γράφει η Σωτηρία Μαραγκοζάκη
Δημοσιογράφος και συγγραφέας
«Μας φοβούνται για αυτό πέσανε να μας φάνε!» δήλωσε υπομειδιώντας στις κάμερες τις προάλλες η κυρία Καρυστιανού με αφοπλιστική αφέλεια. Η πολιτικός πλέον Μαρία Καρυστιανού. Και έχει δίκιο. Ποιοι τη φοβούνται; Μα τα αστικά κόμματα, διότι καταπώς δείχνουν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων το υπό ίδρυση δικό της κόμμα – εάν δεν ξεφουσκώσει εγκαίρως- αποσπά μερίδα ικανή να εξασφαλίσει μέχρι και ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές. Παρότι εκφράζοντας αναχρονιστικές, σκοταδιστικές απόψεις η ίδια καθώς και οι αυτό-περιφερόμενοι στα σόσιαλ μίντια συνεργάτες και σύμβουλοί της διχάζουν και γυρίζουν την κοινωνία δεκαετίες πίσω, όχι μόνο στην εποχή των παράνομων αμβλώσεων, μα και των λευκών σεντονιών στα αστυνομικά τμήματα ή των ματωμένων σεντονιών στα μπαλκόνια (!) αν πάρει κανείς στα σοβαρά ανάλογες δημόσιες δηλώσεις τους.
Βρίθει αντιφάσεις το διαδίκτυο και βοά το έρεβος. Σαν έτοιμο από καιρό το σκοτάδι του φαιού επανακάμπτει στον διαδικτυακό λαϊκισμό, στην αθλιότητα των τηλεοπτικών ριάλιτι, στα κατάμαυρα ρούχα των εφήβων με το φτωχό λεξιλόγιο, στην ατομική και ομαδική βία, στην εναπόθεση των ελπίδων στη Θεία μεσιτεία, στην ένστολη επίδειξη δύναμης με καταστολή, στην εξύμνηση της παράδοσης και την επίκληση για επιστροφή, στη λατρεία του ανορθολογισμού και του μυστικισμού, στην καχυποψία για τη γνώση και την πραγματική μόρφωση, στο φόβο για αλλαγή πόσο μάλλον για ανατροπή. Στην κυβερνητική αδιαλλαξία και τη σιωπηρή αποδοχή της ρατσιστικής μεταναστευτικής πολιτικής της. Αναρωτήθηκε άραγε κανείς μήπως εξαιτίας του αυταρχισμού και του πρωθυπουργικού ηγεμονισμού διατηρεί τα ποσοστά του το κυβερνών κόμμα; Ο δεσποτισμός, κοινώς το «μαντρί» υπήρξε η σιγουριά των δειλών, μοιραίων και άβουλων από παλιά.
Άλλωστε σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης η αδιαλλαξία του ισχυρού συνήθως μεταφράζεται ως δύναμη και ασφάλεια συσπειρώνοντας γύρω από μεγαλοϊδεαλιστικούς μύθους τους φόβους των μικροαστών πριν την φτωχοποίηση μαζί με την απογοήτευση μιας εκπεσούσας μεσαίας τάξης. Δηλαδή γίνεται το βούτυρο στο παντεσπάνι των εγχώριων μεγαλοαστών για δουλειές με φούντες που αυγαταίνει τα κέρδη τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα συμπιέζοντας εγκληματικά το κόστος και επισωρεύοντας πάσης φύσεως δεινά στον λαό.
Ως προϊόν της εποχής του το κόμμα Καρυστιανού φαίνεται πως (θα) συγκεντρώνει όλα εκείνα τα διακριτά χαρακτηριστικά του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος, όχι, όμως, στην ακμή του αλλά στην ακραία φάση της σήψης του με κατάρρευση των δημοκρατικών υποστυλωμάτων του ακόμα και των ψευδαισθήσεων που το έτρεφαν μέχρι σκασμού (βλέπε αμερικάνικο όνειρο, «να πιάσουμε την καλή» και άλλα άπιαστα ελκυστικά). Δηλαδή το υπό (αν)έγερση νέο κόμμα θα γίνει κυριολεκτικά με υλικά κατεδαφίσεως. Διότι συμφώνως με τους πρωτομάστορες του «δεν υπάρχει Αριστερά και Δεξιά» άρα ίσως ήγγικεν η ώρα της αναδίπλωσης στο παλαιό των ημερών εθνικ(ιστικ)ό μεγαλείο, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται επιλεκτικά, αντιφατικά και ανιστόρητα.
Δίχως να έχουν αντιληφθεί οι Ιθάκες ΤΙ σημαίνουν, ούτε οι Θερμοπύλες, όπως άλλωστε και όλοι όσοι εναποθέτουν από του καναπέως τις προσδοκίες και τις ελπίδες τους σε νεοεμφανιζόμενους στην πολιτική σκηνή. Όπως όλοι όσοι απεμπολούν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τις ζωές και το μέλλον τους, εκχωρώντας τα απλώς σε επίδοξους «σωτήρες» με την ψήφο τους κάθε τέσσερα χρόνια. Στο όνομα μιας γερασμένης αστικής δημοκρατίας, για «να περνάμε όλοι καλά», όπως διατείνεται τώρα η κυρία Καρυστιανού. Η πολιτικός Μαρία Καρυστιανού – ως τραγική, αδικαίωτη μάνα δικαιούται και έχει τον απέραντο σεβασμό και την αλληλεγγύη μας – η οποία δυστυχώς δεν δείχνει να έχει καταλάβει τα Τέμπη τι ακριβώς σημαίνουν πολιτικά και πώς συνιστούν έγκλημα κατ’ εξακολούθηση. Δηλαδή εκατόμβες αθώων στο βωμό του ανεξέλεγκτου κέρδους των λίγων με συνεπαγόμενη αναλγησία, πιθανή ατιμωρησία, βολική για το σύστημα αμνησία. Ούτε πως οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις -οι οποίες παρεμπιπτόντως πρωτοξεκίνησαν αμέσως μετά το έγκλημα των Τεμπών από τα ταξικά σωματεία και όπου κυριάρχησε το σύνθημα «Ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» – κατέδειξαν πως μόνο η συλλογική διεκδίκηση και η οργανωμένη δράση εγγυώνται κάθαρση και τιμωρία των υπεύθυνων, όπως συνέβη στη δίκη της Χρυσής Αυγής. Άραγε η Μάγδα Φύσσα γιατί δεν φιλοδόξησε να ιδρύσει κόμμα;
«Μας φοβούνται για αυτό πέσανε να μας φάνε!» δήλωσε υπομειδιώντας στις κάμερες τις προάλλες η κυρία Καρυστιανού με αφοπλιστική αφέλεια. Η πολιτικός πλέον Μαρία Καρυστιανού. Και έχει δίκιο. Ποιοι τη φοβούνται; Μα τα αστικά κόμματα, διότι καταπώς δείχνουν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων το υπό ίδρυση δικό της κόμμα – εάν δεν ξεφουσκώσει εγκαίρως- αποσπά μερίδα ικανή να εξασφαλίσει μέχρι και ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές. Παρότι εκφράζοντας αναχρονιστικές, σκοταδιστικές απόψεις η ίδια καθώς και οι αυτό-περιφερόμενοι στα σόσιαλ μίντια συνεργάτες και σύμβουλοί της διχάζουν και γυρίζουν την κοινωνία δεκαετίες πίσω, όχι μόνο στην εποχή των παράνομων αμβλώσεων, μα και των λευκών σεντονιών στα αστυνομικά τμήματα ή των ματωμένων σεντονιών στα μπαλκόνια (!) αν πάρει κανείς στα σοβαρά ανάλογες δημόσιες δηλώσεις τους.
Βρίθει αντιφάσεις το διαδίκτυο και βοά το έρεβος. Σαν έτοιμο από καιρό το σκοτάδι του φαιού επανακάμπτει στον διαδικτυακό λαϊκισμό, στην αθλιότητα των τηλεοπτικών ριάλιτι, στα κατάμαυρα ρούχα των εφήβων με το φτωχό λεξιλόγιο, στην ατομική και ομαδική βία, στην εναπόθεση των ελπίδων στη Θεία μεσιτεία, στην ένστολη επίδειξη δύναμης με καταστολή, στην εξύμνηση της παράδοσης και την επίκληση για επιστροφή, στη λατρεία του ανορθολογισμού και του μυστικισμού, στην καχυποψία για τη γνώση και την πραγματική μόρφωση, στο φόβο για αλλαγή πόσο μάλλον για ανατροπή. Στην κυβερνητική αδιαλλαξία και τη σιωπηρή αποδοχή της ρατσιστικής μεταναστευτικής πολιτικής της. Αναρωτήθηκε άραγε κανείς μήπως εξαιτίας του αυταρχισμού και του πρωθυπουργικού ηγεμονισμού διατηρεί τα ποσοστά του το κυβερνών κόμμα; Ο δεσποτισμός, κοινώς το «μαντρί» υπήρξε η σιγουριά των δειλών, μοιραίων και άβουλων από παλιά.
Άλλωστε σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης η αδιαλλαξία του ισχυρού συνήθως μεταφράζεται ως δύναμη και ασφάλεια συσπειρώνοντας γύρω από μεγαλοϊδεαλιστικούς μύθους τους φόβους των μικροαστών πριν την φτωχοποίηση μαζί με την απογοήτευση μιας εκπεσούσας μεσαίας τάξης. Δηλαδή γίνεται το βούτυρο στο παντεσπάνι των εγχώριων μεγαλοαστών για δουλειές με φούντες που αυγαταίνει τα κέρδη τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα συμπιέζοντας εγκληματικά το κόστος και επισωρεύοντας πάσης φύσεως δεινά στον λαό.
Ως προϊόν της εποχής του το κόμμα Καρυστιανού φαίνεται πως (θα) συγκεντρώνει όλα εκείνα τα διακριτά χαρακτηριστικά του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος, όχι, όμως, στην ακμή του αλλά στην ακραία φάση της σήψης του με κατάρρευση των δημοκρατικών υποστυλωμάτων του ακόμα και των ψευδαισθήσεων που το έτρεφαν μέχρι σκασμού (βλέπε αμερικάνικο όνειρο, «να πιάσουμε την καλή» και άλλα άπιαστα ελκυστικά). Δηλαδή το υπό (αν)έγερση νέο κόμμα θα γίνει κυριολεκτικά με υλικά κατεδαφίσεως. Διότι συμφώνως με τους πρωτομάστορες του «δεν υπάρχει Αριστερά και Δεξιά» άρα ίσως ήγγικεν η ώρα της αναδίπλωσης στο παλαιό των ημερών εθνικ(ιστικ)ό μεγαλείο, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται επιλεκτικά, αντιφατικά και ανιστόρητα.
Δίχως να έχουν αντιληφθεί οι Ιθάκες ΤΙ σημαίνουν, ούτε οι Θερμοπύλες, όπως άλλωστε και όλοι όσοι εναποθέτουν από του καναπέως τις προσδοκίες και τις ελπίδες τους σε νεοεμφανιζόμενους στην πολιτική σκηνή. Όπως όλοι όσοι απεμπολούν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τις ζωές και το μέλλον τους, εκχωρώντας τα απλώς σε επίδοξους «σωτήρες» με την ψήφο τους κάθε τέσσερα χρόνια. Στο όνομα μιας γερασμένης αστικής δημοκρατίας, για «να περνάμε όλοι καλά», όπως διατείνεται τώρα η κυρία Καρυστιανού. Η πολιτικός Μαρία Καρυστιανού – ως τραγική, αδικαίωτη μάνα δικαιούται και έχει τον απέραντο σεβασμό και την αλληλεγγύη μας – η οποία δυστυχώς δεν δείχνει να έχει καταλάβει τα Τέμπη τι ακριβώς σημαίνουν πολιτικά και πώς συνιστούν έγκλημα κατ’ εξακολούθηση. Δηλαδή εκατόμβες αθώων στο βωμό του ανεξέλεγκτου κέρδους των λίγων με συνεπαγόμενη αναλγησία, πιθανή ατιμωρησία, βολική για το σύστημα αμνησία. Ούτε πως οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις -οι οποίες παρεμπιπτόντως πρωτοξεκίνησαν αμέσως μετά το έγκλημα των Τεμπών από τα ταξικά σωματεία και όπου κυριάρχησε το σύνθημα «Ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» – κατέδειξαν πως μόνο η συλλογική διεκδίκηση και η οργανωμένη δράση εγγυώνται κάθαρση και τιμωρία των υπεύθυνων, όπως συνέβη στη δίκη της Χρυσής Αυγής. Άραγε η Μάγδα Φύσσα γιατί δεν φιλοδόξησε να ιδρύσει κόμμα;
--------------------------------------------------------------------
Η Σωτηρία Μαραγκοζάκη γεννήθηκε το 1964 στα Λουτρά της Αλεξανδρούπολης. Σπούδασε οικονοµικά στην ανώτερη εκπαίδευση. Εργάστηκε ως δηµοσιογράφος στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ Ορεστιάδας, ΕΡΑ Κοµοτηνής κ.ά.), στην ηµερήσια εφηµερίδα της Θράκης Η Γνώµη, σε περιοδικά, καθώς και στην τοπική αυτοδιοίκηση ως υπεύθυνη Γραφείου Τύπου στους Δήµους Τραϊανούπολης και Αλεξανδρούπολης. Είναι µέλος της Ένωσης Συντακτών Ηµερησίων Εφηµερίδων Μακεδονίας-Θράκης. Έχει τιµηθεί για την ανάδειξη θεµάτων πολιτισµού και φιλαναγνωσίας (από το ΕΚΕΒΙ, τη Νοµαρχία Έβρου, τον Δήµο Αλεξανδρούπολης, τον Νοµαρχιακό Σύλλογο Ατόµων µε Αναπηρία Έβρου, τον Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων Αλεξανδρούπολης). Το πρώτο της µυθιστόρηµα, Ο Ύπατος της Σµύρνης (2012), τιµήθηκε µε εύφηµη µνεία από το λογοτεχνικό περιοδικό Αναγνώστης. Διηγήµατα της, που δηµοσιεύτηκαν σε περιοδικά λόγου και κυκλοφόρησαν σε οµαδικές συλλογές, έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισµούς. Ζει στην Αλεξανδρούπολη. Είναι παντρεµένη µε τον Αλέξανδρο Χατζηλιάδη και έχει µία κόρη, τη Χριστίνα Μπαχαράκη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου