Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ήρθε η ώρα

Πάντα ήμουν αντιδραστικός και ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Αλλά μόλις αντιλήφθηκα πόσο σάπιο και σαν λερναία ύδρα ήταν το σύστημα που πολεμούσα, αποδέχθηκα την ήττα μου χωρίς να ζητήσω ρεβάνς. Έτσι καπιτάληξα να φωνάζω «γαμώ το κράτος!». Αλλά δεν το έβριζα. Απεναντίας το επικροτούσα, εννοώντας πως ήταν και γαμώ, εξαιρετικό, μάρβελους!
Πήρα και 57αρα τηλεόραση και παρακολουθούσα εκπομπές μαγειρικής στα τούρκικα και επαναληψήριαλ.
Ένα μεσημεράκι, γυρνώντας από την δουλειά, στρώθηκα αμέσως στην ρουτίνα που τόσο αγαπούσα. Παρήγγειλα γύρους, άνοιξα τηλεόραση και έβαλα να δω την εκπομπή «Καν’ ομελέτα και έρχομαι».Η παρουσιάστρια (Ελεωνόρα Ομελέτη) μετά από κλήρωση, πήγαινε στο σπίτι ενός τυχερού τηλεθεατή, μαγείρευαν, έτρωγαν και στο τέλος τους έδινε ένα αναμνηστικό δώρο.
Εκείνο το μεσημέρι η Ελεωνόρα, με χαμόγελο τόσο στημένο που σφύριζε πέναλτυ σε κάθε ευκαιρία, μπήκε στο σπίτι ενός τύπου γύρω στα 30. Ο τυπάκος την παρακάλεσε πριν ξεκινήσουν, να διαβάσει ένα κείμενο που είχε γράψει.
Η Ελεωνόρα, σαν αρκούδα σε περίοδο αναπαραγωγής, οσμίστηκε τα νούμερα της KGB να βαράνε κόκκινο. Του έδωσε το οκ, λέγοντας με τρόπο στον καμεραμάν, μην τυχόν και το χάσει αυτό το σούργελο.
Ο τύπος ξερόβηξε και: «Ήταν μια φορά ένας μανάβης και πουλούσε φιλήσυχα τα ζαρζαβατικά και φρούτα του, σε ελκυστικές τιμές. Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν σαν φυστικοβούτυρο σε φρυγανιά. Είχε και ένα μικρό σπίτι στην άκρη του λόφου, με ένα μικρό περιβολάκι στην πίσω αυλή. Εκεί είχε ντομάτες, πιπεριές, ελιές, κρεμμύδια και φέτα. Είχε βάλει τον Τάνι να το οργώνει. Έναν αλλοδαπό μετανάστη. Επειδή ο Τάνι ήταν υπεύθυνος στη δουλειά του, ο φιλήσυχος μανάβης τον αποκαλούσε Μπός Τάνι. Έτσι πουλούσε και χωριάτικες παράλληλα, για να βγάζει έξτρα χαρτζιλίκι. Ώσπου μια μέρα κάτι διατάραξε την ησυχία του. Οι ελιές έπιασαν δράκο. Κάτι μικροσκοπικά φτερωτά ανθρωποειδή, που βίαζαν ασύστολα τις ελιές του. Έριξε αντισυλληπτικά στις ρίζες των ελιών, αλλά τίποτα. Στενάχωρος και σκασμένος, ξερίζωσε τις ελιές και άρχισε να πουλάει μπουγιουρντί. Όχι με την ίδια συχνότητα όπως τις χωριάτικες. Αυτό τάραξε την ψυχική του υγεία και κλείστηκε στον εαυτό του. Ζήτησε μέχρι και την βοήθεια του αδερφού του, που ήταν διακεκριμένος δημοσιογράφος και είχαν καιρό να τα πουν. Αυτός τον συμβούλεψε να του δώσει κανά κτήμα από αυτά που του είχε γράψει ο πατέρας τους και να πάει να γαμηθεί. Καλοκάγαθος όπως ήταν, του χάρισε το μεγαλύτερο χωράφι με την καλύτερη θέα και έγινε τραβέλι στην Συγγρού, με το καλλιτεχνικό όνομα Ρίτα.Δι εντ.».
Τσαλάκωσε το χαρτί, το πέταξε στην κάμερα και κοιτάζοντας ανέκφραστος την Ελεωνόρα, με το χαμόγελό της να έχει βγει οφσάϊντ, της είπε «Μια αλληγορική ιστορία που αν είσαι λιγάκι έξυπνη, όπου μανάβης βάλε Έλληνας πολίτης, όπου αδερφός του βάλε κυβέρνηση.
Ο Τάνι κλασσικά ανασφάλιστος. Ξέρεις, παρατηρούμε τη ζωή προσπαθώντας να βγάλουμε κάποιο νόημα. Βλέπουμε μια ‘πραγματικότητα’ που δείχνει να εκτυλίσσεται σε μια ξένη γλώσσα. Βομβαρδιζόμαστε από διαφημίσεις, διαστρεβλωμένες ειδήσεις, άχρηστους πολιτικούς ηγέτες, τηλεοπτική αποχαύνωση, δήθεν σοφούς με κηρύγματα και εσείς-κοιτάζοντας την κάμερα-ακόμα να καταλάβετε ότι κρατάτε λάθος λιμπρέτο από άλλο έργο. Πότε ακριβώς θα διαμαρτυρηθείτε; ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕΕΕ!!!» έκλεισε την πόρτα με ορμή στα μούτρα τους και έπεσαν διαφημίσεις κακήν κακώς.
Εγώ έμεινα να κρατάω τον γύρο, με το τζατζίκι να μου έχει λερώσει το γόνατο. Περισσότερο απ’ όλα με πείραξε που τόσο καιρό είχα λερωμένη την συνείδηση μου, εθελοτυφλώντας, φοβούμενος μη χάσω την βόλεψή μου. Εμείς που είμαστε κάπου στη μέση της κοινωνικής πυραμίδας, κοιτάμε τους από κάτω και σκύβουμε το κεφάλι χωρίς ενδοιασμό, βάζοντας την περηφάνια μας για ύπνο, μην τυχόν και καταλήξουμε σαν αυτούς. Κάποια μέρα οι από κάτω θα πεινάσουν τόσο, που ένα βράδυ τα ουρλιαχτά που θα ακούμε, δεν θα είναι ο αέρας που μπαίνει από τις παλιές μπαλκονόπορτες, σφυρίζοντας σαν αρχαία τραγωδία, αλλά αυτών που θα φαγωθούν πρώτοι. Η ιδέα μου είχε έρθει αστραπιαία. Έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση. Έκλεισα την τηλεόραση και σηκώθηκα αποφασιστικά. Πρώτη κίνηση επετεύχθη.
Ενώ σηκώθηκα με φόρα κλείνοντας με πάθος την τηλεόραση, έκατσα παραπαίοντας, καθώς ζαλίστηκα και θόλωσαν όλα γύρω μου. Όσο το αίμα μετακόμιζε από το κεφάλι μου στο υπόλοιπο σώμα και έπαιρνα ξανά το χρώμα μου σε τιμή ευκαιρίας, έκαναν εισβολή στις σκέψεις μου τα τελευταία λόγια ενός φίλου.
Πριν κλείσει τα μάτια του μια για πάντα στο νοσοκομείο, μου έδωσε μία συμβουλή. «Στόχος είναι το μυαλό και όχι τα πόδια». Το είχε διαβάσει από την Κατερίνα Γώγου και είχε δίκιο. Βλέπεις παντού γύρω σου ανθρώπους απλά να περπατούν χωρίς να σκέφτονται. Ένα τεράστιο πέπλο νωθρότητας και φόβου για κάτι νέο δεν τους αφήνει να ξυπνήσουν να δουν την πραγματική κατάσταση.
Ο Πλάτωνας είχε ζητήσει από τους μαθητές του, να φανταστούν τους ανθρώπους να κατοικούν σε μια σκοτεινή σπηλιά, στην οποία είναι φυλακισμένοι από την παιδική τους ηλικία. Δεμένοι απ’ τον λαιμό και τα πόδια, κοιτώντας έναν τοίχο, ανήμποροι να στρέψουν τα κεφάλια τους. Πίσω τους, ένα τοιχάκι τους χωρίζει από ένα δρόμο, όπου άνθρωποι κουβαλάνε αγάλματα ανθρώπων και ζώων. Το μόνο που οι φυλακισμένοι μπορούν να δουν είναι οι σκιές των αγαλμάτων, που προβάλλει στον τοίχο το φως της φωτιάς, κάτι σαν θέατρο σκιών. Μόνο που οι φυλακισμένοι δεν ξέρουν ότι αυτά που βλέπουν είναι σκιές ή κούκλες. Πιστεύουν ότι αυτά που βλέπουν είναι αληθινά. Ο Πλάτωνας περιγράφει αυτούς που κουβαλάνε τα αγάλματα, άλλους σιωπηλούς κι άλλους να μιλάνε, αλλά απ’ τον αντίλαλο οι φυλακισμένοι θεωρούν ότι είναι οι σκιές που μιλάνε. Αν τώρα ένας φυλακισμένος λυνόταν από τα δεσμά του και μπορούσε να κοιτάξει γύρω του, θα κλονιζόταν. Το πιο πιθανό είναι να πίστευε πως ότι γνώριζε πριν ήταν αληθινό, κι όχι αυτό που έβλεπε τώρα. Σταδιακά θα καταλάβαινε ότι αυτός τον οποίο θεωρούσε άνθρωπο ήταν απλώς η σκιά του αγάλματος ενός ανθρώπου. Μα πιο πολύ θα κλονιζόταν, αν τον έβγαζαν απ’ τη σπηλιά στο φως του ήλιου. Η πρώτη συνέπεια θα ήταν εκτύφλωση. Σιγά σιγά ίσως να μπορέσει να προσαρμοστεί σ’ αυτό τον καινούργιο κόσμο, παρατηρώντας πρώτα αυτό που ήδη γνωρίζει. Σκιές. Στη συνέχεια τον ουρανό, αλλά μόνο τη νύχτα. Το τελευταίο βήμα θα ήταν να μπορέσει να παρατηρήσει τον ουρανό τη μέρα, να κοιτάξει τον ήλιο κατάματα.
Άσχημο πράγμα να έχεις περηφάνια και φιλοδοξίες σε καιρούς που σου επιβάλλουν απλόχερα μαθήματα δουλοπρέπειας.
Κάτι μέσα μου κατάφερε να σπάσει το καλούπι που με κράταγε ναρκωμένο με τις παραισθήσεις του όμορφα πλασμένου κόσμου, να χορεύουν μπρος στα μάτια μου. Έπρεπε να φτιάξω πρώτα την ψυχοσύνθεσή μου. Να ελευθερωθώ. Να προσπαθήσω να κάνω πραγματικότητα κρυφές ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Άρχισα να λέω καλημέρα σε αγνώστους με ειλικρίνεια, άσχετα αν με κοιτούσαν σαν να φοράω πανοπλία ιππότη με ροζ παπούτσια.
Ξεκίνησα μαθήματα Ισπανικών, που λάτρεψα απ’ τη στιγμή που διάβασα Λόρκα. Επιτέλους αγόρασα μπάσο βγάζοντας τον ρυθμό που ένιωθα να με κυριεύει, σε βαθμό που οι γείτονες μου έφεραν την αστυνομία, καθότι ανίδεος από νότες, μέτρα και ακόρντα έκανα τα νεύρα τους ακορντεόν.
Παραιτήθηκα από τη δουλειά που μισούσα, αλλά υπηρετούσα λόγω οικονομικών δυσχερειών και αφοσιώθηκα στη μεγάλη μου αγάπη. Τη ζωγραφική.
Τα χρήματα λιγόστευαν επικίνδυνα, αλλά ένιωθα ελεύθερος. Έκανα και έναν μικρό κήπο με διάφορα ζαρζαβατικά στο μπαλκόνι και δεν είχα ανάγκη τίποτα. Ελεύθερος.
Ένα απόγευμα ενώ πότιζα τις μελιτζάνες, ένα σύννεφο ρούφηξε όση ενέργεια χρειαζόταν απ’ τον ήλιο, που έδειχνε κάπως τεμπέλης όλη μέρα και κρυβόταν όποτε μπορούσε, κι άρχισε ένα ανεπαίσθητο ψιλόβροχο να μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Αμέσως μετατράπηκε σε δυνατή νεροποντή, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να ξεπλύνει το γκρίζο αστικό τοπίο, σαν γάτα που πλένει τα μικρά της. Έκλεισα τα μάτια. Άνοιξα διάπλατα τα χέρια. Κοίταξα ψηλά αφήνοντας την βροχή να εισχωρήσει σε κάθε πόρο του στεγνού και ανέγγιχτου από κάθε μορφής ελευθερίας και λύτρωσης σώματος μου. Τελευταία φορά που θυμάμαι την ίδια αίσθηση πρέπει να ήταν, όταν μωρό ακόμα με πήγαινε η μάνα μου και έκανα μπάνιο γυμνός στη θάλασσα. Μετά ήρθε η βάφτιση και ήθελα δεν ήθελα προσαρμόστηκα στην δουλεία του Θεού. Χαμογέλασα αληθινά μετά από πολύ καιρό. Ελεύθερος. Είχε έρθει η ώρα να μεταδώσω αυτά τα αγνά συναισθήματα σε όσους περισσότερους μπορούσα. Είχε έρθει η ώρα.
«…δηλώσεις για την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης VENCEREMOS έκανε ο υπουργός δημόσιας τάξης και προστασίας του αλήτη, Απόστολος Σκέρτζος. Ας τις ακούσουμε στο ρεπορτάζ που επιμελήθηκε ο Χάρης Παπαγαλάκης.
-Η Πολιτεία έπραξε τα μέγιστα για την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης ΒΙΣΣΗΡΕΜΟΣ(εεμμ.. venceremos κύριε υπουργέ) και πλέον taxes και ασφάλεια ανατέλλουν και πάλι στον τόπο μας…»
Λίγο νερό ρεεεεεε…ΣΚΑΣΕ! Ααααχ η απόλυτη ευγένεια καθρεφτίζεται στον 4ο όροφο της Γ.Α.Δ.Α σαν ολόφρεσκο βαμβάκι. Είναι η πέμπτη μέρα που με έχουν σε ένα κρατητήριο. Είναι λιγάκι σκοτεινά, όχι επειδή δεν έχει φως. Απλά σου παίρνει κάμποσο να ανοίξουν τα μάτια σου από τις φάπες, που ευγενικά σου χαρίζουν στην είσοδο της αστυνομικής διεύθυνσης. Όπως όλα δείχνουν έχω χρόνο.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μετά την λυτρωτική βροχή του προηγούμενου τεύχους λοιπόν, δεν έχασα χρόνο και πήρα τον φίλο μου τον Αλέξανδρο στο τηλέφωνο, για να του πω το σχέδιο μου.
Ο Αλέξανδρος είναι υποτιτλιστής σε τούρκικα σήριαλ. Άρα έχει πρόσβαση στην τηλεόραση. Άρα είναι απόλυτα χρήσιμος στο σχέδιο μου. Άρα θα δεχτεί γιατί του υποσχέθηκα κατανάλωση αρκετού αλκοόλ, σαν να μην υπήρχε αύριο, που μεταξύ μας, δεν υπήρχε. Ήταν ή τώρα ή ποτέ!
Μετά από πολύωρη κουβέντα, δέχτηκε, και το σχέδιο είχε ως εξής. Θα παραποιούσαμε τους υπότιτλους, μεταφέροντας μηνύματα αφύπνισης όπως, -Ως πότε θα αναβάλλεις την εξέγερσή σου;
– Το ΑΡΙΕΛ κάνει επανάσταση! Εσύ;
- Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά φόρους και μαδέρι.
- Θα σε περιμένω στη γωνία, λίγο πριν τα οδοφράγματα, για να κατακτήσουμε τα όνειρά μας.
Και άλλα τέτοια όμορφα. Βρήκαμε και το όνομα της, και καλά, οργάνωσης μας και ξεκινήσαμε.
Η πρώτη αντίδραση του συστήματος, ήταν να απολύσουν τον Άλεξ, με συνοπτικές διαδικασίες. Ο σπόρος είχε φυτευτεί όμως και το άνθος μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Όπου και αν στεκόμουν, είτε στην ουρά στο σούπερ μάρκετ, είτε σε καφετέριες, είτε στα φανάρια, άκουγα νέους, κυρίως, ανθρώπους να λένε για τους παραποιημένους υπότιτλους.
Σιγά σιγά αρχίσαμε να γράφουμε συνθήματα σε τοίχους με την υπογραφή Venceremos.
Βγάλαμε και ένα κείμενο, ανεβάζοντάς το στο internet και η σπίθα πυροδότησε την φωτιά. Συνοπτικά το κείμενο έλεγε, Ξυπνήστε και δείτε τα όνειρα σας σε πραγματικό χρόνο. Ήρθε η ώρα. Είμαστε πολλοί. Μπορούμε να βγούμε νικητές. Αρκεί να το θελήσουμε. Τολμήστε. Δεν θα είναι εύκολη η μετάβαση, αλλά δεν νιώθετε πιο έτοιμοι όσο ποτέ για έναν σκοπό, όπως η ελευθερία; VENCEREMOS αδέρφια!
Τα δελτία ειδήσεων είχαν σαστίσει. Δεν ήξεραν πώς να το χειριστούν, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος έβγαινε στον δρόμο διεκδικώντας ένα καλύτερο αύριο. Την πάταξη της σάπιας κοινωνίας και της δουλοπρέπειας. Ένα μέλλον όπως το έχει οραματιστεί ο κάθε υγιής οργανισμός. Ελεύθερο. Εγώ και ο Άλεξ στην αφάνεια. Παρακολουθούσαμε το δημιούργημά μας να παίρνει σάρκα και οστά. Μαζί στο δρόμο και εμείς σαν απλοί πολίτες. Τα κανάλια έπιαναν πάτο σε τηλεθεάσεις, με τα δελτία των 8 να απευθύνουν εκκλήσεις να συμμορφωθούμε, καθώς ελλοχεύει κίνδυνος αποσταθεροποίησης της χώρας, και πώς θα πάρουμε την 348η δόση του δανείου από την Ευρωζώνη;
Όταν όμως φτάναμε προς το τέρμα έτοιμοι να σκοράρουμε και να νικήσουμε μια για πάντα, άρχισε το ελληνικό έθιμο, ανάληψης ηγεσίας την επομένη της επανάστασης. Ο Χι θα μας σώσει! Όχι ο Ψι είναι καλύτερος! Τι λέτε ρε! Ο Ζετ είναι ο καταλληλότερος! Και η μπάλα, μαζί με τα όνειρά μας, έβγαινε απελπιστικά άουτ…
Όλα ξεχάστηκαν σε χρόνο μηδέν. Ιδρύθηκαν κόμματα πάνω στην ιδέα μας. Τι ντροπή…
Ο Αλέξανδρος έφυγε στο εξωτερικό αηδιασμένος. Έμαθα βρήκε μια καλή δουλειά και ζει ανήσυχα.
Εγώ παραδόθηκα στην αστυνομία. Δεν μπορούσα να βρω καλύτερο τρόπο να ξεφύγω από τη νοσηρή πραγματικότητα.
Αντιλήφθηκα πως δεν έχει νόημα να πετάς χαλικάκια στον ωκεανό για να δημιουργήσεις ένα νησί, αν το κάνεις μόνος. Θέλει αλληλεγγύη, θάρρος και θράσος το όλο επιχείρημα της αφύπνισης. Δεν πειράζει.
Αααα ήρθε και το όργανο να με λούσει με νερό, γιατί δεν κάνει να πίνω όπως όλα δείχνουν.
Εγώ πάντως θα σε περιμένω στη γωνία, πέντε λεπτά πριν ξεσπάσει η επανάσταση. Όταν νιώσεις έτοιμος έλα. Θα είμαι εκεί για σένα. Γιατί είδα τη φλόγα μέσα σου. Αρκεί να μην την σβήσεις. Φούντωσέ την και κάψε κάθε τι που σε καταπιέζει. Φιλάκια! VENCEREMOS!
 
(Αγαπητέ πιτσιρίκο, διάβασα τις σκέψεις της αισιόδοξης εκπαιδευτικού και είπα να γράψω και εγώ κάτι. Όσο έγραφα, παρατήρησα ότι έγραφα όλο και γρηγορότερα, όλο και πιο παθιασμένα. Ίσως τελικά μας κάνει καλό να γράφουμε πού και πού τις όποιες σκέψεις και ανησυχίες έχουμε μέσα μας. Αυτό που έγραψα βέβαια είναι κάτι μεταξύ πραγματικών γεγονότων και επιστημονικής φαντασίας, αλλά ελπίζω κάποια στιγμή να έρθει η ώρα. Θα περιμένω. Χαιρετισμούς από την Κω. Αλέξανδρος)
 
(Αγαπητέ φίλε, να γράφετε. Το γράψιμο κάνει πολύ καλό και είναι εξαιρετική πνευματική άσκηση. Χαιρετώ σας.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου