Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Μια σύντομη ιστορία του κόσμου...

 
Μαρία Δεδούση
 
Ένα αγόρι βλέπει κάθε μέρα ένα κορίτσι να περιμένει στην ίδια στάση, την ίδια ώρα. Δεν μιλάνε ποτέ, παίρνουν το... λεωφορείο και πάει καθένας εκεί που πάει. Μια μέρα κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα.
Το αγόρι έκλεισε τα μάτια.
«Είδε» το κορίτσι να χαμογελάει και να του απλώνει το χέρι. Δίστασε, στιγμιαία, να το πιάσει. Ο δισταγμός έφυγε, άπλωσε και το δικό του.
Περπάτησαν, πιασμένοι απ το χέρι και μιλώντας ασταμάτητα, στα πεζοδρόμια της πόλης τους αλλά και άλλων πόλεων -μεγάλων και μικρών- σε άδειες παραλίες κάτω από τ' άστρα ή το φεγγάρι, στις μουσικές που αγαπούσαν, σε στρώματα που έσβησαν φιλόξενα τη δίψα του ενός για τον άλλον, σε λόγια αγάπης και αφοσίωσης, όρκους και υποσχέσεις, στα αμφιθέατρα του Πανεπιστημίου, στα ίντερβιους για δουλειές, στις καριέρες, στα σχέδια για το μέλλον.
Συμφωνούσαν σε όλα, τους άρεσαν τα ίδια πράγματα, εκείνος λάτρευε τον τρόπο που εκείνη έπαιζε με τα μαλλιά της, εκείνη λάτρευε τον τρόπο που εκείνος έσερνε απαλά το χέρι στον τοίχο όταν πήγαινε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, έφτιαξαν το δικό τους κόσμο, μια συνωμοσία των δύο.
Ο κόσμος τους αυτός άρχισε να παίρνει σχήμα. Έκαναν  όμορφα παιδιά, έφτιαξαν ένα όμορφο σπίτι, εκείνη ήθελε να μείνουν στη θάλασσα εκείνος στο κέντρο, κατέληξαν τελικά σε μια μεζονέτα στα προάστια. Εκείνος δούλευε πολύ, εκείνη λιγότερο, τα παιδιά μεγάλωναν, εκείνος βάρυνε, εκείνη πάχυνε στη δεύτερη εγκυμοσύνη και δεν επανήλθε ποτέ, βλέπονταν σπάνια, σταμάτησαν να κοιμούνται μαζί, μιλούσαν ελάχιστα, κοφτά και αδιάφορα και μόνο όταν ήταν με κόσμο.
Εκείνος βρήκε μια ερωμένη κι εκείνη έναν εραστή, σχέσεις χωρίς συναίσθημα για να περνάει κάπως η ζωή, εκείνος έπινε κι εκείνη έπαιρνε χάπια, τον εκνεύριζε αφόρητα ο τρόπος που εκείνη έπαιζε με τα μαλλιά της, την εκνεύριζε αφόρητα ο τρόπος που εκείνος έσερνε απαλά το χέρι στον τοίχο όταν πήγαινε από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
Η συνωμοσία εξακολουθούσε να υπάρχει, μόνο που τώρα ήταν καθένας μόνος του σ’ αυτήν, εναντίον του άλλου. Το χέρι της μέσα στο δικό του έγινε βαρίδι, η επιθυμία έγινε αποστροφή, η εμπιστοσύνη έγινε δυσπιστία, τα κοινά σχέδια έγιναν μικρές παγίδες, τα χαμόγελα έγιναν δύσπνοιες. Ένα βράδυ γύρισε στο σπίτι αποφασισμένος. Θέλω να σου μιλήσω, της είπε, κι εκείνη τον κοίταξε, χαμογέλασε παγωμένα και συνωμοτικά, του άπλωσε το χέρι και η παγίδα έκλεισε για πάντα.
Το αγόρι τινάχτηκε τρομαγμένο και άνοιξε τα μάτια.
Το κορίτσι στεκόταν ακόμα στη στάση, στην άκρη του πεζοδρομίου.
Του χαμογέλασε και του φάνηκε ότι του άπλωνε το χέρι.
Δεν πρόλαβε να δει καλά, εκείνη στραβοπάτησε, έπεσε στο δρόμο, περνούσε ένα αυτοκίνητο, τη χτύπησε, σκοτώθηκε επί τόπου.
Το αγόρι γύρισε κι έφυγε περπατώντας, δεν θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς σήμερα το λεωφορείο.
 
ΥΓ του blog: .... όταν χάνεις τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας στην αχανή γενικότητα της διαδικασίας χάνεις την ζωή... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου