Από τα 700 ρέματα στα λιγότερα από 50: μπαζώματα, τσιμέντο και υπόγεια ποτάμια αυξάνουν τον πλημμυρικό κίνδυνο
Newsroom
Το λεκανοπέδιο της Αττικής δεν βρίσκεται τυχαία αντιμέτωπο με επαναλαμβανόμενα πλημμυρικά φαινόμενα. Τα σημερινά προβλήματα δεν είναι αποτέλεσμα «ακραίων» βροχοπτώσεων, αλλά το αποτύπωμα πολεοδομικών επιλογών που αγνόησαν τη φυσική λειτουργία του τοπίου με τα στοιχεία να είναι σαφή και αμείλικτα.
Σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το 1945 τα ανοιχτά ρέματα της Αττικής είχαν συνολικό μήκος 1.280 χιλιόμετρα. Σήμερα, το μήκος αυτό έχει περιοριστεί στα 434 χιλιόμετρα. Πρόκειται για μείωση 66,4%, που δεν οφείλεται σε φυσική εξαφάνιση των υδατορεμάτων, αλλά σε συστηματικά μπαζώματα, εγκιβωτισμούς και κάλυψη των φυσικών κοίτων από δρόμους και κτίρια. Με απλά λόγια, δύο στα τρία χιλιόμετρα ρεμάτων εξαφανίστηκαν από την επιφάνεια της πόλης. Και μαζί τους εξαφανίστηκε η βασική υποδομή απορροής των όμβριων υδάτων.
Όταν η άσφαλτος κάλυψε τη γη
Η συρρίκνωση των ρεμάτων συνοδεύτηκε από μια ακόμη πιο κρίσιμη αλλαγή. Τη ριζική μεταβολή του τρόπου με τον οποίο το έδαφος διαχειρίζεται το νερό. Όπως προκύπτει από μελέτες του ΙΓΜΕ, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες το 80% των νερών της βροχής απορροφούνταν από το έδαφος, ενώ μόλις το 20% κατέληγε απευθείας στη θάλασσα.Σήμερα, το ισοζύγιο αυτό έχει ανατραπεί δραματικά. Η εκτεταμένη σφράγιση του εδάφους με άσφαλτο και τσιμέντο δεν επιτρέπει τη φυσική διήθηση. Το νερό δεν απορροφάται, δεν καθυστερεί, δεν διαχέεται. Ρέει επιφανειακά, συγκεντρώνεται απότομα και διοχετεύεται βίαια σε ένα δίκτυο αγωγών που δεν σχεδιάστηκε για τέτοιους όγκους.
Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Ακόμη και βροχοπτώσεις μέσης έντασης αρκούν για να προκαλέσουν υπερχειλίσεις, πλημμύρες δρόμων και καταστροφές σε περιοχές που βρίσκονται πάνω ή κοντά σε παλιές κοίτες. Το νερό ακολουθεί τη φυσική του μνήμη, ακόμη κι αν αυτή έχει θαφτεί κάτω από την πόλη.
Αστική ανάπτυξη χωρίς χώρο για το νερό
Τα στοιχεία για την εξέλιξη της δόμησης στην Αθήνα εξηγούν γιατί το πρόβλημα έχει πάρει δομικές διαστάσεις. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δομημένες επιφάνειες κάλυπταν περίπου το 25% του λεκανοπεδίου. Παρά την ανοικοδόμηση, υπήρχαν ακόμη ελεύθερες εκτάσεις, φυσικά ρέματα και εδάφη που λειτουργούσαν ως αποδέκτες των υδάτων.
Μετά το 1975, η εικόνα άλλαξε ριζικά. Το 75% του λεκανοπεδίου καλύφθηκε από κτίρια, δρόμους και τεχνικά δίκτυα, ενώ οι ελεύθεροι χώροι περιορίστηκαν σε μόλις 4%. Η ανάπτυξη αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς να ενσωματωθεί το υδρογραφικό δίκτυο στον σχεδιασμό. Τα ρέματα θεωρήθηκαν «αναξιοποίητες εκτάσεις» και όχι κρίσιμες υποδομές.
Τα ρέματα χθες και σήμερα
Στα τέλη του 19ου αιώνα, το λεκανοπέδιο της Αττικής διέθετε ένα εκτεταμένο και ζωντανό υδρογραφικό δίκτυο. Περίπου 700 χείμαρροι, ποτάμια και ρυάκια διέσχιζαν την περιοχή, κατεβαίνοντας από τους γύρω ορεινούς όγκους και οδηγώντας τα νερά της βροχής προς τη θάλασσα. Επρόκειτο για ένα φυσικό σύστημα απορρόφησης και εκτόνωσης, πλήρως ενσωματωμένο στο τοπίο και στη ζωή της πόλης.Έναν αιώνα αργότερα, η εικόνα έχει ανατραπεί πλήρως. Το 1999, ο αριθμός των ρεμάτων που παρέμεναν ανοιχτά στο λεκανοπέδιο είχε ήδη μειωθεί σε λιγότερα από 70, δηλαδή κάτω από το 10% του αρχικού δικτύου. Σήμερα, τα ρέματα που εξακολουθούν να είναι ορατά δεν υπερβαίνουν τα 50. Η εξαφάνιση δεν ήταν σταδιακή φυσική φθορά, αλλά αποτέλεσμα συστηματικών παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με τις καταγραφές, περίπου 550 χιλιόμετρα ρεμάτων και χειμάρρων στο λεκανοπέδιο της Αττικής έχουν μπαζωθεί ή τσιμεντοποιηθεί. Οι φυσικές κοίτες μετατράπηκαν σε οικοδομήσιμες εκτάσεις, δρόμους και υποδομές, προκειμένου να ικανοποιηθούν τα οικιστικά σχέδια και οι ανάγκες επέκτασης της Αθήνας. Το κόστος αυτής της επιλογής γίνεται σήμερα ορατό με κάθε έντονη βροχόπτωση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ιλισός, το μεγαλύτερο ποτάμι που διέσχιζε την Αθήνα. Ξεκινούσε από τον Υμηττό και κατέληγε στη θάλασσα, διατρέχοντας ανοιχτά τον αστικό ιστό. Σήμερα, ο Ιλισός κυλά εξ ολοκλήρου υπόγεια: κάτω από τη Μιχαλακοπούλου, τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας – μπροστά από το Παναθηναϊκό Στάδιο – συνεχίζει στην Καλλιρρόης και, μετά την Καλλιθέα, καταλήγει στη θάλασσα.
Για τους αρχαίους Αθηναίους, ο Ιλισός δεν ήταν απλώς ποτάμι, αλλά ιερός τόπος. Στις όχθες του υπήρχαν βωμοί θεών και τελούνταν τα Μικρά Μυστήρια, συνδεδεμένα τόσο με τα Ελευσίνια όσο και με διονυσιακές τελετουργίες. Από αυτό το ιερό ποτάμι, σήμερα παραμένει ορατή μόνο μια στεγνή και χορταριασμένη κοίτη, δίπλα στην οποία είναι χτισμένη η Αγία Φωτεινή του Ιλισού.
Στον Ιλισό χυνόταν ο Ηριδανός, ο οποίος ξεκινούσε από τον Λυκαβηττό και κατέβαινε από το Κολωνάκι. Κατά τις εργασίες κατασκευής του Μετρό στην πλατεία Συντάγματος αποκαλύφθηκε η αρχαία κοίτη του. Ο ποταμός συνεχίζει υπόγεια μέσω των οδών Μητροπόλεως και Ερμού, διασχίζει την Αρχαία Αγορά και καταλήγει στον Κεραμεικό.
Η παρουσία του Ηριδανού δεν αποτελεί παρελθόν. Κατά τις εργασίες του Μετρό στο Μοναστηράκι, η συνάντηση της κοίτης του προκάλεσε έντονη ανησυχία, καθώς το ποτάμι φούσκωσε επικίνδυνα. Ακόμη και σήμερα, ο υπόγειος ποταμός μεταφέρει 20–30 κυβικά μέτρα νερού την ώρα, ενώ τις βροχερές ημέρες η παροχή υπερδιπλασιάζεται, προκαλώντας πλημμύρες στην Ποικίλη Στοά και την Αρχαία Αγορά.
Η παρουσία του Ηριδανού δεν αποτελεί παρελθόν. Κατά τις εργασίες του Μετρό στο Μοναστηράκι, η συνάντηση της κοίτης του προκάλεσε έντονη ανησυχία, καθώς το ποτάμι φούσκωσε επικίνδυνα. Ακόμη και σήμερα, ο υπόγειος ποταμός μεταφέρει 20–30 κυβικά μέτρα νερού την ώρα, ενώ τις βροχερές ημέρες η παροχή υπερδιπλασιάζεται, προκαλώντας πλημμύρες στην Ποικίλη Στοά και την Αρχαία Αγορά.
Από τον Λυκαβηττό ξεκινούσε επίσης ο Βοϊδοπνίχτης, με κλάδους που διέρχονταν από τις οδούς Δημοκρίτου και Ακαδημίας προς το Αρσάκειο. Από τα Τουρκοβούνια κατέβαινε ο Κυκλόβορος, ένας από τους μεγαλύτερους χειμάρρους της Αθήνας, ο οποίος έφθανε στο Πεδίον του Άρεως και, μέσω της οδού Μάρνη, κατέληγε στην πλατεία Βάθης. Το Παγκράτι και τον Βύρωνα διέσχιζαν ο Αλασσώνας και το ρέμα «Πήδημα της Γριάς», ενώ στο Φάληρο κατέληγαν ο Βουρλοπόταμος και το ρέμα της Πικροδάφνης. Ο Ποδονίφτης εξακολουθεί να διασχίζει Χαλάνδρι, Ψυχικό, Φιλοθέη και Νέα Ιωνία, περνώντας υπόγεια τη λεωφόρο Κηφισίας πριν καταλήξει στον Κηφισό.
Οι πανεπιστημιακές μελέτες συγκρίνουν τη σημερινή τσιμεντούπολη με τις παλαιότερες μορφές της Αττικής, όπου γεωργικές εκτάσεις, χωράφια και ποτάμια συνυπήρχαν. Η εικόνα των πανάρχαιων ποταμών που απορροφούσαν τα νερά της βροχής έχει χαθεί. Έτσι, κάθε φορά που βρέχει λίγο παραπάνω, τα υπόγεια ποτάμια «φουσκώνουν», πλημμυρίζοντας περιοχές και υπενθυμίζοντας ότι δεν εξαφανίστηκαν ποτέ και απλώς θάφτηκαν.
Οι πανεπιστημιακές μελέτες συγκρίνουν τη σημερινή τσιμεντούπολη με τις παλαιότερες μορφές της Αττικής, όπου γεωργικές εκτάσεις, χωράφια και ποτάμια συνυπήρχαν. Η εικόνα των πανάρχαιων ποταμών που απορροφούσαν τα νερά της βροχής έχει χαθεί. Έτσι, κάθε φορά που βρέχει λίγο παραπάνω, τα υπόγεια ποτάμια «φουσκώνουν», πλημμυρίζοντας περιοχές και υπενθυμίζοντας ότι δεν εξαφανίστηκαν ποτέ και απλώς θάφτηκαν.
Η πόλη που χτίστηκε πάνω σε ένα πρόβλημα
Έτσι, η Αθήνα χτίστηκε κυριολεκτικά πάνω στο ίδιο της το πρόβλημα. Οι φυσικές διεξόδοι του νερού καταργήθηκαν, χωρίς να αντικατασταθούν από ισοδύναμες λύσεις. Το αποχετευτικό και αντιπλημμυρικό σύστημα επιβαρύνθηκε πέρα από τις δυνατότητές του, ενώ η κλιματική κρίση εντείνει τις πιέσεις, με βροχές πιο σύντομες αλλά πιο έντονες.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα πλημμυρικά φαινόμενα που καταγράφονται πλέον συχνά στο λεκανοπέδιο δεν αποτελούν «κεραυνό εν αιθρία». Είναι η προβλέψιμη συνέπεια μιας στρεβλής αναπτυξιακής πορείας που αγνόησε τη γεωγραφία και τη φυσική του τόπου. Όσο τα χαμένα ρέματα παραμένουν θαμμένα και το έδαφος αδιαπέραστο, η Αθήνα θα συνεχίσει να πλημμυρίζει όχι επειδή βρέχει, αλλά επειδή δεν υπάρχει πια χώρος για το νερό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου