Οι απεγνωσμένοι ελιγμοί του Νετανιάχου για πολιτική επιβίωση, το κοινοβουλευτικό μπλόκο της αντιπολίτευσης και ο αδιασπάστος ιδεολογικός πυρήνας της σιωνιστικής συναίνεσης που παραμένει αμετάβλητος, ανεξαρτήτως προσώπων.
Η σημερινή προσφυγή στις κάλπες δεν αποτελεί μια συνήθη δημοκρατική διαδικασία εναλλαγής στην εξουσία, αλλά τη δραματική συμπύκνωση των θεσμικών και ηθικών αδιεξόδων του κατοχικού κράτους του Ισραήλ. Με τον συνασπισμό του Γκαντί Αϊσενκότ να διεκδικεί την πρωτιά και τον Μπένιαμιν Νετανιάχου να παλεύει για την προσωπική του επιβίωση, η επόμενη μέρα προδιαγράφεται ως ένα ναρκοθετημένο πεδίο.
Ωστόσο, η εστίαση στα πρόσωπα συσκοτίζει το γεγονός ότι πίσω από τη μάχη των συσχετισμών, η ουσία αυτού του κράτους παραμένει αγκυλωμένη στην πολεμική βία, τον συστηματικό αποκλεισμό, την εθνοτική ηγεμονία και τον ρατσισμό.
Η αριθμητική της παράλυσης
Ακόμη κι αν οι κάλπες επιβεβαιώσουν τα προγνωστικά, φέρνοντας το κόμμα Γιασάρ του Αϊσενκότ μπροστά από το Λικούντ του Μπένιαμιν Νετανιάχου, ο δρόμος προς τη διακυβέρνηση περνά μέσα από το απροσπέλαστο όριο των 61 εδρών. Η απουσία συμπαγούς πλειοψηφίας ενεργοποιεί τον χρονοβόρο μηχανισμό των διερευνητικών εντολών –μια διαδικασία 28 ημερών με δυνατότητα παράτασης– η οποία σε τακτικές περιόδους θα συνιστούσε τυπική μετεκλογική ρουτίνα.
Στη σημερινή συγκυρία, όμως, η μετάβαση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Η νευρικότητα που καλλιέργησε ο Νετανιάχου στις τάξεις του κατοχικού στρατεύματος και των υπηρεσιών ασφαλείας καθιστά το μετεκλογικό τοπίο ένα πεδίο τακτικών ελιγμών. Για έναν πρωθυπουργό αντιμέτωπο με τη δικαιοσύνη και τη διεθνή κατακραυγή, η απώλεια της εξουσίας συνιστά υπαρξιακή απειλή.
Στο πλαίσιο αυτό, το θεσμικό πλαίσιο προσφέρει επικίνδυνα νομικά «παράθυρα». Το άρθρο 40 των Θεμελιωδών Νόμων περί Κυβερνήσεως ορίζει ότι η κήρυξη πολέμου ή η ανάληψη μείζονος στρατιωτικής δράσης απαιτεί απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, χωρίς να διακρίνει μεταξύ τακτικής και υπηρεσιακής κυβέρνησης. Αυτό το νομικό έρεισμα επιτρέπει στον Νετανιάχου να ασκήσει ασφυκτική πίεση για τη συγκρότηση κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης, επικαλούμενος εξωτερικές απειλές.
Την ίδια στιγμή, το ενδεχόμενο εσωτερικής αμφισβήτησης του αποτελέσματος από ακροδεξιά και φονταμενταλιστικά στοιχεία της ισραηλινής κοινωνίας έχει υποχρεώσει τις αρχές ασφαλείας στην κατάρτιση επιχειρησιακού σχεδίου με την ονομασία «Διαταγή Καπιτώλιου», προς αποτροπή βίαιων επεισοδίων στην Κνεσέτ.
Τα όρια του μπλοκ ενάντια στον Νετανιάχου
Στον αντίποδα, το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης προετοιμάζει άμεση θεσμική αντεπίθεση. Βασικός στόχος του συνασπισμού του Αϊσενκότ είναι η ανάληψη του ελέγχου της Επιτροπής Διευθετήσεων της Κνεσέτ αμέσως μετά την καταμέτρηση.
Μέσω αυτής της τακτικής, επιδιώκεται η ταχεία αντικατάσταση του Προέδρου του Κοινοβουλίου και η ακύρωση ή το πάγωμα του νομοθετικού πακέτου της δικαστικής μεταρρύθμισης που ψήφισε η απερχόμενη κυβέρνηση. Ωστόσο, η ευδοκίμηση αυτού του σχεδίου εξαρτάται από τις ασταθείς ισορροπίες εντός ενός ετερόκλητου μετώπου, όπου αρκετοί βουλευτές είχαν στηρίξει στο παρελθόν συντηρητικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, καθιστώντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξαιρετικά εύθραυστη.
Η αδιασπάστη σιωνιστική συναίνεση
Η πολιτική σύγκρουση στο Τελ Αβίβ διεξάγεται εντός αυστηρά οριοθετημένων πλαισίων. Η πιθανή επικράτηση του Γκαντί Αϊσενκότ –ενός στρατηγού με σαραντάχρονη θητεία, εμπνευστή του «Δόγματος Νταχίγια» περί δυσανάλογης χρήσης βίας και μέλους του πολεμικού συμβουλίου– υπογραμμίζει ότι η αλλαγή ηγεσίας αφορά το ύφος και τη διαχείριση της εξουσίας, όχι την ουσία της πολιτικής.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η δεξιόστροφη διολίσθηση της ισραηλινής κοινωνίας δεν είναι ευκαιριακό φαινόμενο της εποχής Νετανιάχου, αλλά δομικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος. Η εθνοτική υπεροχή, ο θεσμικός αποκλεισμός της αραβικής μειονότητας και η διατήρηση της κατοχής αποτελούν το κοινό έδαφος πάνω στο οποίο συγκλίνουν τόσο η κυβερνητική παράταξη όσο και η λεγόμενη κεντροδεξιά αντιπολίτευση.
Συνεπώς, η εκλογική μάχη δεν συνιστά δημοψήφισμα για τον τερματισμό της γενοκτονικής βίας στη Γάζα ή την αναγνώριση των παλαιστινιακών δικαιωμάτων. Αποτελεί μια εσωτερική αναδιανομή ρόλων μεταξύ διαφορετικών εκδοχών της ίδιας στρατοκρατικής λογικής, όπου η δημοκρατία λειτουργεί ως προνόμιο για λίγους και η κρατική ισχύς ως μόνιμο εργαλείο επιβολής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου