Δήμος ΜούτσηςΣαν να έφτασα πρόωρα στο τέρμα μιας διαδρομής που ήλπιζα κάπως αλλιώς να τελειώσει. Παρακολουθώ τα γεγονότα βέβαια με θλίψη, αλλ’ αυτό το συναίσθημα δε μου είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Τόχα από χρόνια πριν και φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος. Τόχα από τότε πούγραφα το «Γουόκ μαν» και το «Για πούλημα λοιπόν», βλέποντας αυτή την άβυσσο της πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ξεπεσούρας. Αυτή τη λατρεία προς ό,τι το ευτελές κι αυτή την αναξιοκρατία σ’ όλο της το μεγαλείο, νάχουν κατακλύσει τα πάντα στη ζωή μας. Πρωτοσέλιδα, κανάλια, εκδηλώσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, γεμάτες ως επί το πλείστον απο παραπληροφόρηση. Βήμα συνήθως σ’ αυτούς που δεν είχαν να πουν τίποτα, παρεκτός απ’ το να καλύπτουν με όμοιες πάντα σοβαροφανείς κουβέντες ένα συγκεκριμένο χρόνο ή με κενές λέξεις ένα συγκεκριμένο χώρο.
Χρόνια τώρα το ίδιο βιολί και πάει λέγοντας. Όμως διόλου δε μας πείραζε. Ίσα ίσα, μάλιστα, που τα επικροτούσαμε κι όλας σε τέτοιο σημείο, που άμα κάποιος «ανθρωπάκος» πήγαινε να πει κάτι σοβαρό ή δεν έβρισκε βήμα, το πιθανότερο, ή το πολύ πολύ ως «γραφικός», αντιμετώπιζε μια κατάσταση του στυλ «Άντε, πες το ποίημα σου και τέλειωνε, να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας ». Κι η δουλειά ήταν αυτή που εκούσια ή ακούσια προετοίμαζε το επερχόμενο. «Αξίζεις; Θα σε κοντύνω να μη φαίνεσαι. Θα φωνάξω πιο δυνατά να μην ακούγεσαι, δεν έχει σημασία τι θα πω, δε με νοιάζει και κυρίως δεν ντρέπομαι, φτάνει να μην υπάρχεις εσύ, και δεν πρέπει να υπάρχεις, γιατί ξέρεις ποιος είμ’ εγώ ρε;» Εντάξει, δεν ξέρω αλλά υποθέτω. Μάλλον είσαι αυτός που έστειλε τον Ανατολάκη στη Βουλή και γύρισε την πλάτη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο νεοέλληνας που μόλις το πρόβλημα ξέφυγε απ’ την «πολυτέλεια της περισπωμένης» κι έπεσε στην τσέπη μας, τότε ως διά μαγείας σκίρτησε μέσα του ένας αχταρμάς αρχαίων προγόνων και Τζίπ, ΔΕΗ και πολιτισμού, Εφορίας, Σύνταξης και ιστορίας, όλα μαζί. Κι έτσι όπως τούρθαν απότομα, τα πήρε κι αυτός στο κρανίο που λένε, και μισοέντρομος μισοπερήφανος και αγανακτισμένος, κατέβηκε στο Σύνταγμα.
Λαός να δούν τα μάτια σου. Άνθρωποι κάθε λογής, κάθε χρώματος φύλου και ηλικίας, όλοι εκεί. Άλλοι καθισμένοι στις σκάλες και στα πεζούλια κι άλλοι όρθιοι με το βλέμμα στραμμένο προς τη Βουλή, να συζητούν να συμφωνούν και να δείχνουν.
«Αλήθεια! Τι ομορφιά μπορεί νάχει αυτός ο κόσμος – όταν θέλει!» Είπα! Αλλά πριν προλάβω καλά καλά να σώσω τα λόγια μου, συνέβη το αναπάντεχο. Κάποιος εξ ημών, που κανείς μέχρι στιγμής δεν τον είχε προσέξει, ήρθε στα καλά του καθουμένου, στήθηκε μπροστά μας και κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλό του, άρχισε να φωνάζει: «Κάμερα σε μένα! Ο καιρός γαρ εγγύς, τόμος ένα και δύο!» Κανονικός φαινόταν, αλλά μου την έδωσε ο τρόπος του. Εγωισμός; Όπως θέλετε πείτε το αλλά εγώ δεν κρατήθηκα. Στήθηκα, λοιπόν, καμαρωτός καμαρωτός, ύψωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό και κοιτώντας στο πουθενά βροντοφώναξα: «Έϊβαλα! Έϊβαλα!…» Δεν ξέρω γιατί τόπα, έτσι μούρθε, αυτό όμως που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Μιά ομάδα έξαλλων ανθρώπων όρμησε προς την πλατεία αλαλάζοντας: «Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, το Δού Νού Τού σκαρφάλωνε στα δέντρα…! Στα δέντρα εσείς; Παρθενώνες εμείς!» Ένας άλλος μόνος του συμπλήρωνε: «Κι ο Αλλάχ θα βοηθήσει!».
Ο δικός μου στο μεταξύ είχε αλλάξει μοτίβο: «Νεφελίμ, Ελλοχίμ, τακ τακ σκληρό εξώφυλλο!» Ξοπίσω μια άλλη ομάδα ερχόταν επαναλαμβάνοντας με έμφαση για το δίκιο του εργάτη, κι η ατμόσφαιρα τελικά άρχισε να ζεσταίνει. Πήρανε μπρός και τα τραγούδια. Σιγανά, ταπεινά και τρυφερά τραγούδια, μαζί με θούρια, παιάνες και ύμνους βυζαντινούς. «Όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα!…»
Όλα, εκτός απ τα Ματ, που αγρίεψαν λόγω Μουσικής κι ορμήσανε κραυγάζοντας: «Σκασμός!»
Το πλήθος αντιστάθηκε: «Γαμώ τη μάνα σας!…»
«Όχι τέτοια, όχι τέτοια!» συνέστησαν οι πιο ψύχραιμοι.
Σιγά σιγά, οι περισσότεροι γυρίσαμε στα σπίτια μας. Κάποιοι άλλοι πήγαν και κάψανε γι ακόμα μια φορά την Αθήνα, κι οι υπόλοιποι, λέει, πήραν το Δάνειο.

ΥΓ: Φοβάμαι γιατί η νύχτα πούρχεται είναι μεγάλη, κι εγώ μένω ακόμα να βασανίζομαι κολλημένος σε μια φράση από τη «Χώρα των τυφλών» του H.G.Wells: «Σας τόχα πεί. Αναθεματισμένοι βλάκες!…»