Mpelalis Reviews

Mpelalis Reviews

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Κοινωνική γενοκτονία και εμφύλιος

 
Όταν η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας τόλμησε το 2010 εκτός από τα μέτρα λιτότητας και τη φορολόγηση των εργαζομένων, να φορολογήσει και τις τράπεζες, τότε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) της κόβει την επόμενη δόση. Οι Ιρλανδοί χρειάστηκε να επαναλάβουν ένα δημοψήφισμα μέχρι το αποτέλεσμά του να συμφωνεί με τις θέσεις της κυρίαρχης ελίτ των Βρυξελλών. Το ίδιο λέει, σήμερα, και ο Γιούνκερ για το ασύμβατο με τους «κανόνες της ΕΕ» προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη χειρότερα, ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης  σε άρθρο του στους Irish Times σημειώνει ότι «Η ευρωζώνη κινείται μυστηριωδώς. Βαρυσήμαντες αποφάσεις λαμβάνονται από υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι παραμένουν στο σκοτάδι όσον αφορά τις λεπτομέρειες, την ώρα που μη εκλεγμένοι αξιωματούχοι ισχυρών θεσμών συνεχίζουν τις μονόπλευρες διαπραγματεύσεις με μια μοναχική κυβέρνηση που βρίσκεται σε ανάγκη». Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοκρατία και οι θεσμοί της δεν είναι παρά μία επίφαση, μία βιτρίνα νομιμοποίησης ειλημμένων ήδη αποφάσεων. Που και από ποιους όμως; Ποιοι, τελικά, κυβερνούν την Ευρώπη; Ποιοι καθορίζουν τους κανόνες;
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες της ΕΕ έχουμε ελευθερία και δημοκρατία κατά 99% και κατά 1% έχουμε σκλαβιά και μη δημοκρατία. Μόνο που αυτό το 1% είναι το καθοριστικό καθώς αφορά στη λήψη των πλέον σημαντικών αποφάσεων για τη ζωή και την προοπτική μας. Τελικά, ο Όργουελ επιβεβαιώνεται αφού «η ελευθερία είναι σκλαβιά» και «η αμάθεια δύναμη». Επιβεβαιώνεται και η Χάνα Άρεντ που μιλούσε για τους νέους ολοκληρωτισμούς όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι απλώς «άχρηστοι», όπως στους παλιούς ολοκληρωτισμούς, αλλά εντελώς «περιττοί». Οι νεοφιλελεύθεροι φαρισαίοι μιλούν για την ανθρωπιστική κρίση αλλά συνεχίζουν τα μέτρα λιτότητας που την προκαλούν, καθιστώντας περιττούς τους εργαζόμενους, περιττούς τους νέους, περιττούς τους ηλικιωμένους. Τα νέα κρεματόρια είναι οι καιάδες της ανεργίας και της ημι-ανεργίας, συνώνυμα της εξαθλίωσης, της απώλειας του προσώπου, του νοήματος της ζωής.
Εδώ ισχύει η «κοινωνική γενοκτονία», όπως την ορίζει ο Αργεντινός κοινωνιολόγος Daniel Feierstein, δηλαδή ως «η συστημική και συστηματική καταστροφή της κοινωνικής υπόστασης αυξανόμενων στρωμάτων του πληθυσμού, καταδικάζοντάς τα σε μια επισφαλή επιβίωση ή σε κοινωνικό αποκλεισμό». H κοινωνική γενοκτονία είναι μία στρατηγική που επιβάλλεται ταχύτατα από σκόπιμες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι οποίες παίρνουν την οικονομική κρίση ως άλλοθι προκειμένου να παρουσιαστούν ως ο νέος ορθολογισμός του καπιταλισμού, που εκφράζουν πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες στον διεστραμμένο λόγο τους πραγματώνουν την πιο απάνθρωπη όψη του καπιταλισμού, δηλαδή την αφαίμαξη της ζωής και τη διάλυση της κοινωνικής υπόστασης των υποκειμένων.
Ο νεοφιλελευθερισμός που υπεξαίρεσε τον θεσμικό ιστό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τον κατέστησε επίφαση και πομφόλυγα δεν είναι απλά ένα οικονομικό δόγμα ελεύθερων αγορών εκτός κρατικού ελέγχου, είναι και η νέα παγκόσμια κατάσταση που στοχεύει να κατασκευάσει ένα νέο είδος υποκειμενικότητας, συμβατής με την ακραία ανταγωνιστική λογική της καπιταλιστικής επιχείρησης. Γι’ αυτό εδώ ο δεσμός των ανθρώπων δεν είναι η αγάπη και η συμπάθεια αλλά το μίσος και η σύμβαση.
Η αστάθεια της απασχόλησης, το stress, «η διάβρωση του χαρακτήρα» είναι το αποτέλεσμα της πίεσης της απληστίας απόδοσης και απόλαυσης του καπιταλιστικού Υπερεγώ που ξεπερνάει τα υποκείμενα. Αλλά αυτό που εξουθενώνει τόσους ανθρώπους σήμερα στη Νότια Ευρώπη είναι ο αφανισμός της ατομικής κοινωνικής ταυτότητας, καθιστώντας την επισφαλή για όσους έχουν μια δουλειά ολοένα και περισσότερο πιο αβέβαιη και κακοπληρωμένη ή, ακόμα χειρότερα, συρρικνώνοντάς την σ' ένα αντικείμενο του απορρίμματος του κοινωνικού Άλλου, σε διαρκή ανεργία.
Τα υποκείμενα αυτά αισθάνονται μια ριζική απόλυτη απόγνωση και δεν υπάρχουν λέξεις για να ορίσουν αυτό το πραγματικό. Είναι η αίσθηση της απειλής της ανυπαρξίας μέλλοντος για τη ζωή. Είναι η αγωνία που συνοδεύεται από υποκειμενική αδυναμία, το να μη μπορεί κανείς να κάνει τίποτα μέσα στην ατομική μοναξιά του ώστε να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας ή να προβλέψει το πως θα τα καταφέρει με λίγα λεπτά στο τέλος του μήνα, έστω και με μεγάλο περιορισμό των προσωπικών και οικογενειακών δαπανών. Δεν είναι η αγωνία του καταναλωτή, αλλά εκείνου που καταναλώνεται, που συνθλίβεται. Αγωνία και υποκειμενική αδυναμία μέσα στην απόγνωση οδηγούν σε κάθε είδους φόβους που τυφλώνουν το υποκείμενο. Αυτός ο φοβισμένος θα στραφεί σε φαιούς προσανατολισμούς, υπερασπιζόμενος την κυριαρχία εκείνων που τον οδήγησαν στη σημερινή του κατάσταση!
Εδώ λειτουργεί η αλλοτριωτική πρόσληψη του φόβου που επιβάλλεται από τα ψέματα με τα οποία οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί έχουν υποβάλει τα υποκείμενα, προκειμένου να αποκρύψουν τις βιαιοπραγίες τους. Είναι αυτό που ο κοινωνιολόγος Gil Calvo αποκαλεί «η πολιτική του τιμωρητέου εκφοβισμού», της οποίας η Μέρκελ είναι ο σημαιοφόρος. Οι Μέρκελ και οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί παροτρύνουν στο φόβο και στο μίσος του εαυτού, ενοχοποιώντας το υποκείμενο για την οικονομική και κοινωνική του αβεβαιότητα, διότι υποτίθεται ότι προηγούμενα είχε «απολαύσει υπερβολικά, πάνω από τις δυνατότητές του»(Σόιμπλε). Απίστευτη υποκρισία, καθώς πρώτα, με το ένα χέρι που ισχυριζόταν ότι ήταν καθαρό, καλούσαν τον κόσμο να χρεωθεί με δάνεια που θα πληρώνονταν με τη δουλειά, και στη συνέχεια, στο όνομα της «κρίσης», βγάζουν το άλλο χέρι, το βρώμικο, για να ενοχοποιήσουν τον χρεωμένο και να τον «καταστήσουμε λιτόβιο». Αυτές είναι οι δύο όψεις του Υπερεγώ το οποίο διατάζει «Απόλαυσε!», ενοχοποιώντας στη συνέχεια το υποκείμενο ως υπαίτιο για την έλλειψή του.
Ωστόσο, καθώς τα ψέματα με τα οποία δικαιολογούν «την λιτόβια λιμοκτονία» έχουν ευρέως αποκαλυφθεί, τα υποκείμενα δεν αφήνονται πλέον εύκολα να ενοχοποιηθούν και γνωρίζουν ότι ο υπαίτιος της ρημαγμένης κοινωνικής τους ταυτότητας είναι το κυρίαρχο πλέγμα της πολιτικο-χρηματοοικονομικής εξουσίας.
Οι μεσαίες τάξεις έγιναν ξαφνικά οι νεόπτωχοι, υποχρεωμένοι να ταυτιστούν με τους πάλαι ποτέ φτωχούς, εκείνους που δεν έχουν δικαίωμα στα αντικείμενα της επιθυμίας, αλλά μόνο στο να προμηθεύονται εκείνα της ανάγκης.
Κατάθλιψη της αλλοτρίωσης, αλλά αναδιπλασιασμένη από την πραγματική έλλειψη πόρων για να είναι κανείς κάτι. Το αίσθημα αδυναμίας αυξάνεται από την αδυνατότητα να γίνει κανείς ανταγωνιστικός. Είναι η ντροπή που θλίβει εκείνους που με χαμηλωμένο κεφάλι ζητούν βοήθεια για να φάνε στα κοινωνικά κέντρα αλληλεγγύης. Είναι ιδιαίτερη η ντροπή για εκείνους που θέλουν να συνεχίσουν να προσποιούνται ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη.
 Με το να διαδηλώνει κανείς κοινωνικά με άλλους με το κοινό στοιχείο την αγανάκτηση παραπέμπει στο να αρνείται να συρρικνώνεται στο ελεεινό ενός είναι που θα έπρεπε να πιει την ντροπή. Μοιραζόμενοι με άλλους τους λόγους της αγανάκτησης, αποκτούμε περγαμηνές που μας προσφέρουν μια κοινωνική διάσταση και μας στηρίζουν στο προσωπικό μας είναι, καθώς επανακτούμε το πρόσωπό μας.
Όμως, αν η αγανάκτηση μπορεί να είναι η αφετηρία μιας νέας επιθυμίας, η οποία λαμβάνει υπόψη το κοινό πεπρωμένο που μοιράζεται με άλλους, μπορεί να αντιστοιχηθεί με τη μνησικακία απέναντι στον Άλλο, ο οποίος δεν αναγνωρίζει το κακό που κάνει.
Δεν είναι λοιπόν ένα οικονομικό μοντέλο που συγκρούεται μ’ ένα άλλο, εδώ. Είναι δύο αντιλήψεις για τον άνθρωπο και την κοινωνία, είναι δύο αντίθετα πολιτισμικά πρότυπα, ένα που στηρίζεται στη συμπάθεια και ένα άλλο που βασίζεται στο μίσος και την απόρριψη των άλλων ως περιττών.  
 
*Ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου γεννήθηκε στους Κωστακιούς Άρτας, σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι και εργάστηκε στο ράδιο, σε εφημερίδες και περιοδικά. Έγραψε τα βιβλία "Κάπου να δω το πρόσωπό μου" (Πατάκης, 2003), "Homo Americanus" (Καστανιώτης, 2008), "Το ματωμένο θέρος του 1882" (ΗΠΕΠΟΤΕ, 2014).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου