθεται
με πέτρα σε έναν Γερμανό που μόλις είχε σκοτώσει έναν συναγωνιστή του

19 τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών για την υπόθεση Ρίχτερ
Οι 19 ακαδημαϊκοί δημοσίευσαν κείμενο τους στην εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 20/12/2015. Όμως δεν μένουν απλά στο θέμα της δίωξης του Ρίχτερ. Θα περίμενε κανείς ότι τα 19 τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών θα γνώριζαν για την ιστορία του πίνακα του Βλαχάκη. Θα περίμενε κανείς να γνωρίζουν ότι στη Γερμανία επιχειρείται, ειδικά μετά από την ενοποίησή της, μια έντονη προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας.
Γράφουν στο κείμενό τους ότι: «Ο Ρίχτερ, συγγραφέας του βιβλίου «Η Μάχη της Κρήτης», διαπιστώνει ως πόρισμα της ιστορικής του έρευνας τέλεση και από την πλευρά αντιστασιακών Κρητών (απρόσωπα) πράξεων που παραβιάζουν το δίκαιο του πολέμου, όπως θανάτωση συλλαμβανόμενων αιχμαλώτων, σφαγιασμό τραυματιών, ατιμασμός νεκρών κλπ. Οι πράξεις αυτές αν τελέσθηκαν, παραβιάζουν ασφαλώς διεθνείς συνθήκες που επιβάλουν μεταχείριση των αιχμαλώτων (δηλαδή εξουδετερωμένων και άρα ακίνδυνων αντιπάλων) ως υποκείμενα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πως μεταχειρίζεται τους αιχμαλώτους ο αντίπαλός τους είναι, άλλωστε, θέμα όχι μόνο του διεθνούς δικαίου αλλά και της ηθικής».
Μόνο που στην Κρήτη δεν συγκρούστηκαν κάποιοι «αντίπαλοι» στρατοί. Από τη μια μεριά ήταν οι εμπειροπόλεμες στρατιές των ναζί και από την άλλη άμαχος πληθυσμός και λίγα στρατεύματα. Από τη μία πλευρά ο ουρανός γέμιζε με γερά εξοπλισμένους στρατιώτες, ενώ από την άλλη βρίσκονταν οι υπερασπιστές της γης τους, άντρες, γέροι, γυναίκες και παιδιά, με πέτρες και με τσουγκράνες ή στην καλύτερη περίπτωση με πεπαλαιωμένο εξοπλισμό.
Έχουν καταγραφεί δεκάδες περιστατικά όπου Κρητικοί περιέθαλψαν ναζί τραυματίες, σε αντίθεση με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής που έσφαζαν γυναικόπαιδα, άρρωστους, ηλικιωμένους και αιχμαλώτους. Εξολόθρευαν ολόκληρα χωριά παραβιάζοντας κάθε έννοια δικαίου, σκοτώνοντας τα ζωντανά και κλέβοντας τη σοδειά σαν κοινοί ληστές.
Μα τα επιχειρήματα του Ρίχτερ δεν είναι καινούργια. Με τα ίδια ακριβώς λόγια «εγκαλούσαν» τους Κρητικούς οι συνεργάτες των ναζί, θορυβημένοι από την παλλαϊκή αντίσταση των κατοίκων του νησιού. Ο διορισμένος από τις κατοχικές αρχές πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου έγραφε σε διάγγελμά του. «Πληροφορήθηκα», λέει ο συνεργάτης των ναζί στις 29 Μαΐου του 1941, «ότι η συμπεριφορά σας προς τους Γερμανούς αιχμαλώτους (!!) δεν είναι η αρμόζουσα προς τη διεθνή νομιμότητα και τον πολιτισμό μας (!!)… Επειδή δε εσείς έχετε ανεπτυγμένο το αίσθημα της φιλοξενίας (!!) πρέπει να το επιδείξετε εις τους ανδρείους αντιπάλους, με όλη σας την καρδιά. Συμπεριφερθείτε ευγενώς».
 
Συμψηφισμός και σχετικοποίηση
Είναι γνωστό ότι στη Γερμανία υπάρχει διαμάχη για το σκοτεινό της παρελθόν. Η περίφημη αποναζιστικοποίηση δεν προχώρησε σε βάθος και με εξαίρεση τις κορυφές τις ναζιστικής ιεραρχίας, ο βασικός πυρήνας της ναζιστικής κρατικής μηχανής έμεινε άθικτος. Το 1986 ο Ερνστ Νόλτε δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Εκεί θα βρούμε τα σπέρματα της νέας ιστορικής οπτικής. Συμψηφισμός εγκλημάτων για να αντισταθμιστεί η ναζιστική φρίκη.
Ο Νόλτε αθώωνε ουσιαστικά τους ναζί για τις γενοκτονίες και τα φρικιαστικά εγκλήματα, καθώς παρουσίαζε αυτές τις πρακτικές της Γερμανίας ως… άμυνα ενάντια στην ΕΣΣΔ, λες και δεν ήταν η ναζιστική Γερμανία με την επεκτατική της πολιτική που προκάλεσε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Είναι καιρός να σταματήσουμε να επαναλαμβάνουμε τις συζητήσεις περί ενοχής των Γερμανών, τουλάχιστον γιατί αυτό αποτελεί συνέχεια του τρόπου σκέψης των ναζί, που είχαν πείσει τον εαυτό τους για την ενοχή των Εβραίων», έγραφε σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
Κάπως έτσι προέκυψαν οι συνδέσεις διαφόρων γενοκτονιών και η σχετικοποίησή τους, έτσι που να μειώνεται το ιστορικό φορτίο της καταστροφής που προξένησε το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας. Μόνο που ο ναζισμός είναι το μόνο πολιτικό ρεύμα το οποίο έχει ως θέση αρχής την γενοκτονία και την εξολόθρευση των «φυλετικά κατώτερων λαών».
«Αντί να αποκλείσουν το Τρίτο Ράιχ από το ιστορικό συνεχές, οι συντηρητικοί εκπρόσωποι του επαγγέλματός μας τείνουν προς τον συμψηφισμό και τη σχετικοποίηση», γράφει πολύ σωστά ο ιστορικός Χανς Μόμσεν.
Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έφτασαν να βάζουν στην ίδια μοίρα την άμυνα του Ρώσικου λαού ή την άμυνα του Ελληνικού λαού και της Κρήτης, για να αντισταθμίσουν τα ναζιστικά εγκλήματα.
Φωτογραφίες ομαδικών εκτελέσεων βρέθηκαν μετά από το τέλος του πολέμου σε σπίτια των εκτελεστών. Οι Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί που εικονίζονται να πυροβολούν συνήθως πισώπλατα γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά ή πολίτες σε ομαδικούς τάφους, τις έστελναν σαν ενθύμιο στις οικογένειές τους, πίσω στη Γερμανία, προφανώς περήφανοι για τα… «κατορθώματά» τους.
Οι εκτελέσεις και η γενοκτονία από τους ναζί δεν ήταν τυχαίο γεγονός αλλά η καθημερινότητα του πολέμου στα εδάφη που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Αποτέλεσμα της θέσης αρχής που διατυπώνει η ναζιστική ιδεολογία περί ανώτερων και κατώτερων φυλών.
 
Η Γερμανία ξαναγράφει την ιστορία
Πρόεδροι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σαν τον Βίλλυ Μπραντ γονάτιζαν μπροστά στο μνημείο του γκέτο της Βαρσοβίας. Το Άουσβιτς και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετατρέπονταν σε μουσεία της μνήμης. Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Το συντηρητικό ρεύμα που πέρασε από την οικονομία και την πολιτική, έπληξε και την ιστορική έρευνα. Η αναθεώρηση της ιστορίας ακολούθησε τις αλλαγές στο επίσημο δόγμα της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ως συνέπεια της ενίσχυσης της θέσης της στο διεθνές περιβάλλον μετά και από την ενσωμάτωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Παρόλα αυτά αναπτύχθηκαν ισχυρές αντιστάσεις στη γερμανική επιστημονική κοινότητα, όπως του ιστορικού Ντάνιελ Γκόλντχαγκεν, που υπενθυμίζει στους Γερμανούς ότι οι σφαγές στο Ανατολικό Μέτωπο, οι σφαγές στην Ελλάδα, στην Πολωνία και αλλού, η προετοιμασία και η εκτέλεση του Ολοκαυτώματος, η λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης κοντά σε κατοικημένους τόπους όπου μπορούσε κανείς να μυρίσει τις ανθρώπινες σάρκες που καίγονταν στα κρεματόρια, δεν ήταν έργο μεμονωμένων φονιάδων ή κάποιων διεστραμμένων αξιωματικών των ες-ες αλλά προϋπέθεταν τη συνεργασία μεγάλων τμημάτων του στρατού, της Βέρμαχτ, αλλά και τμημάτων του πληθυσμού. Αλλά όλα αυτά αποτελούν την αρχή ενός καινούργιου άρθρου. Μέχρι τότε θα είχε ενδιαφέρον το άνοιγμα της συζήτησης για την λήθη της ιστορίας και στην Ελλάδα, για την ενίσχυση της ιστορικής μνήμης με σκοπό την αποδυνάμωση της φασιστικής ιδεολογίας που ενισχύεται και που κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε να κυλίσει τον τροχό της ιστορίας και πάλι προς τη βαρβαρότητα και το σκοταδισμό.
*Ο Χρήστος Τσαντής είναι συγγραφέας
Δείτε και την ιστοσελίδα του: christostsantis.com

'Κάλαντα' Γιώργος Κούτσικας

Με την πρώτη του δισκογραφική δουλειά που φέρει τον τίτλο «Άκρος, Μέσος, Έσχατος», συστήνεται στο κοινό ο νέος τραγουδοποιός Γιώργος Κούτσικας που υπογράφει τη μουσική και τους στίχους και ερμηνεύει τα δέκα τραγούδια. Στα τραγούδια του Γιώργου Κούτσικα, ο οποίος κατάγεται από την Κομοτηνή, μπλέκονται αρμονικά η ροκ με την παραδοσιακή μουσική αλλά και το «έντεχνο» τραγούδι. - Πηγή: Ogdoo.gr - http://www.ogdoo.gr/diskografia/nees-kyklofories/ta-simerina-kalanta-tou-giorgou-koytsika

Βαρουφάκης: Μαριονέτες όλοι στα χέρια του Σόιμπλε...

Βαρουφάκης: Μαριονέτες όλοι στα χέρια του Σόιμπλε - Μόνο σε ψυχοπαθείς αρέσει το Eurogroup - Media

Μόνο σε ψυχοπαθείς αρέσει το Eurogroup...
 
Καθαρό πραξικόπημα χαρακτηρίζει ο Γιάνης Βαρουφάκης, τις διαπραγματεύσεις για το τρίτο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, σε συνέντευξή του στην "De Volkskrant".
«Hταν ένα καθαρό πραξικόπημα, ένα...
μεγάλο πραξικόπημα και μάλιστα επιτυχημένο», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Οπως υποστηρίζει, το Eurogroup ποτέ δεν ανέχθηκε μια κυβέρνηση, η οποία εξελέγη με βάση ένα πρόγραμμα που ήταν προκλητικό, γι' αυτό και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε η Αθήνα.
«Ήξερα ότι οποιεσδήποτε υποχωρήσεις κάναμε, ποτέ δεν θα ήταν αρκετές. Η τρόικα ήθελε να σύρει την ελληνική κυβέρνηση στη λάσπη, εξευτελίζοντάς την εντελώς με το κλείσιμο των τραπεζών».
Ως παράδειγμα της στάσης των Βρυξελλών, ο Γιάνης Βαρουφάκης αναφέρεται σε μια εμπιστευτική συζήτηση που είχε με τον Σόιμπλε κατά τη διάρκεια της οποίας δεσμευόταν για την οργάνωση μιας νέας αδιάφθορης φορολογικής διοίκησης, καλώντας μάλιστα τον Γερμανό ΥΠΟΙΚ να προτείνει έναν Γερμανό, ο οποίος θα γινόταν επικεφαλής της. «Δεν πρόκειται να διαπραγματευτώ μαζί σου», του απάντησε ο Σόιμπλε.
Πάντως από την πλευρά του το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών σημειώνει ότι ο Σόιμπλε δεν μπορεί να θυμηθεί τέτοιο αίτημα από τον Βαρουφάκη, με το Βερολίνο να επισημαίνει ότι δεν είχε καμία δουλειά να τοποθετήσει οποιονδήποτε σε αυτή τη θέση.
Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το αν υπήρξε καμία ευχάριστη ανάμνηση τελικά από τους ομολόγους του στο Eurogroup, ο πρώην ΥΠΟΙΚ απάντησε: «Όποιος μιλά για ευχάριστες στιγμές στο Eurogroup θα πρέπει να τον κλείσουν αμέσως μέσα γιατί είναι ένας επικίνδυνος τρελός (γέλια). Το Eurogroup είναι ένα πολύ δυσάρεστο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ και Ντράγκι. Τα κέντρα εξουσίας είναι αγχωτικά, εξ ορισμού, με μεγάλο εγωισμό και συνεχείς συγκρούσεις. Αν είναι κανείς ψυχοπαθής και του αρέσει η σύγκρουση, τότε το Eurogroup είναι το κατάλληλο μέρος».
Παράλληλα, ο Γιάνης Βαρουφάκης σημειώνει ότι δεν πρότεινε τίποτα ριζοσπαστικό, απλώς να αφήσουν την Ελλάδα να σταθεί πάλι στα πόδια της και συμπληρώνει ότι μια συμφωνία με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν καταστροφική, διότι θα αποδεικνυόταν παγκοσμίως σημαντική η αντίσταση στην τρόικα.
«Αυτή η αχτίδα ελπίδας για τους πολίτες ήταν απαγορευτική, διότι ακολουθούσαν εκλογές στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία», σημειώνει.
Σε ερώτηση για το ποιος ήταν το αφεντικό στο Eurogroup, o Βαρουφάκης απαντά πως ο Σόιμπλε είναι ο μάστερ όλων των μαριονετών, δηλαδή όλων των άλλων υπουργών Οικονομικών. Ο Ντάισελμπλουμ δεν έχει καμία πραγματική δύναμη, δεν έχει εξουσία, είναι ένας στρατιώτης, μία μαριονέτα. Δεν μπορεί να πάρει καμία απόφαση εάν δεν μιλήσει με τον Σόιμπλε. Ο Σόιμπλε αποφασίζει ποιος θα γίνει Πρόεδρος, αυτός καθορίζει την ατζέντα, αυτός ελέγχει τα πάντα.
Για αυτό και στην El Pais αποκάλεσε τον Ντάισελμπλουμ «πνευματικά ελαφρύ», όπως εξηγεί.
Οπως σημειώνει πότε δεν μίλαγε ο ίδιος μετον Ντάισελμπλουμ, καθώς δεν μπορούσε να έχει μία πραγματική συζήτηση μαζί του. Με αυτόν που μιλούσε ήταν ο Μάριο Ντράγκι, τον οποίο και αποκαλεί εξαιρετικό οικονομολόγο. «Ο Σόιμπλε είναι πονηρός και έχει όραμα και εξουσία. Ο Ντάισελμπλουμ είναι ένα γρανάζι σε μια μηχανή, την οποία ο ίδιος δεν καταλαβαίνει καν.
Σε ερώτηση για ο αν και τι μετανιώνει από τους μήνες της θητείας του ως ΥΠΟΙΚ, ο Βαρουφάκης απαντά: «Το ότι εμπιστεύτηκα την ενότητα της ελληνικής κυβέρνησης, ή για να είμαι πιο ακριβής: την ενότητα μέσα στο υπουργικό συμβούλιο του πολέμου των επτά ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του Πρωθυπουργού και εμένα. Είμασταν μαζί μέρα και νύχτα κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου. Κοιμόμουν με τον τρόπο που κοιμούνται στα χαρακώματα σε έναν πραγματικό πόλεμο: Λίγες ώρες εδώ και εκεί. Εμπιστεύτηκα τυφλά τον Τσίπρα, κακώς». «Δεν αισθάνομαι προδομένος, αλλά απογοητευμένος».
 
ΥΓ του blog: ....για να μην αμφιβάλλουμε σε τι κατάσταση υποτέλειας και κατοχής βρισκόμαστε καθώς και για το ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα διαβάστε τις δηλώσεις του ίδιου του Ντάισελμπλουμ...
 
Ο επικεφαλής του Eurogroup, σε συνέντευξή του σε ολλανδικό περιοδικό, αποκάλυψε ότι είχε ζητήσει τηλεφωνικά την άνοιξη από τον Αλέξη Τσίπρα, να απολύσει τον Γιάνη Βαρουφάκη.
Σύμφωνα με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ, οι σχέσεις του κ. Βαρουφάκη με τους υπόλοιπους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης ήταν τόσο τεταμένες ώστε δεν υπήρχε περιθώριο οποιασδήποτε συνεννόησης.
Ως εκ τούτου ο πρόεδρος του Eurogroup προτίμησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Έλληνα πρωθυπουργό και να τον συμβουλέψει να απομακρύνει τον υπουργό Οικονομικών. (www.koutipandoras.gr)

Χριστούγεννα και Χανουκά

 
Συντάκτης: Σταυρούλα Ματζώρου
.
Αυτά τα παιδιά που έστειλαν την κάρτα που βλέπετε έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης στην ευτυχία. Την ξετρύπωσαν (την κάρτα) στο Μόναχο, στη Γερμανία, στο Εβραϊκό Μουσείο! Ναι, ναι, κάντε τους συνειρμούς…
Ο Αϊ-Βασίλης απ’ τη μια, με τη σακούλα του γεμάτη δώρα που θα τα μοιράσει τα Χριστούγεννα, και στο βάθος, στη βιτρίνα, ένα γιορτινό στεφάνι κι ένα στολισμένο έλατο.
Από την άλλη ο Ραβίνος, κι αυτός με φουσκωτή κοιλίτσα, κρατώντας μια βαλιτσούλα (κάπως πιο… επαγγελματικό το στιλ) γεμάτη ευχές που θα τις μοιράσει το Χανουκά στους πιστούς του. Και στο βάθος, η χανουκίγια, η συμβολική για τους Εβραίους λυχνία, και η σεβιβόν (σβούρα) που παίζουν τα παιδιά.
Αυτές τις μέρες τι καλά τα βόλεψαν οι δύο θρησκείες και γιορτάζουν συγχρονισμένα δύο διαφορετικά πράγματα.
Χριστούγεννα για τον χριστιανισμό, για τα οποία δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα, αφού ως επίσημη θρησκεία του ελληνικού κράτους έχει κατακλύσει το θυμικό μας με το τελετουργικό και τον συμβολισμό των γιορτών. Χανουκά για τον εβραϊσμό.
Το Χανουκά είναι κάτι σαν τα Φώτα. Οι Εβραίοι γιορτάζουν τη νίκη τους επί των Σελευκιδών. Μετά από αυτή τη νίκη μπήκαν οι πιστοί στον Ναό της Ιερουσαλήμ και το μόνο που βρήκαν ανέγγιχτο από την καταστροφή ήταν ένα σφραγισμένο μπουκαλάκι με λίγο ελαιόλαδο το οποίο μόλις που έφτανε για να τροφοδοτήσει τον λύχνο του Ναού για μία μέρα.
Ομως το θαύμα έγινε –όπως γίνονται σε όλες τις θρησκείες.
Το λάδι έφτασε για οκτώ μέρες, χρόνος αρκετός ώστε να δημιουργηθεί και να καταφτάσει νέο αγιασμένο ελαιόλαδο. Από τότε δημιουργήθηκε η μενορά, η επτάφωτη λυχνία. Οι έξι πλάγιοι λύχνοι είναι ανυψωμένοι και στρέφονται προς τον κεντρικό έβδομο, που συμβολίζει το φως του Θεού. Δηλαδή, έξι μέρες η δημιουργία του κόσμου και η έβδομη είναι η ημέρα της ανάπαυσης του Θεού.
Πόσο ίδια είναι όλα!
Επειδή όμως το Ταλμούδ, η εβραϊκή Πεντάτευχος, αναφέρει ότι απαγορεύεται η χρήση επτάφωτης λυχνίας έξω από τον Ναό, γι’ αυτό η μενορά που έχουν οι πιστοί έχει 9 λύχνους ή κεριά (8 κλάδοι συν ο κεντρικός) και ονομάζεται χανουκίγια.
Το πρώτο βράδυ του Χανουκά, που ξεκινά στις 17 Δεκεμβρίου, ανάβεται ένα κερί και κάθε μέρα προστίθεται από ένα μέχρι που το όγδοο βράδυ είναι αναμμένα και τα οκτώ κεριά της μενορά. Ο αριθμός οκτώ -αφήνουμε πίσω τη μέρα της ανάπαυσης του πανδαμάτορος- συμβολίζει το θαύμα που δεν υπακούει στους νόμους της φύσης και του χρόνου.
Οσο για τη σβούρα των παιδιών, λέγεται ότι όταν τον παλιό εκείνο τον καιρό οι Σύροι απειλούσαν να φυλακίσουν ή να θανατώσουν όποιον Εβραίο μελετούσε την Τορά, τα παιδιά μαζεύονταν να μελετήσουν τις ιερές γραφές και έξω από το σπίτι κάποιο παιδί φύλαγε τσίλιες.
Μόλις έβλεπε να πλησιάζουν συριακές περίπολοι, ειδοποιούσε αυτούς που ήταν μέσα, αυτοί καταχώνιαζαν τα βιβλία και έβγαζαν τη σβούρα με την οποία καμώνονταν ότι έπαιζαν. Είναι σαν το δικό μας «πάρ’ τα όλα».
Αυτά. Κι αν κάποιο λάθος κάναμε ως προς τα τελετουργικά δεν πειράζει.
Ο καθένας ξέρει τη θρησκεία του και πιστεύει σ’ αυτήν όπως και όσο πιστεύει. Ούτε το θέμα μας είναι οι απίστευτες ομοιότητες των θρησκειών. Αυτές έχουν ειπωθεί.
Εδώ μας ενδιαφέρει ο κοινός δρόμος που βρίσκουν οι άνθρωποι όταν αγαπιούνται και ξέρουν να σέβονται ο ένας τον άλλο. Ο σεβασμός και η ελευθερία κορυφώνουν την αγάπη. Ή μήπως όχι; Πάντως η κάρτα έγραφε:
Είτε χριστιανοί είτε εβραίοι, είμαστε οι πιο ωραίοι.
Χριστούγεννα και Χανουκά, πολλά φιλάκια στη μαμά.

Σύμφωνο Συμβίωσης ή Σύμφωνο Θανάτου;

christmas babies
 
Μια που το Σύμφωνο Συμβίωσης επεκτάθηκε και στα ομόφυλα ζευγάρια -και αυτό είναι το σωστό για κάθε αστικό δικαίωμα που πρέπει να ισχύει για όλους- μπόρεσα να γράψω ελεύθερα πια την άποψή μου για το θέμα, και να πω πως θεωρώ το σύμφωνο συμβίωσης και τον γάμο γελοίους θεσμούς, τόσο για τα ετερόφυλα ζευγάρια, όσο και για τα ομόφυλα ζευγάρια, και πως θεωρώ ότι το Κράτος και η Εκκλησία δεν έχουν καμία δουλειά να ανακατεύονται στις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, ενώ και οι άνθρωποι θα έπρεπε να μην αποζητούν την επέμβαση του Κράτους και της Εκκλησίας στις προσωπικές τους ζωές. 
Έλαβα πολλά μέιλ, μηνύματα και σχόλια στο Facebook για το συγκεκριμένο κείμενο.
Άλλοι με λένε ρομαντικό, άλλοι αφελή, άλλοι φασίστα και διάφορά άλλα, αλλά πάρα πολλοί -μα πάρα πολλοί, εντυπωσιακά πολλοί- αναφέρθηκαν στον θάνατο, στην κηδεία και στη σύνταξη.
Ποιος θα σου φέρει ένα ποτήρι νερό στο νεκροκρέβατο; Ποιος θα σου φέρει τη σύνταξη στο νεκροκρέβατο; Τι θα γίνει στο νεκροκρέβατο του νοσοκομείου; Ποιος θα σε πάρει από το νεκροκρέβατο; Ποιος θα πάρει τη σύνταξη μετά τον θάνατο; Πώς θα πας στην κηδεία; 
Τελικά, αυτό δεν είναι σύμφωνο συμβίωσης αλλά σύμφωνο θανάτου. Άντε, σύμφωνο κηδείας.
Οπότε, να μην το λένε σύμφωνο συμβίωσης, γιατί η συμβίωση αφορά τον βίο, τη ζωή.
Είναι εντυπωσιακό πόσοι πολλοί άνθρωποι σκέφτονται μόνο τον θάνατο σε μια ανθρώπινη σχέση. Δηλαδή, σκέφτονται τον δικό τους θάνατο, όχι τον θάνατο των άλλων. Ακόμα και ο θάνατος των άλλων τους ενοχλεί, γιατί θα μείνουν μόνοι τους.
Άνθρωποι που φοβούνται τόσο πολύ τον θάνατο, φοβούνται ακόμα περισσότερο να ζήσουν. Βλέπουν τη ζωή σαν μια ανίατη ασθένεια που οδηγεί στον θάνατο.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι αδύνατον να αγαπήσουν τον οποιονδήποτε. Σε ετερόφυλη ή ομόφυλη σχέση. Και σε οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη σχέση.
Θα σκέφτονται συνέχεια τον θάνατο και τη σύνταξη. Δηλαδή, θα πεθαίνει ο σύντροφός τους και θα τον κατηγορούν γιατί δεν είναι πια εκεί να τους βοηθάει τώρα που γέρασαν και είναι ανήμποροι. Και όπως ξέρουμε όλοι -σε ετερόφυλη ή ομόφυλη σχέση- σπάνια πεθαίνουν μαζί και οι δυο σύντροφοι. Κάποιος έχει την …ατυχία να ζήσει παραπάνω.
Πιθανότατα, οι ίδιοι άνθρωποι κάνουν παιδιά ή υιοθετούν παιδιά, για να έχουν κάποιον να τους γηροκομήσει.
Δεν βλέπω και πολλή αγάπη σε όλα αυτά.
Έρωτα δεν βλέπω καθόλου.
Βλέπω πολύ υπολογισμό. Πολλή ιδιοκτησία. Πολλή περιουσία. Πολλή εγωπάθεια. Πολύ ατομικισμό. Πολλή αρρώστια. Και πολύ θάνατο.
Ζούμε σε μια χώρα που βλέπεις 25χρονους να μετράνε πόσα χρόνια τους μένουν για να πάρουν σύνταξη.
Εγώ λέω πως η ζωή είναι για να την ζήσουμε.
Ας κοιτάξουμε γύρω μας. Ας κοιτάξουμε τη φύση, τα ζώα, τα δέντρα, τα βουνά.
Ακόμα κι αν πιστεύεις στον Θεό, ο Θεός τα έφτιαξε όλα αυτά. Εκτός αν νομίζεις ότι ο Θεός έφτιαξε μόνο εσένα και όλο το υπόλοιπο είναι ντεκόρ για να μεγαλουργήσεις εσύ.
Και τα ζώα, και τα δέντρα δεν χρειάζονται νόμους, για να …συμβιώσουν.
Υπάρχει η φύση των πραγμάτων που λέει και ο Ερωτόκριτος.
Η φύση των πραγμάτων.
Αυτή που οι άνθρωποι ξεχνούν και προσπαθούν να την νικήσουν με νόμους και ιδιοκτησίες.
Όποιος σκέφτεται μόνο τον θάνατο, χάνει τη ζωή. Και τον έρωτα.
Καλές γιορτές.
 
(Με την ευκαιρία, δεν είναι υποχρεωτικό να με διαβάζει κάποιος. Δεν πήγα ποτέ σε κανέναν να του πω «διάβασε τι έγραψα». Ούτε είναι δική μου ευθύνη ότι οι μοναδικοί επισκέπτες του μπλογκ για το 2015 είναι πάνω από 2,5 εκατομμύρια. Εγώ κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, για να μη με διαβάζει κανείς. Και λέω να συνεχίσω να γράφω όσα σκέφτομαι σε ένα ταπεινό μπλογκ, που μπορεί να το φτιάξει ο οποιοσδήποτε μέσα σε τρία λεπτά. Ευχαριστώ.)

(Απαγορεύεται η αναδημοσίευση των κειμένων του blog από μνημονιακά και νεομνημονιακά site και blog. Σε όλους τους υπόλοιπους επιτρέπεται η αναδημοσίευση των κειμένων αλλά μετά την παρέλευση τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση και μόνο με ενεργό link που θα παραπέμπει στην πηγή. Αντιθέτως, η κοινοποίηση στο Facebook είναι υποχρεωτική από το πρώτο δευτερόλεπτο. Ευχαριστώ.)

Χειρότερος εχθρός ο ίδιος μας ο εαυτός

 
«Η επιχείρηση νομιμοποιείται να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες προς όφελός της και να χρησιμοποιεί έναν αντί για δύο εργαζόμενος», είπε κυνικά ο κύριος νομικός εκπρόσωπος. Η πρόοδος, λοιπόν, στέλνει έναν εργαζόμενο στην κόλαση και τον επιχειρηματία στον παράδεισο! Γιατί όπως η Εργασία επιδιώκει την απαλλαγή από το Κεφάλαιο, το ίδιο και το Κεφάλαιο επιζητεί τη δική του ελευθερία, την απεξάρτησή του από το βάρος των «σιχαμερών και αχάριστων» εργαζομένων. Η ουτοπία βέβαια του κεφαλαίου είναι το κυνήγι του στόχου των αλχημιστών να δημιουργήσουν χρήμα από το χρήμα. Κι αυτό γίνεται κατορθωτό μέσω του χρηματιστηριακού τζόγου, μέσω της οικονομίας-καζίνο. Σ' αυτή την περίπτωση έχουμε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, άλλως πως στην εικονική οικονομία. Στην πραγματική οικονομία, όμως, η «ουτοπία» επιδιώκεται μέσω της απαλλαγής από την ανθρώπινη εργασία που επιτυγχάνεται με τις νέες τεχνολογίες και τη ρομποτική. Έτσι, οι νέες τεχνολογίες γίνονται το πεδίο της αντιπαράθεσης κεφαλαίου και εργασίας, όπου το κάθε μέρος επιδιώκει την αξιοποίησή τους για δικό του όφελος. Η κατεύθυνση που θα δοθεί, τελικά, θα εξαρτηθεί από τον πολιτικό συντελεστή και τη δυνατότητα αφύπνισης του κόσμου της εργασίας.    
Αφύπνισης, άραγε, από τι; Από τη συμβολική Τάξη, από το γεγονός ότι «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο και μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του…»(Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα). Να, λοιπόν, που ο μεγαλύτερος εχθρός των «κάτω» είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Ένας εαυτός που σκέφτεται ατομικιστικά και κανιβαλικά, ενώ η δική του δύναμη είναι η αδελφοσύνη και η αλληλεγγύη, η δική του ελευθερία είναι συνυφασμένη με μία κουλτούρα αγάπης και μετριοπάθειας.
Αλλά να, η εξουσία του κεφαλαίου διεισδύει στα πάντα. Σχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο( η θέαση του κόσμου, η οπτική γωνία απ’ όπου τον βλέπουμε, αυτό είναι η ιδεολογία).  Η απόλυτη εμπραγμάτωση του ανθρώπου, τείνει να απορροφήσει ολοκληρωτικά το μυαλό, είναι «απόλυτος θάνατος» λέει ο Αντόρνο.
Κι ενώ η μέγιστη βία θεωρείται η πραγμοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή η μετατροπή του εργαζόμενου από υποκείμενο σε αντικείμενο-πράγμα, ο άνεργος δεν είναι ούτε καν πράγμα, είναι ένα τίποτα. Τα «τίποτα» δεν έχουν κοινωνικές σχέσεις, γιατί οι κοινωνικές σχέσεις είναι σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, μεταξύ του χρήματος και του κράτους, μεταξύ των δικών σου χρημάτων και των δικών μου, μεταξύ εργαζομένων-αντικειμένων, ανθρώπων που στερούνται την κοινωνικότητά τους και «μετασχηματίζονται σε «άτομα», το αναγκαίο συμπλήρωμα της εμπορευματικής ανταλλαγής».
Γι’ αυτό «Η πανταχού παρούσα εξουσία συνεπάγεται την πανταχού παρούσα αντίσταση». Η κραυγή μας για την κατάλυση της ανθρωπιάς, για την ταπείνωση του Προσώπου, για την αφαίρεση της αξιοπρέπειας σημαίνει, συγχρόνως, την προβολή μιας συγκεκριμένης ανθρωπιάς, σημαίνει τη χειραφέτηση και την υπέρβαση της ξενότητας και της ξένωσης, προεικονίζοντας το είδος της κοινωνίας για την οποία παλεύουμε.

Πιστεύεις στον Αγιο Βασίλη;

Σύμφωνο Συμβιβασμού


 
Αντί οι άνθρωποι να πηγαίνουν μπροστά κάνουν τεράστια άλματα προς τα πίσω. Αντί να καταργηθούν όλα τα κτητικά συμβόλαια συμβίωσης (λέγονται και γάμοι) τώρα πολλαπλασιάζονται με νέες "πράξεις συμβολαίου". Με αγαπάς; Βάλε την τζίφρα σου κι αν πεθάνεις θα πάρω το σπίτι! Έλα να κάνουμε κοινή φορολογική δήλωση να χαρούμε που το Κράτος μάς αποδέχεται ως ζεύγος νόμιμο.
Το θέμα είναι το δικαίωμα που τελικά δεν είναι δικαίωμα αλλά παραδοχή ότι είσαι κατώτερο ον και ζητάς την αποδοχή σου από το Κράτος. Η αποδοχή σου από την κοινωνία θέλει πολύ δουλειά ακόμη διότι τα τελευταία περιστατικά δηλώνουν απλά πρόκληση και όχι αξίωση σεβασμού. Το να βγάζεις το βυζί σου έξω όπως το "κίνημα" των Femen  δεν είναι φτύσιμο στα μούτρα της κοινωνίας αλλά σεξιστική εκμετάλλευση  του ίδιου του κορμιού σου για να δείξεις την διαφορετικότητα σου έχοντας κάνει πρώτα αποτρίχωση αιδοίου, μποτοξάκι και τρεις ώρες γυμναστήριο καθημερινά παλεύοντας την κυτταρίτιδα. Το ίδιο και με τις ανταλλαγές φιλιών έξω από εκκλησίες των ομόφυλων ζευγαριών. Αντί να παλεύουμε για λιγότερες εκκλησίες εμείς παλεύουμε να υπάρχουν εκκλησίες για να έχουμε αφορμή να τις φτύνουμε ή να τις προκαλούμε "κάνοντας επανάσταση".
Το φοβερότερο όλων είναι το ζήτημα των υιοθεσιών από ομόφυλα ζευγάρια. Αντί να παλεύουμε το νόμιμο εμπόριο ψυχών να μειωθεί, ανοίγουμε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα για να γίνουμε κι εμείς γονείς. 1,000 ευρώ το κατεψυγμένο ωάριο και 10,000 ευρώ η παρένθετη "μητέρα". Το σπέρμα πωλείται φθηνότερα κι έτσι οι ομόφυλες δεν θα έχουν έξοδα αφού είναι σίγουρες ότι θα έχουν ασφάλεια που θα καλύπτει τον τοκετό αύριο το πρωί. Το πώς θα θραφεί το παιδί εν μέσω κρίσης ούτε λόγος. Για το πού θα μεγαλώσει το παιδί, αν υπάρχει σχολείο να πάει το παιδί, αν υπάρχει νοσοκομείο να νοσηλευτεί το παιδί, αν θα έχει εμβόλια το παιδί, αν θα έχει μέλλον το παιδί, ούτε λόγος. Δε μάς νοιάζει το παιδί διότι το παιδί είναι το όχημα να λέμε ότι εμείς είμαστε διαφορετικοί. Σαν εκείνα τα έρμα ετερόφυλα ζευγάρια που κάνουν παιδί γιατί νιώθουν άβολα όταν όλοι οι φίλοι έχουν αφήσει το κύτταρό τους ως κληρονομιά στον πλανήτη! Τις κληρονομιές των αθανάτων και αλάνθαστων ανθρώπων βιώνει πραγματικά ολόκληρος ο πλανήτης.
Τώρα που οι μετανάστες έρχονται ανοίγει περισσότερο η αγορά του παιδιού. Πάρτε Συρόπουλα που κατάφεραν να σωθούν από πνιγμένες μανάδες και Ιρακινούλα να γίνουμε όλοι Αντζελίνα και Μπραντ. Οι πόλεμοι μαίνονται καλά και η προσφορά θα είναι μεγάλη.  Όσο για τα παιδιά με αναπηρία στα αζήτητα των ιδρυμάτων θα μένουν πάντα διότι εμείς θέλουμε "ζωή χωρίς προβλήματα με ροζ και σιελ καρδούλες" να διαιωνίσουμε το όνομα και τον κομπλεξισμό μας μέσω υγιούς τέκνου διότι ο εγωισμός μας χωρά αθανασία μόνο μέσω κυττάρου δυνατού. Όλοι κρύβουμε τον Χιτλεράκο μέσα μας, ας μην κοροϊδευόμαστε.
Αντί να αποτιναχτεί ο ζυγός του υπερτιμημένου θεσμού της οικογένειας εμείς παλεύουμε να κάνουμε κι άλλες. Οι οικογένειες χτίζονται στον δρόμο και όχι στα κυριακάτικα εορταστικά τραπέζια. Ο φίλος είναι αδελφός αλλά ο αδελφός μόνο στα χαρτιά συμβολαίου κληρονομιάς και γέννησης είναι σίγουρο ότι είναι. 
Κάποτε έκαιγαν τα σουτιέν οι γυναίκες για την απελευθέρωση του κορμιού τους αλλά άνευ παιδείας και πολιτισμού αυτό που κατάφεραν είναι να μειώσουν την τιμή του γυναικείου κρέατος που κρέμεται από τα τσιγκέλια των τηλεοράσεων, των διαφημίσεων, των κωλόμπαρων και βέβαια να εκτιναχθεί το traffiking στο ταβάνι. Αυτό ακριβώς θα καταφέρουν και οι επαναστάσεις των πολύχρωμων σημαιών και των δημοσίων μπαλαμουτιασμάτων των ομόφυλων. Η προβολή της σεξουαλικότητας απλά ανεβάζει την προσφορά της πώλησής σας και οι ομόφυλοι δεν θα εξαιρεθούν τώρα που μπαίνουν μέσω νομιμότητας στις αγορές του κόσμου. Τα σουτιέν όχι μόνο δεν καταργήθηκαν αλλά έγιναν και πιο πρόστυχα που τα φοράνε "απελευθερωμένες" φεμινίστριες.
Ως Έλληνες πολίτες οι ομόφυλοι ζητάνε την αποδοχή τους από ένα κοινοβούλιο το οποίο έχει υπερψηφίσει την καταπάτηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δηλαδή, πρώτα είσαι ομόφυλος και μετά άνθρωπος; Καμία εντύπωση δεν προκαλεί που ο νόμος για το συμβόλαιο συμβίωσης που αφορά αποκλειστικά κληρονομικά και οικονομικά θέματα συζητείται την ώρα που είναι έτοιμα τα τρίτα προαπαιτούμενα του μνημονίου για ψήφιση; Είναι κρίμα που μέσα στον πανικό τσίμπησαν το δόλωμα των ρατσιστόμουτρων όπως των παπαδαριών και των εθνικιστών και έγιναν το προπέτασμα καπνού για το Σύμφωνο Απεβίωσης όλων των Ελλήνων.
Πάμε με ταχύτατα βήματα προς τα πίσω και η εξέλιξη του κάθε είδους αγώνα δεν είναι τίποτε περισσότερο από την οπισθοδρόμηση προς τον Μεσαίωνα. Να πάρουμε την έγκριση της Βουλής όπως έπαιρναν το συγχωροχάρτι από τον Πάπα. Να γίνουμε όλοι νοικοκυραίοι. Να ζήσουμε στο σπίτι μας ήσυχα είτε με τον ετερόφυλο σύζυγο είτε με τον ομόφυλο. Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, είτε τα βιολογικά είτε τα υιοθετημένα, με τους καλλιεργημένους από την κοινωνία ψυχαναγκασμούς μας. Να γίνουμε όλοι Τάξη των Νομίμων. Να βιώνουμε με Σύμφωνα και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι. Να κάνουμε ομαδούλες και κομματάκια για να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους. Λες και ο άνθρωπος κρίνεται με το τι έχει ανάμεσα στα σκέλια του. Όμως ο άνθρωπος κρίνεται με αυτό που έχει μέσα στο κεφάλι του κι όλα δείχνουν ότι όσο οι άνθρωποι φουσκώνουν σαν παγόνια τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, τόσο τα εσωτερικά τους ξεφουσκώνουν σαν μπαλόνια από την βελόνα του ηθικού και του νόμιμου.
Η διαφορετικότητα άλλαξε τον κόσμο και οι διαφορετικοί δεν καθόταν σε κανένα τραπέζι με τους νόμιμους κρατιστές να διαπραγματευτούν την ζωή, τις αξίες και τα δικαιώματά τους. Η ζωή και η ιστορία τούς σήκωσε πολύ ψηλότερα από την ευθεία του βλέμματος των καθωσπρέπει ανθρώπων διότι χωρίς αυτούς η ζωή θα ήταν ένα συμβόλαιο συναινετικής  επιβίωσης.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Ευρω – Τουρκική εισβολή στο Αιγαίο!

του Γιώργου Δελαστίκ
 
Σοκ προκάλεσαν οι δηλώσεις του Βέλγου αντιπροέδρου της Κομισιόν Φραντζ Τίμερανς στην ολλανδική εφημερίδα Ντε Φόκλσκραντ. ''Τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελούν σύνορα της Ευρώπης'', δήλωσε. Επομένως ''είναι κάτι παραπάνω από λογικό πως η φύλαξη τους αποτελεί συλλογική ευθύνη'', πρόσθεσε. Το πρόβλημα φύλαξης των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε είναι ''κολοσσιαίο'', ισχυρίστηκε. Απόδειξη είναι πως ''σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα έχουν φτάσει στα γερμανικά σύνορα τους τελευταίους έντεκα μήνες'' δήλωσε με φρίκη ο γερμανόφρων αντιπρόεδρος της Κομισιόν.  
Ο Τίμερανς προσπαθούσε να πείσει του Ευρωπαίους πόσο σωστή είναι η πρόταση που έκανε η Κομισιόν για την ίδρυση μιας συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής της ΕΕ με αυξημένες αρμοδιότητες. Τόσο αυξημένες που θα μπορεί αυτή η συνοριοφυλακή να καταλύει την εθνική κυριαρχία των κρατών – μελών της ΕΕ! ''Σε επείγουσες καταστάσεις, η υπηρεσία (σ.σ δηλαδή η συνοριοφυλακή – ακτοφυλακή της ΕΕ) θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει για να διασφαλίσει ότι θα αναλαμβάνει δράση ακόμη και όπου δεν υπάρχει αίτημα για βοήθεια από το ενδιαφερόμενο κράτος – μέλος ή όπου αυτό το κράτος – μέλος θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη για επέμβαση'' υπογραμμίζει η πρόταση που κατέθεσε η Κομισιόν, Πρόκειται για ανατριχιαστική θέση. Είτε θέλει είτε δεν θέλει μια χώρα, η συνοριοφυλακή της ΕΕ θα αποφασίζει μόνη της – δηλαδή οι Γερμανοί θα αποφασίζουν μόνοι! - και θα εισβάλει στη χώρα αυτή για να διεξάγει οποιαδήποτε πραγματική ή φανταστική επιχείρηση έχει αποφασίσει το Τέταρτο Ράιχ της Γερμανίας! Ακόμη και αν διαφωνεί ριζικά η εν λόγω χώρα, συνοριοφυλακή της ΕΕ θα δρα στη χώρα αυτή επειδή έτσι αποφάσισε το Βερολίνο!  
Εδώ έχουμε να κάνουμε με την κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών – μελών της ΕΕ. Είναι άλλο πράγμα η οικειοθελής εκχώρηση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας του από ένα κράτος – μέλος της ΕΕ σε κάποιον οργανισμό της ΕΕ και εντελώς άλλο πράγμα η εκ μέρους κάποιου οργάνου της ΕΕ ωμή καταπάτηση της κυριαρχίας μια χώρας από τη συνοριοφυλακή της ΕΕ, είτε θέλει είτε δεν θέλει η κυβέρνηση του κράτους αυτού. Άλλο οικειοθελής παραχώρηση, άλλο καταπάτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Για να αποτρέψει την επέμβαση της συνοριοφυλακής της ΕΕ, ένα κράτος – μέλος της ΕΕ πρέπει να συγκεντρώσει το ...75% (!!!) των ψήφων σε έκτακτη σύνοδο κορυφής. Το όριο αυτό είναι βέβαια αδύνατον να το πιάσει, δεδομένου ότι η Γερμανία και η Γαλλία έχουν σχεδόν από μόνες τους το 25% των ψήφων – χώρια οι δορυφόροι της Γερμανίας, όπως η Αυστρία, η Ολλανδία, οι Βαλτικές Χώρες, το Βέλγιο και άλλα κράτη, συμπεριλαμβανομένου στα θέματα αυτά και σκανδιναβικών κρατών, όπως η Δανία ή η Φινλανδία. Διαφορετικά, η οποιαδήποτε διευκόλυνση της συνεργασίας του εν λόγω κράτους με την συνοριοφυλακή της ΕΕ θα θεωρείται ... υποχρεωτική (!) και κάθε άρνηση του θα συνιστά παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και θα επισύρει κυρώσεις!!!  
Το κακό όμως δεν σταματά εδώ. Η πρόταση της Κομισιόν αναφέρει ρητά ότι η συνοριοφυλακή της ΕΕ θα έχει ''ενισχυμένη ρόλο αναφορικά με τη συνεργασία με τρίτε χώρες'' για διάφορους σκοπούς ''συμπεριλαμβανομένης ...της πραγματοποίησης κοινών επιχειρήσεων στην επικράτεια της ΕΕ''. Τι σημαίνει αυτό; Απλούστατα ότι η συνοριοφυλακή – ακτοφυλακή της ΕΕ μπορεί, έχει το δικαίωμα βάση των ιδρυτικών της κανόνων, να συμφωνήσει με την Τουρκία να κάνουν όχι απλώς κοινές περιπολίες στο Αιγαίο, αλλά και στρατιωτικές επιχειρήσεις με οποιοδήποτε πρόσχημα! Βερολίνο και Άγκυρα μπορούν νομίμως πλέον να αδιαφορούν για οποιαδήποτε αντίρρηση της Αθήνας, και να τη γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια! Ότι και να λένε οι ελληνικές κυβερνήσεις, όσο και να διαφωνούν, οι Τούρκοι θα αλωνίζουν στο Αιγαίο με τη άδεια και τη συναίνεση των Γερμανών και των υπόλοιπων Ευρωπαίων, αν η πρόταση της Κομισιόν περάσει ως έχει. Ή – για ένα εξάμηνο αναβολή της λήψης απόφασης για την ίδρυση της συνοριοφυλακής, ακτοφυλακής της ΕΕ δεν οφείλεται σε ταλαντεύσεις των Γερμανών ή των Γάλλων. Αποσκοπεί απλώς στο να ''χωνέψουν'' τη νέα κατάσταση κάποιες χώρες που έχουν αντιρρήσεις και τις προβάλλουν μέχρι στιγμής – όλες με δεξιές κυβερνήσεις, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Ισπανία, η Κύπρος, η Μάλτα.  
Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν συμπεριλαμβάνεται στις κυβερνήσει αυτές. Κατά βάση συμφωνεί με τις προτάσεις της Κομισιόν, έχει απλώς κάποιες ''ενστάσεις'' αναφορικά με το πως θα διασφαλιστεί η συναίνεση του κράτους – μέλους της ΕΕ, στην επικράτεια του οποίου θα αναπτυχθεί η συνοριοφυλακή. Επίσης ο Τσίπρας, κατά την Αυγή, προτείνει ''τεχνητή (όχι επιχειρησιακή) συνεργασία με τα τρίτα αυτά κράτη''. Το τι θα δουν τα μάτια μας δεν περιγράφεται.  
*Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ την Κυριακή 20 Δεκέμβρη 2015
www.iskra.gr

Νίκος Μπελογιάννης: 100 χρόνια

 
 
Στις 22 Δεκέμβρη 1915,  σαν σήμερα πριν ακριβώς από 100 χρόνια, γεννιέται στην Αμαλιάδα ο Νίκος Μπελογιάννης. «Έφυγε» μόλις 37 ετών. Εκτελέστηκε.
Ο Μπελογιάννης ίχε πολλά «κουσούρια» που δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από τους δολοφόνους του. 
Εκτός από μαχητής με το όπλο στο χέρι ενάντια στους κατακτητές και στους εκμεταλλευτές ήταν και μαχητής με «όπλο» την πένα. Ήταν ένας διανοούμενος στην υπηρεσία του λαού.
Απόδειξη τόσο το βιβλίο του «Η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», όσο και το βιβλίο του «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» που εκδόθηκε το 1998 από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» στην επέτειο των 80 χρόνων του ΚΚΕ. Ένα έργο γραμμένο σε συνθήκες εγκλεισμού του στην Ακροναυπλία από την μεταξική δικτατορία και στη συνέχεια μέχρι την απόδρασή του από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής.
Στο βιβλίο εξετάζεται ο ρόλος του ελληνικού κεφαλαίου σε συνδυασμό με τη διείσδυση και τη συνεργασία του με το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας που ξεκινά από το 1824 και φτάνει έως το 1940 για το πώς λειτούργησε ο «σωτήριος» δανεισμός, από τα πρώτα «δάνεια της ανεξαρτησίας» μέχρι και τη μεταξική δικτατορία.
Ο Μπελογιάννης περιγράφει τους ληστρικούς όρους των δανείων με σκοπό την αποκόμιση κερδών από ντόπιους και ξένους τοκογλύφους και το πώς οι επακόλουθες πτωχεύσεις του 1827, του 1843, του 1893 και του 1932 έγιναν πεδίο θησαυρισμού της πλουτοκρατίας μέσα από επιβολή συνθηκών αποστέρησης του λαού.
«…ο λαός υπόφερνε – γράφει ο Μπελογιάννης. Είχε γονατίσει από τους φόρους, κι η τοκογλυφία ερχότανε ύστερα να του δώσει τη χαριστική βολή. Αφήνω κατά μέρος κάθε δική μου περιγραφή και παίρνω ένα κομμάτι από την Ιστορία του Καρολίδη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο: «Την εποχή εκείνη η χώρα εσπαράζετο υπό της φυγοδικίας και των συμμοριών τοκογλύφων, οίτινες εν συνεργασία προς τους ταμίας του κράτους και αυτούς ακόμα τους δικαστάς είχον δημιουργήσει αλληλεγγύην και κατέτρωγαν τας σάρκας του λαού» (…). Κι έτσι, τοκογλύφοι, κομματάρχες, δικαστές, ταμίες, Εθνοτράπεζα, κράτος και ληστές – τούτοι οι τελευταίοι πολύ λιγότερο από τους άλλους – εκτελούσαν το ίδιο «εθνοφελές» έργο: Την ερήμωση της χώρας και τον αφανισμό του λαού. Και στο αντιλαϊκό τούτο όργιο, έρχονται και οι ξένοι κεφαλαιούχοι να πάρουν μία από τις καλύτερες θέσεις».
Στον επίλογο του βιβλίου ο Μπελογιάννης σημειώνει:
«… Γενικά, η πολιτική ζωή της χώρας μας μέσα στα 120 χρόνια της ελεύθερης ύπαρξής της επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις κι τα συμφέροντα των ξένων κεφαλαιούχων και των χωρών τους. Και τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της. Παρ’ όλα αυτά όμως, οι ελληνικές κυβερνητικές κλίκες, όταν έφταναν στο σταυροδρόμι που οδηγούσε ή στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους ή στην υποταγή στις επιθυμίες και τους εκβιασμούς των ξένων, προτίμησαν πάντοτε, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το δεύτερο δρόμο (…)».
Ο δημοσιογράφος Γιώργος Κορωναίος, σε ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» την επόμενη μέρα της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές:  
«Ο υπαρχιφύλαξ, διαταχθείς υπό του διευθυντού του, μετέβη αμέσως εις την πτέρυγαν όπου ευρίσκοντο τα κελιά των 8 μελλοθανάτων και εισήλθεν πρώτον εις το υπ” αριθμ. 2 απομονωτήριον, εις το οποίο εκρατούντο οι Μπελογιάννης, Λαζαρίδης και Μπάτσης. Πλησιάζει τον Μπελογιάννη.
«Νίκο σήκω»
Ατάραχος ο Μπελογιάννης σηκώνεται και λέει:
«Πάμε για καθαρό αέρα;»
«Ναι, του απαντά, σας πάνε για εκτέλεση» (…)»
Ήταν Κυριακή. Στις 30 Μάρτη 1952. Ήταν Κυριακή! Μέρα που κατά της διάρκεια της Κατοχής ακόμα και αυτοί οι Γερμανοί ναζί δεν έκαναν εκτελέσεις…
Πριν ακόμα χαράξει, μέσα στο σκοτάδι, στις 4.12’ τα χαράματα, σαν κοινός δολοφόνος, το κράτος των γερμανοτσολιάδων, αυτών που πλέον είχαν ντυθεί αμερικανοτσολιάδες, το κράτος των μαυραγοριτών, αυτών που έχτιζαν «Νέους Παρθενώνες» στη Μακρόνησο, προχωρούσε στο στυγερό έγκλημα.   
Ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Δημήτρης Μπάτσης, οΝίκος Καλούμενος και ο Ηλίας Αργυριάδης, πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Το παράγγελμα γι” αυτή την πολιτική δολοφονία, που θα αποτελεί αιώνιο στίγμα για το καθεστώς της αμερικανοκρατίας και για το πολιτικό σύστημα της ολιγαρχίας στην Ελλάδα, δόθηκε σαν σήμερα, πριν από 63 χρόνια.
Την ίδια μέρα που το μετεμφυλιακό καθεστώς της άρχουσας τάξης, η κυβέρνηση Πλαστήρα, το παλάτι, το στρατιωτικό και παραστρατιωτικό κατεστημένο και οι πάτρωνές τους, οι Αμερικάνοι, εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη, οΓιάννης Ρίτσος, εξόριστος στον Αϊ – Στράτη, στο ποίημά του «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ», γράφει:
«Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε./ Μ” ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία./ Μ” ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει (…)».
Ο Μπελογιάννης από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του όχι μόνο δεν αφαίρεσε, αλλά είχε φροντίσει να προσθέσει και άλλους λόγους στους εκτελεστές του για του πάρουν τη ζωή.
Εκείνοι ισχυρίζονταν ότι ήταν «προδότης» και ότι γι’ αυτό τον δίκαζαν. Εκείνος τους απαντούσε:  
«Είμαι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το Κόμμα παλεύει και χαράζει το δρόμο της Ειρήνης, της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας…».
Εκείνοι ισχυρίζονταν ότι είναι κομμουνιστής και ως εκ τούτου «κατάσκοπος». Εκείνος τους απαντούσε:
«Οι μάρτυρες φτάσανε μέχρι του σημείου να λένε πως κάθε Κομμουνιστής είναι κατάσκοπος και πως οι Κομμουνιστές δεν είναι Έλληνες και πως το ΚΚΕ δεν είναι ελληνικό Κόμμα. Τι άτιμο ψέμα! Ο πατριωτισμός κάθε κόμματος μετριέται μόνο τότε που η λευτεριά και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας διατρέχει κίνδυνο. Απ” αυτό και μόνο αν βγάζατε συμπέρασμα, θα σχηματίζατε τη σωστή εντύπωση για το χαρακτήρα του ΚΚΕ, που χωρίς καμία αμφιβολία πρόκειται για καθαρό πατριωτικό Ελληνικό Κόμμα».
Όλο το σύστημα εξουσίας που προσήγαγε τον Μπελογιάννη στο εδώλιο πίστευε ότι με μηχανορραφίες θα μετέτρεπε τις δίκες σε πεδίο διαπόμπευσης των κομμουνιστών. Αλλά ο Μπελογιάννης με τα λόγια του κατά τη διάρκεια της απολογίας του είχε ανατρέψει τα πάντα. Είχε μετατρέψει τους στρατοδίκες του από κατηγόρους σε κατηγορούμενους. Στον αντικομμουνισμό και στις απειλές τους, απαντούσε:
«… αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες,  χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε κι όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας». 
Ο Μπελογιάννης είχε «ενοχλήσει» τους στρατοδίκες του. Η σύγκριση μαζί του ήταν ανυπόφορη για τους διώκτες του. Τον Νοέμβρη του ’51, στην πρώτη του απολογία στο στρατοδικείο, ξεκαθάρισε:
«Εάν έκανα δήλωση αποκήρυξης θα αθωωνόμουνα κατά πάσα πιθανότητα μετά μεγάλων τιμών… Αλλά η ζωή μου συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του… Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: Να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ” αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».
Ο Μπελογιάννης μετέτρεψε το εναντίον του Στρατοδικείο σε πεδίο κατηγορίας και γελοιοποίησης των κατηγόρων του. Ο διάλογος, κατά τη διάρκεια της δίκης με έναν από τους βασικούς κατηγόρους του, τον αστυνομικό Αγγελόπουλο, είναι ενδεικτικός:
 «ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ισχυρίζεστε ότι ήρθα εδώ για να εφαρμόσω τις αποφάσεις των Ολομελειών της ΚΕ του ΚΚΕ;
 ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Μάλιστα.
 ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Οι αποφάσεις αυτές λένε ότι βάση της δράσης του ΚΚΕ είναι ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη. Έτσι δεν είναι;
 ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Έτσι.
 ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Επομένως, ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες και την ειρήνη είναι συνωμοσία κατά της Ελλάδας;
 ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι.
 ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ευχαριστώ. Αυτό μονάχα ήθελα να διευκρινίσω».
 «Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».
Ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη κατά την απολογία του, το Φλεβάρη του ’52. Λίγες μέρες πριν από την εκτέλεσή του.
Τα λόγια του Μπελογιάννη – παντοτινό σύμβολο του πατριώτη, του διεθνιστή, του ανθρώπου, του κομμουνιστή – αποδείχτηκαν πολύ πιο ισχυρά από τις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Πολύ πιο ανθεκτικά από τους μικρόνοες που νόμιζαν ότι δολοφονώντας τον Μπελογιάννη θα τον φίμωναν. Τον εκτέλεσαν νομίζοντας ότι έτσι τα λόγια τουθα έπαυαν να δονούν για πάντα τις καρδιές όλων εκείνων που δεν κάνουν «δήλωση μετανοίας». Τι ηλίθιοι…
Μετά τη δολοφονία ο Πωλ Ελυάρ έγραψε:
«Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δε θυσίασε τίποτα απ’ την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε…»
Ο Μπελογιάννης, στα όπλα των δολοφόνων έστρεψε το δικό του «όπλο»: Ένα γαρύφαλλο. Και τρεις κουβέντες:
«Αγωνιζόμαστε για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο, για να δημιουργήσουμε νέους χρόνους κι εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων».  
 

Πηγή: enikos.gr